Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Η πτώχευση της Ανθρωπότητας - Giorgio Agamben

Katherine Bradford, Beautiful Lake, 2009



Όποιος αναρωτιέται σήμερα για την τύχη της ανθρωπότητας,  είναι χρήσιμο να σκεφτεί τη νομική έννοια της πτώχευσης. Η κήρυξη πτώχευσης από έναν επιχειρηματία που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και αδυνατεί να εξοφλήσει τα χρέη του, αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία των πιστωτών του, αλλά, ταυτοχρόνως, και στον περιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη, εξαιρώντας από την πτώχευση αγαθά και δικαιώματα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και ό,τι είναι απαραίτητο για τη συντήρηση του ίδιου και της οικογένειάς του. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο σύνδικος (ή οι σύνδικοι), ο οποίος διορίζεται από τον δικαστή για να διαχειριστεί την πτωχευτική περιουσία και να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες τόσο για την ικανοποίηση των συμφερόντων των πιστωτών όσο και την προστασία του πτωχεύσαντος οφειλέτη. Οι πιστωτές, από την πλευρά τους, συγκροτούν επιτροπή που συνεργάζεται με τον σύνδικο για τη διεκπεραίωση των αναγκαίων διαδικασιών.

Η τρέχουσα κατάσταση της ανθρωπότητας μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνη ενός επιχειρηματία που αναγκάζεται να κηρύξει πτώχευση. Δεδομένου ότι η ανθρωπότητα δεν είναι πλέον σε θέση να εξοφλήσει τα χρέη που σταδιακά συσσώρευσε έναντι της γης στην οποία κατοικεί (συμπεριλαμβανομένης της ατμόσφαιρας, η οποία δεν έχει μολυνθεί λιγότερο από το έδαφος), η επιτροπή των πιστωτών θα περιλάμβανε, πέρα ​​από εκπροσώπους της γης και του αέρα σε όλες τους τις εκφάνσεις, και εκπροσώπους των έμβιων ειδών που έχουν εξαφανιστεί ή απειλούνται με εξαφάνιση. Όσο για τους συνδίκους, θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια επιτροπή αποτελούμενη από σοφούς που θα ορίζονταν από κάθε έθνος, με στόχο την ικανοποίηση των συμφερόντων των πιστωτών και, ταυτόχρονα, τη διασφάλιση της επιβίωσης της αποτυχημένης ανθρωπότητας. Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το κατά πόσο αυτή η διαδικασία θα πετύχαινε τους στόχους της, αλλά είναι βέβαιο ότι αποτελεί τη μόνη συγκεκριμένη πιθανότητα σωτηρίας για μια ανθρωπότητα που βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους πνευματικής κατάρρευσης (η οποία, όπως πάντα, μεταφράζεται σε κατάρρευση κάθε πτυχής της ζωής της). Το να πιστεύουμε, όπως συχνά προσποιούμαστε ότι πιστεύουμε σήμερα, πως τα μεμονωμένα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να συμβιβάσουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα με την ίδια τους την επιβίωση, χωρίς να αναγνωρίσουν ριζικά την κατάσταση πτώχευσης και αφερεγγυότητάς έναντι της γης στην οποία κατοικούν, είναι μια ψευδαίσθηση, η οποία συχνά συντηρείται ένεκα δόλου.

 

1η Σεπτεμβρίου 2026

Δώσε υμίν σήμερον το καθημερινό μας μηδέν - Giorgio Agamben

Bill Traylor, Man with Black Dog, 1939-1942

Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε στη Λειψία τον Οκτώβριο του 1844 από τον εκδοτικό οίκο Wigand, εμφανίστηκε ένας τύπος ανθρώπου μέχρι τότε εντελώς άγνωστος, που στους συγχρόνους του έμοιαζε απαράδεκτος και πρωτάκουστος, αλλά στο μεταξύ έγινε απολύτως οικείος: ο άνθρωπος που, όπως διαβάζουμε στην πρώτη και την τελευταία σελίδα, «έχει θεμελιώσει την υπόθεσή του στο τίποτα», δηλαδή, ένα ον στο οποίο η διάλυση κάθε πίστης και κάθε αξίας έχει φτάσει στην ακραία της μορφή, σαφώς ο πρώτος και αξεπέραστος μηδενιστής, αλλά με την απαραίτητη διευκρίνιση ότι ο μηδενισμός για τον οποίο γίνεται λόγος εδώ έχει καταστεί σήμερα η φυσιολογική συνθήκη της ανθρωπότητας. Το βιβλίο φέρει τον τίτλο «Ο μοναδικός και το δικό του» («Der Einzige und sein Eigentum»), συγγραφέας Μαξ Στίρνερ.

Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στο περιοδικό «Ο Ρώσος Αγγελιαφόρος» («Russkiy Vestnik»), ο Τουργκένιεφ δημοσίευσε το μυθιστόρημα στο οποίο ο τύπος του μηδενιστή (εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά η λέξη), ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Μπαζάροφ, ορίζεται ως εξής: «Mηδενιστής είναι ο άνθρωπος που δεν υποκλίνεται σε καμία αυθεντία, που δεν πιστεύει σε καμία αρχή, όσο μεγάλο σεβασμό κι αν απολαμβάνει αυτή η αρχή». Στους «Δαίμονες», που εκδόθηκαν ως ενιαίο έργο το 1873, ο Ντοστογιέφσκι αποφάσισε να αναμετρηθεί με το κοσμοϊστορικό πρόβλημα του μηδενισμού, κυρίως μέσα από τη μορφή του Κιρίλοφ. Από τη μηδενιστική άρνηση της ύπαρξης του Θεού, ο Κιρίλοφ εξάγει ένα ριζοσπαστικό συμπέρασμα, που ταυτόχρονα το ανάγει σε απόλυτο, συντρίβοντας τον ίδιο του τον εαυτό. «Αν δεν υπάρχει Θεός», διατείνεται, «τότε εγώ είμαι ο Θεός. [...] Αν υπάρχει Θεός, τότε όλη η βούληση είναι δική του και εγώ δεν μπορώ να ξεφύγω από το θέλημά του. Αν δεν υπάρχει, όλη η βούληση είναι δική μου και τότε εγώ είμαι υποχρεωμέ-νος να επιβεβαιώσω την ελεύθερη βούλησή μου... Είμαι αναγκασμένος να αυτοπυροβοληθώ, διότι η πληρέστερη έκφραση της ελεύθερης βούλησής μου είναι να σκοτώσω εμένα τον ίδιο... Για μένα, δεν υπάρχει ανώτερη ιδέα από το ότι ο Θεός δεν υπάρχει... ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επινοήσει τον Θεό προκειμένου να ζει χωρίς να αυτοκτονεί, κι αυτό είναι το νόημα όλης της παγκόσμιας ιστορίας μέχρι σήμερα. Εγώ μόνο για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία δεν θέλησα να επινοήσω έναν Θεό».

Στοχαζόμενος πάνω σε αυτές τις σελίδες, ο Νίτσε συλλαμβάνει τον θάνατο του Θεού ως το θεμελιώδες γεγονός της νεωτερικότητας: «Το μέγιστο πρόσφατο γεγονός —ότι "ο Θεός είναι νεκρός", ότι η πίστη στον χριστιανικό Θεό έχει καταστεί μη βιώσιμη— αρχίζει ήδη να ρίχνει τις πρώτες του σκιές πάνω στην Ευρώπη. […] Ωστόσο, στην ουσία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ίδιο το γεγονός είναι υπερβολικά τεράστιο, υπερβολικά μακρινό και υπερβολικά ξένο στην αντίληψη των περισσοτέρων, ώστε να τους έχει φτάσει καν η είδηση ​​γι’ αυτό».

Τόσο για τον Νίτσε όσο και για τον Ντοστογιέφσκι, ο θάνατος του Θεού και η έλευση του μηδενισμού σήμαιναν κάτι τόσο τρομερό, που οι άνθρωποι ήταν αδύνατον να το αποδεχτούν χωρίς να θέσουν θεμελιωδώς υπό αμφισβήτηση την ίδια τους την ύπαρξη. Ωστόσο, ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι δεν αποδείχθηκαν ακριβείς προφήτες. Ο μηδενισμός έγινε η φυσιολογική συνθήκη της ανθρωπότητας, αλλά, σε αντίθεση με τον Κιρίλοφ, ο κοινός άνθρωπος σήμερα φαίνεται να συνυπάρχει με τον θάνατο του Θεού και τον μηδενισμό χωρίς να υποφέρει ή έστω να το σκέφτεται, κυριολεκτικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Είναι με αυτόν τον επίπεδο και αδιάφορο μηδενισμό που έχουμε να κάνουμε, είναι με αυτό το κοινό και καθημερινό μηδέν που πρέπει να λογαριαστούμε. Και αν, όπως ο ίδιος ο Νίτσε υπέθεσε, ο ολοκληρωμένος και συνειδητοποιημένος ως τέτοιος μηδενισμός είναι η μεγάλη ευκαιρία της ανθρωπότητας να ξεφύγει από τη θανατηφόρα μοίρα της, αν δηλαδή, όπως πίστευε ο Μπένγιαμιν, ο μηδενισμός μπορεί να γίνει η μέθοδος για μια νέα πολιτική, τότε το ερώτημα που οφείλουμε να μας θέσουμε είναι το εξής: «Γιατί δεν έχει αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία; Τι μας έχει εμποδίσει να  θεμελιώσουμε πραγματικά τον σκοπό μας πάνω στο μηδέν και, αντί να το έχουμε καταστήσει τη φυσιολογική μας συνθήκη, να βρούμε σε αυτό έναν δρόμο εξόδου από τη μοίρα της Δύσης;»

 

27 Αυγούστου 2026

 

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Νομίζω ότι αυτό που θίγει στο παραπάνω άρθρο του ο Αγκάμπεν για μια ακόμη φορά, είναι ο «δεξιός μηδενισμός» που ήρθε να αντικαταστήσει τον «αριστερό μηδενισμό». Δηλαδή αν ο μηδενισμός των τελών του 19ου αιώνα, αλλά κι αυτός που υπάρχει ως τάση σε μια μερίδα του αναρχικού χώρου ήθελε την καταστροφή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων προκειμένου στα ερείπια της να οικοδομηθεί η νέα τάξη της ισοελευθερίας, ο σημερινός μηδενισμός αδιαφορεί παντελώς για κάτι τέτοιο, αρκείται να συνυπάρχει με τα ερείπια, τα οποία, ενίοτε έχει προκαλέσει ο ίδιος, χωρίς να στοχεύει σε μια άλλη πραγματικότητα πέρα από αυτή της ερείπωσης. Οπότε είναι προφανές ότι αυτός ο μηδενισμός δεν μπορεί να αποτελέσει τη μέθοδο για μια νέα πολιτική. Τώρα, ως προς το ερώτημα γιατί «δεν έχει αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία;», θεωρώ ότι αυτοί/ές που τον ασπάζονται, θεμελιώνουν πραγματικά την ύπαρξή τους στο μηδέν, όχι όμως με την έννοια το Στίρνερ, αλλά με την έννοια ότι δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικά για τίποτα άλλο πέρα από τη σκέτη επιβίωσή τους (πλούσια ή φτωχή αδιάφορο εν κατακλείδι). Τους αρκεί που αναπνέουν, δεν ελπίζουν σε τίποτα αλλά δεν είναι ελεύθεροι, είναι σκλάβοι των ερειπίων  που με τόση αδιαφορία αφήνουν να συμβαίνουν από εξίσου σκλαβωμένους στο χρήμα και τη συσσώρευσή του «δεξιούς μηδενιστές», που κάποιοι/ες από αυτούς/ές μπορεί στο παρελθόν να είχαν ονειρευτεί τον κόσμο της ισοελευθερίας (κάμποσα τα παραδείγματα και καθ’ ημάς).         

