Σάββατο 19 Αυγούστου 2023

Το εργατίστικο στυλ



Μια συνέντευξη του Μάριο Τρόντι στην Ίντα Ντομινιγιάνι


Ερώτηση: Το Εργάτες και κεφάλαιο, που αυτές τις μέρες επανεκδόθηκε από το Derive Approdi, σαράντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία από τον Einaudi, έχει θεωρηθεί το λατρευτικό βιβλίο του εργατισμού. Μπορούμε, με λίγα λόγια, να προσπαθήσουμε να ανακεφαλαιώσουμε το μήνυμα και την αναστάτωση που προκάλεσε αυτό το βιβλίο;

Απάντηση: Πράγματι, το αποτέλεσμα υπερέβη κατά πολύ των προσδοκιών. Επρόκειτο για μια εξαιρετικά απομονωμένη θέση, που, ωστόσο, έσπασε το τείχος της αδιαφορίας. Όλα οφείλονται στα μαγικά χρόνια του ’60. Το μήνυμα ήταν εκείνο που είχε τραγουδήσει ο Μπομπ Ντύλαν: οι καιροί αλλάζουν. Που σημαίνει: πρέπει να επαναστατικοποιήσουμε το βήμα της κοινωνικής έρευνας και της πολιτικής πρακτικής. Άλλωστε η γλώσσα, όπως είχε πει κάποιος, είναι το ον. Αυτό πρώτα απ’ όλα έκανε αυτό το βιβλίο, τα έσπασε με την παράδοση. Το Εργάτες και κεφάλαιο είναι η εποχή του δικού μου πολιτικού ρομαντισμού. Και οι ρομαντικοί ποιητές πάντοτε αρέσουν.

Ερώτηση: Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1966, όταν τα δύο έντυπα του εργατισμού, τα «Κόκκινα Τετράδια» του Παντσιέρι και η «Εργατική Τάξη», είχαν ήδη κλείσει. Τι σχέση είχε το δικό σου κείμενο με τη συλλογική πορεία του εργατισμού;

Απάντηση: Το βιβλίο δεν θα υπήρχε χωρίς την εργατίστικη εμπειρία, κατατεθειμένη στο περιοδικό και την εφημερίδα. Στο βιβλίο υπήρχαν δοκίμια και άρθρα που προέρχονταν από εκεί και υπέστησαν κατόπιν μια θεωρητική επεξεργασία. Είναι η συνήθης κουκουβάγια της Αθηνάς που πετάει το σούρουπο.

Ερώτηση: Αναφορικά με τον ιταλικό εργατισμό και τις διάφορες εκφράσεις του, έχει επανέλθει σήμερα έντονο το ενδιαφέρον τόσο  στην Ιταλία και το εξωτερικό, και μάλιστα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Κοιτώντας πίσω, τι ήταν για σένα ο εργατισμός;

Απάντηση: Τρία πράγματα: ένα ρομάντσο πνευματικής διαμόρφωσης, ένα επεισόδιο της ιστορίας του εργατικού κινήματος, μια πολιτισμική επανάσταση ενάντια στην ορθόδοξη ιταλική και όχι μόνο μαρξιστική παράδοση. Όμως πάνω απ’ όλα, ήταν η εμπειρία και η πρακτική μιας ομάδας ατόμων ασυνήθιστης ανθρώπινης και πολιτικής ποιότητας, που κινούνταν με αποκλίνουσα συμφωνία, σφυρηλατημένη από έναν δεσμό ακατάλυτης φιλίας –όποιος κι αν ήταν ο δρόμος που ο καθένας από εμάς πήρε στη συνέχεια. Με μια κουβέντα, θα έλεγα ότι εκείνη η εμπειρία μας άφησε ένα απαράμιλλο «στυλ»: από τον τρόπο γραψίματος, που ακολουθούσε τον ρυθμό στο εργοστάσιο  και τον τρόπο σκέψης, έξω από τους κανόνες, σε μια κάπως «διαρκή κατάσταση πνευματικής εξαίρεσης». Σε επαφή με το εργοστάσιο και με το μοντέλο των εργατικών αγώνων, γεννιέται ένας νέος τύπος διανοουμένου, οργανικού όχι πλέον του κόμματος αλλά της τάξης, όπως κι ένας νέος τρόπος να κάνεις θεωρία, όχι βιβλίο προς βιβλίο αλλά σώμα προς σώμα με την ιστορία, προκειμένου να ανατραπεί η υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Μια πρακτική πολιτικής σκέψης ξένη, μη αναγώγιμη σε σχολές και παραδόσεις, η οποία, ωστόσο, γονιμοποίησε στη συνέχεια και μια γνωσιακή καινοτομία στη φιλοσοφία, στην κοινωνιολογία, στην ιστοριογραφία.

Ερώτηση: Ποια ήταν τα πιο σκληρά σημεία της πολεμικής με την ιταλική κομμουνιστική παράδοση;

Απάντηση: Ο ιστορικισμός της γραμμής Ντε Σάνκτις-Λαμπριόλα-Κρότσε-Γκράμσι, ενισχυμένο σκυρόδεμα της τολιατικής διευθυντικής ομάδας του ΙΚΚ μεταπολεμικά και τη δεκαετία του ’50. Ο εθνο-λαϊκισμός που ο Αλμπέρτο Άζορ Ρόζα αποδόμησε το ’64 –ήταν τριάντα χρονών– στο Συγγραφείς και λαός. Η ανάλυση του νεοκαπιταλισμού και του δεσμού εργοστάσιο-κοινωνία-πολιτική: ενώ ο εργάτης-μάζα, ο ταιηλορισμός, ο φορντισμός εισέβαλαν στη σκηνή, το ΙΚΚ είχε μείνει στάσιμο στη διάγνωση περί καθυστέρησης του ιταλικού καπιταλισμού. Και επίσης, η εργασιακή ρητορική, που την τινάξαμε στον αέρα με το σύνθημα περί «άρνησης της εργασίας», αλλά και η σωτηριολογική θέαση της εργατικής τάξης, που στο λεξικό του ΙΚΚ όφειλε να είναι πάντοτε «γενική τάξη», να δρα υπέρ των συμφερόντων όλων, να χειραφετηθεί η ίδια προκειμένου να χειραφετήσει την ανθρωπότητα, να σώσει τη χώρα, την ειρήνη, τον Τρίτο Κόσμο…

Ερώτηση: Αντιθέτως η «παγανιστική αγενής φυλή», σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό σου, έπρεπε να σώσει μόνο την ίδια… Τι ήταν η παγανιστική αγενής φυλή; Και δεν κινδυνεύατε να την κάνετε κι εσείς έναν σωτήριο μύθο, επαναπροτείνοντας μια φιλοσοφία της ιστορίας με το εργατικό Υποκείμενο στη θέση του χεγκελιανού Πνεύματος;

Απάντηση: Η παγανιστική αγενής τάξη ήταν εκείνη που μπροστά στα κάγκελα του εργοστασίου μας έπαιρνε από τα χέρια τα φυλλάδια και γελώντας ρωτούσε: «Τι είναι; Φράγκα;». Μισθός ενάντια στο κέρδος, να τι ήταν η τάξη. Όχι το γενικό συμφέρον, αλλά ένα μερικό συμφέρον, που ξεμασκάρευε τον μπουρζουάδικο οικουμενισμό και έβαζε σε κρίση τη γενική σχέση του κεφαλαίου: «Ο μισθός ως ανεξάρτητη μεταβλητή» δεν ήταν ένα οικονομικό σύνθημα, ήταν ένα πολιτικό σύνθημα, όπως έδειξε το ’69. Όμως πολύ πριν το θερμό φθινόπωρο, από τους αγώνες του ’62 στο Τορίνο, είχε ξεδιπλωθεί η εργατική επινοητικότητα ανταγωνιστικών πρακτικών στον καθημερινό πόλεμο θέσεων ενάντια στο αφεντικό: οι άγριες απεργίες, οι επιβραδύνσεις, τα σαμποτάζ της αλυσίδας συναρμολόγησης, η ανυπότακτη χρήση των ταιηλοριστικών χρόνων παραγωγής. Εκεί μάθαμε ότι στο κεφάλαιο που ήθελε να επεκτείνει το μοντέλο του εργοστασίου στην κοινωνία, εμείς απαντούσαμε επεκτείνοντας το μοντέλο της εργατικής ανυποταξίας στην πολιτική.

Ερώτηση: Μίλησες για τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60, που όλη η κομμουνιστική αναμνησιολογία, ακόμη και θέσεων διαφορετικών από τη δική σου –σκέφτομαι τα πρόσφατα βιβλία του Ινγκράο και της Ροσάντα– θεωρούν ως τα πλέον κρίσιμα της ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας. Όμως εκείνα τα χρόνια σημαδεύτηκαν από δύο ημερομηνίες: πίσω τους υπήρχε το ’56 και μπροστά τους το ’68. Πού τοποθετείται η εργατίστικη εμπειρία ανάμεσα σε αυτές τις δύο ημερομηνίες;

Απάντηση: Το ’56 ήταν μια στρατηγική ημερομηνία: το άγαλμα του Στάλιν έπεσε στα κεφάλια μας και στα κεφάλια μας τίποτα πια δεν ήταν όπως πριν. Οι όμορφοι και προοδευτικοί καιροί είχαν τελειώσει, ο κομμουνισμός δεν μας παρέπεμπε πλέον στο μέλλον, απαιτούσε την αυτοκριτική του παρόντος. Όμως ενώ οι περισσότεροι, μπροστά στα γεγονότα της Βουδαπέστης, ανακάλυπταν και πάλι την αξία των μπουρζουάδικων ελευθεριών, για μας τώρα πια άνοιγε ο ορίζοντας της κομμουνιστικής ελευθερίας. Βρίσκω, διανοητικά και πολιτικά, άχρηστες πολλές a posteriori αυτοκριτικές του σήμερα: για να κοπεί ο γόρδιος δεσμός, έπρεπε να ανοικοδομηθούν οι συνθήκες για μια επανάσταση στη νεοκαπιταλιστική δύση, προωθώντας τόσο το πεδίο της εργατικής σύγκρουσης όσο και της πολιτικής οργάνωσης, χωρίς να διαχωρίζεται η μία από την άλλη. Προσωπικά –όμως εδώ μιλάω για τον εαυτό μου, γιατί αυτό ήταν το επίδικο σημείο στο εσωτερικό του εργατισμού– ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορούσαμε εμείς να οργανώσουμε τους εργάτες για να τους εξαπολύσουμε, σκληρούς και αγνούς, ενάντια στο κεφάλαιο. Ενδιαμέσως υπήρχε ένα πολιτικό πέρασμα που δεν μπορούσαμε να πηδήξουμε –αν και το να είμαστε εργατιστές σήμαινε πάντοτε, τότε και μετά, το πήδημά του.

