Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Εκπομπή με Εκδότες: Ελευθεριακή Κουλτούρα - Ραδιοζώνες Ανατρεπτικής Έκφρασης - 93.8fm

Μπορείτε να ακούσετε την εκπομπή κάνοντας κλικ στο παρακάτω link:

https://www.mixcloud.com/Radio98fm/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE-%CE%BC%CE%B5-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1/

ΜΙΚΡΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ - COLLECTIF MALGRE TOUT

Η κολεκτίβα "Παρόλα Αυτά" αποτελείται από μέλη διαφορετικών εθνικοτήτων, πρακτικών και πολιτισμικών οριζόντων, ενωμένων από τη βαθιά επιθυμία να συναρθρώσουν τη σύνθετη σκέψη με τη δράση. Γεννημένη στα μισά της δεκαετίας του '80 από μια ομάδα γκεβαριστών αγωνιστών που αντιτάχθηκαν στην αργεντίνικη δικτατορία, συζητά συνεχώς για την πολυπλοκότητα της εποχής στην οποία ζούμε και για τα εμπόδια που μπαίνουν στη δράση. Σήμερα τα μέλη της γαλλικής "Collectif Malgre Tout" είναι οι Miguel Benasayag, Bastien Cany, Angelique Del Rey, Teodoro Cohen, Maeva Musso, Maud Riviere. Τα μέλη της ιταλικής "Collettivo Malgrado Tutto" είναι οι Roberta Padovano, Mary Nicotra, Daniela Portonero.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Βιοασφάλεια και πολιτική - Giorgio Agamben

Αυτό που κάνει εντύπωση στις αντιδράσεις απέναντι στους μηχανισμούς εξαίρεσης που ενεργοποιήθηκαν στη χώρα μας (και όχι μόνο σε αυτή) είναι η αδυναμία παρατήρησής τους πέρα από το άμεσο πλαίσιο στο οποίο φαίνεται να λειτουργούν. Αντιθέτως, σπάνιοι είναι εκείνοι που προσπάθησαν, όπως μια σοβαρή ανάλυση θα επέβαλε να κάνουν, να τους ερμηνεύσουν ως συμπτώματα και σημάδια ενός ευρύτερου πειράματος, στο οποίο το διακύβευμα είναι ένα νέο παράδειγμα κυβέρνησης των ανθρώπων και των πραγμάτων. Ήδη σε ένα βιβλίο δημοσιευμένο επτά χρόνια πριν, που αξίζει τώρα τον κόπο να το ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά (Tempetes microbiennes, Gallimard 2013), o Patrick Zylberman περιέγραψε τη διαδικασία μέσω της οποίας η υγειονομική ασφάλεια, μέχρι τότε αφημένη στο περιθώριο των πολιτικών υπολογισμών, έγινε ουσιαστικό μέρος των κρατικών και διεθνών πολιτικών στρατηγικών. Υπό διερώτηση δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη δημιουργία ενός είδους «υγειονομικού τρόμου» ως εργαλείου για την κυβέρνηση αυτού που θα οριζόταν ως το worst case scenario, δηλαδή το σενάριο της χειρότερης περίπτωσης. Είναι σύμφωνα με αυτή τη λογική του χειρότερου που ήδη από το 2005 ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας είχε προειδοποιήσει για «150 εκατομμύρια νεκρούς λόγω της επερχόμενης γρίπης των πτηνών», προτείνοντας μια πολιτική στρατηγική που όμως τότε τα κράτη δεν ήταν ακόμη έτοιμα να υιοθετήσουν. Ο Ζυλμπερμάν έδειξε ότι ο προτεινόμενος μηχανισμός αρθρωνόταν σε τρία σημεία: 1) κατασκευή, στη βάση ενός πιθανού κινδύνου, ενός φανταστικού σεναρίου, στο οποίο τα δεδομένα θα παρουσιάζονται έτσι ώστε να ευνοούνται συμπεριφορές που θα επιτρέπουν να κυβερνηθεί μια ακραία συνθήκη 2) υιοθέτηση της λογικής του χειρότερου ως το επικρατών καθεστώς πολιτικής λογικής 3) πλήρης οργάνωση του σώματος των πολιτών έτσι ώστε να ενισχύεται στον μέγιστο βαθμό η αποδοχή των κυβερνητικών θεσμών, με αποτέλεσμα ένα είδος υπερθετικής πολιτειότητας, στην οποία οι επιβαλλόμενοι κανόνες θα παρουσιάζονται ως απόδειξη αλτρουισμού και ο πολίτης δεν θα έχει πλέον δικαίωμα στην υγεία (health safety), αλλά θα είναι δικαιικά υποχρεωμένος στην υγεία (biosecurity). 