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Σκέψη και Φαντασία Περισσότερα για την Τεχνητή Νοημοσύνη - Giorgio Agamben

Roberta González, Masque, 1965

Το πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο συζητείται σήμερα όχι πάντοτε με τη φυσική νοημοσύνη, είχε στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας -όπως είχαμε ήδη την ευκαιρία να δείξουμε εδώ-  έναν πρόδρομο: τον μοναδικό και ξεχωριστό νου του λατινικού αβερροϊσμού. Η αναλογία είναι τόσο πειστική —ένας μοναδικός και ξεχωριστός νους που σκέφτεται έξω από τα επιμέρους άτομα— ώστε αυτός να μπορεί ακόμη και να ταυτιστεί με τα ακρωνύμια του: Τεχνητή Νοημοσύνη (Intelligenza Artificiale) και Δρων Νους (Intelletto Agente)(όπως αποκαλούσαν οι αβερροϊστές τον ξεχωριστό νου). Για τους μεσαιωνικούς φιλοσόφους, που ως προς αυτό ήταν πιο οξυδερκείς από τους συγχρόνους μας, το κρίσιμο πρόβλημα είχε να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο μοναδικός και ξεχωριστός νους ενώνεται (copulatur) με τα επιμέρους άτομα, αφότου το άτομο αποκτά (adeptus) τη σκέψη, κι έτσι μπορούμε να πούμε hic homo intelligit, αυτός ο άνθρωπος σκέφτεται. Για τον Αβερρόη, το μέσο που καθιστούσε δυνατή αυτή την ένωση ήταν η φαντασία, μια ικανότητα την οποία οι σύγχρονοί μας φαίνεται να στερούνται εντελώς. Πράγματι, με την τεχνητή νοημοσύνη, hic homo non intelligit, το άτομο παραιτείται από τη σκέψη και εκχωρεί την πολυτιμότερη ικανότητά του σε μια μηχανή, από την οποία αναμένει να σκέφτεται για λογαριασμό του και μάλιστα καλύτερα απ’ ό,τι εκείνος. Ακολουθώντας τις οδηγίες αυτού του αδυσώπητου αφέντη, η φαντασία δεν χρησιμεύει πλέον σε τίποτα (αν και κάποια μορφή φαντασίας πιθανώς να είναι απαραίτητη έστω και μόνο για την εφαρμογή ενός κανόνα). Ίσως το πραγματικό πρόβλημα με την τεχνητή νοημοσύνη να έγκειται στο ότι αυτή κατέστη δυνατή χάρη σε μια γενικευμένη απώλεια της ικανότητας για φαντασία, λες και πριν την έλευσή της να είχε προηγηθεί η εγκαθίδρυση μιας πανταχού παρούσας τεχνητής φαντασίας. Μια ανθρωπότητα που είχε χάσει τη φαντασία της ήταν έτοιμη να στερήσει από τον εαυτό της και τη σκέψη (η οποία, άλλωστε, όπως μας έχει ήδη διδάξει ο Αριστοτέλης, χωρίς τη φαντασία είναι απλώς αδύνατη). Το πρώτο βήμα για την αμφισβήτηση της κυριαρχίας της τεχνητής νοημοσύνης είναι, επομένως, μια υπομονετική, σχολαστική και μεθοδική αναζήτηση της χαμένης φαντασίας. Και εφόσον η σκέψη δεν είναι παρά η πλήρως πραγματωμένη μορφή της φαντασίας, τότε δεν θα υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για τεχνητή νοημοσύνη.

 

3 Αυγούστου 2026

 

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά)Καθισμένος στη βεράντα του εστιατόριου «Μακρύς Γιαλός» στη Λάσση της Κεφαλονιάς, σκέφτομαι ότι δεν μπορεί να υπάρξει οποιουδήποτε είδους σχέση με ένα άτομο, είτε πολιτική, είτε επαγγελματική, είτε ερωτική, είτε φιλική, αν προηγουμένως δεν έχουμε φανταστεί μια ιστορία που πιθανόν να έχουμε μαζί του. Είναι μέσα από τη φαντασία αυτής της ιστορίας που αποφασίζουμε να κάνουμε τις σκέψεις μας για αυτό το άτομο, που συναντάμε αίφνης στον βίο μας, πραγματικότητα, κι έτσι προχωράμε στην περαιτέρω επαφή μαζί του, είτε πραγματοποιώντας τελικά είτε όχι αυτή μας την αρχική φαντασία. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, για ένα λογοτεχνικό έργο, για ένα πολιτικό σχέδιο ή για μια συναισθηματική περιπέτεια, αν πρώτα δεν τα πλάσουμε στη φαντασία μας, πώς μπορούμε μετά να περάσουμε στην υλοποίησή τους, έστω και με αρνητικά αποτελέσματα; Αλίμονο αν η τεχνητή νοημοσύνη ή οι αλγόριθμοι πάρουν τη θέση αυτής της φαντασίας. Μπορεί τις περισσότερες φορές να απογοητευόμαστε από την πραγμάτωση των προσδοκιών μας, το βιβλίο να μη βγαίνει και τόσο καλό, ο έρωτας να τελειώνει απροσδόκητα, το πολιτικό σχέδιο να διαψεύδεται εν τοις πράγμασι, όμως ποτέ καμία σχέση δεν είναι εντελώς ανούσια, ούτε μπορεί να προβλεφτεί εκ των προτέρων η έκβασή της. Αν χαθεί η ελπίδα η ζωή απλώς παύει να έχει νόημα και τότε μπορεί να επαληθευθεί ένα παλιό ρηθέν που έλεγε πως κάποιος πέθανε στα 17 και τον έθαψαν στα 70.         


Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Σε αυτή την πόλη…

Bill Traylor, Event with Man in Blue and Snake, 1939


Ο Γιώργος καθόταν στη στάση Αγία Φωτεινή περιμένοντας να περάσει σε 20 λεπτά το τραμ με κατεύθυνση το Σύνταγμα. Είχε πάει στη Νέα Σμύρνη να επισκεφτεί έναν προσφάτως αποκτηθέντα φίλο, τον Φοίβο, που είχε υποστεί λίγες μέρες πριν ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο, αλλά, κατά τα κοινώς λεγόμενα, την είχε σκαπουλάρει. Ο Γιώργος είχε γνωρίσει τον Φοίβο στο στέκι του, το «Παραβάν», στη Νίκης, δίπλα στο Σύνταγμα, τον Φλεβάρη, όταν πλέον είχε γίνει τακτικός θαμώνας του. Σχεδόν κάθε βράδυ, μαζεύονταν εκεί διάφορες μοναχικές ψυχές της αθηναϊκής μητρόπολης, άντρες (κυρίως) και γυναίκες, φίλοι και φίλες του ιδιοκτήτη και μπάρμαν, του Τέλη. Το μέρος ο Γιώργος το είχε ανακαλύψει τυχαία, όταν σε μια διαδήλωση που περνούσε από το Σύνταγμα και ξέσπασαν επεισόδια, κατέφυγε εκεί μαζί με τον τελευταίο μεγάλο έρωτα της ζωής του, για να αποφύγουν την μαζική ρίψη δακρυγόνων από τις δυνάμεις καταστολής. Γνωρίστηκαν με τον Τέλη, που τους πρόσφερε άπλετη φιλοξενία και έμελλε εκεί να περνούσαν το τελευταίο ραντεβού τους, καθισμένοι στο μικρό τραπεζάκι για δύο, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην είσοδο και το οποίο έμελλε να γίνει το αγαπημένο του. Έκτοτε, καθόταν εκεί όχι μόνο όταν πήγαινε στο «Παραβάν» με εκλεκτή παρέα, αλλά σε αυτό είχε γράψει και ένα μικρό δοκίμιο σχετικά με την προδοσία, την κατάδοση και τις επιπτώσεις τους στην ιστορία των ανθρώπων. Είχε πάρει την αφορμή από τον πρόσφατο θάνατο ενός Ιταλού αντάρτη πόλης, ο οποίος είχε περάσει πολλά χρόνια στη φυλακή ακριβώς λόγω της κατάδοσης ενός συντρόφου του, που αντάλλαξε την ελευθερία του με τη φυλάκιση ενός άλλου, για τον οποίο οι αρχές δεν ήξεραν τίποτα συγκεκριμένο και ήταν σχεδόν αδύνατο να τον εντοπίσουν. Ο Γιώργος δεν ένιωθε προδομένος από το τέλος της σχέσης του με την αγαπημένη του Σοφία, η σχέση τους από την αρχή είχε προβλήματα και το λίγο διάστημα που κράτησε ίσως ήταν και πολύ δεδομένων των συνθηκών. Όμως την είχε ερωτευτεί τρελά και τώρα, καθώς περίμενε το τραμ, Κυριακή 2 Αυγούστου στην Αθήνα, αυτήν είχε στο μυαλό του. Και τον Φοίβο βέβαια, που πριν από λίγη ώρα τον είχε δει να είναι σχετικά καλά και πάλι δεδομένων των συνθηκών, και μάλιστα είχαν πιάσει και πάλι την προσφιλή τους κουβέντα για τις χαμένες αγάπες. Ήταν ο Φοίβος ένα βράδυ του Μάρτη που τον είχε ρωτήσει στο «Παραβάν», «writer», έτσι τον αποκαλούσαν οι νέοι του φίλοι, «τι γράφεις, για την πολιτική, τη φιλοσοφία ή, μήπως, για τον έρωτα ;».  Ο Γιώργος του είχε απαντήσει πως τίποτα από τα τρία, απλώς προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του για την ιστορία του Πέτρου, του αγαπημένου μαθητή του Ιησού, που τον πρόδωσε τη στιγμή ακριβώς που ο Ιησούς τον είχε τη μεγαλύτερη ανάγκη. Αντίθετα με τον Ιούδα, που τον είχε καταδώσει για τα περίφημα τριάκοντα αργύρια, ο Πέτρος την τελευταία στιγμή δεν τόλμησε να υπερασπίσει τη σχέση του με τον δάσκαλό του, κι έτσι, κατά κάποιο τρόπο, τον είχε προδώσει, ενώ ο Ιούδας δεν είχε διστάσει να τον καταδώσει, ακριβώς όπως στην περίπτωση του Ιταλού αντάρτη πόλης. Γενικά ο Γιώργος θεωρούσε πολύ βαρύτερη την κατάδοση από τη προδοσία, αφού η δεύτερη μπορεί καμιά φορά να είναι προϊόν μεγάλης πίεσης και ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, κινητήριος μοχλός της ιστορίας, ενώ η κατάδοση είναι πάντοτε προϊόν μεγάλης μνησικακίας και οδηγεί μονάχα στην ατομική και συλλογική συντριβή, και καθώς πάντοτε τον βασάνιζε αυτό το ζήτημα, όταν τελείωσε η σχέση του με τη Σοφία, και με αφορμή, όπως είπαμε, τον θάνατο του παλιού ένοπλου με τον οποίο είχαν γνωριστεί ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ στο Μιλάνο, βάλθηκε να γράψει όχι μόνο για τη διαφορά των δύο πράξεων, αλλά και για τον τρόπο που οι δύο μυθικοί δράστες είχαν αποφασίσει να μετανοήσουν για την πράξη τους. Ο ένας αγωνίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του για τη διάδοση του μηνύματος του Ιησού, ο άλλος κρεμάστηκε μην αντέχοντας το βάρος της κατάδοσης του αγαπημένου του δάσκαλου. Εκείνος που είχε καταδώσει τον παλιό του σύντροφο στους αγώνες της δεκαετίας του ’70, δεν είχε κάνει τίποτα από τα δύο, συνέχισε κανονικά τη ζωή του, απολαμβάνοντας μια ελευθερία την οποία είχε κερδίσει σε βάρος της ζωής ενός άλλου. Μια τρίτη εκδοχή λοιπόν, ίσως η επικρατέστερη στην ανθρώπινη ιστορία των πολιτικών παθών και των ριζικών αμφισβητήσεων. Με τον Φοίβο δεν συζητούσαν τέτοια πράγματα, όταν η κουβέντα έφτανε στα ερωτικά εκστόμιζαν και οι δύο κλασικές αντρικές κοινοτοπίες και μετά η συζήτηση πήγαινε αλλού, στην μπάλα, στα ταξίδια και βεβαίως, στη χαμένη νιότη. Το ίδιο είχε συμβεί και εκείνο το βράδυ στο σπίτι του φίλου του, ο Φοίβος τρομαγμένος από την περιπέτειά του αλλά αισιόδοξος, ο Γιώργος υγιής αλλά απαισιόδοξος από τις ματαιώσεις του, που τον τελευταίο χρόνο ήταν κάμποσες και σε πολλά επίπεδα.