Ερώτηση: Ποιο ήταν αυτό το πέρασμα;

Απάντηση: Η διαμόρφωση, εντός της ταξικής εμπειρίας, μιας εναλλακτικής διευθυντικής ομάδας σε σχέση με την τολιατική, που θα ήξερε να παίξει εντός της «αταξίας» η οποία έμελλε να έρθει και εξερράγη το ‘68-’69. Η κρίση του μετα-τολιατικού ΙΚΚ, που θα εκδηλωνόταν στο ΧΙ συνέδριο του ’66, ίσως θα μπορούσε να ενθαρρύνει «τη μακρά πορεία εντός της οργάνωσης», που σε μένα φαινόταν απαραίτητη: ο Πρίγκιπας παρέμενε η τάξη, το πρωτείο παρέμενε στους αγώνες, όμως για να δοκιμάσουμε να τους δώσουμε μια νικηφόρα έκβαση ήταν αναγκαίο το εργαλείο του κόμματος. Όμως αυτή η πρόταση του «εντός και ενάντια» δεν πέρασε, κυριάρχησε εκείνη του «ή εντός ή εκτός»: μια λογική για το κίνημα, μια άλλη για το κόμμα. Με τις ήττες των χρόνων του ’70 και πέρα.

Ερώτηση: Αλλά ενδιαμέσως υπήρξε το εξηνταοκτώ, που άλλαξε όχι λίγα πράγματα, αναφορικά με το κόμμα και την οργάνωση… τι σχέση είχε ο εργατισμός με το εξηνταοκτώ;

Απάντηση: Σου απαντώ για λογαριασμό μου, με έναν τρόπο που πολλοί σύντροφοι του τότε αμφισβήτησαν έντονα, ανάμεσά τους κι εσύ. Ο εργατισμός ήταν ένας πρόλογος του ’68 και την ίδια στιγμή η προλεγόμενη κριτική του. Στην Ιταλία το ’68 έλαβε από το εργατικό ’69 έναν χαρακτήρα διαφορετικό και μεγαλύτερης διάρκειας απ’ ότι αλλού, αντικαπιταλιστικό και όχι μόνο αντιαυταρχικό. Εργάτες και κεφάλαιο βρέθηκαν υλικά οι μεν απέναντι στο δε: σε εκείνο το σημείο χρειαζόταν να μετατοπιστεί η εξουσία, όχι μόνο να αμφισβητηθεί. Πρόκειται για μια ιστορική κανονικότητα: αν στο σεισμό που προκαλούν οι αγώνες δεν ανοίξει μια επαναστατική διαδικασία καθοδηγούμενη και οργανωμένη, που θα μετατοπίζει τον συσχετισμό δύναμης, η καπιταλιστική ανάπτυξη καταλήγει να χρησιμοποιεί τους εργατικούς αγώνες για τους σκοπούς της και ο ολόκληρος ο μηχανισμός της κυριαρχίας αποκαθίσταται εκδημοκρατισμένος. Ακριβώς αυτό συνέβη μετά το ’68. Από τους απελευθερωτικούς αγώνες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα έλειπε η ισχύς του οργανωμένου εργατικού κινήματος που δρούσε στο πρώτο χειραφετησιακό μισό του ίδιου αιώνα. Πολύ μεγάλο μέρος της ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας των χρόνων του ’60 διαμορφώθηκε έξω και αναπτύχθηκε ενάντια στα κόμματα και τα συνδικάτα, λειτουργώντας υπέρ της επιτάχυνσης της κρίσης. Για να έρθει το ’77, όπου επήλθε ο οριστικός διαχωρισμός.

Ερώτηση: Αφού εκείνη η μορφή οργάνωσης δεν αντιστοιχούσε πλέον σε εκείνη την ορμή για ελευθερία… Αλλά ας επιστρέψουμε βλέποντας τα πράγματα με τα γυαλιά του τότε. Εν συντομία, το επίδικο σημείο στον εργατισμό ήταν η οργάνωση, το κόμμα, ο ρόλος του πολιτικού. Ας πάρουμε δύο εμβληματικές συνεισφορές, το εκδοτικό σημείωμα «Η εργατική τάξη χωρίς συμμάχους» του Τόνι Νέγκρι στην «Εργατική Τάξη» του ’64 και το δικό σου δοκίμιο «Για την αυτονομία του πολιτικού» (Feltrinelli) του ’77.

Απάντηση: Ο Τόνι Νέγκρι οφείλει πολλά στην εμπειρία της «Εργατικής Τάξης». Η ανάλυση και κατόπιν η κριτική του φορντιστικού-ταιηλορικού εργάτη, που ωρίμασε στο στρατηγικό εργαστήριο του Πόρτο Μαργκέρα, βρίσκεται στη βάση ολόκληρης της ερευνητικής του διαδρομής στη συνέχεια. Και στη θεωρία του περάσματος από τον εργάτη-μάζα στον κοινωνικό εργάτη, στα μισά της δεκαετίας του ’70, υπάρχει όλη η ευφυΐα του. Όμως το «εργάτες χωρίς συμμάχους» ήταν λάθος. Το σύστημα συμμαχιών που υποστήριζε το ΙΚΚ –εξαρτημένοι εργαζόμενοι-μεσαίες τάξεις-κόκκινη Εμίλια– αποδομήθηκε και αμφισβητήθηκε, αλλά χρειαζόταν να οικοδομηθεί ένα άλλο, με τις νέες επαγγελματικές φιγούρες που αναδύθηκαν στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, με τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση, τους πολιτειακούς μετασχηματισμούς και το πολιτισμικό άλμα στη χώρα· και να μετατοπιστεί πιο μετά ολόκληρο το πεδίο της πολιτικής από τη σύγκρουση στην αντιπροσώπευση. Ο εργατισμός των πρώτων χρόνων του ’60 αντελήφθη ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της πραγματικότητας. Βλέποντάς τη σήμερα, η «Εργατική Τάξη» μοιάζει πιο κοντινή στα «Κόκκινα Τετράδια» και πιο μακρινή από την Εργατική Εξουσία και από εκείνο που περιπλανήθηκε φτάνοντας στην Εργατική Αυτονομία: οι δύο πρώτες εμπειρίες ένιωθαν κριτικά εντός του εργατικού κινήματος, οι δεύτερες τοποθετήθηκαν ενάντια του. Όσον αφορά την αυτονομία του πολιτικού, που πολλοί σύντροφοι του τότε μέχρι και σήμερα μου την καταλογίζουν σαν μια απροσδόκητη στροφή, εγώ αντιλέγω ότι η θεωρητική της ανακάλυψη μου συνέβη εντός της πρακτικής εμπειρίας του εργατισμού, έστω κι αν η επεξεργασία της έγινε στη συνέχεια. Και θα ήθελα επισημάνω το γεγονός ότι μπροστά στην προδιαγραφή της ήττας, ο ρόλος και η αναγκαιότητα του πολιτικού μου φαίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρες. Ωστόσο, αν εκείνο το «άλμα» στο πολιτικό δεν είχε γίνει, δεν θα είχε γίνει όχι τόσο ή όχι μόνο λόγω των ορίων εκείνου του πειράματός μας, αλλά λόγω των ορίων της εποχής: με τη δεκαετία του ’70 η εποχή της μεγάλης πολιτικής δεν ανοίγει, αλλά κλείνει.

Ερώτηση: Είναι μια γνωστή σου θέση από το βιβλίο Η πολιτική σε δύση και μετά. Όμως αν εκείνη η εποχή έχει κλείσει και ο εργατισμός εγγράφεται σε εκείνη την εποχή, τελικά τι μένει από τον εργατισμό;

Απάντηση: Μιλάω, όχι τυχαία, για ένα εργατίστικο «στυλ»: έναν νέο τρόπο να είμαστε διανοούμενοι, με μια σκέψη συνδεδεμένη με την πρακτική. Υπάρχει ένας πατέρας και μια μητέρα: ο πρώτος είναι η μεγάλη ιστορία του εργατικού κινήματος, η δεύτερη είναι η μεγάλη κουλτούρα της κρίσης του 20ου αιώνα. Μια θαυμάσια αντίφαση, βιωμένη. Το λέω ως εξής: να δοθεί φωνή σε εκείνους που είναι κάτω. Μια ανήσυχη διαδρομή: αλλά προκαλώ οποιονδήποτε να βρει μία έστω σκιά υποχώρησης.

Ερώτηση: Γιατί ο εργατισμός συνάντησε την κουλτούρα της κρίσης, καθιστώντάς την τον πολιτισμικό του ορίζοντα;

Απάντηση: Γιατί το εργατικό υποκείμενο, το τόσο κεντρικό, σε μας εμφανιζόταν σαν ένα κοινωνικό υποκείμενο που προερχόταν από την κρίση της παραδοσιακής πολιτικής του μορφής. Κι αυτό εγγραφόταν εντός μιας γενικότερης μεγάλης κρίσης των μορφών, που μετά τη ρήξη των πρωτοποριών στις αρχές του 20ου αιώνα, ποτέ πια δεν ανασυντέθηκε. Είναι του ’69, στο «Αντισχέδιο», το δοκίμιο του Κατσάρι «Για τη γέννηση της αρνητικής σκέψης», ένας ορίζοντας που εντεύθεν ποτέ δεν εγκαταλείψαμε. Και που οδηγεί σε ένα επόμενο πέρασμα, της καταστροφικής κριτικής της ιδεολογίας της ανασύστασης των πολιτικών κατηγοριών ως εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς από την παγανιστική αγενή ράτσα φτάσαμε στην πολιτική θεολογία, όμως ο δεσμός υπάρχει και είναι ισχυρός. Και όσον αφορά εμένα, υπάρχει κι ένα νήμα συνέχειας μεταξύ του Εργάτες και κεφάλαιο και του Πολιτική και πεπρωμένο, το τελευταίο μου έργο που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Sossella.

