Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2021

Μια κοινότητα μέσα στην κοινωνία - Giorgio Agamben



Η Ιταλία, ως πολιτικό εργαστήριο της Δύσης, στο οποίο τυγχάνουν προκαταβολικά επεξεργασίας οι στρατηγικές των κυρίαρχων δυνάμεων στην πιο ακραία τους μορφή, είναι σήμερα μια χώρα ανθρωπίνως και πολιτικώς υπό διάλυση, στην οποία μια τυραννίδα χωρίς ενδοιασμούς και καθόλα αποφασισμένη, έχει συμμαχήσει με μια μάζα κατειλημμένη από έναν ψευδοθρησκευτικό τρόμο, έτοιμη να θυσιάσει όχι μόνο εκείνες που κάποτε αποκαλούνταν συνταγματικές ελευθερίες, αλλά και κάθε είδους θέρμη στις ανθρώπινες σχέσεις. Πράγματι, το να πιστεύεις ότι το green pass σημαίνει την επιστροφή στην κανονικότητα είναι στ’ αλήθεια αφελές. Έτσι όπως επιβάλλεται ήδη ένα τρίτο εμβόλιο, θα εισαχθούν νέα και θα κηρυχτούν νέες καταστάσεις ανάγκης και νέες κόκκινες ζώνες, στον βαθμό που η κυβέρνηση και οι εξουσίες που αυτή εκφράζει τις κρίνουν χρήσιμες. Και αυτοί που θα πληρώσουν το κόστος θα είναι in primis ακριβώς εκείνοι που υπάκουσαν απερίσκεπτα. Σε αυτές τις συνθήκες, χωρίς να εγκαταλείπεται κάθε πιθανό εργαλείο άμεσης αντίστασης, οφείλουν οι διαφωνούντες να σκεφτούν και να δημιουργήσουν κάτι όπως μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία, μια κοινότητα των φίλων και των πλησίον μέσα σε μια κοινωνία όπου απουσιάζει η φιλία και επικρατεί η απόσταση. Οι μορφές αυτής της νέας παρανομίας, που θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αυτόνομες από τους θεσμούς, θα υπόκεινται κατά καιρούς σε σκέψεις και πειραματισμούς, όμως μόνο αυτές θα είναι σε θέση να εγγυηθούν την ανθρώπινη επιβίωση σε έναν κόσμο που έχει αφιερωθεί σε μια λίγο-πολύ ενσυνείδητη αυτοκαταστροφή.

17 Σεπτέμβρη 2021

 

Η ελληνική μετάφραση του ανωτέρω κειμένου του Τζόρτζο Αγκάμπεν, που δημοσιεύθηκε στη στήλη του «Una voce» στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet, είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γιώργου Βλασσόπουλου, εμβληματικής φιγούρας του ελληνικού αναρχικού χώρου από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, συνιδρυτή της «Αναρχικής Αρχειοθήκης» και της μηνιαίας εφημερίδας «Διαδρομή Ελευθερίας».

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2021

Δεν συζητάμε τους εμβολιασμούς αλλά την πολιτική χρήση του Green Pass - Giorgio Agamben


Αυτό που προκαλεί εντύπωση στις συζητήσεις για το green pass και το εμβόλιο είναι ότι, όπως συμβαίνει όταν μια χώρα διολισθαίνει χωρίς να το καταλαβαίνει στον φόβο και στη μισαλλοδοξία –και αναμφιβόλως αυτό συμβαίνει σήμερα στην Ιταλία–, οι θεωρούμενες σαν αντίθετες απόψεις όχι μόνο δεν παίρνονται υπόψη στα σοβαρά, αλλά τυγχάνουν μιας βιαστικής άρνησης, όταν δεν γίνονται, καθαρά και ξάστερα, αντικείμενο σαρκασμών και προσβολών. Θα λέγαμε ότι το εμβόλιο έχει γίνει ένα θρησκευτικό σύμβολο το οποίο, όπως σε κάθε πίστη, χρησιμεύει ως το διακριτικό σύμβολο φίλων και εχθρών, σωσμένων και καταδικασμένων. Πώς μπορούμε να θεωρήσουμε σαν επιστημονική και όχι θρησκευτική μια θέση που αρνείται την εξέταση διαφορετικών θέσεων;

Γι’ αυτό είναι σημαντικό, πρώτα απ’ όλα, να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρόβλημα για μένα δεν είναι το εμβόλιο, όπως στις προηγούμενες παρεμβάσεις μου δεν ήταν η πανδημία, αλλά η πολιτική χρήση που τους γίνεται, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο, ήδη από τον αρχή, τυγχάνουν χειρισμού από τους κυβερνώντες.

Στους φόβους που εκφράστηκαν στο κείμενο που υπέγραψα εγώ και ο Μάσιμο Κατσάρι, κάποιος απρόσεκτα αντέταξε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε, «γιατί ζούμε σε δημοκρατία». Πώς είναι δυνατό να μην καταλαβαίνει ότι μια χώρα που τώρα πια εδώ και σχεδόν δύο χρόνια βρίσκεται σε κατάσταση εξαίρεσης και στην οποία αποφάσεις που συμπιέζουν σοβαρά τις ατομικές ελευθερίες εισάγονται μέσω διαταγμάτων (είναι σημαντικό το γεγονός ότι τα μέντια μιλούν το δίχως άλλο για «διάταγμα Ντράγκι», λες και εκπορεύεται από ένα και μοναδικό άτομο), δεν είναι πλέον, εκ των πραγμάτων, μια δημοκρατία; Πώς είναι δυνατόν η αποκλειστική επικέντρωση στις μολύνσεις και στην υγεία να μας εμποδίζει να αντιληφθούμε τον Μεγάλο Μετασχηματισμό που συμβαίνει στην πολιτική σφαίρα, στην οποία, όπως συνέβη με τον φασισμό, μια ριζική αλλαγή μπορεί να επέλθει εκ των πραγμάτων χωρίς να αλλάζει το κείμενο του Συντάγματος; Και δεν θα έπρεπε να σκεφτούμε το γεγονός ότι στις προβλέψεις εξαίρεσης και στα μέτρα που από καιρού εις καιρόν παίρνονται, δεν υπάρχει μια καταληκτική ημερομηνία, αλλά πως αυτά ανανεώνονται ακατάπαυστα, δηλώνοντας σχεδόν, όπως οι κυβερνήσεις δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν, ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και πως συγκεκριμένες ελευθερίες και συγκεκριμένες βασικές δομές της κοινωνικής ζωής στις οποίες είχαμε συνηθίσει, καταργούνται επ’ αόριστον; Αν είναι όντως αλήθεια ότι αυτός ο μετασχηματισμός –και η αυξανόμενη αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας ως αποτέλεσμά του– είναι ήδη εδώ και καιρό σε εξέλιξη, δεν θα ήταν εξαιτίας αυτού του γεγονότος πολύ περισσότερο επείγον να σταθούμε και να αποτιμήσουμε, όσο προλαβαίνουμε, τις ακραίες επιπτώσεις; Έχει ειπωθεί ότι το μοντέλο που μας κυβερνά δεν είναι πλέον η κοινωνία της πειθαρχίας αλλά η κοινωνία του ελέγχου, όμως μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να δεχτούμε αυτός ο έλεγχος να μας συμπιέζει;

Είναι σε αυτό το πλαίσιο που πρέπει να θέσουμε το πολιτικό πρόβλημα του green pass, χωρίς να το συγχέουμε με το ιατρικό πρόβλημα του εμβολίου, με το οποίο δεν συνδέεται απαραίτητα (έχουμε κάνει στο παρελθόν εμβόλια κάθε τύπου, χωρίς ποτέ κάτι τέτοιο να προχωρά στη διάκριση των πολιτών σε δύο κατηγορίες). Το πρόβλημα δεν είναι, πράγματι, μόνο αυτό, αν και σοβαρότατο, της διάκρισης μιας κατηγορίας πολιτών σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας: είναι επίσης κι αυτό, που σαφώς βρίσκεται περισσότερο από το άλλο στο βάθος της σκέψης των κυβερνήσεων, του τριχοειδούς και απεριόριστου ελέγχου που αυτός ο έλεγχος συνεπάγεται για τους ανοήτως υπερηφανεύομενους κατόχους του «πράσινου πιστοποιητικού». Πώς είναι δυνατόν –ρωτάμε για μια ακόμη φορά– να μην αντιλαμβάνονται ότι όντας υποχρεωμένοι να επιδεικνύουν το διαβατήριό τους ακόμη και όταν πηγαίνουν στον κινηματογράφο ή το εστιατόριο, θα ελέγχονται σε κάθε τους βήμα;

Στο κείμενό μας επικαλεστήκαμε την αναλογία με την «προπίσκα», δηλαδή το διαβατήριο που οι πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης όφειλαν να δείχνουν προκειμένου να μετακινηθούν από το ένα μέρος στο άλλο. Έχουμε εδώ την ευκαιρία να διακριβώσουμε, αφού δυστυχώς μοιάζει αναγκαίο, τι είναι μια δικαιο-πολιτική αναλογία. Μας επέπληξαν δίχως κανέναν ότι εισάγουμε μια αναλογία ανάμεσα στη διάκριση που προκύπτει από το green pass και στις διώξεις των εβραίων. Πρέπει να τονίσουμε μια για πάντα ότι μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να εξισώσει τα δύο φαινόμενα, που προφανώς είναι εντελώς διαφορετικά. Όμως δεν είναι λιγότερος ανόητος όποιος αρνείται να εξετάσει την καθαρά δικαιική αναλογία –εγώ έχω σπουδάσει νομικά– ανάμεσα σε δύο κανόνες, τον φασιστικό για τους εβραίους και αυτόν για τη θέσπιση του green pass. Ίσως δεν είναι άχρηστο να πούμε ότι αμφότεροι οι κανόνες εισήχθησαν μέσω διαταγμάτων και ότι αμφότεροι, για όποιον δεν έχει μια αντίληψη απλώς θετικιστική του δικαίου, είναι απαράδεκτοι, γιατί –ανεξάρτητα από τους προβαλλόμενους λόγους– οδηγούν αναγκαστικά στη διάκριση μιας κατηγορίας ανθρωπίνων όντων, κάτι απέναντι στο οποίο ένας εβραίος θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητος.

Για μια ακόμη φορά όλα αυτά τα μέτρα, για όποιον διαθέτει μια ελάχιστη πολιτική φαντασία, εντάσσονται στο πλαίσιο του Μεγάλου Μετασχηματισμού που οι κυβερνήσεις των κοινωνιών μοιάζουν να έχουν στο μυαλό τους –δεχόμενος, αντιθέτως, ότι δεν πρόκειται, όπως είναι πιθανό, για την τυφλή πορεία μιας τεχνολογικής μηχανής, που τώρα πια έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Πολλά χρόνια πριν μια επιτροπή της γαλλικής κυβέρνησης με κάλεσε να πω τη γνώμη μου για τη θέσπιση μιας νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας, που περιείχε ένα τσιπ με όλα τα βιολογικά δεδομένα ενός ατόμου, όπως και κάθε άλλη πιθανή πληροφορία γι’ αυτό. Μου φαίνεται προφανές ότι το πράσινο πιστοποιητικό είναι το πρώτο βήμα για αυτή την ταυτότητα, η εισαγωγή της οποίας είχε για κάποιον λόγο αναβληθεί.