Η πινακίδα έδειξε ότι το τραμ θα ερχόταν σε 15 λεπτά και τότε ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό του Γιώργου. Κουφό να του έρθει μήνυμα τέτοια ώρα, πριν το διαβάσει σκέφτηκε μήπως ήταν από τη Φρόσω, μια τύπισσα που είχε γνωρίσει προσφάτως, αλλά, όχι, που τέτοια τύχη, το μήνυμα ήταν από τον Τέλη, τον ιδιοκτήτη του «Παραβάν», που τον καλούσε να πιούν ένα τελευταίο ποτό στο μπαρ, το οποίο θα έκλεινε λόγω της αναχώρησης του Τέλη για διακοπές στην αγαπημένη του Πάτμο. Ο Γιώργος δεν ήθελε να πάει για ύπνο, είχε πιει και έναν δυνατό εσπρέσο το απόγευμα και δεν νύσταζε καθόλου. Απάντησε στον φίλο του ότι σε κάνα μισάωρο θα περνούσε από το στέκι τους. Άναψε τσιγάρο, είχε αρχίσει πάλι να καπνίζει «Καρέλια Αγρινίου», όχι βέβαια πως είχε εγκαταλείψει τα τοσκάνο του, αλλά αυτά τα τσιγάρα του θύμιζαν τα φοιτητικά του χρόνια, τότε που όλα ήταν μπροστά του, τότε που αυτός κυνηγούσε τον χρόνο ενώ τώρα ήταν ο δεύτερος που τον κυνηγούσε (αν και το φετινό καλοκαίρι του θύμιζε πολύ ένα εξίσου μοναχικό καλοκαίρι από εκείνη την περίοδο). Η στάση ήταν έρημη, που και που περνούσαν κάποια αυτοκίνητα από τον παρακείμενο δρόμο και από  ένα κόκκινο Πεζώ, που σταμάτησε στο φανάρι, άκουσε ένα ζευγάρι το οποίο μάλωνε σε έντονο ύφος. Αυτός ποτέ δεν είχε μαλώσει με τη Σοφία, χώρισαν με μια αγκαλιά κι ένα φιλί που του έστειλε από μακριά εκείνη, υποσχόμενη ότι θα τον καλούσε κάποια στιγμή για ένα τελευταίο γεύμα, κάτι που δεν έγινε ποτέ, ο Γιώργος ποτέ δεν απάντησε στις κλήσεις της, ούτε στα μηνύματά της, κι αυτή δεν τον «ξαναενόχλησε». Χάθηκε στη μητρόπολη και από τον Φλεβάρη σε εκείνο το τραπεζάκι στο «Παραβάν» δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ, ούτε καν τυχαία, είτε σε μια διαδήλωση, είτε σε μια εκδήλωση, είτε σε ένα ελευθεριακό φεστιβάλ, όπου σύχναζαν αμφότεροι. Με τη Φρόσω είχαν επίσης καθίσει σε εκείνο το τραπεζάκι την τελευταία φορά που την είδε, στα μέσα του Ιούλη, μετά εκείνη έφυγε για διακοπές, ο δε Γιώργος συνέχισε να βολοδέρνει στην Αθήνα. Του είχε κι αυτή υποσχεθεί πως θα μιλούσαν στο τηλέφωνο, θα του έστελνε σήμα καπνού, αλλά τίποτα, η Φρόσω ήταν νέα και όμορφη, κυνηγούσε τον χρόνο και δεν άφηνε ευκαιρία να πάει χαμένη για να απολαύσει τις χαρές της νεότητας. Πιθανώς την είχε γοητεύσει ο Γιώργος, αλλά μέχρι εκεί, όπως του είχε πει στον αποχαιρετισμό τους «ήταν αλλού». Χαμένος στις σκέψεις του πέταξε το τσιγάρο γιατί είδε από μακριά το τραμ να έρχεται. «Πάμε και βλέπουμε», σκέφτηκε ο Γιώργος, μια τελευταία μπύρα ήταν ότι έπρεπε για ένα βράδυ που από την αρχή δεν υποσχόταν πολλά και μέχρι εκείνη τη στιγμή έτσι φαινόταν να έχουν τα πράγματα.

Κατέβηκε στο Σύνταγμα και κατηφόρισε προς το «Παραβάν» και τότε είδε να φτάνει το Χ95 από το αεροδρόμιο. Στάθηκε και κοίταξε αυτές και αυτούς που κατέβαιναν, σκέφτηκε πως θα είχε μεγάλη φάση να έβλεπε τη Σοφία να αποβιβάζεται από αυτό, όπως έναν χρόνο πριν αποβιβάζονταν οι δυο τους από ένα μαγικό ταξίδι στο Τορίνο. Τίποτα από τη φαντασίωσή του δεν συνέβη, πήρε λεφτά από το ΑΤΜ και συνέχισε τον δρόμο του. Στο «Παραβάν» ο Τέλης έκανε τις τελευταίες δουλειές για το κλείσιμο του μαγαζιού και του πρότεινε, μόλις τελείωνε, να πήγαιναν κάπου αλλού για να πιουν την τελευταία τους μπύρα, έτσι για αλλαγή. «Στο μεταξύ», του είπε «κάτσε να πιεις ένα Μαρτίνι μπιάνκο μέχρι να τελειώσω», ο Γιώργος άναψε και πάλι τσιγάρο και έπινε ήρεμα το ποτό του κοιτώντας την άδεια οδό Νίκης. Διάβασε στο κινητό ένα τελευταίο μήνυμα που του είχε στείλει η Φρόσω πριν χαθούν οριστικά, τα γνωστά καλά να περάσεις, να τα λέμε, μη χαθούμε, θα σε σκέφτομαι. Όμως είχαν ήδη χαθεί όταν του είχε πει πως ήταν αλλού, τι νόημα είχε να συνέχιζε μια επαφή που δεν θα οδηγούσε πουθενά, ο Γιώργος είχε πολλούς φίλους και φίλες, τη Φρόσω δεν την έβλεπε ως τέτοια περίπτωση, κι αφού δεν μπορούσαν να βρεθούν διαφορετικά, δεν τον ένοιαζε και πολύ αν δεν θα ξαναβλέπονταν, θα έμεναν κάποιες ωραίες συζητήσεις στο τραπεζάκι τους στο «Παραβάν», καλά ήταν κι έτσι. Ποτέ δεν ήθελε ο Γιώργος να πέσει στις συνηθισμένες κοινοτοπίες με ανθρώπους που είχαν ονειρευτεί μαζί θαυμαστά πράγματα, προτιμούσε να μην τους ξαναδεί και αυτή ήταν η περίπτωση βεβαίως της Σοφίας αλλά και της Φρόσως. «Πάμε για άλλα» σκέφτηκε ο Γιώργος, γέλασε πικρά από μέσα του, ήπιε την τελευταία γουλιά από το Μαρτίνι, τράβηξε μια τελευταία τζούρα και σηκώθηκε να βοηθήσει τον φίλο του για να κολλήσουν μαζί στα τζάμια την ανακοίνωση για την επιστροφή τον Σεπτέμβρη. Ο Τέλης έβαλε τον συναγερμό, δοκίμασε για τελευταία φορά την κλειδαριά για να δει αν όλα ήταν εντάξει  και μαζί κατευθύνθηκαν λίγο πιο πάνω στη Νίκης όπου είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του. Ασυναίσθητα ο Γιώργος βούρκωσε, πού θα πήγαινε τα βράδια τώρα που είχε κλείσει το «Παραβάν», πού θα έδινε τα πιθανά ραντεβού του τον Αύγουστο, πώς θα περνούσαν οι μοναχικές μέρες και νύχτες του στην άδεια Αθήνα; Και αυτή, η Σοφία, πού άραγε να βρισκόταν, με ποιον θα τριγυρνούσε σε κάποιο νησί, άραγε θα τον σκεφτόταν καθόλου, μιλάμε δηλαδή για τις συνηθισμένες κοινοτοπίες ενός μοναχικού ανθρώπου που τον κατέκλυζε η νοσταλγία. Τον επανέφερε στην πραγματικότητα ο Τέλης που του είπε να ξεκινήσουν τη βόλτα τους για να βρουν κανένα ανοιχτό μπαράκι, ίσως στο Κουκάκι, μπορεί στα Εξάρχεια, γιατί όχι στην Κυψέλη. Ο Γιώργος του είπε πως δύσκολα θα έβρισκαν κάτι Κυριακή αργά το βράδυ, όμως ο Τέλης δεν πτοήθηκε, έβαλε μπροστά και ξεκίνησαν για τα Εξάρχεια, αλλά στην Πανεπιστημίου, λίγο πριν στρίψουν στην Μπενάκη, ο Τέλης σκέφτηκε ότι καλύτερα να πήγαιναν στο Κουκάκι σε ένα μπαράκι που συνήθως έμενε ανοιχτό μέχρι αργά. Στην Ομόνοια έπεσαν πάνω σε αλκοτέστ, ο Τέλης δεν είχε πιει καθόλου εκείνη τη νύχτα, έτσι την έκαναν χωρίς συνέπειες, έκανε μάλιστα ψιλοπλάκα στην μπατσίνα με το εργαλείο του αλκοτέστ, αλλά δεν το παρατράβηξε, είχε και ταξίδι να κάνει . Ανέβηκαν τη Σταδίου, έστριψαν στη Συγγρού και μετά έφτασαν Κουκάκι, το μπαράκι ήταν κλειστό, ενώ στη Βεΐκου ένα άλλο ξενυχτάδικο μόλις έκλεινε. Πήραν πάλι το δρόμο πίσω για Κυψέλη, όμως και εκεί τίποτα, όλα είχαν κλείσει, για όλες και όλους ξεκινούσαν οι θερινές διακοπές του Αυγούστου. Ο Γιώργος πρότεινε στον Τέλη να πιουν μια τελευταία μπύρα στο σπίτι του, όμως ο φίλος του ήταν πια πολύ κουρασμένος, προτιμούσε να πάει επιτέλους σπίτι του.

