Πέμπτη 3 Αυγούστου 2023

Χρόνια πολλά μαέστρο


Την 1η Αυγούστου ο Αντόνιο «Τόνι» Νέγκρι συμπλήρωσε τα 90 του χρόνια. Για να θυμηθούμε ένα τμήμα από τη σκέψη του που μας συνοδεύει εδώ και πολλά χρόνια, δημοσιεύουμε μια συνέντευξή του με αφορμή την έκδοση στα γαλλικά ενός εμβληματικού του βιβλίου το Κυριαρχία και Σαμποτάζ, το οποίο είχε εκδοθεί και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Κομμούνα σε μετάφραση της φίλτατης Ελένης Τζιρτζιλάκη.

 

Συζήτηση του Τόνι Νέγκρι με τους Cannelle Gignoux, Jean-Paul Gasparian, Davide Gallo Lassere και Matteo Polleri.

 

Ερώτηση: Εκδοθέν τον Γενάρη του 1978 από τις εκδόσεις Φελτρινέλι, το Κυριαρχία και Σαμποτάζ. Δοκίμιο για τη μαρξιστική μέθοδο του κοινωνικού μετασχηματισμού, παρουσιάζεται ως ένα  κείμενο βαθιά συνδεδεμένο με την περίοδο στην οποία εντάσσεται, χαρακτηριζόμενη από μια εξεγερσιακή δυναμική και την παρουσία της εργατικής και προλεταριακής αυτονομίας σε διάφορα επίπεδα της ιταλικής κοινωνίας. Το κίνημα του ’77 είχε πράγματι αποτελέσει ένα πέρασμα-κλειδί στον κύκλο των αγώνων του «μακρύ ιταλικού ’68», οξύνοντας τη συγκρουσιακότητα και αλλάζοντας τις μορφές έκφρασης. Θα μπορούσες να μας περιγράψεις τις συνθήκες στις οποίες έγραψες αυτή την μπροσούρα; Σκεφτόμαστε πιο συγκεκριμένα το μιλανέζικο πλαίσιο, στο οποίο βρισκόσουν μέσω και της συντακτικής ομάδας του «Rosso», της «εφημερίδας μέσα στο κίνημα», σημείο αναφοράς διαφόρων αυτόνομων ομάδων.