Σε ένα τελευταίο πράγμα θα ήθελα να στρέψω την προσοχή όποιου θέλει να συζητήσει χωρίς να προσβάλλει. Τα ανθρώπινα όντα δεν μπορούν να ζήσουν αν δεν δώσουν στη ζωή λόγους και αιτιολογήσεις, που κάθε φορά παίρνουν τη μορφή των θρησκειών, των μύθων, των πολιτικών πεποιθήσεων, των φιλοσοφιών και των ιδεωδών κάθε είδους. Αυτές οι αιτιολογήσεις μοιάζουν σήμερα –τουλάχιστον στο πιο πλούσιο και τεχνολογικοποιημένο τμήμα της ανθρωπότητας– να αμβλύνονται και οι άνθρωποι να βρίσκονται, ίσως για πρώτη φορά, μπροστά στην καθαρή βιολογική τους επιβίωση, την οποία, απ’ ότι φαίνεται, είναι ανίκανοι να αποδεχτούν. Μόνο αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί, αντί να δέχονται το απλό, γλυκό δεδομένο να ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο, νιώθουν την ανάγκη να εγκαθιδρύσουν έναν αδυσώπητο υγειονομικό τρόμο, στον οποίο η ζωή χωρίς πλέον ιδεατές αιτιολογήσεις, απειλείται και τιμωρείται κάθε στιγμή από ασθένειες και θάνατο. Έτσι όπως δεν έχει νόημα να θυσιαστεί η ελευθερία στο όνομα της ελευθερίας, έτσι δεν είναι δυνατό να απαρνηθούμε, στο όνομα της γυμνής ζωής, αυτό που κάνει τη ζωή άξια να τη ζει κανείς.

«La Stampa», 30/7/2021

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2021

Σε σχέση με το διάταγμα για το «green pass» - Giorgio Agamben & Massimo Cacciari


Η διάκριση μιας κατηγορίας ατόμων, που αυτομάτως γίνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, είναι καθαυτή ένα σοβαρότατο γεγονός, οι συνέπειες του οποίου μπορεί να είναι δραματικές για τη δημοκρατική ζωή. Γι’ αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε το λεγόμενο green pass με μια ασυνείδητη ελαφρότητα. Κάθε δεσποτικό καθεστώς λειτουργεί πάντοτε μέσω πρακτικών διάκρισης, αρχικά πιθανώς περιορισμένων και στη συνέχεια διευρυνόμενων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην Κίνα δηλώνουν πως θέλουν να συνεχίσουν τις ανιχνεύσεις και τους ελέγχους και μετά το τέλος της πανδημίας. Και αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε το «εσωτερικό διαβατήριο», το οποίο οι πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης έπρεπε να επιδεικνύουν στις αρχές σε κάθε τους μετακίνηση. Όταν άλλωστε ένα πολιτικό πρόσωπο  φτάνει να απευθυνθεί σε όποιον δεν έχει εμβολιαστεί χρησιμοποιώντας μια φασιστική αργκό, όπως «θα τους καθαρίσουμε με το green pass», πρέπει στ’ αλήθεια να φοβόμαστε ότι ήδη βρισκόμαστε πέρα από κάθε συνταγματική εγγύηση.

Αλίμονο αν το εμβόλιο μετατραπεί σε ένα είδος πολιτικο-θρησκευτικού συμβόλου. Κάτι τέτοιο δεν θα σήμαινε μόνο μια μη ανεκτή αντιδημοκρατική παρέκκλιση, αλλά θα ερχόταν σε αντίθεση και με τις ίδιες τις επιστημονικές αποδείξεις. Κανείς δεν καλεί σε μη εμβολιασμό! Ένα πράγμα είναι να υποστηρίζεις τη χρησιμότητα του εμβολίου, άλλο, εντελώς διαφορετικό, να σιωπάς για το γεγονός ότι μέχρι τώρα βρισκόμαστε σε μια φάση «μαζικού πειραματισμού» και ότι σε πολλές, θεμελιώδεις πλευρές του προβλήματος, η επιστημονική συζήτηση είναι καθ’ όλα ανοιχτή. Η Επίσημη Εφημερίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιούνη το διατυπώνει με σαφήνεια: «Είναι αναγκαίο να αποφύγουμε την άμεση ή έμμεση διάκριση ατόμων που δεν έχουν εμβολιαστεί, ακόμη και εκείνων που επέλεξαν να μην εμβολιαστούν». Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Ο εμβολιασμένος όχι μόνο μπορεί να μολύνει, αλλά μπορεί ακόμη και να νοσήσει: στην Αγγλία στα 117 νέα κρούσματα, τα 50 είχαν λάβει τη διπλή δόση. Στο Ισραήλ υπολογίζεται ότι το εμβόλιο καλύπτει κατά 64% αυτόν που το έχει κάνει. Οι ίδιες οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν δηλώσει επισήμως ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφτούν οι μακροπρόθεσμες βλάβες του εμβολίου, καθώς δεν είχαν τον χρόνο να πραγματοποιήσουν όλα τα τεστ γενοτοξικότητας και καρκινογένεσης. Το «Nature» υπολόγισε ότι θα είναι φυσιολογικό ένα 15% του πληθυσμού να μην κάνει το εμβόλιο. Συνεπώς μέχρι πόσο θα μείνουμε με το pass;

Όλοι απειλούνται από πρακτικές διακρίσεων. Παραδόξως, εκείνοι που έχουν «πιστοποιηθεί» με το green pass περισσότερο από τους μη εμβολιασμένους (που η καθεστωτική προπαγάνδα τους θέλει «εχθρούς της επιστήμης» και πιθανώς ασκητές πρακτικών μαγείας), από τη στιγμή που όλα τους τα βήματα θα ελέγχονται, χωρίς ποτέ να μάθουν πώς και από ποιον. Η ανάγκη διακρίσεων είναι τόσο παλιά όσο η κοινωνία και ήταν ήδη σαφώς παρούσα και στη δική μας, όμως το να την κάνουμε σήμερα νόμο είναι κάτι που η δημοκρατική συνείδηση δεν μπορεί να δεχτεί και ενάντια σε κάτι τέτοιο πρέπει να αντιδράσει άμεσα.

 26 Ιούλη 2021      


Τρίτη, 20 Ιουλίου 2021

Ανώνυμου - Η μνήμη είναι η ικανότητα να ξεχνάς



Το déjà-vu, ως γνωστόν, είναι η αίσθηση της επανάληψης ενός γεγονότος ή μιας εμπειρίας ήδη βιωμένων. Στην ταινία Matrix, σημαίνει, για τους πρωταγωνιστές της, ένα καμπανάκι συναγερμού, μια ατέλεια, που μακράν από το να παρέχει τη δυνατότητα μιας σύγκρουσης με το σύστημα, προϋποτίθεται από το ίδιο το σύστημα. Η ταινία είναι του 1999, δύο χρόνια πριν την Τζένοβα, το όνομα ακριβώς μια πόλης με το οποίο εδώ και είκοσι χρόνια αναφερόμαστε σε ένα πολιτικό γεγονός. Έτσι λοιπόν, αυτές τις μέρες περνά πολλές φορές μπροστά από τα μάτια μας, όπως και από εκείνα του Νίο, ο ίδιος μαύρος γάτος. Όταν υπάρχει αναφορά σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, το απατηλό αιλουροειδές  εμφανίζεται εδώ κι εκεί, δίνοντάς μας την εντύπωση μιας αιώνιας αφύπνισης του παρελθόντος, είτε του δικού μας είτε αυτού που έζησαν άλλοι. Μια χρονομηχανή, αυτοδιευθυνόμενη προφανώς, προσομοιάζει σήμερα ένα countdown των ημερών ανάλογο με εκείνο προς τη σύγκρουση με τους G8. Εντείνονται οι προετοιμασίες για το ταξίδι των ζαπατίστας στην Ευρώπη, λες και από το 1994 μέχρι σήμερα, από τη μια και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, δεν άλλαξε τίποτα. Η αλληλοβοήθεια και ο εθελοντισμός καταλαμβάνουν κεφάλια και χέρια, και να ο γάτος που τεντώνει την ουρά της στον 19ο αιώνα και στις επονείδιστες καθολικές ρίζες. Το μόνο που μας λείπει είναι μια επιστροφή του Ανιολέτο… Εμείς που νομίζαμε ότι είμαστε ο ιός του συστήματος, βρισκόμαστε σήμερα να υπερασπιζόμαστε τα εμβόλια.

Είναι σαφές, αυτό συμβαίνει λόγω της αγάπης μας για τον ουρανό, εκείνον στον οποίο κάναμε έφοδο και εκείνον που ακόμα δεν έχει πέσει πάνω μας. Όποιος νομίζει ότι θα διαβάσει τη νιοστή μεταμοντέρνα φλυαρία για την ομορφιά του νέου και για την ανάγκη ρευστοποίησης της μνήμης, έχει κάνει λάθος στο περιοδικό, στο άρθρο και στον «συγγραφέα». Το αντίθετο συμβαίνει. Το παρελθόν είναι τόσο σημαντικό ώστε δεν μπορούμε να το εμπιστευτούμε στους νοσταλγούς, σε αυτούς, δηλαδή, που βρίσκουν παρηγοριά στην απόσταση από ένα σκατένιο παρόν. Θα πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε, πολιτικά, για τη σημασία της μνήμης. Το να δοξάζουμε μακρινές νίκες είναι σαν να αυνανιζόμαστε μπροστά στο youporn ή να εκφράζουμε τη γνώμη μας στο facebook (συγχωρείστε μας τη σύγκριση, είναι σαφές ότι η πρώτη δραστηριότητα μπορεί τουλάχιστον να μας δώσει μια κάποια ευχαρίστηση). Άλλωστε, το να θρηνούμε για τις σφαγές και για τις τραγωδίες που υπέστημεν, το μόνο που κάνει είναι να ανταμείβει έναν διεστραμμένο, θυματοποιητικό ναρκισσισμό, συνεπώς είναι ένδειξη μαζοχισμού το να θέλουμε να τους βάλουμε να πληρώσουν για εκείνες τις σφαγές και εκείνες τις τραγωδίες. Προσπερνάμε το γεγονός ότι αν εμείς κηρύττουμε τον πόλεμο, εκείνοι, οι άλλοι, τον διεξάγουν πραγματικά. Ωστόσο, πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι ένας νέος ή μια νέα μπορούν σήμερα να θέλουν να αγωνιστούν βάσει της χριστιανικής άποψης περί μαρτυρίου; Δεν θα ήταν πολύ πιο πρόσφορο να πούμε πώς όντως εξελίχθηκαν τα πράγματα, να προσπαθήσουμε να τα κατανοήσουμε, αντί να παραθέτουμε απλώς ημερομηνίες; Και, πάνω απ’ όλα, να παραδεχτούμε ότι υπάρχει μια εντελώς ανεξερεύνητη δύναμη, που  πρέπει να ανακαλυφθεί από όλους μαζί;

Εν συντομία,  το μπενγιαμινικό άλμα της τίγρης δεν μπορεί να συγχέεται με ένα δείπνο παλιών συντρόφων από το λύκειο. Ω, μα το ξέρεις ότι δεν γέρασες καθόλου; Και εσένα, πώς τα πάνε τα παιδιά, ο σκύλος; Για κοίτα πώς περνάει ο καιρός, λες και ήταν χθες. Και εσύ,  θυμάσαι την καθηγήτρια, όταν σχεδιάζαμε…., όοοχι, έχει πεθάνει, μα τι λες τώρα; Και ούτω κάθε εξής, επ’ άπειρον: τι θλίψη, συντρόφισσες και σύντροφοι, κι εδώ αναφερόμαστε στους πολιτικούς, όχι στους σχολικούς συντρόφους. Η αναθύμηση της ιστορίας μας χρησιμεύει, αντιθέτως, για να αναλύουμε τα ερωτήματα που αυτή η ιστορία μας θέτει, για να πάρουμε εκδίκηση για αυτά που δεν καταφέραμε να κάνουμε, για να καταλάβουμε τα όρια των αποτυχιών μας. Το νέο δεν υπάρχει, το ξέρουμε καλά: είναι απλώς η διαφορετική και ευμετάβλητη σύνθεση, ρήξη και ανασύνθεση στοιχείων που επανακαθορίζονται και επανεπινοούνται συνεχώς. Η επιτάχυνση του νέου και η νοσταλγική αναβίωση κινούνται, σε παράλληλες τροχιές, στην ίδια κατεύθυνση: εκείνη της φυγής από την πραγματικότητα, όπως συμβαίνει σε ένα μετρίου επιπέδου καρναβάλι ή στην καταφυγή σε ένα καταστροφικό ναρκωτικό. Μόλις τελειώσει η αμφιλεγόμενη επίδραση, επιστρέφουμε στην καθημερινή κατάθλιψη.