Ερώτηση: «Ο Λένιν στην Αγγλία» και «Ο Μαρξ στο Ντητρόιτ», δύο τίτλοι που δοξάστηκαν στο Εργάτες και κεφάλαιο. Πού θα στέλναμε σήμερα τον Λένιν και τον Μαρξ; Στα εργοστάσια στη Σαγκάη, στις ιταλικές συνεργατικές, στους ξένους-πολίτες των γαλλικών προαστίων, στα σούπερ μάρκετ της Wallmart στο Άρκανσας; Το υστερόγραφο του ’70 στη δεύτερη έκδοση του Εργάτες και κεφάλαιο ήταν προϊόν μιας πρόσκλησης να μάθουμε από τους αμερικανικούς εργατικούς αγώνες της δεκαετίας του ’70, ενώ σήμερα είναι λες και έχεις στρέψει την τηλεκάμερα μόνο στην Ευρώπη, όπως ο Γούντι Άλλεν…

Απάντηση: Είναι ο κόσμος που καταγράφουν οι τηλεκάμερες. Σήμερα οι καιροί έχουν αλλάξει, περισσότερο λόγω αντικειμενικών λόγων παρά λόγω υποκειμενικών βουλήσεων. Όσο αυτές είναι γενναιόδωρες και αδύναμες τόσο εκείνοι είναι αλαζονικοί και δυνατοί. Υποστηρίζω ότι έχει χάσει την κεντρικότητά της η γεωπολιτική. Ο πολιτικός χώρος δεν είναι πια εκείνος των μικρών εθνών, αλλά αυτός των μεγάλων ηπείρων. Η αλήθεια είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες φοβούνται αυτόν τον κόσμο που αλλάζει. Εμείς οι Ευρωπαίοι έχουμε συνηθίσει στην παρακμή, οι Αμερικανοί όχι. Δεν καταφέρνουν να τη σκεφτούν: αυτό εξηγεί τη διεθνή τους νεύρωση. Ναι, τον Μαρξ θα τον πήγαινα στην Κίνα και στην Ινδία. Τον Λένιν, αντιθέτως, το βλέπω εύκολα να καταπιάνεται με τα προβλήματα της πολιτικής οργάνωσης του προσωρινού εργαζόμενου. Μήπως δεν είναι αυτή η φιγούρα του μεταφορντιστικού εργάτη; Και πώς μεταφέρεις από τα έξω σε ένα call-center την πολιτική συνείδηση; Και σε ένα προάστιο την ιδέα ότι χρειάζεται να φτιαχτεί ένα συνδικάτο κι ένα κόμμα; Και σε ένα κέντρο προσωρινής κράτησης την πρακτική όχι της ενσωμάτωσης αλλά της ανυποταξίας; Συνεχίζει ο Μαρξ να είναι αυτός που μπορεί να μας κάνει να καταλαβαίνουμε ακόμη. Ο Λένιν, ως προς το να μας κάνει ακόμη να δρούμε, ακούγεται κάπως δύσκολο. Όμως υπάρχει πάντοτε εκείνη η μυστηριώδης στροφή στην πορεία του…


«il manifesto», 20 Ιούνη 2006

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

16 Αυγούστου 1989: Η εκκένωση του Λεονκαβάλο


Στις 16 Αυγούστου 1989 εκκενώθηκε και στη συνέχεια κατεδαφίστηκε η κατάληψη Λεονκαβάλο 22, ιστορικό κοινωνικό κέντρο κατά κύριο λόγο της μιλανέζικης αυτονομίας, που λειτουργούσε στη γειτονιά Καζορέτο του Μιλάνου από το 1975. Απολογισμός 26 συλλήψεις και 55 προσαγωγές, μετά τη σκληρή αντίσταση των καταληψιών και των συμπαραστατών τους στις δυνάμεις της αστυνομίας και της χωροφυλακής. Η εκκένωση του Λεονκαβάλο, παρά τις προσδοκίες των κυρίαρχων, έδωσε το έναυσμα για μια σειρά καταλήψεων σε ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο τη δεκαετία που ακολούθησε, αποτυπωμένη στο περίφημο κίνημα των κοινωνικών κέντρων. Το Λεονκαβάλο μεταφέρθηκε σε άλλες καταλήψεις, όπου μετά από αλλεπάλληλες εκκενώσεις και αγώνες, εγκαταστάθηκε στο κτίριο της οδό Ουατώ, όπου παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς απειλές και διώξεις. Βέβαια ο χαρακτήρας του έχει αλλάξει και πολλά στοιχεία του, που το είχαν καταστήσει σημείο αναφοράς για όλο το καταληψιακό ευρωπαϊκό κίνημα και αποτυπώθηκαν στο εμβληματικό τραγούδι των 99 Posse, έχουν πλέον χαθεί. Μένει όμως αναλλοίωτο ένα βασικό του δίδαγμα: ότι ο αγώνας δεν σταματάει με μια εκκένωση, συνεχίζεται προσπαθώντας να βρεθούν νέα ριζώματα στον μητροπολιτικό ιστό. Κατά πόσο κάτι τέτοιο μπορεί να μεταφερθεί στα καθ’ ημάς, παραμένει ζητούμενο. Η αντίστοιχη δική μας Βίλλα Αμαλίας δεν συνέχισε τη διαδρομή της μετά την εκκένωση του 2012 και άλλα παρόμοια εγχειρήματα είχαν την ίδια τύχη, ιδίως μετά την άγρια κατασταλτική επίθεση της δεξιάς από το 2019 και εντεύθεν. Φωτεινή εξαίρεση η κατάληψη Ρόζα Νέρα στα Χανιά. Ελπίζοντας και προσδοκώντας μια επαναφορά του δικού μας καταληψιακού κύματος, οφείλουμε να συνεχίσουμε να θυμόμαστε την ιστορία μας, με την απαραίτητη κριτική ματιά και θεωρητική επεξεργασία. Ο καιρός έχει γυρίσματα κι αυτό που σήμερα φαίνεται αδύνατο, μπορεί αύριο να είναι κάτι περισσότερο από εφικτό. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, χρειάζεται τα υποκείμενα του αγώνα να εξερευνήσουν ποιες είναι σήμερα οι ανάγκες και οι επιθυμίες τους, και να αναζητούν τους τρόπους για την ικανοποίησή τους. Άλλωστε, όπως είχε πει παλιά ο Αμερικανός κινηματικός Γκρέγκ Κάλβερτ, προοδευτικός είναι εκείνος που αγωνίζεται για τις ανάγκες των άλλων, ριζοσπάστης είναι αυτός που μάχεται για τις δικές του. Μέχρι τότε παραμένει πάντοτε επίκαιρη η ρήση ότι οι μοναδικοί χαμένοι αγώνες είναι αυτοί που δεν δόθηκαν.


 

Υ.γ. Στην καλή εφημερίδα Documento και συγκεκριμένα στο φύλλο της 6ης Αυγούστου 2023, δημοσιεύθηκε ένα άρθρο της αρχαιολόγου κ. Μαρίας Ανδρεάκη-Βλαζάκη, επίτιμης γενικής διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, τέως γγ ΥΠΠΟΑ, σχετικά με τις αρχαιολογικές ανασκαφές στον λόφο Καστέλλι των Χανίων, αλλά και τρία ιστορικά κτίρια-μνημεία που κινδυνεύουν να γίνουν πολυτελής ιδιωτική ξενοδοχειακή μονάδα. Είναι σαφές (όπως φαίνεται και από τα γραφόμενα στο άρθρο στο σχετικό τμήμα του) ότι η κυρία αρχαιολόγος αναφέρεται στα κτίρια της κατάληψης Ρόζα Νέρα, μόνο που πουθενά στο άρθρο αυτή δεν αναφέρεται. Ενώ γράφεται ότι «η Κίνηση Πρωτοβουλία ενάντια στην ξενοδοχοποίηση των μνημείων στον λόφο Καστέλλι πρωτοστάτησε στη συλλογή πολλών χιλιάδων υπογραφών κατά της μετατροπής σε ξενοδοχειακή μονάδα του “πιο επισκέψιμου και αξιόλογου πυρήνα των Χανίων”» και στη συνέχεια αναφέρεται σε πλήθος φορέων που κατά της ξενοδοχοποίησης και υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα του συγκροτήματος, λέξη δεν αρθρώνει για το γεγονός ότι τα κτίρια τα διέσωσε από την παρακμή και την εγκατάλειψη η κατάληψη Ρόζα Νέρα (που η ιστορία της ξεκινά το 2004), η οποία είναι αυτή που όχι μόνο τα συντηρεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και με τίμημα μεγάλο χρηματικό κόστος και σημαντικότατη δουλειά των μελών και φίλων της, αλλά είναι κι αυτή που επιτρέπει ακριβώς να έχει δημόσιο χαρακτήρα ο λόφος Καστέλλι, αφού εξασφαλίζει την ελεύθερη πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων επισκεπτών. Καθώς το άρθρο έχει ως τίτλο «Ο ερευνητής τολμά, ανακαλύπτει, συγκινείται, αγωνίζεται», διερωτάται κανείς τι είδους ερευνητής (ερευνήτρια στη συγκεκριμένη περίπτωση) είναι αυτός που γράφει ένα δισέλιδο άρθρο σε μια εφημερίδα και δεν λέει τίποτα για μια κατάληψη που όχι μόνο κρατάει 19 χρόνια, αλλά συνεχίζει την πορεία της μετά από μια βίαιη εκκένωση και μια επανακατάληψη στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες κόσμου, ακριβώς της τοπικής κοινωνίας των Χανίων που θέλει αυτόν τον δημόσιο χαρακτήρα. Η double speak της κυρίας Βλαζάκη δεν μας εκπλήσσει, αφού συνηθίζεται στις περιπτώσεις εκκενώσεων χώρων του ανταγωνιστικού κινήματος. Όμως επειδή κατά πάσα πιθανότητα η κυρία αρχαιολόγος είναι αριστερή και μάλιστα ανήκει σε μια αριστερά που κόπτεται υπέρ των κοινωνικών κινημάτων, έχει ενδιαφέρον το πώς αντιλαμβάνεται την τόλμη, την ανακάλυψη, τη συγκίνηση, τον αγώνα. Πάντως καλό θα ήταν να ενημερωθεί η κυρία αρχαιολόγος ότι οι καταλήψεις και τα κατειλημμένα κοινωνικά κέντρα στην Ελλάδα (και βεβαίως όχι μόνο εδώ) είναι ακριβώς η επιτομή των δημόσιων εγχειρημάτων και ανοιγμάτων, όντας ενέργειες κατόπιν πρωτοβουλίας μελών του δήμου (δηλαδή των δημοτών κι όχι της δημοτικής αρχής, αφού ο δήμος δεν είναι μόνο ο δήμαρχος και οι παρατρεχάμενοι του, αλλά κυρίως και βασικά και η συνέλευση των πολιτών ως κυρίαρχο σώμα), τα οποία ως υπεύθυνοι πολίτες αναλαμβάνουν τη διεύθυνση της ίδιας τους της ζωής, χωρίς να περιμένουν το κράτος, που τόσο αγαπά εξίσου η δεξιά και η αριστερά, να τους της κάνει καλύτερη (αφού, συνήθως, τους την κάνει χειρότερη). Και ακριβώς το επιχείρημα ότι μετά τις εκκενώσεις τα διάφορα κατειλημμένα κτίρια αποδίδονται σε δημόσια χρήση, είναι η δικαιολογία των κατασταλτικών μηχανισμών προκειμένου να μην ομολογήσουν την υποκείμενη αλήθεια: ότι δηλαδή οι καταλήψεις (στη συντριπτική πλειοψηφία τους αναρχικού/αντιεξουσιαστικού προσήμου) πρέπει να χτυπηθούν γιατί εκφράζουν και διακατέχονται από μιαν άλλη λογική από την κρατική, όντας οι σπόροι που βλασταίνουν μέσα στο χιόνι μιας αυτόνομης κοινότητας ισότητας και ελευθερίας...