Απάντηση: Το Κυριαρχία και Σαμποτάζ γράφτηκε στην Ελβετία όπου είχα καταφύγει μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης από την εισαγγελία της Μπολώνια για τα γεγονότα του Μάρτη του ’77. Οι σύντροφοι του «Rosso» (στη συντακτική ομάδα του οποίου συμμετείχα) ήταν πολύ ενεργοί στην Μπολώνια εκείνες τις ανοιξιάτικες μέρες της εξέγερσης και η αστυνομία και η εισαγγελία δεν βρήκαν τίποτα πιο έξυπνο από το να καταστείλουν και να κατηγορήσουν για ανατρεπτική ομάδα ένα από τα μέλη της σύνταξης του περιοδικού. Όμως μιλάμε για πράγματα πιο σοβαρά: το Κυριαρχία και Σαμποτάζ είναι ένα κείμενο δίχως άλλο συνδεδεμένο, περισσότερο από τα γεγονότα στην Μπολώνια, με την κατάσταση των αγώνων στο Μιλάνο, όπου ζούσα περίπου μια δεκαετία και (όπως έχω ήδη πει) συμμετείχα στο «Rosso», όργανο της μιλανέζικης αυτονομίας, που διανεμόταν σε ολόκληρη τη χώρα. Τότε, το 1977, τα γεγονότα της Μπολώνια (η εξέγερση και η κατάληψη της πανεπιστημιούπολης μετά τη δολοφονία ενός φοιτητή από τους καραμπινιέρους) και της Ρώμης (η θεαματική εκδίωξη από τους αυτόνομους των συνδικάτων του «ιστορικού συμβιβασμού» από το πανεπιστήμιο Λα Σαπιέντσα) είχαν προαναγγελθεί από το μιλανέζικο κίνημα, όλα τα προηγηθέντα χρόνια. Στις καταλήψεις σπιτιών, στεκιών και πανεπιστημίων, στα προλεταριακά ψώνια στα σούπερ μάρκετ και στις αυτομειώσεις στη μαζική loisir (κινηματογράφος, συναυλίες κλπ), στην κατάκτηση και την υπεράσπιση απελευθερωμένων μητροπολιτικών ζωνών αλλά και στις προλεταριακές γιορτές που ακολουθούσαν, είχε εκφραστεί η αυτονομία, η οποία έτσι είχε εγκαινιάσει και παγιώσει εκείνα τα χρόνια νέες μορφές ζωής μητροπολιτικού προλεταριάτου. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθούν οι απεργίες και η υπεράσπισή τους στα εργοστάσια και τις γειτονιές. Υπήρξε μια συνέχεια ανάμεσα στο εργοστάσιο και το έδαφος η οποία είχε παραχθεί και δοκιμαστεί ξεκινώντας ήδη από το ’68, στην πόλη και στα μιλανέζικα banlieus –πρώτα απ’ όλα με πρωτοβουλίες των οργανώσεων βάσης των εργατών στα εργοστάσια, έπειτα, σιγά σιγά, με πρωτοβουλίες ενός πολλαπλού μητροπολιτικού υποκειμένου (πάντοτε εργατικού αλλά και φοιτητικού, νεανικού, γυναικείου, μεταναστευτικού…) οργανωμένου στο έδαφος. Το Κυριαρχία και Σαμποτάζ μιλάει για αυτό το υποκείμενο, το οποίο, στους αγώνες και στην οργάνωση, επιδιώκει την «αυτοαξιοποίησή» του, την οποία θέλει να παγιώσει τόσο στο εργοστάσιο όσο και στη μητρόπολη. «Αυτοαξιοποίηση» σημαίνει ότι αυτό το υποκείμενο, αν είναι εργατικό, θέλει να αυξήσει τον μισθό και να μειώσει το ωράριο, ενώ, αν είναι φοιτητικό, θέλει να οργανώσει κριτικά τις σπουδές του, να πληρώνεται γι’ αυτή του την εκπαίδευση και να μην υφίσταται πειθαρχικούς ελέγχους· μια αυτοαξιοποίηση που, τελικά, τόσο σε εκείνους που δουλεύουν όσο και σε εκείνους που δεν δουλεύουν, προτείνει να είναι οι ίδιοι αφεντικά της ζωής τους και να ασκούν μια «αντιεξουσία» απέναντι στα αφεντικά, τους πολιτικούς, τους παπάδες και τους αστυνομικούς, οργανωμένοι μέσω της συγκρότησης κοινών μορφών ζωής. Ενάντια σε αυτό το πλήθος εξαπολύθηκε η κρατική καταστολή, που από το ’68 μέχρι το ’67 οξυνόταν. Συνεπώς έπρεπε να αμυνθούμε. Μια άμυνα στο ύψος της ισχύος που ήταν σε θέση να εκδηλωθεί στο εσωτερικό των σχέσεων παραγωγής στα εργοστάσια και τις γειτονιές. «Σαμποτάζ» είναι η έκφραση της αυτοαξιοποίησης του εργατικού και μητροπολιτικού πλήθους μπροστά σε μια ολοένα και περισσότερο δριμεία καταπίεση που αυτό υφίστατο. Και ανταποκρίνεται στα υψηλά επίπεδα γνώσης και οργάνωσης του μιλανέζικου προλεταριάτου εκείνα τα χρόνια. Ας μην μπερδεύουμε, συνεπώς, τη λέξη σαμποτάζ με μια λουδιτική τάση, με μια ηθική ή ατομική αντίσταση. Το σαμποτάζ είναι, στο εργατίστικο λεξιλόγιο, η συλλογική, πληθυντική αντίσταση ενάντια στην καπιταλιστική προσταγή στην παραγωγή, στην οργάνωση της εργασίας. Το ατομικό σαμποτάζ μπορεί να είναι απλώς ένα σύμπτωμα· όμως το συλλογικό σαμποτάζ είναι μια επαναστατική πράξη. Αυτό που επιδιώκει το σαμποτάζ είναι η ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο και, μέσα σε αυτόν τον διαχωρισμό, την προλεταριακή ενότητα του διαφορετικού, τη διατομή του εργοστασιακού εργάτη και του κοινωνικού εργάτη. Αυτοί οι έννοιες αναπτύχθηκαν, εν παραλλήλω με το Κυρίαρχία και Σαμποτάζ, από άλλους εργατιστές όπως για παράδειγμα ο Φερούτσο Γκαμπίνο και η Μαρία Ρόζα Ντέλα Κόστα, που παγίωσαν τότε τη διατομή μεταξύ των εργατικών, των φυλετικών και των φεμινιστικών αγώνων.

