Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ-ΙΟΥ - Gigi Roggero


«Είχαν μια αίσθηση ευλαβικού φόβου οι γερμανοί διοικητές όταν εξαπέλυσαν ενάντια στη Ρωσία το πιο τρομερό όπλο. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία με ένα σιδερόφρακτο τρένο, λες και ήταν ένας βάκιλος της πανούκλας».

Ουίνστον Τσώρτσιλ

 

Κάνα χρόνο πριν, στο βιβλίο Το τρένο ενάντια στην ιστορία, γράψαμε ότι ο επαναστάτης αγωνιστής είναι για τον οργανισμό του κεφαλαίου όπως ένας βάκιλος της πανούκλας. Σε αντιστοιχία με αυτή τη μεταφορά, από την αρχή της σύγχρονης πανδημίας είπαμε ότι ο ιός κάνει αυτό που δεν είμαστε εμείς σε θέση να κάνουμε: να ριζώσουμε σε νευραλγικά σημεία του σώματος, να επικεντρώσουμε τη δύναμή μας εκεί όπου ο εχθρός είναι αδύναμος, να βλάψουμε σοβαρά την ανοσοποιητική του άμυνα αιφνιδιάζοντάς τον, αποσταθεροποιώντας τον, προκαλώντας του κρίση και ρήξεις. Σήμερα, που μετά από δύο χρόνια φαίνεται πως βρισκόμαστε στην καθοδική φάση του πανδημικού κύκλου (ο υποθετικός λόγος είναι υποχρεωτικός, αφού το να ασχολείσαι με τις επιδημιολογικές έρευνες είναι όπως το να παρεμβαίνεις στην πραγματικότητα μέσω του facebook: συχνά άχρηστο, ενίοτε βλαβερό, πάντοτε χαζό), μπορούμε να προσθέσουμε νέες μεταφορές για να περιγράψουμε το τέλος εκείνης που υπήρξε η φιγούρα-αγωνιστής με την οποία μεγαλώσαμε, προχωρήσαμε και δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε.

Εκείνη η φιγούρα-αγωνιστής μπορεί να καταλογραφηθεί σαν ένας ιός, σεβόμενοι την ταυτότητα που απέκτησε ή επέλεξε. Όμως είναι ένας ιός ο οποίος, χάνοντας τη μολυσματικότητά του, είναι αβλαβής ή, αναμφιβόλως, λειτουργεί προς ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Είναι γνωστό ότι αμέσως μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση, ο κόσμος χτυπήθηκε από την ισπανική πανδημία. Σε εκείνη την περίπτωση, αναμφιβόλως, ο επαναστατικός ιός αποτέλεσε ένα στοιχείο απειλής και αποσταθεροποίησης πολύ πιο ισχυρό και διαρκές από τον ιό της γρίπης. Έναν αιώνα μετά, ο ισπανικός ιός κυκλοφορεί ακόμη αλλά χωρίς την ικανότητα να προκαλεί οποιαδήποτε σοβαρή βλάβη και μάλιστα ούτε που αναφέρεται. Το ίδιο πράγμα, δυστυχώς, οφείλουμε να πούμε και για τον επαναστατικό ιό.

Ο ίδιος ο covid-19, όπως δείχνει ο αριθμός, είναι ένας ιός που έχει αλλάξει πολλές φορές προκειμένου να φτάσει στον ίδιο στόχο. Συνεπώς, κάθε φορά που ο ανοσοποιητικός μηχανισμός δεχόμενος επίθεση λαμβάνει τα μέτρα του απέναντι στον ιό, εξουδετερώνοντάς τον, ο ιός μεταμορφώνεται προκειμένου να ξαναρχίσει την επίθεση. Το ίδιο πράγμα κάνει και ο αγωνιστής: κάθε φορά που το κεφάλαιο αναδομείται προκειμένου να απαντήσει στους αγώνες, ο επαναστάτης μεταμορφώνεται και ξαναρχίζει από την αρχή. Τι συμβαίνει με τον ιό που σταματάει να αλλάζει; Εξαφανίζεται, δηλαδή επιβιώνει εν τη αχρηστία του. Τι συμβαίνει με τον αγωνιστή που σταματάει να αλλάζει; Το ίδιο πράγμα. Ο μέσος αγωνιστής του κάποτε «κινήματος» είναι, εδώ και χρόνια, ένας αγωνιστής-ισπανική γρίπη: αβλαβής ή, αναμφιβόλως, λειτουργικός για το σώμα στο οποίο θα ήθελε –ιδεολογικά– να επιτεθεί. Η συνέχεια των διαδικασιών επαναστατικής υποκειμενικοποίησης, πράγματι, περνά μέσα από την ασυνέχεια των μορφών της στράτευσης και της οργάνωσης. Το αναλλοίωτο αυτών των μορφών σημαίνει την εξάντληση των αντίστοιχων διαδικασιών. Πολλά κοινωνικά κέντρα, για παράδειγμα, θεωρούν τη χρονική διάρκεια πλεονέκτημά τους: είμαστε εδώ δέκα, δεκαπέντε, τριάντα χρόνια! Ιδού, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Είναι πάντοτε εδώ όπως τα θρανία με τα ροδάκια στα σχολεία: αντικείμενα ξεχασμένα στις πόλεις ή το πολύ-πολύ να ξυπνούν σε κάποιους ρομαντικές μνήμες και σε άλλους να συνιστούν μια ξεθωριασμένη ανάμνηση κινδύνου.

Φτάνοντας σε αυτό το σημείο του κειμένου, κάποιος θα έλεγε: οκ, πάει καλά, όλα αυτά είναι λίγο-πολύ σωστά, όμως για μια ακόμα φορά δεν μας λες τι να κάνουμε. Εν συντομία, φτάνει με την κριτική αυτού που δεν είναι πλέον ζωντανό, αν στη ζωή αποδίδουμε ένα πλήρες νόημα γεμάτο με ανοιχτές και αντιφατικές δυνατότητες και δεν τη θεωρούμε μια άχρωμη επιβίωση  βασισμένη σε ένα θεραπευτικό πείσμα. Ήδη στη «Machina» γράφτηκε, ορθώς, πως οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους. Αυτός ο κάποιος, συνεπώς, δεν θα έκανε λάθος αλλά ίσως δεν θα είχε και εντελώς δίκιο. Κατά πρώτο λόγο γιατί ακόμη και στο διάσημο τι να κάνουμε με ερωτηματικό, αναλυόταν με συγκεκριμένο πολεμικό πνεύμα κάθε ιδιαίτερη πλευρά των μορφών της στράτευσης και των υπαρκτών οργανώσεων, λέγοντας τελικά ότι εκείνη η φάση έπρεπε να ξεπεραστεί οριστικά. Ιδού, ξεπέρασμα αυτής της φάσης, απελευθέρωση του πεδίου, ξεκίνημα και πάλι από την αρχή, προκειμένου να καταλάβουμε τι πρέπει να κάνουμε. Όμως για να ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή, για να θέσουμε το πρόβλημα του πώς αλλάζουν τα πράγματα και πώς αλλάζουμε εμείς, οφείλουμε να αλλάξουμε τη χρονικότητά μας, δηλαδή να πάρουμε τις αποστάσεις μας από την εποχή μας. Όχι για να αρνηθούμε να δράσουμε σε αυτή, αλλά, αντιθέτως, για να μπορέσουμε να της επιτεθούμε καλύτερα. Οφείλουμε, συνεπώς, να γυρίσουμε την πλάτη στην κοινή γνώμη, γιατί όσο πιο πολύ εμβαπτιζόμαστε σε αυτή τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τον στόχο μας. Αν συνεχίσουμε να σχολιάζουμε στις άχρηστες κοινωνικές μας φούσκες τα στιγμιαία θέματα της επικαιρότητας –από τα εμβόλια μέχρι το φεστιβάλ του Σανρέμο, από τον πάπα Φραγκίσκο μέχρι τον τελευταίο τύπο των ζυμαρικών Μολιζάνα, από το παρμιτζάνο ρετζάνο μέχρι το πλέον ασήμαντο–, μπορεί να νομίζουμε ότι είμαστε στο κέντρο της επικαιρότητας απλώς και μόνο επειδή δεν καταλαβαίνουμε ότι αυτή η επικαιρότητα μας καθιστά εντελώς περιθωριακούς και ασήμαντους. Να αποσπαστούμε από τη μάζα, όχι να συμμετέχουμε σε αυτή. Εν συντομία, γράφοντας «πάμε» και «ok boomer» δεν μας πάει κοντά στον λαό (εφόσον αποδεχτούμε ότι είναι αυτός είναι ένας επιθυμητός στόχος), ενώ μας πάει κοντά στο γηροκομείο, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Ηρεμήστε, σταματήστε να χαλάτε τον κόσμο. Δεν περιμένουμε την άφιξη ενός μεσσία ή την αντικειμενική ωρίμανση των συνθηκών. Αντιθέτως. Λέμε, έχοντας επίγνωση του επείγοντος, ότι ο δικός μας χρόνος πρέπει να γρυλίσει και να δαγκώσει τον χρόνο που μας επιβάλλει ο εχθρός μας. Ένας εχθρός που ενσαρκώνεται σε μας και μας παρουσιάζεται, ακριβώς, σαν η κοινή γνώμη. Τα post, τα tweet, τα like –ιδού η μετρική μονάδα του χρόνου μας. Να μη φτάσουμε ένα instangram μετά, ιδού ποια είναι η επιτακτική ανάγκη. Για να φτάσουμε πού; Πουθενά, ιδού το δράμα μας. Κινούμαστε μια μέρα πριν ή μια μέρα μετά, ο ένας χρόνος γίνεται μια γεολογική εποχή, γενεαλογίες και ιστορικές διαδικασίες ακυρώνονται. Ο χρόνος της γνώμης δεν είναι το παρόν: είναι η στιγμή. Και η στιγμή δεν είναι το ενδεχόμενο στο οποίο θα χτυπήσουμε, το λενινικό πολύ νωρίς και πολύ αργά, αλλά η εξουδετέρωσή του, μια καθημερινότητα εύπλαστη και ακαθόριστη.

Τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, λέγαμε στην αρχή της πανδημίας, έτσι όπως έχουμε πει σε χίλιες δυο άλλες περιπτώσεις και όπως θα πούμε επίσης σε χίλιες δυο άλλες περιπτώσεις. Αν αφεθούμε να παρασυρθούμε από την επικαιρότητα, θα χάσουμε τη δυνατότητα να δούμε πέρα από αυτή. Θα χάσουμε, δηλαδή, μια προφητική ικανότητα, το να βλέπουμε στο παρόν αυτό που οι άλλοι δεν βλέπουν, το να λέμε αυτό που άλλοι δεν μπορούν να νιώσουν. Από την άλλη πλευρά, αντίθετα με το γοητευτικό σύνθημα των χιλιάνικων κινημάτων, αυτό που επικρατεί στην πανδημική κρίση είναι μια επιθυμία επιστροφής στην κανονικότητα. Όχι, όχι βεβαίως σε μια κανονικότητα πάντοτε ίδια, αλλά σε μια καινοτόμο κανονικότητα, που για να διατηρήσει αναλλοίωτες τις σχέσεις κυριαρχίας αλλάζει τα υποκείμενα επίπεδα. Μια πραγματικότητα που παρουσιάζει και θα παρουσιάζει ιδιαίτερες αντιφάσεις, προπάντων αν πέρα από τις εν αφθονία ρητορείες ανοίξει μια πραγματική μετά την κρίση φάση, με προοπτικές με τις οποίες –μετά από μια μηδενική δεκαπενταετία– μπορούμε να επιστρέψουμε στην ανασυγκρότηση και στην ανάταση. Για να καταλάβουμε και να δράσουμε μέσα σε αυτές τις αντιφάσεις χρειάζεται έρευνα, θα μπορούσαμε να πούμε με ένα μάντρα τόσο αληθινό ώστε να κινδυνεύει να καταστεί κοινότοπο, δηλαδή κενό. Είναι χρήσιμο ακριβώς, και μας ευχαριστεί να το λέμε, το να γυρίσουμε την πλάτη στην κοινή γνώμη, το να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε τη ρίζα των πραγμάτων, που θα πρέπει πάντοτε να είναι η προτεραιότητά μας. Μόνο έτσι μπορεί ο αγωνιστής να είναι έτοιμος για το τυχαίο, για το απρόβλεπτο, για την άκαιρη εισβολή των αγώνων και των κινημάτων –που, όπως ξέρουμε, μπορούν να οργανωθούν αλλά όχι να προβλεφθούν.