Εκείνο που περιέγραψε ο Ζυλμπερμάν το 2013, επαληθεύεται πλήρως σήμερα. Είναι προφανές ότι πέρα από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνδέεται με κάποιον ιό ο οποίος στο μέλλον θα αφήσει τη θέση του σε κάποιον άλλο, η συζήτηση αφορά τον σχεδιασμό ενός παραδείγματος κυβέρνησης του οποίου η αποτελεσματικότητα ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό όλες τις μορφές κυβέρνησης που έχει γνωρίσει μέχρι τώρα η πολιτική ιστορία της δύσης. Αν ήδη, με την προοδευτική κατάρρευση των ιδεολογιών και των πολιτικών πεποιθήσεων, οι λόγοι ασφάλειας επέτρεψαν την αποδοχή εκ μέρους των πολιτών περιορισμών της ελευθερίας τους που προηγουμένως δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχτούν, η βιοασφάλεια δείχνει ικανή να προκαλέσει την απόλυτη παύση κάθε πολιτικής δραστηριότητας και κάθε κοινωνικής σχέσης ως τη μέγιστη μορφή συμμετοχής των πολιτών. Μπορούμε έτσι να παραβρεθούμε στο παράδοξο φαινόμενο οργανώσεις της αριστεράς, παραδοσιακά συνηθισμένες να διεκδικούν δικαιώματα και να καταγγέλλουν παραβιάσεις του συντάγματος, να αποδέχονται ανεπιφύλακτα περιορισμούς των ελευθεριών αποφασισμένους με πρωθυπουργικά διατάγματα και στερούμενους κάθε νομιμότητας, κάτι που ούτε ο φασισμός δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα μπορούσε επιβάλλει. 

Είναι προφανές –και οι ίδιες οι κυβερνητικές αρχές δεν σταματούν να μας το θυμίζουν– ότι η λεγόμενη «κοινωνική αποστασιοποίηση» θα αποτελεί το μοντέλο της πολιτικής που μας περιμένει και (όπως οι αντιπρόσωποι μιας λεγόμενης task force, της οποίας τα μέλη βρίσκονται σε προφανή σύγκρουση συμφέροντος με τη λειτουργία την οποία πρέπει να επιτελούν, έχουν αναγγείλει) ότι θα επωφεληθούν από αυτή την αποστασιοποίηση έτσι ώστε να αντικαταστήσουν παντού με ψηφιακούς τεχνολογικούς μηχανισμούς τις ανθρώπινες σχέσεις στη φυσικότητά τους, οι οποίες ως τέτοιες θα είναι ύποπτες μόλυνσης (πολιτικής μόλυνσης εννοείται). Οι πανεπιστημιακές διαλέξεις, που όπως έχει ήδη συμβουλέψει το υπουργείο παιδείας, θα γίνονται σταθερά τον επόμενο χρόνο on line και δεν θα αναγνωρίζουμε πλέον ο ένας τον άλλο μέσω του προσώπου (αφού αυτό θα μπορεί να καλύπτεται από μια υγειονομική μάσκα) αλλά μέσω ψηφιακών μηχανισμών που θα αναγνωρίζουν βιολογικά δεδομένα υποχρεωτικά παρμένα, ενώ κάθε «συνάθροιση», που θα γίνεται είτε για πολιτικούς λόγους είτε απλώς ένεκα φιλίας, θα συνεχίσει να απαγορεύεται. 

Είναι υπό συζήτηση μια ολόκληρη αντίληψη του πεπρωμένου της ανθρώπινης κοινωνίας, σε μια προοπτική, που από πολλές πλευρές μοιάζει να έχει πάρει από θρησκείες, τώρα πια στη δύση τους, μια αποκαλυψιακή ιδέα περί του τέλους του κόσμου. Αφού η πολιτική αντικαταστάθηκε από την οικονομία, τώρα και η οικονομία, για να μπορέσει να κυβερνήσει, πρέπει να υιοθετήσει πλήρως το παράδειγμα της βιοασφάλειας, σε σχέση με το οποίο όλα τα άλλα αιτήματα πρέπει να θυσιαστούν. Είναι νόμιμο να διερωτηθούμε αν μια τέτοια κοινωνία μπορεί ακόμη να οριστεί ως ανθρώπινη, ή αν η απώλεια των συναισθηματικών σχέσεων, του προσώπου, της φιλίας, του έρωτα, μπορεί πραγματικά να αντισταθμιστεί από μια αφηρημένη και πιθανώς εντελώς πλασματική υγειονομική ασφάλεια. 

