Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Μπουρλότο και Φωτιά - Geronimo

Τζερόνιμο είναι το ψευδώνυμο ιστορικού στελέχους της γερμανικής αυτονομίας και το Μπουρλότο και Φωτιά είναι ένα βιβλίο, που όπως λέει και ο υπότιτλός του, ασχολείται με την ιστορία των γερμανών αυτόνομων από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι αυτή του ’90. Σπόντις, καταλήψεις στέγης, αντιπυρηνικός αγώνας, ένοπλη πάλη, γυναικείο ζήτημα, αντιφασισμός, αυτά και άλλα πολλά είναι τα θέματα της ιστορικής (και όχι μόνο) ανασκόπησης μιας πολύτιμης και μοναδικής εμπειρίας του ευρωπαϊκού μεταπολεμικού ανταγωνιστικού κινήματος, που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Η γερμανική αυτονομία συνιστά μια διακριτή πολιτικο-κοινωνική τάση των δυτικών μητροπόλεων, η οποία επηρέασε κα επηρεάζει κινήματα και πέραν των γερμανικών συνόρων (το έχουμε δει αυτό και στην Ελλάδα). Η σχέση με τη βία (των ένοπλων ομάδων αλλά και των μαζικών συγκρούσεων στο δρόμο), η αυτοαξιοποίηση, η οργάνωση της καθημερινότητας, οι πολιτικές έριδες, οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις, με τον γλαφυρό τρόπο που τα περιγράφει ο Τζερόνιμο, μπορούν να οδηγήσουν σε χρήσιμα συμπεράσματα τον προσεκτικό αναγνώστη και αναγνώστρια. Η γνώση της ιστορίας αποτελούσε και αποτελεί πάντοτε ένα πολύτιμο εργαλείο για όσους και όσες επιθυμούν να περπατούν στους δύσκολους δρόμους της έμπρακτης κριτικής αμφισβήτησης της κρατούσας τάξης πραγμάτων. Ελπίζουμε η ανανεωμένη έκδοση του Μπουρλότο και Φωτιά να συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση.

Το βαρόμετρο δείχνει καταιγίδα - David Bernardini

«… Ολοκληρώνοντας τον σύντομο πρόλογό μου σε αυτό το δοκίμιο του Μπερναρντίνι, θα ήθελα να επαναλάβω την κοινή μας άποψη ότι η ιστορία δεν αποτελείται μόνο από θύματα και δήμιους, αλλά και από ιδεώδη, αξίες, προτάγματα, για τα οποία οι άνθρωποι μάχονται. Η ιστορία πρέπει να βγει από τα τείχη των πνευματικών και φυσικών περιορισμών της ακαδημίας, πρέπει να βρει τη δύναμη να μιλήσει για τους αγωνιστές, τους ακτιβιστές που προσπάθησαν να καθορίσουν οι ίδιοι το μέλλον τους. Η ιστορία δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μόνο εκείνη των νικητών, η ιστορία μας είναι εκείνη των Μαύρων Μονάδων, των Arditi del Popolo και τόσων άλλων μικρότερων ή μεγαλύτερων ομάδων που στη διάρκεια του 20ου αιώνα μας δίδαξαν με τη δράση τους ότι ακόμη και σε πολύ δύσκολες συνθήκες είναι δυνατό να επιλέγεις να μην αναθέτεις σε κανέναν το φαντασιακό και την οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος»

Andrea Staid

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο Μιλάνο

Στις 6 Νοέμβρη 1983, το Κέντρο Ελευθεριακών Μελετών «Giuseppe Pinelli» στο Μιλάνο, διοργάνωσε ένα σεμινάριο στην έδρα του, που τότε βρισκόταν στη λεωφόρο Μόντσα 255, με τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Αυτό που δημοσιεύουμε εδώ είναι η μετεγγραφή ενός εκτεταμένου αποσπάσματος από την έντονη συζήτηση που ακολούθησε τη δημόσια παρέμβαση σχετικά με το κοινωνικό φαντασιακό που είχε κάνει ο Καστοριάδης την προηγούμενη ημέρα. Όπως λένε και οι επιμελητές του Bolletino νο 48, Φλεβάρης 2014, του Κέντρου Ελευθεριακού Μελετών στο οποίο δημοσιεύθηκε η συζήτηση, μετά από τριάντα τόσα χρόνια δεν είναι δυνατόν να ταυτοποιηθούν πλέον τα άτομα που έκαναν τις ερωτήσεις ή εξέφρασαν τη γνώμη τους (και καθώς η καταγραφή δεν ήταν και πολύ επαγγελματική, υπάρχουν κάποια κενά σε αγκύλες, που επιτρέπουν να λειτουργήσει η γόνιμη φαντασία των αναγνωστών και των αναγνωστριών για το τι θα μπορούσε να έχει ειπωθεί). Εκτός από τον Εντουάρντο Κολόμπο, ο οποίος επίσης ήταν προσκεκλημένος στο σεμινάριο και του οποίου η ταυτοποίηση είναι βέβαιη. Γι’ αυτό άλλωστε στην παρούσα έκδοση αποφασίσαμε κι εμείς να βάλουμε σαν επίμετρο ένα απόσπασμα από μια ευρύτερη συνέντευξη του Κολόμπο, όπου μιλάει ακριβώς για την προσωπική και θεωρητική του σχέση με τον Καστοριάδη. Συμπεριλάβαμε επιπλέον μια συνέντευξη του ριζοσπάστη διανοητή με τον Λουτσιάνο Λάντσα όταν είχε επισκεφθεί και πάλι το Μιλάνο έναν χρόνο πριν, όπως και δύο ενδιαφέροντα κείμενα τόσο του Λάντσα όσο και του «Νίκο» Μπέρτι, που αποτυπώνουν τη σχέση του Καστοριάδη με την ιταλική (και όχι μόνο) αναρχική σκέψη και πρακτική.

Ουτοπίες και ετεροτοπίες - Michel Foucault

«…Το πλοίο είναι η κατ’ εξοχήν ετεροτοπία. Οι πολιτισμοί χωρίς πλοία είναι όπως τα παιδιά που οι γονείς τους δεν έχουν ένα συζυγικό κρεβάτι για να παίξουν. Τότε τα όνειρά τους μαραίνονται, η κατασκοπεία αντικαθιστά την περιπέτεια και η αθλιότητα της αστυνομίας παίρνει τη θέση της απόλυτης ομορφιάς των κουρσάρων…». ομορφιάς των κουρσάρων…». Έτσι κλείνει ο Μισέλ Φουκώ την πρώτη από τις δύο ραδιοφωνικές διαλέξεις που έδωσε στις 7 και 21 Δεκέμβρη 1966, στο πλαίσιο ενός προγράμματος αφιερωμένου στην ουτοπία και τη λογοτεχνία με παρουσιαστή τον Robert Valette, όπου μιλά για ένα από τα πιο αγαπημένα του θέματα, την ετεροτοπία. Μεταφέρουμε εδώ μια μεταγενέστερη εκδοχή αυτής της πρώτης διάλεξης με τίτλο «Des espaces autres», η οποία δόθηκε στο Κέντρο Αρχιτεκτονικών Σπουδών στις 14 Μάρτη 1967 και παρέμεινε ανέκδοτη μέχρι το 1984, οπότε δημοσιεύθηκε τον Οκτώβρη του 1984 στο 5ο τεύχος του περιοδικού «Architecture, Mouvement, Continuité». Η δεύτερη διάλεξη αφορά ένα επίσης πολυαγαπημένο θέμα του Φουκώ, το σώμα, όπου διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Ο έρωτας, όπως ο καθρέφτης και ο θάνατος, κατευνάζει την ουτοπία του σώματός σας, το κάνει να σιωπά, το ησυχάζει, το φυλακίζει λες σε ένα κουτί, το κλείνει και το σφραγίζει. Είναι γι’ αυτό που η αγάπη συγγενεύει τόσο άμεσα με την ψευδαίσθηση του καθρέφτη και την απειλή του θανάτου˙ και αν, παρά αυτές τις δύο επικίνδυνες μορφές που το περιβάλλουν, μας αρέσει τόσο να κάνουμε έρωτα, είναι γιατί στον έρωτα το σώμα βρίσκεται εδώ».

Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία - Gilles Deleuze-Felix Guattari

Δημοσιεύουμε εδώ μια συνέντευξη των Ντελέζ-Γκουαταρί, από τις πολλές που ακολούθησαν την έκδοση του βιβλίου τους Ο Αντι-Οιδίπους, που βγήκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1972, προκάλεσε μια πολύ έντονη συζήτηση, η οποία επεκτάθηκε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που κυκλοφόρησε αργότερα. Όπως στο βιβλίο τους, έτσι και στην παρούσα συνέντευξη οι  συγγραφείς δεν περιορίζονται σε μια κριτική στην ψυχανάλυση, τον φροϋδο-μαρξισμό, τον λακανισμό και κάποιες άλλες τάσεις της αντιψυχιατρικής, αλλά προχωρούν και σε μια άκρως πρωτότυπη ανάλυση και κριτική στον καπιταλισμό, όπως και στους τρόπους εναντίωσης σε αυτόν, με αποτέλεσμα οι σκέψεις τους να ακούγονται άκρως επίκαιρες, ακόμη και τόσα χρόνια μετά. Τη συνέντευξη συνοδεύει και μια κουβέντα των Ντελέζ-Γκουαταρί με τον οξυδερκή γάλλο εθνολόγο Πιερ Κλαστρ, απόσπασμα από μια ευρύτερη συζήτηση με γάλλους διανοουμένους σχετικά με το έργο των δύο φιλοσόφων.

Η εργατολατρεία - Camillo Berneri

Σε αυτή τη μικρή μπροσούρα, ο Κάμιλο Μπερνέρι, ιστορική μορφή του ιταλικού αναρχισμού στον μεσοπόλεμο, που δολοφονήθηκε από τους σταλινικούς στην εξεγερμένη Βαρκελώνη το 1937, καταπιάνεται με ένα κρίσιμο ζήτημα στη θεωρία και την πρακτική του αναρχικού κινήματος: έχει την πρωτοκαθεδρία η εργατική τάξη (ή το προλεταριάτο) στην επίτευξη της ριζικής κοινωνικής αλλαγής, είναι η πάλη των τάξεων ο κινητήριος μοχλός της ιστορίας, υπάρχει η λεγόμενη «προλεταριακή ψυχή», που διακρίνει τους εργάτες-εκμεταλλευόμενους από όλους τους άλλους ανθρώπους και τους καθιστά, με μια θρησκευτική διάσταση, τους «εκλεκτούς» στη διαδικασία πραγμάτωσης της ισοελευθερίας; Την τουλάχιστον κριτική και επιφυλακτική απάντηση του Μπερνέρι, έρχεται να ενισχύσει μια άλλη τεράστια φιγούρα του ιταλικού (και όχι μόνο) αναρχικού κινήματος, ο Ερρίκο Μαλατέστα, που σε ένα εμβληματικό κείμενο του 1920 εκφράζει για μια ακόμη φορά τις αντιρρήσεις του για τον επαναστατικό χαρακτήρα του οργανωμένου εργατικού κινήματος, χωρίς βεβαίως να υποτιμά τη συμβολή του στον αγώνα για τη συνολική χειραφέτηση των εκμεταλλευομένων. Τέλος, υπάρχει και το κείμενο ενός σύγχρονου ιταλού αναρχικού θεωρητικού, του Τζιαμπιέτρο «Νίκο» Μπέρτι, που δίνει την ιστορική διάσταση του προβληματισμού για τη σχέση οικονομικών και πολιτικών αγώνων, αναδεικνύοντας τόσο τις θέσεις των ιταλών «εργατιστών» του 19ου αιώνα όσο και τις αντίστοιχες αναρχικές εκείνης της περιόδου.