Αποχαιρετίστηκαν, συζήτησαν στο πόδι το ενδεχόμενο κάποια στιγμή να πήγαινε και ο Γιώργος στην Πάτμο, ο Τέλης έφυγε με μια γρήγορη γκαζιά και ο Γιώργος έμεινε μόνος μπροστά στην είσοδο του σπιτιού του. Τα Πατήσια ήταν έρημα, έτσι κι αλλιώς η γειτονιά του ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση, εκτός αν είχε κάποια εκδήλωση το κατειλημμένο στέκι που βρισκόταν εκεί κοντά. Όπως το προηγούμενο βράδυ, όταν είχε γίνει η πρώτη εκδήλωση για την περίφημη «Τεμπελιάδα» που οργάνωναν τα συντρόφια κάθε καλοκαίρι εδώ και πολλά χρόνια. Στο μυαλό του Γιώργου ήρθε πάλι η περσινή χρονιά, που αν και είχε μείνει και πάλι στην Αθήνα τον Αύγουστο, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Το χθεσινό βράδυ σχεδόν τον είχε πιάσει αγοραφοβία, μίλησε με πολύ κόσμο, αλλά αισθανόταν άδειος, τίποτα δεν του έκανε εντύπωση, σε μια φάση του ήρθε στο μυαλό το τραγούδι των Pink Floyd «I wish you where hear» όταν είδε ένα ζευγαράκι να κάθεται στο παγκάκι του στεκιού όπου κι αυτός καθόταν με τη Σοφία το περσινό Πάσχα και έκαναν όνειρα για το μέλλον. Ανέβηκε στο σπίτι του, πήρε μια μπύρα από το ψυγείο, κατέβηκε, και πήγε μέχρι το κλειστό στέκι, όπου κάθισε έξω σε ένα μικρό παγκάκι, αραχτήρι για την περιφρούρηση, να την πιει και να καπνίσει ένα ακόμη «Αγρινίου». Του ήρθε να στείλει ένα μήνυμα στη Σοφία, αλλά ταχέως άλλαξε γνώμη, το ίδιο σκέφτηκε και για ένα μήνυμα στη Φρόσω, 3 τη νύχτα θα τον έπαιρναν για τρελό και άλλωστε τι σημασία είχε; Τι θα άλλαζε αν πραγματοποιούσε αυτή την παρόρμησή του; Εκεί που έπινε, κάπνιζε και ονειρευόταν «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις», ένα σπουργιτάκι ήρθε και κάθισε δίπλα του. «Που είσαι βρε ξενύχτη» του είπε ο Γιώργος, «ποια χαμένη αγάπη ψάχνεις άραγε και εσύ;». Και τότε, όπως πάντοτε συμβαίνει στη ζωή, συνέβη το αναπάντεχο. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από το στέκι και μια γνώριμη φωνή ακούστηκε από το ανοιχτό παράθυρο. «Γιώργο, τέτοια ώρα περιφρούρηση;». Κοίταξε προς εκεί που ακούστηκε η φωνή και τότε τον είδε: Ήταν ο παλιός του φίλος ο Έρικ, αυτός που είχαν κάνει τόσες αλητείες μαζί όταν πήγαιναν στο 22ο Λύκειο Πατησίων. Όμως ο Έρικ δεν ζούσε, είχε πεθάνει σε ένα ανόητο ατύχημα με μηχανή κάμποσα χρόνια πριν. Ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος, ανοιγόκλεισε τα μάτια του και συνειδητοποίησε ότι τον είχε πάρει ο ύπνος, στο όνειρό του είχε δει τον Έρικ, πώς άλλωστε θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Κοίταξε το σβησμένο τσιγάρο μπροστά του, πάλι καλά που δεν είχε καεί, η μπύρα είχε πλέον ζεσταθεί, ενώ σιγά σιγά ξημέρωνε και το σπουργιτάκι είχε εξαφανιστεί. Σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει προς το σπίτι του, ένας ακόμη μοναχικός ύπνος τον περίμενε. Όμως δεν το έβαζε κάτω, μπορεί το σπουργιτάκι να του το είχε στείλει ο πατέρας του, ο οποίος πάντοτε του έλεγε ότι έτσι είναι η ζωή, έχει τα πάνω και τα κάτω της, και ο Γιώργος είχε πολλά πάνω στη ζωή του για να πτοηθεί από τα σημερινά κάτω του…

Ξημερώματα, 3 Αυγούστου 2026

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Ο πρώτος φίλος και ο πρώτος εχθρός - Giorgio Agamben


Όπως γράφει ένας φίλος μου επιστήμονας που αρέσκεται στον στοχασμό, το θεμελιώδες γεγονός στην ιστορία των έμβιων όντων υπήρξε η εμφάνιση ενός μικροοργανισμού ικανού να βιώνει πόνο. Φυσικά, η θέση αυτή χρήζει περαιτέρω διευκρίνισης, εισάγοντας –ή προσθέτοντας- στον «πόνο» την «απόλαυση». Αν συνδέσουμε αυτή τη θεμελιώδη ικανότητα των έμβιων όντων με όσα έγραψε ο Αριστοτέλης σχετικά με την αντίληψη της αίσθησης της ύπαρξης («το να αντιλαμβανόμαστε ότι ζούμε είναι ευχάριστο από μόνο του, γιατί η ζωή είναι αγαθό και είναι ευχάριστο να νιώθουμε ότι ένα τέτοιο αγαθό μας ανήκει»), τότε μπορούμε να πούμε ότι η πρωταρχική μορφή της ικανότητας βίωσης απόλαυσης ή πόνου συνδέεται με το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης, με την αίσθηση του να είναι κανείς ζωντανός. Πράγματι, η αίσθηση της ευχαρίστησης ότι ζούμε έχει μια συμμετρικά αντίθετη αίσθηση, στην οποία, για κάποιον λόγο —ή ακόμη και χωρίς κανέναν προφανή λόγο— το να νιώθουμε ότι ζούμε είναι επώδυνο.

Το απόσπασμα του Αριστοτέλη που παραθέσαμε προέρχεται από την πραγματεία περί φιλίας, η οποία περιλαμβάνεται στα βιβλία VIII και IX των Ηθικών Νικομαχείων. Αφού όρισε την ευχαρίστηση που εμπεριέχει η αίσθηση του ζην, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι βιώνουμε την ίδια ακριβώς ευχαρίστηση και σε σχέση με την ύπαρξη ενός φίλου, με τη φιλία να είναι ακριβώς αυτό το «συναισθάνεσθαι» της ύπαρξης ενός άλλου προσώπου, το οποίο κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταται ένας «έτερος εαυτός». Δεν πρόκειται απλώς για μια αίσθηση ύπαρξης, μια αίσθηση ότι κανείς ζει, αλλά για μια αίσθηση που είναι εξαρχής μοιρασμένη, μια από κοινού αίσθηση της ύπαρξης του άλλου• και η φιλία είναι η στιγμή αυτής της συν-αίσθησης της ύπαρξής του φίλου μέσα από το ίδιο το συναίσθημα της ύπαρξής μας.

Θα είναι τότε δυνατόν να διερευνηθεί αυτή η θέση σε σχέση με τον έτερο πόλο της αίσθησης της ύπαρξης, εκείνον στον οποίο η ύπαρξη δεν εμφανίζεται ως χαρούμενη, αλλά ως επώδυνη. Στη συν-αίσθηση της ύπαρξης του φίλου θα αντιστοιχεί πλέον η συν-αίσθηση της ύπαρξης του εχθρού. Και αν, κατά τον Σμιτ, το ζεύγος φίλου-εχθρού ορίζει την πολιτική, τότε στα θεμέλια της πολιτικής βρίσκονται η απόλαυση και ο πόνος που ορίζουν την ανθρώπινη αίσθηση της ύπαρξης και το συν-αίσθημα της ύπαρξης του άλλου, το οποίο είναι εγγενές σε αυτήν. Η φιλία και η έχθρα, η αγάπη και το μίσος, το «φιλείν» του «φίλος» και το «εχθαίρω» του «εχθρός» δεν παραπέμπουν σε μια θεωρία των παθών, αλλά είναι, πρωτίστως, δύο θεμελιώδεις οντολογικο-πολιτικές κατηγορίες. Αν αντιλαμβανόμαστε την αίσθηση του ζην ως ευτυχή, διαβιούμε εντός της φιλίας και της ειρήνης, αν, αντιθέτως, την αντιλαμβανόμαστε ως απεχθή, πέφτουμε στον πόλεμο και την έχθρα. Για μια ακόμη φορά, στη βάση της σχέσης μας με τους άλλους βρίσκεται η σχέση μας με τον ίδιο τον εαυτό μας, ο τρόπος με τον οποίο συν-αισθανόμαστε την ύπαρξή μας καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε στον κόσμο. Εμείς οι ίδιοι είμαστε ο πρώτος μας φίλος και ο πρώτος μας εχθρός.