Σμιτ, καλοκαίρι 1950 - Μάριο Τρόντι


Σμιτ, καλοκαίρι 1950, πρόλογος στο Der Nomos der Erde: «Απέχω από κάθε είδους επικαιρότητα… Προτιμώ, ωστόσο, να παρεμβαίνω πού και πού σε κάποιο ζήτημα, για να μην προκαλώ ψευδείς υποψίες». Άλλωστε, είναι οι ειδικοί που θρηνούν «για τη γλωσσική βαβέλ της εποχής μας, τη χυδαιότητα της ιδεολογικής πάλης, τη διάλυση και τη μόλυνση μέχρι και των πιο κοινών και τρεχουσών εννοιών της σύγχρονης μας δημόσιας σφαίρας». Δεν του μένει άλλωστε και τίποτα άλλο να κάνει από το να διατρέχει την τεράστια ποσότητα υλικού, την αναζήτηση της αντικειμενικής έκθεσης των ιδεών, αφού «με το πρόβλημα της έκθεσης» που γίνεται ιδιαιτέρως επίπονο, αποφεύγονται οι πολεμικές και προπάντων «δεν χάνεται το μεγαλείο του ζητήματος».

Το μεγαλείο του ζητήματος του νόμου δεν χάνεται από αυτό το μεγάλο βιβλίο. Κι έχει δίκιο ο Εμανουέλε Καστρούτσι, μαζί με τον Φράνκο Βόλπι επιμελητής αυτής της τόσο αναμενόμενης ιταλικής μετάφρασης, να επισημαίνει ότι μεταξύ του Verfassunglehre (1928) και του Der Nomos der Erde (1950), περνά σε δύο δεκαετίες μια ολόκληρη εποχή του τρόπου σκέψης της νομικο-πολιτικής ευρωπαϊκής παράδοσης. Πιστώνεται στον Καρλ Σμιτ το γεγονός ότι οδήγησε αυτή τη θεωρητική διαδρομή προς τη θεμελίωση μιας νέας παγκόσμιας σκέψης αναφορικά με τις στοιχειώδεις ταξινομήσεις της απτής ανθρώπινης ύπαρξης. Ο λόγος για το ηπειρωτικό έδαφος και την ελεύθερη θάλασσα, για τις επίγειες και θαλάσσιες κατοχές, για την ταξινόμηση από τη μια πλευρά και τον προσανατολισμό/τοποθέτηση/ρίζωμα σε ένα έδαφος από την άλλη, είναι ίσως πιο επίκαιρος τη δεκαετία του ’90 από τη δεκαετία του ’50. Έτσι ο Σμιτ, πιθανώς παρά τη θέλησή του, να μην μπορούσε να απέχει από την επικαιρότητα. Στο τέλος της χιλιετίας, και ένεκα των χαρακτηριστικών αυτού του τέλους, δεν πρέπει να ξαναξεκινήσουμε μια έρευνα σχετικά με την ιδέα ενός νέου νόμου της γης; Όμως τι είναι ο νόμος; Είναι η ελληνική λέξη που περιγράφει την πρώτη κατοχή γης, με τη σχετική υποδιαίρεση και την πρωταρχική κατανομή του χώρου. Προέρχεται από το νέμειν, που σημαίνει τόσο μοίρασμα όσο και βοσκή, αλλά, επιπλέον, μέτρημα. Ο νόμος είναι κυρίως «η άμεση μορφή με την οποία καθίσταται χωρικά ορατή η πολιτική και κοινωνική διάταξη ενός λαού, η πρώτη μέτρηση και κατανομή της βοσκής, δηλαδή η κατοχή της γης και η συγκεκριμένη ταξινόμηση αυτού που περιλαμβάνεται αλλά και εκείνου που προέρχεται από αυτή». Με τα λόγια του Καντ: ο νόμος που μοιράζει το έδαφος σε δικό μου και δικό σου. Σύμφωνα με μια επεξηγηματική αγγλική έκφραση: o radical title. Μέτρο, ταξινόμηση, μορφή: για να αναγορευθεί ένα κομμάτι γης σε πεδίο ισχύος. Η ρήση του Πίνδαρου για τον νόμο βασιλεύς είναι μονάχα η πρώτη για τις πολυάριθμες ονομασίες του νόμου ως βασιλιάς, κυρίαρχος, δεσπότης, τύραννος. Πρόκειται, όπως είναι γνωστό, για την κλοπή των βοοειδών από τον Ηρακλή, που τον καθιστά, μέσω αυτής της βίαιης πράξης, τον δημιουργό του δικαίου. Θέση μιας επιβολής, κανονιστική ισχύς του πραγματικού.

Ο νόμος, συνεπώς, δεν είναι ο «νόμος» [legge]. Η έννοια της νομιμότητας [legalita] –λέει ο Σμιτ– δείχνει, στην καλύτερη περίπτωση, έναν τρόπο λειτουργίας της κρατικής γραφειοκρατίας, αυτόν του συγκεντρωτικού νομοθετικού κράτους, του οποίου διορθωτική, καθιστάμενη μάλλον αναποτελεσματική, είναι η έννοια της νομιμοποίησης [legittimita]. Στη λέξη Gesetz (νόμος), υπάρχει μια αυστηρή «μέσευση». Ο νόμος, αντιθέτως, «με την αρχική του σημασία, δείχνει ακριβώς την πλήρη μη-μέσευση μιας νομικής ισχύος μη μεσευμένης από νόμους». Συντακτικό ιστορικό συμβάν, πράξη της νομιμοποίησης που προσδίδει νόημα στη νομιμότητα. Πρωταρχική Ordo ordinans, που μόνο μια θετικιστική νομική νοοτροπία μπορεί να ανάγει σε έναν μηχανισμό λειτουργίας του νόμου. Κατοχή του εδάφους, ίδρυση της πόλης, αποικισμός: αυτές οι συντακτικές διαδικασίες δεν βρίσκονται στην ημερησία διάταξη, όμως δεν είναι ούτε και αρχαιολογία του παρελθόντος. «Έως ότου ολοκληρωθεί η οικουμενική ιστορία […] έως ότου οι συνθήκες δεν θα είναι παγιωμένες και αποκρυσταλλωμένες μια για πάντα, έως ότου –με άλλα λόγια– οι άνθρωποι και οι λαοί έχουν ακόμη μέλλον και όχι μόνο παρελθόν, τότε στις ολοένα νέες μορφές της εμφάνισης των συμβάντων, στην ιστορία του κόσμου, θα αναδύεται ένας νέος νόμος». Ουσιώδης σε κάθε ιστορική εποχή είναι η θεμελιώδης διαδικασία του χωρίσματος του χώρου: συνδυασμός ταξινόμησης και τοποθέτησης. Με αυτή την έννοια μιλάμε για νόμο της γης. «Αφού στη βάση κάθε νέας περιόδου και κάθε νέας εποχής της συνύπαρξης των λαών, των αυτοκρατοριών, των χωρών, των κατόχων της εξουσίας και των εξουσιαστικών δυνάμεων κάθε είδους, υπάρχουν νέες οροθετήσεις και νέες χωρικές διατάξεις της γης».

Ο Σμιτ εντάσσει το δίκαιο στη γεωπολιτική. Αυτό είναι το νόημα της θεωρητικής του διαδρομής από τα χρόνια του ’20 σε εκείνα του ’50. Ενδιάμεσα υπάρχει μια απτή προσωπική εμπειρία κι ένα απτό πέρασμα της ιστορίας του κόσμου. Καμία μορφή της σκέψης δεν είναι, όπως εκείνη του Σμιτ, τόσο συνδεδεμένη με τον χρόνο. Ένας νομικός, όπως αγαπούσε κυρίως ο ίδιος να αυτοπροσδιορίζεται, που βρίσκεται να διασχίζει δύο παγκόσμιους πολέμους, είναι υποχρεωμένος να θέτει το πολιτικό πρόβλημα του πολέμου. Ιδωμένο από το Νόμος της γης, ολόκληρο το έργο του Σμιτ μπορεί να διαβαστεί ως μια ιστορική αφήγηση της σχέσης μεταξύ δικαίου και πολέμου. Η δική του ιδέα της πολιτικής, «το κριτήριο του πολιτικού», είναι η θεωρία που διατυπώνει. Σε αυτό το βιβλίο, ο θαυμασμός για το αριστούργημα του ius publicum europaeum φτάνει στο αποκορύφωμά του. Ο δίκαιος πόλεμος, ο πόλεμος που διεξάγεται ex justa causa, φτάνοντας να προβλέψει την πιθανότητα μιας δίκαιης επίθεσης, είναι μια μεσαιωνική θεωρία, ενταγμένη στο πλαίσιο μιας χριστιανικής κοινοπολιτείας, βασίζεται, δηλαδή, στην προϋπόθεση ύπαρξης μιας διεθνούς νομικής αυθεντίας που ασκείται από την potestas spiritualis της Εκκλησίας.

Το διεθνές ευρωπαϊκό δίκαιο χαρακτηριστικό της διακρατικής εποχής από τον 16ο μέχρι τον 20ο αιώνα, σπάει αυτή την παράδοση. Το τυπικό σημείο αναφοράς γίνεται η ίση κυριαρχία των κρατών. Από την justa causus περνάμε στο Justus hostis. Είναι νόμιμος κάθε πόλεμος μεταξύ των κρατών που διεξάγεται μεταξύ κυρίαρχων με ίσα δικαιώματα. «Μέσω αυτής της νομικής τυποποίησης καθίσταται δυνατός ένας εξορθολογισμός κι ένας εξανθρωπισμός, δηλαδή ένας περιορισμός του πολέμου». Ο Αλμπέρικο Τζεντίλε είναι ο μεγάλος νομικός της μεγάλης στροφής. Και είναι πολύ τυπική της εποχής η πολεμική κραυγή του: Silete theologι in munere alieno! [ Σωπάστε θεολόγοι για ζητήματα που σας είναι ξένα!].

Όμως η πραγματική επανάσταση ξεκινά από την εδαφική κατοχή ενός νέου κόσμου: με τους νομικούς τίτλους για την ανακάλυψη και την κατοχή νέων γαιών. Και νέων θαλασσών. Πρέπει να επιστρέψουμε στην ανίχνευση των γραμμών κατανομής ολόκληρης της εδαφικής σφαίρας. Δίπλα στις ισπανο-πορτογαλικές γραμμές διαχωρισμού, τις rayas, μέχρι τις αγγλο-γαλλικές φιλικές γραμμές, τις amity lines, υπάρχει επίσης μια θεωρητική διαδρομή σκέψης και συζήτησης: από τον Φρανσκίσκο ντε Βιτόρια, τον πιο προωθημένο σύμφωνα με τον Σμιτ, τον Γκρότιους και τον Πούφεντορφ, τον Μπαλτάσαρ Αγιάλα, τον Ολλανδό Μπύνκερσοκ και τον Βατέλ, μέχρι τον Καντ, καθρέφτη της αντίφασης ως φιλόσοφος του δικαίου (και ίσως όχι μόνο!), αφού στην προοπτική της διαρκούς ειρήνης και υπό την εκ νέου ανακάλυψη της έννοιας του Hostis injustus, παγιώνεται στην πραγματικότητα, στα τέλη του 18ου αιώνα, η έκβαση εκείνης της διαδικασίας: τα κράτη –ανακεφαλαιώνει ο Σμιτ– είναι τα μεν απέναντι στα δε σχεδόν όπως τα άτομα στη φυσική κατάσταση, με το καθένα από αυτά να έχει το ίδιο δικαίωμα στον πόλεμο.