Και κάτι τελευταίο. Υπάρχουν πολλά συνθήματα στις «κινηματικές» φυλές που δεν θα καταλάβω ποτέ, με ένα ανάμεσά τους να κατέχει μια υψηλή θέση στο hit paradeν της ανακούφισης της αδυναμίας: είχαμε δίκιο. Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει τι σημαίνει αυτό; Ήδη η χρήση του παρατατικού κάτι λέει: έτσι είχαν τα πράγματα και έτσι θα έχουν πάντοτε, και μόνο που μπορούμε να το λέμε μας προσφέρει μια κάποια ικανοποίηση. Ουάου. Λες και το δίκιο είναι ένα οικουμενικό ζήτημα, λες και υπάρχει ένα δικαστήριο της Ανθρωπότητας και της Ιστορίας, αμερόληπτο και αντικειμενικό, που διακρίνει πάντοτε το σωστό από το λάθος. Όχι, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Το δίκιο συνδέεται πάντοτε με τη μια πλευρά ενάντια σε μια άλλη. Ποτέ δεν υπάρχει απόλυτο δίκιο, το δίκιο υπάρχει πάντοτε μέσα από μια σαφώς μονομερή οπτική γωνία. Και, πάντοτε, υπάρχει ένα δίκιο ενάντια σε ένα άλλο. Ανάμεσα στα δύο, αυτό που αποφασίζει είναι η ισχύς.

Ίσως, όμως, εκείνο το σύνθημα να είναι χρήσιμο στην αποκάλυψη του προβλήματος. Οι «New York Times» το είχαν καταλάβει ήδη από το 2003, όταν είχαν ονοματίσει το αντιπολεμικό κίνημα «δεύτερη παγκόσμια υπερδύναμη». Μια υπερδύναμη αδύναμη, με τόσα δίκια αλλά χωρίς ισχύ, με μεγάλη ανησυχία για τις μελλοντικές γενιές (πώς γίνεται να μάχεσαι για ένα κόσμο που δεν γνωρίζεις και που δεν ξέρεις αν καν θα υπάρξει;) και μικρή ανησυχία για το γεγονός ότι η παρούσα γενιά φέρνει άνω-κάτω τον κόσμο. Εγκλωβιστήκαμε στο κίνημα γνώμης: και από εκείνο το κλουβί από καουτσούκ και πυρίτιο, που τώρα πια έχει χαθεί στον γκροτέσκο κοινοτιστικό ατομικισμό των social network, δεν μπορούμε πλέον να βγούμε. Έτσι, μετά τη θεμελιώδη συζήτηση για τη γονυκλισία στο άκουσμα του εθνικού ύμνου και το άγαλμα με το γουρούνι, ανάμεσα σε ένα post υπέρ της εξόδου από την κυβέρνηση του Σαλβίνι και ένα συλλυπητήριο post για τη Ραφαέλα Καρά, εν αναμονή μιας selfie με μακαρόνια και μύδια σε κάποια τοπική παραλία, αυτή την εποχή του χρόνου για κάνα δυο μέρες ουρλιάζουμε στους δικούς μας πίνακες ανακοινώσεων: είχαμε δίκιο! Και είχαμε δίκιο που θέλαμε να σώσουμε το ανθρώπινο είδος από τη μόλυνση και την προσεχή καταστροφή –ποια θα είναι αυτή δεν ξέρουμε, δεδομένου ότι η πραγματική καταστροφή έχει ήδη συμβεί. Χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι εκείνο που πηγαίνει καλά για το ανθρώπινο είδος, πάει καλά για εκείνους που είναι τα αφεντικά του γενικού συμφέροντος. Και να που εκείνα, τα αφεντικά, ή οι γελωτοποιοί τους όπως ο Κοταρέλι ή ο Τρεμόντι, μας λένε: μπράβο, είχατε δίκιο. Να ποια είναι η αποτυχία για την οποία πρέπει να σκεφτούμε: μας δίνουν δίκιο εκείνοι που θα έπρεπε να είχαμε κρεμάσει σε έναν φανοστάτη. Κάτι που σημαίνει ότι εκείνο το δίκιο δεν ήταν αρκετά απειλητικό.

Να τελειώνουμε με αυτόν τον γαμημένο μαύρο γάτο, συντρόφισσες και σύντροφοι. Είναι ακριβώς επειδή η πραγματικότητα μας αηδιάζει που πρέπει να την αντιπαλέψουμε κοιτώντας το τρομερό της πρόσωπο, μαχόμενοι συνεχώς ενάντια σε εκείνο το μέρος του εαυτού μας που είναι ενεργά συνένοχο αυτής της πραγματικότητας, ευχαριστημένο και ικανοποιημένο. Να είμαστε άνδρες και γυναίκες σε αυτή την εποχή, ενάντια σε αυτή την εποχή, όχι αυτής της εποχής. Η μοναδική μνήμη που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είναι αυτή που έχει να κάνει με την επιλογή, τις ιεραρχήσεις, τις προτιμήσεις. Όσον αφορά τα υπόλοιπα, είναι μια παγίδα που μας έχει στήσει σήμερα η οθόνη: όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται για πάνω από δύο φορές, η φάρσα δίνει τη θέση της στον πιθηκισμό.

 

Δημοσιεύτηκε στις 15 Ιούλη στο ιταλικό κινηματικό διαδικτυακό περιοδικό «Machina».

Κυριακή, 30 Μαΐου 2021

«ΕΧΩ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ» Ή ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ (ΠΑΡΑ ΛΙΓΟ) ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΑΥΜΑ

Επ’ ευκαιρία των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, στην ομιλία της στο 6ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών είπε και τα εξής: «Η έμπνευση για τα ελληνικά συντάγματα προερχόταν από τη Γαλλική Επανάσταση και την Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, από τους πατέρες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, από τον Τζον Στιούαρτ Μιλλ, τον Τοκβίλ, αλλά και τον Τζέφερσον. Στη βιβλιοθήκη της Χίου σώζεται η ιστορική αλληλογραφία του Τζέφερσον με τον Αδαμάντιο Κοραή, πρωτοπόρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού». Καθώς ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ γεννήθηκε το 1806 και ο Τοκβίλ το 1805, άρα ο μεν πρώτος ήταν 15 ετών το 1821 ο δε δεύτερος 16 και καθώς από τη γνωστή τους βιβλιογραφία δεν υπήρχε κάποιο έργο τους δημοσιευμένο εκείνη την περίοδο, αναρωτιέται κανείς μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ελληνικό θαύμα. Δηλαδή οι επαναστατημένοι Έλληνες εμπνεύστηκαν από μια σκέψη που δεν είχε υπάρξει ακόμη, από δύο διανοητές (πολύ αγαπητούς στον φιλελευθερισμό) που την περίοδο των πρώτων ελληνικών συνταγμάτων (αυτό της Επιδαύρου το 1822 και το επόμενο του Άστρους το 1823) ήταν έφηβοι. Ίσως βέβαια να πήρε από τη σκέψη τους αυτό της Τροιζήνας (1827), αν και το πρώτο βιβλίο του Μιλλ δημοσιεύθηκε το 1843 του δε Τοκβίλ το 1833. Οπότε αν δεν πρόκειται για ένα ελληνικό θαύμα, τι μπορεί να συνέβη; Μάλλον, για όσους θεωρούν τη μηχανή του χρόνου απλώς λογοτεχνικό εφεύρημα, έχουμε εδώ ένα  λάθος της Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία είτε μη γνωρίζοντας τη βιογραφία και βιβλιογραφία των δύο στοχαστών, είτε μες τη ζέση της να αναδείξει την ισχύ του φιλελευθερισμού, τουλάχιστον σε διανοητικό επίπεδο, περιέπεσε σε αυτό το σφάλμα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην ομιλία της, η κυρία Πρόεδρος, που αποδεδειγμένα είναι διαπρεπής νομικός όντας και τέως πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν αναφέρθηκε σε κάποιον φιλελεύθερο που όχι μόνο επηρέασε πνευματικά ένα από τα πρώτα ελληνικά συντάγματα αλλά το συνέγραψε κιόλας. Βεβαίως αναφερόμαστε στον Ιταλό Βιτσέντσο Γκαλίνα, ο οποίος όμως, εκτός από φιλελεύθερος, είχε κι ένα σοβαρό ελάττωμα: ήταν καρμπονάρος, δηλαδή αναρχοκομμουνιστής σύμφωνα με τα μέτρα του ελληνικού φιλελευθερισμού. Οπότε καλύτερα να μένει στη λησμονιά ακόμη και στην Ελλάδα του 2021, η οποία πάντως συνεχίζει να τιμά τον Βύρωνα (ως προς τη φιλελληνική πλευρά του βεβαίως, γιατί ως προς κάποιες άλλες…), ο οποίος είχε έρθει μαζί με τον Γκαλίνα στην Ελλάδα το 1821 (όπως και ο τρίτος της παρέας, ο επίσης Ιταλός και καρμπονάρος Πιέτρο Γκάμπα). Το ελληνικό κράτος, πέρα από ένα αργυρό νόμισμα που του έδωσε το 1835, αγνόησε παντελώς τον Γκαλίνα, ούτε καν ένας δρόμος (απ’ όσο ξέρουμε) δεν έχει πάρει το όνομά του, κάτι που πάντως έκανε το ιταλικό κράτος, ονομάζοντας προς τιμήν του έναν δρόμο στη γενέτειρα του Γκαλίνα πόλη της Ραβέννας.