Ο αγωνιστής διαμορφώνεται στους αγώνες, θα αντικρούσει κάποιος. Όμως, αν δεν υπάρχουν αγώνες πώς θα διαμορφωθεί ένας αγωνιστής έτοιμος να δράσει στους αγώνες; Ο φαύλος κύκλος πρέπει να διαρρηχθεί. Θα ήταν ωραίο αν οι λεγόμενες συνωμοσιολογικές θέσεις είχαν δίκιο και ο ιός είχε κατασκευαστεί σε ένα εργαστήριο. Με αυτόν τον τρόπο, ποιος ξέρει, ίσως σε κάποιο μυστικό εργαστήριο θα μπορούσαμε να παράγουμε κι εμείς τον δικό μας αγωνιστή-ιό. Όμως, δυστυχώς, δεν πιστεύουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα. Η διαμόρφωση είναι μια μακρά, σύνθετη, αντιφατική διαδικασία. Μια μειοψηφική διαδικασία, προκειμένου να ανατραπεί η πλειοψηφία. Ωστόσο, αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει μια διαδικασία αγωνιστικής διαμόρφωσης που δεν μιλάει για μια ρήξη. Ρήξη με το έξω, ρήξη με μας τους ίδιους και –σήμερα περισσότερο από ποτέ– με αυτό που είμαστε μέχρι σήμερα. Ρήξη με αυτό που είμαστε, για να ανακαλύψουμε εκείνο που μπορούμε να γίνουμε. Απαραίτητη συνθήκη, ωστόσο, για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε να αντιμετωπίσουμε το ερώτημα.

 

Post scriptum: ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, αναμφιβόλως επίκαιρο

Φτάνοντας στο τέλος του άρθρου, ίσως ο αναγνώστης μας πει: οκ, όμως τώρα γίνεται πόλεμος, κι εσύ μας ζητάς να γυρίσουμε την πλάτη; Λοιπόν, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε σε ποιο επίπεδο μιλάμε.

Είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε χρήσιμες γεωπολιτικές αναλύσεις, όμως τέτοιες βρίσκουμε ελάχιστες. Μας κάνουν να βαριόμαστε τρομακτικά ιδεολογικά γεωπολιτικά σχόλια, που αντιθέτως αφθονούν ακριβώς επειδή είναι άχρηστα. Οποιοδήποτε άτομο κατέχει έστω τη σχολική γνώση των ιστορικών δεδομένων, ξέρει, σε γενικές γραμμές, το υπόστρωμα της σημερινής σύγκρουσης Ρωσίας-Ουκρανίας. Ξέρει ότι είναι μια συνέπεια, πιθανή αν όχι αναπόφευκτη, αυτού που συνέβη μετά το 1989/1991, με έναν άγριο καπιταλισμό που συνόδευσε τη ρητορική περί ελευθερίας στην Ανατολική Ευρώπη, με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ για την περικύκλωση της Ρωσίας, με την πολιτική του Πούτιν που στοχεύει στην ανασυγκρότηση μιας συνέχειας με το τσαρικό καθεστώς και την ισχύ του παρελθόντος. Το έχει πει με ακρίβεια: σε έναν από τους τελευταίους του λόγους πριν τον πόλεμο, με μια ασυνήθιστη ιστορική βαθύτητα για τη σημερινή εποχή (μπορούμε ακόμη να λέμε ότι ένας εχθρός είναι ευφυής ή θα θεωρηθούμε συνεργάτες του;), ο Πούτιν αντιπαράθεσε τον Στάλιν με τον Λένιν, παρουσιάζοντας τον πρώτο σαν φίλο και τον δεύτερο σαν εχθρό. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε, απεναντίας αυτή είναι η τάξη του λόγου του. Ήδη κατά τη διάρκεια των ισχνών εορτασμών για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Πούτιν είχε υποδείξει τον Γεωργιανό σαν τον άνθρωπο της σταθερότητας και της συνέχειας με την παράδοση της Μεγάλης Ρωσίας, ενώ τον ομώνυμό του Βλαδίμηρο σαν την καταραμένη φιγούρα της ρήξης και της ανατροπής της συντεταγμένης τάξης. Αν τύχει να πάτε στο πρώην μουσείο της επανάστασης στη σημερινή Αγία Πετρούπολη, φτιαγμένο στη βάση δυτικών γούστων βγαλμένων από το μαύρο βιβλίο του κομμουνισμού, θα βρείτε μια παρόμοια τάξη λόγου: από το 1861 το τσαρικό καθεστώς είχε προχωρήσει σε μια προοδευτική πολιτική, που όδευε στη δημοκρατία και την ελευθερία, και η οποία διακόπηκε βιαίως από τον μπολσεβίκικο Οκτώβρη. Από το 1989/1991, επιτέλους, το βέλος της ιστορίας ξαναβρήκε την τροχιά του. Ιδού λοιπόν, αυτό το βέλος της ιστορίας, το τόσο επαινεμένο στη Δύση, κατέληξε στον πόλεμο στην Ουκρανία. Και αμέσως, σαν παβλοφική αντίδραση, οι μικρές φούσκες των κοινωνικών μας δικτύων φούσκωσαν με την ανάγκη να πάρουμε θέση, με τις διάφορες γνώμες και σχόλια (που ανάμεσά τους, προς θεού, συγκαταλέγεται και αυτό εδώ). Δεν θα ασχοληθούμε με τον βαθμό αχρηστίας τους, γιατί για έναν μέσο υλιστή οι συσχετισμοί δύναμης θα πρέπει να είναι, αν όχι μια επιστήμη, τουλάχιστον ένα δεδομένο της πραγματικότητά του. Όποιος, ωστόσο, θέλει να αναλάβει ένα σχέδιο πολιτικής ενεργοποίησης ενός λόγου και μιας πρακτικής στραμμένης, προοπτικά, στο να αποστάξει κάτι, περισσότερο από την άμεση παύση του πολέμου, πρέπει να αποφύγει να πέσει στην παγίδα του με ποιον είμαι; Με τον κακό, με τον λιγότερο κακό, ούτε-ούτε; Ξέρουμε όλοι ότι ο δικός μας Βλαδίμηρος, εκείνος ο καταραμένος του σήμερα, έλεγε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος πρέπει να μεταμορφωθεί σε εμφύλιο πόλεμο. Σήμερα, μολονότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος έχει αλλάξει βαθιά και κυρίως ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι στη διάταξη της ημέρας όσον αφορά τις δυνατότητές μας, ας περιοριστούμε να υιοθετήσουμε εκείνη τη συγκεκριμένη θέση, δηλαδή την πολιτική πρακτική της, τη μέθοδο. Αν δεν είναι διαμορφωτές γνώμης ή μέλη ενός κοινοβουλίου, οι αγωνιστές μπροστά σε έναν πόλεμο μαφήνουν στους άλλους τις ομιλίες για το ποιος είναι σωστός και ποιος λάθος, και σκέφτονται σε ποιον μπορούν να κάνουν το μεγαλύτερο κακό. Ότι ο τσάρος Βλαδίμηρος είναι ένα δήμιος είναι προφανές και άλλο τόσο προφανές είναι ότι τέτοιος είναι και ο Μπάιντεν. Ότι η κουβέντα για τους ουκρανούς ναζιστές είναι εργαλειακή, είναι κάτι πέραν πάσης αμφιβολίας, έτσι όπως είναι πέραν κάθε αμφιβολίας το γεγονός ότι ουκρανοί ναζιστές υπάρχουν στ’ αλήθεια και δεν είναι λίγοι. Εμείς πρέπει να επιτεθούμε σε αυτόν που είναι πλησιέστερα μας. Αν ήμασταν στη Ρωσία θα επιτιθέμεθα στον Πούτιν, όμως είμαστε στην Ιταλία και πρέπει να επιτεθούμε στην ιταλική και ευρωπαϊκή κυβέρνηση, αποτελούμενη από τραπεζίτες, κατεργάρηδες και τζαμπατζήδες, που παίζουν πόλεμο στην πλάτη αυτών που όντως υφίστανται τον πόλεμο, αλλά και στην πλάτη όλων ημών (αφού εκείνοι δεν πληρώνουν τη βενζίνη και τους λογαριασμούς τους). Κάποιος κακόπιστος βλάκας θα μπορούσε να δει σε αυτή τη θέση κάποιου είδους συνενοχής ή διαχωρισμού από την καταδίκη του Πούτιν (όμως ποιος νοιάζεται για τις καταδίκες μας;), ακριβώς όπως ο Λένιν κατηγορείται από τον Πούτιν και από τους κακοήθεις του τότε ότι δωροδοκήθηκε από τον γερμανό κάιζερ.       

Το πρόβλημα, όχι καινούργιο, βρίσκεται στο γεγονός ότι σε συνθήκες έντονης κρίσης οι δυσοίωνοι και κυρίως οι πολύ δυσοίωνοι, πέφτουν θύματα της συνείδησής τους: εντάξει με τις κριτικές σε φυσιολογικές φάσεις, όμως σε φάσεις εξαίρεσης δεν μπορούμε πια να τις επιτρέψουμε. Ισχύει το ακριβώς το αντίθετο. Αν δεν είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε έναν ισχυρό λόγο, η αδύναμη γνώμη καταπίνεται από την τάξη του κυρίαρχου λόγου, που εσχάτως αποκαλείται προπαγάνδα, χωρίς αν και χωρίς αλλά.

Κάποιος θα μπορούσε να πει: μα δεν καταλαβαίνετε ότι τώρα γίνεται πόλεμος και το ζήτημα είναι να τον σταματήσουμε; Εμείς όμως, εν κατακλείδι, ρωτάμε: πιστεύετε πράγματι ότι μπορούμε από τις φούσκες μας να σταματήσουμε τον πόλεμο; Δεν σας μπήκε ποτέ η αμφιβολία ότι είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία να έχουμε μια προοπτική, το να μην καταφάσκουμε μια αυτόνομη χρονικότητα, το να αφήνουμε να μας καταπίνει η καθημερινή ειδησεογραφία επιβάλλοντάς μας την ατζέντα της κοινής γνώμης, που μας φυλακίζει στις άχρηστες φούσκες μας, βρίσκοντας διέξοδο σε γκροτέσκο παραληρήματα παντοδυναμίας;

Αυτού λεχθέντος, επιτρέψτε μας να πούμε ότι θα ήμασταν ευχαριστημένοι αν κάναμε λάθος. Και να υποστηρίζαμε ότι ο πόλεμος θα σταματήσει από ένα ποστ του Τζεροκαλκάρε ή από την μπλούζα της Rappresentante di lista[ιταλικό μουσικό συγκρότημα σ.τ.μ.], που, αποφεύγοντας τις αντιστοιχίες, είναι τέλειες στο να μας δίνουν δύναμη, όπως λέει μια δοξασία αυτών των μπερδεμένων χρόνων.