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Για μια κριτική της βίας - Walter Benjamin

Το 1921 και σε μια Γερμανία που μόλις έχει λήξει η επανάσταση των συμβουλίων, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ασχολείται με το πάντοτε φλέγον ζήτημα της βίας και διερωτάται κατά πόσο είναι δυνατή μια διάκρισή της σε βία που υποτάσσει και σε βία που απελευθερώνει. Πρόκειται για ένα «αγαπημένο» και τότε (όπως και σήμερα) άκρως επίκαιρο θέμα συζήτησης των αναρχικών ιδεών και πρακτικών και θα πρέπει να επισημανθεί ότι εκείνη την περίοδο της ζωής του ο Μπένγιαμιν δήλωνε αναρχικός (κάτι τέτοιο φαίνεται άλλωστε και από τα γραπτά του, από τις επαφές και τις γενικότερες ενασχολήσεις του). Προλεταριακή γενική απεργία, λοιπόν, εναντίον πολιτικής γενικής απεργίας, μυθική βία εναντίον θεϊκής βίας, δυνατότητα μη βίαιης επίλυσης των διαφορών, κατάσταση εξαίρεσης και να που σήμερα οι σκέψεις του Μπένγιαμιν συνεχίζουν να είναι επίκαιρες. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από την παράθεση των εισηγήσεων σχετικά με το κείμενο του Μπένγιαμιν σε μια ημερίδα που έγινε το 2011 στο ιστορικό κατειλημμένο κοινωνικό κέντρο του Μιλάνου Cox 18, αλλά και από ένα μικρό σχόλιο του ίδιου Μπένγιαμιν σχετικά με το ζήτημα της χρήσης βίας (ανέκδοτο στην εποχή του). Έτσι προχωράμε σε μια ακόμη έκδοση του κειμένου του Μπένγιαμιν, ελπίζοντας ότι ο παρών τόμος θα συνεισφέρει γόνιμα σε προσωπικές και συλλογικές διερωτήσεις.■

Για την εθνοκτονία - Pierre Clastres

«Αν ο όρος γενοκτονία αναφέρεται στην ιδέα της «φυλής» και στην πρόθεση εξολόθρευσης μιας φυλετικής μειονότητας, η εθνοκτονία σηματοδοτεί όχι τη φυσική καταστροφή των ανθρώπων (οπότε, σε αυτή την περίπτωση, παραμένουμε σε μια γενοκτονική συνθήκη) αλλά την καταστροφή της κουλτούρας τους. Η εθνοκτονία είναι τότε η συστηματική καταστροφή των τρόπων ζωής και σκέψης ανθρώπων διαφορετικών από εκείνους που ηγούνται αυτής της διαδικασίας καταστροφής. Συμπερασματικά, η γενοκτονία δολοφονεί ανθρώπους σωμα-τικά, ενώ η εθνοκτονία τους σκοτώνει πνευματικά. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει το ζήτημα του θανάτου, αλλά πρόκειται για ένα διαφορετικό θάνατο: η φυσική και άμεση εξολόθρευ-ση δεν είναι το ίδιο με την καταπίεση μιας κουλτούρας , τα αποτελέσματα της οποίας εξαρτώνται από την ικανότητα αντίστασης της καταπιεζόμενης μειονότητας. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να διαλέξουμε το λιγότερο κακό: η απάντηση είναι αρκούντως προφανής, η λιγότερη βαρβαρότητα είναι προτιμότερη από τη μεγαλύτερη. Αυτού λεχθέντος, είναι η πραγματική σημασία της εθνοκτονίας αυτό για το οποίο θα συζητήσουμε εδώ».■

Πώς ο ναζισμός εκμηδένισε την ταξική συνείδηση - Gunter Anders

Παρουσιάζουμε εδώ δύο εξαιρετικά κείμενα του γερμανού φιλόσοφου Γκούντερ Άντερς, γραμμένα λίγες μέρες μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία και τη διαφυγή του στο Παρίσι, το 1933. Στο πρώτο από αυτά ο Άντερς υποστηρίζει ότι οι ναζί κατάφεραν, με ένα πολύ καλά αρχιτεκτονημένο σχέδιο, να εκμηδενίσουν σχεδόν κάθε ίχνος ταξικής συνείδησης.
Αυτό το έκαναν, εκτός των άλλων, προσφέροντας μια ομάδα ανθρώπων, τους εβραίους, σαν «θυσιαστικά θύματα» σε εκατομμύρια άνεργους προλετάριους και προλεταριοποιημένους μικροαστούς. Σε σχέση με τους εβραίους, οι προλετάριοι μπορούσαν αφενός να αισθάνονται ανώτεροι και αφετέρου είχαν κάποιους για να κατευθύνουν το μίσος τους. Με άλλα λόγια, κολλώντας στην προλεταριακή τάξη την ετικέτα των άριων, την οποία αρνούνταν στους εβραίους, τους έκαναν σχεδόν ευγενείς. Γι’ αυτόν τον λόγο ο αντισημιτισμός του Χίτλερ δεν είναι απλώς ένα από τα χαρακτηριστικά του εθνικοσοσιαλισμού, αλλά το μέσον για να κερδηθεί η μάχη εναντίον της ταξικής συνείδησης. Στο δεύτερο κείμενο ο Άντερς ο άνεργος, που ορθά ο συγγραφέας αντελήφθη σαν κεντρική φιγούρα της εποχής μας, είναι ένας άνθρωπος «χωρίς κόσμο» και συνεπώς δεν υπάρχει. Έτσι, η ανεργία δεν εξετάζεται σαν ένα απλώς οικονομικό φαινόμενο, αλλά και σαν μια διαδικασία που κόβει τους δεσμούς του ανθρώπου με τον δομημένο κόσμο. Ο άνεργος γίνεται μια «γυμνή ζωή», κι έτσι είναι έτοιμος να ενταχθεί στη μάζα που αποδέχεται τις πολιτικές και τις πρακτικές της ολοκληρωτικής παράνοιας.■ Η έκδοση

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Μαύρες-Κόκκινες Σελίδες 2014




17:00  Βιντεο-βιβλιοπαρουσίαση των πρόσφατων εκδόσεων  για τους Weatherman
και τους Weather Underground

18:00 Η σύγχρονη βαρβαρότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, 
Παρουσίαση Ατζέντας 2015 του Ταμείου Αλληλεγγύης Φυλακισμένων Αγωνιστών

19:00 «Ένα μνημείο και ένα ποίημα για τον Μιχαήλ Μπακούνιν» Βίντεο - φόρος τιμής για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του ρώσου επαναστάτη

19:30 Βιντεοπαρουσίαση του βιβλίου «Δημιουργικό Μηδέν» με ποιήματα της Λίνας Φι και σχέδια της orgbalmaria από το Ελευθεριακό Στέκι Πικροδάφνη

20:00 «Ιδέα και δράση» Μια ιστορία του αναρχισμού στην Ιταλία πριν τον φασισμό  με αφορμή την έκδοση του κόμικ «Μια κόκκινη εβδομάδα» (εκδ. Ευτοπία) ομιλητής: Antonio Senta (Bologna)

Σε απευθείας μετάδοση - Mario Perniola

Στο ανά χείρας δοκίμιο του Μάριο Περνιόλα, πέρα από την ποικιλία των εξεταζόμενων θεμάτων που μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει και μόνο ρίχνοντας μια ματιά στον πίνακα των περιεχομένων, έχει πολύ ενδιαφέρον η συνεχής επιστροφή του συγγραφέα σε κάποια σημαντικά θεωρητικά ζητήματα (με προεξάρχον το κατά τον Περνιόλα «αισθητικό παράδοξο»), που ανήκουν στην ιστορία της δυτικής κουλτούρας, στοχεύοντας όχι μόνο σε έναν διάλογο μεταξύ τους, αλλά και σε μια διερώτηση σε σχέση με το σήμερα. Αυτός ο διάλογος και αυτή η διερώτηση συνιστούν τον εννοιολογικό ιστό επί του οποίου αρθρώνεται το παρόν κείμενο. Ένα από αυτά τα θεωρητικά ζητήματα έχει να κάνει με την κρίση που περνούν οι τρόποι μέσω των οποίων βιώνει τις εμπειρίες ο σύγχρονος ανθρώπους. Η σχέση μεταξύ γνώσης και εξουσίας, που διερευνάται κυρίως στο πρώτο κεφάλαιο αλλά και πιο υπόγεια στα υπόλοιπα, μας παραπέμπει στην ανάγκη να αντιτάξουμε, «σε απευθείας μετάδοση με το παρόν», μια θετική στρατηγική απέναντι στην εκκένωση των εμπειριών που προωθεί η ψυχολογική βία που ασκούν τα ΜΜΕ, μέσω της διάδοσης μοντέλων συμπεριφοράς σύμφωνων με τις απαιτήσεις της αγοράς. Επιπλέον, όσο προχωράμε στην ανάγνωση, βλέπουμε να επαναδιατυπώνεται η ανάγκη ξεπεράσματος του ανθρώπου που διακατέχεται από τα στερεότυπα, στην κατεύθυνση ενός αυθεντικού εγώ. Ανιχνεύεται η σχέση σκηνής και βίας (ήδη παγιωμένη από την εποχή της γαλλικής επανάστασης), το σύγχρονο αισθητικό και υπεραισθητικό πλαίσιο, το φαινόμενο της «αδύναμης σκέψης» που συνδέεται άμεσα με τον μεταμοντερνισμό και τον «αντιδιανοουμενισμό», η δημοφιλία του Νίτσε και οι νεότερες τάσεις του νεονιτσεϊσμού και του νεοναζισμού σε συνδυασμό με την εκδήλωση λαϊκιστικών φαινομένων, τα σύγχρονα μετα-ιδεολογικά και μετα-πολιτικά στυλ, η διαφορά μεταξύ συμβάντος και γεγονότος, το αστεακό ζήτημα μέσω της υπέρβασης του κλασικού αντιθετικού σχήματος πόλης-μητρόπολης. Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Περνιόλα διερωτάται για τη δυνατότητα ύπαρξης μιας μεσολάβησης μεταξύ του πολιτικού (μια διάσταση που προϋποθέτει τη σύγκρουση) και του αισθητικού (εννοούμενου σαν τόπο συμφιλίωσης και αρμονίας: άνθρωπος/φύση, λόγος/συναίσθημα, ύλη/πνεύμα, κλπ), με αυτή την πιθανή μεσολάβηση να συνιστά τον σύνθετο ορίζοντα στον οποίο κινούνται οι σκέψεις που περιλαμβάνονται σε αυτό το δοκίμιο. Αν και γραμμένο το 1986, η επικαιρότητά του είναι κάτι παραπάνω από προφανής, λαμβάνοντας κανείς υπόψη και την «αναψηλάφηση» των δεδομένων που πραγματοποιείται στο εκτενές εισαγωγικό σημείωμα (γραμμένο το 2012). Η ανάγνωσή του νομίζουμε ότι συμβάλλει στην ανανέωση της ριζοσπαστικής θεωρητικής σκέψης (αλλά και πρακτικής), που τόσο επείγει στις μέρες μας.● Η έκδοση 