Όμως το 1971, όταν γιορτάζονταν τα 150 χρόνια από την Εθνική Παλιγγενεσία και εν μέσω μιας άλλης εθνοσωτηρίου επαναστάσεως, πήγε να συμβεί ένα άλλο ελληνικό θαύμα και αυτό θα ήταν η κατάκτηση του κυπέλλου πρωταθλητριών από την ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το 1971 ήμουν δέκα χρονών και πήγαινα δημοτικό στο 101ο στα Πατήσια. Είχα μυηθεί στα του ποδοσφαίρου από έναν θείο μου από την πλευρά της μητέρας μου, τον φίλτατο θείο Μήτσο, φιλελεύθερο από τη Λακωνία αλλά χωρίς ενεργό συμμετοχή στις αγριότητες των ομοϊδεατών στην κατοχή και στον εμφύλιο . Τα πρώτα παιχνίδια ποδοσφαίρου που είδα στη ζωή μου ήταν στην τηλεόραση του θείου Μήτσου και επρόκειτο για παιχνίδια του παγκοσμίου κυπέλλου στο Μεξικό το 1970, με τον θρίαμβο της Βραζιλίας. Ζαϊρζίνιο, Ριβελίνο, Ζέρσον και δευτερευόντως Πελέ, που στα δικά μου μάτια δεν ήταν τόσο θεαματικός (αν και λίαν αποτελεσματικός). Ακόμη θυμάμαι την επέλαση του Ζαϊριζίνιο από τα δεξιά και το γκολ στο 1-0 επί της Αγγλίας, όπως και τον κρύο ιδρώτα που με έλουσε όταν ο Μπονινσένια ισοφάρισε σε 1-1 στον τελικό με την Ιταλία.  Ο θείος Μήτσος ήταν και παναθηναϊκός, οπότε εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς πώς κόλλησα το σαράκι του βαζελόφρονος. Επιπλέον τρεις από τους αγαπημένους μου συμμαθητές στο 101ο, ο Χρήστος, ο Μάνος και ο Παύλος, ήταν κι αυτοί παναθηναϊκοί, οπότε… Στις 28 Απριλίου 1971 λοιπόν, ημέρα Τετάρτη, είναι η ρεβάνς του ημιτελικού με τον Ερυθρό Αστέρα. Το παιχνίδι θα γινόταν το μεσημέρι και ήταν ο επαναληπτικός του πρώτου αγώνα που είχε λήξει με 4-1 υπέρ της γιουγκοσλαβικής ομάδας του Ερυθρού Αστέρα. Αν και άπαντες περιμέναμε ότι η εθνική κυβέρνηση θα κήρυττε αργία κι έτσι θα μπορούσαμε να δούμε το παιχνίδι, κάτι τέτοιο δεν έγινε, κι έτσι βρεθήκαμε μες στο μεσημέρι στο σχολείο, καθώς ήμασταν απογευματινοί, να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι γίνεται από ραδιόφωνα που έπαιζαν δυνατά, από δασκάλους που είχαν ανοίξει κρυφά το τρανζιστοράκι, από τις φωνές στα γύρω σπίτια κλπ. Κάθε γκολ του Παναθηναϊκού πανηγυριζόταν δεόντως και εύκολα καταλαβαίνει κανείς τι συνέβη με τη λήξη του αγώνα. 3-0 και ο Παναθηναϊκός στον τελικό, ένα βήμα πριν από ένα θαύμα εφάμιλλο στα δικά μας μάτια με την εθνική ανάσταση 150 χρόνια πριν.

Η ημέρα του τελικού στο Γουέμπλεϊ του Λονδίνου ήταν η Τετάρτη 2 Ιούνη 1971. Όπως δηλαδή και φέτος, ακριβώς 50 χρόνια πριν. Καθώς ο Παναθηναϊκός φορούσε την καταπράσινη εμφάνιση με την οποία είχε χάσει στο Βελιγράδι, η πρώτη σκέψη μου εκείνο το βραδάκι ήταν πως επρόκειτο για άτυχη επιλογή και κανονικά θα έπρεπε η ομάδα να φοράει την εμφάνιση της πρόκρισης, δηλαδή άσπρη φανέλα, πράσινο σορτσάκι και πράσινες κάλτσες. Το τελικό αποτέλεσμα, 2-0 υπέρ του ολλανδικού Άγιαξ, επιβεβαίωσε την άσχημη διαίσθησή μου. Βέβαια, λόγω της ανωτερότητας του Άγιαξ, όποια φανέλα κι να φορούσε σε εκείνο το παιχνίδι ο Παναθηναϊκός, μάλλον θα έχανε, αλλά στο δικό μου μυαλό, που τότε είχε αρχίσει να έχει τις πρώτες μεταφυσικές του ανησυχίες, ήταν μια καλή δικαιολογία για την ήττα. Η λύπη του θείου Μήτσου, της μητέρας μου, που κι αυτή είχε γίνει αίφνης φανατική παναθηναϊκός και τέτοια έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της, όπως και η δική μου και των φίλων μου την επομένη ημέρα στο σχολείο, ήταν σχεδόν αβάστακτη! Κάναμε πολλά χρόνια να ξεπεράσουμε αυτό το συμβάν και σε ότι με αφορά, για πολύ καιρό μισούσα τον Άγιαξ και το ολλανδικό ποδόσφαιρο εν γένει και έπρεπε να μάθω κάμποσα πράγματα τόσο για τον Άγιαξ όσο και για κάποιους ολλανδούς ποδοσφαιριστές ειδικότερα, για να αλλάξω γνώμη. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ένα ελληνικό θαύμα δεν ολοκληρώθηκε, οι «φίλιες» δυνάμεις δεν έσωσαν την επανάσταση και, για την ειρωνεία του πράγματος, ήταν και πάλι ο Άγιαξ που στέρησε το 1996 την πρόκριση του Παναθηναϊκού στον τελικό της διοργάνωσης του τσάμπιονς λιγκ εκείνης της χρονιάς, πάλι δηλαδή ένα ελληνικό θαύμα που δεν ολοκληρώθηκε (αμάν πια!).

 

Υ.Γ. Αυτό το άρθρο είναι αφιερωμένο στους παντοτινούς φίλους και αδελφούς μου Γιώργο, Μάνο, Παύλο και Χρήστο, με τους οποίους όταν βρίσκομαι ακόμη και σήμερα, μοιάζει λες και δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από εκείνα τα ένδοξα παιδικά και εφηβικά χρόνια, πρώτα στο 101ο δημοτικό σχολείο και μετά στο 22ο γυμνάσιο και λύκειο, πάντοτε στα Πατήσια. Έχοντας τελειώσει το λύκειο στην Γκράβα, καμιά φορά όταν πηγαίνω τον Ερρίκο στο δικό του δημοτικό σχολείο, το 132ο, μου φαίνεται ότι από κάπου θα ξεπροβάλλουν οι φίλοι μου για να βολτάρουμε, να παίξουμε μπάλα, να μιλήσουμε για τα όμορφα πράγματα της νιότης. Όμως από κάποια γωνιά θα φανεί και ο άλλος αγαπημένος φίλος και αδελφός μου, ο Ερωτόκριτος (από τα γυμνασιακά αυτός χρόνια), άλλος παθιασμένος παναθηναϊκός και συγγραφέας ενός ωραίου βιβλίου νουάρ που είχα την τύχη και την τιμή να εκδώσω στην Ελευθεριακή Κουλτούρα. Εκείνος που δύσκολα θα φανεί (αλλά ποτέ δεν ξέρεις!) είναι ένας άλλος σύντροφος και αδελφός παναθηναϊκός, ο Σωκράτης, που όντας «εξόριστος» στα Χανιά, παρακολουθεί την ομάδα μόνο δικτυακά, απολαμβάνοντας στο πρόσωπο του Ήφαιστου τη νέα «βαζελογενιά».

 

Παναγιώτης Καλαμαράς






Κυριακή, 11 Απριλίου 2021

Η Παρισινή Κομμούνα 1871-2021



Το κείμενο σε μορφή pdf:


Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

Γειά σου μικρό-μεγάλο ανθρωπάκι - Σάντε Νοταρνικόλα (1938-2021)



Τον Σάντε Νοταρνικόλα τον γνώρισα στην Μπολώνια το 1995. Ήμουν τότε φιλοξενούμενος του Αχιλλέα Καλαμάρα (αγαπητού φίλου και εξαίρετου μεταφραστή του Νάνι Μπαλεστρίνι), κι ένα βράδυ ο Αχιλλέας μου πρότεινε να πάμε σ’ ένα κινηματικό στέκι, το μπαρ «Πατσάνκα», που το είχε ένας σύντροφος ο οποίος μόλις είχε βγει από τη φυλακή. Εκεί με έκπληξη έμαθα ότι επρόκειτο για τον «μυθικό» Σάντε Νοταρνικόλα, που στην Ελλάδα τον είχαμε γνωρίσει από το βιβλίο του Η αδύνατη απόδραση. Πιάσαμε την κουβέντα και του είπα πως τον ήξερα τόσο από τη συγκεκριμένη έκδοση όσο και από τη γενικότερη ιστορία του στο ανταγωνιστικό κίνημα της γενέθλιας χώρας του. Ο Σάντε δεν ήξερε ότι το βιβλίο του είχε εκδοθεί στα ελληνικά (δείγμα της ποιότητας του Έλληνα εκδότη του) και του υποσχέθηκα ότι μόλις επέστρεφα στην Ελλάδα θα φρόντιζα να του σταλούν μερικά αντίτυπα. Πράγμα που έγινε. Στη συνέχεια, όποτε επισκεπτόμουν την Μπολώνια δεν παρέλειπα να πάω στο νέο μπαρ που είχε ανοίξει ο Σάντε, το Μουτένιε, στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στη βία ντελ Πρατέλο 44. Εκεί γνώρισα άλλες ιστορικές μορφές του ιταλικού ανταγωνιστικού κινήματος αλλά, μέσω του Σάντε, και κάποια πρώην μέλη ένοπλων οργανώσεων της δεκαετίας του ’70. Ο Σάντε κάποια στιγμή με είχε ρωτήσει γιατί ενδιαφερόμουν να γνωρίσω και να κουβεντιάσω, όντας αναρχικός, με «σταλινικούς» σαν κι αυτόν και τους φίλους του, κι εγώ του είχα απαντήσει ότι η έμφυτη περιέργειά μου δεν μου επέτρεπε να μην αδράξω την ευκαιρία να συναντήσω ανθρώπους, που παρά τις πολιτικές και θεωρητικές διαφορές μας, ήταν αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της «άλλης» Ιταλίας. Πρέπει επίσης να πω ότι ο Σάντε ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο και μάλιστα ήταν οπαδός της Γιουβέντους των Ανιέλι! Ένα βράδυ, αυτός και η τότε συντρόφισσα του Σεβερίνα, μας είχαν καλέσει, εμένα και τη συνεκδότρια του περιοδικού Αυτονοmediα Μαρλέν Λογοθέτη, να φάμε στο σπίτι τους. Επ’ ευκαιρία θα βλέπαμε και ένα ματς για το Τσάμπιονς Λιγκ μεταξύ Γιουβέντους και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η Γιουβέντους δεν πήγαινε τότε καλά στο ιταλικό πρωτάθλημα και ο Σάντε στην παρατήρησή μου ότι η Γιουβέντους δεν είχε φροντίσει να κάνει καλές μετεγγραφές το προηγούμενο καλοκαίρι, είχε απαντήσει ότι η Γιουβέντους πάντοτε κάνει τις καλύτερες μετεγγραφές, δηλαδή τους διαιτητές! Πάντως και το συγκεκριμένο παιχνίδι το έχασε με 3-2 η Γιουβέντους, αν και είχε προηγηθεί με 2-0, προς μεγάλη απογοήτευση του Σάντε. Ήταν η μακρινή τώρα πια άνοιξη του 1999 και μόλις είχαμε εκδώσει το βιβλίο του Σάντε Ενδιαφέρον Υλικό στις εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα (που είχαμε τυπώσει με τον δάσκαλό μου στις γραφικές τέχνες Άρη Στεργίου, από τον οποίο επίσης ορφάνεψα το 2017). Συνεχίσαμε να έχουμε επαφή μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και μετά χαθήκαμε, αφού κι εγώ δεν ξαναεπισκέφτηκα την Μπολώνια. Νέα του μάθαινα από τον Αχιλλέα, ο οποίος, δυστυχώς, με ενημέρωσε και για τον θάνατό του, χθες 22 του Μάρτη. Ευγενέστατος, αεικίνητος, πάντοτε χαμογελαστός και δίπλα στις συντρόφισσες και τους συντρόφους του, ένας άνθρωπος που τίμησε την έννοια άνθρωπος. Δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ, ciao Sante, un abbraccio

 

Παναγιώτης Καλαμαράς 23/3/2021

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2021

Συμβάν και δομή στον Μαρξ - Franco Berardi Bifo



Ο Μαρξ δεν μίλησε πολύ για την επανάσταση. Η έννοια της επανάστασης δεν έτυχε ιδιαίτερης επεξεργασίας στο έργο του. Θα τολμούσα να πω ότι γι’ αυτόν η επανάσταση δεν αποτελεί καν έννοια: είναι ένα συμβάν που δύσκολα μπορεί να εννοιολογηθεί με δομικούς όρους. Για την επανάσταση ο Μαρξ μιλάει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1848 και στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία. Αν και το Μανιφέστο είναι πιο γνωστό, το άλλο κείμενο είναι σημαντικό ως προς την ώριμη κρίση του για την εξέλιξη της πολιτικής ισχύος της εργατικής τάξης.