17 Ιούλη 2026

 

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Τέτοιες μέρες πριν δύο χρόνια, το καλοκαίρι του 2024, βρισκόμουν σε απόλυτη θλίψη εξαιτίας ενός απωλεσθέντος έρωτα και του τέλους μιας άλλης αγαπητικής σχέσης που είχε κρατήσει για 17 χρόνια. Πριν έναν χρόνο και πάλι καλοκαίρι, αυτό του 2025, έπλεα σε πελάγη ευτυχίας, εξαιτίας ενός νέου έρωτα που κυριολεκτικά με είχε απογειώσει. Φέτος, καλοκαίρι του 2025 βρίσκομαι σε μια κατάσταση ουδετερότητας, χωρίς κάτι με συναρπάζει ή να με θλίβει συντριπτικά. Επισκεπτόμενος για μια ακόμη φορά την «’Οαση» στο Μάτι Μεσσηνίας, έμαθα ότι ο ιδρυτής της, ο φίλτατος Σταύρος, είχε πεθάνει εκείνο το καλοκαίρι του 2024, λίγες μέρες αφότου είχαμε συναντηθεί στο δημιούργημά του. Ένιωσα μια τρομερή θλίψη, ο Σταύρος ήταν το δικό μου τοτέμ σε εκείνο το μέρος, στο οποίο τόσο ωραία είχα περάσει με την Άννα, τον Ερρίκο και τα φιλαράκια μας, τον Κώστα, τη Γιώτα, τον Γιώργο, τον Ηλία, την Αθηνά και κάμποσα ακόμη.  Κατέβηκα στην παραλία η οποία αλλάζει ταχέως λόγω της εισβολής του τουριστικού κεφαλαίου και παραβρέθηκα στην έξοδο των μικρών χελωνών καρέτα-καρέτα προς τη θάλασσα και τη νέα τους ζωή (όσες από αυτές καταφέρουν να επιβιώσουν). Και σκέφτηκα, για μια ακόμη φορά, πόσο παράξενη είναι η ζωή μας, τι συμβαίνει όταν από αυτή χάνονται φιγούρες που θεωρούσαμε αναπόσπαστες από το παζλ της ύπαρξής μας. Δεν ξέρω τι απέγιναν εκείνοι οι δύο έρωτες, δεν ξέρω πώς θα είναι το Μάτι χωρίς τον Σταύρο και πιθανώς χωρίς τις φωλιές από τις καρέτα-καρέτα που κινδυνεύουν άμεσα από την υπερτουριστικοποίηση, αυτό που ξέρω είναι ότι βλέποντας για μια ακόμη φορά την πανσέληνο του Ιούλη να ξεπροβάλλει από τα βουνά, σκέφτηκα ότι ακόμη και που έζησα όλα αυτά σημαίνει ότι όντως έζησα, ότι άξιζε και πάντοτε θα αξίζει τον κόπο να κάνουμε φίλους και να ερωτευόμαστε, ακόμη κι αν η απώλεια τόσο των φίλων όσο και των ερώτων μας κάνει κάποια στιγμή να νιώθουμε μια απόλυτη θλίψη. Αν το γέλιο του μικρού Ερρίκου και της μικρής Μαρίνας, όπως και το κατέβασμα των μικρών χελωνών από τη φωλιά τους στη θάλασσα, είναι το αντίδοτο στον ζόφο που μας περιβάλλει, τότε οφείλουμε να αγωνιζόμαστε πάντοτε ενάντια σε αυτόν τον ζόφο, γιατί αυτή είναι η δική μας απάντηση σε αυτό που χάσαμε και ακριβώς επειδή κάποτε το είχαμε μας προκαλεί πόνο το γεγονός ότι δεν το έχουμε πλέον. Η τρομερή λέξη «νοσταλγία» δεν μπορεί να βγει από το λεξιλόγιο και την καρδιά μας, όμως πρέπει πάντοτε να παίρνουμε τα ρίσκα μας και να κάνουμε φίλους/ες και να αναζητούμε νέους έρωτες. Το οφείλουμε στον Ερρίκο, στη Μαρίνα, στα νεογέννητα χελωνάκια.

Κράτος και Ανομία ΙΙ

 

Αν ανατρέξουμε στη διδαχή που περιλαμβάνεται στη Δεύτερη Επιστολή του Παύλου προς Θεσσαλονικείς, μπορούμε να πούμε, όπως έχουμε ήδη κάνει σε αυτή τη στήλη, ότι το «κατέχον», η δύναμη που συγκρατεί και καθυστερεί το τέλος, την οποία οι Πατέρες ταύτιζαν με θεσμούς (τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την ίδια την εκκλησία), βρίσκεται σήμερα παντού σε κρίση και μάλιστα παρευρισκόμαστε στην άφιξη του «άνομου», μιας εξουσίας χωρίς πλέον νόμο, που επιφέρει καταστροφή και αυτοανακηρύσσεται Θεός (για αυτόν τον λόγο οι Πατέρες την ταύτισαν με τον Αντίχριστο).

Αυτό είναι εμφανές στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι θεσμοί φαίνεται πλέον να μην λειτουργούν πλέον και όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός ανθρώπου που μιλά και ενεργεί χωρίς κανέναν πλέον νόμο (το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το Ισραήλ) και υποδύεται τον Θεό. Αξίζει να στοχαστούμε πάνω σε αυτή την κοσμοϊστορική κατάσταση, που εμπλέκει ολόκληρη τη Δύση. Από τη στιγμή που οι θεσμοί (το Κράτος και οι ιστορικές του εκφάνσεις) έχουν χάσει κάθε αξιοπιστία, είναι μάταιο να θεμελιώνουμε σε αυτούς τη δύναμη που συγκρατεί το εσχατολογικό γεγονός. Κι αυτό αληθεύει ακόμη περισσότερο στον βαθμό που ο «άνομος», ο χωρίς νόμο, δεν είναι μια εξωτερική αρχή, αλλά η μορφή που προσλαμβάνει ο ίδιος ο θεσμός κατά την παρακμή του. Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου δεν έρχονται από έξω: είναι το ίδιο το κράτος, η δύναμη που οφείλει να συγκρατεί και να καθυστερεί το τέλος, που μετατρέπεται στον φορέα που το επισπεύδει και το ωθεί στις πιο καταστροφικές μορφές του.

 

27 Ιουλίου 2026

 


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Αλήθεια και Γνώμη - Giorgio Agamben

Bill Traylor, Man with Yoke, 1939-42, part.


Το πανάρχαιο πρόβλημα της σχέσης μεταξύ αλήθειας και γνώμης, ήδη διατυπωμένο από τις απαρχές της δυτικής φιλοσοφίας στο ποίημα του Παρμενίδη, αποκτά σήμερα νέα επικαιρότητα. Είναι πράγματι προφανές ότι η σαφής διάκριση μεταξύ των δύο μορφών γνώσης, την οποία οι αρχαίοι θεωρούσαν δεδομένη, έχει σήμερα εξαλειφθεί πλήρως. Υπάρχουν μόνο γνώμες, οι οποίες αξιώνουν να είναι αληθείς. Συνεπώς καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό να θυμόμαστε ότι η αλήθεια και οι γνώμες κινούνται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Η αλήθεια [verita στα ιταλικά] —την οποία οι Έλληνες αποκαλούσαν αλήθεια, που σημαίνει μη απόκρυψη, φανέρωση— αφορά την ύπαρξη, δηλαδή την εμπειρία ότι κάτι υπήρξε, κάτι που ήταν παραπάνω από  το τίποτα. Η γνώμη (που οι Έλληνες αποκαλούσαν —και εμείς εξακολουθούμε και σήμερα έτσι να αποκαλούμε— δόξα) αφορά τα όντα, τη γνώση ότι τα πράγματα έχουν μια συγκεκριμένη μορφή και όχι κάποια άλλη. Η πρώτη, λέει ο Παρμενίδης, είναι ακίνητη (ατρεμές, αυτό που δεν τρέμει, το ατάραχο), κυκλική και έξω από τον χρόνο,  η δεύτερη μπορεί να είναι ορθή ή εσφαλμένη και, επομένως, μεταβλητή και αβέβαιη.

Είναι λοιπόν κρίσιμο να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ αυτών των δύο μορφών της ανθρώπινης γνώσης. Η πρώτη δεν εγγυάται σε καμία περίπτωση την ορθότητα των γνωμών, αλλά μας παρέχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να τις εξετάσουμε και να αναρωτηθούμε αν είναι σωστές ή λανθασμένες. Όποιος περιορίζεται μόνο στη γνώμη, τείνει, αντιθέτως, να τη θεωρεί εσφαλμένα ορθή. Ενώ η αλήθεια ανοίγει τη δυνατότητα τόσο για μια ορθή όσο και για μια εσφαλμένη γνώμη, η γνώμη το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να επιβεβαιώνει τη δική της αλήθεια. Εξ ου ένα φαινομενικά παράδοξο σύμφωνα με το οποίο η αλήθεια ορίζεται μέσω της πιθανότητας του σφάλλειν, κάτι το οποίο η γνώμη πρέπει με κάθε κόστος να αποκλείσει.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μια κουλτούρα που έχει χάσει τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ αλήθειας και γνώμης παρήγαγε την τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή μια δόξα που επιβεβαιώνει τη δική της αλήθεια χωρίς να μπορεί να τη βιώσει. Πού θα οδηγήσει αυτή η δόξα, που αποκλείει την πιθανότητα σφάλματος, τους ανθρώπους οι οποίοι πιστεύουν ότι μπορούν να τη χρησιμοποιούν, είναι ένα ερώτημα που δεν πρέπει ποτέ να πάψουμε να θέτουμε στον εαυτό μας.

 

13 Ιουλίου 2026


Μια διέξοδος - Giorgio Agamben


Συχνά, στη διάχυτη συνειδητοποίηση ότι βιώνουμε το τέλος ενός πολιτισμού, ανακύπτει η ανάγκη —ή η ελπίδα— για μια νέα αρχή, ότι, δηλαδή, μετά την κατάρρευση μιας μακρόχρονης παράδοσης, αργά ή γρήγορα θα γεννηθεί μια νέα και πιο ζωντανή. Απέναντι σε αυτή την αφελή προσδοκία, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μια νέα αρχή αλλά μια διέξοδο. Αν αποδεχτούμε ότι μια νέα αρχή είναι κάτι το εφικτό, αυτό σημαίνει ότι όλα θα ξανάρχιζαν όπως πρώτα,  ίσως με διαφορετικές ιδέες και σχέδια, αλλά πάντοτε εντός των ορίων μιας ιστορικής εποχής και μιας παράδοσης κατά κάποιο τρόπο ομοιογενών με τις προηγούμενες. Μετά την κατάρρευση της ιστορίας της Δύσης, το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσαμε να θέλουμε είναι μια νέα ιστορική εποχή, αυτό που θέλουμε πρωτίστως είναι να τελειώνουμε με τις εποχές, να βγούμε μια και καλή από αυτές και όχι απλώς να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. Να βγούμε πηγαίνοντας πού; Δεν μπορούμε να το πούμε, αλλά αυτό είναι κάτι καλό, η σιωπή μας είναι πολυτιμότερη από τις φλυαρίες για τα χαρακτηριστικά ενός απίθανου μέλλοντος, που προδίδουν την αλληλεγγύη τους με το παρελθόν επαναλαμβάνοντας τετριμμένες διατυπώσεις όπως «νέο», «μετά» ή «διανθρώπινο». Όπως είπε ο πίθηκος στην «Αναφορά στην Ακαδημία», όταν πλέον είχε μεταμορφωθεί σε κάτι ριζικά διαφορετικό: «Δεν ήθελα την ελευθερία, παρά μόνο μια διέξοδο».