Όμως να που υπάρχει ένα λάθος τώρα πια διαδεδομένο, το να μιλάμε δηλαδή για αναρχία αναφορικά με τον Μεσαίωνα, αφού εκεί η εχθρότητα και το δικαίωμα αντίστασης λειτουργούν ως νομικοί θεσμοί, σύμφωνα με όσα μας έχει διδάξει ο Όττο Μπρούνερ. Άλλο τόσο λάθος θα ήταν αν αποκαλούσαμε αναρχία τη διεθνή νομική διάταξη μεταξύ του 17ου και του 20ου αιώνα, μόνο και μόνο επειδή αυτή αποδεχόταν τον πόλεμο. «Οι ευρωπαϊκοί διακρατικοί πόλεμοι μεταξύ του 1815 και του 1914 ήταν, στην πραγματικότητα, διαδικασίες ταξινόμησης, περιορισμένες από τις μεγάλες ουδέτερες δυνάμεις, σε πολύ μεγάλο βαθμό νομικού τύπου, μπροστά στις οποίες τα μοντέρνα μέτρα αστυνόμευσης και αποκατάστασης της δημόσιας τάξης ενάντια στους ταραξίες της, μπορεί να είναι τρομερές ενέργειες εκμηδένισης». Επρόκειτο για μια ταξινόμηση βάσει της ισχύος, σε έναν περιορισμένο χώρο: κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν εφόσον ο αντίπαλος αναγνωριζόταν ως εχθρός και εξισωνόταν με έναν justus hostis. Η διάλυση αυτού του jus publicum euroapeum θα συμβεί μεταξύ του 1890 και του 1918. Την τελευταία πράξη ο Σμιτ τη βλέπει στα Πρακτικά του Κονγκό, από την ομώνυμη διάσκεψη του 1884-85 υπό τη διεύθυνση του τελευταίου μεγάλου πολιτικού του ευρωπαϊκού διεθνούς δικαίου, του Μπίσμαρκ. Έπειτα, η μεγάλη σκιά έπεσε από τα δυτικά. Με την αύξηση της ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών, εμφανίζεται το διφορούμενο χαρακτηριστικό τους, δηλαδή να μην μπορούν να αποφασίσουν «ανάμεσα στην ξεκάθαρη απομόνωση […] και την οικουμενικο-ανθρωπιστική επέμβαση παντού στην υδρόγειο».

Αυτό    που οδήγησε στο να πάψει η Ευρώπη να είναι το κέντρο της γης στο διεθνές δίκαιο, δεν ήταν ένα «σύστημα» κρατών, αλλά η μπερδεμένη συμπαρουσία πραγματικών σχέσεων, στερούμενη χωρικής διάστασης και πνευματικής σύνδεσης· «ένα χάος χωρίς καμία δομή, που δεν ήταν πλέον ικανό για οποιονδήποτε από κοινού περιορισμό του πολέμου». Και, πράγματι, ήρθαν οι δύο «μεγάλοι πόλεμοι», ο ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος στον χώρο-κόσμο.

Με το τέλος του jus publicum europaeum έχουμε μια σημασιολογική αλλαγή του πολέμου. Αυτό συμβαίνει όχι το 1914 αλλά το 1918. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε ως ένας ευρωπαϊκός κρατικός πόλεμος παλιού στυλ. Ήταν εκείνη η ειρήνη, από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών μέχρι το Πρωτόκολλο της Γενεύης, που άλλαξε την ιδέα του πολέμου. Από πίσω υπήρχαν δύο μεγάλοι συνθήκες, αμφότερες συνδεδεμένες, κατά βάθος, με μια νέα αντίληψη του χώρου. Η μία ήταν η άποψη, η αμερικανική, από τον Τζέφερσον στον Ουίλσον, για το δυτικό ημισφαίριο. Η νέα Δύση προωθούσε την ιδέα ότι αυτή ήταν η πραγματική Δύση: κι αυτό όχι ενάντια στην παλιά Ασία ή την Αφρική, αλλά ενάντια στην Ευρώπη. Κατά βάθος επρόκειτο για την αξίωση της Αμερικής να είναι αυτή η πραγματική Ευρώπη. Η άλλη είναι η μεταμόρφωση της εικόνας του θεάτρου του πολέμου. Στον παραδοσιακό εδαφικό στρατό και στο πολεμικό ναυτικό, αντίστοιχων ακριβώς με τις δύο επιφάνειες που είναι χωρισμένες η γη (δηλαδή σε στεριά και θάλασσα), προστίθεται ένα τρίτο είδος όπλου, η στρατιωτική αεροναυτική. Γεννιέται ένας νέος τύπος χρήσης της βίας και συνεπώς ένας τύπος εντελώς νέος, που αλλάζει την ίδια την έννοια του εχθρού: όχι πια πόλεμος που διεξάγεται μεταξύ αναγνωρίσιμων εμπολέμων, αλλά πόλεμος για την πλήρη εκμηδένιση του εχθρού. Δεν υπάρχει πια ούτε θέατρο ούτε πόλεμος ούτε θεατές. Επιστρέφουμε στη διάκριση και την απολυτοποίηση του εχθρού ως εγκληματία. Επιστρέφουμε στις αρχές του 17ου αιώνα, στους θρησκευτικούς πολέμους. Η ενδυνάμωση των τεχνικών μέσων εκμηδένισης και η νομική και ηθική διάκριση του εχθρού, δίνουν το έναυσμα σε μια αντίστοιχη καταστροφική λογική. Για να δικαιολογηθεί κάτι τέτοιο, επιστρέφει η ιδέα του δικαίου πολέμου και του άδικου εχθρού. «Στον βαθμό στον οποίο ο πόλεμος μεταμορφώνεται σήμερα σε δράση της αστυνομίας ενάντια στους ταραξίες της ειρήνης, τους εγκληματίες και τα βλαβερά στοιχεία, πρέπει επίσης να ενδυναμωθεί η δικαιολόγηση των μεθόδων αυτής της police bombing. Καθίσταται έτσι υποχρεωτικό να αποκτήσει η διάκριση του εχθρού αβυσσαλέες διαστάσεις».

Στο κλείσιμο αυτού του πολεμικού και εποικοδομητικού βιβλίου, υπάρχουν λόγια σοφίας. Μας λέει ο Σμιτ, θεωρητικός του εχθρού-φίλου, φορώντας τα ρούχα ενός ηθικού φιλοσόφου: «Να θυμόμαστε τις πέντε dubia circa justitiam belli που ο Φρανσίσκο ντε Βιτόρια είχε εκθέσει και, ακόμη περισσότερο, τις δικές του εννέα dubia quantum liceat in bello justo. Σήμερα προσπαθούμε να δώσουμε απαντήσεις στα δύο ερωτήματά του. Η σύγχρονη φυσική επιστήμη και η τεχνική της μας δίνουν μιαν απάντηση: Tantum licet in bello justo!». Αλλά πρέπει επίσης να εκφράσουμε την αμφιβολία μας αν ωρίμασε ιστορικά ο χρόνος τις εννέα γραμμές φιλίας. Ο νόμος της γης μοιάζει ολοένα και πιο παλιός, ολοένα και πιο μελλοντικός.

[1991]

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2023

Γιατί προφητεία και πολιτική; Και μάλιστα αυτή την εποχή - Mario Tronti (1931-2023)


Γιατί προφητεία και πολιτική; Και μάλιστα αυτή την εποχή. Μετά το θριαμβευτικό κλείσιμο του αιώνα σημαδεμένου από την αντιπολιτική, μετά την τόση προσμονή, απ’ όλους, να πάρουν εκδίκηση από όλες τις μεγάλες αφηγήσεις που διέπραξαν εκείνο το αμάρτημα του 20ου αιώνα, δηλαδή την κινητοποίηση των λαϊκών μαζών με βάση τις ουτοπίες του πρίγκιπα-ελπίδα. Μα τι γλώσσα μιλάτε; Και πώς δεν χρησιμοποιείτε τη λέξη παγκοσμιοποίηση; Δεν υπάρχει ένα σύμπαν του νοήματος αν δεν χρησιμοποιούνται οι ίδιες λέξεις. Λοιπόν: πρώτον, από το σύμπαν των κοινοτοπιών, πραγματικά δεν μας ενδιαφέρει τίποτα. Δεύτερον, οι λέξεις που χρησιμοποιούν άπαντες, καταλήγουν να μη λένε τίποτα. Εγώ πιστεύω ότι η σκέψη, η πολιτική σκέψη, πρέπει να αναλάβει το καθήκον να βάλει, στον καιρό του διάχυτου πολιτιστικού κομφορμισμού, μιαν άλλη ημερησία διάταξη.

Πάμε. Προφητεία δεν είναι το προλέγειν, ούτε το προβλέπειν. Ο προφήτης δεν βλέπει το μέλλον, βλέπει το παρόν. Βλέπει στο παρόν αυτό που δεν βλέπουν οι άλλοι και λέει για το παρόν αυτό που οι άλλοι δεν θέλουν να ακούσουν. Οφείλει να βλέπει, να ακούει. Και, ενίοτε, είναι αναγκαίο είτε να ουρλιάξει στο πλήθος είτε να μιλήσει στην έρημο. Έτσι όπως έκαναν οι μεγάλοι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, από τον Σαμουήλ στον Ησαΐα και από τον Ιεζεκιήλ στον Δανιήλ (με αποκορύφωμα τον Ιερεμία), αλλά και οι ελάσσονες, από τον Ωσηέ στον Μαλαχία. Στο μέσον υπάρχει το τραγικό συμβάν, η πτώση και η εξορία από την Ιερουσαλήμ, όταν «ο  περιούσιος λαός» δεν θέλησε να λάβει μέρος, ούτε πριν ούτε μετά, σε αυτό που συνέβηι. Ο προφήτης μιλάει για την εισβολή του συμβάντος. Ο λόγος και η ενόραση είναι τα όπλα της προφητείας: ο λόγος που ταράζει, η ενόραση που ξεσκεπάζει. «Ιδού: Βάζω τα λόγια μου στο στόμα σου», λέει ο Κύριος στον Ιερεμία, «και, προσοχή, εδώ, σήμερα, σε βάζω πάνω από τα έθνη και πάνω από τα βασίλεια, για να ξεριζώσεις και να κατεδαφίσεις, για να γκρεμίσεις και να καταστρέψεις, για να οικοδομήσεις και να φυτεύσεις». Η προφητεία είναι μια ισχυρή σκέψη. Ονομάζεται εβραϊκή προφητεία για να εξορκίσει το εκρηκτικό της φορτίο. Όμως και η χριστιανική προφητεία δεν είναι ηπιότερη, στην καταγγελία μέσω της χειρονομίας, στη βία μέσω του λόγου, στο δράμα μέσω της ενόρασης. Εφόσον δεν θέλουμε να ανάγουμε τον χριστιανισμό στον πάπα της καρδιάς των δομινικανών κηρυγμάτων στις καθολικές εκκλησίες. Και δεν μιλάμε μόνο για τον χριστιανισμό των απαρχών, από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στον Ιησού. Υπάρχει και η συνέχεια, από τον Τζοακίνο ντα Φιόρε στον Σέρτζο Κουίντζιο, έτσι για να αναφέρουμε δύο ονόματα. Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι η δεύτερη Διαθήκη, η Καινή, κλείνει με ένα κείμενο που αποκαλείται Αποκάλυψη;