Ερώτηση: Σε αυτό το πλαίσιο, επιμένεις στην ανάλυση για την παγκόσμια συνθήκη του ιταλικού και διεθνούς καπιταλισμού, πολεμώντας κάθε μορφή «ρεφορμισμού» και «πολιτικού συμβιβασμού» μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων και έρχεσαι, ταυτοχρόνως, σε αντιπαράθεση με τα διάφορα ρεύματα του επαναστατικού γαλαξία εκείνης της εποχής. Η κατασταλτική επίθεση που χτύπησε τους αυτόνομους πυρήνες –και πιο συγκεκριμένα η επιχείρηση της 7ης Απρίλη– είναι γνωστή και σαφώς έχει να κάνει με τη ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης το ’77. Θα μπορούσες να μας μιλήσεις για εκείνες τις συζητήσεις περί τακτικής και στρατηγικής;

Απάντηση: Ήδη στα μισά του ’77, μπροστά στην καπιταλιστική αντεπίθεση, ήταν αναγκαία η οικοδόμηση μιας πιο υψηλής μορφής οργάνωσης, όχι μόνο πιο διευρυμένης, όχι μόνο ενιαίας, αλλά ανανεωμένης και διαπερατής από ένα προγραμματικό διάγραμμα και μια ικανότητα λήψης αποφάσεων. Το Κυριαρχία και Σαμποτάζ είναι ένα κείμενο, μεταξύ άλλων, που χρησίμευσε στην προετοιμασία μιας πλατφόρμας για συζήτηση στη γενική συνέλευση της εργατικής αυτονομίας που είχε καλεστεί στην Μπολώνια τον Σεπτέμβρη του’77. Πράγματι, το κείμενο έχει ημερομηνία 3 Σεπτέμβρη 1977. Σε εκείνη τη συνέλευση δεν μπόρεσα να παραβρεθώ όντας φυγόδικος, όμως το κείμενο μου παρουσιάστηκε. Ποια ήταν η υποστηριζόμενη γραμμή; Ότι χρειαζόταν, από τη συνέλευση του Σεπτέμβρη και μετά, να υπάρξει μια νέα πολιτική πλατφόρμα κι ένα πραγματικό οργανωτικό πέρασμα, Γι’ αυτόν τον λόγο, το πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ έγκειτο στην οικοδόμηση μιας νέας σχέσης μεταξύ της δράσης (πολιτικής) της «αποσταθεροποίησης» και της δράσης (ταξικής) της «αποδόμησης» της καπιταλιστικής εξουσίας. Με την «αποσταθεροποίηση» εννοούνταν η συνεχής δράση που παρήγαγε το κίνημα, στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, με την «απονομιμοποίηση» και το μπλοκάρισμα της άσκησης της πολιτικής εξουσίας του εχθρού. Με την «αποδόμηση» εννοούνταν η δράση της τάξης ενάντια στο σταθερό κεφάλαιο, στην αξιοποίησή του, είτε στο εργοστάσιο είτε στις διαδικασίες κοινωνικής κυκλοφορίας της αξίας. Η στρατηγική συζήτηση διεξαγόταν λοιπόν μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν θεμελιώδη και αποκλειστική την επίθεση σε πολιτικές φιγούρες του κεφαλαίου (η λεγόμενη επίθεση στην «καρδιά του κράτους») και εκείνων που υποστήριζαν ότι, σε βάθος χρόνου, η επαναστατική οργάνωση όφειλε να αρθρώσει τους αγώνες είτε στο επίπεδο της οργάνωσης της εργασίας στο εργοστάσιο είτε σε εκείνο του πολιτικού αγώνα στο