Ο Μάριο Περνιόλα είναι καθηγητής αισθητικής και πρώην διευθυντής του τμήματος φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Ρώμης «Τορ Βεργκάτα». Επισκέπτης καθηγητής σε πολλά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στη Γαλλία, Δανία, Βραζιλία, Ιαπωνία, Καναδά, ΗΠΑ, Αυστραλία, είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Από τους εισαγωγείς της σκέψης και πρακτικής της Καταστασιακής Διεθνούς στην Ιταλία, υπήρξε διευθυντής των περιοδικών «Agaragar» (1971-73), «Clinamen» (1988-1992), «Estetica news» (1988-1995), ενώ από το 2000 μέχρι σήμερα διευθύνει την επιθεώρηση πολιτιστικών και αισθητικών μελετών «Agalma».

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Τomas Ibañez Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΜΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Συλλογή κειμένων για την εξουσία, τη δημοκρατία, τον αναρχισμό Δημοσιεύουμε εδώ μια συλλογή κειμένων του ισπανού ακτιβιστή και φιλόσοφου Τόμας Ιμπάνιεθ, καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, που συμμετείχε στον αγώνα εναντίον της δικτατορίας του Φράνκο και υπήρξε πνευματικός πατέρας του πασίγνωστου πλέον συμβόλου του σύγχρονου αναρχισμού, δηλαδή του Α σε κύκλο, τα οποία καλύπτουν εξελίξεις, λογικές και πρακτικές του ελευθεριακού χώρου την τελευταία τριακονταετία. Αιρετική η σκέψη του Ιμπάνιεθ, που ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του στο ρεύμα του φιλοσοφικού σχετικισμού, καθώς προσπαθεί να ανανεώσει και να προσαρμόσει στο σήμερα βασικές ιδέες του κλασικού αναρχισμού, μη διστάζοντας να έρθει σε ρήξη και με κάποιες θεμελιώδεις από αυτές, όπως η άρνηση κάθε εξουσίας και η υιοθέτηση της επανάστασης ως απαραίτητου εργαλείου για μια ριζική κοινωνική αλλαγή. Με παρεμβάσεις που πάντοτε προκαλούν εντύπωση, ο Ιμπάνιεθ παραμένει ωστόσο πιστός στην αναρχία και τον αναρχισμό ισχυριζόμενος ότι «ακριβώς επειδή είναι μια από τις λίγες ιδεολογίες, αν όχι η μοναδική, που μπορεί να στρέψει στον εαυτό της ένα τέτοιο κριτικό βλέμμα, ο αναρχισμός θα συνεχίσει να εμπνέει τις πλέον ανατρεπτικές εξεγέρσεις».

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Το «άλλο» βιβλίο στην πλατεία Εξαρχείων

ΤΟ «ΑΛΛΟ» ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ

ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΜΕΝΩΝ ΕΚΔΟΤΙΚΩΝ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ
ΚΑΘΕ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ 2014, 12–6 μμ.

ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΑΠΕΙΛΗ • ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΡΧΕΙΑ • ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ • ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ • ΟΥΑΠΙΤΙ • ΣΟΦΙΤΑ • ΣΤΑΣΕΙ ΕΚΠΙΠΤΟΝΤΕΣ • ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ • ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ • ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ • FUTURA

Μιχαήλ Μπακούνιν Γράμματα από την Ιταλία

Στις ιλιγγιώδεις περιπλανήσεις του, είτε για να συμμετάσχει σε μια εξέγερση είτε για να διαφύγει μια σύλληψη, ο Μπακούνιν διέμενε για κάμποσο καιρό αρκετά συχνά στην Ιταλία, κυρίως τη δεκαετία του ’60 του 19ου αιώνα. Περισσότερο από την έλξη που του ασκούσαν οι ομορφιές της χώρας (είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Μπακούνιν για τη Νάπολη που υπεραγαπούσε και για τον καφέ της: «ο καφές για είναι καλός πρέπει να είναι μαύρος όπως η νύχτα, γλυκός όπως ο έρωτας και ζεστός όπως η κόλαση»), ο στόχος που επιδίωκε ήταν να εξάψει τη φαντασία των φτωχών ιταλικών μαζών για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ίσων και ελεύθερων. Ανάμεσα στη μια και την άλλη συνωμοσία, αποκαλύπτεται, ωστόσο, μέσα από διάφορα κείμενα αλλά και από γράμματα, που κάποια δημοσιεύουμε κι εδώ, ένας οξύς παρατηρητής των κακών μιας μόλις ενοποιημένης χώρας, η οποία υπέφερε τότε από τα ίδια περίπου προβλήματα που υποφέρει και σήμερα: έναν δημοσιονομικό μηχανισμό τόσο καταναγκαστικό όσο και αναποτελεσματικό, την άσκηση της εξουσίας από τους διαχειριστές των δημόσιων πραγμάτων για προσωπικό όφελος, την ύπαρξη μιας εκτεταμένης γραφειοκρατίας, τον άκρως παρεμβατικό ρόλο της εκκλησίας… Εν κατακλείδι, το άλλοτε αγανακτισμένο και άλλοτε ενθουσιώδες βλέμμα του ρώσου επαναστάτη φέρνει στο φως όχι μόνο μια Ιταλία που δεν δυσκολευόμαστε πολύ να αναγνωρίσουμε, αλλά δυστυχώς και πολλά από τα πράγματα τα οποία, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και για τη δική μας χώρα, κάτι που κάνει άκρως ενδιαφέρουσα την ανάγνωση αυτών των γραμμάτων. Γράμματα τα οποία, επιπλέον, δείχνουν και πολλά πράγματα για την προσωπικότητα ενός από τους βασικούς οραματιστές της αναρχίας, που το 2014 συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννησή του (μια επέτειο που ελπίζουμε να τιμά στο ελάχιστο και η ανά χείρας έκδοση). Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Alain Badiou Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ κείμενα για την ελληνική κρίση

«… Επομένως, αναμφίβολα πρέπει να αντισταθούμε. Αλλά η λέξη αντίσταση, όπως γνωρίζετε, είναι μια λέξη διφορούμενη, διότι μπορεί κάλλιστα να υποδηλώνει την επιθυμία ανάκτησης παλαιότερων προνομίων, αποκατάστασης αλλοτινών ισορροπιών και συμβιβασμών. Είναι γεγονός ότι, όταν υπάρχει κάτι που θεωρούμε πολύτιμο, που ο λαός θεωρεί πολύτιμο, οφείλει να το προασπίσει. Όμως το πρόβλημα με το οποίο μας φέρνουν αντιμέτωπους οι αυτοκρατορικές πρακτικές της ζωνοποίησης είναι ότι οι γνώριμες μορφές δράσης –διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, συλλογές υπογραφών, συνελεύσεις και εν τέλει ακόμα και η εκλογή κομμάτων της «αριστεράς»– ανήκουν οριστικά σε μια προηγούμενη αυτοκρατορική εποχή. Είναι λοιπόν αναγκαίο να εξετάσουμε από πολύ κοντά τις πραγματικές πολιτικές διαδικασίες που παράγουν κάτι νέο, όσο περιορισμένες και αν είναι αρχικά αυτές, και ειδικότερα, αν υπάρχουν, τις νέες μορφές οργάνωσης που θα είναι βιώσιμες, σταθερές, ικανές να ενώσουν μακροπρόθεσμα τις ευρείς λαϊκές μάζες. Ο στόχος είναι να καταλάβουμε τι καινούριο οφείλουμε να παραγάγουμε από τη μεριά μας, στον πολιτικό χώρο όπου μας καλούν οι πρωτοβουλίες της ολιγαρχίας που έχουμε απέναντί μας, οι οποίες μάλιστα είναι πολύ πιο προχωρημένες από τις δικές μας. Να τονίσουμε σε αυτό το σημείο πως δεν μπορούμε να στηρίξουμε την οποιαδήποτε ελπίδα μας στον προηγούμενο πολιτικό καταμερισμό. Είδαμε επί το έργο, στη δεδομένη συγκυρία, άτομα που επικαλούνταν τη σοσιαλδημοκρατική κληρονομιά, τον Θαπατέρο στην Ισπανία ή τον Παπανδρέου στην Ελλάδα, και ξέρουμε για τι πράγματα είναι ικανοί. Στη Γαλλία επίσης, ας μην έχουμε καμία αυταπάτη για το τι θα συμβεί».■

Αναρχισμός και Συνδικαλισμός Errico Malatesta

Με αφορμή την έκδοση του κειμένου του Ερίκο Μαλατέστα «Αναρχισμός και Συνδικαλισμός», δημοσιεύουμε το κατωτέρω λήμμα του Francesco Codello, από το βιβλίο του Né obbedire Né comandare, ελευθεριακό λεξικό, εκδόσεις Elèuthera, Μιλάνο 2009.