 

6 Ιουλίου 2026

 

Υ.Γ.(του Παναγιώτη Καλαμαρά)Ήμουν στο Παλέρμο με τον Ερρίκο όταν έμαθα για τον θάνατο της Πάολα Ρεβενιώτη. Μια ακόμη απώλεια από το παζλ της κινηματικής μας ζωής των τελευταίων 45 χρόνων, ένας ακόμη ανεπανάληπτος άνθρωπος που δεν θα είναι πια μαζί μας. Την Πάολα τη γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πρώτα μέσα από την εφημερίδα της το «Κράξιμο» και μετά, προσωπικά, στο αναρχικό συνέδριο της Βενετίας το 1984, όπου μαζί με κάποιους άλλους τώρα πια μακαρίτες, όπως ο Μιχάλης Πρωτοψάλτης και ο Γιώργος Γαρμπής, ανοιχτήκαμε στα πελάγη του διεθνούς αναρχισμού. Έκτοτε συναντιόμασταν συχνά και μάλιστα είχαμε συνεργαστεί και στην έκδοση του περιοδικού πλέον «Κράξιμο», για λογαριασμό του οποίου είχε πάρει μερικές από τις ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις ανθρώπων της ενθάδε ριζοσπαστικής κουλτούρας. Τη θυμάμαι με το σκυλάκι της στα Εξάρχεια, στην Αθηνάς όπου τη συναντούσαμε στις νυχτερινές περιπλανήσεις μας στο κέντρο της μητρόπολης, στα πάρτι στον λόφο του Στρέφη στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Με σήμα κατατεθέν την επιθυμία για απολαύσεις ενάντια σε κάθε είδους απαγορεύσεις, σημάδεψε ανεξίτηλα την εναντιωτική σε κάθε κατεστημένο σκέψη, άνοιξε δρόμους που μέχρι τότε ελάχιστα είχαν περπατηθεί. Γειά σου ρε Πάολα, κρίμα που δεν ήπιαμε ξανά έναν καφέ στην πιάτσα Σάντα Μαργκερίτα της Βενετίας, όπως τότε που η ζωή ήταν όλη μπροστά μας, κι εμείς τη ρουφούσαμε με την καυλιάρικη βουλιμία της νεότητας.

 

 

 
 







 

 


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Άνθρωποι και Τουρίστες - Giorgio Agamben


Η λέξη «τουρίστας» [turista στα ιταλικά]εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ιταλικά το 1837, ενώ ο όρος «τουρισμός» [turismo στα ιταλικά] μονάχα το 1907. Η ετυμολογία είναι σαφής: το tour (το «grand tour») ήταν το εκπαιδευτικό ταξίδι που οι ευρωπαίοι αριστοκράτες και διανοούμενοι έκαναν, ξεκινώντας από τον 18ο αιώνα, κυρίως στην Ιταλία, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της τέχνης, τους τρόπους ζωής και την κουλτούρα της. Όπως συμβαίνει συχνά, αυτό που αρχικά αποτελούσε προνόμιο μιας ελίτ, μετατράπηκε, με την πάροδο του χρόνου, σε μαζικό φαινόμενο.

Είναι αξιοσημείωτο ότι πρόδρομος του τουρισμού υπήρξε αναμφίβολα το ταξίδι που έκαναν οι πιστοί για να επισκεφτούν τους ιερούς τόπους της θρησκείας τους: και οι τουρίστες, όπως οι προσκυνητές [pellergrini στα ιταλικά], είναι «peregrini», δηλαδή, σύμφωνα με τη λατινική σημασία του όρου, επί γης ξένοι. Ο τουρισμός είναι το σημάδι μιας αλλαγής εποχής στη σχέση που έχουν οι άνθρωποι με τον τόπο στον οποίο κατοικούν: όπου κι αν βρίσκονται, οι άνθρωποι είναι ξένοι, «έξω» κυρίως από την πόλη στην οποία ζουν. Θυμάμαι πολύ καλά την έκπληξη που ένιωσα πριν από πολλά χρόνια, όταν ζούσα στη Βενετία, συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να ξεχωρίσω τους Βενετσιάνους από τους τουρίστες.

Όμως, δεν άλλαξε μόνο η σχέση των πολιτών με την πόλη τους· άλλαξε, μαζί τους, και η ίδια η πόλη: οι άνθρωποι έγιναν τουρίστες, δηλαδή ξένοι, στον ίδιο βαθμό που ο τόπος στον οποίο κατοικούν (ή, μάλλον, όπου κάποτε κατοικούσαν) φαντάζει πλέον ξένος και αλλότριος. Αν διαβάσει κανείς, όπως έκανα πρόσφατα, την εξαιρετική περιγραφή της Μασσαλίας από τον Joseph Roth το φθινόπωρο του 1925, με τα πυκνά, γεμάτα περιπέτεια σοκάκια της, όπου όλες οι ιστορικές εποχές συνυπήρχαν σε μια έκταση λίγων μόλις χιλιομέτρων και κανείς δεν ένιωθε ξένος, είναι δύσκολο να αποφύγει την πικρή, αμείλικτη διαπίστωση ότι οι πόλεις δεν υφίστανται πια σήμερα: ο τουρισμός μπόρεσε να τις καταστρέψει, επειδή είχαν ήδη πάψει να είναι ζωντανές. Ο υπερτουρισμός δεν ήρθε απέξω, ξεκίνησε μέσα μας, μέσα στις οικείες γειτονιές μας, στις οποίες δεν είμαστε πλέον ικανοί να κατοικήσουμε. Το κατοικείν συνδέεται με το ρήμα έχω (habeo) και υποδηλώνει έναν συγκεκριμένο τρόπο διαβίωσης και ζωής, την ύπαρξη συνηθειών και εθίμων. Κι αν η λέξη «ήθος» στα ελληνικά δηλώνει τον τόπο της συνήθους διαμονής, τότε το κατοικείν αποτελεί την πρωταρχική μορφή της ηθικής. Το γεγονός ότι έχουμε μετατραπεί σε τουρίστες, ότι έχουμε χάσει την ικανότητα να κατοικούμε και ότι είμαστε παντού προσκυνητές και ξένοι, μας αναγκάζει να φανταστούμε εκ νέου μια πιθανή ηθική, να επανεφεύρουμε από τη βάση την ικανότητα της κατοίκησης. Πρόκειται ασφαλώς για ένα δύσκολο εγχείρημα, το οποίο όμως ίσως μας προσφέρει τη μοναδική διέξοδο από τον τουρισμό, ώστε να καταστήσουμε ξανά κατοικήσιμους τον τόπο και τις πόλεις μας.

 

1η Ιουλίου 2026

 

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Λίγες μέρες πριν το ταξίδι στο Παλέρμο με τον Ερρίκο, αυτό το κείμενο του Αγκάμπεν έχει μια ξεχωριστή σημασία για μένα. Κι εγώ, πολλά πολλά χρόνια πριν, ξεκίνησα με ένα ταξίδι στη Ρώμη την περιπλάνησή μου στην Ιταλία, με σκοπό να μάθω την κουλτούρα της, κυρίως την πολιτική, κάτι που κατέστησε αυτή τη χώρα, με το πέρασμα των χρόνων, τη δεύτερη πατρίδα μου. Μια περιπλάνηση στην οποία ποτέ δεν ένιωσα τουρίστας, αλλά, μάλλον, ταξιδιώτης στις πανέμορφες πόλεις της, με τα συντρόφια από τον «χώρο» του κοινωνικού ανταγωνισμού και την πλούσια ανατρεπτική κουλτούρα τους. Στην Ιταλία πήγα με όλους μου τους μεγάλους έρωτες, παραβρέθηκα σε κινηματικά συνέδρια και διαδηλώσεις, διάβασα και μετέφρασα βιβλία και κείμενα του αναρχικού και αυτόνομου «χώρου», είχα ωραίες κουβέντες σε εμβληματικά καφενεία, ανανέωσα τις μπαταρίες μου σε δύσκολες στιγμές της ζωής μου και έκανα σχέδια για το μέλλον. Έχω πάει με όλους τους τρόπους και όλες τις συνθέσεις στην Ιταλία και να τώρα που θα πάω με τον μονάκριβό μου, τον Ερρίκο, θέλοντας να τον βοηθήσω να ανοίξει ένα ακόμη παράθυρο που ελπίζω ότι θα του φανεί χρήσιμο μελλοντικά, ώστε να αντιμετωπίσει με αισιοδοξία και ελπίδα αυτή την ακατανόητη εν τέλει συνθήκη που λέγεται ζωή.   


Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Η Κυβέρνηση της Άνοιας - Giorgio Agamben


Πώς να εξηγήσουμε -ή απλώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε– αυτό που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες; Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε το φαινομενικά ανεξήγητο γεγονός ότι το έθνος, που μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσε στον κόσμο, κυβερνιόταν και συνεχίζει να κυβερνάται την τελευταία δεκαετία από έναν, τεχνικά μιλώντας, τρελό πρόεδρο; Ίσως η μόνη πιθανή απάντηση να είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε μια ιστορική κατάσταση για την οποία μόνο η άνοια να είναι κατάλληλη. Όταν μια χώρα φτάνει στο τελικό στάδιο της πνευματικής κατάρρευσης, δεν υπάρχει καμία λογική απόφαση για την αντιμετώπισή της. Το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι η επιτάχυνση με κάθε μέσο της τώρα πια αναπόφευκτης κατάρρευσης και η άνοια -πραγματική ή προσομοιωμένη- είναι σίγουρα το πιο κατάλληλο όργανο διακυβέρνησης σε αυτή την κατεύθυνση.

Ως πιστός υπήκοος των Ηνωμένων Πολιτειών και η Ευρώπη αυτοκαταστρέφεται και, όπως εκείνες, μοιάζει να βυθίζεται στην άνοια. Το αν ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη μπορέσουν να σταματήσουν στο χείλος της αβύσσου ή αν θα πέσουν σε αυτή μαζί με τον άθλιο και παράνομο οργανισμό που αποκαλείται Ευρωπαϊκή Κοινότητα, είναι κάτι που τα επόμενα χρόνια θα μας επιτρέψουν να δούμε.