11 Μάη 2020 

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet 

Με αυτή τη μετάφραση κλείνουμε τη μεταφραστική «Αγκαμπενιάδα» που ξεκινήσαμε κάνα δυο μήνες πριν στο blogspot των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Καθώς και άλλοι σοβαροί μεταφραστές προχωρούν στην παρουσίαση των κειμένων του ιταλού φιλοσόφου σε διάφορους ιστότοπους και ελπίζοντας ότι θα συνεχίσουν με τον ίδιο ζήλο και σεβασμό να παρουσιάζουν κείμενα ή συνεντεύξεις του, κλείνουμε προς το παρόν εδώ, θέλοντας όμως να πούμε και το εξής, εν είδει επιλόγου: Χωρίς κριτική δεν υπάρχει εξέλιξη ούτε στη σκέψη ούτε στην πράξη. Όμως άλλο η κριτική και άλλη η εμπάθεια, άλλο να εκφράζεις ρητά τη και δημόσια διαφωνία σου ακόμη και με ανθρώπους που εκτιμάς ή αγαπάς, και άλλο να φτύνεις σήμερα εκεί που έγλειφες χθες (συνήθως συμβαίνει το αντίστροφο αλλά να που με τον κορονοϊό είχαμε και αυτό το φαινόμενο).

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

Η ιατρική ως θρησκεία - Giorgio Agamben

Ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας, αυτό στο οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι πιστεύουν, έχει γίνει προφανές εδώ και καιρό. Στη σύγχρονη Δύση συνυπήρξαν και, σε κάποιο βαθμό, συνυπάρχουν ακόμη, τρία μεγάλα συστήματα πίστης: ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός και η επιστήμη. Στην ιστορία της νεωτερικότητας, αυτές οι τρεις «θρησκείες» διασταυρώθηκαν πολλές φορές, ενίοτε ήρθαν σε σύγκρουση, για να συμφιλιωθούν στη συνέχεια ποικιλοτρόπως και να φτάσουν, προοδευτικά, σε ένα είδος ειρηνικής, αρθρωμένης συμβίωσης, για να μην πούμε μιας πραγματικής και ουσιαστικής συνεργασίας στο όνομα του κοινού συμφέροντος. 

Το νέο δεδομένο είναι ότι μεταξύ της επιστήμης και των άλλων δύο θρησκειών, αναβίωσε, χωρίς να το πάρουμε είδηση, μια υπόγεια και αμείλικτη σύγκρουση, της οποίας τη νικηφόρο έκβαση υπέρ της επιστήμης την έχουμε σήμερα μπροστά στα μάτια μας, καθορίζοντας με πρωτόγνωρο τρόπο όλες τις πλευρές της ύπαρξής μας. Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά, όπως συνέβη στο παρελθόν, τη θεωρία και τις γενικές αρχές, αλλά, μπορούμε να πούμε, τη λατρευτική πράξη. Και η επιστήμη, πράγματι, όπως κάθε θρησκεία, έχει διάφορες μορφές και επίπεδα μέσω των οποίων οργανώνει και διατάσσει τη δομή της: στην επεξεργασία ενός εκλεπτυσμένου και αυστηρού δόγματος αντιστοιχεί στην πράξη μια λατρευτική σφαίρα άκρως ευρεία και τριχοειδής, που ταυτίζεται με αυτό που αποκαλούμε τεχνολογία. 

Δεν μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι πρωταγωνιστής αυτού του νέου θρησκευτικού πολέμου είναι εκείνο το μέρος της επιστήμης όπου το δόγμα είναι λιγότερο αυστηρό, με την πραγματιστική πλευρά να είναι πιο ισχυρή: η ιατρική, της οποίας το άμεσο αντικείμενο είναι το ζωντανό σώμα των ανθρώπινων όντων. Θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της νικηφόρας πίστης, με την οποία οφείλουμε να λογαριαστούμε ολοένα και περισσότερο. 