 

Δημοσιεύθηκε στο ιταλικό κινηματικό διαδικτυακό περιοδικό «Machina» στις 28 Φλεβάρη 2022    


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΖΑΝ ΜΠΩΝΤΡΙΓΙΑΡ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΚΟ


Ερώτηση:
Ζαν Μπωντριγιάρ, πιστεύεις ότι η πλήρης εμβάπτιση του υποκειμένου στην οθόνη και στον υπολογιστή, μπορεί να σημαίνει ότι πιθανώς η πραγματικότητα χάνεται σε έναν γενικό μη-τόπο;

Μπωντριγιάρ: Ναι, βεβαίως, η πραγματικότητα έχει ήδη χαθεί κατά κάποιον τρόπο, όμως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, τελικά, δεν υπήρξε ποτέ κάτι άλλο πέρα από το αποτέλεσμα ενός κινήτρου, ενός μοντέλου. Υπάρχει ένα μοντέλο της πραγματικότητας, μια αρχή της πραγματικότητας, η οποία έχει κατασκευαστεί και μπορεί να εξαφανιστεί πολύ γρήγορα. Είναι, όντως, ένας είδος κατασκευής αυτή η πραγματικότητα που κομματιάζεται μέσω της ώθησης των σύγχρονων τεχνολογιών, των νέων τεχνολογιών πιο συγκεκριμένα. Αυτό που αποκαλείται εικονική πραγματικότητα, έχει αναμφίβολα έναν γενικό χα-ρακτήρα και κατά κάποιον τρόπο έχει απορροφήσει, έχει αντικαταστήσει την πραγματικότητα στον βαθμό που στην εικονικότητα το καθετί είναι αποτέλεσμα μιας παρέμβασης, το αντι-κείμενο διαφόρων ενεργειών. Εν συντομία, μπορούν όντως να πραγματωθούν τα πάντα, ακόμη και πράγματα που στο παρελθόν αντιμάχονταν το ένα το άλλο: από τη μια πλευρά υπήρχε ο πραγματικός κόσμος και από την άλλη η μη πραγματικότητα, το φανταστικό, το όνειρο κλπ. Στην εικονική διάσταση όλα αυτά απορροφούνται στον ίδιο βαθμό, τα πάντα πραγματώνο-νται, υπερ-πραγματώνονται. Σε αυτό το σημείο, η πραγματικότητα καθαυτή χάνει κάθε της θεμέλιο, μπορούμε στ’ αλήθεια να πούμε ότι δεν υπάρχουν πια αναφορές στον πραγματικό κόσμο. Και τελικά τα πάντα κατά κάποιο τρόπο προγραμ-ματίζονται ή προωθούνται εντός μιας υπερ-διατύπωσης, η ο-ποία είναι ακριβώς αυτή του εικονικού, των ψηφιακών και συνθετικών τεχνολογιών. Αυτό που όντως συμβαίνει είναι ότι σε ένα συγκεκριμένο σημείο το πραγματικό βρίσκεται πάντοτε απέναντι μας και εμείς αντιπαρατιθέμεθα μαζί του, ενώ με το εικονικό δεν υπάρχει αντιπαράθεση. Στο εικονικό εμβαπτιζόμαστε, βουτάμε μέσα στην οθόνη. Η οθόνη είναι ένας τόπος εμβάπτισης και προφανώς διαδραστικότητας, αφού εντός της μπορεί να γίνει αυτό που θέλουμε· όμως εμβαπτιζόμαστε, δεν υπάρχει πλέον η απόσταση του βλέμματος, της αντίθεσης που είναι ίδιον της πραγματικότητας. Κατά βάθος όλα αυτά που υπήρχαν στο πραγματικό, βρισκόντουσαν εντός ενός διαφοροποιημένου σύμπαντος, ενώ το εικονικό είναι ένα ολοκληρωμένο σύμπαν. Εδώ, σαφώς, οι παλιές αγαπημένες αντιφάσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, το αληθές και το ψευδές κ.ο.κ., κατά κάποιον τρόπο εξαχνώνονται μέσα σε έναν χώρο υπερ-πραγματικότητας που ενσωματώνει τα πάντα, συ-μπεριλαμβανομένων και κάποιων πραγμάτων που έμοιαζαν ουσιώδη, όπως η σχέση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο. Θέλω να πω ότι στην εικονική διάσταση δεν υπάρχει πλέον ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, αλλά αμφότερα, για λόγους αρχής, είναι διαδραστικά στοιχεία.

Ερώτηση: Υποστηρίζεις ότι στο μέλλον θα μπορούν να συμβούν τα πάντα σε έναν κόσμο που θα είναι προϊόν εικονικών ενεργειών και δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη για έναν χώρο πραγματικό και συμβολικό. Σε τι τύπο κόσμου θα λαμβάνουν χώρα τα πράγματα;

Μπωντριγιάρ: Δεν μπορώ να τον περιγράψω. Είναι μια διά-σταση της οποίας σαφώς έχω μια προαίσθηση, μέσω διαφόρων ενδείξεων. Δεν ξέρω. Με όρους χώρου δεν έχουμε κάτι παραπάνω από τις φαντασίες της επιστημονικής φαντασίας, που όμως προσφέρουν εικόνες ενός φανταστικού χώρου. Όλη η επιστημονική φαντασία μας έχει κατά κάποιο τρόπο συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε άλλους χώρους με διαφορετικές συντεταγμένες, πολυ-χώρους κ.ο.κ. Σε σχέση με τον χρόνο, αυτόν είναι ακόμη πιο δύσκολο να τον φανταστούμε, όμως έχουμε τέλος πάντων μια ιδέα για τον χειρισμό του πραγματικού χρόνου. Πράγματι, ο εικονικός χρόνος είναι ο πραγματικός χρόνος και άλλωστε είναι εντελώς παράδοξο και αντιφατικό το γεγονός ότι αποκαλούμε πραγματικό χρόνο ακριβώς τον χρόνο της εικονικότητας, ο οποίος δεν είναι πλέον με κανέναν τρόπο ο χρόνος της πραγματικότητας, αυτό δηλαδή που σε κάθε περίπτωση σηματοδοτεί τη διάρκεια της εξέλιξης μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Καμία από αυτές τις τρεις κατηγορίες του χρόνου δεν έχει πλέον αξία: ο πραγματικός χρόνος ταυτίζεται με το ακαριαίο της ενέργειας, είναι ο ίδιος ο χρόνος της ενέργειας και γι’ αυτό κάθε ενέργεια έχει κατά κάποια έννοια τον δικό της χρόνο, που όμως δεν αντιστοιχεί πλέον σε μια χρονολογία. Πράγματι, δεν υπάρχει πλέον μνήμη, δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα ούτε πρόβλεψης, ακριβώς, του μέλλοντος μέσω της χρήσης δεδομένων της πραγματικότητας, ούτε πολύ περισσότερο ενατένισης της ζωντανής μνήμης αυτού που έλαβε χώρα, αφού στον πραγματικό χρόνο δεν υπάρχει πλέον η ιστορική διάσταση, ούτε όλα αυτά εκτυλίσσο-νται στην ιστορία, στον χρόνο εντός του οποίου υπήρχε η ι-στορία. Όλα αυτά δεν είναι πλέον διαθέσιμα ή οικειοποιήσιμα στο επίπεδο του πραγματικού χρόνου, κι αυτό θέτει πολλά προβλήματα επειδή ακριβώς τώρα, στο τέλος του 20ου αιώνα, καταβάλουμε μια μέγιστη προσπάθεια προκειμένου να οικειοποιηθούμε ολόκληρη την ιστορία του, προκειμένου να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη και κάνουμε τους λογαριασμούς μας, προχωρώντας σε έναν απολογισμό. Πράγματι, δεν καταφέρνουμε κάτι τέτοιο, προσπαθούμε να αναβιώσουμε τα πάντα αλλά χωρίς επιτυχία, αφού τώρα πια δεν βρισκόμαστε πλέον στον ιστορικό χρόνο αλλά σε μια διαφορετική χρονική διά-σταση, αυτή του πραγματικού χρόνου και ο πραγματικός χρόνος μπορούμε να πούμε ότι στερείται συντεταγμένων. Και, συνεπώς, ίσως και να μην είναι ο μοναδικός, δεν μπορεί να είναι ένα οριστικό μοντέλο και θα είμαστε εμείς αυτοί που θα τον εγκαθιδρύσουμε, όμως σε κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει μια ρήξη της έννοιας του χρόνου, αυτό είναι βέβαιο. Σε σχέση με τον χώρο έχω την εντύπωση ότι αυτός πολλαπλασιάζεται στον εικονικό κόσμο, ότι έχει την ικανότητα να αγκαλιάζει όλους τους πιθανούς χώρους· σε ότι αφορά τον χρόνο, αντιθέτως, αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει μια ασυνήθιστη συστολή, η οποία λειτουργεί έτσι ώστε τα πάντα να ανάγονται στη στιγμή της ενέργειας που συμβαίνει εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή και της οποίας αμέσως μετά δεν υπάρχει ανάμνηση. Εννοείται πως αυτό το λέω όχι λόγω της νοσταλγίας για ένα χαμένο αντικείμενο, αν και από μια υπαρξιακή οπτική γωνία το έχουμε όντως χάσει, αλλά στη βάση όρων που έχει θέσει μια διαφορετική συνθήκη, καθόλα αυθεντική, της οποίας όμως δεν έχουμε τα μέσα για να μπορέσουμε να προδιαγράψουμε ολοκληρωτικά τις συνέπειες.

Ερώτηση: Στο βιβλίο σου Το τέλειο έγκλημα βρίσκουμε την αναπαράσταση ενός εγκλήματος, δηλαδή τον θάνατο της πραγματικότητας και την εξάλειψη των ψευδαισθήσεων μέσω των μέσων και των νέων τεχνολογιών. Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτό το βιβλίο;

Μπωντριγιάρ: Είναι δύσκολο να μιλήσω για το βιβλίο ή για το ζήτημα που αντιμετωπίζω σε αυτό. Αναφορικά με τον τίτλο, πρόκειται στην ουσία για τη δολοφονία της πραγματικότητας και ακόμη περισσότερο από την πραγματικότητα, κατά τη γνώμη μου, για τη δολοφονία των ψευδαισθήσεων. Θέλω να πω ότι η πιο σοβαρή απώλεια είναι δίχως άλλο αυτή της ψευδαί-σθησης, δηλαδή ενός μέρους διαφορετικού από τη σχέση μας με το υπάρχον. Η έννοια της πραγματικότητας είναι σχετικά πρόσφατη, εμπεριέχει ένα σύστημα αξιών μόνο προσφάτως αποκρυσταλλωμένων. Αντιθέτως, μου φαίνεται ότι η ψευδαί-σθηση είναι αναπόσπαστο μέρος της συμβολικής οργάνωσης του κόσμου και γι’ αυτό είναι πολύ πιο δυναμική. Είναι η ζωτική ψευδαίσθηση για την οποία μιλάει ο Νίτσε, αποτελούμενη από φαινόμενα, φαντασιώσεις και όλα αυτά που μπορούν να πάρουν τη μορφή μιας προβολής, σαν μια σκηνή διαφορετική από αυτή της πραγματικότητας. Και μου φαίνεται ότι αυτή έχει εντελώς εξαλειφθεί από αυτή τη λειτουργία του εικονικού την οποία, με απλά λόγια, αποκαλώ «έγκλημα», αλλά που κατά βάθος δεν είναι παρά μια μεταφορά κάπως υπερβολική και ίσως όχι πολύ σωστή, στον βαθμό στον οποίο δεν πρόκειται στην ουσία για ένα έγκλημα ή για μια δολοφονία με τη συμβολική έννοια του όρου. Όταν ο Νίτσε έλεγε, για παράδειγμα, «ο θεός είναι νεκρός», ήθελε να ταυτίσει τη δολοφονία του θεού με μια θετική επανάσταση, αν μπορώ να το πω έτσι, ενώ στην άλλη περίπτωση δεν έχουμε μια δολοφονία αλλά μια εξάλειψη, μια εξαφάνιση, μια κατάργηση, κάτι άλλωστε πολύ πιο σοβαρό. Όσον αφορά το ουσιαστικό «έγκλημα», αυτό αντηχεί ως το πραγματικό έγκλημα, σαν να λέμε αυτό που συνίσταται στην τελειοποίηση, γιατί θέλω να πω ότι αυτή η τελευταία είναι το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό το πραγματικό σύμπαν, ατελές και αντιφατικό, γεμάτο αρνητικότητα, θάνατο, αποκαθαίρεται, καθίσταται «clean», καθαρό· το αναπαράγουμε κατά τρόπο μοναδικό αλλά εντός μιας τέλειας διατύπωσης. Έτσι έχουμε τέ-λεια παιδιά χάρη στη γενετική χειραγώγηση, έχουμε τέλεια σκέψη χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη, κ.ο.κ. Η τελειοποίηση είναι συνεπώς αυτό το διεστραμμένο κατά κάποιο τρόπο ιδανικό, το οποίο αντιπροσωπεύει το πραγματικό έγκλημα. Κατά τη γνώμη μου, εν συντομία, το έγκλημα συνίσταται στην τελειοποίηση αυτού του είδους ιδανικού μοντέλου που θέλει να α-ντικαταστήσει την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως την ψευδαίσθηση.