κοινωνικό πεδίο. Επρόκειτο, συνεπώς, στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ, να προταθεί ο αγώνας ενάντια στις εξουσίες του κράτους, αναγνωρίζοντας όμως ως στρατηγικό το πεδίο του αγώνα ενάντια στο σταθερό κεφάλαιο και δηλαδή το ιδιαίτερο πεδίο του σαμποτάζ (όταν με το «σαμποτάζ» εννοούνταν, όπως είπα πριν, η ανατρεπτική δράση στη σχέση μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, μεταξύ καπιταλιστών και εργατικής τάξης, στο εργοστάσιο και την κοινωνία). Όπως βλέπετε, η συζήτηση άγγιζε σημαντικά σημεία του ταξικού αγώνα που δινόταν τότε. Στο συνέδριο στην Μπολώνια δεν επικράτησε καμία από τις δύο οπτικές, όμως η αυτόνομη συνιστώσα, απολύτως πλειοψηφική στο κίνημα, δεν ήξερε να δώσει ακριβείς ενδείξεις σε μια φάση που χαρακτηριζόταν από μια άγρια καταστολή του κινήματος από την πλευρά της κυβέρνησης του «ιστορικού συμβιβασμού» (Χριστιανική Δημοκρατία + Κομμουνιστικό Κόμμα). Έτσι αφέθηκε χώρος στην ανάπτυξη της γραμμής των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» οι οποίες, ανεβάζοντας ακριβώς τον πήχη ενάντια στην «καρδιά του κράτους», ανέλαβαν την ευθύνη μιας ανώριμης επαναστατικής επιτάχυνσης, αποφασισμένης ενάντια στην πλειοψηφία των αγωνιστών, της οποίας το τίμημα πλήρωσε ολόκληρο το κίνημα. Ήρθαν έτσι, τη δεκαετία του ’80, εξήντα χιλιάδες συλλήψεις, τριάντα χιλιάδες καταδίκες, χιλιάδες χρόνια φυλακής προκειμένου να σταματήσει το κίνημα. Όμως προκειμένου να δείξουμε πόσο υψηλό και βαθύ ήταν το κοινωνικό του αποτύπωμα, αρκεί να δούμε ότι άρκεσαν δέκα χρόνια προκειμένου αυτό να ανασυντεθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90, παράγοντας αυτό που αργότερα θα γίνει το κίνημα που εξερράγη στην Τζένοβα το 2001. Μια τελευταία πρόταση ανάγνωσης σε ότι αφορά εκείνα τα χρόνια: δεν πρέπει να αφεθούμε στη γοητεία των καρναβαλίστικων πλευρών εκείνης της περιόδου. Με αυτό δεν θέλουμε να ξεχάσουμε εκείνη τη μπαχτινική εμπειρία της επαναστατικής γιορτής που συνόδεψε το ’77. Αυτή η γιορταστική έκφραση των κοινωνικών αγώνων των φοιτητών και των εργατών δεν έλειπε από καμία ομάδα και από καμία δύναμη που βίωσαν τους αγώνες εκείνη την περίοδο το Μιλάνο, στην Μπολώνια ή στη Ρώμη. Η «φαντασία στην εξουσία», ωστόσο, δεν καθόρισε κάποια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή, τις διαπερνούσε όλες. Είναι αφελές να σκεφτούμε ότι οι σύντροφοι που επέλεξαν τον ένοπλο αγώνα ήταν ζοφεροί και θλιμμένοι, και εκείνοι που, αντιθέτως, δεν τον επέλεξαν, ήταν ευφάνταστοι και χαρωποί. Τους χώρισε η επιλογή που έκαναν και όχι το πνεύμα που διαπερνούσε το ’77.