Αν και τα προηγούμενα έργα του ήταν ευρέως γνωστά και το όνομά του έχαιρε σεβασμού ανάμεσα στους εξεγερμένους της Κομμούνας, ο Μαρξ δεν επηρέασε άμεσα τα γεγονότα του 1871. Οι συνωμοτικές θεωρίες του Μπλανκί και οι αναρχικές ουτοπίες του Προυντόν ήταν πιο διαδεδομένες στην πολιτική διαμόρφωση των κομμουνάρων. Όμως αυτό δεν είχε μεγάλη σημασία για τον Μαρξ: ήξερε ότι η πάλη των τάξεων είναι μάλλον ένα αυθόρμητο γίγνεσθαι παρά μια άμεσα συνειδητή διαδικασία και ήξερε επίσης ότι η πιθανή χειραφέτηση του ανθρώπινου χρόνου από τις αλυσίδες της μισθωτής εργασίας δεν εξαρτιόταν μονάχα από τη δομική δυναμική της κοινωνικής σύγκρουσης, αλλά και από την απροσδόκητη εμφάνιση συμβάντων

Το καθήκον που ο Μαρξ είχε αναθέσει στον εαυτό του ήταν η ερμηνεία των συμβάντων ως έκφραση μιας εγγενούς, που υπερέβαινε τη συνείδηση των συντελεστών τους και την ιδιόρρυθμη ποικιλία των γεγονότων. Παρά τον καθοριστικό ρόλο που απέδιδε ο Μαρξ στη δημιουργία και την καθοδήγηση της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων, το προφίλ του δεν είναι τόσο αυτό ενός πολιτικού ηγέτη, κάποιου που θα καθοδηγήσει το κίνημα και θα στρέψει υπέρ του τα πλήθη των εξεγερμένων. Είναι μάλλον το προφίλ ενός ερμηνευτή των σημείων, που συνδέει την ανάπτυξη της εγγενούς δομής με την εξέλιξη της κοινωνικής υποκειμενικότητας.

Η ζωή του Μαρξ, όπως και το έργο του, κινούνται γύρω από δύο διαφορετικά και, ενίοτε, συγκλίνοντα καθήκοντα: το πρώτο είναι αυτό της κατασκευής ενός θεωρητικού οικοδομήματος, το δεύτερο αυτό της συμμετοχής στις ιστορικές συγκρούσεις της εποχής του, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πρώτες εκδηλώσεις ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού συντελεστή, της εργατικής τάξης. Τα θεωρητικά κείμενα στα οποία αφιέρωσε τη διανοητική του ενέργεια, ιδιαιτέρως το Κεφάλαιο και τα Grundrisse πέρα από τα νεανικά φιλοσοφικά κείμενα, πρέπει να διαβαστούν ως η προσπάθεια αποκάλυψης ιστορικών τάσεων προορισμένων να επικρατήσουν μακροπρόθεσμα, ενώ τα περιστασιακά του κείμενα γραμμένα στο πλαίσιο των γεγονότων πρέπει να διαβαστούν σε σχέση με τις διανοητικές και πολιτικές συζητήσεις της εποχής του.

Ο Μαρξ δεν ήταν μόνο ένας φιλόσοφος, αλλά, σε συνάφεια με τη δική του ενδέκατη θέση για τον Φώϋερμπαχ, ήταν επίσης ένας δημοσιογράφος, ένας πολιτικός οργανωτής και, κατά κάποιον τρόπο, ένας πολεμιστής, δηλαδή, ένας ακτιβιστής. Κάποια από τα βιβλία του είναι συλλογές άρθρων (το Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο είχε δημοσιευτεί πρώτα στη «Neue Rheinische Zeitung» το 1847), άλλα είναι λόγοι που είχε βγάλει μπροστά σε εργατικό κενό (το Μισθός, τιμή και κέρδος είναι η μετεγγραφή ενός λόγου που είχε βγάλει στη σύνοδο της Πρώτης Διεθνούς τον Ιούνη του 1865). Το κείμενο με τίτλο Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, δημοσιευμένο στο Λονδίνο στις 13 Ιούνη 1871, είναι ένα σύντομο ντοκουμέντο τριανταπέντε σελίδων, σύνοψη τριών λόγων του στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς σε τρεις διαφορετικές στιγμές. Γραμμένα αρχικά στα αγγλικά, αυτά τα κείμενα είναι εμπνευσμένα από τα γεγονότα που συνέβησαν στο Παρίσι ανάμεσα στο 1870 και το 1871: γεγονότα που το απόγειό τους ήταν η εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού. Η μπροσούρα περιλαμβάνει σκέψεις για τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο, για την εξέγερση του Παρισιού, για την προδοσία της κυβέρνησης Θιέρσου και πολλές άλλες λεπτομέρειες. Όμως οι βασικές σελίδες είναι αυτές που είναι αφιερωμένες στην εμπειρία της Κομμούνας: μια εκτίμηση της καινοτομίας της ως αυτόνομης εκδήλωσης της εργατικής τάξης ως πολιτικό υποκείμενο. Τα επόμενα χρόνια η πρώτη έκδοση της μπροσούρας μεταφράστηκε στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ρωσικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά, στα ολλανδικά, στα φλαμανδικά, στα κροατικά, στα δανέζικα και στα πολωνικά, ενώ δημοσιεύθηκε και σε διάφορα περιοδικά.

Την απόλυτη καινοτομία της παρισινής εμπειρίας που θα κρατήσει κάτι λιγότερο από εκατό μέρες και θα σημάδευε βαθιά το πολιτικό φαντασιακό του επόμενου αιώνα, ο Μαρξ τη συνέλαβε διαυγώς. Αν και μεγάλο μέρος του κειμένου είναι επικεντρωμένο στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τον Μαρξ είναι το κοινωνικό περιεχόμενο της καθημερινής δραστηριότητας των κομμουνάρων, ιδιαιτέρως όσον αφορά τη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της συλλογικής ζωής. Πράγματι, μέρα με τη μέρα, η Κομμούνα χαρακτηριζόταν από τη θέσπιση νόμων που έθεταν τις βάσεις για έναν σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της παραγωγής και της συλλογικής ζωής. Σε μια σελίδα του κειμένου του ο Μαρξ παρουσιάζει τα πρώτα βήματα της Κομούνας: «Η σημαία της Κομμούνας είναι η σημαία της παγκόσμιας ρεπούμπλικας». Την 1η του Απρίλη αποφασίστηκε ότι ο πιο υψηλός μισθός ενός υπαλλήλου της Κομμούνας, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και των ίδιων των μελών της, δεν θα έπρεπε να ξεπερνάει τα 6.000 φράγκα. Την επόμενη μέρα η Κομμούνα θέσπισε τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους και την κατάργηση όλων των ροών κρατικού χρήματος για σκοπούς θρησκευτικούς, όπως και τον μετασχηματισμό όλων των εκκλησιαστικών αγαθών σε εθνική κληρονομιά· ακολούθως, με το διάταγμα της 8ης Απρίλη, αποφασίστηκε να αφαιρεθούν από τα σχολεία όλα τα θρησκευτικά σύμβολα, εικόνες, ευαγγέλια, προσευχές, εν κατακλείδι «όλα αυτά που ανήκουν στο πεδίο της ατομικής συνείδησης» και σιγά-σιγά το μέτρο εφαρμόστηκε. Τη μέρα 5, σε απάντηση των τουφεκισμών, που καθημερινά συνέβαιναν σε βάρος των μαχητών της Κομμούνας που είχαν αιχμαλωτιστεί από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών, εξεδόθη ένα διάταγμα σχετικά με τη σύλληψη ομήρων, όμως ποτέ δεν έγινε πράξη. Στις 6 βγήκε έξω η γκιλοτίνα με τη βοήθεια του 137ου συντάγματος της Εθνοφρουράς και κάηκε δημοσίως μέσα στις ζητωκραυγές του πλήθους. Στις 12 η Κομμούνα αποφάσισε να ρίξει τη στήλη της νίκης στην πλατεία Βαντόμ, η οποία είχε ανεγερθεί μετά τον πόλεμο του 1809 με το υλικό των κανονιών που είχε πάρει ο Ναπολέων και αποτελούσε ένα σύμβολο του σωβινισμού και του μίσους ανάμεσα στους λαούς. Η υλοποίηση αυτής της απόφασης έγινε στις 16 του Μάη. Στις 16 Απρίλη η Κομμούνα παρήγγειλε την καταγραφή των εργοστασίων που είχαν εγκαταλειφθεί από τους βιομηχάνους και προχώρησε στην επεξεργασία σχεδίων τόσο για τη λειτουργία τους από τους εργάτες που μέχρι τότε απασχολούνταν σε αυτά, ενωμένων τώρα σε συνεργατικές, όσο και για την οργάνωση αυτών των εταιριών σε μια μεγάλη ένωση. Στις 20 κατήργησε τη νυχτερινή εργασία στους φούρνους, όπως και την καταγραφή των εργατών που είχε θεσπίσει η Δεύτερη Αυτοκρατορία αποκλειστικά από υποκείμενα στα οποία είχε αναθέσει αυτό το έργο η αστυνομία, αυθεντικούς εκμεταλλευτές των εργατών. Η καταγραφή ανατέθηκε στους δήμους των είκοσι διαμερισμάτων του Παρισιού. Στις 30 Απρίλη θέσπισε την κατάργηση των ενεχυροδανειστηρίων, που δεν ήταν κάτι άλλο παρά η ιδιωτική εκμετάλλευση των εργατών, σε αντίθεση με το δικαίωμα των εργατών στα εργαλεία της δουλειάς τους και στην πίστωση. Στις 5 Μάη θέσπισε την κατεδάφιση του παρεκκλησιού που είχε ανεγερθεί στη μνήμη του εκτελεσμένου Λουδοβίκου 16ου.

Για πρώτη φορά στην ιστορία το πρόβλημα της εργασίας και πιο συγκεκριμένα η μείωση του χρόνου εργασίας, βρέθηκε στο επίκεντρο της υπό διαμόρφωση προοδευτικής κουλτούρας. Ταυτοχρόνως, για πρώτη φορά στην ιστορία η εξέλιξη της πάλης των τάξεων αντιμετώπισε συνειδητά το πρόβλημα του κράτους. Αυτά τα δύο επίπεδα, ο κοινωνικός μετασχηματισμός της σχέσης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός του κράτους, εξετάστηκαν με διαφορετικό τρόπο. Το πρώτο επίπεδο αφορά τη δομική διάσταση που ο Μαρξ διερεύνησε στα θεωρητικά του κείμενα, δηλαδή τη θεμελιώδη αντίφαση ανάμεσα σε εργασία και κεφάλαιο, την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους και την πιθανή χειραφέτηση της κοινωνικής ζωής από τη μισθωτή εργασία, κάτι που εγγράφεται στη γενικότερη εξέλιξη της γενικής νόησης. Το δεύτερο επίπεδο αφορά τη διάσταση του συμβάντος: η ατομική βούληση και η κοινωνική συναίνεση δεν μπορούν να αναχθούν σε δομικές δυναμικές. Αυτή η διάσταση ξεφεύγει από τη δομική ανάλυση και ανοίγει την πόρτα στην απρόβλεπτη σφαίρα της υποκειμενικής αυτονομίας.