Ερώτηση: Η θέση σου απέναντι στα μέσα είναι άκρως επικριτική: Ποιοι είναι κατά τη γνώμη σου οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι σε μια κοινωνία της πληροφορίας όπως η δική μας;

Μπωντριγιάρ: Ναι, η στάση μου είναι επικριτική και βεβαίως την υπερασπίζομαι ως αυτό που έχουμε δοκιμάσει περισσότερο σε βάθος χρόνου, παραπέμποντας κάπως στην κληρονομιά της κριτικής σκέψης· κατά βάθος, όλη η παραδοσιακή κριτική σκέψη δεν μπορεί παρά να είναι ενάντια στα μέσα, δεν μπορεί παρά να εγείρει αντιρρήσεις σε σχέση με τα μέσα. Κι εγώ έχω διατυπώσει ένα είδος ριζοσπαστικής κριτικής, όμως τώρα πια είναι πολύ γνωστό ότι δεν αξίζει τον κόπο να γυρίσουμε πίσω για μια ακόμη φορά. Κατά κάποιο τρόπο είναι αλήθεια ότι τα μέσα κάνουν τη δουλειά τους και συνιστούν ένα ουσιώδες στοιχείο στη στρατηγική του τέλειου εγκλήματος, στο οποίο με έναν συγκεκριμένο τρόπο ανήκουν: όμως κάτι τέτοιο είναι ακόμη πολύ απλό. Εγώ θα έλεγα, αντιθέτως, ότι η δική μου θέση είναι μάλλον ειρωνική σε σχέση με τα μέσα. Τα μέσα παρεμβάλλονται με τέτοιον τρόπο ανάμεσα στην πραγματικότητα και το υποκείμενο ώστε, έτσι νομίζω, δεν υπάρχουν πια πιθανές ερμηνείες καθώς η πληροφορία καθιστά ακατανόητο αυτό που συμβαίνει. Αυτό είναι σαφώς ένα σημαντικό δεδομένο· όμως, τελικά, υπάρχει πράγματι ανάγκη για αλήθεια; Στο κάτω-κάτω της γραφής, το αντικείμενο των μέσων δεν είναι ίσως η αποτελεσματική εξάλειψη της ηθικής και φιλοσοφικής αρχής της αλήθειας, προκειμένου να μπει στη θέση της μια εντελώς μη υποκείμενη σε κρίση πραγματικότητα, μια συνθήκη αβεβαιότητας η οποία, αν θέλετε, μπορεί να είναι ανήθικη και δύσκολα ανεκτή, αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι ειρωνική; Αν κάτι τέτοιο το δούμε με ειρωνική διάθεση, ανακαλύπτουμε ότι τα μέσα είναι αφιερωμένα στην αποσυναρμολόγηση αυτής της αρχής της αλήθειας, της αυθεντίας και της βεβαιότητας που αντιπροσωπεύουν άλλωστε, πρέπει να το πούμε, το θεμέλιο ενός ολόκληρου πολιτισμού αυταρχικού και ηθικά αυστηρού χαρακτήρα. Συνεπώς τα μέσα έχουν και αυτή τη λειτουργία αποσύνθεσης και μπορούν να ερμηνευτούν με μιαν άλλη έννοια. Με τον ίδιο τρόπο ολόκληρη η τεχνική εν γένει, όχι μόνο τα μέσα, αλλά και τα τεχνικά εργαλεία, οι μηχανές, κλπ, είναι κι αυτά κατά κάποια έννοια μέσα για να αποσπάται η αλήθεια από τον κόσμο και, επιπλέον, όπως έχω πει, για να εγκαθιδρυθεί ένα είδος αβεβαιότητας, παιχνιδιού και τελικά ανηθικότητας των πραγμάτων. Και ίσως έτσι μας απελευθερώνουν από την υποχρέωση να ακολουθούμε τις αρχές της αλήθειας, της αντικειμενικότητας, αλλά και όλες τις αρχές επί των οποίων έχει θεμελιωθεί η ηθική μας. Όλα αυτά, προφανώς, είναι για μας αποσταθεροποιητικά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, όμως πρόκειται πάντοτε για την ίδια ιστορία: από τη μια πλευρά χάνουμε, σε τεράστιο βαθμό, όμως αν αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση με μια κάποια προοπτική, μπορεί να οδηγηθούμε σε μια ειρωνική ερμηνεία, με την έννοια ότι η ειρωνεία μπορεί να εμπνεύσει μια οπτική εντελώς σχετική και αποσταθεροποιητική. Μπορεί να χάσουμε, σαφώς, όμως ίσως μπορεί και να βρούμε νέους κανόνες για να παίξουμε. Γι’ αυτό είμαι ριζικά επικριτικός απέναντι στα μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος ανθρωπιστικών αξιών, δηλαδή ενός πλαισίου που γνωρίζουμε και το οποίο είναι δικό μας: σε αυτό το επίπεδο χρειάζεται να είμαστε απολύτως επικριτικοί και αναμφιβόλως αδίστακτοι. Αν, όμως, αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα διαφορετικά και πάμε πέρα από τον σκοπό, πέρα από αυτή την αρχή, σε ένα ενδεχομένως άλλο σύμπαν, τότε ίσως να μπορού-με να πούμε ότι τα μέσα, η τεχνική, κλπ, δεν είναι παρά οι χειριστές κάποιου πράγματος που δεν μπορώ να περιγράψω, ενός παιχνιδιού, μιας ειρωνείας, δεν ξέρω.

Ερώτηση: Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η πραγματική σαγήνη του Ίντερνετ;

Μπωντριγιάρ: H σαγήνη; Λοιπόν, ποτέ δεν έχω μιλήσει για τη σαγήνη αναφορικά με το Ίντερνετ και θα εκπλησσόμουν αν το είχα κάνει. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει κάποιο ίχνος της, με κανέναν τρόπο, αφού η σαγήνη προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση ακριβώς μία σχέση, μια σχέση ανάμεσα σε δύο· όποιος κι αν είναι ο χαρακτήρας της σαγήνης, υπάρχει πάντοτε εντός μια δυαδικής ανταλλαγής. Στο Ίντερνετ, οριακά, υπάρχει μια αλληλεπίδραση, που με κανέναν τρόπο δεν είναι μια δυαδική σχέση, αφού δεν θεμελιώνεται στην ετερότητα, αλλά δεν είναι και μια σχέση αντιπαράθεσης, πρόκλησης, κλπ. Έχουμε, αντιθέτως, μια σχέση εμβάπτισης, αλληλεπίδρασης: εκεί μέσα δεν υπάρχει σαγήνη, το πολύ να προκαλείται, προφανώς σε συλλογικό επίπεδο, μια αντίδραση γοητείας, όμως συμβαίνει όπως όταν έχουμε την παρουσία ενός φετιχιστικού σύμπαντος, ενός λατρευτικού αντικειμένου. Δεν το λέω αυτό για να αρνηθώ αυτή την πραγματικότητα, αν και είναι αλήθεια ότι δεν συμμετέχω, δεν ανήκω σε αυτή και, συνεπώς, κατά μία έννοια είμαι κακός κριτής και μιλώ προκατειλημμένα· όμως αυτό που μου φαίνεται ξεκάθαρο είναι ότι για να υπάρχει σαγήνη χρειάζεται να υπάρχει μια σκηνή της σαγήνης και πραγματικοί, όχι απλώς διαδραστικοί ηθοποιοί, ηθοποιοί που διακυβεύουν την ταυτότητά τους με στόχο τη σαγήνη. Είτε στην ερωτική σαγήνη είτε σε οποιουδήποτε άλλου είδους σαγήνη, καλλιτεχνική, αισθητική ή άλλη, διακυβεύεται μια ταυτότητα, φτάνοντας μέχρι την απώλεια της, όμως πάντοτε στο πλαίσιο μιας δυαδικής σχέσης. Υπάρχει έπειτα μια απόλαυση στη σαγήνη που δεν έχει καμία σχέση με τη γοητεία της οθόνης και τη λειτουργία του Ίντερνετ. Γι’ αυτό όχι, κάνω μια απόλυτη διάκριση ανάμεσα σε αυτά τα δύο πράγματα και σαφώς ποτέ δεν μίλησα για τη σαγήνη σε σχέση με το Ίντερνετ, για την ακρίβεια εκεί δεν είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Υπάρχει, ωστόσο, μια σχέση έλξης, κι αυτό είναι προφανές, η λεγόμενη συλλογική γοητεία, ναι, κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρχει. Όμως επιστρέφουμε και πάλι στην προηγούμενη συζήτηση, δηλαδή πρέπει να μεταφερθούμε στο επίπεδο της ειρωνείας και να πούμε: «Όλα αυτά δεν είναι ίσως μια άλλη σκηνή, πάνω στην οποία αναπαρίσταται η κωμωδία του Ίντερνετ και όλου του εικονικού κόσμου, της κυβερνητικής, κλπ; Σε συλλογικό επίπεδο ίσως κι αυτό να είναι μονάχα ένα μεγάλο παιχνίδι, που δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να το πάρουμε στα σοβαρά, έτσι όπως καθημερινά έχουμε την κωμωδία της πολιτικής κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Λοιπόν, υπάρχει μια σκηνή της πολιτικής, η οποία, όμως, τώρα πια έχει γίνει η έδρα ενός θεάτρου αν όχι κωμικού, τουλάχιστον, σε κάθε περίπτωση, πολύ λιγότερου δραματικού, χωρίς αμφιβολία. Το Ίντερνετ είναι κάτι το καινούργιο, το αυθεντικό αν προτιμάτε, όμως όπως λέω, υπάρχει ήδη κάτι πανομοιότυπο στα μέσα. Το ίδιο το Ίντερνετ είναι ήδη διαιρεμένο στο μηντιακό σχόλιο που κάνει και στην παγκόσμια κατανάλωσή του, και μάλιστα το ίδιο το Ίντερνετ δεν είναι πλέον Ίντερνετ, αλλά έχει προσελκυστεί στο σύστημα της προσομοίωσης και κατά βάθος έχει ήδη μεταμορφωθεί. Ανήκει στην κουλτούρα του web, του net και ταυτοχρόνως βρίσκεται ήδη στην υπερ-πραγματικότητα αυτών των οντοτήτων, γιατί με αυτή την έννοια δεν σταματά, κι είναι αυτό είναι καλό: θέλω να πω ότι διαφορετικά θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι το Ίντερνετ είναι η έσχατη, η οριστική τεχνική επανάσταση και θα μπορούσαμε να σκεφτούμε «να φτάσαμε, αυτή είναι πραγματικά η απόλυτη, η ολοκληρωμένη πρόοδος». Λοιπόν, αυτό, κατά κάποια έννοια, θα ήταν ο θάνατος, αλλά ευτυχώς το Ίντερνετ ξανάγινε το αντικείμενο ενός παιχνιδιού και, στο κάτω-κάτω της γραφής, καταναλώνεται κάπως με τον τρόπο που κάποια άτομα πληρώνουν για να από-κτήσουν ένα κινητό τηλέφωνο μόνο για να δείξουν στους άλ-λους ότι το έχουν. Μπορεί να είναι εκατομμύρια τα άτομα που φέρονται έτσι, μπορεί με αυτόν τον τρόπο να έχει δημιουργηθεί μια νέα κουλτούρα, ένα νέο περιβάλλον, όμως παρόλα αυτά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να μην παίρνουμε πολύ στα σοβαρά την ιδέα ότι οι βάσεις του ανθρώπου και του πολιτισμού του θα επαναστατικοποιηθούν από μια τεχνική, όποια κι αν είναι αυτή, ακόμη και από το Ίντερνετ.

