Παρασκευή 9 Ιουνίου 2023

Περί εξόδου - Paolo Virno


Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους με τους οποίους ο Μαρξ περιέγραψε την κρίση της διαδικασίας της καπιταλιστικής συσσώρευσης (υπερπαραγωγή, τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους κλπ), υπάρχει κι ένας το μάλλον ή ήττον παραγνωρισμένος: η εργατική λιποταξία από το εργοστάσιο.

Όταν μιλάει για πυρετώδη και συστηματική ανυπακοή απέναντι στους νόμους της αγοράς εργασίας, ο Μαρξ  το κάνει αναφερόμενος στην αρχική φάση του βορειοαμερικανικού καπιταλισμού, δηλαδή η ανάλυση εκ μέρους του τού μοντέρνου τρόπου παραγωγής, εμβαπτίζεται στην εποποιία του West. Τα καραβάνια των αποίκων που κατευθύνονται προς τις μεγάλες πεδιάδες και ο έντονος ατομικισμός του frontiersman, εμφανίζονται στα κείμενά του ως ένα σημάδι δυσκολίας για τον Monsieur le Capital. Το «σύνορο» περιλαμβάνεται αναγκαστικά στην κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Δεν πρόκειται μονάχα για σημειώσεις στο περιθώριο σχετικά με τις ανωμαλίες της ανάπτυξης στις εκτός Ευρώπης περιοχές. Υπάρχει μάλλον, από την πλευρά του Μαρξ, η διερεύνηση νέων ερμηνευτικών κατηγοριών, που μένει να επαληθευθούν, αναφορικά με τις τάσεις που βρίσκονται στο υπόβαθρο της κεφαλαιακής σχέσης. Γι’ αυτό, αντί για τα μαρξιανά κείμενα σχετικά με τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο ή την αλληλογραφία του με τους Γερμανούς σοσιαλιστές εμιγκρέδες στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 1848, θα ήταν καλύτερο να στρέψουμε την προσοχή μας σε έναν κατ’ εξοχήν θεωρητικό τόπο: σε ένα κεφάλαιο από το Κεφάλαιο. Για την ακρίβεια, στο τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου τόμου, εκεί όπου ερευνά τις αποικίες, αλλά μετά, σχεδόν αποκλειστικά, ασχολείται με την κοινωνική λειτουργία του βορειοαμερικανικού «συνόρου» [Μαρξ 1867, κεφ. XXV, «Η μοντέρνα θεωρία της αποικιοποίησης»].

Το ερώτημα που θέτει ο Μαρξ είναι απλό: τι συνέβη και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αντιμετώπισε τόσες δυσκολίες για να επιβληθεί ακριβώς σε μια χώρα που γεννήθηκε την ίδια εποχή με τον καπιταλισμό και στην οποία δεν βάρυνε η κολλώδης κληρονομιά των παραδοσιακών τρόπων παραγωγής; Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συνθήκες για την καπιταλιστική ανάπτυξη υπήρχαν σε όλη τους την αγνότητα, ωστόσο κάτι δεν λειτούργησε. Δεν άρκεσε το γεγονός ότι από τη γηραιά ήπειρο έρευσαν εν αφθονία χρήμα, εργατική δύναμη και τεχνολογία, δεν άρκεσε το γεγονός ότι τα «πράγματα» του κεφαλαίου συγκεντρώθηκαν σε μια χώρα που δεν είχε νοσταλγίες. Τα «πράγματα» έμειναν τέτοια, για πολύ καιρό δεν μετουσιώθηκαν σε κοινωνική σχέση. Η αιτία αυτού του παράδοξου impasse έγκειται, σύμφωνα με τον Μαρξ, στην εκφρασμένη συμπεριφορά των μεταναστών να εγκαταλείπουν, μετά από μια σύντομη περίοδο, το εργοστάσιο, κατευθυνόμενοι δυτικά, ξεπερνώντας το σύνορο.