15 Ιουνίου 2026


Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Η δυτική γραμματική - Giorgio Agamben


Σε ένα δοκίμιο του 1942, ο Louis Renou δήλωσε ότι «στη βάση της ινδικής σκέψης βρίσκονται οι συλλογιστικές της γραμματικής τάξης». Οι τρεις κατηγορίες με τις οποίες αρθρώνεται σύμφωνα με την ινδική φιλοσοφία όλη η πραγματικότητα -ουσία, ποιότητα, δράση- προέρχονται αναμφισβήτητα από τη γραμματική ανάλυση της γλώσσας: ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα. Η σανσκριτική γραμματική του Panini και τα σχόλια του Patañjali, προηγούνται, στην πραγματικότητα, των περισσότερων ινδικών φιλοσοφικών κειμένων.

Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί σε ποιο βαθμό αυτό ισχύει και για την ελληνική φιλοσοφία, που βρίσκεται στη βάση της δικής μας κουλτούρας. Αυτή την υπόθεση φαίνεται να αντικρούει η παράδοση που απέδιδε στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη την ανακάλυψη των μερών του λόγου και, κατά συνέπεια, την επινόηση της γραμματικής. Η αντίθεση εξασθενεί και εξαφανίζεται μόλις καταλάβει κανείς ότι αυτό που υπονοούνταν ήταν πως, για να είναι φιλόσοφοι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης έπρεπε πρώτα να ήταν γνώστες της γραμματικής.

Η Δύση είναι, από την αρχή μέχρι το τέλος, ένας γραμματικός πολιτισμός, ο οποίος έχει καταστήσει την ανάλυση της γλώσσας και τη συγκρότησή της σε μια γραμματική, τη βάση της γνώσης της για τον κόσμο και της κυριαρχίας της στη φύση. Η επιστήμη, η οποία έγινε η θρησκεία της Δύσης, προϋποθέτει, όπως κάθε θρησκεία, έναν ονομασμένο κόσμο, στον οποίο η οντολογία - δηλαδή το γεγονός ότι η ύπαρξη εκφράζεται και διευθετείται στη γλώσσα - διαιρείται σε περιοχές, καθεμία από τις οποίες αντιμετωπίζεται από μια συγκεκριμένη επιστήμη. Η μοίρα της Δύσης, επομένως, είναι εγγεγραμμένη στην ινδοευρωπαϊκή γραμματική, με τις πτώσεις της και τις λογικο-συντακτικές συνδέσεις ιεραρχικής εξάρτησης με τις οποίες, μαζί με τη γλώσσα της, αρθρώνει τη σκέψη της.

Ίσως γι' αυτό, βλέποντας την Κίνα, δηλαδή μια κουλτούρα που δεν έχει αναλύσει και συγκροτήσει τη δική της γλώσσα σε μια γραμματική, αλλά βλέπει σε αυτήν μονοσύλλαβες προτάσεις χωρίς καμία γραμματική άρθρωση, που μπορεί να γεννηθεί αν όχι μια νέα σκέψη, τουλάχιστον μια διέξοδος από τη σκοτεινή μοίρα που, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, η λογική ανάλυση της γλώσσας, η οποία όχι τυχαία μας διδάσκεται στο δημοτικό σχολείο, μας έχει αναπόφευκτα παραδώσει.

 

20 Απρίλη 2026

 


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Η παιδική ηλικία του Αδάμ - Giorgio Agamben


Η αντίληψη του πολιτισμού μας για τον άνθρωπο δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν θυμόμαστε ότι στη βάση του βρίσκεται ένας άνθρωπος χωρίς παιδική ηλικία: ο Αδάμ. Σύμφωνα με την αφήγηση της Γένεσης, ο άνθρωπος που ο Κύριος δημιουργεί και τοποθετεί στον Κήπο της Εδέμ είναι ένας ενήλικας, στον οποίο μιλάει και δίνει εντολές, και για τον οποίο δημιουργεί έναν σύντροφο ώστε να μην είναι μόνος. Και μόνο ένας ενήλικας, και σίγουρα όχι ένα βρέφος, θα μπορούσε να ονομάσει όλα τα ζώα στον κήπο.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ένα ον χωρίς παιδική ηλικία δεν μπορεί να παραμείνει αθώο και είναι μοιραία καταδικασμένο στην ενοχή και την αμαρτία. Ίσως η απαισιοδοξία που καταδικάζει τη χριστιανική Δύση να παραπέμπει πάντοτε στο μέλλον την ευτυχία και την εκπλήρωσή της, να προέρχεται από αυτή τη μοναδική ανεπάρκεια, η οποία καθιστά τον Αδάμ ένα ον που έχει στερηθεί από την ίδια του τη σύσταση την παιδική ηλικία. Και ίσως είναι εξαιτίας αυτής της έλλειψης, της πιο πρωταρχικής από οποιαδήποτε αμαρτία, που, αφενός, η παιδική ηλικία είναι για τον καθένα μας ο τόπος της νοσταλγίας για την αδύνατη ευτυχία και, αφετέρου, στην κοινωνική οργάνωση, μια ελαττωματική συνθήκη, η οποία πρέπει να πειθαρχηθεί και να εκπαιδευτεί με κάθε κόστος. Και αν η ψυχανάλυση βλέπει το παιδί ως το κρυφό υποκείμενο κάθε νεύρωσης, αυτό ίσως συμβαίνει ακριβώς επειδή κάπου μέσα μας λειτουργεί το Αδαμικό παράδειγμα ενός ανθρώπου χωρίς παιδική ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία της ασθένειας της Δύσης - δηλαδή, μιας ενήλικης κουλτούρας η οποία, καταστέλλοντας την παιδική ηλικία, καταλήγει να καταδικάζει τον εαυτό της στην παιδικότητα - θα είναι δυνατή μόνο αν είμαστε ικανοί να αποκαταστήσουμε στον Αδάμ την παιδική του ηλικία.

 

13 Απρίλη 2026

 

Υ,Γ, (του Παναγιώτη Καλαμαρά)Καθώς προχωρώ τη συγγραφή της αυτοβιογραφίας μου, συνδεδεμένης πάντοτε με τα τεκταινόμενα του κοινωνικού ανταγωνισμού κυρίως με αναρχικό πρόσημο, τα οποία τα έχω βιώσει από το μακρινό τώρα πια 1978, σκέφτομαι, με αφορμή το ανωτέρω κείμενο του Αγκάμπεν τη δική παιδική ηλικία και αναπόφευκτα τη συγκρίνω με αυτή που περνάει ο Ερρίκος. Δεν ξέρω ποιού θα είναι καλύτερη, είναι ένας απολογισμός που θα γίνει πολύ αργότερα (και δεν ξέρω αν είναι καν απαραίτητος), αλλά είμαι σίγουρος ότι αν δεν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε την παιδικότητά μας με όσο το δυνατόν λιγότερο τραυματικό τρόπο, δεν πρόκειται να ωριμάσουμε ποτέ και θα μείνουμε προσκολλημένοι σε μια εποχή, που έτσι κι αλλιώς, κάποια στιγμή περνάει οριστικά. Βλέποντας κανείς τους τύπους που μας κυβερνούν σήμερα, τον Τραμπ, τον Νετανάχιου, τον Μητσοτάκη και πολλούς άλλους, καταλαβαίνει εύκολα το δίκιο που έχει ο Αγκάμπεν όταν μιλάει για έναν Αδάμ χωρίς παιδική ηλικία. Έναν Αδάμ, δηλαδή, που ενώ θέλει να παριστάνει τον ενήλικα, έχει μείνει προσκολλημένος στην εποχή που ήταν παιδί και, απ’ ότι φαίνεται από τους παραπάνω, ένα ναρκισσιστικό αλλά τραυματισμένο παιδί, που θεωρεί ότι μπορεί να παίρνει εκδίκησή του για ότι του είχε συμβεί δολοφονώντας άλλα παιδιά στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Η Ράβδος και το Χέρι - Giorgio Agamben


«Καυχιέται ποτέ η αξίνα έναντι αυτού που τη χρησιμοποιεί,  ή μήπως το πριόνι περηφανεύεται σ’ εκείνον που το δουλεύει; Σαν να μπορούσε το ραβδί να χειριστεί αυτόν που το κρατάει, σαν να μπορούσε η βέργα να σηκώσει εκείνον που δεν είναι φτιαγμένος από ξύλο» (Ησαΐας 10). Τα λόγια του προφήτη περιγράφουν ακριβώς αυτό που συμβαίνει σήμερα, οι τεχνολογικές συσκευές είναι το ραβδί που ισχυρίζεται ότι  μπορεί να κατευθύνει και, στην πραγματικότητα, κατευθύνει όποιον το χειρίζεται ή, μάλλον, πιστεύει ότι το χειρίζεται. Και η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται τη στιγμή που ο άνθρωπος, τώρα πια ανίκανος να ελέγξει τα εργαλεία που ο ίδιος δημιούργησε, πέφτει θύμα αυτού που ο Gunther Anders ονόμασε προμηθεϊκή ντροπή και, εγκαταλείποντας τη σκέψη, υποτάσσεται στο ραβδί που του ξέφυγε από το χέρι.

 

16 Μάρτη 2026

 

Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι

 

Αξίζει να σκεφτούμε σχετικά με ένα γεγονός τόσο απίστευτο ώστε να επιδιώκεται με κάθε κόστος να απωθηθεί, ότι δηλαδή το κράτος που ισχυρίζεται ότι είναι το πιο ισχυρό στον κόσμο, κυβερνάται εδώ και χρόνια από ανθρώπους που είναι, τεχνικά μιλώντας, μωροί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δίνουμε μια ακραία μορφή σε μια πολιτική κρίση: ότι ο Τραμπ - όπως σίγουρα ο Μπάιντεν πριν από αυτόν - πρέπει να θεωρείται μωρός με την παθολογική έννοια του όρου είναι κάτι που τώρα πια αποδέχονται πολλοί ψυχίατροι, κι όποιος παρατηρήσει τον τρόπο ομιλίας του δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει. Είναι αυτονόητο ότι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η κλινική περίπτωση ατόμων με το όνομα Τραμπ και Μπάιντεν. Αντίθετα, το ερώτημα που δεν μπορούμε παρά να θέσουμε είναι το εξής: ποια είναι η ιστορική σημασία του γεγονότος ότι μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες - που κατά κάποιο τρόπο ηγούνται ολόκληρης της Δύσης - κυβερνάται από ένα ψυχικά άρρωστο άτομο; Ποια ριζική πνευματική και ηθική παρακμή, πριν ακόμη από πολιτική, μπορεί να οδήγησε σε μια τόσο ακραία συνέπεια; Το ότι η μοίρα της Δύσης σφραγίστηκε από τον μηδενισμό ήταν κάτι που ο Νίτσε είχε ήδη διαγνώσει πριν από έναν αιώνα, μαζί με τον θάνατο του Θεού: αλλά το ότι ο μηδενισμός θα έπαιρνε τη μορφή της μωρίας δεν ήταν προεξοφλημένο. Ίσως με κάποιο τρόπο από συμπόνια και οίκτο ο Θεός που θέλει να χαθεί η Δύση, την οδηγήσει να προχωρήσει στο τέλος της όχι με επίγνωση και ευθύνη, αλλά με απερισκεψία και τρέλα.