Ερώτηση: Όμως είναι αλήθεια ότι φοβίζει ο Bug της χιλιετίας, ή όχι;

Μπωντριγιάρ: Ναι, στο βάθος υπάρχει κι αυτός ο φόβος, όμως ταυτοχρόνως είναι και όπως μια γοητεία, όταν την ίδια στιγμή φοβόμαστε αλλά λέμε: «Ναι, μου αρέσει που θα συμβεί κάτι στην πραγματικότητα». Παραδόξως, πράγματι, βρισκόμαστε σε έναν κόσμο που έχει υπεραφθονία συμβάντων και πληροφοριών, ωστόσο έχει κανείς την εντύπωση ότι τώρα πια δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και γι’ αυτό αναζητεί αναμφιβόλως ένα ολικό συμβάν, κάτι που θα μπορούσε να αναπληρώσει ενός είδους κάθαρση. Κι έτσι η συμβολική λήξη της χιλιετίας χρησιμεύει ακριβώς στην αποκρυστάλλωση αυτή της αναζήτησης του φαντασιακού. Λοιπόν, εν τη παρουσία μιας ισχυρής αποκρυστάλλωσης, παράγονται αποτελέσματα άκρως θετικά και άκρως αρνητικά. Τρέφουμε δηλαδή ένα είδος ελπίδας για το έτος 2000, για την ιδέα ότι θα σβήσουν όλοι οι υπολογιστές, ότι θα ξεπλυθούν όλες οι αμαρτίες του 20ου αιώνα, τόσο γεμάτου με βία, πολέμους κλπ και ότι θα ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή με μια μορφή συλλογικής αθωότητας. Αυτή η ελπίδα υπάρχει, όμως, ταυτοχρόνως, πιστεύω ότι συνοδεύεται από μια αντίστροφη ελπίδα, ότι δηλαδή, ακριβώς, δεν θα καταρρεύ-σουν τα πάντα, αλλά ότι θα υπάρξει μια πραγματική κατά-στροφή, ένα ατύχημα δεν ξέρω κι εγώ τι είδους, το οποίο θα δώσει ζωή σε ένα συμβάν πραγματικά κρίσιμο και καθοριστικό. Ιδού λοιπόν γιατί όλα τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με αυτό το τέλος του αιώνα είναι, στο κάτω-κάτω της γραφής, μεγάλα ψευδο-συμβάντα, μεγάλες παγκόσμιες παραγωγές, είτε πρόκειται για τη λαίδη Νταϊάνα είτε για τον Κλίντον είτε για οτιδήποτε άλλο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν δεδομένα αλλά είδη σεναρίων για μαζική κατανάλωση, όχι απλά γεγονότα. Εν συντομία, δεν ξέρω να πω τι ελπίζει ο κόσμος: περιμένει, ταυτοχρόνως, το χειρότερο και το καλύτερο, και είμα-στε τυχεροί, γιατί αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη χώρος για το φαντασιακό.

Ερώτηση: Έχεις υποστηρίξει ότι η σημερινή κοινωνία θα μπορούσε να καταστείλει ακόμη και την ίδια την ιδέα του θανάτου. Τι αντιπροσωπεύει τότε για σένα η κλωνοποίηση;

Μπωντριγιάρ: Αντιπροσωπεύει, αν θέλετε, μια τροπικότητα αυτής της τεχνητής αθανασίας, έναν δρόμο για να πάμε πέρα από τον θάνατο, έχοντας σαν στόχο το να μην υποστούμε την πλέον θλιβερή μοίρα των έμβιων όντων, δηλαδή όντας σεξουαλικοί και θνητοί να φτάσουμε να βρούμε ένα πλήρες υποκατάστατο του να είμαστε νεκροί. Μπορούμε να αναπαράγουμε με έναν μοναδικό τρόπο αυτό που είμαστε και μάλιστα επ’ άπειρον, αφού τελικά βρήκαμε την αθανασία των πρωτοζωικών όντων, των οργανισμών που υπάρχουν χωρίς τη σεξουαλική αναπαραγωγή, των χρόνων της αναπαραγωγής με ένα μοναδικό αντίγραφο. Αυτή είναι, συνεπώς, μια μορφή αθανασίας και όχι ότι δεν θα υπάρχει πλέον ο ατομικός θάνατος, αλλά στη θέση του θα έχουμε ένα τεχνικό εγχείρημα, το οποίο μπορεί να γίνει μέχρι και φαντασιακό. Δεν ξέρω καλά ποιος από τους δύο όρους προηγείται, αν είναι η τεχνική που σέρνει το φαντασιακό ή το αντίστροφο, αν είναι το φαντασιακό που κατευθύνει την τεχνική· όμως η ιδέα της αποβολής του θανάτου, της εξάλειψής του από το περιβάλλον της ζωής και τελικά η διατήρηση από τη ζωή το δίχως άλλο των καλών πλευρών της, ακυρώνοντας όλες τις αρνητικές της, όλα αυτά είναι ήδη παρόντα, θέλω να πω, στην ιδέα, στη φανταστική προβολή. Έτσι αυτή η ιδέα υλοποιείται στη συνέχεια με τις τεχνικές, που θα γίνουν αυτό που θα γίνουν, όμως είναι βέβαιο ότι αναγκαστικά θα μπουν στην πράξη: κάτι τέτοιο είναι προφανές, αφού η έλξη είναι πολύ έντονη και ακόμη και αν κάποιες επιτροπές ηθικής και πάει λέγοντας κινητοποιηθούν, η συλλογική έλξη είναι ανίκητη. Συνεπώς θα συμβεί, θα γίνει πράγματι μια προσπάθεια να εξαλειφθεί ο θάνατος, ο ατομικός: για κάτι τέτοιο μιλάω, αφού, ωστόσο, από τον θάνατος ως τέτοιο θα μείνει ένα φά-ντασμα, ένα φάντασμα που διαπερνά τις διάφορες εποχές και είναι τόσο παλιό όσο ο κόσμος και ανήκει στον ίδιο τον πολιτισμό μας, αφότου αυτός είναι ο πρώτος που μας παρέχει τα εργαλεία για να προκαλούμε τον θάνατο. Όσο ένα φάντασμα παραμένει φάντασμα, έχει καλώς, ανήκει στο φανταστικό, όμως όταν έχουμε τα εργαλεία για να το κάνουμε πραγματικότητα, τότε, θα έλεγα, ο κίνδυνος είναι μέγιστος, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, γιατί πράγματι κινδυνεύουμε να τον συναντήσουμε όπως εκείνο το φάντασμα που είναι το ίδιο θνητό, με τη χειρότερη έννοια του όρου. Αυτό μπορεί πράγματι να σημαίνει τίποτα λιγότερο από την εξαφάνιση του είδους, όμως αυτό είναι το διακύβευμα.

Ερώτηση: Από όλα αυτά μπορεί να προέλθει μια νέα ηθική;

Μπωντριγιάρ: Πιστεύω πως όχι. Σαφώς, κάθε προσπάθεια αντίθεσης σε αυτή τη διαδικασία, να ξαναδημιουργηθεί, να βρεθεί σε αυτή ένα ηθικό νόημα, δηλαδή να υπάρξει μια ηθική της επαναρρύθμιση, μου φαίνεται προορισμένη να ηττηθεί. Δεν βλέπω την ελάχιστη πιθανότητα οικειοποίησης μιας ηθικής ανάλογης με αυτό το νέο φαινόμενο, γιατί η ηθική προϋποθέτει, κατά βάθος, μια ουσία του ανθρώπου ως τέτοια, μια αρχή, πώς να το πούμε;, ελευθερίας, ευθύνης, κλπ. Το άτομο με την ελευθερία του, σε σχέση με την κοινωνική διάσταση και πάει λέγοντας –όλα αυτά τα στοιχεία έχουν σε μεγάλο βαθμό περιθωριοποιηθεί στο πλαίσιο αυτού του νέου εγχειρήματος. Δεν βλέπω πια μια ηθική, αλλά δεν πιστεύω πως κάτι τέτοιο πρέπει να μας οδηγήσει στην απόγνωση. Αυτό το εγχείρημα είναι πράγματι θεμελιωδώς ανήθικο και δεν πιστεύω πως οποιαδήποτε ηθική επιτροπή μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Άλλωστε, αν δούμε καλύτερα όλες αυτές τις ηθικές επιτροπές, θα διαπιστώσουμε αμέσως και εκ των προτέρων πως είναι προορισμένες να ηττηθούν, όμως θα συνεχίσουν να δημιουργούνται αφού υπάρχει ανάγκη σωτηρίας της ψευδαίσθησης για την ύπαρξη μιας ηθικής: πρέπει, παρά το γεγονός ότι όλη αυτή η κοινωνία αντανακλάται σε κάποιο είδος ηθικού και φιλοσοφικού καθρέφτη, αφού δεν μπορεί να αφιερωθεί ηθικά σε ένα τέτοιου τύπου εγχείρημα αλλά οφείλει να ενατενίζεται μια εικόνα όμοια με την ίδια, να θρέφει, θα μπορούσα να πω, μια κάποιου είδους νο-σταλγία για ένα σύστημα αξιών. Όμως ένα τέτοιο σύστημα αξιών κομματιάζεται από αυτό το επιστημονικό ή ίσως παρα-επιστημονικό εγχείρημα. Δεν μπορώ να κρίνω την επιστημονική αρχή αυτής της ιστορίας ούτε την αντικειμενική φύση των πραγμάτων. Όμως,  αναλογιζόμενοι τις συνέπειες, είναι αλή-θεια ότι προπάντων το ηθικό, το φιλοσοφικό αλλά και το κοινωνικό σύμπαν, βρίσκονται σε μεγάλη καθυστέρηση.

 

(26 Απρίλη 1999)

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ: μια συνέντευξη του Ζαν Μπωντριγιάρ στον Ενρίκο Μπάι


Με τον Ζαν Μπωντριγιάρ με συνδέει μια μακρά φιλία. Προσφάτως κυκλοφόρησε ένα δοκίμιο το οποίο αυτός θεωρεί ως ένα από τα βασικότερά του, δίπλα στην Καταναλωτική κοινωνία, τη Συμβολική ανταλλαγή και ο θάνατος, τη Γοητεία και τις Μοιραίες στρατηγικές. Πρόκειται για το βιβλίο Η αδύνατη ανταλλαγή (εκδόσεις Galilée), το οποίο βασίζεται σε τρία θεωρήματα. Το πρώτο αφορά την ακατανοησία του κόσμου, δηλαδή μοιάζει λες και το καθήκον της ανθρώπινης σκέψης είναι να τον καταστήσει ακόμη πιο αινιγματικό και ακατανόητο. Το δεύτερο θεώρημα υποστηρίζει ότι αυτός ο παραληρηματικός μας κόσμος πρέπει να παρατηρηθεί από μια παραληρηματική οπτική γωνία. Το τελευταίο σημείο αφορά το παιχνίδι και τον παίκτη, με τον ισχυρισμό ότι ο παίκτης δεν μπορεί ποτέ να είναι μεγαλύτερος από το ίδιο το παιχνίδι. (Ενρίκο Μπάι)

Μπάι: Στο τελευταίο σου βιβλίο εδραιώνεις την άποψη ότι αυτή η τυχαία και κατακερματισμένη κοινωνία κυριαρχείται από την αρχή της αβεβαιότητας. Όμως πρόκειται για μια δημιουργική και συνεπώς θετική αβεβαιότητα.