Είκοσι χρόνια μετά την Κομούνα και εννέα χρόνια μετά τον θάνατο του Καρλ Μαρξ, στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του κειμένου Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, ο Φρίντριχ Ένγκελς έγραψε: «Στις 28 Μάη οι τελευταίοι μαχητές της Κομμούνας υπέκυψαν στις υπέρτερες δυνάμεις στον λόφο της Μπελβίλ και μόλις δυο μέρες μετά, στις 30, ο Μαρξ διάβασε στο Γενικό Συμβούλιο το κείμενο στο οποίο η ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού εκφραζόταν με λεπτομέρειες, σαφείς και πάνω απ’ όλα τόσο αληθινές, κάτι που δεν θα κατάφερνε πλέον να κάνει ολόκληρη η τεράστια βιβλιογραφία σχετικά με αυτό το συμβάν». Σκεφτόμενος την εμπειρία της Κομμούνας ο Ένγκελς λέει ότι «οφείλουμε να αναγνωρίσουμε εξ αρχής ότι η εργατική τάξη, μόλις φτάσει στην εξουσία, δεν μπορεί να συνεχίσει να κυβερνά με τον παλιό μηχανισμό του κράτους, ότι η εργατική τάξη, για να μην χάσει εκ νέου την εξουσία που μόλις κατέκτησε, από τη μια πλευρά πρέπει να εξαλείψει το σύνολο της παλιάς καταπιεστικής μηχανής, ήδη χρησιμοποιημένη εναντίον της, και από την άλλη πρέπει να εξασφαλιστεί απέναντι στους εκπροσώπους και τους υπαλλήλους της, ανακηρύσσοντάς τους χωρίς εξαιρέσεις ανά πάσα στιγμή ανακλητούς». Ο Ένγκελς θα θέσει το πρόβλημα που πιο μετά θα προσπαθήσει να λύσει ο Λένιν, είτε για το καλό είτε για το κακό: το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα σε δομή και συμβάν, ανάμεσα στη δυναμική που είναι εγγεγραμμένη στη γενική διαδικασία της παραγωγής (η οποία οδηγεί στη μείωση του χρόνου εργασίας και στη χειραφέτηση της κοινωνίας από τη μισθωτή εργασία) και τις απρόβλεπτες στροφές της κοινωνικής υποκειμενικότητας και της πολιτικής βούλησης. Ο Λένιν θα δώσει έμφαση στη μη καθορισμένη δράση της πολιτικής βούλησης και ο Γκράμσι, πράγματι, σε ένα άρθρο δημοσιευμένο στις 24 Νοέμβρη 1917 στη σοσιαλιστική εφημερίδα «Avanti», θα χαιρετήσει την μπολσεβίκικη επανάσταση ως μια επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο με τη διπλή έννοια του όρου. Ένα συμβάν που σπάει τη δομική αλυσίδα έτσι όπως την είχε εννοιολογήσει ο Μαρξ. Το συμβάν της Ρωσικής Επανάστασης, όπως το συμβάν της Κομμούνας του Παρισιού, δεν είναι προβλέψιμο καθώς δεν εντάσσεται στην αναγκαία διαδικασία της δομικής δυναμικής που είναι εγγεγραμμένη στη διαδικασία της παραγωγής. Επιπλέον ο Γκράμσι θέλει να πει ότι η Ρωσική Επανάσταση μπορεί να θεωρηθεί μια παραβίαση ή μια αναίρεση της πεποίθησης του Μαρξ ότι η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να συμβεί πρώτα στις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες. Με τον ίδιο τρόπο η Κομούνα δεν είναι η εκδήλωση μιας εγγενούς τάσης, αλλά ένα συμβάν απρόβλεπτο Το συμβάν και η δομή δεν μπορούν να περιγραφούν με όρους μιας αναγκαίας, αμοιβαίας σύνδεσης. Η δομή δεν συνεπάγεται αναγκαστικά κάθε συμβάν.

Σύμφωνα με όσα γράφει ο Φραντς Μέρινγκ, την άνοιξη του 1871 η αστυνομία του Παρισιού κυκλοφόρησε μια αναφορά σύμφωνα με την οποία ο Μαρξ είχε εκφράσει τη διαφωνία του με τους κομμουνάρους, ιδιαιτέρως σε σχέση με το ότι ήταν πιο επικεντρωμένοι στα πολιτικά παρά στα κοινωνικά ζητήματα. Αμέσως μετά ο Μαρξ απάντησε με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στους «Times», όπου κατηγορούσε την αναφορά της αστυνομίας ως αυθάδη κατασκευή, ένα fake news για να καταλαβαινόμαστε. Ως ένα άτομο με ηθικά κίνητρα, ο πολιτικός αγωνιστής Μαρξ ένιωθε πως έπρεπε να συστρατευθεί πλήρως με την Κομμούνα του Παρισιού. Ωστόσο εκείνη η αναφορά της αστυνομίας δεν ήταν εντελώς άνευ νοήματος. Ένας ευφυής flic, που ίσως να είχε διαβάσει τα θεωρητικά κείμενα του Καρλ Μαρξ, μπορούσε ευλόγως να διαισθανθεί ότι ο αυστηρός φιλόσοφος δεν συμφωνούσε με τον πολιτικό συμβολισμό των κομμουνάρων και θα μπορούσε, συνεπώς, να αγνοήσει το συμβάν εν ονόματι των δομικών προβλέψεων της θεωρίας του. Ο Μαρξ, όμως, δεν ήταν ούτε ντετερμινιστής ούτε σκαιός δογματικός. Δεν πίστευε καθόλου ότι το ιστορικό συμβάν όφειλε να συμπίπτει με τη δομική ανάλυση και τις προβλέψεις του. Δεν ήταν ένας δογματικός, πιστός στην ιστορική αναγκαιότητα.

Στο βιβλίο Communal Luxury [στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις των Ξένων] η Κρίστιν Ρος σημειώνει ότι για τον Μαρξ «αυτό που μετρούσε περισσότερο σε σχέση με την Κομμούνα δεν ήταν τα ιδανικά που θα πραγμάτωνε, αλλά η ύπαρξη αυτού του ίδιου του πειράματος. Υπογράμμιζε το γεγονός ότι οι εξεγερμένοι δεν είχαν ένα αφηρημένο μοντέλο της επερχόμενης κοινωνίας. Η Κομμούνα ήταν ένα εν λειτουργία εργαστήριο πολιτικών επινοήσεων […] τις μέρες της Κομμούνας το Παρίσι δεν ήθελε να είναι η πρωτεύουσα της Γαλλίας αλλά μια αυτόνομη συλλογικότητα εντός μιας παγκόσμιας ομοσπονδίας των λαών». Γράφει, όντως, ο Μαρξ: «Η εργατική τάξη δεν περίμενε θαύματα από την Κομμούνα. Αυτή δεν είχε ωραίες και έτοιμες ουτοπίες να εισαγάγει par decret du people. Ήξερε ότι για να πραγματώσει τη χειραφέτησή της και μαζί της την πιο υψηλή μορφή προς την οποία τείνει ανεμπόδιστα η σημερινή κοινωνία λόγω των ίδιων των οικονομικών της παραγόντων, πρέπει να δώσει μακριούς αγώνες, ενταγμένους σε μια σειρά ιστορικών διαδικασιών που μεταμορφώνουν τις συνθήκες και τους ανθρώπους. Η εργατική τάξη δεν έχει να πραγματώσει ιδανικά, αλλά να απελευθερώσει τα στοιχεία της νέας κοινωνίας τα οποία κυοφορεί η παλιά και σε πτώση αστική κοινωνία».

Στο βιβλίο La Commune, Histoires et souvenirs, η Λουίζ Μισέλ αφηγείται: «Μια νύχτα, δεν ξέρω κι εγώ πώς, κατάλαβα ότι είχαμε μόνο οι δυο μας στο χαράκωμα μπροστά στον σταθμό: ο πρώην Ζουάβος στρατιώτης κι εγώ, με δύο γεμάτα ντουφέκια […] ήμασταν απίστευτα τυχεροί που ο σταθμός δεν δέχτηκε επίθεση εκείνη την νύχτα […] ενώ κάναμε την υπηρεσία μας πηγαίνοντας μπρος-πίσω στο χαράκωμα, μου είπε κάτι: τι επίδραση έχει πάνω σου η ζωή που κάνουμε; Κι εγώ του είπα, λοιπόν, η επίδραση είναι ότι βλέπουμε μπροστά μας ένα λιμάνι στο οποίο πρέπει να φτάσουμε. Κι αυτός μου απάντησε: η επίδραση που νιώθω εγώ είναι αυτή κάποιου που διαβάζει ένα εικονογραφημένο βιβλίο περιπέτειας. Συνεχίσαμε να πηγαίνουμε μπρος-πίσω στο χαράκωμα, σιωπηλοί».

Σε αυτή τη σκηνή, σε αυτή τη σύντομη συζήτηση, μπορούμε να δούμε μια μεταφορά του μελλοντικού επαναστατικού κινήματος, που τον Εικοστό Αιώνα ήταν προορισμένο να ταρακουνήσει τον κόσμο. Μια παθιασμένη διανοούμενη περπατά μαζί με έναν στρατιώτη του Βατικανού που έχει λιποτακτήσει από τις γραμμές του φιλο-γαλλικού συνασπισμού για να ενωθεί με τη φρουρά εκείνου του παράξενου πειράματος, κάπως έξω από τον κόσμο, που δεν είχε υπάρξει ποτέ πριν: την Κομμούνα των εργαζομένων. Και αυτός διερωτάται: ποιο είναι το νόημα της εμπειρίας που βιώνουμε; Και αυτή απαντά όπως μια διανοούμενη, όπως μια πολιτική αγωνίστρια: είμαστε σε μια βάρκα και προσπαθούμε να φτάσουμε στο λιμάνι, για να βρούμε και να οικοδομήσουμε μια νέα γη, έναν νέο κόσμο. Ο Ζουάβος στρατιώτης κουνάει το κεφάλι του, χαμογελάει και μετά απαντάει με ειλικρίνεια: όχι, όχι, για μένα είναι όπως το να διαβάζεις εκείνα τα εικονογραφημένα βιβλία που περιγράφουν ευφάνταστους και προκλητικούς τρόπους διαφυγής.

Σε εκείνον τον νυχτερινό διάλογο μπορούμε να βρούμε τους σπόρους δύο διαφορετικών προσεγγίσεων της ιστορίας, που διαπέρασαν τον Εικοστό Αιώνα. Τι είναι η ιστορία, η προσπάθεια να φτάσουμε σε ένα λιμάνι ή το μαγικό ταξίδι σε αναζήτηση κάποιου πράγματος που δεν περιμένουμε;

 

Κάποιες μέρες πριν, σε επίσκεψή μου στο εκλεκτό βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων για επαγγελματικούς λόγους, ο φίλτατος Τηλέμαχος έκανε την παρατήρηση, με αφορμή τη συμπλήρωση 150 χρόνων από την Παρισινή Κομούνα, ότι δεν έχω εκδώσει ποτέ κάτι σχετικά με αυτό το ζήτημα. Κάτι που είναι αλήθεια, πέρα από ένα σκίτσο του Ταρντί με κομμουνάρους που είχα βάλει στην πρώτη έκδοση του βιβλίου του Βάλτερ Μπένγιαμιν Για μια κριτική της βίας, το μακρινό τώρα πια 2000. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα εν μέρει να επανορθώσω και να το κείμενο του Μπίφο, αλιευθέν από τον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Machina.    


Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

H δυσφορία της εξατομίκευσης: σημειώσεις για το κίνημα του ’77 - Franco Piperno

Θυμόμαστε με αυτό το κείμενο του Φράνκο Πιπέρνο, αφιερωμένο στο κίνημα του ’77, μια 12η Μάρτη 44 χρόνια πριν, δηλαδή την «τρομερή ομορφιά» εκείνης της ημέρας της εξέγερσης.