Το σύνορο, δηλαδή η παρουσία ενός απεριόριστου εδάφους προς αποικισμό και εγκατάσταση, έδωσε στους Αμερικανούς εργάτες την ευκαιρία, πραγματικά ασυνήθιστη, να αναστρέψουν τις αφετηριακές τους συνθήκες. Όταν αναφερόμαστε στον περίφημο «πλούτο των ευκαιριών» ως ρίζα και οικόσημο του βορειοαμερικανικού πολιτισμού, συνήθως ξεχνάμε να δούμε την καθοριστική ευκαιρία, χαρακτηριστική της ύπαρξης μιας διαφοράς σε σχέση με την ιστορία της βιομηχανικής Ευρώπης: αυτή, δηλαδή, της μαζικής διαφυγής από την εργασία με αφεντικό.

Ήδη ένας ιδρυτικός πατέρας της πατρίδας, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, με την πρόθεση να δώσει συμβουλές σε όποιον ήθελε να μετακινηθεί στην Αμερική, έγραψε: «Σε μας, η εργασία συνήθως κοστίζει πολύ και οι εργάτες είναι δύσκολο να παραμείνουν τέτοιοι, αφού ο καθένας τους θέλει να είναι αφεντικό, ενώ, από την άλλη μεριά, το χαμηλό κόστος γης οδηγεί την πλειοψηφία να εγκαταλείπει τη βιομηχανία για χάρη της γεωργίας. […] Οι μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις απαιτούν αφθονία ύπαρξης φτωχών, που θα δουλεύουν για έναν χαμηλό μισθό· αυτοί οι φτωχοί μπορεί να βρεθούν στην Ευρώπη, όμως δεν θα βρίσκονται στην Αμερική έως ότου υπάρχει γη για εγκατάσταση και καλλιέργεια».

Και ο Wakefield, ο αξιωματούχος ειδικά επιφορτισμένος με τα προβλήματα των αποικιών, που ο Μαρξ θα αναγορεύσει σε πολεμικό του αντίπαλο, παραδέχεται με ειλικρίνεια στο βιβλίο του England and America: «Όπου η γη είναι καλή, φτηνή και όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι, όπου ο καθένας μπορεί να κατέχει για λογαριασμό του ένα κομμάτι γης, η εργασία είναι πανάκριβη σε ότι αφορά τη συμμετοχή του εργάτη στο προϊόν του· και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι δύσκολο να υπάρξει μια συνδυασμένη εργασία με οποιοδήποτε τίμημα».

Η διαθεσιμότητα των ελεύθερων γαιών βοήθησε στο να παραμείνει η μισθωτή εργασία σε χαλαρό πλαίσιο, μια προσωρινή συνθήκη, ένα περιορισμένο στον χρόνο επεισόδιο: όχι πλέον μια διαρκής ταυτότητα, αμετάκλητη, ισόβια μοίρα. Η διαφορά είναι μεγάλη και παραπέμπει στο σήμερα. Η δυναμική του συνόρου, δηλαδή το αμερικανικό αίνιγμα, συνιστά μια ισχυρή προεικόνιση των σύγχρονων συλλογικών συμπεριφορών. Με κλειστή κάθε στρόφιγγα χωρικής εκτόνωσης, στις κοινωνίες του ώριμου καπιταλισμού επιστρέφει, ωστόσο, η λατρεία της κινητικότητας, η φιλοδοξία αποφυγής μιας οριστικής συνθήκης, η κλίση για λιποταξία από το καθεστώς του εργοστασίου.

Σε αντίθεση με ότι συνέβη στην Ευρώπη στην αυγή της αμερικανικής εκβιομηχάνισης, στην Αμερική δεν υπήρξαν αγρότες, που ριγμένοι στην αθλιότητα, έγιναν εργάτες, αλλά ώριμοι εργάτες που μεταμορφώθηκαν σε ελεύθερους καλλιεργητές. Το πρόβλημα της ανεξάρτητης εργασίας εμφανίζει εδώ ένα ασυνήθιστο χαρακτηριστικό, που κι αυτό έχει πολλές ομοιότητες με ότι συμβαίνει σήμερα. Η αυτόνομη δραστηριότητα, πράγματι, δεν είναι ένα υπόλειμμα άκρως περιορισμένο και ασφυκτικό, αλλά ριζώνει πέρα από τη μισθωτή υποταγή (ή, τουλάχιστον, στο πλάι της). Αντιπροσωπεύει το μέλλον, αυτό που έπεται και αντιτίθεται στο εργοστάσιο. Επιπλέον, αν και σημαδεμένη από ιδιωτικότητα και αδυναμία, η σχέση με τη φύση αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας ευφυούς εμπειρίας ακριβώς γιατί έρχεται μετά την εμπειρία της βιομηχανίας.

Το παράδειγμα της λιποταξίας, εμφανισθέν αρχικά μπροστά στο «σύνορο», ανοίγει απροσδόκητες θεωρητικές προοπτικές. Ούτε η έννοια της «κοινωνίας των πολιτών» έτσι όπως την επεξεργάστηκε ο Χέγκελ, ούτε η λειτουργία της αγοράς έτσι όπως την περιέγραψε ο Ρικάρντο, μας βοηθούν να καταλάβουμε τη στρατηγική της διαφυγής. Δηλαδή μια πολιτιστική εμπειρία περιστρεφόμενη γύρω από τη συνεχή δραπέτευση από καθιερωμένους ρόλους, μια κλίση για αποχώρηση ενώ το παιχνίδι είναι σε πλήρη εξέλιξη. Το «σύνορο» γίνεται ένα κριτικό όπλο τόσο απέναντι στον Χέγκελ όσο και απέναντι στον Ρικάρντο, αφού  τοποθετεί εντοπίζει την κρίση της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε ένα πλαίσιο αφθονίας, ενώ το χεγκελιανό «σύστημα των αναγκών» και η πτώση του ρικαρντιανού ποσοστού κέρδους, μπορούν να εξηγηθούν μόνο σε σχέση με την κυρίαρχη σπάνη.

Ένα συγκεκριμένο επίπεδο αφθονίας γελοιοποιεί την υποτιθέμενη φυσικότητα του νόμου της προσφοράς και ζήτησης, ανάγοντας την αγορά εργασίας σε μια επιστημονική ουτοπία. Ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ των τάξεων ορίζεται τώρα και από την αποφυγή, εν συντομία από την ύπαρξη οδών διαφυγής. Γράφει ο Μαρξ: «Εκεί ο πληθυσμός σε απόλυτους αριθμούς αυξάνει πολύ πιο γρήγορα από ότι στη μητέρα πατρίδα, αφού πολλοί εργάτες εμφανίζονται στη σκηνή ήδη ώριμοι· ωστόσο η αγορά εργασίας είναι πάντοτε κάτω από τις ανάγκες της. Ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης εργασίας πάει στα κομμάτια. Από τη μια πλευρά ο παλιός κόσμος ρίχνει συνεχώς στις αποικίες κεφάλαιο που θέλει την εκμετάλλευση, έχει ανάγκη την παραίτηση· από την άλλη, η τακτική αναπαραγωγή του μισθωτού εργάτη ως μισθωτού εργάτη, συναντά μεγάλα και εν μέρει ανυπέρβλητα εμπόδια. Είναι χειρότερη από ποτέ η υπεράριθμη παραγωγή μισθωτών εργατών σε σχέση με τη συσσώρευση του κεφαλαίου! Αυτός ο διαρκής μετασχηματισμός των μισθωτών σε ανεξάρτητους παραγωγούς έχει αρκετές βλαπτικές συνέπειες […]. Όχι μόνο ο βαθμός εκμετάλλευσης του μισθωτού εργάτη κρατιέται χαμηλά κατά τρόπο απρεπή· αλλά ο εργάτης χάνει σαφώς, μαζί με τη σχέση εξάρτησης, και την αίσθηση της εξάρτησης από τον καπιταλιστή προς όφελος της αποχής».