ΕΡΓΑΣΙΑ

 Οι ιδέες και οι πρακτικές του αναρχισμού ανέκαθεν συνδέονταν στενά με το ζήτημα της εργασίας. Από τις απαρχές του ελευθεριακού κινήματος, οι εργαζόμενοι υπήρξαν προνομιούχοι συνομιλητές του, μολονότι το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του ήταν προσανατολισμένο στην απελευθέρωση των ανθρώπινων όντων από τη σκλαβιά της εργασίας. Η εξήγηση αυτής της προφανούς αντίφασης ανάγεται στην αντίληψη της εργασίας σαν εκμετάλλευση της ενεργητικότητας των ανδρών, των γυναικών, μέχρι και των παιδιών, προς όφελος μιας περιορισμένης και προνομιούχας ομάδας αφεντικών. Όμως η εργασία μπορεί να είναι κάτι απολύτως ξένο με αυτή τη λογική: όχι πλέον μια πηγή υποχρεωτικού εισοδήματος στο εσωτερικό μιας άνισης κοινωνικο-οικονομικής δομής, αλλά η μια ανθρώπινη δραστηριότητα δημιουργική και ικανοποιητική, που θα επιτρέπει την επαφή με τους άλλους. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να δείξουμε πώς οι αναρχικοί ασχολούνται κυρίως με την απελευθέρωση από μια εργασία που οι λίγοι εκμεταλλεύονται τους πολλούς. Όμως είναι εξίσου σημαντικό να σταθούμε για λίγο στους τρόπους που έχουν προταθεί –από τον Κροπότκιν και τον Μπερνέρι πιο συγκεκριμένα– για να υπάρξει μια αντίληψη της εργασίας συμβατή με μια ελεύθερη κοινωνία. Υπάρχουν πάμπολλες σελίδες στη σοσιαλιστική και αναρχική λογοτεχνία του 19ου και του 20ου αιώνα, που περιγράφουν άκρως ρεαλιστικά τις σκληρές συνθήκες εργασίας (και ζωής) των εκμεταλλευόμενων μαζών, μια δραματική μαρτυρία του πώς αυτή η φυσική και αυθόρμητη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει μεταμορφωθεί σε ποινή, πόνο, αποξένωση. Ακόμη και σήμερα δεν λείπουν παρόμοιες περιγραφές, όχι μόνο στις πιο φτωχές χώρες αλλά και στις μοντέρνες και πολύπλοκες βιομηχανικές κοινωνίες. Το να δουλεύεις με επισφαλείς και ταπεινωτικές συνθήκες –όπως συμβαίνει σε έναν αυξανόμενο αριθμό ατόμων στα τηλεφωνικά κέντρα, τις μεγάλες αποθήκες, τις αγροτικές εργασίες, σε συνεταιριστικές επιχειρήσεις που δεν έχουν τίποτα το συνεταιριστικό κλπ– συμβάλλει στη δημιουργία ενός αισθήματος μεγάλης δυσαρέσκειας και ακρωτηριασμού της ανθρώπινης εκφραστικότητας. «Η εργασία είναι πάντοτε κόπος. Το πρόβλημα έγκειται στο να δούμε πώς μπορεί να γίνει για όλους ένας ευχάριστος κόπος» υποστήριζε ο Κάμιλο Μπερνέρι [Il lavore attraente, 1936]. Όμως πότε μια οποιαδήποτε δραστηριότητα γίνεται ευχάριστη; Όταν ανταποκρίνεται σε μια αυθόρμητη παρόρμηση. Από αυτό προκύπτουν δύο πράγματα: πρώτα απ’ όλα η διάρκεια της εργασίας πρέπει να είναι ανάλογη με τον κόπο (φυσικό ή πνευματικό) και επιπλέον ο καθένας/μια πρέπει να είναι ελεύθερος/η να κάνει εκείνη την παραγωγική δραστηριότητα για την οποία αισθάνεται εντονότερη κλίση.. Πράγματι «κάθε εργασία είναι τόσο περισσότερο κουραστική όσο είναι λιγότερο ικανοποιητική». Θα αρκούσαν αυτές οι σκέψεις για να καταλάβουμε την αναγκαιότητα ανατροπής του σημερινού εργασιακού συστήματος. Αν σκεφτούμε την άμεση εμπειρία μας, μπορούμε σίγουρα να βρούμε αναρίθμητα παραδείγματα τα οποία δείχνουν ότι αληθεύει αυτό που υποστήριζε ο Μπερνέρι. Γυρίστε σπίτι μετά από μια εξουθενωτική ημέρα εργασίας και κάντε μια δουλειά που σας προκαλεί ευχαρίστηση, ακόμη κι αν απαιτεί κόπο, για να δείτε πως ακόμη και η κούραση μπορεί να είναι ευχάριστη. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι είμαστε ελεύθεροι από κάθε επιβολή και έλεγχο, ελεύθεροι από τη μονοτονία της επανάληψης και, κυρίως, ελεύθεροι να σχεδιάζουμε και να αποφασίζουμε στη βάση των δικών μας ρυθμών και επιθυμιών. Όμως υπό αυτές τις συνθήκες ακόμη και η εργασία μπορεί να έχει μια ελκυστική διάσταση και να αποτελέσει προβολή της προσωπικότητάς μας. Μια άλλη απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να καταστεί η εργασία ευχάριστη είναι, για τον Κροπότκιν, εκείνη της ενοποίησης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας: «Εμείς υποστηρίζουμε ότι… κάθε ανθρώπινο ον, αδιακρίτως καταγωγής, πρέπει να λαμβάνει μια τέτοια εκπαίδευση που θα του επιτρέψει να ενώσει μια βαθιά επιστημονική προετοιμασία και μια βαθιά επαγγελματική προετοιμασία… Στον διαχωρισμό της κοινωνίας ανάμεσα σε πνευματικούς και χειρώνακτες εργαζόμενους, αντιπαραθέτουμε την ένωση αμφότερων των τύπων δραστηριότητας και… υποστηρίζουμε την ενιαία εκπαίδευση ή πλήρη διδαχή, που συνεπάγεται την ήττα μιας τέτοιας βλαβερής διάκρισης» [Πιοτρ Κροπότκιν, Αγροί, εργοστάσια, εργαστήρια, 1889]. Προφανώς η απελευθέρωση της εργασίας από τους περιορισμούς και την εκμετάλλευση συνεπάγεται μια μακρά και σύνθετη διαδικασία, που ωστόσο δεν παραπέμπει κάθε αλλαγή σε μια υποθετική μελλοντική κοινωνία. Ανάμεσα στις αποπνικτικές συνθήκες της σημερινής κοινωνίας, αυτή η φυσική ανθρώπινη δραστηριότητα προσπαθεί συνεχώς να βρει χώρους για να επανοικειοποιηθεί τη δημιουργική και ελεύθερη διάστασή της. Η άσκηση στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό των ικανοτήτων μας και η οικοδόμηση περιβαλλόντων αυτονομίας, μπορούν να ανατρέψουν την κυρίαρχη σήμερα έννοια της εργασίας, επιτρέποντας την πλήρη βίωση μιας εμπειρίας απαραίτητης για την αυτοεκπλήρωσή μας. Αντιστρόφως, αν η σταθερή απασχόληση αντιπροσώπευε για πολλούς, κυρίως νέους, την προνομιούχα κατάληξη της εργασιακής δραστηριότητας, αυτή η κατάληξη σήμερα έχει γίνει μια αυταπάτη, δεδομένων των συνθηκών επισφάλειας στις οποίες ζούμε. Αυτό έχει προκαλέσει ένα είδος αστάθειας, ακόμη και ψυχολογικής, η οποία, πέρα από το να προκαλεί ματαίωση και κοινωνικό άγχος, δίνει στην ύπαρξη μια αίσθηση ρευστότητας. Ακριβώς γι’ αυτό η αναζήτηση μιας ανεξάρτητης εργασίας, σε αντίθεση με την εξαρτημένη, αντιπροσωπεύει για πολλούς μια ώριμη απόφαση, που τους βάζει σε μια διαδικασία εξόδου από τον διεφθαρμένο κύκλο του «δούλεψε, κατανάλωσε, σκάσε», ο οποίος βρίσκεται στη βάση αυτής της κοινωνίας. Μια από τις πιο διαδεδομένες υπαρξιακές επιλογές στα εναλλακτικά νεολαιίστικα κυκλώματα του δυτικού κόσμου, είναι ακριβώς η εθελουσία απόδραση από τον παραγωγικο-καταναλωτικό κύκλο. Η μισθωτή απασχόληση θεωρείται ως μια μορφή εκμετάλλευσης, ως μία στιγμή κατά την οποία ο προσωπικός χρόνος παραχωρείται για την ικανοποίηση συμφερόντων άλλων, ένα είδος εκπόρνευσης της ακεραιότητάς μας. Όλα αυτά ευνοούν μια άρνηση των παραδοσιακών μορφών εργασίας προς όφελος του πειραματισμού με νέες μορφές παραγωγής και κατανάλωσης, όσο το δυνατόν περισσότερο αποκομμένες από τη λογική του χρήματος και του κέρδους, αλλά και υπέρ πιο αργών χρόνων, που ευνοούν την ελεύθερη δημιουργικότητα και τις συμποσιακές σχέσεις [Στέφανο Μπόνι, Vivere senza padroni, 2006]. Μια ριζοσπαστική επιλογή που εμφανίζεται σαν σωστή και λογική απάντηση στη σημερινή φανατική αντίληψη της εργασίας, προϊόν ενός κόσμου ναρκωμένου από την αποτελεσματικότητα. Σήμερα ακούγεται περισσότερο από ποτέ αληθινή η ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900): «Ζούμε σε μια εποχή υπερεργασίας και υποκουλτούρας· μια εποχή στην οποία τα άτομα δουλεύουν τόσο πολύ ώστε να γίνονται απολύτως ηλίθια [Όσκαρ Ουάιλντ, Ρήσεις και αφορισμοί, 1999].

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Η δημιουργικότητα και ο έμπορος - Arturo Schwarz

Τα προβλήματα που συνδέονται με τη δημιουργική δραστηριότητα του καλλιτέχνη ή του κριτικού της τέχνης εντάσσονται στο πλαίσιο μιας συζήτησης στην οποία, από την εποχή του Μιχαήλ Μπακούνιν και του Καρλ Μαρξ, ενεπλάκη τόσο η ελευθεριακή όσο και η εξουσιαστική αριστερά. Τι είδους σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στην εξουσία και τον παραγωγό της κουλτούρας, ανάμεσα στον πολιτικό και τον δημιουργό ή ακόμη ανάμεσα στην τέχνη και την επανάσταση; Αντί να επανέλθουμε σε ένα ερώτημα ευρέως συζητημένο και για το οποίο έχω ήδη πει τη γνώμη μου αλλού, θα ήθελα να εντοπίσω αυτήν τη γενικότερη προβληματική σε ορισμένα ιδιαίτερα θέματα και πιο συγκεκριμένα να επικεντρωθώ στην ενασχόληση και τις προοπτικές του κριτικού, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τις συνθήκες που θα πρέπει να ξεπεράσει αν θέλει να ασκήσει ελεύθερα τον ρόλο του. Πρέπει να απαιτούμε από τον κριτικό, πέρα από μια συνεκτική επαγγελματική προπαρασκευή, και μια στέρεα πολιτική κουλτούρα, που θα τον βοηθήσει να αμφισβητήσει καλύτερα την κυρίαρχη πολιτιστική πολιτική; Θα θέλαμε να ενασχοληθεί με την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κουλτούρας προκειμένου να συμβάλει στην πραγματοποίηση μιας αυθεντικής πολιτιστικής επανάστασης σε ατομικό επίπεδο, απαραίτητη προϋπόθεση για μια συλλογική συνειδητοποίηση; Σαφώς. Όμως ποια είναι η κατάσταση που καθορίζεται από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε; Δεν πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να θυμίσουμε πόση λίγη εκτίμηση απολαμβάνει ο διανοούμενος στην κοινωνία μας και στα ολοκληρωτικά καθεστώτα είτε της δεξιάς είτε της αριστεράς. Παντού, προκειμένου να επιβιώσει και πέρα από σπάνιες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αυτός δεν είναι τίποτ’ άλλο από απολογητής του συστήματος. Στην περίπτωση του κριτικού της τέχνης η υποταγή είναι διπλή αφού αυτός πρέπει επίσης να υπακούει στις επιταγές της αγοράς της τέχνης, κυριαρχούμενης από τα συμφέροντα ενός ετερογενούς συνασπισμού εμπόρων, διευθυντών μουσείου, συλλεκτών, οι οποίοι επιβαρύνουν σοβαρά τη δραστηριότητά του. Φυσικά η κατάσταση είναι πιο πολύπλοκη από ότι λέμε τώρα. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μια σειρά παραγόντων που μπορούν να αποδειχτούν άλλο τόσο καθοριστικοί, όπως η ευφυΐα κάποιων κριτικών, η επιθετικότητα ορισμένων εμπορικών ομαδοποιήσεων, το ανατρεπτικό φορτίο μιας συγκεκριμένης καλλιτεχνικής παραγωγής. Το γεγονός ότι ο κριτικός της τέχνης τόσο λίγης εκτίμησης συνιστά μια παράδοξη κατάσταση. Οι συνεργάτες της πλειοψηφίας των καθημερινών εφημερίδων και των περιοδικών έχουν, στην καλύτερη περίπτωση, μια ελαχιστότατη επαγγελματική προπαρασκευή. Τις περισσότερες φορές η κριτική της τέχνης ανατίθεται στον πιο νεαρό δημοσιογράφο, ο οποίος προκειμένου να εκτελέσει το καθήκον του περιορίζεται στο να παραφράζει εισαγωγικά κείμενα ή να «κλέβει» μέσα από συνεντεύξεις τον καλλιτέχνη ή τον κριτικό που παρουσιάζει τον κατάλογο. Το πανόραμα της ακραίας ένδειας δεν αλλάζει ακόμη κι όταν ορισμένες καθημερινές εφημερίδες και περιοδικά πανεθνικής κυκλοφορίας ευνοούνται από τη συνεργασία πεπαιδευμένων κριτικών. Η κριτική της τέχνης, στην Ιταλία όπως και αλλού, βρίσκεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο γιατί το υπερφίαλο του κριτικού είναι μια απαίτηση του συστήματος: είναι πιο εύκολο να ελεγχθεί η αντίδραση εκείνου ο οποίος, όντας σε κατώτερο επίπεδο λόγω της άγνοιάς του, δεν τολμά να αμφισβητήσει αυτό που η κερδοσκοπική στιγμή θέλει να αξιοποιήσει. Η βιομηχανική παραγωγή βασιλεύει στις ανάγκες που δημιουργούνται τεχνητά και οι οποίες χαρακτηρίζουν την κοινωνία της κατανάλωσης. Η αγορά της τέχνης δεν ξεφεύγει από αυτή τη δυναμική. Ενώ στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα τα καλλιτεχνικά κινήματα κινητοποιούνταν από έναν σύνθετο αστερισμό ηθικών ή κοινωνικών αισθητικών λογικών και κατά συνέπεια ήταν ολιγάριθμα, σήμερα είναι οι αξιώσεις της καταναλωτικής κοινωνίας που καθορίζουν τη γέννησή τους. Αλλά περισσότερο και από κινήματα πρέπει να μιλάμε, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, για μόδες. Όπως όλες οι μόδες και αυτές ακολουθούν έναν φρενήρη ρυθμό. Ρυθμό που ανταποκρίνεται πλήρως στα συμφέροντα της τριμερούς έμπορος-κριτικός-διευθυντής μουσείου. Η ταχύτητα με την οποία ο καλλιτέχνης περνά από την ανωνυμία στην επιτυχία και κατόπιν στη λήθη βρίσκει τους πάντες σύμφωνους εκτός, προφανώς, από τον άμεσο πρωταγωνιστή. Ο έμπορος βλέπει να εξασφαλίζεται η συνέχεια της ζήτησης, ο κριτικός επιβεβαιώνει τον ρόλο του, ο διευθυντής του μουσείου τη λειτουργία του. Ο μηχανισμός της διαδικασίας που οδηγεί σε αυτό το τριπλό αποτέλεσμα είναι τώρα πια στοιχειώδης. Ο έμπορος της τέχνης θέλει να διευρύνει τον κύκλο των πελατών του κατακτώντας νέες κατηγορίες συλλεκτών είτε με όρους ηλικίας (οι νέες γενιές είναι πιο δεκτικές στα σύγχρονα με αυτές ρεύματα) είτε με όρους χρηματιστικούς: η τάξη των νέων αναδυόμενων επαγγελματιών προσφέρει αρκετές ευκαιρίες. Προτείνοντας σύγχρονους καλλιτέχνες οι έμποροι πετυχαίνουν το διπλό αποτέλεσμα να προσφέρουν ένα προϊόν σύμφωνα με τα γούστα του αγοραστή και σε τιμή ακόμη λογική. Η ζήτηση προκαλεί μια σπάνη του προϊόντος και συνεπώς μια αύξηση των τιμών. Δεδομένου ότι είναι η τιμή που καθορίζει την αξία του προϊόντος στην αγορά της τέχνης, υπεισέρχεται ως αγοραστής σε αυτό το δεύτερο στάδιο κι ένας κύκλος μεγαλύτερων συλλεκτών, που συνεισφέρουν στη σταθεροποίηση της ζήτησης και συνεπώς και των τιμών. Αυτό συμβαίνει όσο δεν προτείνεται ένα νέο προϊόν, το οποίο θα κάνει να ξεχαστεί το ενδιαφέρον για το προηγούμενο. Για το λανσάρισμα του νέου καλλιτέχνη είναι απαραίτητη η συνεργία του κριτικού της τέχνης. Η συμβολή του μπορεί να είναι είτε ενεργητική είτε παθητική. Στην πρώτη περίπτωση είναι αυτός που ανακαλύπτει τον καλλιτέχνη τον οποίο λανσάρει από κοινού με τον έμπορο και τον διευθυντή του μουσείου• σε διαφορετική περίπτωση, πιο σεμνά, θα περιοριστεί στην υποστήριξη μέσω παρεμβάσεών του στην πρωτοβουλία ενός συναδέλφου που προτίθεται, φυσικά, να προχωρήσει σε «μια καλή ανταλλαγή». Η ακραία κινητικότητα της αγοράς της τέχνης ευνοεί συνεπώς και το δεύτερο μέλος της συμμαχίας. Ο διευθυντής του μουσείου (και σκέφτομαι πιο συγκεκριμένα εκείνους σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία και σε μικρότερο βαθμό η Γαλλία) έχει σε αυτή τη διαδικασία έναν αποφασιστικό ρόλο. Ωθούμενος από την επιθυμία να μη χάσει το τρένο και με τη φιλοδοξία να φτάσει πρώτος, έτσι ώστε να επωφεληθεί της «οξυδέρκειας» του, σπεύδει να εντάξει το έργο του καλλιτέχνη στο μουσείο του, ή να τον πείσει να συμμετάσχει σε μια συλλογική έκθεση ή, ακόμη καλύτερα, να του στήσει μια ατομική. Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που στην πολιτική αποκαλείται «αποτέλεσμα ντόμινο». Στις Ηνωμένες Πολιτείες ακμάζει ένα ευρύ δίκτυο μουσείων που ακολουθούν προσεχτικά τη δραστηριότητα του μουσείου της Νέας Υόρκης. Με τη σειρά του, αυτό τροφοδοτεί, με καταχρηστικό τρόπο, τις αντιλήψεις των γερμανικών, των αγγλικών και των γαλλικών μουσείων. Όταν ένας καλλιτέχνης παρουσιάζεται σε μια γκαλερί της Νέας Υόρκης και ένα ή περισσότερα έργα του πωλούνται, το παράδειγμα ακολουθείται κυκλικά από τα ιδρύματα της περιφέρειας. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αναρρίχηση των τιμών παίζουν οι τοπικοί συλλέκτες, που συνενώνονται σε εταιρείες ονομαζόμενες «φίλοι του μουσείου», που χρηματοδοτούν τις αγορές. Αυτές οι εταιρείες εμπλέκονται σε ένα σημαντικό ανταγωνιστικό παιχνίδι. Προσπαθούν να ξεπεράσουν η μία την άλλη στην πολιτική των αποκτημάτων, έτσι ώστε η έγκριση της Νέας Υόρκης να προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση. Κανένα μουσείο δεν θέλει να έρθει δεύτερο. Με δεδομένο τον αριθμό τους και την περιορισμένη διαθεσιμότητα του προϊόντος, η επίδραση στην αμερικανική αγορά και η αντανάκλασή της στην ευρωπαϊκή, είναι αυτόματη. Συνθλιβόμενος ανάμεσα στον άκμωνα της καταναλωτικής κοινωνίας και τη σφύρα της τριπλής συμμαχίας, πώς μπορεί να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του ο καλλιτέχνης που δεν θέλει να υπακούει στους κανόνες του παιχνιδιού και ο κριτικός που θέλει να διατηρήσει την αυτονομία του; Ο Μαρσέλ Ντυσάμπ μου είπε μια μέρα ότι σε αυτή την κοινωνία τη μεταμορφωμένη σε μυρμηγκοφωλιά, ο αυθεντικός καλλιτέχνης περνάει στην παρανομία. Για μια ακόμη φορά είχε δίκιο. Έπειτα από όλα αυτά, το να είμαστε παράνομοι σε μια κοινωνία όπως η δική μας μου φαίνεται απολύτως απαραίτητο. Μπορούμε να κερδίσουμε αν ζούμε σε άλλα πεδία, έτσι ώστε να ικανοποιούμε, μέσω της οικονομικής αυτονομίας μας, τις εκφραστικές μας ανάγκες. Και ο κριτικός της τέχνης; Οι εξειδικεύσεις σε πεδία μη μολυσμένα από την οικονομία της αγοράς δεν είναι σπάνιες και δεν είναι ανάγκη να θεωρούμε ότι απαρνούμαστε το βασικό μας ενδιαφέρον αν είμαστε διατεθειμένοι να ασχοληθούμε και με κάτι άλλο. Σε κάθε περίπτωση, για τον καλλιτέχνη όπως και για τον κριτικό, η ανεξαρτησία αναγκαστικά θα υποστηριχθεί από μια άλλη εργασιακή δραστηριότητα αν είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν θέλουν να αναλάβουν τον ρόλο του μισθοφόρου. Ο πολιτιστικός λειτουργός που αγωνίζεται για τη διατήρηση της ελευθερίας της έκφρασής του, συμβάλλει στη διεύρυνση του εδάφους άρνησης των κρατικών δομών. Η δημιουργική δραστηριότητα, σε οποιοδήποτε πεδίο και αν εκφράζεται, είναι ανατρεπτική αφού πάνω από όλα υπακούει σε μια απαίτηση για γνώση. Η αναγνώριση του άγνωστου ξεκινά από τον εαυτό μας και η κατανόησή του σημαίνει να κατανοήσουμε και την κοινωνία, και συνεπώς να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μετασχηματισμού της. ■ Ο γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (1924) από γερμανό πατέρα και ιταλίδα μητέρα Αρτούρο Σβαρτς (σήμερα ζει στο Μιλάνο), είναι ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες και μελετητές του σουρεαλισμού, βαθύς γνώστης της Καμπαλά και της εβραϊκής τελετουργίας, όπως επίσης και διακεκριμένος κριτικός της τέχνης και επιμελητής εκθέσεων (το 2009-2010 οργάνωσε στο Βιτοριάνο της Ρώμης την έκθεση «Από το Νταντά στον Σουρεαλισμό). Πολυγραφότατος και ενταγμένος στο ιταλικό αναρχικό κίνημα, έχει γράψει μεταξύ άλλων τα βιβλία Αλμανάκ Νταντά (1976), Αναρχία και Δημιουργικότητα (1981), Man Ray (1998), Καμπαλά και Αλχημεία (2004), Είμαι επίσης Εβραίος. Σκέψεις ενός Άθεου Αναρχικού (2007) και πρόσφατα Η Γυναίκα και ο Έρωτας την Εποχή των Μύθων(2009). Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιταλική αναρχική επιθεώρηση «Volontá», τεύχος 4, 1988. Μετάφραση-επιμέλεια από το ιταλικό πρωτότυπο Ταξιαρχία Verpeilt, Αθήνα 2011.

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ


Εισαγωγή από το βιβλίο Η ολοκληρωτική πόλη του Miguel Amoros. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, η ποικιλία των ενδιαφερόντων, η αίσθηση του ανήκειν στο μέρος όπου κατοικούν και η προσωπική ζωτικότητα, είναι χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής των ατόμων. Είναι βάσει αυτών των προϋποθέσεων που τα άτομα κατευθύνουν, εφόσον αυτό είναι δυνατό, την ύπαρξή τους, διαισθανόμενα πως αν δεν είναι σε θέση να εκφράσουν αυτές τις ιδιαιτερότητες κατά τρόπο πλήρη και ικανοποιητικό, δεν υφίσταται καμία δυνατότητα ύπαρξης ποιότητας στην ατομική τους ζωή και, κατά συνέπεια, στη συλλογική. Αλλά δεν είναι εύκολο πράγμα η επίτευξη τέτοιων στόχων. Η προσωπική ζωτικότητα δοκιμάζεται σκληρά από την εργασία (για όποιον την έχει), από τη ρουτινιάρικη ζωή, από τις μεταφορές, από τις συνθήκες κατοικίας, από τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος· η ποικιλία των ενδιαφερόντων είναι λίγο πολύ ελεγχόμενη και περιορίζεται στην απόλαυση των θεαμάτων, των αποκτημένων αντικειμένων· η ευτυχία της δράσης για το κοινό συμφέρον ματαιώνεται από τη συμμετοχή σε σχέδια ενός ελλειμματικού και ελάχιστα αποτελεσματικού κοινωνικού μετασχηματισμού· η δημιουργικότητα, το πράττειν, δυσκολεύονται να εκφραστούν πλήρως, καθώς εμποδίζονται από νόμους και κανονισμούς που τα περιορίζουν, παρακωλύουν την ανάπτυξή τους και τα κατευθύνουν προς τα χόμπι και τα μπρικολάζ. Όλα αυτά οδηγούν, στην καθημερινή ζωή, στη ματαίωση της πληρότητας, στον εγκλωβισμό της, στη συμπίεσή και στο καναλιζάρισμά της, αφήνοντας χώρο μονάχα σε ατροφικές απολαύσεις και σε επιθυμίες που αφορούν τα απολύτως απαραίτητα. Αφθονούν η ανησυχία, η απομόνωση και η μοναξιά· οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο να ζήσουν παρά να πεθάνουν. Όλα αυτά τα βλέπει με μεγαλύτερη σαφήνεια όποιος ζει σε ένα αστεακοποιημένο περιβάλλον είτε σε μια πόλη είτε σε μια μητρόπολη είτε σε μια μεγάπολη. Στις πόλεις το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων δεν καταφέρνει να ζει όπως επιθυμεί· το αστεακό περιβάλλον, έτσι όπως είναι διαμορφωμένο, δεν επιτρέπει την εκκόλαψη και την εξέλιξη της προσωπικότητας των ανθρώπων· δεν είναι δυνατή η πλήρης ικανοποίηση των αναγκών, καθώς αυτή επιτυγχάνεται σε βάρος κάποιων άλλων πραγμάτων. Η δραστηριότητα του καθενός, είτε πρόκειται για την εργασία είτε για τη χρήση του ελεύθερου χρόνου είτε για τον ύπνο είτε για το μαγείρεμα είτε για τη μελέτη κλπ, είναι οργανωμένη σε χώρους που μόνο στο ελάχιστο μπορούν να δημιουργηθούν, να τροποποιηθούν και να ελεγχθούν από αυτούς που τους κατοικούν. Τα περιβάλλοντα κατανοούνται με τέτοιον τρόπο, ώστε το κατοικείν να είναι λειτουργικό όχι για την ιδιαίτερη ζωή του καθενός, αλλά για τα συμφέροντα ατόμων ξένων ως προς αυτόν. Έτσι το σχολείο φτιάχνεται κυρίως για την εκπαίδευση στην πειθαρχία, το εργοστάσιο ή το γραφείο για τη δημιουργία κέρδους, τα υπνωτήρια για τον κατακερματισμό της κοινωνικότητας, τα κυβικά εντός των οποίων ζούμε για την εξημέρωσή μας· δύσκολα μπορούν να αλλάξουν όλα αυτά. Αν θέλετε να αλλάξετε κάτι στο σπίτι σας, οφείλεται να ζητήσετε την άδεια από κάποια αρχή. Οικοδομικοί κανονισμοί και γραφειοκρατίες κάθε είδους έχουν ποινικοποιήσει κάθε δημιουργική παρέμβαση στην εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική, πλευρά των κατοικιών. Στο εσωτερικό των κατοικιών η δυνατότητα ελέγχου του χώρου περιορίζεται σε ελάχιστα πράγματα, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι η απομόνωση των ατόμων στο εσωτερικό των τεσσάρων τοίχων της κατοικίας τους. Οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η οργάνωση του σπιτιού μας από εμάς τους ίδιους περιορίζονται στη διάταξη των επίπλων, στο βάψιμο των τοίχων: όλα τα υπόλοιπα είναι υπό περιορισμό, το πού κατοικείς όπως και το πώς κατοικείς, βρίσκονται υπό διαρκή έλεγχο. Οι οικονομικοί, διοικητικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί και πολιτιστικοί θεσμοί είναι οι άμεσοι υπεύθυνοι για την ποιότητα ζωής του καθενός από εμάς. Το πλαίσιο στο οποίο ζούμε τη ζωή μας δεν μας ανήκει· είναι εκείνοι που οργανώνουν την εργασία, το έδαφος, τον έλεγχο και την ασφάλεια, τη γνώση και την έρευνα, και, έτσι όπως λειτουργούν τα πράγματα, είναι αρκετά εύκολο να δείξουμε γιατί τα άτομα αισθάνονται ξένα ως προς αυτούς, αν και υφίστανται τις συνέπειες των ενεργειών τους. Το ότι οι θεσμοί είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης του, είναι ένα πολύ διαδεδομένο αίσθημα. Ως προς αυτό, οι αξίες του νεοφιλελευθερισμού έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο. Εφαρμοσμένες στην οικονομία έχουν λειτουργήσει με τέτοιον τρόπο ώστε πολλά προνόμια του κράτους να έχουν υποχωρήσει. Σίγουρα όχι εκείνα που έχουν να κάνουν με το μονοπώλιο της βίας ή την εφαρμογή των νόμων, αλλά εκείνα που αφορούν την εκπαίδευση, την υγεία, τις μεταφορές, την επικοινωνία, όπου τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ: το μονοπώλιο του κράτους έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό και μαζί του το γόητρο όλων αυτών που εκλαμβάνονται σαν δημόσια αγαθά. Η περιφρόνηση της τάξης των πολιτικών, η αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η επιθυμία να κυβερνούμαστε (τουλάχιστον στην Ιταλία) περισσότερο από έναν ηγέτη παρά από ένα κοινοβούλιο, ο πολλαπλασιασμός των πρωτοβουλιών σε σχέση με το έδαφος, που αποκλείουν τις σχέσεις με τα κόμματα και τα συνδικάτα, όπως και η αποχή από τις εκλογές, είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που δείχνουν το πώς αυτή η πεποίθηση δεν περιορίζεται καθόλου σε κάποιους μικρούς κύκλους. Το φαντασιακό που συνόδευε τους θεσμούς καταστράφηκε από την πολιτική-θέαμα, η «γοητεία» τους ξεφτιλίστηκε από τους λομπίστες, τους χρηματιστές και τους κερδοσκόπους· οι αξίες που αντιπροσωπεύουν αποχαυνώνουν ή συντροφεύουν ιδεολογίες ακατάλληλες να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Ακατάλληλες γιατί διαβάζουν το παρόν χρησιμοποιώντας κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές κατηγορίες που δεν υφίστανται πλέον, παρεκτός σαν μυθική ή εικονική αναφορά· τελείωσαν και αυτές μέσα στην ακαταστασία του θεάματος, αλλάζοντας νόημα και αξία. Εργασία, επικοινωνία, ενεργειακοί πόροι, αντίληψη για το κράτος, είναι παράγοντες που υπόκεινται σε ταχύτατες αλλαγές, αποτέλεσμα μιας παγκοσμιοποίησης της οποίας στερούμαστε την πλήρη γνώση, συνεχίζοντας, προκειμένου να την αντιμετωπίσουμε, να εμπιστευόμαστε μοντέλα διακυβέρνησης, μετασχηματισμού ή ριζοσπαστισμού τα οποία δεν είναι πλέον κατάλληλα για την ερμηνεία της ή για την επίλυση κάποιων από τα προβλήματά της, ενώ ακόμη πιο δύσκολο γίνεται το να φανταστούμε ένα άλλο μέλλον. Η απροσδιοριστία, η φθορά, η αχρηστία των πρακτικών και θεωρητικών μέσων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας, δεν παράγουν τίποτ’ άλλο πέρα από δυσπιστία, ακινησία και ματαίωση. Μέχρι τώρα το κενό καλυπτόταν από ένα καταναλωτικό ήθος τόσο αχαλίνωτο όσο και παρηγορητικό, κατευθυνόμενο και καθοδηγούμενο από έναν μεντιακό μηχανισμό πρώτης τάξεως –το πραγματικό θεμέλιο του συστήματος– δημιουργημένο σκοπίμως για την επιτάχυνση του μετασχηματισμού όλων των κοινωνικών σχέσεων σε θέαμα και την αξιοποίηση σαν εμπόρευμα κάθε πλευράς του ανθρώπου και της φύσης. Γι’ αυτό όλοι οι θεσμοί, ακόμη και οι δημοκρατικοί, κατακερματίζονται και οι ίδιοι οι κυβερνώντες δεν αισθάνονται και πολύ καλά, απροετοίμαστοι καθώς είναι είτε όταν πρόκειται να υποστούν τα χτυπήματα είτε όταν πρέπει να επωφεληθούν από τις θετικές πλευρές των γεγονότων. Στο αστεακό περιβάλλον αυτή η δυσανεξία, αυτή η δυσπιστία, αν από τη μια πλευρά τρέφει την απάθεια και την ανασφάλεια, ευνοεί τον ζαμανφουτισμό, την αδιαφορία για το συλλογικό και για ότι δεν θεωρεί κανείς δικό του, από την άλλη, για τους πιο διαυγείς, δίνει τη δυνατότητα θεώρησης και αντιμετώπισης με διαφορετικό τρόπο του υπάρχοντος και, συνεπώς, της καταστροφής που προκαλείται από τις οικιστικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές βλάβες. Μιλάμε για εκείνους, που ποικιλοτρόπως και με διαφορετικές κατευθύνσεις, ανοίγουν προοπτικές αυτοοργάνωσης, άμεσης συμμετοχής, οικονομικού και κοινωνικού πειραματισμού, κριτικής, ερχόμενοι σε αντιπαράθεση με τα κυρίαρχα μοντέλα. Αυτοί που κινούνται με αυτή τη λογική, οργανώνονται κατά τρόπο οριζόντιο, έτη φωτός μακριά από τα μοντέλα των μαζικών κομμάτων. Οι καινοτόμες προθέσεις τους προσανατολίζονται σε ένα φαντασιακό που δεν έχει τίποτα κοινό με εκείνο που ενέπνευσε τη δράση των επαναστατικών γενεών του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει καμία παλιγγενεσία ούτε πρωτοπορίες που θα οδηγήσουν σε αυτή· δεν υπάρχουν πλέον –πάντοτε αναφορικά με το φαντασιακό– ούτε τάξεις ούτε μάζες ούτε καν ένας παράδεισος στη γη ίδιος για όλους· δεν υπάρχει εξουσία προς κατάκτηση. Η δράση τους, με όλες τις δυσκολίες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, είναι προσανατολισμένη στην επανοικειοποίηση των θεμελιωδών πόρων για να υπάρχει ζωή, όχι με τη μεταφορική έννοια, αλλά με την πραγματική. Η συμμετοχή σε πρώτο πρόσωπο και η άμεση δράση λίγο πολύ ειρηνική –με τη συνδρομή μιας διαφορετικής γνώσης, ικανής να αλλάζει και να εντατικοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις– καθοδηγούν τις πρωτοβουλίες σε μια εδαφική κλίμακα πιθανώς περιορισμένη, αλλά πολύ πιο αποτελεσματική. Το να εμπιστευόμαστε τους θεσμούς σημαίνει να αποδεχόμαστε το γεγονός ότι κάθε αστεακή επιλογή της τάξης των πολιτικών στο όνομα της συλλογικότητας και του κοινού καλού, θα μεταμορφώνεται αναπόφευκτα σε μια περαιτέρω εκπτώχευση της ελευθερίας των ατόμων. Σε αντίθεση με αυτό, συγκροτούνται ομάδες ατόμων διαθέσιμων να μπουν στο παιχνίδι, και μάλιστα κατά τρόπο ριζοσπαστικό, για συγκεκριμένα και περιγεγραμμένα προβλήματα, που αφορούν το έδαφος και την καθημερινότητά τους. Ο αέρας, ο χρόνος, ο χώρος, η χαρά, η γη, η τροφή, είναι ολοένα και περισσότερο αιτίες συγκρούσεων και διεκδικήσεων. Η έλλειψή τους, η παρακμή τους, η αδυναμία ελεύθερης απόλαυσής τους, αναδιατάσσουν ταχέως τις αξίες, τις ιδέες, τους φόβους, τις προοπτικές και μαζί τους τους τρόπους και τους λόγους του να κάνεις πολιτική. Αυτά είναι τα άτομα που μπορούν να αντιδράσουν και να αντισταθούν, γιατί κατευθύνουν την πάλη τους εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης του χώρου ως μετωπικού αγώνα, όχι απαραιτήτως βίαιου, αλλά σαφώς συναφή με τη δική τους αισθαντικότητα, αυτοοργανωμένου και αλληλέγγυου, προσανατολισμένου σε απτά και άμεσα αποτελέσματα σε καταστάσεις στις οποίες αξιοποιούνται τα χαρακτηριστικά του καθενός, πραγματώνοντας και βελτιώνοντας τα κοινωνικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Είναι τα άτομα που έχουν αντιληφθεί πως ούτε η αγορά ούτε το κράτος λειτουργούν υπέρ του συλλογικού συμφέροντος –πόσο μάλλον για το ατομικό– και είναι προσανατολισμένα σε μοντέλα που είτε τα αναδιατάσσουν είτε τα αποκλείουν. Γι’ αυτά τα άτομα η ανάθεση της επίλυσης των προβλημάτων στην αγορά σημαίνει συμμετοχή στον μετασχηματισμό των πόλεων σε εμπορικά κέντρα ή σε υπαίθρια μουσεία, με όποιους ζουν εκεί να επιβιώνουν σε ένα επιχρυσωμένο κλουβί. Έτσι, λίγο πολύ κατά τρόπο ριζοσπαστικό, ασκούν εναντίον της αγοράς την αυτοπαραγωγή, την επαναχρησιμοποίηση των υλικών, την αυτοκατασκευή, την ανταλλαγή και την οργανωμένη αλληλοβοήθεια. Εισάγουν το δώρο στις ανταλλακτικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων· συνενώνονται σε ομάδες περιμένοντας, είθε, να μπορέσουν να οργανωθούν αυτόνομα, δημιουργώντας συλλογικούς κήπους στις πόλεις ή σε μέρη κοντά σε αυτές. Έτσι, αντιτίθενται στην κερδοσκοπία ακινήτων και στην κατασκευή οικοδομημάτων που μεταμορφώνουν την πόλη σε εκθεσιακό χώρο για το διαφημιστικό μάρκετινγκ των τραπεζών και των πολυεθνικών, με άχρηστες και περιορισμένες υποδομές. Είναι τα άτομα που καταλαμβάνουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια είτε για να τα κατοικήσουν είτε για να μοιραστούν τους χώρους τους με όποιον θέλει να συχνάζει σε αυτά. Χρησιμοποιώντας τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τις πλατείες, τους τοίχους, τα πάρκα, πέρα από τις καταστημένες συμβάσεις και ρυθμίσεις, ανακτούν την πόλη –αν και μόνο παροδικά– από τα αυτοκίνητα, από την αισθητική του μετρίου, από την ομοιόμορφη θλίψη. Είναι τα άτομα που βλέπουν στις τεχνολογίες –όχι μόνο σε αυτές που έχουν να κάνουν με τη μηχανική αλλά και σε αυτές που έχουν να κάνουν με την πληροφορική, με τις επικοινωνίες, την εκπαίδευση, τη διοίκηση, τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την οικονομία– τον παράγοντα που μέσα σε λίγες δεκαετίες μας έφερε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα: στις βλάβες που έχουν υποστεί οι άνθρωποι και στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτά τα άτομα προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα και πολιτικές κουλτούρες, που τα ενώνει η συναίσθηση μιας κοινής δράσης αλλά, όπως λέει ο Μιγκέλ Αμορός, «αδιαπραγμάτευτος στόχος πρέπει να είναι η απελευθέρωση του εδάφους από τις επιταγές της αγοράς και αυτό σημαίνει να σταματήσει να επικρατεί η αντίληψη που θέλει το έδαφος, έδαφος της οικονομίας. Πρέπει να παγιωθεί μια σχέση σεβασμού ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, χωρίς την ύπαρξη ενδιαμέσων. Ανακεφαλαιώνοντας, πρέπει να πούμε ότι οφείλουμε να ανοικοδομήσουμε το έδαφος, και όχι να διευθύνουμε την καταστροφή του. Αυτό το καθήκον εναπόκειται σε εκείνους-ες που ζουν στο έδαφος και όχι σε εκείνους που επενδύουν σε αυτό, με το μοναδικό πλαίσιο όπου κάτι τέτοιο είναι δυνατό, να είναι αυτό που προσφέρει η γενικευμένη εδαφική αυτοδιεύθυνση, δηλαδή η διεύθυνση του εδάφους από τους ίδιους τους κατοίκους του, μέσα από κοινοτικές συνελεύσεις».■ Εκδόσεις Nautilus, Σεπτέμβρης 2009

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (επ' ευκαιρία της εκδήλωσης στο Αυτόνομο Στέκι 20/3)

Τετάρτη 20 Μάρτη, 19.00: «Πατησίων και Στουρνάρη γωνία. Βιβλιοπαρουσίαση της ομώνυμης έκδοσης και συζήτηση για την πρόσληψη του ρεύματος της εργατικής αυτονομίας από το ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα». Εισηγητής Παναγιώτης Καλαμαράς, συγγραφέας του βιβλίου και υπεύθυνος των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα». Τόπος: Αυτόνομο Στέκι, Ζωοδόχου Πηγής 95-97 & Ισαύρων Εξάρχεια Διοργάνωση: Α(υτόνομη) Β(άση) Α(λληλεγγύης) Β(ίλλας) Α(μαλίας)