Όπως το ’68, το Κίνημα του ’77 γεννήθηκε στα πανεπιστήμια –το επιβεβαιώνουν οι ειδήσεις εκείνης της εποχής. Όμως σε αντίθεση με ότι συνέβη τον Μάρτη του ’68, τον Φλεβάρη του ’77, ήδη από τις αρχές του μήνα, αναδύθηκε αμέσως ένα συλλογικό αίσθημα, που είχε συνεπάρει τα εξεγερμένα πλήθη, κάτι σαν μια δημόσια δήλωση απόλυτης ξενότητας όχι μόνο σε σχέση με το σχολείο και το πανεπιστήμιο, αλλά και σε σχέση με το επικρατούν πολιτικο-κοινωνικό καθεστώς της χώρας· μια αυτονομία άνευ επιστροφής σε σχέση με τους κρατικούς θεσμούς, η οποία είχε διεισδύσει στον κοινό νου και εκφραζόταν μέσω της δηλωμένης αποφασιστικότητας να διαρραγεί το κρατικό μονοπώλιο της βίας προκειμένου να ασκηθεί, με μια μορφή που επιτέλους είχε ανακαλυφθεί, η νόμιμη άμυνα, μπορεί και μέσω της χρήσης των όπλων. Η εικαστική εικόνα αυτής της αυτονομίας αποτυπώθηκε μια για πάντα στις φωτογραφίες του Τάνο Ντ’ Αμίκο, που δείχνουν τον Πάολο και τον Ντάντο να πέφτουν πληγωμένοι στη Ρώμη στις 2 Φλεβάρη, στην πιάτσα Ιντιπεντέντσα· τραυματισμένοι στην προσπάθειά τους να υπερασπίσουν τη φοιτητική πορεία από την επίθεση των χωροφυλάκων· τραυματισμένοι αλλά ένοπλοι, με το πιστόλι ακόμη στο χέρι.

Η 2 Φλεβάρη είναι το προλεγόμενο συμβάν αυτού που θα συμβεί στην συνέχεια στην πορεία εκείνης της αλησμόνητης χρονιάς: καμιά βδομάδα μετά, στις 17 του ίδιου μήνα, ο Λάμα, γραμματέας της Cgil [συνδικάτου του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος], θα εκδιωχθεί κακήν κακώς, μαζί με τη συνδικαλιστική περιφρούρηση, από το πανεπιστήμιο της Ρώμης· και κάτι παραπάνω από έναν μήνα μετά, στις 12 Μάρτη, και πάλι στη Ρώμη, ιδού η ημέρα της «τρομερής ομορφιάς», όπου θα λάβει χώρα, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Ιταλία, μια πραγματική γενική δοκιμή της δύσκολης τέχνης της εξέγερσης. Το ’77 θα ολοκληρωθεί τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς· κλείνοντας με τη «γλυκιά κατάκτηση» της Μπολώνιας, της πόλης όπου οι ρεπουμπλικανικοί θεσμοί έμοιαζαν θεμελιωμένοι, εμβληματικά και χωρίς μισόλογα, στον συμβιβασμό εργατών και κεφαλαίου.

Αν στις 17 Φλεβάρη, με την εκδίωξη του Λάμα, επήλθε η οριστική ηθικο-πολιτική ρήξη ανάμεσα στην ανατρεπτική διαδικασία και την αριστερή παράδοση, σε αυτή τη ρήξη συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος ο εργατισμός· στη Ρώμη, στις 12 Μάρτη, σήμανε η συλλογική επανοικειοποίηση μιας λανθάνουσας δυναμικής: της μαζικής βίας· ενώ στις 24 Σεπτέμβρη στην Μπολώνια, το Κίνημα έγινε, μπορούμε να πούμε, θέατρο του ίδιου του εαυτού του· κατευθύνθηκε στην ενότητα των διαφορετικοτήτων που υπήρχαν στο εσωτερικό του –από το Ράντιο Αλίτσε στην οργανωμένη Αυτονομία, από τη σάτιρα στην τραγωδία, από τους Μητροπολιτικούς Ινδιάνους στις Ερυθρές Ταξιαρχίες· κι έτσι μέτρησε το κοινωνικό του ρίζωμα· και αν, τη μια στιγμή, αποκάλυψε τους εχθρούς του, την άλλη τους εξανάγκασε να φανερωθούν, να λάβουν μέρος στο θέαμα.

Συμφέρει, λόγω της κρισιμότητας του ερωτήματος, να ανασυνθέσουμε κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με τη χρήση βίας στην κοινωνική σύγκρουση εκείνων των χρόνων.

Για το Κίνημα του ’77, ή τουλάχιστον για τη «γενική βούληση» που υπήρχε από κάτω, η χρήση των όπλων ήταν σαν η διακήρυξη μιας επανακτημένης «δυνατότητας»· μια συμβολική χειρονομία, εν κατακλείδι, για να δείξει τον φορέα της εχθρότητας και για να δώσει μια εικόνα του κοινωνικού μίσους από το οποίο τώρα πια διακατεχόταν η ηθική ζωή της χώρας.

Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά. Ξεκινώντας από τα μισά της δεκαετίας του 1970 –όταν η οικονομική κρίση, η οποία είχε ξεκινήσει με την ιλιγγιώδη άνοδο της τιμής του πετρελαίου, έδειχνε τις τελικές της συνέπειες, παλινορθώνοντας το καθεστώς στο εργοστάσιο, δηλαδή την καπιταλιστική κυριαρχία στην παραγωγική συνεργασία– ανάμεσα στα εξεγερμένα πλήθη συνέβη ένας διχασμός. Για τις ένοπλες οργανώσεις (Ερυθρές Ταξιαρχίες, Πρώτη Γραμμή κλπ, που, έστω και ως ξεχωριστή διάσταση, αποτελούσαν αναμφισβήτητα μέρος του Κινήματος του ’77), το εκλεκτικό πεδίο όπου θα ξεδίπλωναν τη δράση τους έγινε ακριβώς το στρατιωτικό· με την οργανωτική μορφή που θα υιοθετούσαν να ήταν η γκεβαρική, δηλαδή «οι φωτιές του αστεακού ανταρτοπολέμου».

Αντιθέτως, το Κίνημα, δηλαδή η «μεγάλη πλειοψηφία εκείνης της δρώσας μειοψηφίας», ξεκινώντας από τα μισά της δεκαετίας του 1970, συγκροτούνταν σιγά σιγά γύρω από μορφές ζωής, εναλλακτικές καθημερινές πρακτικές που είχαν ριζώσει σε συγκεκριμένους τόπους της πόλης όπως οι γειτονιές, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία κλπ, όπου, εν γένει, η βία είχε μαζικές διαστάσεις και σπανίως κατέφευγε στα όπλα και σχεδόν ποτέ στα πυροβόλα όπλα. Εν συντομία, δεν προωθούνταν πλέον αιτήματα, δεν επιδιωκόταν η παρέμβαση της δημοσίας χειρός· τώρα πια, αντιθέτως, το κράτος καλούνταν να μην ανακατεύεται.

Έχουμε, πράγματι, όχι διεκδικήσεις αλλά πρακτικές επανοικειοποίησης των δημόσιων αγαθών: καταλήψεις νοικιασμένων σπιτιών («το σπίτι το παίρνεις, το νοίκι δεν πληρώνεις» έλεγε ένα σύνθημα εκείνων των χρόνων), αυτομειώσεις των λογαριασμών, απαλλοτριώσεις αγαθών από τα σούπερ μάρκετ, φροντίδα των χώρων και άμυνα έναντι της βιομηχανικής μόλυνσης κ.ο.κ.

Η πρακτική του Κινήματος δείχνει όλη την ανατρεπτική του δύναμη ακριβώς γιατί το μέσο και ο σκοπός ταυτίζονται. Η άμεση δράση στοχεύει στην ικανοποίηση «εδώ και τώρα» αναγκών και επιθυμιών· δεν ζητούνται νέα δικαιώματα, αλλά ο στόχος είναι μάλλον η επανεμφάνιση συμπεριφορών που ήταν υπνώσει στην κοινή μνήμη, η επίκληση, μέσω της επικαιροποίησής τους, παλιών συνηθειών.

Το Κίνημα του ’77 είχε σε αυτή την «αμεσότητα», για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση του Μπογκντάνοφ, ένα διακριτικό χαρακτηριστικό που το αντιπαρέθετε στη νεωτερική παράδοση, είτε καπιταλιστική είτε σοσιαλιστική. Και η μία και η άλλη, πράγματι, ήταν εμποτισμένες, στον ίδιο βαθμό αμφότερες, από το πνεύμα του Φάουστ, διακατέχονταν από μια βαθιά εμπιστοσύνη στην πρόοδο. Μια παρηγορητική πίστη που εγκαταστάθηκε, φώλιασε, στον δυτικό κοινό νου, εκδιώκοντας το θρησκευτικό συναίσθημα· δείχνοντας εμπιστοσύνη σε αυτό που δεν υπήρχε ακόμη, στο καινούργιο που θα έρθει –λες και το μέλλον είχε μια οντολογική διάσταση ανώτερη από το παρόν· ένας ολοκληρωμένος τρόπος ύπαρξης, χωρίς τα χάσματα να επιδρούν «σε αυτό που ήδη υπάρχει ως αυτό που είναι».

Αυτή η παράδοξη αισιοδοξία της λογικής, αυτό το ξεπέρασμα των ορίων, φτάνοντας πέρα από τον άνθρωπο, προς το μεταλλαγμένο, πέρα από το είδος, που έθρεψε αυξανόμενες προσδοκίες για ανάγκες αδηφάγες και κίβδηλες, είχε το σταθερό του θεμέλιο στην πρακτική της τοκογλυφίας, του τόκου, του χρήματος που δημιουργεί χρήμα, του χρήματος ως προϊόντος. Εδώ, πράγματι, το καλύτερο επιδιώκεται συστηματικά ως εχθρός του καλού.

Αντιστρόφως, στο Κίνημα του ’77 φαίνεται να λειτουργεί μια άλλη αρχή της εξατομίκευσης· πιο συγκεκριμένα, μια προσωρινότητα, ένα αίσθημα μετασχηματισμού, που διαφεύγει από τον φετιχισμό των εμπορευμάτων· και πριμοδοτεί το είναι έναντι του παράγειν, την πολιτική έναντι της οικονομίας, την επιλεγμένη ένεκα κλίσης δραστηριότητα έναντι της μισθωτής εργασίας.

Λόγω μιας τέτοιας προσωρινότητας, η εργατική τάξη χάνει εκείνη την κεντρικότητα που τη συνείχε. Η κοινωνική σύγκρουση δεν έχει πλέον ως επίκεντρό της το εργοστάσιο, το οποίοι, απεναντίας, μέσω της αυτοματοποίησης, τείνει να εμφανίζεται άνευ νοήματος, σαν μια οδοντόκρεμα στην έρημο.

Είναι οι πόλεις και αυτές οι γειτονιές οι τόποι στους οποίους ξεδιπλώνονται εκείνες οι κοινωνικές δεξιότητες, εν γένει ανθρώπινες, όπως η κατοίκηση και η αυτοκυβέρνηση· όπου το «παρόν» είναι πέρα από τον χρόνο· και κατά συνέπεια το άτομο λειτουργεί όχι για να πραγματώσει κάποια ουτοπία, αλλά για να γίνει καθαυτό μέσω της δράσης του, δηλαδή αυτό που ήδη είναι· με δυο λόγια, «κοινωνικό άτομο».

Όλοι ξέρουν ότι, τον Σεπτέμβρη, με τη μεγάλη συνέλευση στην Μπολώνια, η παραβολή του Κινήματος θα φτάσει το απόγειο της· πράγματι, μετά από κάποιους μήνες, την άνοιξη του ’78, οι έκτακτοι νόμοι, οι ασυνήθιστες εξουσίες που δόθηκαν στις Εισαγγελίες, οι μαζικές συλλήψεις υπόπτων για «εξωτερική συνδρομή στην τρομοκρατία», τα βασανιστήρια κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, οι ειδικές φυλακές, η συμπεριφορά τύπου «ομερτά» των κομμάτων και των ΜΜΕ, όλα αυτά και άλλα ακόμη θα συνεισφέρουν ώστε ένα μεγάλο φαινόμενο κοινωνικού μετασχηματισμού να διαστρεβλωθεί, να αντιστραφεί, φτάνοντας να μοιάζει με μια καρικατούρα του εαυτού του, ένα πρόβλημα δημόσιας τάξης.

Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: η ήττα του Κινήματος δεν οφείλεται μόνο στις Εισαγγελίες· ή, καλύτερα, αυτές μοιράζονται τα εύσημα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, με ποικίλα άλλα υποκείμενα. Συνεισέφερε σε πολύ μεγάλο βαθμό το ΙΚΚ, το οποίο, με τη σκηνοθεσία του «διαβόητου Πεκιόλι» έγινε μια υπηρεσία ρουφιανιάς και προσηλυτισμού των ορκισμένων λογοκριτών· καθοριστικός ήταν έπειτα καο ο Κοσίγκα, ο οξύνους υπουργός της αστυνομίας, που επέτρεψε τη συστηματική χρήση πυροβόλων όπλων στις επιχειρήσεις καταστολής· και ανέβασε σε τέτοιο βαθμό το επίπεδο της βίας, φτάνοντας να πάρει σχεδόν τη μορφή της κρατικής τρομοκρατίας.

Εξυπακούεται, αλλά πρέπει να το τονίσουμε για λόγους πνευματικής εντιμότητας, ότι συνέκλιναν προς τη στρατιωτική σύγκρουση και οι ίδιες οι ενέργειες των ανατρεπτικών ένοπλων σχηματισμών, με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες να έχουν τον πρώτο λόγο, οι οποίες, αφού ξεκίνησαν τη δράση τους κάνοντας απαγωγές και στήνοντας ενέδρες, σιγά σιγά ολοένα και πιο εντυπωσιακές και αιματηρές, έφτασαν να συλλάβουν και στη συνέχεια να σκοτώσουν, τον αξιότιμο Άλντο Μόρο, τον «κυρίαρχο», το ίδιο το σύμβολο της θεσμικής ισορροπίας.

Επρόκειτο για ένα μοιραίο λάθος, αν και καθ’ όλα προβλέψιμο· γεννημένο από την γκεβαρική ιδεολογία που έδινε τα πρωτεία στην ένοπλη δράση της πρωτοπορίας έναντι της πολιτικής των πληθών· ένα είδος πρωτογονισμού λατινοαμερικανικής προέλευσης, που όχι τυχαία θα αποκαλύψει ολόκληρη την ευθραυστότητα ή, καλύτερα την ιδεολογική του αστάθεια ακριβώς στην περίπτωση Μόρο· μια ταχεία στρατιωτική ενέργεια, μεγάλης εξειδίκευσης, ακολούθησαν δύο μακριοί μήνες πολιτικής διαχείρισης, καταστροφικά παιδιάστικης, των επιπτώσεων αυτής της ενέργειας.

Τα πράγματα, χονδρικά, έτσι πήγαν. Αν το καλοσκεφτούμε, δεν έχει σημασία αν οι πρωταγωνιστές της ήττας του Κινήματος του ’77 ήταν εκείνοι που εν συντομία υποδείξαμε· στην πραγματικότητα η ήττα ήταν ήδη εγγεγραμμένη από τη γέννησή του: η επανοικειοποίηση της μαζικής βίας λειτουργούσε έτσι ώστε η νίκη να φαίνεται πιθανή ακόμη κι αν, στο πέρασμα του χρόνου, κάτι τέτοιο την καθιστούσε άκρως απίθανη.

Άλλωστε η «γενική βούληση» του Κινήματος είχε προχωρήσει σε μια τομή με τη σοσιαλιστική παράδοση· πράγματι, δεν ήθελε να νικήσει, δηλαδή να κατακτήσει την κρατική μηχανή· αυτό που ήθελε να κάνει ήταν να τη συντρίψει, να την καταστρέψει.

Πράγματι, η ιδέα-δύναμη ήταν εκείνη να κάνει την επανάσταση χωρίς να πάρει την εξουσία, μια επανάσταση των συμπεριφορών ή καλύτερα των εθίμων, όπως θα έλεγε και ο Λεοπάρντι.

Κατά βάθος τι είναι ο κομμουνισμός εκτός από μια καλή ζωή, με καλές συμπεριφορές ζωής;

 

Αλιεύθηκε από τον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Machina, 12 Mάρτη 2021. Αφιερώνεται στη μνήμη του Θεόφιλου Βανδώρου, που τόσο του άρεσε η ιταλική «περιπέτεια» του ’70. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που πρότεινε και βάλαμε στο εξώφυλλο ενός τεύχους των «Πειρατών της Ημισελήνου» μια φωτογραφία του Τάνο Ντ’ Αμίκο από την εκδίωξη του Λάμα από το πανεπιστήμιο της Ρώμης. Το τεύχος αυτό βγήκε κατά τη διάρκεια της καμπάνιας απελευθέρωσης του Γιάννη Μπαλή τον Νοέμβρη του 1990, που εκείνη την εποχή δικαζόταν στη Λαμία κατηγορούμενος για επίθεση σε Ζητά κατά τη διάρκεια της μεγάλης πορείας διαμαρτυρίας για το Τσέρνομπιλ το 1986. Μάλιστα το συγκεκριμένο τεύχος μόλις προλάβαμε και το διανείμαμε στη μεγάλη συναυλία που έγινε στο Σπόρτιγκ, με τον Θεόφιλο και τους άλλους «Πειρατές» να διπλώνουμε τα κομμένα φύλλα από το τυπογραφείο στο παρκέ του γηπέδου! 

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2021

Αντίο φίλε…



Σήμερα 11 Μάρτη 2021, πέθανε ο Θεόφιλος Βανδώρος, κλάσης 1960. Με τον Θεόφιλο γνωρίστηκα στην κατάληψη του Πολυτεχνείου το 1990, μετά την οριστική αθώωση του δολοφόνου του Μιχάλη Καλτεζά, Μελίστα. Μου είχε τραβήξει την προσοχή λόγω της θεατρικής του εμφάνισης στις συνελεύσεις της κατάληψης και της αρτιότητας του λόγου του (ένα μείγμα σιτουασιονισμού και καστοριαδισμού), που έδειχνε ιδιαίτερη παιδεία και δυνατότητα αντίληψης των πραγμάτων (αν και με αρκετά από αυτά που έλεγε διαφωνούσα). Όταν επρόκειτο να «επισκεφτούν» την κατάληψη Δαπίτες, είχε την εξαιρετική ιδέα να τους υποδεχτούμε στρώνοντας στην είσοδο της Στουρνάρη το κόκκινο χαλί της πρυτανείας και προσφέροντάς τους άνθη, προσκαλώντάς τους να εισέλθουν «ειρηνικώς» στο ευαγές ίδρυμα. Οι Δαπίτες βεβαίως διέκριναν τους ακροβολισμένους καταληψίες σε όλο το μήκος της Στουρνάρη αλλά και στις στέγες του Πολυτεχνείου έχοντας «όλα τα απαραίτητα», και κατανοώντας ότι μια τέτοια επίσκεψη δεν θα ήταν σίγουρα ανέμελη εκδρομή στη Μύκονο, αφού παρέλαβαν τα άνθη διαλύθηκαν ησύχως, όπως πιθανά θα έλεγε μια ανακοίνωση της αστυνομίας τους. Στη συνέχεια γίναμε φιλαράκια με τον Θεόφιλο, ο οποίος, πέρα από τη συμμετοχή του στην πρώτη κατάληψη της Βίλλας Αμαλίας, ήταν από τους συνδημιουργούς του περιοδικού «Οι Πειρατές της Ημισελήνου», γράφοντας τα κείμενά του στην αγαπημένη του μικρή κόκκινη γραφομηχανή. Μετά τα γεγονότα του Γενάρη του 1991, ο Θεόφιλος, λόγω και κάποιων διαφωνιών με κάποια από τα υπόλοιπα μέλη των «Πειρατών», αποχώρησε και σιγά-σιγά οι δρόμοι μας χάθηκαν. Πέρα από κάποιες περιστασιακές ή τυχαίες επαφές, ουσιαστικά τον ξαναβρήκα τα τελευταία χρόνια, μετά την επανέμφανισή του στον «χώρο», μέσα από τις γραμμές της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης Αθήνας και του περιοδικού Βαβυλωνία, κυρίως σε εκδηλώσεις στο «Νοσότρος». Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν στην κηδεία του Νίκου Σπυρόπουλου των «Σπυριδούλα» τον Ιούνη του 2020, αρκετά καταπονημένο. Το πρωί διάβασα ότι μας την «έκανε». Θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη, όπως θα θυμάμαι πάντοτε τη μητέρα μου να μου λέει για τον ευγενέστατο φίλο μου που με είχε πάρει στο τηλέφωνο στο πατρικό μου (στο οποίο είχα προσωρινά επανέλθει εκείνη την περίοδο, μέχρι τη μετάβασή μου στην κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου τον Οκτώβρη του 1990). Σαν ελάχιστο φόρο τιμής δημοσιεύω το τελευταίο του κείμενο στους «Πειρατές της Ημισελήνου», στο τεύχος που κυκλοφόρησε μετά τα γεγονότα του Γενάρη του 1991.

Και ξαφνικά οι λίγοι του «γνωστού χώρου» έγιναν πολλοί. Οι «τρελαμένοι» έπαψαν να είναι εξαίρεση και κατέρριψαν τον κανόνα. Η γενικευμένη εξέγερση ξεκίνησε. Η φωτιά εξαγνίζει την πόλη και η αισθητική εκδικείται τους βιαστές της. Οι προβοκάτορες κατέκλυσαν τους δρόμους. Τα κακοπληρωμένα ΜΑΤ ανεξέλεγκτα χρησιμοποιούν αέρια για να σωθούν και τρελαίνονται και καίνε και σκοτώνουν και μερικοί γδύνονται και παραιτούνται. ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΕΣ και υπονομεύουμε την εξουσία. Τώρα δεν σπάμε απλώς βιτρίνες ΤΩΡΑ ΓΚΡΕΜΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ. Τον Γενάρη του ’90 ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΕΡΑΣΕ. Οι μαθητές το αντιλήφθηκαν πρώτοι και το λουλούδι ΑΝΘΙΣΕ. Τα ψωμιά της εξουσίας τελειώσανε. Ο πόλεμος δεν γίνεται στον Κόλπο… Ο πόλεμος είναι διάχυτος… Το κράτος στραγγαλίζει την κοινωνία και τώρα ήρθε η ώρα της απάντησης. ΚΡΕΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (θα κρατήσουμε μερικούς για το μουσείο των εξαμβλωμάτων). Εξαθλιωμένοι και εργαζόμενοι ήρθε η ώρα να γίνετε σχιζομητροπολιτικοί προλετάριοι. Το κράτος είναι εχθρικό, μοχθηρό και φοβισμένο. Μόνο η ΕΠΙΘΕΣΗ και η ΟΛΟΣΧΕΡΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ του απομένει. Στους δρόμους και τις γειτονιές χτυπήστε τον καταστροφικό μηχανισμό. Κάψτε τους φραγμούς…

Η ΠΟΛΗ ΚΑΙΓΕΤΑΙ, Η ΠΟΛΗ ΚΑΥΛΩΝΕΙ, Η ΠΟΛΗ ΖΕΙ.

Υ.Γ. Το σύνθημα «έγχρωμη tv, ασπρόμαυρη ζωή» ήταν δικής του έμπνευσης.

Παναγιώτης Καλαμαράς