Μπωντριγιάρ: Υπάρχει μια ασταθής συνθήκη την οποία μπορούμε να εκμεταλλευτούμε, δεν λέω με θετικούς όρους, δεν αγαπώ αυτό το επίθετο, αλλά για ποιητικούς σκοπούς, μοναδικούς. Θέλω να πω ότι αυτή η ίδια η συνθήκη, η αβεβαιότητα, μπορεί να είναι αγχώδης, όμως μπορεί να είναι και συναρπαστική, υπό τον όρο να καταστεί ένα παιχνίδι και συνεπώς να καταστεί η αρχή της αβεβαιότητας ένας κανόνας, ο κανόνας του παιχνιδιού. Δεν θα έχει να κάνει αναγκαστικά με ένα παιγνιώδες παιχνίδι και πολύ περισσότερο με τα βιντεοπαιχνίδια. Υπαινίσσομαι κυρίως την αρχή ενός αυθαίρετου παιχνιδιού, στο οποίο, ωστόσο, υπάρχει ένας κανόνας, αυθαίρετος μεν αλλά όχι τυχαίος. Το παιχνίδι του σκακιού, τα παιχνίδια με χρήματα, μπορούν επίσης να είναι αυθαίρετα και τυχαία, ωστόσο εμπεριέχουν έναν κανόνα. Λέω έναν κανόνα, όχι έναν νόμο.

Μπάι: Έναν κανόνα που δεν πρέπει να παραβιάζεται.

Μπωντριγιάρ: Όχι. Τον νόμο μπορείς να τον παραβιάσεις και μάλιστα θα λέγαμε ότι ο νόμος έγινε για να παραβιάζεται. Ο κανόνας, αντιθέτως, έχει φτιαχτεί για να τηρείται˙ όμως στο εσωτερικό του κανόνα μπορείς να αλλάξεις τα όρια του πραγματικού μέσω των δικών σου νόμων και της δικής σου αρχής της οικονομίας και συνεπώς μπορεί να καταλήξεις να βρεθείς πέρα από το οικονομικό, πέρα από τα πράγματα. Ο παίκτης  μπορεί να καταλήξει σε κάτι τέτοιο τιθέμενος πέραν: όμως το παιχνίδι, κατά τη γνώμη μου, είναι μια δυαδική αρχή, δεν είναι μια ατομική αρχή. Συνεπώς ο κανόνας παραμένει υπέρτερος. Παίζεις γιατί υπάρχει ένας κανόνας, συνεπώς παίζεις σύμφωνα με τον κανόνα. Ο παίκτης δεν μπορεί να τον καταστρέψει, γιατί σε αυτή την περίπτωση δεν θα είναι πλέον δυνατό το παιχνίδι. Ο νόμος, αντιθέτως, μπορεί να παραβιαστεί˙ παραμένει ένας παραβιασμένος νόμος που στη συνέχεια θα παραβιαστεί κι άλλες φορές και όλα θα συνεχίζονται όπως πρώτα.

Μπάι: Όμως υπάρχουν και συλλογικά παιχνίδια, ομαδικά…

Μπωντριγιάρ: Αυτά είναι παιχνίδια ανταγωνιστικά, είναι κάτι άλλο. Ο Ροζέ Καγιουά είχε διακρίνει τέσσερις κατηγορίες στο παιχνίδι: Μίμησις, δηλαδή η αναπαράσταση και το θεατρικό παιχνίδι˙ Αγών, δηλαδή ο ανταγωνισμός˙ Τύχη, δηλαδή τα τυχερά παιχνίδια˙ Ίλιγγος, δηλαδή τα ιλιγγιώδη παιχνίδια. Εύρισκα ανέκαθεν ιδιοφυή αυτή τη διάκριση, αφού σε όλα τα δημιουργικά έργα, είτε αυτά είναι αντικείμενα, ζωγραφιές, φωτογραφίες ή συμβάντα, είναι αναγκαίο  να υπάρχει ένα αναπαραστατικό μέρος, ανταγωνισμός, ο τζόγος της τύχης αλλά και μια αίσθηση ιλίγγου.

Μπάι: Στο βιβλίο σου μοιάζει να εξομοιώνεις με την ανάγκη για απόδραση.

Μπωντριγιάρ: Η απόδραση είναι μια θεώρηση εύκολη, σχεδόν περιθωριακή της πραγματικότητας, ενώ όταν εγώ μιλώ για παιχνίδι μιλώ για το μεγάλο παιχνίδι του κόσμου, αυτού του κόσμου που είναι ένα παιχνίδι αλλά και παίζει και ο ίδιος. Εδώ δεν παίζουμε κρυφτό, καθώς συμμετέχουμε πλήρως σε αυτό και πολλά πράγματα ανάγονται στο παιχνίδι. Και η γοητεία είναι ένα παιχνίδι, ανάμεσα σε δύο υπάρξεις φυσικά.

Μπάι: Αναφερόμενος στη γραφή, μιλάς για την εικονική, αυτόματη γραφή…

Μπωντριγιάρ: Η εικονική αυτόματη γραφή, βάσει των όρων των νέων εικονικών και πληροφοριακών τεχνολογιών, σημαίνει την τάση παραγωγής ενός κόσμου που εκτυλίσσεται μόνος του. Σε αυτό το σημείο είναι η τεχνολογία που βαδίζει μόνη της, είναι η αυτόματη γραφή της τεχνικής που βαδίζει χωρίς υποκείμενο. Να τι συμβαίνει στο εικονικό: δεν υπάρχει πλέον υποκείμενο, είναι ο υπολογισμός που λειτουργεί μόνος του, είναι ο αριθμός, είναι η λογικο-μαθηματική σύνθεση, είναι η αυτοπαραγωγή ενός συστήματος που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του κατά τρόπο ταυτολογικό.

Μπάι: Η ιδέα της αιώνιας επιστροφής, για την οποία μιλάς στο νέο σου βιβλίο, προϋποθέτει μια κυκλική κίνηση αντίθετη με εκείνη την ιστορική γραμμική του γίγνεσθαι χωρίς επιστροφή.

Μπωντριγιάρ: Μπορούμε σαφώς να φανταστούμε έναν κύκλο στον οποίο καταλήγουμε να βρισκόμαστε πάντοτε στο ίδιο σημείο. Η αιώνια επιστροφή είναι ένα σημείο, όπως λέει ο Νϊτσε, που είναι πάντοτε το ίδιο σημείο. Μπορούμε να υποθέσουμε την ύπαρξη τριών μορφών του χρόνου. Πρώτα απ’ όλα υπάρχει ο κυκλικός χρόνος, που είναι ο μυθολογικός χρόνος περασμένων κουλτούρων. Έπειτα υπάρχει ο γραμμικός χρόνος, που είναι ο ιστορικός χρόνος. Σήμερα βρισκόμαστε στον πραγματικό χρόνο, που δεν είναι πλέον ο ιστορικός χρόνος, αλλά ο χρόνος στον οποίο βρισκόμαστε ταυτοχρόνως σε όλα τα μέρη του κόσμου και σε όλες τις γωνίες του χρόνου. Πρόκειται για μια «φρακταλοποίηση» του γραμμικού χρόνου, που είναι το αποτέλεσμα ενός συνόλου φράκταλ, κάτι που μας απομακρύνει πολύ από τον κυκλικό χρόνο. Δηλαδή ο κυκλικός χρόνος εξαφανίζεται στον γραμμικό χρόνο και ο γραμμικός χρόνος εξαφανίζεται στον πραγματικό χρόνο. Μπορούμε σαφώς  να πούμε ότι πρώτα υπήρχε ένας κύκλος, μετά μια ευθεία γραμμή και τελικά μια ευθεία γραμμή αποτελούμενη από μια σειρά σημείων.

Μπάι: Σε σχέση με τον χρόνο εισάγεις την αντίθεση ανάμεσα σε δύο έννοιες που θα μπορούσαν να εξομοιωθούν: την έννοια της αλλαγής και αυτή του γίγνεσθαι.

Μπωντριγιάρ: Η μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στην αλλαγή και το γίγνεσθαι είναι σημαντική και ήδη προφανής ανάμεσά μας. Ο Νίτσε, μιλώντας για τα σύγχρονα άτομα, υποστηρίζει: «Αυτά αλλάζουν, αλλάζουν συνεχώς, αλλά δεν γίνονται ποτέ κάτι». Αυτό το γεγονός το ζούμε καθημερινά και αυτή η παρατήρηση ισχύει επίσης για τα συμβάντα και την πληροφορία. Αυτή η αλλαγή χωρίς γίγνεσθαι είναι ο κόσμος του εικονικού. Είναι η δυνατότητα υιοθέτησης όλων των μορφών που είναι χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης εργασίας και συνιστά ένα είδος μορφισμού. Και ο μορφισμός σε αυτή τη συνεχή τυπική αλλαγή είναι ακριβώς το αντίθετο της έννοιας της μεταμόρφωσης.

Μπάι: Υποστηρίζεις επίσης σε αυτό το βιβλίο ότι είναι η τηλεόραση που μας κοιτάζει, ότι είναι το βιβλίο που μας διαβάζει, ότι είναι η εικόνα που μας παρατηρεί.

Μπωντριγιάρ: Οι εικόνες, παρατηρώντας μας, γίνονται αυτόνομες, αποκτούν μια αυτόνομη δύναμη και μας κρατούν ομήρους. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να γινόμαστε εμείς οι ίδιοι μια εικόνα, χωρίς ταυτότητα, αν ποτέ υπήρξε μία τέτοια. Σε αυτό το σημείο, στην αλύσσωση των εικόνων, εμείς δεν είμαστε παρά ένας κρίκος. Δεν υπάρχει πλέον το υποκείμενο που κοιτάζει διαθέτοντας μια αρχή κρίσης, απόλαυσης ή κάτι άλλο. Στη θέση όλων αυτών υπάρχει ένα πέρασμα εικόνων σε μια μαγνητική συχνότητα. Και εκεί ξαναβρίσκουμε ένα είδος αυτόματης γραφής του εικονικού.

Μπάι: Όπου το άτομο χάνεται ακριβώς μέσα στην εικόνα του…

Μπωντριγιάρ: Η ατομικότητα είναι ένα είδος αναπαραστατικού μοντέλου, που υπάρχει εφόσον υπάρχει ένα είδος συναίνεσης, όμως είναι ένα σύστημα αξιών άκρως εύθραυστο.

Μπάι: Κατά τη γνώμη σου όλες οι υπερβατικές αξίες έχουν απορροφηθεί από την τεχνολογία, η οποία έχει γίνει το σύμβολο του Καλού, ενώ η υπέρβαση έχει εγκαταλειφθεί στις δυνάμεις του Κακού. Και παραθέτεις τον Τσερονέτι, για τον οποίο η αρετή δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα μέσα μεταφοράς.

Μπωντριγιάρ: Αυτό που λέει ο Τσερονέτι είναι μία μεταφορά, που ισχύει όταν λέμε ότι τα παραδοσιακά μέσα δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα ΜΜΕ. Όσον αφορά το κακό και το καλό, αυτά είναι η αντανάκλαση του ενός στο άλλο: είναι ασύμμετρα. Και ο λόγος για το καλό και το κακό έχει να κάνει με μια μορφή, αυτή του παγόβουνου. Το καλό είναι πάνω, χωρισμένο από το κάτω μέρος, που είναι πολύ μεγαλύτερο, από μια ίσαλο γραμμή, η οποία είναι μια γραμμή ταλαντευόμενη. Το κακό, είναι κάτω, δεν το βλέπουμε. Αυτή η φιγούρα του παγόβουνου συγκρούεται, στην πραγματικότητα, όπως και στη φαντασία, με το δυαδικό της ομόλογο, που είναι ο Τιτανικός. Και συμβαίνει αυτό που συμβαίνει. Ακόμη και στα μεγάλα σκάφη υπάρχει μια ίσαλος γραμμή που χωρίζει την επιφάνεια από το βυθισμένο μέρος. Το τέλειο έγκλημα, διαπραττόμενο στο όνομα του καλού, συνίσταται στην οργάνωση ενός τεχνικού και τεχνητού σύμπαντος στερούμενου αντισωμάτων, του οποίου ο Τιτανικός θα έπρεπε να είναι το τέλειο σύμβολο. Ένας κόσμος φτιαγμένος για να ικανοποιεί τις επιθυμίες μας. Ο λόγος περί επιθυμίας είναι ένας λόγος μερικός, χωριστός από τη γοητεία, γιατί η γοητεία παίζει με την επιθυμία, αλλά δεν είναι η επιθυμία. Τώρα πια ακόμη και στο σεξουαλικό η επιθυμία είναι μια δευτερεύουσα ενσάρκωση. Η επιθυμία έχει καπαρώσει το σεξουαλικό καθιστώντάς το αμφίθυμο και κατά συνέπεια το σεξουαλικό έχει γίνει τα πάντα και τίποτα: ο λόγος για το σεξ είναι τώρα πια ένας λόγος της κάλυψης.