Κι εδώ είναι το ουσιαστικό σημείο. Ο προφήτης εκτίθεται και ρισκάρει σε μια πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση με την ιστορία της εποχής του. Η προφητεία δεν είναι ουτοπία. Δεν είναι η προεικόνιση ενός ευτυχισμένου νησιού που δεν υπάρχει, η επίκληση ενός μη-τόπου, η προσμονή της τελικής Σωτηρίας, η εμπιστοσύνη στην ασταμάτητη ανθρώπινη πρόοδο. Τον πιο πεισμένο από τους ρεφορμιστές θα τον βρείτε πάντοτε ανοιχτό στα όνειρα της ουτοπίας. Ο ουτοπιστής, πράγματι, είναι καλοδεχούμενος. Τον προφήτη, αντιθέτως, κανείς δεν τον ακούει. Αφού εκφέρει έναν λόγο αλήθειας για το εδώ και τώρα. Λέει, ακριβώς, με σκληρότητα, πώς είναι ο κόσμος. Και το συμβάν που εισβάλει δεν το προβλέπει, το προκαλεί. Την ιστορία που ζει δεν την αποδέχεται, την εξαναγκάζει να πάει στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία αυθορμήτως κινείται. Στο «πρέπει να συμβεί» έγκειται όλη η δύναμη του λόγου του. Δεν πρόκειται για μεσσιανισμό. Ή, καλύτερα, δεν είναι τέτοιος αν αυτό που προτιμάται είναι η πίστη στην προσμονή Αυτού ή Εκείνου, που μια μέρα θα έρθει ή θα επιστρέψει. Είναι τέτοιος αν εμφανίζεται, εν μέσω της δράσης, ως ένα σημείο ασυνέχειας, μια πράξη ρήξης, ένα άλμα εποχής. Αν δίνει μια πολιτική απάντηση στο αποκαλυψιακό ερώτημα. Καμία σχέση, προσοχή!, με τον καταστροφισμό. Μπένγιαμιν: «Όλα να παραμείνουν ως έχουν, αυτό είναι η καταστροφή».

Η προφητεία είναι ο λόγος της ελευθερίας. Ελευθερία από την ίδια την εποχή της, αλλά και από αυτόν που την προστάζει. Οι κυρίαρχοι δεν έχουν ανάγκη τους προφήτες. Έχουν στη δούλεψή τους στελέχη, τεχνικούς του πράττειν και κοινωνούς του λέγειν. Οι χειρότεροι: εκείνοι με το ανθρώπινο πρόσωπο. Είναι οι καταπιεσμένοι που έχουν ανάγκη την προφητική πράξη και τον προφητικό λόγο. Προφητεία σημαίνει να μιλάς στο όνομα μιας πλευράς, μιας πλευράς του κόσμου, αφού έτσι αυτή αναγνωρίζεται, αντλεί δύναμη από τον εαυτό της και εξεγείρεται ενάντια.

Προσέξτε: αυτό είναι ένα de te fibula narrator για τη σύγχρονη αριστερά. Δεν είναι μια μορφή ψυχαγωγίας για μια ψυχή ανήσυχη που αναζητά παράξενες φιγούρες. Τι σημαίνει το να μιλάμε πολιτικά για την προφητεία; Σημαίνει ότι υπάρχει ανάγκη για μιαν άλλη γλώσσα. Αν συνεχίσουμε να μιλάμε άπαντες τη γλώσσα των αφεντικών, όπως συμβαίνει σήμερα με έναν τρόπο δραματικό, η υπόθεση έχει πλέον χαθεί, οι προοπτικές έχουν ήδη κλείσει. Αυτό μπορούσε να το κάνει, χωρίς να πέφτει στην υποτέλεια, μόνο η εργατική τάξη, με την κεντρική δύναμη της οργάνωσής της. Το σημερινό πρόβλημα, πρακτικό και θεωρητικό, είναι πώς βγαίνουμε από τη μεγάλη μακρά ιστορία του εργατικού κινήματος, πηγαίνοντας προς τα μπρος και χωρίς να γυρίζουμε προς τα πίσω, κάτι που επίσης συμβαίνει σήμερα με έναν τρόπο εξίσου δραματικό. Χρειάζεται μια ρήξη στη γλώσσα κι ένα ξεγέλασμα του ορίζοντα.

Αυτή η ανάμειξη του θρησκευτικού με το πολιτικό είναι απλώς ένα παράδειγμα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο λόγος, προφητικά ανήκουστος, που εδώ και χρόνια προωθεί η θηλυκή σκέψη. Η σημερινή επαναφορά του κινήματος θα μπορούσε να περιπλανηθεί σε αυτό το πεδίο.   Η επίσημη πολιτική παραμένει κουφή. Και όσο δεν τη ξεπατώνουμε, θα χάνουμε πάντοτε. Όμως εδώ ισχύουν τα λόγια της Συμμόρφωσης, που εκφέρονται το βράδυ του Σαββάτου, με τα φώτα σχεδόν σβηστά: «Ο δρόμος είναι μακρύς και ήδη πέφτει επάνω μας η νύχτα».

[2001]

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2023

Χρόνια πολλά μαέστρο


Την 1η Αυγούστου ο Αντόνιο «Τόνι» Νέγκρι συμπλήρωσε τα 90 του χρόνια. Για να θυμηθούμε ένα τμήμα από τη σκέψη του που μας συνοδεύει εδώ και πολλά χρόνια, δημοσιεύουμε μια συνέντευξή του με αφορμή την έκδοση στα γαλλικά ενός εμβληματικού του βιβλίου το Κυριαρχία και Σαμποτάζ, το οποίο είχε εκδοθεί και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Κομμούνα σε μετάφραση της φίλτατης Ελένης Τζιρτζιλάκη.

 

Συζήτηση του Τόνι Νέγκρι με τους Cannelle Gignoux, Jean-Paul Gasparian, Davide Gallo Lassere και Matteo Polleri.

 

Ερώτηση: Εκδοθέν τον Γενάρη του 1978 από τις εκδόσεις Φελτρινέλι, το Κυριαρχία και Σαμποτάζ. Δοκίμιο για τη μαρξιστική μέθοδο του κοινωνικού μετασχηματισμού, παρουσιάζεται ως ένα  κείμενο βαθιά συνδεδεμένο με την περίοδο στην οποία εντάσσεται, χαρακτηριζόμενη από μια εξεγερσιακή δυναμική και την παρουσία της εργατικής και προλεταριακής αυτονομίας σε διάφορα επίπεδα της ιταλικής κοινωνίας. Το κίνημα του ’77 είχε πράγματι αποτελέσει ένα πέρασμα-κλειδί στον κύκλο των αγώνων του «μακρύ ιταλικού ’68», οξύνοντας τη συγκρουσιακότητα και αλλάζοντας τις μορφές έκφρασης. Θα μπορούσες να μας περιγράψεις τις συνθήκες στις οποίες έγραψες αυτή την μπροσούρα; Σκεφτόμαστε πιο συγκεκριμένα το μιλανέζικο πλαίσιο, στο οποίο βρισκόσουν μέσω και της συντακτικής ομάδας του «Rosso», της «εφημερίδας μέσα στο κίνημα», σημείο αναφοράς διαφόρων αυτόνομων ομάδων.

Απάντηση: Το Κυριαρχία και Σαμποτάζ γράφτηκε στην Ελβετία όπου είχα καταφύγει μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης από την εισαγγελία της Μπολώνια για τα γεγονότα του Μάρτη του ’77. Οι σύντροφοι του «Rosso» (στη συντακτική ομάδα του οποίου συμμετείχα) ήταν πολύ ενεργοί στην Μπολώνια εκείνες τις ανοιξιάτικες μέρες της εξέγερσης και η αστυνομία και η εισαγγελία δεν βρήκαν τίποτα πιο έξυπνο από το να καταστείλουν και να κατηγορήσουν για ανατρεπτική ομάδα ένα από τα μέλη της σύνταξης του περιοδικού. Όμως μιλάμε για πράγματα πιο σοβαρά: το Κυριαρχία και Σαμποτάζ είναι ένα κείμενο δίχως άλλο συνδεδεμένο, περισσότερο από τα γεγονότα στην Μπολώνια, με την κατάσταση των αγώνων στο Μιλάνο, όπου ζούσα περίπου μια δεκαετία και (όπως έχω ήδη πει) συμμετείχα στο «Rosso», όργανο της μιλανέζικης αυτονομίας, που διανεμόταν σε ολόκληρη τη χώρα. Τότε, το 1977, τα γεγονότα της Μπολώνια (η εξέγερση και η κατάληψη της πανεπιστημιούπολης μετά τη δολοφονία ενός φοιτητή από τους καραμπινιέρους) και της Ρώμης (η θεαματική εκδίωξη από τους αυτόνομους των συνδικάτων του «ιστορικού συμβιβασμού» από το πανεπιστήμιο Λα Σαπιέντσα) είχαν προαναγγελθεί από το μιλανέζικο κίνημα, όλα τα προηγηθέντα χρόνια. Στις καταλήψεις σπιτιών, στεκιών και πανεπιστημίων, στα προλεταριακά ψώνια στα σούπερ μάρκετ και στις αυτομειώσεις στη μαζική loisir (κινηματογράφος, συναυλίες κλπ), στην κατάκτηση και την υπεράσπιση απελευθερωμένων μητροπολιτικών ζωνών αλλά και στις προλεταριακές γιορτές που ακολουθούσαν, είχε εκφραστεί η αυτονομία, η οποία έτσι είχε εγκαινιάσει και παγιώσει εκείνα τα χρόνια νέες μορφές ζωής μητροπολιτικού προλεταριάτου. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθούν οι απεργίες και η υπεράσπισή τους στα εργοστάσια και τις γειτονιές. Υπήρξε μια συνέχεια ανάμεσα στο εργοστάσιο και το έδαφος η οποία είχε παραχθεί και δοκιμαστεί ξεκινώντας ήδη από το ’68, στην πόλη και στα μιλανέζικα banlieus –πρώτα απ’ όλα με πρωτοβουλίες των οργανώσεων βάσης των εργατών στα εργοστάσια, έπειτα, σιγά σιγά, με πρωτοβουλίες ενός πολλαπλού μητροπολιτικού υποκειμένου (πάντοτε εργατικού αλλά και φοιτητικού, νεανικού, γυναικείου, μεταναστευτικού…) οργανωμένου στο έδαφος. Το Κυριαρχία και Σαμποτάζ μιλάει για αυτό το υποκείμενο, το οποίο, στους αγώνες και στην οργάνωση, επιδιώκει την «αυτοαξιοποίησή» του, την οποία θέλει να παγιώσει τόσο στο εργοστάσιο όσο και στη μητρόπολη. «Αυτοαξιοποίηση» σημαίνει ότι αυτό το υποκείμενο, αν είναι εργατικό, θέλει να αυξήσει τον μισθό και να μειώσει το ωράριο, ενώ, αν είναι φοιτητικό, θέλει να οργανώσει κριτικά τις σπουδές του, να πληρώνεται γι’ αυτή του την εκπαίδευση και να μην υφίσταται πειθαρχικούς ελέγχους· μια αυτοαξιοποίηση που, τελικά, τόσο σε εκείνους που δουλεύουν όσο και σε εκείνους που δεν δουλεύουν, προτείνει να είναι οι ίδιοι αφεντικά της ζωής τους και να ασκούν μια «αντιεξουσία» απέναντι στα αφεντικά, τους πολιτικούς, τους παπάδες και τους αστυνομικούς, οργανωμένοι μέσω της συγκρότησης κοινών μορφών ζωής. Ενάντια σε αυτό το πλήθος εξαπολύθηκε η κρατική καταστολή, που από το ’68 μέχρι το ’67 οξυνόταν. Συνεπώς έπρεπε να αμυνθούμε. Μια άμυνα στο ύψος της ισχύος που ήταν σε θέση να εκδηλωθεί στο εσωτερικό των σχέσεων παραγωγής στα εργοστάσια και τις γειτονιές. «Σαμποτάζ» είναι η έκφραση της αυτοαξιοποίησης του εργατικού και μητροπολιτικού πλήθους μπροστά σε μια ολοένα και περισσότερο δριμεία καταπίεση που αυτό υφίστατο. Και ανταποκρίνεται στα υψηλά επίπεδα γνώσης και οργάνωσης του μιλανέζικου προλεταριάτου εκείνα τα χρόνια. Ας μην μπερδεύουμε, συνεπώς, τη λέξη σαμποτάζ με μια λουδιτική τάση, με μια ηθική ή ατομική αντίσταση. Το σαμποτάζ είναι, στο εργατίστικο λεξιλόγιο, η συλλογική, πληθυντική αντίσταση ενάντια στην καπιταλιστική προσταγή στην παραγωγή, στην οργάνωση της εργασίας. Το ατομικό σαμποτάζ μπορεί να είναι απλώς ένα σύμπτωμα· όμως το συλλογικό σαμποτάζ είναι μια επαναστατική πράξη. Αυτό που επιδιώκει το σαμποτάζ είναι η ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο και, μέσα σε αυτόν τον διαχωρισμό, την προλεταριακή ενότητα του διαφορετικού, τη διατομή του εργοστασιακού εργάτη και του κοινωνικού εργάτη. Αυτοί οι έννοιες αναπτύχθηκαν, εν παραλλήλω με το Κυρίαρχία και Σαμποτάζ, από άλλους εργατιστές όπως για παράδειγμα ο Φερούτσο Γκαμπίνο και η Μαρία Ρόζα Ντέλα Κόστα, που παγίωσαν τότε τη διατομή μεταξύ των εργατικών, των φυλετικών και των φεμινιστικών αγώνων.