AYTONOMIA

 «Για μένα η θεμελιώδης αρχή του αναρχισμού δεν είναι η ελευθερία αλλά η αυτονομία, δηλαδή η ικανότητα ανάληψης από κάποιον ενός καθήκοντος και η εκπλήρωσή του με τον δικό του τρόπο». Έτσι έγραφε ο Πωλ Γκούντμαν (1911-1972), μια από τις προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επίδραση στη νεανική αμφισβήτηση της δεκαετίας του ‘60, σε ένα από τα τελευταία του άρθρα. Ο Γκούντμαν γνώριζε πόσο ήταν δύσκολο για εκείνους τους νεαρούς αμφισβητίες να οικειοποιηθούν αυτή την έννοια: πολύ πιο ισχυρή και ελκτική ήταν η επιθυμία της ελευθερίας, θεωρούμενη σαν ισχυρότερο κίνητρο στην επιδίωξη της πολιτικής αλλαγής. Τα άτομα που έχουν φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο αυτονομίας γνωρίζουν πώς να το υπερασπιστούν με επιμονή, αν και με λιγότερο ενεργητικά μέσα, καταφεύγοντας σε μια αντίσταση μάλλον παθητική, προσπαθώντας να πραγματώσουν τα πράγματα που θέλουν μέσω της δημιουργίας των κατάλληλων χώρων ακόμη και εντός του αποπνικτικού ιστού μιας καταπιεστικής κοινωνίας. Αντιθέτως, όταν ενίοτε οι καταπιεσμένοι απελευθερώνονται, συχνά δεν ξέρουν πώς να λειτουργήσουν, πώς να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους. «Μη όντας ποτέ αυτόνομοι, δεν ξέρουν τι σημαίνει κάτι τέτοιο και προτού το μάθουν, βρίσκονται να έχουν νέους διευθυντές, οι οποίοι δεν έχουν καμία διάθεση να παραιτηθούν από τον ρόλο τους». Η έννοια της αυτονομίας είναι συνεπώς ζωτικής σημασίας για την ελευθεριακή δράση. Η αρχή που συνδέεται πιο άμεσα με την έννοια της αυτονομίας είναι η υπευθυνότητα. Σύμφωνα με την αναρχική σκέψη, ο υπεύθυνος άνθρωπος αναγνωρίζει ότι έχει ηθικές υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους, αλλά ταυτοχρόνως πιστεύει ακλόνητα ότι μόνο αυτός είναι κριτής αυτών των περιορισμών: ακούει τη συμβουλή κάποιου άλλου και την ακολουθεί, αλλά είναι ο ίδιος που αποφασίζει και την εφαρμόζει σε ατομικό επίπεδο. Έτσι οι υποχρεώσεις μπορεί να αναλαμβάνονται, όμως μετασχηματίζονται σε σταθερή συμπεριφορά μονάχα αν έχουν γίνει ελεύθερα αποδεκτές. Αυτή η ανάληψη, συνεπώς, περνά πάντοτε μέσα από το φίλτρο της προσωπικής εμπειρίας και της ατομικής ελευθερίας. Προκειμένου να είναι αυτόνομο το άτομο, δεν πρέπει να υπόκειται στη θέληση ενός άλλου: μπορεί να κάνει αυτό που το λέει κάποιος άλλος, αλλά κάνει κάτι τέτοιο όχι γιατί έτσι του είπαν ή, ακόμη χειρότερα, επειδή του το επέβαλλαν. Με αυτή την έννοια είναι ελεύθερο. Η ηθική αυτονομία είναι συνεπώς η αποδοχή της πλήρους ευθύνης για τις πράξεις μας. Κάτι που συνεπάγεται, αντιστρόφως, ότι ο καθένας μπορεί να αποποιηθεί την αυτονομία του τη στιγμή που αρνείται να εμπλακεί σε έναν ηθικό στοχασμό και αποδέχεται τις διαταγές των άλλων: χάνοντας αυτό το προνόμιο, χάνει και την ελευθερία του. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές και βαθμοί αυτής της απώλειας, μερικές αναπόφευκτες ή, αναμφιβόλως, αναγκαίες. Όταν προστρέχουμε στην τεχνική αυθεντία ενός τσαγκάρη για να επιδιορθώσει τα παπούτσια μας (για να θυμηθούμε το περίφημο παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο Μιχαήλ Μπακούνιν), δεν απαρνούμαστε την ελευθερία μας και πολύ λιγότερο την αυτονομία μας: απλώς αναγνωρίζουμε ότι ένας άλλος έχει τις ικανότητες που δεν διαθέτουμε εμείς. Η ανάληψη της ευθύνης των πράξεών μας σημαίνει ότι παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις γι’ αυτό που πρέπει να κάνουμε. Όπως δικαίως έγραψε ο Ρόμπερτ Πωλ Γουλφ στο δοκίμιο του το 1970 με τον τίτλο Προς υπεράσπιση του αναρχισμού, «για τον αυτόνομο άνθρωπο δεν υπάρχουν πράγματα που μπορούν να αποκληθούν διαταγές». Στη ζωή γενικότερα, όπως στην πολιτική, οι άνθρωποι απαρνούνται συχνά την αυτονομίας τους και γίνονται εθελουσίως σκλάβοι κάποιου άλλου από τεμπελιά, συμφέρον, συνήθεια, ευκολία, φόβο κλπ. Αυτή η απάρνηση, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή, δημιουργεί οικογένειες, ομάδες, κοινωνίες, που θεμελιώνουν την επιβίωσή τους πάνω στην έλλειψη ευθύνης και σε αυτό που ο Έριχ Φρομ (1900-1980) είχε αποκαλέσει φυγή από την ελευθερία. Η αυτονομία ουσιαστικά σημαίνει να δίνεις ο ίδιος στον εαυτό σου τους νόμους σου, να μην αποδέχεσαι ποτέ έναν μοναδικό, καθολικό νόμο και προπάντων να υποβάλλεις σε συστηματική διερώτηση κάθε νόμο και κάθε θεμελιώδη αρχή. Συνεπώς η αυτονομία είναι μια στοχαστική δράση ταυτοχρόνως ατομική και κοινωνική, που εκτυλίσσεται αενάως. Όπως έγραψε ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997): «Μπορώ να πω ότι εγκαθιδρύω τον δικό μου νόμο όταν ζω αναγκαστικά κάτω από τον νόμο της κοινωνίας; Ναι, αλλά σε μία και μόνο περίπτωση: αν μπορώ να πω, αναστοχαστικά και διαυγώς, ότι αυτός ο νόμος είναι και δικός μου. Για να μπορώ να πω κάτι τέτοιο, δεν χρειάζεται να τον έχω εγκρίνει: αρκεί μονάχα να είχα την πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχω ενεργώς στη δημιουργία και στη λειτουργία αυτού του νόμου» (Κορνήλιος Καστοριάδης, Η δημοκρατική επανάσταση, 2001). Συνεπώς το να είμαστε αυτόνομοι είναι κάτι το κουραστικό, αφού μας υποχρεώνει σε μια συνεχή διεργασία με τον εαυτό μας, σε μια σαφή επαλήθευση της συμβατότητας ανάμεσα στις δικές μας επιθυμίες και εκείνες των άλλων. Προϋποθέτει, δηλαδή, μια διαρκή μάθηση. Το λήμμα αυτονομία περιλαμβάνεται στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο «Ούτε υποτασσόμαστε ούτε διατάζουμε», εκδόσεις Eleuthera, Μιλάνο 2009.

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΑΝΟΜΙΑ

Η αναρχία καθόλου δεν σημαίνει απουσία ρυθμίσεων, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ωστόσο, μια διαδεδομένη υποστηρίζει ότι η αναρχία, ακριβώς ως άρνηση κάθε μορφής κυριαρχίας, οραματίζεται μια κοινότητα χωρίς κανόνες. Μια τέτοια εννοιολογική σύγχυση είναι συχνά παρούσα ανάμεσα στους νεότερους, οι οποίοι εκδηλώνουν τη θέλησή τους για αυτονομία διεκδικώντας, προκλητικά, το δικαίωμα να απελευθερωθούν από κάθε ρύθμιση. Στην πραγματικότητα το νόημα της αναρχίας είναι πολύ διαφορετικό, αφού δεν αντιστοιχεί καθόλου με την πεποίθηση (συχνά εργαλειακής φύσεως) ότι πρέπει να αρνούμαστε κάθε κοινωνική υποχρέωση και όχι μόνο τις πολιτικές και δικαιικές μορφές της. Υπάρχουν στην πραγματικότητα δεσμοί και ρυθμίσεις που είναι παρόντες σε κάθε πλαίσιο σχέσεων και έχουν να κάνουν με την υποχρέωση της αλληλοβοήθειας ή με συμφωνημένες συμβάσεις. Η αναρχία, συνεπώς, δεν ισοδυναμεί με την ανομία, εφόσον δεν προβλέπει την εξαφάνιση οποιουδήποτε κανόνα, με τη δικαιολογία ότι όλοι οι κανόνες υποχρεώνουν. «Η ελεύθερη συμφωνία απαιτεί τήρηση αυτού που έχει συμφωνηθεί. Τιμούμε το συμβόλαιο, σεβόμαστε τον λόγο που έχουμε δώσει. Ένας κανόνας γίνεται σεβαστός, διαφορετικά δεν είναι πλέον κανόνας. Αυτό ισχύει και για τους αναρχικούς, και μάλιστα για τους αναρχικούς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αναρχία και ανομία είναι όροι αντίθετοι» (Εντουάρντο Κολόμπο, Ο πολιτικός χώρος της αναρχίας, 2009). Ο αναρχισμός δεν προτείνει μια κοινωνία στην οποία κάθε σύγκρουση θα εξαφανιστεί, κάθε διαίρεση θα εξαλειφθεί και θα βασιλεύει μια απόλυτη αρμονία. Τότε θα μιλάμε για το τέλος της ιστορίας, για μια εσχατολογία. Αντιθέτως, όπως πάντοτε υποστήριζε ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, η πολλαπλότητα και οι συγκρούσεις είναι το αλάτι της κοινωνικής ζωής, αλλά η ρύθμισή τους πρέπει να γίνεται μέσα από ελεύθερες, άμεσες και τροποποιήσιμες συμφωνίες. Πιο συγκεκριμένα, οι αναρχικοί υποστηρίζουν ότι σε κάθε κοινωνία που έχει θεμελιωθεί πάνω στη διαίρεση κυρίαρχος-κυριαρχούμενος, το δίκαιο διαμορφώνεται προς όφελος του ισχυροτέρου· και ότι σε κάθε κοινωνία που ρυθμίζεται από το κράτος, ο νόμος δεν είναι τίποτ’ άλλο από την έκφραση της θέλησης του ισχυροτέρου. Συνεπώς η αναρχία είναι η αρχή της ελεύθερης οργάνωσης η οποία αντιτίθεται στην οργανωτική αρχή που βασίζεται στην ιεραρχία και την επιβολή, παραπέμποντας σε κανόνες και ρυθμίσεις σαφώς ορισμένες και ελεύθερα αποφασισμένες, οι οποίες δεσμεύουν ηθικά οποιονδήποτε τις έχει αποδεχτεί. Το λήμμα ανομία περιλαμβάνεται στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο «Ούτε υποτασσόμαστε ούτε διατάζουμε», εκδόσεις Eleuthera, Μιλάνο 2009.