Ερώτηση: Σε όλη την μπροσούρα, βρίσκουμε μια σειρά σκέψεων που είχες επεξεργαστεί το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 και θα αποτυπώνονταν κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου στα περίφημα Ο Μαρξ πέρα από τον Μαρξ και Η Άγρια Ανωμαλία. Αρκεί να σκεφτούμε τον ορισμό του μαρξισμού ως «λογική του διαχωρισμού», τις έννοιες της «επινοητικής ισχύος», της «προλεταριακής αυτοαξιοποίησης» και τη φιγούρα του «κοινωνικού εργάτη». Τι σήμαινε η εισαγωγή αυτών των εννοιών στη συζήτηση εκείνης της εποχής;

Απάντηση: Πρόκειται για έννοιες που συγκροτήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 στην κομμουνιστική ανάγνωση και πολιτική συζήτηση που γίνονταν στις λέσχες της εργατικής αυτονομίας. Η αναφορά στον Μαρξ ήταν ακόμη κεντρική εκείνα τα χρόνια, ιδιαιτέρως στα Grundrisse, μόλις μεταφρασμένα στα ιταλικά. Η ανάπτυξη εκείνων των εννοιών έρχεται εντελώς στο φως αν θα δούμε το σύνολο του έργου μου της δεκαετίας του ’70 και ιδιαιτέρως μπροσούρες όπως το Κυριαρχία και Σαμποτάζ, που υπάρχουν στον τόμο Βιβλία στην Πυρά. Ήταν μπροσούρες οι οποίες, μετά την 7η Απρίλη 1979 –ημερομηνία της μεγάλης καταστολής– κάηκαν από τον ίδιο τον εκδότη τους. Ντροπή! Αλλά για να επιστρέψουμε στις έννοιες: αυτές αναπτύσσονται πάντοτε –όπως για παράδειγμα η «αποσταθεροποίηση» της πολιτικής τάξης και η «αποδόμηση» της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας– πρώτα απ’ όλα σε επαφή με την πραγματικότητα, με εκείνη την εργατική έρευνα που διακρίνει την εργατίστικη μέθοδο. Η «λογική του διαχωρισμού» είναι ένας όρος που αντιτίθεται στην χεγκελιανή διαλεκτική λύση (Aufhebung) του αρνητικού –ακόμη και για τους εργατιστές, πριν από τις φεμινίστριες, ήταν αναγκαίο «να φτύσουν τον Χέγκελ» για να κόψουν στη μέση εκείνη την αίσθηση αδιαφορίας και εκείνες τις πρακτικές μεσολάβησης που παρήγαγε πάντοτε η χεγκελιανή διαλεκτική στη μελέτη των ταξικών, πατριαρχικών ή φυλετικών σχέσεων. «Επινοητική ισχύς» είναι το πρώτο όνομα που δόθηκε σε εκείνη τη μορφή της «ζωντανής εργασίας», που στη συνέχεια αποκλήθηκε «άυλη εργασία», «γνωσιακή εργασία» [lavoro cognitive], κ.ο.κ. Πολύ πριν εμφανιστούν οι θεωρίες του «ανθρώπινου κεφαλαίου» και του «γνωσιαριάτου» [cognitariato], υπήρξε η «επινοητική ισχύς» με αναφορά, βεβαίως, στην ανάγνωση του «Θραύσματος στις μηχανές» των Grundrisse, αλλά προπάντων μέσω των ερευνών και της συν-έρευνας πάνω στην «τεχνική εργασία» (ως ξεχωριστή από τη χειρωνακτική). Ήδη στις έρευνες των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’60 