Ερώτηση: Σε αυτό το πλαίσιο, επιμένεις στην ανάλυση για την παγκόσμια συνθήκη του ιταλικού και διεθνούς καπιταλισμού, πολεμώντας κάθε μορφή «ρεφορμισμού» και «πολιτικού συμβιβασμού» μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων και έρχεσαι, ταυτοχρόνως, σε αντιπαράθεση με τα διάφορα ρεύματα του επαναστατικού γαλαξία εκείνης της εποχής. Η κατασταλτική επίθεση που χτύπησε τους αυτόνομους πυρήνες –και πιο συγκεκριμένα η επιχείρηση της 7ης Απρίλη– είναι γνωστή και σαφώς έχει να κάνει με τη ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης το ’77. Θα μπορούσες να μας μιλήσεις για εκείνες τις συζητήσεις περί τακτικής και στρατηγικής;

Απάντηση: Ήδη στα μισά του ’77, μπροστά στην καπιταλιστική αντεπίθεση, ήταν αναγκαία η οικοδόμηση μιας πιο υψηλής μορφής οργάνωσης, όχι μόνο πιο διευρυμένης, όχι μόνο ενιαίας, αλλά ανανεωμένης και διαπερατής από ένα προγραμματικό διάγραμμα και μια ικανότητα λήψης αποφάσεων. Το Κυριαρχία και Σαμποτάζ είναι ένα κείμενο, μεταξύ άλλων, που χρησίμευσε στην προετοιμασία μιας πλατφόρμας για συζήτηση στη γενική συνέλευση της εργατικής αυτονομίας που είχε καλεστεί στην Μπολώνια τον Σεπτέμβρη του’77. Πράγματι, το κείμενο έχει ημερομηνία 3 Σεπτέμβρη 1977. Σε εκείνη τη συνέλευση δεν μπόρεσα να παραβρεθώ όντας φυγόδικος, όμως το κείμενο μου παρουσιάστηκε. Ποια ήταν η υποστηριζόμενη γραμμή; Ότι χρειαζόταν, από τη συνέλευση του Σεπτέμβρη και μετά, να υπάρξει μια νέα πολιτική πλατφόρμα κι ένα πραγματικό οργανωτικό πέρασμα, Γι’ αυτόν τον λόγο, το πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ έγκειτο στην οικοδόμηση μιας νέας σχέσης μεταξύ της δράσης (πολιτικής) της «αποσταθεροποίησης» και της δράσης (ταξικής) της «αποδόμησης» της καπιταλιστικής εξουσίας. Με την «αποσταθεροποίηση» εννοούνταν η συνεχής δράση που παρήγαγε το κίνημα, στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, με την «απονομιμοποίηση» και το μπλοκάρισμα της άσκησης της πολιτικής εξουσίας του εχθρού. Με την «αποδόμηση» εννοούνταν η δράση της τάξης ενάντια στο σταθερό κεφάλαιο, στην αξιοποίησή του, είτε στο εργοστάσιο είτε στις διαδικασίες κοινωνικής κυκλοφορίας της αξίας. Η στρατηγική συζήτηση διεξαγόταν λοιπόν μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν θεμελιώδη και αποκλειστική την επίθεση σε πολιτικές φιγούρες του κεφαλαίου (η λεγόμενη επίθεση στην «καρδιά του κράτους») και εκείνων που υποστήριζαν ότι, σε βάθος χρόνου, η επαναστατική οργάνωση όφειλε να αρθρώσει τους αγώνες είτε στο επίπεδο της οργάνωσης της εργασίας στο εργοστάσιο είτε σε εκείνο του πολιτικού αγώνα στο κοινωνικό πεδίο. Επρόκειτο, συνεπώς, στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ, να προταθεί ο αγώνας ενάντια στις εξουσίες του κράτους, αναγνωρίζοντας όμως ως στρατηγικό το πεδίο του αγώνα ενάντια στο σταθερό κεφάλαιο και δηλαδή το ιδιαίτερο πεδίο του σαμποτάζ (όταν με το «σαμποτάζ» εννοούνταν, όπως είπα πριν, η ανατρεπτική δράση στη σχέση μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, μεταξύ καπιταλιστών και εργατικής τάξης, στο εργοστάσιο και την κοινωνία). Όπως βλέπετε, η συζήτηση άγγιζε σημαντικά σημεία του ταξικού αγώνα που δινόταν τότε. Στο συνέδριο στην Μπολώνια δεν επικράτησε καμία από τις δύο οπτικές, όμως η αυτόνομη συνιστώσα, απολύτως πλειοψηφική στο κίνημα, δεν ήξερε να δώσει ακριβείς ενδείξεις σε μια φάση που χαρακτηριζόταν από μια άγρια καταστολή του κινήματος από την πλευρά της κυβέρνησης του «ιστορικού συμβιβασμού» (Χριστιανική Δημοκρατία + Κομμουνιστικό Κόμμα). Έτσι αφέθηκε χώρος στην ανάπτυξη της γραμμής των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» οι οποίες, ανεβάζοντας ακριβώς τον πήχη ενάντια στην «καρδιά του κράτους», ανέλαβαν την ευθύνη μιας ανώριμης επαναστατικής επιτάχυνσης, αποφασισμένης ενάντια στην πλειοψηφία των αγωνιστών, της οποίας το τίμημα πλήρωσε ολόκληρο το κίνημα. Ήρθαν έτσι, τη δεκαετία του ’80, εξήντα χιλιάδες συλλήψεις, τριάντα χιλιάδες καταδίκες, χιλιάδες χρόνια φυλακής προκειμένου να σταματήσει το κίνημα. Όμως προκειμένου να δείξουμε πόσο υψηλό και βαθύ ήταν το κοινωνικό του αποτύπωμα, αρκεί να δούμε ότι άρκεσαν δέκα χρόνια προκειμένου αυτό να ανασυντεθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90, παράγοντας αυτό που αργότερα θα γίνει το κίνημα που εξερράγη στην Τζένοβα το 2001. Μια τελευταία πρόταση ανάγνωσης σε ότι αφορά εκείνα τα χρόνια: δεν πρέπει να αφεθούμε στη γοητεία των καρναβαλίστικων πλευρών εκείνης της περιόδου. Με αυτό δεν θέλουμε να ξεχάσουμε εκείνη τη μπαχτινική εμπειρία της επαναστατικής γιορτής που συνόδεψε το ’77. Αυτή η γιορταστική έκφραση των κοινωνικών αγώνων των φοιτητών και των εργατών δεν έλειπε από καμία ομάδα και από καμία δύναμη που βίωσαν τους αγώνες εκείνη την περίοδο το Μιλάνο, στην Μπολώνια ή στη Ρώμη. Η «φαντασία στην εξουσία», ωστόσο, δεν καθόρισε κάποια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή, τις διαπερνούσε όλες. Είναι αφελές να σκεφτούμε ότι οι σύντροφοι που επέλεξαν τον ένοπλο αγώνα ήταν ζοφεροί και θλιμμένοι, και εκείνοι που, αντιθέτως, δεν τον επέλεξαν, ήταν ευφάνταστοι και χαρωποί. Τους χώρισε η επιλογή που έκαναν και όχι το πνεύμα που διαπερνούσε το ’77.