30 Μάρτη 2026
 
Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά)Είναι πραγματικά παράδοξο το γεγονός στο οποίο αναφέρεται στο δεύτερο κείμενό του ο Αγκάμπεν, ότι δηλαδή στις ΗΠΑ κυβερνούν άνθρωποι οι οποίοι εύκολα διαπιστώνει κανείς (αρκεί να μην είναι από τους οπαδούς και ψηφοφόρους τους) ότι έχουν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Από την άλλη αρκεί αυτό για να εξηγήσει τα όσα συμβαίνουν σήμερα; Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει όποια/ος τίθεται στην πλευρά του κοινωνικού ανταγωνισμού για τις αιτίες του πολέμου, αν και ουδέποτε κηρυγμένου, που προκλήθηκε από την επίθεση των ΗΠΑ/Ισραήλ στο Ιράν. Και ακόμη πιο δύσκολο να πάρει μια θέση, να μην κρατήσει δηλαδή ίσες αποστάσεις. Αν και θεωρώ δεδομένο ότι η εισβολή και η ισοπέδωση από το κράτος του Ισραήλ της Γάζας (όπως και η εισβολή του στον Λίβανο), πρόκειται ουσιαστικά για μια αστυνομική επιχείρηση καταστολής της εξέγερσης που συνέβη σε μια τεράστια ανοιχτή φυλακή όπως είναι η Λωρίδα της Γάζας (όπως πολύ σωστά διέγνωσε ο Μάικλ Χαρντ ήδη από τον Οκτώβρη του 2023), η επίθεση του αμερικανικού και ισραηλινού κράτους στο Ιράν μπορεί να θεωρηθεί το ίδιο; Και τι ρόλο παίζει ο πολιτιστικός παράγοντας, δηλαδή η προσπάθεια του δυτικού (θρησκευτικού, κυριαρχικού και καπιταλιστικού) μοντέλου οργάνωσης της κοινωνικής ζωής να επιβληθεί σε ένα μοντέλο (θρησκευτικό, κυριαρχικό και καπιταλιστικό)που έχει αρκετές και ουσιαστικές διαφορές μαζί του; Σαφώς υπάρχει το οικονομικό κίνητρο, αλλά μήπως υπάρχει και κάτι άλλο, που ενίοτε χρειάζεται και μιας ψυχαναλυτικής ανάλυσης; Και αν κάποτε ο πόλεμος χρησίμευσε για το ξέσπασμα μιας επανάστασης, της ρωσικής (που ίσως και σε αυτό οφείλεται, σε έναν βαθμό, η τραγική της εξέλιξη), υπάρχει σήμερα πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο σε κοινωνίες όπως αυτές των ΗΠΑ, του Ισραήλ ή του Ιράν; Συνέβη άλλωστε κάτι τέτοιο στη Ρωσία και στην Ουκρανία, παρά τις εκατόμβες νεκρών; Δύσκολο να απαντήσουμε σε όλα αυτά, καθώς ακόμη διακατεχόμαστε από τις αναλύσεις θεωρητικών σχημάτων που αφορούσαν τους περασμένους αιώνες, αλλά αδυνατούν να ερμηνεύσουν το σήμερα και ακόμη περισσότερο να παρουσιάσουν διεξόδους στην κατεύθυνση της ισοελευθερίας. Ίσως έτσι και να εξηγείται η αδυναμία μαζικής άρθρωσης μιας αντιπολεμικής αντίστασης, όπως για παράδειγμα συνέβη το 2003 με την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ. Μια αδυναμία που όλες και όλους μας πληγώνει, αλλά προς το παρόν μοιάζει πολύ δύσκολο να την υπερβούμε. Και το «κακό» είναι ότι δεν πιστεύουμε πως υπάρχει ένας θεός που θα το κάνει στη θέση μας.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Αρχηγοί κράτους και δολοφόνοι - Giorgio Agamben


Για πρώτη φορά στην ιστορία βλέπουμε τον αρχηγό ενός κράτους που θεωρείται πολιτισμένο, να μιλάει ανοιχτά όπως ένας δολοφόνος, λέγοντας για τον θρησκευτικό ηγέτη μιας χώρας στην οποία επιτέθηκε ότι «τον σκοτώσαμε» και για τους κατοίκους αυτής της χώρας πως «θα τους μακελέψουμε». Ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Στάλιν μίλησαν ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Και, ωστόσο, όχι μόνο αυτός ο άνθρωπος δεν καταδικάζεται και δεν απομακρύνεται από τη θέση του, αλλά οι αρχηγοί κράτους των λεγόμενων δυτικών δημοκρατιών τον εγκρίνουν, αποδεχόμενοι σιωπηλά οι πολιτικοί να εκφράζονται σήμερα δημοσίως με έναν τρόπο με τον οποίο ούτε οι δολοφόνοι θα τολμούσαν να μιλήσουν μεταξύ τους.

10 Μάρτη 2026    


Κράτος και τρόμος - Giorgio Agamben


Τι είναι ένα κράτος το οποίο, αγνοώντας κάθε μορφή δικαίου, δολοφονεί συστηματικά ή απαγάγει τους ηγέτες κρατών που θεωρεί αυθαίρετα εχθρούς του; Και αυτό συμβαίνει με την έγκριση ή την αμήχανη σιωπή των ευρωπαϊκών χωρών. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ζούμε σε μια εποχή όπου το κράτος έχει πετάξει τη νομική του μάσκα και δρα, τώρα πια, σύμφωνα με την πραγματική του φύση, η οποία, σε τελική ανάλυση, είναι ο τρόμος.  Είναι  πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η ακραία κατάσταση να είναι κυριολεκτικά τέτοια, ότι, δηλαδή, το βγάλσιμο της μάσκας  να συμπίπτει με εκείνο το τέλος της μορφής κράτος, χωρίς το οποίο τέλος μια νέα πολιτική δεν είναι δυνατή.

2 Μάρτη 2026

 


Η ντροπή της Ευρώπης

Μια χώρα δέχεται επίθεση χωρίς κανένα προφανή λόγο και προδοτικά, ενώ υποτίθεται πως γίνονταν διαπραγματεύσεις, δολοφονείται ο πνευματικός της ηγέτης. Η ευρωπαϊκή κοινότητα –ή εκείνη η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε αυτή την ανοιχτή παραβίαση του διεθνούς δικαίου στην οποία προχώρησαν δύο χώρες που μοιάζει να έχουν χάσει κάθε συνείδηση του εαυτού τους και κάθε είδους υπευθυνότητα, αλλά  προστάζουν τον ιρανικό λαό να σταματήσει να αμύνεται.

5 Μάρτη 2026

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Μέση Ανατολή αν και μπορεί μάλλον εύκολα να αναλυθεί από θεωρητική σκοπιά, πολύ δύσκολα μπορεί να απαντηθεί αν τεθεί ως ερώτημα (απαραίτητο) του τύπου «και εμείς τι κάνουμε;». Μπροστά στον απίστευτο κυνισμό του αμερικανικού και του ισραηλινού κράτους, αλλά και την απίστευτη υποκρισία των ευρωπαϊκών κρατών (πλην Ισπανίας) που υπερηφανεύονται για τον Διαφωτισμό τους, η αμηχανία των ανταγωνιστικών κινημάτων είναι προφανής. Τα παλιά εργαλεία φαίνεται πως δεν λειτουργούν πλέον μπροστά στην αδυσώπητη επίδειξη δύναμης εκ μέρους του σύγχρονου ναζιφασισμού (που μάλιστα εκπορεύεται από δύο κράτη που το μεν ένα επαίρεται ότι νίκησε τον ναζισμό και το άλλο προήλθε από τις τύψεις των Ευρωπαίων και των Αμερικανών που άφησαν να συμβεί το Ολοκαύτωμα). Και αν μπορούμε σχετικά εύκολα να εκδηλώνουμε την υποστήριξη και την αλληλεγγύη μας στον παλαιστινιακό λαό (που ένα μέρος του ζητάει κι αυτό, δυστυχώς, τη δημιουργία κράτους), βεβαίως υποστηρίζουμε τον ιρανικό λαό, αλλά πώς να ξεχάσουμε πως το ιρανικό κράτος μόλις προσφάτως δολοφόνησε χιλιάδες αντιφρονούντες; Το ότι οι ανελέητοι βομβαρδισμοί του αμερικανικού και ισραηλινού κράτους σχολείων και δημόσιων υποδομών στο Ιράν, με τις εκατοντάδες νεκρούς, δεν πρόκειται να φέρει κανενός είδους δημοκρατία, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη, άλλωστε για ποια δημοκρατία μπορούν να υπερηφανεύονται τα κράτη των ΗΠΑ και του Ισραήλ (φτάνει να θυμηθούμε τα πρόσφατα «κατορθώματα» του ICE σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ); Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: «Τι κάνουμε;».   

Υ.Γ. 2 (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Πέθανε στις 5 Μάρτη ο Ορφέας Πρωτοψάλτης, γιός της Μαρίας Πετρουλάκη και του Μιχαήλ Πρωτοψάλτη, 31 ετών, ενεργό μέλος του ανταγωνιστικού κινήματος και εξαίρετο παιδί. Τον θυμάμαι πιτσιρίκο στο Ρέθυμνο, πόσο μας είχε εντυπωσιάσει η διαλεκτική του σκέψη, κάτι πολύ δύσκολο για παιδιά της ηλικίας του. Σκέφτομαι τη μαμά του, τη Μαρία και πραγματικά δεν ξέρω τι να πω. Όλες και όλοι μας έχουμε περάσει διάφορα είδη ψυχικού πόνου, αλλά το να χάνεις το παιδί σου, δεν πιστεύω ότι μπορεί να συγκριθεί με οτιδήποτε άλλο, ιδίως αν είσαι η μητέρα του. Πολύ δύσκολα τα τελευταία χρόνια, οι χαραμάδες φωτός λίγες, αλλά πρέπει να συνεχίσουμε, να μην τα παρατήσουμε ποτέ, έτσι θα τιμήσουμε και αυτές/ους που χάθηκαν, που δεν είναι πια κοντά μας, έστω και για να τσακωνόμαστε πού και πού!