και ιδιαιτέρως στο έργο του Αλκουάτι, αυτή η έννοια είχε τύχει επεξεργασίας –τώρα επανέρχεται με το όνομα «επινοητική ισχύς». Αρκεί να θυμηθούμε ότι όταν μιλάμε για «επινοητική ισχύ», δεν μιλάμε για μια εργασιακή ικανότητα ατομικά προσδιορισμένη, αλλά για μια τεχνική έκφραση, εκφραζόμενη από το σύνολο μιας εργατικής ομάδας, που εκδηλώνεται μέσω της συγκεκριμένης δραστηριότητας των εργαζομένων. Ταιριάζει καλύτερα το να πούμε πως πάντοτε, ακόμη και στην εργασία του εργάτη-μάζα, υπάρχουν δύο στιγμές: η μία επαναληπτική, η άλλη επινοητική, έστω και έντονα συμπιεσμένη και ωθούμενη προς μια αντίληψη μηδενικής αξίας. Για την «προλεταριακή αυτοαξιοποίηση» έχουμε ήδη μιλήσει. Η έννοια χρησιμεύει για να «αποκτήσει σώμα» ο εργατικός αγώνας, για την παγίωση της οντολογικής του σύστασης στην ανταγωνιστική σχέση που έχει με το κεφάλαιο. Η διατύπωση του μπορεί να γίνει ως εξής: «συν αυτοαξιοποίηση πλην δομική ισχύς του κεφαλαίου» (και αυτό στο εργατίστικο λεξιλόγιο σήμαινε άμεσα «συν μισθός πλην εξουσία του κεφαλαίου», «συν κράτος ευημερίας πλην καπιταλιστική κυριαρχία της κοινωνίας»), εν συντομία «συν αυτοαξιοποίηση πλην κεφάλαιο». Ήταν ο νόμος της ταξικής πάλης, η διατύπωση της «άρνησης της εργασίας». Αυτές οι διατυπώσεις μπορούν, ωστόσο, αν παρθούν αφηρημένα (κάτι που κάνουν συχνά οι αναρχικοί όταν αρνούνται κάθε αξία της ταξικής πάλης και υποστηρίζουν ότι αξίζουν μόνο οι «αποτακτικοί [destituenti]» αγώνες), να εκληφθούν σαν ρεφορμιστικές σχέσεις, αρθρωμένες σε μια θεωρητική συνέχεια που προβλέπει ένα συν και ένα πλην με τη λογική του ισολογισμού· όμως είναι, αντιθέτως (συμβαδίζοντας με τον επαναστατικό μαρξισμό), το μη διαλεκτικό κλειδί για μια σχέση εποικοδομητική, συντακτική, μεταξύ θεωρίας και επαναστατικής πρακτικής –πρόκειται ακριβώς για την άρνηση της εργασίας. Την οποία δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν όχι μέσα και ενάντια στην ανάπτυξη του κεφαλαίου. Με ρωτήσατε επίσης τι σήμαινε να εισαχθούν αυτές οι έννοιες στο εσωτερικό της μαρξιστικής συζήτησης εκείνης της εποχής –η απάντηση: λίγα ή τίποτα. Σαφώς λίγα για τους εκκεντρικούς της μαρξιστικής φιλολογίας. Ήταν μάλλον πιο ευαίσθητοι κάποιοι αγωνιστές φιλόσοφοι, όπως για παράδειγμα ο Αλτουσέρ ή, αργότερα, ο Μπρέιβερμαν και ο Χάρβεϊ. Όμως ακόμη κι αν μας ήξεραν, αν δεν συμμετείχαν στους αγώνες, δεν μπορούσαν να μας καταλάβουν. Οι έννοιες για τις οποίες μίλησα ήταν, πράγματι, και συναισθηματικοί,  συλλογικές πρακτικές, προϊόντα της μαχητικής συν-έρευνας.