Μπάι: Αίσθηση, επιθυμία, χαρά. Τι ψάχνει ο άνθρωπος μέσω της εικονικής εικόνας;

Μπωντριγιάρ: Αν οι άνθρωποι ψάχνουν αυθεντικές και ευφυείς μηχανές είναι γιατί δεν πιστεύουν πια στην αυθεντικότητά τους, συνεπώς θέλουν να απελευθερωθούν από την ίδια τους την αντανάκλαση τους και από την ίδια τους τη γνώση. Κι έτσι οι υπολογιστές είναι προϊόντα μειονεκτικών και παράγουν μειονεκτικούς, άτομα που στερούνται εν μέρει της λειτουργίας τους.


Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

Glory days



Είχα προγραμματίσει να ταξιδέψω στη Ρώμη μεταξύ 7ης και 9ης Δεκεμβρίου του σωτηρίου έτους 2021, αλλά όντας ανεμβολίαστος και πληροφορηθείς την επικείμενη σκλήρυνση των μέτρων στη γείτονα εις βάρος ανθρώπων όπως εγώ, αποφάσισα να επισπεύσω το ταξίδι, μπας και προλάβω κάποια πράγματα, δηλαδή την επίσκεψη σε βιβλιοπωλεία, εστιατόρια, καφέ, ή τη χρήση των μαζικών μέσων μεταφοράς χωρίς την επίδειξη rapid test, που έτσι κι αλλιώς ήμουν υποχρεωμένος να έχω κάνει για να μπορέσω να ταξιδέψω, αλλά μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου δεν χρειαζόταν να το επιδεικνύω σε κάθε μου είσοδο στους προαναφερθέντες χώρους. Βεβαίως θα έχανα την έκθεση βιβλίου Piu libri piu liberi, που ήταν ο βασικός μου λόγος επίσκεψης στη Ρώμη, αλλά από το ολότελα… (δεν το συνεχίζω για ευνόητους λόγους). Προκειμένου να πραγματοποιήσω το ταξίδι μου, πέρα από τα κλασικά ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο, ταυτότητα…) χρειαζόταν να υποβληθώ σε rapid test, τόσο για την είσοδο μου στην Ιταλία όσο και για την επάνοδο μου στην Ελλάδα, αλλά και να διαθέτω το περίφημο EU Digital Passenger Locator Form (dPLF), δηλαδή ένα έγγραφο εφοδιασμένο με έναν μοναδικό κωδικό, όπου πέρα από τις πληροφορίες για την πτήση μου προς και από Ιταλία, θα αναγράφονταν το κινητό μου τηλέφωνο, ο αριθμός της αστυνομικής μου ταυτότητας, το e-mail μου, η σταθερή μου διεύθυνση στην Ελλάδα, η προσωρινή μου διεύθυνση στη χώρα επίσκεψης, τα πλήρη στοιχεία ενός ατόμου για έκτακτη ενημέρωση σε περίπτωση προβλήματος, αλλά και η δήλωσή μου ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία είναι σωστά. Ως ευυπόληπτος πολίτης, πριν την αναχώρησή μου προέβην στον απαραίτητο ιατρικό έλεγχο, ενώ είχα έτοιμα και όλα τα απαραίτητα έγγραφα για το ταξίδι μου. Και μάλιστα διπλοτυπωμένα, αφού το κινητό τηλέφωνο που διαθέτω είναι μόνο για τηλεφωνικές κλήσεις, λήψη περιορισμένου αριθμού φωτογραφιών και την  πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω e-banking, κι έτσι δεν έχω τη δυνατότητα επίδειξης αυτών των εγγράφων και των αντίστοιχων κωδικών τους μέσω της τηλεφωνικής συσκευής.

Στην Ιταλία, λίγο-πολύ, έκανα όσα είχα προγραμματίσει, παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, δηλαδή συνεχείς βροχοπτώσεις, που ενίοτε ήταν τόσο έντονες ώστε να γίνεται πολύ δύσκολη μέχρι και αδύνατη η μετακίνηση, τουλάχιστον με τα πόδια (και αν δεν περπατήσεις στη Ρώμη πού θα περπατήσεις;). Πέρα από τα βιβλιοπωλεία, το αρνητικό rapid test μου έδινε τη δυνατότητα να επισκεφτώ και εκθέσεις, κι έτσι πήγα σε μια μικρή αναδρομική έκθεση του φλωρεντινού Βινίτσο Μπέρτι (ζωγράφου και σχεδιαστή κόμικς, από τις κορυφαίες φιγούρες του ιταλικού astrattismo) και σε άλλη μία του μιλανέζου Μπρούνο Μουνάρι (τεράστιου σχεδιαστή, μέχρι και παιδικών, μαθησιακών και μη αντικειμένων), όπου πέρα από την επίδειξη του rapid test, υπεβλήθη και σε θερμομετρικό έλεγχο μέσω μιας οθόνης στην οποία έβλεπα την εικόνα μου και προφανώς ήταν συνδεδεμένη με θερμόμετρο. Λόγω του κρύου, στην αρχή σκέφτηκα ότι μπορεί να είχα υποθερμία και συνεπώς πρόβλημα εισόδου, όμως τελικά τίποτα τέτοιο δεν συνέβη και μπόρεσα να δω και τις δύο μικρές, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες, εκθέσεις. Και επειδή αναφέρθηκα στη βροχή, πριν πάω στην έκθεση του Μπέρτι σκέφτηκα να πιω τον μεσημεριανό καφέ μου στη βία Βένετο που είναι κοντά στον χώρο της έκθεσης, όταν ξέσπασε μια απίστευτη μπόρα και να ’μαι εγώ να πίνω καφέ και να καπνίζω το τοσκάνο μου υπό την προστασία μιας μεγάλης ομπρέλας με τη συμπαθέστατη και λίαν εξυπηρετική γκαρσόνα να με κοιτάζει κάπως περίεργα για την επιλογή μου (δηλαδή να κάθομαι έξω και να διαβάζω αμέριμνος το τελευταίο πόνημα του Πάολο Βίρνο Περί αδυναμίας, πίνοντας και καπνίζοντας, ενώ γύρω μου γινόταν κυριολεκτικά βρόχινος χαμός). Το βράδυ της Τετάρτης 1ης Δεκεμβρίου στον κατειλημμένο χώρο ESC atelier στο Σαν Λορέντσο που απειλείται με εκκένωση, γινόταν η παρουσίαση του πολύ ενδιαφέροντος συλλογικού βιβλίου Umanità a perdere. Sindemia e reristenze, έκδοση του Osservatorio sulla Repressione, στην οποία επίσης παραβρέθηκα μετά την απόλαυση μιας πίτσας με προσούτο και ρόκα (παραβιάζοντας τους διατροφικούς μου κανόνες) στη καλύτερη πιτσαρία (κατά τη γνώμη μου) της Ρώμης, τη Formula 1 (επίσης στο Σαν Λορέντσο).

Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, έσπευσα να κάνω το απαραίτητο rapid test για την επάνοδό μου στην Ελλάδα. Μετά από εξονυχιστικό έλεγχο των εγγράφων στο αεροδρόμιο της Ρώμης, επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο, όπου λίγο πριν την προσγείωση ανακοινώθηκε ότι κάποιοι-ες από τους επιβάτες θα περνούσαν δειγματοληπτικό έλεγχο για κορονοϊό. Από τη μικρή μου πείρα όσον αφορά τέτοιου τύπου ελέγχους, θεώρησα ότι μπορεί να περνούσα ή και να μην περνούσα μια ανάλογη διαδικασία, αλλά καλού-κακού είχα έτοιμο προς επίδειξη το rapid test μου (εννοείται αρνητικό). Όμως πλησιάζοντας στο σημείο ελέγχου, τα εντεταλμένα όργανα της τάξης ζητούσαν την επίδειξη όχι του rapid test, πιστοποιητικού νόσησης ή εμβολιασμού, αλλά του PLF και μάλιστα από όλους τους επιβάτες, όχι δειγματοληπτικά. Και τότε, ως εκ θαύματος, το μηχάνημα του οργάνου της τάξης, αφού τοποθετήθηκε πάνω στον μοναδικό κωδικό (Unique Code) που φέρει αυτό το έγγραφο, έβγαλε ένα κόκκινο φως και αμέσως παραπέμφθηκα για έλεγχο μέσω και πάλι rapid test. Επαναλαμβάνω για όσες-ους δεν το κατάλαβαν, ότι δεν ελέγχθηκα βάσει του rapid test, του πιστοποιητικού νόσησης ή εμβολιασμού, αλλά βάσει του PLF και του Unique Code. Οδηγήθηκα στον χώρο του τεστ, όπου η ευγενική υπάλληλος, αφού το έκανε, μου ανακοίνωσε ότι το αποτέλεσμα θα το λάμβανα αργότερα στο κινητό μου. Επειδή στο αεροδρόμιο με ανέμεναν η πολυαγαπημένη μου Άννα και ο λατρευτός μου Ερρίκος, υπέστην αγογγύστως τη διαδικασία και έσπευσα στην έξοδο και στην αγκαλιά τους. Καμιά ώρα μετά, έλαβα μήνυμα με την αρνητικότητα του τεστ στο οποίο είχα υποβληθεί. Την επομένη, επικοινώνησα με τας αρμοδίους αρχάς, προκειμένου να λάβω τη διήμερη δυνατότητα κυκλοφορίας στους «απαγορευμένους τόπους» που εξασφαλίζει το αρνητικό test και τότε έμαθα ότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, αφού δεν είχα πληρώσει γι’ αυτό. Το γεγονός δηλαδή ότι υπεβλήθην σε υποχρεωτικό έλεγχο και ότι πληρώνω εδώ και τριάντα τρία χρόνια τις ασφαλιστικές μου εισφορές (που καλύπτουν και το υγειονομικό κόστος εξετάσεων και περίθαλψης) αλλά και τους φόρους που αναλογούν στην επαγγελματική μου δραστηριότητα, δεν είχε καμία σημασία.

Όμως το σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αυτό, αλλά το ότι το έγγραφο το οποίο με οδήγησε σε περαιτέρω έλεγχο δεν ήταν η γνησιότητα ή μη του υγειονομικού μου εγγράφου, αλλά το ταξιδιωτικό έγγραφο PLF. Στο οποίο, απ’ ότι φαίνεται, αναγραφόταν ήδη ότι οφείλω να υποβληθώ έτσι κι αλλιώς σε έλεγχο. Επειδή είμαι ανεμβολίαστος; Ή για κάποιον άλλο λόγο; Το αφήνω στην κρίση του καθενός και της καθεμιάς. Και επειδή έχει τύχει να εκδώσω τόσο το κείμενο του Ζυλ Ντελέζ για την Κοινωνία του Ελέγχου όσο και τα κείμενα του Τζόρτζο Αγκάμπεν για την πολιτική αντιμετώπιση της πανδημίας εκ μέρους των κρατούντων, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι το δυστοπικό σενάριο περί διακρίσεως των πολιτών ανάλογα με την ιατρική τους κατάσταση έχει ήδη ενεργοποιηθεί. Πάσα αντίρρηση δεκτή, αλλά μένει να αποδειχτεί. Εγώ απλώς παραθέτω τη δική μου εμπειρία σε σχέση μάλιστα με έναν από τους θεμελιώδεις κανόνες του φιλελεύθερου δικαίου, δηλαδή το δικαίωμα απρόσκοπτης και ελεύθερης μετακίνησης εφόσον ο πολίτης δεν έχει ενταχθεί, για διάφορους λόγους, κυρίως ποινικής αλλά και πολιτικής φύσης, σε οποιαδήποτε μορφή απαγόρευσης ή προληπτικού ελέγχου των κινήσεών του.