Με αυτόν τον τρόπο δοκιμάζονται πρόωρα τα αποτελέσματα της ανυπαρξίας ή, ακόμη χειρότερα, της αναποτελεσματικότητας του εφεδρικού στρατού εργασίας ως εργαλείο της συμπίεσης του εργατικού μισθού. Η ίδια κατάσταση θα επαναληφθεί σε μεγάλη κλίμακα με το Welfare state. Πλέον το εισόδημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την παραχώρηση της μισθωτής εργασίας· απεναντίας, αυτή η παραχώρηση γίνεται ή δεν γίνεται σε στενή αναφορά με ένα διαφορετικά αποκτηθέν εισόδημα (ανεξάρτητα αν πραγματοποιείται μέσω της κρατικής βοήθειας ή αυτόνομων δραστηριοτήτων). Ο Μαρξ προσφεύγει στο «σύνορο» για να κατανοήσει τους υψηλούς μισθούς, σκάνδαλο και σταυρός του αμερικανικού καπιταλισμού στις απαρχές του. Όμως έχουμε ήδη πει ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα απλώς ιστοριογραφικό ζήτημα. Ο νομαδισμός, η ατομική ελευθερία, η λιποταξία, το αίσθημα της αφθονίας, τροφοδοτούν τη σημερινή κοινωνική σύγκρουση.

Η κουλτούρα της αποσκίρτησης είναι ξένη στη δημοκρατική και σοσιαλιστική παράδοση. Αυτή η τελευταία εσωτερίκευσε και ξαναπρότεινε  την ευρωπαϊκή ιδέα της «μεθορίου» ενάντια στην αμερικανική ιδέα του «συνόρου». Η μεθόριος είναι μια γραμμή στην οποία σταματάς, το σύνορο παραπέμπει σε μια απροσδιόριστη περιοχή στην οποία μπορείς να περάσεις. Η μεθόριος είναι σταθερή και δεδομένη, το σύνορο κινητό και αβέβαιο. Η μία είναι εμπόδιο, το άλλο ευκαιρία. Η δημοκρατική και σοσιαλιστική πολιτική βασίζεται σε σταθερές ταυτότητες και ασφαλείς οριοθετήσεις. Ο σκοπός της είναι ο περιορισμός της «αυτονομίας του κοινωνικού», καθιστώντας εξαντλητικό και διάφανο τον μηχανισμό της αντιπροσώπευσης που συνδέει την εργασία με το κράτος. Το άτομο, αντιπροσωπευόμενο στην εργασία, η εργασία αντιπροσωπευόμενη στο κράτος: μια αλληλουχία χωρίς ρωγμές, έτσι όπως είναι βασισμένη στον καθιστικό χαρακτήρα της ζωής των ατόμων.