Ερώτηση: Λαμβάνοντας υπόψη τις τεράστιες οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές που μας χωρίζουν από εκείνα τα χρόνια, τι παραμένει επίκαιρο, κατά τη γνώμη σου, από τη θεωρητική και πολιτική συμβολή αυτού του δοκιμίου; Είναι δυνατό να επαναφέρουμε στο παρόν τις σκέψεις σχετικά με εκείνους τους πειραματισμούς στα νέα μοντέλα μιας αυτόνομης οργάνωσης; Σκεφτόμαστε ιδιαιτέρως τη σχέση με τη λενινική κληρονομιά και την πρόταση να παίξουμε με τον «Λένιν πέρα από τον Λένιν», που αναδύεται σε κάποιες παραγράφους.

Απάντηση: Αρκεί να σκεφτούμε αυτό που ορίζεται ως «λενινισμός». Εγώ ξέρω μια δεδομένη ανάγνωση της σοβιετικής δογματικής και της Τρίτης Διεθνούς, δηλαδή ηγεσία του κόμματος, απόλυτος πολιτικός συγκεντρωτισμός, υποταγή και ιμάντας μεταβίβασης στο κόμμα των κοινωνικών κινημάτων (συνδικαλιστικού, φεμινιστικού κλπ), διαλεκτική θεωρία τάξη/κράτος κλπ, κλπ. Σε αυτό το πεδίο πιστεύω ότι υπέστημεν, όλοι μας, πολλές ήττες για να μπορέσουμε να το ανανεώσουμε. Πιστεύω, κυρίως, ότι η τροποποιημένη τεχνική σύνθεση της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης κοινωνίας εμποδίζει υλικά την επανάληψη εκείνου του λενινισμού και έχω καταγγείλει ως ψευδαίσθηση κάθε τέτοια επαναφορά του. Εν συντομία, η πολιτική έρευνα μας εμποδίζει να φλερτάρουμε, έστω και λίγο, με τη «νεκρή εργασία» της επαναστατικής διαδικασίας (δηλαδή με τις μορφές οργάνωσης, έστω και νικηφόρες, που συνδέονται με τις παλιές πολιτικές συνθέσεις της τάξης). Αυτό σημαίνει ότι το όνομα του Λένιν δεν μπορεί σήμερα να υπάρχει στους τρόπους ζωής του επαναστατικού πλήθους, ως αίτημα οργάνωσης. Αμφιβάλω, δηλαδή, κατά πόσο οι αναφορές στον Λένιν στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ (που προσωπικά θεωρώ ένα κείμενο πολύ λενινιστικό) μπορούν να υπάρξουν στη σημερινή συζήτηση για την οργάνωση. Για να μη προκαλώ σύγχυση και να μη ζω με ψευδαισθήσεις, είναι συνεπώς καλύτερο να βγει έξω από τη συζήτηση ο λενινισμός και να εμπιστευτούμε κυρίως (όπως έκαναν πάντοτε ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Μάο) την έρευνα για τη φύση και τις διάφορες συμπεριφορές των τάξεων στον αγώνα. Πρέπει να κάνουμε κάτι τέτοιο και συνεπώς πρέπει να τα ξαναδούμε τα πάντα. Πάντοτε εκ νέου, πάντοτε με νέα εργαλεία. Όταν μιλούσαν για οργάνωση, οι πρώτοι εργατιστές έλεγαν: αναλύουμε πρώτα απ’ όλα την οργανική σύνθεση της εργατικής τάξης. Γιατί (όπως αναφερόταν στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ): «We are all bastards / And that most venerable man which I / Did call my father, was know not where / when I was stamp’d». Τα χρόνια ’60-’70, οι Ιταλοί αυτόνομοι έφτασαν κοντά στη νίκη στο πεδίο της επινόησης νέων μοντέλων οργάνωσης. Ωστόσο, τελικά έχασαν τη μάχη. Πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε ότι προκειμένου μια θεωρία να είναι έγκυρη οφείλειι να επιβληθεί, να νικήσει στο πεδίο της πρακτικής. Επαναλαμβάνουμε, συνεπώς: σήμερα πρέπει να τα ξαναδούμε όλα. Εσείς οι νέοι έχετε μπροστά σας ένα εντελώς ανοιχτό πεδίο να διασχίσετε και να οικοδομήσετε. Μια μόνο συμβουλή, από μαρξιστική οπτική γωνία και μαζί μια εργατίστικη προοπτική: μη βγάλετε ποτέ το σχέδιο της αποσταθεροποίησης του εχθρού από τις αναλύσεις της αποδόμησης του κεφαλαίου, μην υποτιμήσετε ποτέ τον βαθμό προλεταριακής αυτοαξιοποίησης ούτε όταν οι διαδικασίες της καπιταλιστικής αξιοποίησης μοιάζουν, με την ισχύ, τις διαστάσεις τους, τη σκιά τους, να σκοτεινιάζουν τον κόσμο


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου