Σελίδες

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Αρχηγοί κράτους και δολοφόνοι - Giorgio Agamben


Για πρώτη φορά στην ιστορία βλέπουμε τον αρχηγό ενός κράτους που θεωρείται πολιτισμένο, να μιλάει ανοιχτά όπως ένας δολοφόνος, λέγοντας για τον θρησκευτικό ηγέτη μιας χώρας στην οποία επιτέθηκε ότι «τον σκοτώσαμε» και για τους κατοίκους αυτής της χώρας πως «θα τους μακελέψουμε». Ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Στάλιν μίλησαν ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Και, ωστόσο, όχι μόνο αυτός ο άνθρωπος δεν καταδικάζεται και δεν απομακρύνεται από τη θέση του, αλλά οι αρχηγοί κράτους των λεγόμενων δυτικών δημοκρατιών τον εγκρίνουν, αποδεχόμενοι σιωπηλά οι πολιτικοί να εκφράζονται σήμερα δημοσίως με έναν τρόπο με τον οποίο ούτε οι δολοφόνοι θα τολμούσαν να μιλήσουν μεταξύ τους.

10 Μάρτη 2026    


Κράτος και τρόμος - Giorgio Agamben


Τι είναι ένα κράτος το οποίο, αγνοώντας κάθε μορφή δικαίου, δολοφονεί συστηματικά ή απαγάγει τους ηγέτες κρατών που θεωρεί αυθαίρετα εχθρούς του; Και αυτό συμβαίνει με την έγκριση ή την αμήχανη σιωπή των ευρωπαϊκών χωρών. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ζούμε σε μια εποχή όπου το κράτος έχει πετάξει τη νομική του μάσκα και δρα, τώρα πια, σύμφωνα με την πραγματική του φύση, η οποία, σε τελική ανάλυση, είναι ο τρόμος.  Είναι  πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η ακραία κατάσταση να είναι κυριολεκτικά τέτοια, ότι, δηλαδή, το βγάλσιμο της μάσκας  να συμπίπτει με εκείνο το τέλος της μορφής κράτος, χωρίς το οποίο τέλος μια νέα πολιτική δεν είναι δυνατή.

2 Μάρτη 2026

 


Η ντροπή της Ευρώπης

Μια χώρα δέχεται επίθεση χωρίς κανένα προφανή λόγο και προδοτικά, ενώ υποτίθεται πως γίνονταν διαπραγματεύσεις, δολοφονείται ο πνευματικός της ηγέτης. Η ευρωπαϊκή κοινότητα –ή εκείνη η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε αυτή την ανοιχτή παραβίαση του διεθνούς δικαίου στην οποία προχώρησαν δύο χώρες που μοιάζει να έχουν χάσει κάθε συνείδηση του εαυτού τους και κάθε είδους υπευθυνότητα, αλλά  προστάζουν τον ιρανικό λαό να σταματήσει να αμύνεται.

5 Μάρτη 2026

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Μέση Ανατολή αν και μπορεί μάλλον εύκολα να αναλυθεί από θεωρητική σκοπιά, πολύ δύσκολα μπορεί να απαντηθεί αν τεθεί ως ερώτημα (απαραίτητο) του τύπου «και εμείς τι κάνουμε;». Μπροστά στον απίστευτο κυνισμό του αμερικανικού και του ισραηλινού κράτους, αλλά και την απίστευτη υποκρισία των ευρωπαϊκών κρατών (πλην Ισπανίας) που υπερηφανεύονται για τον Διαφωτισμό τους, η αμηχανία των ανταγωνιστικών κινημάτων είναι προφανής. Τα παλιά εργαλεία φαίνεται πως δεν λειτουργούν πλέον μπροστά στην αδυσώπητη επίδειξη δύναμης εκ μέρους του σύγχρονου ναζιφασισμού (που μάλιστα εκπορεύεται από δύο κράτη που το μεν ένα επαίρεται ότι νίκησε τον ναζισμό και το άλλο προήλθε από τις τύψεις των Ευρωπαίων και των Αμερικανών που άφησαν να συμβεί το Ολοκαύτωμα). Και αν μπορούμε σχετικά εύκολα να εκδηλώνουμε την υποστήριξη και την αλληλεγγύη μας στον παλαιστινιακό λαό (που ένα μέρος του ζητάει κι αυτό, δυστυχώς, τη δημιουργία κράτους), βεβαίως υποστηρίζουμε τον ιρανικό λαό, αλλά πώς να ξεχάσουμε πως το ιρανικό κράτος μόλις προσφάτως δολοφόνησε χιλιάδες αντιφρονούντες; Το ότι οι ανελέητοι βομβαρδισμοί του αμερικανικού και ισραηλινού κράτους σχολείων και δημόσιων υποδομών στο Ιράν, με τις εκατοντάδες νεκρούς, δεν πρόκειται να φέρει κανενός είδους δημοκρατία, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη, άλλωστε για ποια δημοκρατία μπορούν να υπερηφανεύονται τα κράτη των ΗΠΑ και του Ισραήλ (φτάνει να θυμηθούμε τα πρόσφατα «κατορθώματα» του ICE σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ); Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: «Τι κάνουμε;».   

Υ.Γ. 2 (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Πέθανε στις 5 Μάρτη ο Ορφέας Πρωτοψάλτης, γιός της Μαρίας Πετρουλάκη και του Μιχαήλ Πρωτοψάλτη, 31 ετών, ενεργό μέλος του ανταγωνιστικού κινήματος και εξαίρετο παιδί. Τον θυμάμαι πιτσιρίκο στο Ρέθυμνο, πόσο μας είχε εντυπωσιάσει η διαλεκτική του σκέψη, κάτι πολύ δύσκολο για παιδιά της ηλικίας του. Σκέφτομαι τη μαμά του, τη Μαρία και πραγματικά δεν ξέρω τι να πω. Όλες και όλοι μας έχουμε περάσει διάφορα είδη ψυχικού πόνου, αλλά το να χάνεις το παιδί σου, δεν πιστεύω ότι μπορεί να συγκριθεί με οτιδήποτε άλλο, ιδίως αν είσαι η μητέρα του. Πολύ δύσκολα τα τελευταία χρόνια, οι χαραμάδες φωτός λίγες, αλλά πρέπει να συνεχίσουμε, να μην τα παρατήσουμε ποτέ, έτσι θα τιμήσουμε και αυτές/ους που χάθηκαν, που δεν είναι πια κοντά μας, έστω και για να τσακωνόμαστε πού και πού!     


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ - Giorgio Agamben

Kadhim Hayder, Divine Horses (From the Marty's Epic), 1965


Η λέξη «Δύση» [«
Occidente» στα ιταλικά, σ.τ.μ.], με την οποία ορίζουμε την κουλτούρα μας,  προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα πέφτω [cadere στα ιταλικά, σ.τ.μ.] και σημαίνει στην κυριολεξία «αυτό που πέφτει, που δεν σταματά να πέφτει». Συνδεδεμένοι με αυτό το ρήμα είναι επίσης οι όροι τύχη και τυχαίο [caso και casuale στα ιταλικά, σ.τ.μ.]. Εξ ου, αυτό που δεν σταματά να πέφτει και να δύει (occasus είναι στα λατινικά η δύση), υπόκειται επίσης στην τύχη, σε μια ασταμάτητη τυχαιότητα. Δεν μας ξαφνιάζει, λοιπόν, το γεγονός ότι σήμερα η κυβέρνηση των ανθρώπων και των πραγμάτων έχει πάρει τη μορφή πρωτοκόλλων επέμβασης, ανεξάρτητων από συγκεκριμένα αποτελέσματα, σε έναν κόσμο ο οποίος γίνεται κατανοητός σαν διαθέσιμος και μετρήσιμος ακριβώς όντας τυχαίος.  Η Δύση υπάρχει και κυβερνιέται μόνο στην εποχή του τέλους της και της επιμελούς πτώσης της, και, όπως ο Θεός της, βρίσκεται αδιάκοπα σε μια διαδικασία θανάτου. Όμως είναι ακριβώς σε αυτό που συνίσταται η δύναμή της: ένας αδιάκοπος θάνατος είναι ακριβώς ένας θάνατος χωρίς τέλος, μια άπειρη παροδικότητα ή τυχαιότητα, που υποτίθεται πως είναι πραγματικά ασταμάτητες.

Μια στρατηγική που προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτή την αέναη πτώση, πρέπει να βρει σε αυτή ένα διάκενο ή μια παύση, όπου η Δύση θα δει να διαρρηγνύεται η συνέχειά της και να  βυθίζεται μια για πάντα. Αυτή η αβυσσαλέα τομή είναι η μνήμη. Η Δύση, όντας τυχαία και παροδική, δεν έχει μια μνήμη του εαυτού της, δεν ξέρει ένα πέρασμα και έναν χώρο όπου κάτι σαν ανάμνηση μπορεί για μια στιγμή να διαρραγεί και να αναδυθεί. Μπορεί  σίγουρα να δημιουργεί αρχεία και μητρώα στα οποία να ταξινομεί συνεχώς τα γεγονότα –τις υποθέσεις– της ιστορίας της, αλλά της λείπει η ικανότητα να βιώνει  πραγματικά ένα παρελθόν, να ανοίγεται σε κάτι που σπάει τον ομοιόμορφο ιστό των αναπαραστάσεών της. Η ανάμνηση, η θύμηση έχει, αντιθέτως, τη μορφή ενός διάκενου στο οποίο η πτώση – η τύχη–  για μια στιγμή σταματάει και αφήνει να εμφανιστεί όπως ποτέ πριν ένα ετερογενές και μη αναπαραστάσιμο παρελθόν. «Ω παρελθόν, άβυσσος της σκέψης» (Σέλλινγκ): μόνο η σκέψη που πέφτει αποφασιστικά σε αυτή την άβυσσο μπορεί να οδηγήσει τη Δύση οριστικά στο τέλος της.

16 Φλεβάρη 2026

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Στην έβδομη επιστολή ο Πλάτων συνδέει την απόφασή του να αφιερωθεί στη φιλοσοφία με τις δυσάρεστες πολιτικές συνθήκες της πόλης στην οποία ζούσε. Αφού προσπάθησε παντοιοτρόπως να συμμετάσχει στη δημόσια ζωή, έγραψε, τελικά κατάλαβε ότι όλες οι πόλεις ήταν πολιτικά διεφθαρμένες (κακώς πολιτεύονται), κι έτσι ένιωσε υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την πολιτική και να αφιερωθεί στη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία εμφανίζεται σε αυτή την προοπτική σαν ένα υποκατάστατο της πολιτικής. Πρέπει να ασχολούμαστε με τη φιλοσοφία γιατί –σήμερα όχι λιγότερο από τότε– το πολιτικό πράττειν έχει καταστεί αδύνατο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτή την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας, που καθιστά το φιλοσοφείν ένα υποκατάστατο της πολιτικής δράσης και σίγουρα όχι ένα πλήρως ικανοποιητικό αντιστάθμισμα για κάτι που δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε. Τι αξία οφείλουμε τότε να αποδώσουμε σε αυτό το υποκατάστατο που δεν θα είχαμε επιλέξει αν η πολιτική ζωή ήταν ακόμα δυνατή; Η φιλοσοφία δείχνει εδώ την πραγματική της σημασία, που δεν είναι η επεξεργασία θεωριών και απόψεων οι οποίες θα προτείνονται σε εκείνους που πιστεύουν ακόμη πως μπορούν να κάνουν πολιτική. Η φιλοσοφία είναι μια μορφή ζωής, που μας επιτρέπει να ζούμε σε συνθήκες πολιτικά αβίωτες. Σε σχέση με αυτό –εφόσον μας επιτρέπει να κατοικούμε την ακατοίκητη και απολίτικη πόλη– η φιλοσοφική ζωή δείχνει να είναι η μοναδική δυνατή πολιτική στην εποχή της αδυναμίας της πολιτικής.

18 Φλεβάρη 2026

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Διαβάζοντας τα τελευταία αυτά κείμενα του Αγκάμπεν, θα μπορούσα να πω ότι η φιλοσοφία δεν είναι μόνο ένα υποκατάστατο της πολιτικής που δεν μπορούμε να κάνουμε, αλλά και ευρύτερα της ζωής που αν και επιθυμούμε δεν μπορούμε να έχουμε. Δηλαδή μιας ζωής όπου ο πόνος και ο ζόφος που πλανώνται διαρκώς γύρω μας, δεν θα έχει αυτή την επιμονή και διάρκεια τις οποίες παρατηρούμε σήμερα. Και τότε μας έρχεται στο μυαλό η ρήση του Σέλλινγκ που παραθέτει ο Αγκάμπεν, δηλαδή ότι το παρελθόν αποτελεί την άβυσσο της σκέψης. Πράγματι, υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα περί μνήμης, το οποίο έχουμε θίξει και σε άλλα υστερόγραφά μας. Νιώθω ότι τα τελευταία ζοφερά χρόνια, ολοένα και περισσότερο καταφεύγουμε στη μνήμη για να ανακουφιστούμε από προβλήματα στα οποία δεν μπορούμε να βρούμε λύσεις. Όμως, κάνοντας τις αναπόφευκτες συγκρίσεις, διαπιστώνουμε ότι αυτή η μνήμη μπορεί να μας ρίχνει σε μια άβυσσο πιθανώς ακόμη χειρότερη από αυτή που βιώνουμε ως παρόν. Δηλαδή αντί να ανακουφιζόμαστε, πονάμε ακόμη περισσότερο ενθυμούμενοι είτε προσωπικές είτε συλλογικές στιγμές κατά τις οποίες αν δεν ήμασταν ευτυχισμένοι, τουλάχιστον νιώθαμε ότι παλεύαμε με ικανές πιθανότητες επιτυχίας για μια καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή. Και αυτό όχι με μια διάθεση «βετερανισμού» και νοσταλγίας, αλλά σταθμίζοντας πραγματικά συμβάντα της ζωής μας. Για παράδειγμα, εκείνες τις αλησμόνητες μέρες των Δεκεμβριανών του 2008 στη φλεγόμενη Αθήνα, δεν είχαμε όλες και όλοι πιστέψει ότι επρόκειτο για μερικές από τις πλέον ευτυχείς στιγμές της ζωής μας, τότε που το ατομικό γινόταν επαναστατικά συλλογικό, παραφράζοντας και τον Γκουαταρί; Όμως αν το κάνουμε σήμερα, που η κατάσταση έχει εντελώς αντιστραφεί, αυτή η ανάμνηση μήπως μετατρέπεται σε έναν απίστευτο πόνο για τη σημερινή αδυναμία μας; Αγνοώ την απάντηση, σκέφτομαι μόνο ότι μόνο το ομηρικό νηπενθές θα μπορούσε να μας βοηθούσε στις σημερινές περιστάσεις. Αλλά η πίκρα που δεν γιατρεύεται, όσο κι αν κρύβεται, παραμένει και τότε η αμηχανία (τουλάχιστον) επιστρέφει και ίσως μόνο η φιλοσοφία να μπορεί να αποτελέσει μια διέξοδο. Μια φιλοσοφία που την ασκούμε παρέα με αγαπημένες φίλες και φίλους, όχι για να βρούμε τη λύση, αλλά για να την καταστήσουμε, ίσως και όχι στο πολύ μακρινό μέλλον, εφικτή.


Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ


Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει στις συναντήσεις με κάποιους  παλιούς μας φίλους/ες με τους οποίους/ες έχουμε χαθεί για καιρό, είναι ότι ξαναπιάνουμε το νήμα της συζήτησης λες και το είχαμε αφήσει μόλις χθες. Υπάρχει και εμφανίζεται αμέσως μια οικειότητα, η οποία είναι διαφορετική από εκείνη που έχουμε, ας πούμε, με τις παλιές ερωμένες ή εραστές. Αν μια αδιόρατη συγκίνηση στο βλέμμα, ένα ιδιότυπο άγγιγμα και μια κάποια αμηχανία επικρατεί στις πρώτες κουβέντες δύο ανθρώπων που υπήρξαν κάποτε εραστές υποδηλώνει την ύπαρξη μιας οικειότητας, αυτό που συμβαίνει με τους παλιούς φίλους είναι τελείως διαφορετικό. Καθώς ο υπογράφων πιστεύει ακράδαντα πως η φιλία και ο έρωτας είναι δύο εντελώς διακριτά πράγματα, εντυπωσιάζεται πάντοτε από τη ζεστασιά που νιώθει όταν συναντιέται με παλιές φίλες/ους με τις οποίες/ους είχε χαθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν με τους χαμένους μας έρωτες σε τέτοιου είδους συναντήσεις νιώθουμε, όπως έγραψα και παραπάνω, κατ’ αρχήν μια αμηχανία και δεν ξέρουμε από πού να ξεκινήσουμε την κουβέντα αλλά και τι, σε τελευταία ανάλυση, να πούμε, με τα παλιά φιλαράκια μας τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Με έναν θα λέγαμε ανεξήγητο τρόπο, θυμόμαστε αμέσως τις καλές στιγμές που είχαμε μαζί, ξεχνάμε τις κακές (που ενίοτε οδήγησαν στη διακοπή της φιλίας μας) και περνάμε ευθύς αμέσως στην κουβέντα για τις σημερινές χαρές και λύπες μας. Τα παιδιά μας, εφόσον έχουμε, ή τα επαγγελματικά μας δεν μπαίνουν ποτέ σε πρώτο πλάνο, προηγείται η αναπόληση των στιγμών που ζήσαμε και η σχέση τους με το τι βιώνουμε σήμερα. Καταστάσεις, πόλεις, μέρη, άνθρωποι που μας σημάδεψαν τότε, επανέρχονται στο προσκήνιο, με αγωνία ρωτάμε τι απέγιναν, τι έμεινε, τι χάθηκε οριστικά. Γιατί η φιλία είναι πάντοτε άδολη και αμοιβαία αλληλέγγυα, πότε δεν κάνουμε φίλες/ους για ωφελιμιστικούς λόγους, κάτι, δηλαδή, που δεν συμβαίνει με τον έρωτα, ο οποίος ενέχει πάντοτε στοιχεία δόλου, κτητικότητας, προσωπικού οφέλους, στοιχεία μιας  προσωπικής μάχης εν κατακλείδι με τον θάνατο, που περιλαμβάνει  και την ενεργό συμμαχία της ποθητής/ού άλλης/ου. Κι όταν το αγαπημένο πρόσωπο χαθεί, νιώθουμε προδομένοι που μείναμε μόνοι σε αυτή τη διαρκή μάχη, που έτσι κι αλλιώς είναι, από την ίδια μας τη φύση, προορισμένη να χαθεί. Βεβαίως και οι φίλες/οι συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα, όμως ο ρόλος τους είναι διαφορετικός, ας πούμε δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, αλλά στα μετόπισθεν.  Έτσι, αν ένα βράδυ του Φλεβάρη του 2026 συναντήσεις έναν παλιό σου φίλο σου που οι δρόμοι σας έχουν χωρίσει για κάποιο μεγάλο διάστημα, η πρώτη ερώτηση που κάνεις είναι αν είναι καλά σωματικά και συναισθηματικά, μετά μιλάτε  βιαστικά για το τι κάνει η οικογένειά σας και πως πάει η δουλειά σας, για να περάσετε αμέσως μετά στα ουσιαστικά, ξεκινώντας τις ερωτήσεις για τους παλιούς φίλους/ες που επίσης χάθηκαν, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, για το τι απέγιναν τα στέκια που συνευρισκόσασταν, για τις πόλεις, όπως το Μιλάνο στη συγκεκριμένη περίπτωση, που κάποια γεγονότα τα ζήσατε εκεί μαζί του και τουλάχιστον εσένα σε σημάδεψαν μια για πάντα. Τι απέγιναν τα συντρόφια που την Πρωτοχρονιά του 2003 κάνατε μαζί τους περιφρούρηση στο κατειλημμένο εργοστάσιο της Άλφα Ρομέο στο Αρέζε, εκείνα στην κατάληψη Cox 18, που επισκεπτόσασταν ανελλιπώς όταν βρισκόσασταν στο Μιλάνο, εσύ περιστασιακά και εκείνος σταθερά λόγω αρχικά των σπουδών του και μετά εξαιτίας της επαγγελματικής του ενασχόλησης, τι συνέβη με μια πόλη που η γοητεία της χάθηκε στο πλαίσιο μιας έντονης τουριστικοποίησης, τι νιώσατε και τι θυμηθήκατε όταν σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικά άτομα βρεθήκατε να πίνετε καφέ ή μπύρα στο μπαρ Magenta ή στο μπαρ Jamaica, χωρίς την παρουσία του ενός ή του άλλου; Κι αυτό όχι από νοσταλγία, αλλά από τη διάθεση να ξαναθυμηθείτε πράγματα και καταστάσεις που χωρίς αυτά θα ήσασταν μάλλον διαφορετικοί άνθρωποι, πολύ πιο κοντά στον τόσο δυσάρεστο τύπο των ανθρώπων χωρίς ιδιότητες. Χάρηκα λοιπόν  πολύ που ξαναείδα τον αγαπημένο μου φίλο Γιάννη Φ. και τα συζητήσαμε όλα αυτά πρώτα τρώγοντας στο «Άμα Λάχει» και μετά πίνοντας μπύρα στον «Ένοικο». Αναρωτηθήκαμε για το τι απέγιναν τα ωραία κορίτσια που αγαπήσαμε εκείνα τα χρόνια και πονέσαμε τόσο όταν χάσαμε, θυμηθήκαμε τις περιπλανήσεις μας στο κέντρο της πόλης και στα παλαίποτε Εξάρχεια του Μιλάνου (στα Ναβίλι και στις στήλες του Σαν Λορέντσο), κάποια κινηματικά συμβάντα στα οποία συμμετείχαμε, τις επισκέψεις μας στα κοινωνικά κέντρα της εποχής και τις συζητήσεις με τα συντροφάκια επί παντός επιστητού, για τα βιβλία που ανακαλύψαμε σε κινηματικά και μη βιβλιοπωλεία και μετά μεταφράσαμε, όπως, για παράδειγμα, τη «Συμμορία Μπελίνι» του Μάρκο Φίλοπατ (που πρωτοδιάβασα ακριβώς εκείνον τον Δεκέμβρη του 2002 και τις πρώτες μέρες του 2003). Και ενώ τα λέγαμε όλα αυτά, δεν μπόρεσα να μην του πω πώς δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία μου επίσκεψη στο Μιλάνο, με μια γυναίκα που επίσης με σημάδεψε, κατέλυσα, χωρίς να το έχω καταλάβει αρχικά, σε ένα ξενοδοχείο στην οδό Λομπαρντία, ακριβώς απέναντι από τη διασταύρωση με την οδό Λουόζι, όπου τότε έμενε εκεί ο Γιάννης σε ένα κλασικό ιταλικό μεταπολεμικό διαμέρισμα μαζί με άλλα δύο αγαπημένα συντρόφια και ήταν εκεί που είχα φιλοξενηθεί  όταν ξεκινήσαμε, από το Μιλάνο ακριβώς, μαζί με έναν άλλο αλησμόνητο έρωτα, τη  χειμωνιάτικη περιπλάνησή μας με inter-rail στη δυτική Ευρώπη (Μιλάνο, Παρίσι, Λάιντεν, Άμστερνταμ, Ρότερνταμ, Χάγη, Ουτρέχτη, Βερολίνο, Μόναχο, Βενετία) η οποία είχε κρατήσει για λίγο παραπάνω από έναν μήνα. Σήμερα, γονείς και οι δύο, αυτός πολύ νεότερος και σε άρτια φυσική κατάσταση όπως πάντοτε, εγώ με πολύ πιο άσπρα μαλλιά και συνταξιούχος πλέον των γραφικών τεχνών, θυμηθήκαμε τα παλιά λες και ήταν χθες, λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα, αν και όλα αυτά συνέβησαν εδώ και είκοσι και βάλε χρόνια πριν. Αυτός αύριο φεύγει για την Κίνα όπου πλέον ζει και εργάζεται με τους αγαπημένους του, εγώ συνεχίζω να μένω εδώ, στα Πατήσια, ευρισκόμενος στην ανάγκη να πρέπει να φτιάξω και πάλι από την αρχή τη ζωή μου, κι έτσι, λίγο πριν πέσω για ύπνο, σκέφτηκα να γράψω αυτό το κείμενο ενώ αύριο έχω συνάντηση γονέων στο 132ο Δημοτικό Σχολείο του δήμου Αθηναίων που πηγαίνει  ο Ερρίκος και μετά τη δευτεριάτικη συνέλευση στο στέκι «Άνω-Κάτω Πατησίων». Η «Βίλλα Αμαλίας» που πρωτογνωριστήκαμε δεν υπάρχει πλέον, το «Λεονκαβάλο» που ήπιαμε μπύρες στο Μπαρέτο έχει εκκενωθεί από τον περασμένο Αύγουστο, οι παλιές αγάπες οριστικά χαμένες και μπορεί κάποιες ούτε που θα θυμούνται πλέον όλα αυτά, όμως οι φίλοι παραμένουν πάντοτε φίλοι και έτσι σκέπτομαι, καθόλου μελαγχολικά, πως ίσως κάποτε ξαναβρεθούμε στο κλασικό καφέ-στέκι απέναντι από το πανεπιστήμιο Στατάλε να συζητάμε με τον Γιάννη για την ιστορία της εργατικής αυτονομίας, για τη σημερινή κατάσταση του ανταγωνιστικού κινήματος στη δεύτερη πατρίδα μας, για τις εκδόσεις που πολύ θα θέλαμε να κάνουμε αλλά δυστυχώς τα πράγματα έχουν αλλάξει και ποιος ξέρει αν ενδιαφέρουν πια κανένα,  για τις φάσεις που ζήσαμε στο δρόμο σε κάποιες συγκρουσιακές διαδηλώσεις όπου συμμετείχαμε, για όλα αυτά, δηλαδή, που μας έκαναν συντρόφους και φίλους, μη σταματώντας ποτέ να είμαστε τέτοιοι.

Πατήσια, αργά το βράδυ της 15ης Φλεβάρη 2026

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ


9.15 πρωί

Ο Σπύρος ξύπνησε από το φως του ήλιου που έμπαινε από το μισοκατεβασμένο ρολό της μπαλκονόπορτας. Όντας κοντά στη σύνταξη, δεν τον ένοιαζε πλέον τι ώρα θα πήγαινε στο δικηγορικό του γραφείο. Οι υποθέσεις ελάχιστες, ήταν κάποιες που είχαν τραβήξει σε βάθος χρόνου και πια δεν τις θυμόντουσαν ούτε οι πελάτες του. Η γραμματέας του είχε βγει σε σύνταξη εδώ και δυο χρόνια, το σταθερό τηλέφωνο χτυπούσε πλέον σπανίως, τον Σπύρο τον έπαιρναν σχεδόν όλοι στον κινητό, ποιον αυτόν που μέχρι το 2019 όχι μόνο δεν διέθετε τέτοιο, αλλά και ήταν ανοιχτά εναντίον της χρήσης του. Ας όψονται οι τράπεζες και ο covid 19, ο Σπύρος είχε μάθει πλέον να στέλνει μέχρι και μηνύματα! Κοίταξε την ώρα και σκέφτηκε να κοιμηθεί λίγο ακόμα, όμως το σφίξιμο στο στήθος είχε επανέλθει. Όχι, ο Σπύρος δεν είχε καρδιολογικό πρόβλημα, η δυσανεξία του οφειλόταν σε Εκείνη, που εδώ και 4 μήνες τον είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού και δεν την είχε ακόμη ξεχάσει. Τουναντίον, τη σκεφτόταν ολοένα και περισσότερο, την έβλεπε παντού όπου κι αν πήγαινε στο κέντρο, θυμόταν συνεχώς τις ατέλειωτες βόλτες τους εκεί και τις συζητήσεις τους επί παντός επιστητού. Αποφάσισε να σηκωθεί. Έτσι κι αλλιώς κι αυτή η μέρα θα ήταν μια από τις συνηθισμένες του τελευταία, δεν προμηνυόταν κάτι ιδιαίτερο, πέρα από μια κανονισμένη επίσκεψη στο θέατρο.

11.05 πρωί

Ο Σπύρος είχε τελειώσει τον καφέ του, είχε δει στον υπολογιστή τις τελευταίες ειδήσεις και τα e-mail του, και φορούσε τη φόρμα του να πάει για τρέξιμο, όταν ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό του. Ήταν η Γιώτα, ο πρώτος του μεγάλος έρωτας αφού είχε χωρίσει με τη γυναίκα του. Ένας έρωτας τρελός, με μεγάλο πάθος στην αρχή, υποσχόμενος πολλά, ο οποίος όμως είχε τελειώσει απρόσμενα με πρωτοβουλία της Γιώτας, λίγες μέρες πριν φύγουν για ένα καλοκαιρινό ταξίδι στην Πράγα. Ο λόγος; Η Γιώτα του είχε στείλει ένα mail που τον ευχαριστούσε για όσα όμορφα είχαν περάσει μαζί, αλλά αυτή δεν ήταν για πολλά, ναι γούσταρε πολύ στην αρχή, αλλά έβλεπε ασυμφωνία χαρακτήρων που θα οδηγούσε σε περιπέτειες, ας έμεναν στις λίγες ωραίες μέρες που είχαν περάσει μαζί και ας μη φθείρονταν. Και το ταξίδι; Η Γιώτα του είπε πως αν ήθελε θα μπορούσε να πάει με κάποιαν άλλη, με αυτή δεν γινόταν. «Μα με ποιαν άλλη, μαζί σου θέλω να πάω», της έγραψε ο Σπύρος. «Δυστυχώς δεν γίνεται» του απάντησε η Γιώτα, η οποία στη συνέχεια εξαφανίστηκε και ο Σπύρος την ξαναείδε μετά από εκείνον του Ιούνη του ΄22 τυχαία στη διαδήλωση για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου στα τέλη της χρονιάς. Τα είπαν και μια φορά τη Μεγάλη Τετάρτη του Πάσχα του ΄23, χάθηκαν και πάλι, και να που τώρα, έτσι στα ξαφνικά, του είχε στείλει ένα μήνυμα όπου του έγραφε πως θα έφευγε για πολυετή εγκατάσταση στην Αυστραλία, στην Αδελαΐδα συγκεκριμένα, όπου είχε πάρει μετάθεση για το εκεί ελληνικό προξενείο. Η Γιώτα δούλευε στο διπλωματικό σώμα και στη συνέχεια του μηνύματος του ζητούσε να τα πουν για μια τελευταία φορά πριν την αναχώρησή της, προκειμένου να του κάνει μια πρόταση. Ξέροντας  πως ένα από τα όνειρα του Σπύρου ήταν να πάει στην Αυστραλία, τον καλούσε να την επισκεφτεί μόλις ολοκλήρωνε την εγκατάστασή της.  Έδωσαν ραντεβού στις 2 το μεσημέρι σε ένα καφέ στη Φειδίου, κοντά στο γραφείο του Σπύρου που ήταν χαμηλά στη Θεμιστοκλέους. Αν και το συγκεκριμένο ήταν το καφενείο που είχαν πρωτοπιεί καφέ με Εκείνη, ακολουθώντας κάτι από την ομοιοπαθητική μέθοδο, ήταν εκεί που έδωσε ραντεβού στη Γιώτα.

13.15 μεσημέρι

Ο Σπύρος έκανε το συνηθισμένο του πέρασμα από το γραφείο, κανένα τηλέφωνο, κανένα μήνυμα στον τηλεφωνητή, ο θυρωρός είχε αλλάξει, το αγαπημένο του περίπτερο είχε κλείσει, ο παράξενος δικηγόρος του διπλανού γραφείου είχε εξαφανιστεί, άλλωστε πάντοτε έκανε περίεργες δουλειές που τον έκαναν να χάνεται για μεγάλα χρονιά διαστήματα, καθάρισε λίγο, έκανε λίγα βάρη να ξεσκουριάσει και να περάσει η ώρα, το πρωί στο τρέξιμο ήταν μια χαρά, του έκανε καλό να τρέχει, το αίμα κυκλοφορούσε και εκτονωνόταν η περισσευούμενη ενέργειά του. Κοίταξε το ρολόι στη βιβλιοθήκη, μπορούσε σιγά σιγά να πηγαίνει στο ραντεβού. Κάθισε σε ένα σχετικά απομονωμένο τραπέζι και δεν περίμενε πολύ, στις 2.00 ακριβώς έφτασε η Γιώτα. Αγχωμένη από τις προετοιμασίες του μεγάλου της ταξιδιού, του είπε πως δεν είχε πολύ ώρα, αυτός παρήγγειλε καπουτσίνο, εκείνη ένα εσπρεσάκι, άναψε το τοσκάνο του και ξεκίνησαν την κουβέντα, ενώ μέσα του ο Σπύρος σκεφτόταν πως αν και είχε περάσει τόσο καιρός που είχε να τη δει, του φαινόταν πως ήταν μόλις χθες που την είχε συναντήσει για τελευταία φορά εκείνο το Πάσχα στο αντιεξουσιαστικό στέκι της γειτονιάς του. Η Γιώτα μιλούσε ακατάπαυστα για το μελλοντικό της ταξίδι, το θεωρούσε δεδομένο πως θα πήγαινε να της επισκεφτεί, ο Σπύρος της το υποσχέθηκε (αν και δεν πολυπίστευε πως θα γινόταν πραγματικότητα) και μετά, χωρίς να έχει περάσει καλά καλά μια ώρα, κίνησαν για την Ομόνοια και χωρίστηκαν χωρίς να αποχαιρετιστούν, υποσχόμενοι ότι θα τα έλεγαν προσεχώς στην Αυστραλία. Ο Σπύρος πέτυχε αμέσως το 054 που θα τον πήγαινε στο σπίτι του στα Πατήσια, κι όταν το λεωφορείο έστριβε στην 3η Σεπτεμβρίου, την είδε στο φανάρι να κοιτάζει το κινητό της. Η Γιώτα, που εκείνο το δίμηνο Απρίλη-Μάη του ’22, πολύ μακρινό τώρα πια, τον είχε κάνει να πιστέψει ότι βρήκε τον νέο του μεγάλο έρωτα, ήταν πλέον μια παλιά ιστορία.

17.30 απόγευμα

Ο Σπύρος πέρασε από το παλιό του σπίτι να κάνει παρέα στην κόρη του Αγγελική, αφού η πρώην σύζυγός του και μητέρα της είχε να κάνει τα δικά της. Θα γύριζε κατά τις 8 το βράδυ, προκειμένου ο Σπύρος να πάει στο θέατρο, όπου ανέβαζε το νέο της έργο η Αλεξία, μια γνωριμία που είχε κάνει μετά τον χωρισμό του με τη Γιώτα. Συγγραφέας και σκηνοθέτιδα, ο Σπύρος την είχε γνωρίσει σε μια βιβλιοπαρουσίαση στα Εξάρχεια, λίγο μετά την επιστροφή του από τη Βενετία, σε ένα ταξίδι in memoriam με παλιά αναρχικά συντρόφια. Έκαναν για κάμποσο καιρό παρέα, καφέ, μπαράκια, σινεμά, βόλτες, όμως καθώς η σχέση τους δεν μετατράπηκε σε κάτι άλλο, η στενή επαφή που είχαν τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους ατόνισε, ωστόσο συνέχισαν να τα λένε πού και πού, και μάλιστα έπινε μαζί της καφέ στην Καλλιδρομίου όταν του είχε τηλεφωνήσει Εκείνη και του είχε πει να συναντηθούν για να τα πουν. Ο Σπύρος είχε βοηθήσει πολύ την Αλεξία στο ανέβασμα του πρώτου της έργου στο θέατρο, αυτή του το αναγνώριζε πάντοτε και όποτε βρισκόντουσαν θυμόντουσαν με χαρά εκείνη τη συνεργασία τους. Τώρα ανέβαζε το δεύτερο έργο της και τον είχε καλέσει να το δει. Ο Σπύρος δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει εκείνο το βράδυ και έτσι αποφάσισε να πάει να δει το νέο της εγχείρημα. Μετά θα πήγαιναν και για ένα ποτάκι.

18.45 βραδάκι

Το μήνυμα στο κινητό του τον ξάφνιασε και πάλι. Ήταν Εκείνη. Μετά από μακρά απουσία από την Ελλάδα, του έγραφε πως είχε επιστρέψει για λίγες μέρες και θα ήθελε κάποια στιγμή να τα πουν από κοντά. Ο Σπύρος χαλάστηκε λίγο, δεν είχαν σταματήσει την επικοινωνία μετά τον χωρισμό τους, όχι κάτι ιδιαίτερο, κάνα τηλεφώνημα, κάνα μήνυμα, πάντοτε χαιρόταν όταν μάθαινε νέα της, αλλά τώρα που ήταν πάλι πίσω, σκέφτηκε ότι μια δια ζώσης συνάντησή τους μάλλον θα του έκανε κακό. Όμως, από την άλλη, ήθελε πολύ να την ξαναδεί. Εκείνη ήταν πραγματικά ο μεγάλος του έρωτας, γνωρίστηκαν τον Φλεβάρη του 2024, την αγάπησε τρελά, για εκείνη δεν ήξερε, έκαναν ένα πανέμορφο ταξίδι στη Φλωρεντία, πέρασαν μαζί το καλοκαίρι και μετά, τον Σεπτέμβρη τέλος. Ο Σπύρος έπαθε σοκ, το περίμενε με έναν τρόπο, γιατί Εκείνη του είχε πει πως θα έφευγε στην Ισπανία για δουλειά, όμως δεν ήθελε να το πιστέψει πως τελικά όλα θα τελείωναν. Όταν έφυγε ο Σπύρος ήξερε ότι την είχε χάσει οριστικά, όμως δεν ήθελε να το πιστέψει και ακόμη και τώρα δεν το πίστευε. Της απάντησε πως ναι, θα τα έλεγαν, αλλά μέσα του ήξερε πως αυτό δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Όμως όπως ο πρεζάκιας θέλει πάντοτε την πρέζα του, έτσι κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει πίσω, ας την έβλεπε έστω και για τελευταία φορά. Μόλις ήρθε η τέως σύζυγός του στο σπίτι, αντάλλαξαν μερικές κοινοτοπίες και ο Σπύρος αφού φίλησε την Αγγελική και της υποσχέθηκε ότι θα τα έλεγαν λίαν συντόμως, πήγε να πάρει λεωφορείο για το κέντρο και το θέατρο. Καθώς περίμενε στη στάση, ήρθε ένα ακόμη μήνυμα στο κινητό του. Ήταν από τη Δέσποινα, μια γνωριμία που είχε κάνει λίγο πριν τελειώσει ο χρόνος, μόλις τον περασμένο Δεκέμβρη, ενώ ακόμη τον βασάνιζε η τρέλα του για Εκείνη. Ωραία τύπισσα, μαμά δύο παιδιών, ενός αγοριού κι ενός κοριτσιού, χωρισμένη κι αυτή κάμποσο καιρό, πέρασαν ωραία τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, τον είχε σώσει από τον φόβο του για μοναχικές γιορτινές πόλεις σε μια πόλη που όλοι διασκέδαζαν ή έκαναν ότι διασκεδάζουν, αλλά τελικά αυτή η σχέση δεν πήγε παραπέρα, ενώ ο Σπύρος περίμενε ότι αλλιώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα, δηλαδή πως θα γινόταν από φιλική ερωτική, στο καθιερωμένο τους ραντεβού της Πέμπτης η Δέσποινα του ανακοίνωσε ότι θα ήθελε να διέκοπταν για λίγο τις επαφές του, θα τα ξαναέλεγαν εν ευθέτω χρόνω. Ο Σπύρος δεν ξαφνιάστηκε και τόσο, μάλιστα λίγες μέρες πριν είχε πει στον αδελφό του, με τον οποίο τώρα πια είχαν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους με τα από χρόνια κόντρες και τα έλεγαν τακτικά, πως δεν θα εκπλησσόταν αν η Δέσποινα του έλεγε αιφνιδίως να μην τα ξαναπούν. Και να που είχε επαληθευθεί. Στο μήνυμα τον ρωτούσε τι κάνει και ο Σπύρος απάντησε, ενώ βρισκόταν μέσα στο λεωφορείο, «καλά, να τα πούμε κάποια στιγμή». Κοινοτοπίες, δηλαδή, νάχαμε να λέγαμε.

22.30 βράδυ

Η παράσταση είχε τελειώσει, ο Σπύρος δεν πολυκατάλαβε το έργο, η Αλεξία πάντοτε είχε έναν δυσνόητο και αφαιρετικό λόγο, αυτός ήταν άνθρωπος της αφήγησης, κάτι τέτοια έργα δεν τα πολυέπιανε. Βεβαίως της είπε ότι του άρεσε, τα κατά συνθήκη ψεύδη, και μετά με μια παρέα από το θέατρο πήγαν σε ένα μπαράκι εκεί κοντά να πιουν ένα ποτό. Έπιασαν την κουβέντα, στην παρέα ήταν και δυο κυρίες , που κάποια στιγμή έδειξαν ενδιαφέρον για τα λεγόμενά του. Ποια λεγόμενα του δηλαδή, όταν η μία τον ρώτησε με τι ασχολείται, αυτός είπε με τίποτα και όταν η άλλη τον ρώτησε αν κάνει κάτι, αυτός απάντησε και πάλι τίποτα. Φάνηκαν να εντυπωσιάστηκαν και βάλθηκαν να τον «ανακρίνουν», ο Σπύρος, που τουλάχιστον αγενής δεν ήταν, τους εξήγησε στα σοβαρά τι εννοούσε, σιγοντάριζε και η Αλεξία, ήταν δικηγόρος για πολλά χρόνια, όμως τώρα πια ήταν στην απόσυρση, δεν ένιωθε πως έκανε κάτι το ιδιαίτερο, βρισκόταν, θα λέγαμε σε μεταβατική φάση μπροστά σε ένα άγνωστο μέλλον, με μόνη σταθερά την ύπαρξη της κόρης του. Σε λίγο θα έβγαινε στη σύνταξη, είχε χωρίσει κάμποσο καιρό, έμενε πλέον και πάλι στο πατρικό του και μάλιστα τους είπε ότι αυτό που τον εντυπωσίαζε περισσότερο στην τωρινή ζωή του ήταν πως ξυριζόταν μπροστά σε έναν καθρέφτη στον οποίο ξυριζόταν 40 χρόνια πριν. Η παρέα στο μεταξύ είχε παραγγείλει πίτσα. Και όταν η πίτσα έφτασε, ο Σπύρος είδε με έκπληξη ότι ήταν μία με προσούτο και ρόκα. Και τότε θυμήθηκε την πίτσα που είχε φάει με Εκείνη στη Φλωρεντία, όταν βγήκαν για φαγητό στην πρώτη τους νυχτερινή βόλτα στην πόλη. Όταν του πρόσφεραν κομμάτι, αυτός αρνήθηκε με τη συνηθισμένη δικαιολογία που δεν πεινούσε. Πού να πει την αλήθεια, ότι αυτή η πίτσα του θύμισε μαγικές μέρες του Απρίλη, με την αβέβαιη δόξα του έρωτα για την οποία τόσο ωραία είχε μιλήσει ο Σαίξπηρ.

12.30 μετά τα μεσάνυχτα

Αν και το κλίμα ήταν ενθουσιώδες, η παρέα είχε κουραστεί και αποφάσισαν να το διαλύσουν. Βγήκαν στην Ιπποκράτους να βρουν ταξί. Χωρίστηκαν ανάλογα με την κατεύθυνση του καθενός και της καθεμιάς. Ο Σπύρος πήγε με τις δύο κυρίες που πριν είχε πιάσει κουβέντα και οι οποίες πήγαιναν Κυψέλη. Η μία έμενε στην Κερκύρας και η άλλη, προς μεγάλη έκπληξη του Σπύρου, Καλλιφρονά και Δροσοπούλου. Εκεί ακριβώς που έμενε και η Δέσποινα! Ο Σπύρος τα έχασε με τη σύμπτωση, και αν και είχε πει ότι έμενε πιο κάτω στα Πατήσια, κατέβηκε μαζί με τη νέα του γνωριμία. Έπιασαν την κουβέντα για λίγο και μάλιστα μέσα σε σύντομο χρόνο είπαν μάλλον κάμποσα και για τους δυο τους , όταν εκείνη λίγο πριν αποχαιρετιστούν τον ρώτησε γιατί είχε κατέβει εκεί και δεν είχε πάει με το ταξί μέχρι το σπίτι του. Τι να της έλεγε ο Σπύρος; Ότι μόλις λίγες μέρες πριν, εκεί παραδίπλα, είχε περάσει κάποιες πολύ ωραίες στιγμές, που φαινόταν ότι θα ξανάδιναν ένα νόημα στη ζωή του; Της είπε ένα παραμύθι, ότι εκεί έμενε παλιά με μια φίλη του και συγκινήθηκε που βρέθηκε στο ίδιο μέρος μετά από χρόνια, η γυναίκα δεν φάνηκε να τον πολυπιστεύει, σίγουρα θα νόμισε ότι της έκανε καμάκι, όμως ο Σπύρος δεν της έκανε καμάκι, πραγματικά είχε συγκινηθεί και εντυπωσιαστεί από τη σύμπτωση. Ήταν αργά όταν έφτασε στο σπίτι του. Έπεσε να κοιμηθεί και λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, σκέφτηκε τη σημερινή συνηθισμένη του μέρα. Την όχι και τόσο συνηθισμένη τελικά. Μέσα σε λίγες ώρες είχε δει, μιλήσει ή διαβάσει μηνύματα από όλες τις γυναίκες που τον είχαν «ταλαιπωρήσει» τα τελευταία χρόνια. Η πρώην σύζυγός του, η Γιώτα, Εκείνη, η Δέσποινα, η Αλεξία. Αποκοιμήθηκε και μετά από καιρό είδε ένα παράξενο όνειρο. Σε ένα σπίτι που το θύμιζε το διαμέρισμα που είχε μείνει στη Βαρκελώνη το μακρινό 1997, η πρώην σύζυγός του έβαζε μουσική, η Γιώτα μιλούσε για τη διεθνή κατάσταση, η Αλεξία ξεφύλλιζε ένα φωτογραφικό άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες από την πόλη της αναρχίας το 1936, η Δέσποινα σέρβιρε τζιν τόνικ και Εκείνη έκοβε μια πίτσα με προσούτο και ρόκα. Ο γάτος ο «γουργούρης» τριβόταν στα πόδια του και αυτός κάπνιζε «Ιτάλικο» και μιλούσε για το νόημα του δίνει ο έρωτας στα πράγματα, ενθυμούμενος ένα βιβλίο του Ντίνο Μπουτσάτι που είχε διαβάσει κάμποσα χρόνια πριν.

29/1/2026

Για το ηλιοβασίλεμα της Δύσης - Giorgio Agamben

Tarsila do Amaral. Composition (Lonely Figure). 1930



Όπως στη Νάπολη την Πρωτοχρονιά, πετάξτε τα όλα από το παράθυρο. Έπειτα, κατεβείτε στον δρόμο, μαζέψτε κάνα σπασμένο κομμάτι, τα σπασμένα κομμάτια φέρνουν τύχη. Το νέο φτιάχνεται με τα σπασμένα κομμάτια του παλιού.

2 Φλεβάρη 2026

 

Διγλωσσία και σκέψη

Ζούμε στη γλώσσα μας όπως οι τυφλοί που περπατούν στο χείλος της αβύσσου… η γλώσσα κυοφορεί καταστροφές και θα έρθει μια μέρα που θα στραφεί ενάντια σε εκείνους που τη μιλούν.

Γκέρσομ Σόλεμ

 

Όλοι οι λαοί της γης βρίσκονται σήμερα στην άβυσσο της γλώσσας τους. Κάποιοι έχουν αρχίσει να πέφτουν, άλλοι είναι ήδη μέσα και, πιστεύοντας ότι χρησιμοποιούν τη γλώσσα, χρησιμοποιούνται, αντιθέτως , χωρίς να το καταλαβαίνουν, από αυτή. Έτσι οι εβραίοι, που μεταμόρφωσαν την ιερή τους γλώσσα σε μια εργαλειακή, χρηστική γλώσσας, είναι όπως οι κακόβουλες ψυχές στην κόλαση, που πρέπει να πιούν αίμα για να μπορέσουν να μιλήσουν. Έως ότου ήταν περιορισμένη στη διαχωρισμένη σφαίρα της λατρείας, τους πρόσφερε έναν τρόπο που διέφευγε της λογικής των οικονομικών, τεχνικών και πολιτικών αναγκών βάσει των οποίων αποτιμούσαν τον εαυτό τους μέσα από τις γλώσσες που δανείζονταν από τους λαούς εντός των οποίων ζούσαν. Και στους χριστιανούς τα λατινικά πρόσφεραν επί μακρόν έναν χώρο στον οποίο η λέξη δεν ήταν μονάχα ένα εργαλείο πληροφορίας και επικοινωνίας, αλλά και κάτι με το οποίο μπορούσαν να προσευχηθούν και να ανταλλάξουν μηνύματα. Η διγλωσσία μπορούσε να υπάρχει και εντός της γλώσσας, όπως στην κλασική Ελλάδα, όπου η γλώσσα του Όμηρου –η γλώσσα της ποίησης– μετέφερε μια ηθική κληρονομιά η οποία, μπορούσε, κατά κάποιο τρόπο, να κατευθύνει τη συμπεριφορά εκείνων που μιλούσαν καθημερινά διαφορετικές και ευμετάβλητες διαλέκτους.

Είναι γεγονός ότι ο δικός μας τρόπος σκέψης καθορίζεται, λίγο πολύ ασυνείδητα, από τη δομή της γλώσσας μέσω της οποίας πιστεύουμε ότι μπορούμε να εκφραστούμε. Με αυτή την έννοια –όπως δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει ο Παζολίνι, αλλά και ο Δάντης είχε ήδη πλήρως διαισθανθεί, διακρίνοντας το χυδαίο που υπάρχει στη γλώσσα της γραμματικής την οποία μαθαίνουμε μελετώντάς τη– μια κάποια μορφή διγλωσσίας είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η ελευθερία των ατόμων έναντι των αυτοματισμών και των περιορισμών που η μονογλωσσία, αποκρυσταλλωμένη ιστορικά στη μορφή μιας εθνικής γλώσσας, επιβάλλει σε αυτά σε αυξανόμενο βαθμό. Σε μια τέτοια γλώσσα δεν μπορούμε να σκεφτούμε, γιατί λείπει κείνη η μη δυνάμενη να εκφραστεί απόσταση ανάμεσα στο πράγμα προς έκφραση και στην έκφραση που μόνο αυτή μπορεί να εγγυηθεί την ύπαρξη ενός ελεύθερου χώρου στο σκεπτόμενο υποκείμενο. Η σκέψη είναι αυτό το υπόλειμμα και αυτή  η εσωτερική αποσύνδεση που διαρρηγνύουν την ασταμάτητη ροή της γλώσσας και την υποτιθέμενη αυτάρκειά της. Είναι μια τομή με την έννοια που έχει αυτός ο όρος στη μετρική της ποίησης: μια διακοπή η οποία, αναστέλλοντας τον ρυθμό των γλωσσικών αναπαραστάσεων, επιτρέπει την εμφάνιση της ίδιας της γλώσσας.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι οι άνθρωποι, εντελώς υπόδουλοι σε μια γλώσσα που πιστεύουν ότι ελέγχουν, έχουν καταστεί σε τέτοιο βαθμό ανίκανοι να σκέφτονται, που προτιμούν να αναθέτουν τη σκέψη σε μια εξωτερική γλωσσική μηχανή, τη λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη. Αν, όπως οι εβραίοι σύμφωνα με τον Σόλεμ, όλοι οι λαοί, προχωρούν σήμερα τυφλά προς την άβυσσο μιας γλώσσας και ενός λόγου όπου μπορούμε να πούμε πως έχουν αφήσει τον εαυτό τους, αυτό σημαίνει ότι η γλώσσα από την οποία έχουν αποσυρθεί ως συνειδητά υποκείμενα αργά ή γρήγορα θα τους εκδικηθεί, μετατρέποντάς τους σε ερείπια.  Εμπιστευόμενοι μια γλώσσα που είναι ταυτοχρόνως εργαλείο και αφέντης, και της οποίας έχουν χάσει κάθε γνώση, αυτοί δεν ακούν τον θρήνο, την κατηγορία και την απειλή που αυτή, ενώ τους οδηγεί στην καταστροφή, δεν παύει να τους απευθύνει.

22 Γενάρη 2026

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΕΝΟΣ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ


Ακριβώς απέναντι από την είσοδο της στοάς που οδηγεί στην είσοδο του κτιρίου στην οδό Πανεπιστημίου με τον αριθμό 64, υπήρχε μέχρι πρόσφατα ένα περίπτερο, του οποίου η λειτουργία ήταν συνεχής από το 1989, όταν δηλαδή αποφάσισα να εγκαταστήσω εκεί το ατελιέ των γραφικών τεχνών που ήθελα να ανοίξω. Ο πατέρας μου, πάντοτε προνοητικός σε σχέση με την αγορά ακινήτων, είχε αγοράσει (σε πολύ προσιτή τιμή μάλιστα!) το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64, θεωρώντας ότι μετά την αποφοίτησή μου από το Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ύπαρξη ενός χώρου στο κέντρο της πόλης θα με βοηθούσε στην καριέρα μου είτε ως οικονομολόγου είτε ως δικηγόρου (αφού και ως προς το δεύτερο επάγγελμα έδειχνα μια κάποια κλίση και θα μπορούσα να τελειώσω και τα νομικά μετά τα οικονομικά). Τελικά εγώ δεν ασχολήθηκα με τα οικονομικά, αν και πτυχιούχος με πολύ καλό βαθμό, πολύ δε περισσότερο δεν ασχολήθηκα με τα νομικά, παρά μόνο μέσα με την εντρύφησή μου στο δίκαιο αλλά σε ένα εντελώς άλλο, πολιτικό και φιλοσοφικό, επίπεδο. Όμως το γραφείο της Πανεπιστημίου 64 με περίμενε, κι όταν ήταν πλέον προφανές ότι η τυπογραφία θα ήταν η ενασχόληση, επαγγελματική και υπαρξιακή, στη ζωή μου, δεν μπορούσα παρά να στήσω το όλο εγχείρημα εκεί. Ατελιέ γραφικών τεχνών και έδρα των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Εκείνη την πολύ μακρινή πλέον εποχή, μιλάμε για 37 χρόνια πριν, η στοά της Πανεπιστημίου 64 έσφυζε από ζωή, με κύριο χαρακτηριστικό την ύπαρξη δύο μεγάλων καταστημάτων ρουχισμού, κι ένα καφενείο στο βάθος, που τροφοδοτούσε με καφέ, αναψυκτικά, φαγητό κλπ, ολόκληρο το κτίριο. Και, ακριβώς απέναντι από την είσοδο, όπως προείπα, υπήρχε το περίπτερο του κυρίου Κώστα. Με το πέρασμα των χρόνων, όπως είναι φυσικό, έγινα φίλος με όλους τους μαγαζάτορες της στοάς αλλά και της γύρω περιοχής, με αποτέλεσμα η Πανεπιστημίου 64 και τα πέριξ, να αποτελούν έκτοτε τη γειτονιά μου. Καθώς περνούσα στο ατελιέ περισσότερες ώρες απ’ ότι είτε στην κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου, είτε στα Πατήσια όπου μετά έφτιαξα το ατομικό μου σπίτι, θεωρούσα ότι φιγούρες  όπως οι θυρωροί του κτιρίου ή τύποι σαν τον κύριο Κώστα, θα ήταν πάντοτε εκεί, όπως κι εγώ άλλωστε, που όπως έχω πει και στο τέκνο μου Ερρίκο, «Όλα να τα πουλήσεις αγόρι μου εκτός από ένα, το γραφείο της Πανεπιστημίου 64, σταθερό οχυρό στο κέντρο της μητρόπολης». Το τι έχω ζήσει σε αυτό το γραφείο θα απαιτούσε ένα πολυσέλιδο βιβλίο για να περιγραφεί και δεν είναι της παρούσης. Εδώ θέλω να μιλήσω γι’ αυτό το περίπτερο, που με ένα περίεργο τρόπο σημάδεψε τη ζωή μου. Κατ’ αρχήν κι επειδή εγώ πήγαινα στο γραφείο πολύ «περίεργες» ώρες, η καθημερινή μου καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα, γινόταν πάντοτε με τον κύριο Κώστα, ο οποίος δούλευε το περίπτερο απίστευτες ώρες, κάνοντάς με να πιστεύω ότι μπορεί και να κοιμόταν εκεί μέσα, όπως έκανα κι εγώ άλλωστε στο γραφείο μου. Κάτι αδύνατο βέβαια, αφού το μεν δικό μου γραφείο είναι μια μικρή γκαρσονιέρα, με τουαλέτα κλπ, το να κοιμάται κάποιος μέσα σε ένα κλασικό περίπτερο είναι πέραν κάθε φαντασίας. Όμως εμένα επειδή μου άρεσε και ακόμη συνεχίζει να μου αρέσει να φαντάζομαι απίθανα πράγματα, δεν θεωρούσα και τόσο αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από τον κύριο Κώστα ψώνιζα τα τσιγάρα μου, «Καρέλια Αγρινίου», μπαταρίες, τσατσάρες, προφυλακτικά, σοκολάτες, πατατάκια, αναψυκτικά, τα μικροπράγματα δηλαδή που μπορεί να ψωνίσει κανείς σε ένα περίπτερο. Μια συνήθεια που τη συνέχισα κι όταν άλλαξε η ιδιοκτησία του περιπτέρου. Ένα πρωί είδα ένα συμπαθητικό ζευγάρι να μιλάει με τον κύριο Κώστα και λίγες μέρες μετά, ήταν εκείνος που μου ανακοίνωσε ότι είχε βγει στη σύνταξη και είχε πουλήσει το περίπτερο στον Βασίλη και στη σύζυγό του. Όντας πλέον «παράγοντας» της Πανεπιστημίου 64, σύντομα έγινα φίλος με τον νέο ιδιοκτήτη, ο οποίος, έχοντάς με δει να περνάω επανειλημμένως με τις διαδηλώσεις του αναρχικού χώρου, είχε καταλάβει το «ποιον» μου, χωρίς ποτέ να κάνει ένα προσβλητικό ή απορριπτικό σχόλιο. Μετά μάλιστα τα γεγονότα του 2008, όταν με τον παντοτινό σύντροφο και αδελφό Ηλία και τον τότε θυρωρό της μεσαίας βάρδιας Πλάτων, σώσαμε το κτίριο από μια πυρκαγιά που ξέσπασε μετά από ρίψη μολότωφ στο κατάστημα ρούχων «Γιαννακόπουλος» που βρισκόταν στο ισόγειο, κι αυτό ακριβώς απέναντι από το περίπτερο, το άγχος του Βασίλη για την περιουσία του που έτσι κι αλλιώς ήταν μεγάλο, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κι έτσι πάντοτε πριν από μια μεγάλη διαδήλωση και κυρίως αυτές που συντάραξαν τη μητρόπολη Αθήνα τη διετία 210-2012, με ρωτούσε αν θα γίνουν φασαρίες και μου ζητούσε να μεσολαβήσω στους διαδηλωτές να μην του το κάψουν, γιατί ήταν ο μοναδικός πόρος στη ζωή του. Ματαίως του εξηγούσα ότι οι αναρχικοί δεν λεηλατούν ούτε καίνε περίπτερα, ότι το καλύτερο που θα είχε να κάνει ήταν να το κλείνει όταν γίνονταν «επικίνδυνες» διαδηλώσεις για να έχει το κεφάλι του ήσυχο, ότι δεν είχα τέτοια δύναμη ώστε να μπορώ να αποτρέψω πιθανή εκτροπή από πιθανώς «ανεγκέφαλα» στοιχεία κλπ, κλπ. Ο Βασίλης, σχεδόν εμμονικά, δεν το έκλεινε, περίμενε ανήσυχος μαζί με τη γυναίκα του να περάσει η διαδήλωση και μετά, την επόμενη μέρα, όταν του έλεγα «είδες Βασίλη, τίποτα δεν έγινε», αυτός με ευχαριστούσε για την κατανόηση των αναρχικών! Απίθανα πράγματα. Ακόμη και την περίφημη νύχτα της 12ης Φλεβάρη 2012, με τις εκτεταμένες ταραχές και φωτιές στο κέντρο της μητρόπολης, αλλά και τις λεηλασίες σε καταστήματα της γύρω περιοχής, το περίπτερο του Βασίλη, όπως και το καπνοπωλείο του φίλτατου Θανάση (όπου πλέον αγοράζω τα πούρα Τοσκάνο που από τις αρχές του 2000 καπνίζω πλέον συστηματικά, έχοντας κόψει τα «Καρέλια Αγρινίου») και το φαρμακείο του κυρίου Μάκη, έμειναν αλώβητα, κάτι που οι ιδιοκτήτες τους θεωρούσαν, λανθασμένα βέβαια, ότι οφειλόταν στη σχέση που είχαν με μένα κι εγώ με τον αναρχικό χώρο. Ο Βασίλης είχε γνωρίσει την Άννα και τον Ερρίκο, τον οποίο πάντοτε κάτι κερνούσε όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Μας θεωρούσε το «τέλειο» ζευγάρι και μου το είχε πει επανειλημμένως. Έτσι δεν μπορώ να ξεχάσω το απορημένο και έκπληκτο βλέμμα του όταν ένα απριλιάτικο βράδυ του 2024 με είδε να καταφτάνω αγκαλιά με τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα μετά τον χωρισμό μου με την Άννα, λίγο πριν κλείσει το μαγαζάκι του. Η δε έκπληξή του έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάνα χρόνο μετά, με είδε να αγκαλιάζω, πάλι ένα μαγιάτικο απόγευμα του 2025, τον επόμενο μεγάλο μου έρωτα, που ήρθε τρέχοντας προς το μέρος μου να με συναντήσει μετά από μια σύντομη απουσία από την Αθήνα. Ποτέ δεν μου είπε τίποτα, ποτέ δεν με ρώτησε τι είχε συμβεί στα οικογενειακά μου, αλλά πάντοτε με κοιτούσε με απορία και συνέχισε να κερνάει κάτι τις τον Ερρίκο όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Και να, τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 2026, όταν είδα το περίπτερο κλειστό μετά από πολλά-πολλά χρόνια και ρώτησα τον εναπομείνοντα θυρωρό του κτιρίου της Πανεπιστημίου 64, άλλο αγαπημένο φίλο, τον Παντελή, τι συμβαίνει, εκείνος μου είπε ότι ο Βασίλης είχε κλείσει το περίπτερό του. Ένιωσα πολύ παράξενα, εγώ πλέον στη σύνταξη, ο Παντελής κι αυτός σε λίγο θα μας αποχαιρετίσει, ο Βασίλης έφυγε, οι παλιοί καταστηματάρχες την είχαν κάνει από καιρό, η σύνθεση του πληθυσμού του γραφείου έχει αλλάξει ριζικά, οι έρωτες μου με την Άννα και τις επόμενες κυρίες κι αυτοί οριστικά τελειωμένοι. Σήμερα, που πήγα στο γραφείο και δεν είπα τη συνηθισμένη μου καλημέρα στον Βασίλη, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πλέον σε ένα τέλος εποχής. Κι έτσι κάθισα να γράψω αυτό το κείμενο, σαν έναν αποχαιρετισμό σε μια περίοδο της ζωής μου που ήταν και η πλέον γόνιμη στο μέχρι τώρα βίο μου. Ο Βασίλης δεν θα με ξανακοιτάξει ποτέ πλέον απορημένος, ο Παντελής δεν θα μου δώσει την αλληλογραφία μου και δεν θα εισπράξει τα κοινόχρηστα, εγώ στο γραφείο πάω ολοένα και λιγότερο, το τηλέφωνο σπανίως χτυπάει (όλοι και όλες πια με παίρνουν στο καταραμένο κινητό), ο Ερρίκος τελειώνει σε λίγους μήνες το δημοτικό και θα πάει γυμνάσιο. Κοινοτοπία, αλλά πώς περνούν τα χρόνια!

Υ.Γ. Το καλοκαίρι του 2024 είχα ανεβάσει στο blogspot ένα κείμενο για την απώλεια. Συνεχώς με βασανίζει το ερώτημα για τη σχέση της απώλειας με τον χρόνο, αν το πέρασμα του τελευταίου απαλύνει τον πόνο της πρώτης, όπως συνήθως λέγεται, ή αν, αντιθέτως, όσο περνάει ο χρόνος τόσο πιο έντονος γίνεται ο πόνος από το χάσιμο πραγμάτων, καταστάσεων, προσώπων που κάνουν τη ζωή, έστω και με έναν αναπάντεχο τρόπο, μαγική. Δεν ξέρω αν μπορεί κάποια ή κάποιος να δώσει μια οριστική απάντηση, μάλλον όχι, όμως εμένα, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η απώλεια ειδικά κάποιων ανθρώπων που έκαναν το σύντομο ή μεγαλύτερο πέρασμά τους από το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64. Θεωρώ πως θα είμαι ο τελευταίος που θα φύγει από το κτίριο, αλλά ποιος ξέρει, η ζωή είναι απρόβλεπτη, πάντοτε υπάρχουν όμορφα πράγματα που μπορεί να ζήσει κανείς ακόμη κι όταν θεωρεί πως ο κύκλος ενός ατελιέ γραφικών τεχνών και η έδρα ενός εκδοτικού οίκου έχει κλείσει οριστικά. 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Και πάλι για τους μάγειρες και την πολιτική - Giorgio Agamben


Είναι καλό να σκεφτούμε τη φράση, αποδιδόμενη στον Λένιν –αν και δεν φαίνεται να την εκστόμισε ποτέ– σύμφωνα με την οποία «κάθε μαγείρισσα μπορεί και πρέπει να μάθει να κυβερνάει το κράτος». Η Χάνα Άρεντ, σχολιάζοντας το ψευτολενινικό ρηθέν, έγραψε ότι στην αταξική κοινωνία «η διοίκηση της κοινωνίας θα έχει γίνει τόσο απλή, ώστε οποιαδήποτε μαγείρισσα θα έχει τα προσόντα να την αναλάβει». Ο Λούτσο Μάγκρι είχε παρατηρήσει δικαίως,  χρόνια μετά, ότι η φράση του Λένιν θα πρέπει να αντιστραφεί, με την έννοια ότι «το κράτος θα μπορεί να κυβερνηθεί από μια μαγείρισσα μόνο στον βαθμό στον οποίο δεν θα υπάρχουν πια μαγείρισσες».

Στο μοναδικό απόσπασμα που μια μαγείρισσα εμφανίζεται στα γραπτά του, ο Λένιν είπε, στην πραγματικότητα, κάτι διαφορετικό και αλλιώς αρθρωμένο. «Δεν είμαστε ουτοπιστές», έγραψε σε ένα άρθρο του το 1917, «ξέρουμε ότι μια μαγείρισσα ή ένας οποιοσδήποτε χειρώνακτας δεν θα είναι σε θέση να συμμετάσχουν αμέσως στη διοίκηση του κράτους. Ως προς αυτό συμφωνούμε με τους Καντέτους, με την Μπρεσκόφσκαγια, με τον Τσερετέλι. Όμως διαφοροποιούμαστε από αυτούς τους πολίτες αφού ζητάμε την άμεση ρήξη με την προκατάληψη ότι μόνο οι πλούσιοι ή οι προερχόμενοι από μια πλούσια οικογένεια λειτουργοί, μπορούν να κυβερνούν το κράτος, να διεκπεραιώνουν τις τρέχουσες, καθημερινές εργασίες της διοίκησης. Εμείς θέλουμε οι συνειδητοποιημένοι εργάτες και στρατιώτες να κάνουν τη μαθητεία τους στη διοίκηση του κράτους κι αυτή η μελέτη πρέπει να ξεκινήσει αμέσως ή, με άλλα λόγια, πρέπει να ξεκινήσει αμέσως η συμμετοχή όλων των εργαζομένων, όλων των φτωχών σε μια τέτοια μαθητεία».

Όπως υποθέτουν τα λόγια του Λένιν, το παράδειγμα που κρύβεται πίσω από την ουτοπική κυβέρνηση της μαγείρισσας είναι αυτό του διοικητικού κράτους, σύμφωνα με το οποίο μόλις εξαλειφθεί η κυριαρχία του καπιταλισμού, η πολιτική θα καταστεί, όπως είχε επαναλάβει και ο Ένγκελς, η απλή «διαχείριση των πραγμάτων». Ή, αν θέλετε, η πολιτική θα εμφανίζεται με τη μορφή της «αστυνομίας» η οποία, ξεκινώντας από τους θεωρητικούς της αστυνομίας τον 18ο αιώνα, είναι ο όρος με τον οποίο μεταφράζεται η ελληνική λέξη «πολιτεία». «Αστυνομία», διαβάζουμε επίσης στη μετάφραση του Πλούταρχου από τον  Μαρτσέλο Αντριάνι, δημοσιευμένη στη Φλωρεντία του 1819, «σημαίνει την τάξη με την οποία κυβερνιέται μια πόλη και διοικούνται οι δήμοι ανάλογα με τις ανάγκες τους· κι έτσι λέμε ότι υπάρχουν τρεις αστυνομίες, η μοναρχική, η ολιγαρχική και η δημοκρατία».

Αυτό είναι το παράδειγμα του administrative state, που θεωρητικοποίησαν ο Σανστάιν και  ο Βερμιούλ και το οποίο επιβάλλεται σήμερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, με το κράτος να μοιάζει να είναι απλώς μια διοίκηση και μια κυβέρνηση, με την «πολιτική» να έχει μετατραπεί εντελώς σε «αστυνομία». Είναι σημαντικό το γεγονός ότι, ακριβώς σε ένα κράτος που γίνεται, με αυτή την έννοια, αντιληπτό σαν «κράτος της αστυνομίας», ο όρος καταλήγει να αποτυπώνει τη λιγότερο εποικοδομητική πλευρά της κυβέρνησης, δηλαδή τα σώματα που είναι προορισμένα να εξασφαλίζουν, σε τελική ανάλυση, μέσω της ισχύος, την κυβερνητική λειτουργία του κράτους. Αυτό που σήμερα βλέπουμε με κτηνώδη διαφάνεια είναι, πράγματι, ότι ακριβώς αυτό το κράτος, το φαινομενικά ουδέτερο, που υποκρίνεται ότι επιδιώκει μονάχα την καλή διαχείριση των πραγμάτων και των ανθρώπων, μπορεί να αποδειχτεί, ακριβώς γι’ αυτό, στερούμενο ορίων οποιασδήποτε φύσης ως προς τη δράση του. Ο μάγειρας είναι σήμερα η κατ’ εξοχήν μορφή του τυράννου.

Σε καμία περίπτωση η πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί στην απλή διοίκηση, ακόμη και με τη μορφή μιας καλής κυβέρνησης που διαβρώνεται μοιραία σε κακή κυβέρνηση. Καθώς συμπίπτει με την ελεύθερη μορφή ζωής των ανθρώπινων όντων, η πολιτική είναι ουσιαστικά ακυβέρνητη και αδιοίκητη. Γι’ αυτό ο πίνακας του Λορεντσέτι στη Σιένα που αναφέρεται στην καλή κυβέρνηση δείχνει σε πρώτο επίπεδο τα παιδιά που χορεύουν. Η «καλή κυβέρνηση» δεν είναι μια κυβέρνηση.

8 Γενάρη 2026

Το μυστήριο της εξουσίας - Giorgio Agamben


Μπορούμε να διαβάσουμε τη δεύτερη επιστολή του Παύλου στους Θεσσαλονικείς  σαν μια προφητεία που αφορά τη σημερινή κατάσταση της Δύσης. Ο απόστολος επικαλείται εδώ «ένα μυστήριο της ανομίας», την «απουσία νόμου», που είναι εν ενεργεία αλλά δεν θα οδηγήσει στην πραγμάτωση της δεύτερης έλευσης του Ιησού Χριστού, αν πρώτα δεν εμφανιστεί ο «άνθρωπος της ανομίας, ο γιός της καταστροφής, εκείνος που αντιτίθεται και υψώνεται υπεράνω κάθε όντος που θα αποκληθεί Θεός ή θα είναι ένα αντικείμενο λατρείας, φτάνοντας να εδραιωθεί  στον ναό του Θεού, εμφανιζόμενο σαν Θεός». Υπάρχει, λοιπόν, μια εξουσία που  συγκρατεί αυτή την αποκάλυψη (ο Παύλος την επικαλείται απλώς, χωρίς να την ορίζει καλύτερα, «αυτό που συγκρατεί, το  κατέχον»).  Πρέπει, έτσι, αυτή η εξουσία να στερείται μέσου, γιατί μόνο τότε «θα αποκαλυφθεί το άνομο (το χωρίς νόμο) που ο κύριος Ιησούς θα εξαλείψει με μια αναπνοή του στόματός του και θα καταστήσει ανενεργό με την εμφάνιση της άφιξής του». Η θεολογικο-πολιτική παράδοση ταύτισε αυτή την «εξουσία που συγκρατεί» με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία (έτσι έκανε ο Τζιρόλαμο και, πολύ πιο μεά, ο Καρλ Σμιτ) ή με την ίδια την Εκκλησία (ο Τικόνιος και ο Αυγουστίνος). Είναι προφανές, σε κάθε περίπτωση, ότι η εξουσία που συγκρατεί ταυτίζεται με τους θεσμούς που βασιλεύουν και κυβερνούν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Γι’ αυτό η εξάλειψή τους συμπίπτει με την άφιξη του άνομου, του «χωρίς νόμο», που παίρνει τη θέση του Θεού και «με σημάδια και ψευτοθαύματα οδηγεί στην απώλεια «εκείνους που τον απαρνήθηκαν από αγάπη για την αλήθεια».

Μπορούμε να δούμε το μυστήριο της ανομίας όχι τόσο σαν ένα πέρα από τον χρόνο μυστικό, του οποίου το μοναδικό νόημα είναι να δώσει ένα τέλος στην ιστορία, όσο, μάλλον, σαν ένα ιστορικό δράμα («μυστήριον» στα ελληνικά σημαίνει «δραματική δράση»), που ταιριάζει απόλυτα σε αυτό που ζούμε σήμερα.  Οι κυρίαρχοι θεσμοί μοιάζουν να έχουν χάσει το νόημά τους και κυριολεκτικά στερούνται κάθε μέσου, αφήνοντας στη θέση τους την ανομία, μια απουσία νόμου, που θέλει να είναι, μπορούμε να πούμε, νόμιμη, αλλά, εν τοις πράγμασι έχει παραιτηθεί κάθε νομιμότητας. Το κράτος (η αρχή που συγκρατεί) και το «χωρίς νόμο» είναι , την πραγματικότητα, οι δύο όψεις του ίδιου μυστήριου: του μυστήριου της εξουσίας. Όπως σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν χωρίς κανέναν δισταγμό, τον «άνθρωπο της ανομίας», το «χωρίς νόμο» σκιαγραφεί τη φιγούρα της κρατικής εξουσίας η οποία, εγκαταλείποντας τις συνταγματικές αρχές και την ηθική που παραδοσιακά την περιόριζαν και, μαζί τους, «την αγάπη για την αλήθεια», αφήνεται στα «σημάδια και τα ψευδοθαύματα» των όπλων και της τεχνολογίας. Είναι αυτή η σύγχυση της αναρχίας και της νομιμότητας σε μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία έχει γίνει διαρκές, που οφείλουμε να ξεμασκαρέψουμε και να καταστήσουμε σε κάθε πλαίσιο ανενεργή.

7 Γενάρη 2026

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Ο Αγκάμπεν, για μια ακόμη φορά, επικαλείται τον Παύλο και τον «κατέχοντα» για να μιλήσει για μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία, πριν καλά καλά μπει η καινούργια χρονιά, έδειξε τα δόντια της στη Βενεζουέλα. Όμως αν ο Αγκάμπεν πιθανώς προσμένει έναν θεό για να δώσει λύσει στο πρόβλημα της ανομίας, που εμφανίζεται τόσο ωμά μπροστά στα μάτια μας (και το ωραίο είναι ότι την ανομία την επικαλούνται αυτοί που την ασκούν και επωφελούνται από αυτή όταν θέλουν να χτυπήσουν τα κινήματα του κοινωνικού ανταγωνισμού), τι μπορούμε να περιμένουμε εμείς που δεν πιστεύουμε σε έναν τέτοιο θεό; Η αδυναμία μας είναι πρόδηλη, κι αυτό έχει φανεί όχι μόνο σε περιπτώσεις όπως η Γάζα ή η Βενεζουέλα, αλλά και στην πολύ μικρότερη κλίμακα των αντιστάσεών μας όταν χτυπιούνται κοινωνικοί χώροι με μακρά ιστορία όπως, για παράδειγμα, η κατάληψη Ασκατασούνα στο Τορίνο, ή, στη δική μας περίπτωση, τα αναρχικά στέκια παντού στην Ελλάδα ή οι πορείες του αντιεξουσιαστικού χώρου όπως συνέβη στις 6 Δεκέμβρη 2025. Αμηχανία, λοιπόν, το λιγότερο και προσμονή καλύτερων ημερών, οι οποίες όμως περνούν μόνο από τα δικά μας χέρια ή, τα χέρια αυτών που πιστεύουν ότι μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δύσκολα τα πράγματα, έτσι όπως έχουν αυτή τη στιγμή, με την ευχή για μια καλή χρονιά να ακούγεται κάπως γκροτέσκα. Όμως δεν μας μένει τίποτα άλλο, πέρα από τον συνεχή, με πείσμα αγώνα, ίσως μέχρι τελικής πτώσεως. Αλλά τουλάχιστον να μην ξεφτιλιστούμε για ένα κοστούμ’ στο γιουσουρούμ.