Συνεπώς γίνεται κατανοητό γιατί η δημοκρατική πολιτική σκέψη ναυαγεί εν τοις πράγμασι μπροστά στα νεανικά κινήματα και στις νέες τάσεις της εξαρτημένης εργασίας. Για να το πούμε με τα λόγια ενός ωραίου βιβλίου του Albert O. Hirschman (Exit, Voice and Loyalty, 1970), η αριστερά δεν είδε ότι η εκδοχή exit (η εγκατάλειψη, εφόσον είναι δυνατό, μιας μειονεκτικής συνθήκης) επικράτησε της εκδοχής voice (η ενεργή διαμαρτυρία απέναντι σε εκείνη τη συνθήκη). Και μάλιστα δυσφήμησε  ηθικά τις συμπεριφορές της «εξόδου». Η ανυπακοή και η φυγή δεν είναι, όμως, μια αρνητική χειρονομία, στην οποία απουσιάζουν η δράση και η ευθύνη. Αντιθέτως. Η λιποταξία σημαίνει τροποποίηση των συνθηκών εντός των οποίων εκτυλίσσεται η σύγκρουση, αντί απλώς να τις υφίστασαι. Και η θετική κατασκευή ενός ευνοϊκού σεναρίου απαιτεί περισσότερη επινοητικότητα και όχι τη σύγκρουση σε προκαθορισμένες συνθήκες. Ενυπάρχει ένα καταφατικό «πράττειν» στην αποσκίρτηση, εντυπώνοντάς της ένα αισθητηριακό και λειτουργικό γούστο για το παρόν. Η σύγκρουση γίνεται με βάση τη διαφυγή από αυτό που είναι συγκροτημένο, για την υπεράσπιση νέων κοινωνικών σχέσεων και μορφών ζωής, των οποίων υπάρχει ήδη μια εμπειρία. Στην παλιά ιδέα της διαφυγής τώρα για να χτυπήσεις μετά καλύτερα, έρχεται να ενωθεί η ασφάλεια του γεγονότος ότι ο αγώνας θα είναι τόσο περισσότερο αποτελεσματικός όσο πιο πολύ υπάρχει κάτι άλλο να χάσουμε εκτός από τις αλυσίδες μας.

 

Το ανωτέρω κείμενο του Πάολο Βίρνο δημοσιεύθηκε 

στο ιταλικό περιοδικό της αυτονομίας «Metropoli» στις 6 Σεπτέμβρη 1981.

 

Είναι δυνατό να κατανοηθεί η έξοδος, δηλαδή η αποσκίρτηση, ως ένα πλήρες ηθικο-πολιτικό μοντέλο αντί ως μια ενοχλητική, περιορισμένη περίπτωση; Είναι δυνατόν, επιπλέον, να τη θεωρήσουμε ως το πλέον επίκαιρο μοντέλο, τώρα πια κατανοητό σε σχέση με «συνολικά» φαινόμενα και συμπεριφορές; Πριν διακινδυνεύσουμε να δώσουμε μια καταφατική απάντηση, απαιτείται να ρίξουμε την προσοχή μας σε μια μικρή παράδοση που έχει φτιαχτεί υπέρ της. Είναι όμως λίγα κείμενα που έχουν χαράξει ένα τέτοιο μονοπάτι. Το βιβλίο του Michael Waltzer  Έξοδος και Επανάσταση δείχνει πώς ολόκληρη η δυτική πολιτική μπορεί να αναχθεί στο βιβλικό κείμενο της Εξόδου, αποκαλύπτοντας έναν καμβά υποκείμενο σε άπειρες παραλλαγές. Από τον Σαβοναρόλα στους μπολσεβίκους, ο ριζικός μετασχηματισμός του υπάρχοντος προβάλλεται σαν μια εγκατάλειψη της Αιγύπτου, ένα ταξίδι στην έρημο, η ελπίδα για μια γη της επαγγελίας. Όμως ο Waltzer –να ποιο είναι το ζήτημα– επισημαίνει ότι η Έξοδος έχει και μια μη μεσσιανική ανάγνωση: η άφιξη στη Χαναάν, «γη του γάλακτος και του μελιού», δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά επικυρώνει εκείνους τους μετασχηματισμούς που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ένα άλλο κείμενο, πολύ γνωστό, είναι η Αφοσίωση, αποσκίρτηση, διαμαρτυρία του Albert O. Hirschmann, όπου επισημαίνεται ο τρόπος με τον οποίο η εκδοχή-έξοδος (η εγκατάλειψη, εφόσον είναι δυνατό, μιας μειονεκτικής συνθήκης) μπορεί να αποτελέσει έναν πιο ριζοσπαστικό και πιο απαιτητικό δρόμο σε σχέση με την εκδοχή-διαμαρτυρία.  Από την Έξοδο, ο Hirschmann αξιοποιεί μονάχα την αρχική στιγμή: την απομάκρυνση από την Αίγυπτο, ακόμη και χωρίς να υπάρχει μια γη της επαγγελίας, ένας καλός τρόπος για να μειωθούν οι απαιτήσεις των καταπιεστών. Μια Τρίτη υπόθεση: ο Μαρξ, στο τέλος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, στέκεται στα δεινά που επιφέρει η καπιταλιστική συσσώρευση, οδηγώντας σε μια εργατική φυγή από το εργοστάσιο. Μειώνεται ο «εφεδρικός βιομηχανικός στρατός» (εν συντομία η πίεση των ανέργων), αυξάνουν οι μισθοί, αμβλύνεται η υποταγή. Ο Μαρξ ασχολείται με την έξοδο προς τη Δύση, προς το «σύνορο», όπου κατευθύνονται οι εργάτες μετανάστες στις ΗΠΑ από την Ευρώπη. Αυτοί αρπάζουν την ευκαιρία, πραγματικά ασυνήθιστη, να αντιστραφεί η αφετηριακή τους συνθήκη.

Πέρα από τις βιβλιογραφικές υποθέσεις, η έννοια της εξόδου μας επιτρέπει να κατανοήσουμε κάτι από τη δική μας κοινωνία; Καθώς το βλέμμα οξύνεται, αυτό που προκύπτει σήμερα είναι το γεγονός ότι η χωρική μετατόπιση αντικαθίσταται από μια κοινωνική και πολιτισμική αντιστροφή. Η έξοδος, μεταφορικά αλλά όχι λιγότερο ενδεικτικά, συμβαίνει στις νοοτροπίες και το ήθος: απελευθερώνει από ρόλους, ιεραρχίες, τρόπους ζωής. Κανείς δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τις συμπεριφορές της νέας εργατικής δύναμης στα μισά της δεκαετίας του ’70 –αυτό που συνέβη ήταν ότι ενώ το αφεντικό καθιστούσε αβέβαιη την εργασία, ήταν πολλοί εκείνοι που αντί να τρομάξουν, ξέφευγαν από την εργασία όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτή η συμπεριφορική παρέκκλιση από τα γνωστά και προβλεπόμενα ξαφνιάζει. Τι συνέβη; Αυτό που εγκαταλείπεται είναι μια Αίγυπτος. Δηλαδή: ο χρόνος στο εργοστάσιο γίνεται αντιληπτός ως ένα υπερβολικό ανθρώπινο κόστος, ανάγεται σε μια προσωρινή δυστυχία. Η εργασία με αφεντικό, αντί για πηγή αξιοπρέπειας, μοιάζει κοινωνικά παρασιτική.  

Είναι δραστική η αντιστροφή των προσδοκιών: απάρνηση της πρεμούρας να μπει κανείς στο εργοστάσιο και να μείνει για πάντα εκεί, αναζήτηση κάθε δρόμου για την αποφυγή του ή για να την απομάκρυνση από αυτό. Η κινητικότητα, από επιβεβλημένη συνθήκη, γίνεται θετικός κανόνας και βασική επιδίωξη· η σταθερή θέση, από πρωταρχικός στόχος, μετουσιώνεται σε εξαίρεση ή παρένθεση.

Είναι εξαιτίας τέτοιων ροπών, περισσότερο και από τη βία, που οι νέοι του ’77 έμειναν απλώς αταξινόμητοι στην παράδοση του εργατικού κινήματος. Αποκρύπτοντας το σύνθημα για μια συνειδητή μετανάστευση από την εργασία στο εργοστάσιο, θα βλέπουμε πάντοτε εκείνο το κίνημα σαν μια συμμορία παραπλανημένων. Αμάρτημα όχι συγχωρητέο. Κάθε «φυγή», άλλωστε, παραπέμπει μοιραία σε ένα φαινόμενο περιθωριοποίησης, σε μια συμπεριφορά περιθωριακή και άνευ σημασίας. Καμία αμφιβολία: υπάρχει πάντοτε ένας Αιγύπτιος ιστορικός έτοιμος να γράψει ένα δηλητηριώδες χρονικό της εβραϊκής εξόδου. Και οι φυγάδες, στα μάτια της χώρας από την οποία φεύγουν, μοιάζουν σαν τον αφρό της γης.

Προηγουμένως είδαμε την έξοδο ως ένα ενδεχομενικό, ισχυρό ηθικό-πολιτικό μοντέλο. Αν αυτό είναι το διακύβευμα, θα πρέπει να πάμε μέχρι το τέλος, δείχνοντας κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υπό συζήτηση παραδείγματος. Άλλωστε, η ανάδειξη της εξόδου προσομοιώνει ήδη μια μικρή έξοδο από την πολιτική θεωρία, συνηθισμένη να προσβλέπει σε βελτιώσεις μένοντας πάντοτε στην Αίγυπτο.

1. Η έξοδος είναι μια εμπειρία σύγκρουσης –και θετικού εκπολιτισμού– περιστρεφόμενη γύρω από τη συνεχή διαφυγή από καθιερωμένους ρόλους. Στον συσχετισμό δύναμης μεταξύ των μοντέρνων τάξεων, η αποφυγή δεν μετράει λιγότερο από την άμεση σύγκρουση. Ενίοτε, μετράει περισσότερο. Ωστόσο, η αντιπαράθεση στο ανοιχτό πεδίο ενισχύεται, δεν αδυνατίζει, από μια συνακόλουθη αποσκίρτηση.

2. Έξοδος σημαίνει αλλαγή του πλαισίου στο οποίο έχει εμφανιστεί ένα πρόβλημα, αντί να το αντιμετωπίσεις σε προκαθορισμένες συνθήκες. Αντί να θεωρήσει κανείς αυτές τις συνθήκες ως μία σταθερά, προβαίνοντας σε κινήσεις στο εσωτερικό τους λες κι αυτές είναι η μοναδική επιτρεπόμενη παραλλαγή, κάνει το αντίθετο. Το πλαίσιο γίνεται η πρωταρχική παραλλαγή. Εγκαταλείποντας προκαθορισμένους ρόλους και κανόνες, αυτοί γίνονται ασταθείς προϋποθέσεις που μέχρι τώρα θεωρούνταν αναμφισβήτητες.

3. Η έξοδος συνίσταται, προπάντων, σε μια σημασιολογική αλλαγή. Αν τη σκεφτούμε αποδεχόμενοι το αξίωμα, συνηθισμένο αλλά σκανδαλώδες, ότι η μισθωτή εργασία είναι μια θετική αξία, ακολουθούν συγκεκριμένα προγράμματα και συγκεκριμένοι αγώνες. Αν διαφύγουμε από αυτή την επικρατούσα σημασία, αρχίζοντας να βλέπουμε την εργασία ως «ένα είδος horror που αφορά τους πάντες», τότε η αναπαράσταση της ισχύουσας πραγματικότητας αλλάζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Αλλάζοντας συζήτηση, αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες προορισμένες να εκπλήξουν τους Αιγυπτίους της εποχής.