Και κάτι τελευταίο. Στη Ρώμη έμαθα ότι όντας εξηντάρης, πρέπει να εμβολιαστώ, αλλιώς, πέρα από τις ήδη εφαρμοζόμενες απαγορεύσεις, με περιμένει, σε περίπτωση άρνησης, διοικητικό πρόστιμο 100 ευρώ μηνιαίως. Οπότε, και σε άλλα με υγεία!

 

Παναγιώτης Καλαμαράς            


Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Η εποχή του καλαμαριού; - Franco Berardi “Bifo”



Όταν ένας ιός άρχισε να διαδίδεται στην ανθρώπινη βιόσφαιρα και, μεταλλασσόμενος ταχέως σε πληροφο-ιό, να μολύνει μήνα με τον μήνα την ψυχόσφαιρα, αρχικά σκεφτήκαμε ότι η νεοφιλελεύθερη εποχή πλησίαζε στο τέλος της. Οι άνθρωποι καλούνταν να αντιμετωπίσουν έναν κοινό εχθρό στον οποίο η ιδιωτικοποίηση της υγείας είχε ανοίξει τις πόρτες και κάτι τέτοιο προϋπόθετε μια κάποια αλληλεγγύη. Επρόκειτο για μια ψευδαίσθηση. Όταν εμφανίστηκε στη σκηνή το εμβόλιο, εξαφανίστηκε η αδελφοσύνη και η κυρίαρχη φυλή οικειοποιήθηκε τον σωτήριο ορρό. Το εμβόλιο που σε μας, τους ανθρώπους του βορρά, επιβλήθηκε σαν άδεια πρόσβασης στα εστιατόρια και τη δουλειά, στον νότο του κόσμου, ωστόσο, το αρνούνται σε όποιον δεν έχει τα χρήματα για να το πληρώσει.

Οι μεγάλες φαρμακολογικές εταιρείες, υποστηριζόμενες από τη δυτική πολιτική τάξη, πολλαπλασίασαν τα κέρδη τους χάρη στην αρπαγή ενός κοινού αγαθού που χρηματο-δοτήθηκε από τα κράτη, παρήχθη από μισθωτούς εργαζόμενους στην έρευνα και απαλλοτριώθηκε παρανόμως από τις χρηματιστικές εταιρείες που κατέχουν τις μετοχές της Big Farma. Άρχισε τότε η αντιπαράθεση για ποιος θα μπορούσε να εμβολιαστεί με μία, δύο και στη συνέχεια τρεις, τέσσερις δόσεις ενός ορρού, που σαφώς μειώνει τη θνησιμότητα του ιού, αλλά δεν μας απελευθερώνει από τον τρόμο που εδώ και ενάμισι χρόνο διαχέεται σε τεράστιες δόσεις καθημερινά από το σύνολο της βιοπολιτικής εξουσίας. Μολονότι στην Ιταλία οι ασθενείς στις μονάδες εντατικής θεραπείας είναι σχεδόν μηδενικοί, η διάδοση του ιού πολύ μειωμένη και οι νεκροί από τον Covid μόνο λίγες δεκάδες την ημέρα, ο μεντιακός θόρυβος του ιού καλύπτει κάθε άλλο ήχο. Η μηχανή της παραγωγής του πανικού δεν σταματάει ούτε ένα λεπτό.

Η εκστρατεία του πανικού έχει πιθανώς σώσει τη ζωή πολλών υπερηλίκων, δεν το αρνούμαι. Όμως πόσους νέοι σκοτώνει, πόσους θα σκοτώσει τα επόμενα χρόνια, η εκστρατεία του πανικού; Και προπάντων, σε πείσμα όσων περίμεναν ότι το κοινωνικό συμφέρον θα υπερτερούσε του ιδιωτικού, η νεοφιλελεύθερη εξουσία μπήγει τα δόντια της στο ζωντανό και πονεμένο σώμα μιας ανθρωπότητας ανίκανης να επιδείξει αλληλεγγύη, αυτονομία, εξεγερτικότητα: το Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης είναι η τελική επίθεση ενάντια στα δικαιώματα της εργασίας, η απόλυτη ελαστικοποίηση της κοινωνικής ζωής. Μια ανθρωπότητα τρομοκρατημένη και άψυχη: ιδού το όνειρο των νεοφιλελεύθερων δουλοκτητών, που ο ιός έκανε πραγματικότητα. Γι’ αυτό οι σειρήνες του πανικού δεν σταματούν να ηχούν, κρατώντας μας σε μια κατάσταση αμοιβαίας δυσπιστίας και φόβου.

Σήμερα, όμως, μια απειλητική μάζα εξεγείρεται απέναντι στην υγειονομική πειθαρχία. Οι λιμενεργάτες στην Τζένοβα και το Τριέστε, οι εργαζόμενοι στις μεταφορές, ένας μεγάλος αριθμός διδασκόντων και υγειονομικών, αρνούνται το σωτήριο εμβόλιο. Είναι όλοι τους φασίστες; Οι δεκάδες χιλιάδες που κατεβαίνουν στον δρόμο κάθε εβδομάδα για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στον εμβολιαστικό εκβιασμό είναι όλοι τους φασίστες; Εγώ πιστεύω πως όχι. Όμως τότε πώς μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός ότι απορρίπτουν την επιστημονική ορθολογικότητα; Και πώς μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός ότι επιμένουν πεισματωδώς να υποκύψουν, με τον κίνδυνο να μολύνουν τους συμπολίτες τους;

Ότι απορρίπτουν την επιστημονική ορθολογικότητα δεν είναι άλλωστε κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει, δεδομένου ότι η επιστήμη, με τις τεχνικές εφαρμογές της, χρησιμοποιείται συστηματικά από την οικονομική και στρατιωτική εξουσία για να υποτάσσει, να εκμεταλλεύεται, να δολοφονεί. Άλλωστε, όποιος έχει διαβάσει τον Μισέλ Φουκώ ή τον Ιβάν Ίλιτς, θα έπρεπε να είχε μάθει να δυσπιστεί απέναντι στην απόλυτη πίστη στο επιστημονικό δόγμα. Η κουλτούρα no vax αντιπαραθέτει στον επιστημονικό δογματισμό έναν θεαματικό δογματισμό, που συχνά μοιάζει ακατανόητος, όμως τα λογικά επιχειρήματα μοιάζουν να μην αγγίζουν τη συνωμοσιολογική προκατάληψη που αποδίδει στο εμβόλιο μια κακή ισχύ. Ας το καταλάβουμε: είναι άχρηστο να αντιπαραθέτουμε στον συνωμοσιολογικό ανορθολογισμό τα καθησυχαστικά κηρύγματα του τεχνικού λόγου. Πρέπει, αντιθέτως, να ερμηνεύσουμε την αντίσταση στο εμβόλιο ως ένα σύμπτωμα: το σύμπτωμα ενός ανήμπορου πόνου, που προσπαθεί να πάρει εκδίκηση για την ταπείνωσή του.

Ένα μέρος του πληθυσμού ταυτίζει, κατανοητά, τη λογική και την τεχνική με τη βία της τεχνο-χρηματιστικής εξουσίας. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο προειδοποιούσαν το 1941: «Αν ο σύγχρονος Λόγος δεν είναι ικανός να δει τη σκοτεινή πλευρά των αποτελεσμάτων του ίδιου του Λόγου, είναι προορισμένος να καλυφθεί από το σκοτάδι». Η παντοδυναμία του τεχνικού Λόγου είναι μια προκατάληψη του Διαφωτισμού, κάτι που προκαλεί την οργή των αδυνάμων, εκείνων που ταπεινώνονται από την παντοδυναμία του κεφαλαίου παντρεμένου με την τεχνική. Στην αντίσταση απέναντι στο εμβόλιο πρέπει να δούμε ένα είδος κοινωνικής εκδίκησης για τις δεκαετίες συνεχούς φτωχοποίησης, αυξανόμενης ανισότητας, αλαζονείας της χρηματιστικής εξουσίας.

Τους μήνες του lockdown του 2020 (που στη μνήμη μου έρχονται τώρα σαν μια ευτυχισμένη περίοδος σιωπής, με τη συμπόνια να έμοιαζε να επικρατεί του μίσους), ένιωσα ευφορία βλέποντας στο Netflix τα επεισόδια της σειράς La Casa de Papel: μια ομάδα συμπαθητικών ληστών, ενωμένων με μια συνενοχική φιλία, παίρνουν από το εθνικό ισπανικό νομισματοκοπείο εκατομμύρια ευρώ και τα ρίχνουν από τον αέρα στα μαδριλένικα πλήθη. Πέρασε λίγο περισσότερο από ένας χρόνος και την τελευταία περίοδο την περνάω κοιτώντας τα βράδια τα πρώτα πέντε επεισόδια (από τα εννέα) του Squid Game, μιας σειράς που έχει σπάσει κάθε ρεκόρ θεαματικότητας παντού στον κόσμο. Η ιστορία είναι ανατριχιαστική, αλλά όσο και αν φαίνεται εκτός πραγματικότητας και ακραία, μοιάζει σαν η καλύτερη μεταφορά της κοινωνίας μετά από σαράντα χρόνια επιχειρηματικής ελευθερίας. Στα παιχνίδια του καλαμαριού, εκείνοι που νικάνε συσσωρεύουν ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες χρήματος, που πέφτει από ψηλά. Εκείνοι που χάνουν εξαλείφονται με μια σφαίρα στο κεφάλι. Καμία φιλία, καμία συνενοχή, μονάχα η ισορροπία της βίας κυριαρχεί στις κοινωνικές σχέσεις αυτού του παιχνιδιού.

Τι συνέβη αυτόν τον ενάμισι χρόνο; Και πού οδηγούμαστε στην αρχή αυτού του χειμώνα; Αύξηση των τιμών της ενέργειας, πείνα στην Αγγλία, πυρηνικά υποβρύχια στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανθρακωρυχεία που ξαναρχίζουν να δουλεύουν στην Κίνα, γιατί αφού πρώτα τα έκλεισαν, κατάλαβαν ότι δεν τους αρκεί η υπάρχουσα ενέργεια για τη μεγέθυνση. Η οικονομική μεγέθυνση τελείωσε. Ο καπιταλισμός είναι ένα πτώμα. Όμως εμείς είμαστε μέσα σε αυτό το πτώμα και δεν ξέρουμε πώς να βγούμε. Περιμένω με άγχος να δω πώς θα τελειώσει το Squid Game.

 

Δημοσιεύθηκε στον ιταλικό ιστότοπο Operaviva magazine, στις 16 Οκτώβρη 2021.

 

Υ.γ. [του μεταφραστή] Τη στιγμή που δημοσιεύεται εδώ το κείμενο του «Μπίφο», τα πράγματα όσον αφορά την πανδημία και τα παρεπόμενά της, σαφώς έχουν χειροτερεύσει. Όσον αφορά το Παιχνίδι του Καλαμαριού, χάρη στους καλούς φίλους Άννυ και Γιάννη, είχα την τύχη να το δω ολόκληρο, οπότε ξέρω και πώς τελείωσε. Πολύ καλή σειρά, τη συνιστώ ανεπιφύλακτα, ελπίζοντας μόνο ότι δεν θα συμβεί με αυτή ότι και με τη La Casa de Papel: δηλαδή, λόγω της μεγάλης επιτυχίας, να ακολουθήσουν και συνέχειες της, που το μόνο που κάνουν είναι να αποδυναμώνουν το αρχικό νόημα και να το κάνουν απλώς ακόμη πιο εμπορεύσιμο και θεαματικό, δηλαδή ακίνδυνο. Κάτι που άλλωστε συμβαίνει με όλες τις συνέχειες, είτε στον κινηματογράφο είτε στην τηλεόραση, έτσι δεν είναι; Πάντως, για όποια-ον ενδιαφέρεται και γνωρίζει αγγλικά, υπάρχει μια συνέντευξη του σκηνοθέτη Χουάνγκ Ντονγκ-Χιούκ στον Guardian στις 26 Οκτώβρη, που ξεκαθαρίζει αρκετά πράγματα και δείχνει και την πολιτική λογική του δημιουργού.