Ερώτηση: Σε όλη την μπροσούρα, βρίσκουμε μια σειρά σκέψεων που είχες επεξεργαστεί το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 και θα αποτυπώνονταν κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου στα περίφημα Ο Μαρξ πέρα από τον Μαρξ και Η Άγρια Ανωμαλία. Αρκεί να σκεφτούμε τον ορισμό του μαρξισμού ως «λογική του διαχωρισμού», τις έννοιες της «επινοητικής ισχύος», της «προλεταριακής αυτοαξιοποίησης» και τη φιγούρα του «κοινωνικού εργάτη». Τι σήμαινε η εισαγωγή αυτών των εννοιών στη συζήτηση εκείνης της εποχής;

Απάντηση: Πρόκειται για έννοιες που συγκροτήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 στην κομμουνιστική ανάγνωση και πολιτική συζήτηση που γίνονταν στις λέσχες της εργατικής αυτονομίας. Η αναφορά στον Μαρξ ήταν ακόμη κεντρική εκείνα τα χρόνια, ιδιαιτέρως στα Grundrisse, μόλις μεταφρασμένα στα ιταλικά. Η ανάπτυξη εκείνων των εννοιών έρχεται εντελώς στο φως αν θα δούμε το σύνολο του έργου μου της δεκαετίας του ’70 και ιδιαιτέρως μπροσούρες όπως το Κυριαρχία και Σαμποτάζ, που υπάρχουν στον τόμο Βιβλία στην Πυρά. Ήταν μπροσούρες οι οποίες, μετά την 7η Απρίλη 1979 –ημερομηνία της μεγάλης καταστολής– κάηκαν από τον ίδιο τον εκδότη τους. Ντροπή! Αλλά για να επιστρέψουμε στις έννοιες: αυτές αναπτύσσονται πάντοτε –όπως για παράδειγμα η «αποσταθεροποίηση» της πολιτικής τάξης και η «αποδόμηση» της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας– πρώτα απ’ όλα σε επαφή με την πραγματικότητα, με εκείνη την εργατική έρευνα που διακρίνει την εργατίστικη μέθοδο. Η «λογική του διαχωρισμού» είναι ένας όρος που αντιτίθεται στην χεγκελιανή διαλεκτική λύση (Aufhebung) του αρνητικού –ακόμη και για τους εργατιστές, πριν από τις φεμινίστριες, ήταν αναγκαίο «να φτύσουν τον Χέγκελ» για να κόψουν στη μέση εκείνη την αίσθηση αδιαφορίας και εκείνες τις πρακτικές μεσολάβησης που παρήγαγε πάντοτε η χεγκελιανή διαλεκτική στη μελέτη των ταξικών, πατριαρχικών ή φυλετικών σχέσεων. «Επινοητική ισχύς» είναι το πρώτο όνομα που δόθηκε σε εκείνη τη μορφή της «ζωντανής εργασίας», που στη συνέχεια αποκλήθηκε «άυλη εργασία», «γνωσιακή εργασία» [lavoro cognitive], κ.ο.κ. Πολύ πριν εμφανιστούν οι θεωρίες του «ανθρώπινου κεφαλαίου» και του «γνωσιαριάτου» [cognitariato], υπήρξε η «επινοητική ισχύς» με αναφορά, βεβαίως, στην ανάγνωση του «Θραύσματος στις μηχανές» των Grundrisse, αλλά προπάντων μέσω των ερευνών και της συν-έρευνας πάνω στην «τεχνική εργασία» (ως ξεχωριστή από τη χειρωνακτική). Ήδη στις έρευνες των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’60 και ιδιαιτέρως στο έργο του Αλκουάτι, αυτή η έννοια είχε τύχει επεξεργασίας –τώρα επανέρχεται με το όνομα «επινοητική ισχύς». Αρκεί να θυμηθούμε ότι όταν μιλάμε για «επινοητική ισχύ», δεν μιλάμε για μια εργασιακή ικανότητα ατομικά προσδιορισμένη, αλλά για μια τεχνική έκφραση, εκφραζόμενη από το σύνολο μιας εργατικής ομάδας, που εκδηλώνεται μέσω της συγκεκριμένης δραστηριότητας των εργαζομένων. Ταιριάζει καλύτερα το να πούμε πως πάντοτε, ακόμη και στην εργασία του εργάτη-μάζα, υπάρχουν δύο στιγμές: η μία επαναληπτική, η άλλη επινοητική, έστω και έντονα συμπιεσμένη και ωθούμενη προς μια αντίληψη μηδενικής αξίας. Για την «προλεταριακή αυτοαξιοποίηση» έχουμε ήδη μιλήσει. Η έννοια χρησιμεύει για να «αποκτήσει σώμα» ο εργατικός αγώνας, για την παγίωση της οντολογικής του σύστασης στην ανταγωνιστική σχέση που έχει με το κεφάλαιο. Η διατύπωση του μπορεί να γίνει ως εξής: «συν αυτοαξιοποίηση πλην δομική ισχύς του κεφαλαίου» (και αυτό στο εργατίστικο λεξιλόγιο σήμαινε άμεσα «συν μισθός πλην εξουσία του κεφαλαίου», «συν κράτος ευημερίας πλην καπιταλιστική κυριαρχία της κοινωνίας»), εν συντομία «συν αυτοαξιοποίηση πλην κεφάλαιο». Ήταν ο νόμος της ταξικής πάλης, η διατύπωση της «άρνησης της εργασίας». Αυτές οι διατυπώσεις μπορούν, ωστόσο, αν παρθούν αφηρημένα (κάτι που κάνουν συχνά οι αναρχικοί όταν αρνούνται κάθε αξία της ταξικής πάλης και υποστηρίζουν ότι αξίζουν μόνο οι «αποτακτικοί [destituenti]» αγώνες), να εκληφθούν σαν ρεφορμιστικές σχέσεις, αρθρωμένες σε μια θεωρητική συνέχεια που προβλέπει ένα συν και ένα πλην με τη λογική του ισολογισμού· όμως είναι, αντιθέτως (συμβαδίζοντας με τον επαναστατικό μαρξισμό), το μη διαλεκτικό κλειδί για μια σχέση εποικοδομητική, συντακτική, μεταξύ θεωρίας και επαναστατικής πρακτικής –πρόκειται ακριβώς για την άρνηση της εργασίας. Την οποία δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν όχι μέσα και ενάντια στην ανάπτυξη του κεφαλαίου. Με ρωτήσατε επίσης τι σήμαινε να εισαχθούν αυτές οι έννοιες στο εσωτερικό της μαρξιστικής συζήτησης εκείνης της εποχής –η απάντηση: λίγα ή τίποτα. Σαφώς λίγα για τους εκκεντρικούς της μαρξιστικής φιλολογίας. Ήταν μάλλον πιο ευαίσθητοι κάποιοι αγωνιστές φιλόσοφοι, όπως για παράδειγμα ο Αλτουσέρ ή, αργότερα, ο Μπρέιβερμαν και ο Χάρβεϊ. Όμως ακόμη κι αν μας ήξεραν, αν δεν συμμετείχαν στους αγώνες, δεν μπορούσαν να μας καταλάβουν. Οι έννοιες για τις οποίες μίλησα ήταν, πράγματι, και συναισθηματικοί,  συλλογικές πρακτικές, προϊόντα της μαχητικής συν-έρευνας.

Ερώτηση: Λαμβάνοντας υπόψη τις τεράστιες οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές που μας χωρίζουν από εκείνα τα χρόνια, τι παραμένει επίκαιρο, κατά τη γνώμη σου, από τη θεωρητική και πολιτική συμβολή αυτού του δοκιμίου; Είναι δυνατό να επαναφέρουμε στο παρόν τις σκέψεις σχετικά με εκείνους τους πειραματισμούς στα νέα μοντέλα μιας αυτόνομης οργάνωσης; Σκεφτόμαστε ιδιαιτέρως τη σχέση με τη λενινική κληρονομιά και την πρόταση να παίξουμε με τον «Λένιν πέρα από τον Λένιν», που αναδύεται σε κάποιες παραγράφους.

Απάντηση: Αρκεί να σκεφτούμε αυτό που ορίζεται ως «λενινισμός». Εγώ ξέρω μια δεδομένη ανάγνωση της σοβιετικής δογματικής και της Τρίτης Διεθνούς, δηλαδή ηγεσία του κόμματος, απόλυτος πολιτικός συγκεντρωτισμός, υποταγή και ιμάντας μεταβίβασης στο κόμμα των κοινωνικών κινημάτων (συνδικαλιστικού, φεμινιστικού κλπ), διαλεκτική θεωρία τάξη/κράτος κλπ, κλπ. Σε αυτό το πεδίο πιστεύω ότι υπέστημεν, όλοι μας, πολλές ήττες για να μπορέσουμε να το ανανεώσουμε. Πιστεύω, κυρίως, ότι η τροποποιημένη τεχνική σύνθεση της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης κοινωνίας εμποδίζει υλικά την επανάληψη εκείνου του λενινισμού και έχω καταγγείλει ως ψευδαίσθηση κάθε τέτοια επαναφορά του. Εν συντομία, η πολιτική έρευνα μας εμποδίζει να φλερτάρουμε, έστω και λίγο, με τη «νεκρή εργασία» της επαναστατικής διαδικασίας (δηλαδή με τις μορφές οργάνωσης, έστω και νικηφόρες, που συνδέονται με τις παλιές πολιτικές συνθέσεις της τάξης). Αυτό σημαίνει ότι το όνομα του Λένιν δεν μπορεί σήμερα να υπάρχει στους τρόπους ζωής του επαναστατικού πλήθους, ως αίτημα οργάνωσης. Αμφιβάλω, δηλαδή, κατά πόσο οι αναφορές στον Λένιν στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ (που προσωπικά θεωρώ ένα κείμενο πολύ λενινιστικό) μπορούν να υπάρξουν στη σημερινή συζήτηση για την οργάνωση. Για να μη προκαλώ σύγχυση και να μη ζω με ψευδαισθήσεις, είναι συνεπώς καλύτερο να βγει έξω από τη συζήτηση ο λενινισμός και να εμπιστευτούμε κυρίως (όπως έκαναν πάντοτε ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Μάο) την έρευνα για τη φύση και τις διάφορες συμπεριφορές των τάξεων στον αγώνα. Πρέπει να κάνουμε κάτι τέτοιο και συνεπώς πρέπει να τα ξαναδούμε τα πάντα. Πάντοτε εκ νέου, πάντοτε με νέα εργαλεία. Όταν μιλούσαν για οργάνωση, οι πρώτοι εργατιστές έλεγαν: αναλύουμε πρώτα απ’ όλα την οργανική σύνθεση της εργατικής τάξης. Γιατί (όπως αναφερόταν στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ): «We are all bastards / And that most venerable man which I / Did call my father, was know not where / when I was stamp’d». Τα χρόνια ’60-’70, οι Ιταλοί αυτόνομοι έφτασαν κοντά στη νίκη στο πεδίο της επινόησης νέων μοντέλων οργάνωσης. Ωστόσο, τελικά έχασαν τη μάχη. Πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε ότι προκειμένου μια θεωρία να είναι έγκυρη οφείλειι να επιβληθεί, να νικήσει στο πεδίο της πρακτικής. Επαναλαμβάνουμε, συνεπώς: σήμερα πρέπει να τα ξαναδούμε όλα. Εσείς οι νέοι έχετε μπροστά σας ένα εντελώς ανοιχτό πεδίο να διασχίσετε και να οικοδομήσετε. Μια μόνο συμβουλή, από μαρξιστική οπτική γωνία και μαζί μια εργατίστικη προοπτική: μη βγάλετε ποτέ το σχέδιο της αποσταθεροποίησης του εχθρού από τις αναλύσεις της αποδόμησης του κεφαλαίου, μην υποτιμήσετε ποτέ τον βαθμό προλεταριακής αυτοαξιοποίησης ούτε όταν οι διαδικασίες της καπιταλιστικής αξιοποίησης μοιάζουν, με την ισχύ, τις διαστάσεις τους, τη σκιά τους, να σκοτεινιάζουν τον κόσμο