4. Το πολιτικό μοντέλο της εξόδου βασίζεται στην αφθονία δυνατοτήτων, σήμερα περιφραγμένων αλλά ζωντανών. Είναι μια διαδικασία μετασχηματισμού που βασίζεται σε έναν λανθάνοντα πλούτο, σε μια αφθονία, σε μια υπερβολή. Υπερβολή κοινωνικότητας, γνώσεων, συνείδησης. Είναι το αντίθετο του «τόσο χειρότερα, τόσο καλύτερα», το αντίθετο οποιασδήποτε πτωχευμένης διαμαρτυρίας. Η έξοδος ασκεί κριτική τόσο στον Χέγκελ όσο και στον Ρικάρντο, αφού τοποθετεί την κρίση της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε ένα πλαίσιο αφθονίας, ενώ το χεγκελιανό «σύστημα των αναγκών» και η ρικαρντιανή πτώση του ποσοστού κέρδους εξηγούνται μόνο σε σχέση με την κυριαρχούσα σπάνη.

5. Η έξοδος θέλει να αναπτύξει κατά τρόπο θετικό άλλες κοινωνικές σχέσεις σε σχέση με τις υπάρχουσες. Αυτό που, στις πολιτικές επαναστάσεις, είναι το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή το διακύβευμα, στην έξοδο είναι η πρωταρχική συνθήκη. Οι δραπέτες υπερασπίζονται κυρίως αυτό που, στον δρόμο, έχουν οικοδομήσει. Στην παλιά ιδέα της αρχικής φυγής για να χτυπήσεις μετά καλύτερα, έρχεται τώρα να ενωθεί η ασφάλεια του γεγονότος ότι ο αγώνας θα είναι τόσο περισσότερο αποτελεσματικός όσο πιο πολύ έχει κανείς να χάσει κάτι άλλο πέρα από τις αλυσίδες του.

6. Στις σύγχρονες μητροπόλεις, η έξοδος αντανακλά ένα συγκεκριμένο αίσθημα ξεριζώματος και μια επίπονη πρόθεση για ένα ανήκειν. Το προφανές παράδοξο οδηγεί σε ένα κρίσιμο σημείο. Αν το καλοκοιτάξουμε, οι «ρίζες» δεν ξεριζώνονται παίρνοντας την άδεια από τους δικούς μας καθημερινούς Αιγυπτίους (ιεραρχίες, πειθαρχήσεις, κανόνες): πριν καν ξεκινήσουμε το ταξίδι, ποτέ δεν είχαμε νιώσει πως «είμαστε στο σπίτι μας». Είναι γι’ αυτό, μάλιστα, που διαφεύγουμε χωρίς να το μετανιώνουμε.

Το ξερίζωμα, σήμερα, συνιστά μια καθημερινή συνθήκη, με την οποία όλοι πειραματίζονται εξαιτίας της συνεχούς αλλαγής των τρόπων παραγωγής, των τεχνικών επικοινωνίας, των τρόπων ζωής. Λείπουν, τώρα πια, «ρίζες» που σε κρατάνε σε έναν τόπο, σε μια παράδοση, σε έναν ρόλο, σε ένα πολιτικό κόμμα. Ωστόσο, αυτός ο αποπροσανατολισμός, μακράν από το να αποκόπτει την αίσθηση του ανήκειν, την ενισχύει: η αδυναμία να οχυρωθείς εντός ενός πλαισίου που διαρκεί, ευνοεί υπέρμετρα την υιοθέτηση του πιο ασταθούς «εδώ και τώρα». Αυτό που έρχεται στο φως είναι το ανήκειν ως τέτοιο, όχι πλέον προσδιορισμένο από ένα «σε τι πράγμα». Τώρα, αυτό το ανήκειν χωρίς αντικείμενο μπορεί να μετουσιωθεί –τα χρόνια του ’80 το έδειξαν ad nauseam– στη μονομερή και ταυτόχρονη υιοθέτηση όλων των εν ισχύ τάξεων. Μπορεί, δηλαδή, να εγκολπωθεί μια τρομερά κριτική και μετασχηματιστική δυναμική, προκαλώντας μια μαζική αποσκίρτηση από τους κυρίαρχους κανόνες, από εκείνους τους κανόνες που επαναπροτείνουν χωρίς σταματημό κρυφές και τρομακτικές ρίζες.

 

2 Νοέμβρη 1989