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η ιατρική, όπως και ο καπιταλισμός, δεν έχει ανάγκη ένα ιδιαίτερο δόγμα, αλλά περιορίζεται να δανείζεται από τη βιολογία τις θεμελιώδεις της έννοιες. Αυτή, ωστόσο, σε αντίθεση με τη βιολογία, αρθρώνει αυτές τις έννοιες με μια γνωστικο-μανιχαϊστική έννοια, δηλαδή σύμφωνα με μια ακραία δυαδική αντίθεση. Υπάρχει ένας θεός ή μια αρχή κακόβουλη, που είναι ακριβώς η ασθένεια, της οποίας οι ιδιαίτεροι λειτουργοί είναι τα βακτήρια και οι ιοί, και υπάρχει κι ένας θεός ή μια αρχή ευεργετική, που δεν είναι η υγεία αλλά η επούλωση, της οποίας οι λατρευτικοί λειτουργοί είναι οι γιατροί και η θεραπεία. Όπως σε κάθε γνωστικιστική πίστη, οι δύο αρχές είναι σαφώς διαχωρισμένες, όμως στην πράξη μπορούν να αλληλομολυνθούν και ίσως η ευεργετική αρχή και ο γιατρός που την αντιπροσωπεύει να κάνουν λάθος και να συνεργαστούν χωρίς να το καταλάβουν με τον εχθρό τους, όμως αυτό δεν ακυρώνει με κανέναν τρόπο τη δυαδικότητα και την αναγκαιότητα της λατρείας μέσω της οποίας η ευεργετική αρχή δίνει τη μάχη της. Και είναι σημαντικό το γεγονός ότι οι θεολόγοι που οφείλουν να διατυπώσουν τη στρατηγική είναι οι αντιπρόσωποι μιας επιστήμης, της ιολογίας, που δεν έχει τον δικό της τόπο, αλλά τοποθετείται στο όριο μεταξύ βιολογίας και ιατρικής. 

2) Αν αυτή η λατρευτική πρακτική ήταν μέχρι τώρα, όπως κάθε λειτουργία, ευκαιριακή και περιορισμένη στον χρόνο, το απροσδόκητο φαινόμενο στο οποίο παρευρισκόμαστε είναι ότι έχει γίνει διαρκής και διεισδύει παντού. Δεν πρόκειται πλέον για τη λήψη των φαρμάκων ή των προστατευτικών μέτρων όταν είναι αναγκαία μια ιατρική επίσκεψη ή μια χειρουργική επέμβαση: ολόκληρη η ζωή των ανθρώπινων όντων πρέπει κάθε στιγμή να είναι ο τόπος μιας αδιάκοπης λατρευτικής εξύμνησης. Ο εχθρός, ο ιός είναι πάντοτε παρών και πρέπει να αντιπαλεύεται αδιάκοπα, χωρίς μια πιθανή ανακωχή. Και η χριστιανική θρησκεία έχει παρόμοιες ολοκληρωτικές τάσεις, όμως αυτές αφορούν μονάχα κάποια άτομα –πιο συγκεκριμένα τους μοναχούς– που επιλέγουν να θέσουν ολόκληρη την ύπαρξή τους υπό τη διδαχή «προσευχηθείτε ασταμάτητα». Η ιατρική ως θρησκεία υιοθετεί αυτή την παυλική συνταγή και, ταυτοχρόνως, την ανατρέπει: ενώ οι μοναχοί μαζεύονται στις μονές για να προσευχηθούν από κοινού, τώρα η λατρεία πρέπει μεν να ασκείται σε ένα κοινό μέρος, όμως με τους πιστούς να είναι χωριστά και σε απόσταση. 

3) Η λατρευτική πρακτική δεν είναι πλέον ελεύθερη και εθελοντική, υποκείμενη μόνο σε κυρώσεις πνευματικής τάξης, πρέπει να καταστεί κανονιστικά υποχρεωτική. Η συμπαιγνία μεταξύ θρησκείας και βέβηλης εξουσίας δεν είναι σίγουρα κάτι το νέοˑ όμως εντελώς νέο είναι το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά πλέον, όπως συνέβαινε με τις αιρέσεις, την άσκηση των δογμάτων, αλλά αποκλειστικά την εξύμνηση της λατρείας. Η βέβηλη εξουσία οφείλει να φροντίσει έτσι ώστε η λειτουργία της ιατρικής θρησκείας, που τώρα πια ταυτίζεται με ολόκληρη τη ζωή, να τελείται με ακρίβεια. Ότι εδώ πρόκειται για μια λατρευτική πρακτική και όχι για ένα ορθολογικό επιστημονικό αίτημα γίνεται άμεσα προφανές. Η μεγαλύτερη αιτία θνησιμότητας στη χώρα μας είναι εδώ και πολύ καιρό οι καρδιοαγγειακές παθήσεις και είναι γνωστό ότι αυτές μπορούν να μειωθούν αν έχουμε έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής και μια συγκεκριμένη διατροφή. Όμως ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό οποιουδήποτε γιατρού ότι αυτή η μορφή ζωής και διατροφής, που συμβουλεύει στους ασθενείς του, θα γινόταν αντικείμενο νομικού κανονισμού, που θα όριζε ex legge τι θα πρέπει να τρώμε και πώς θα πρέπει να ζούμε, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξη σε μια υγειονομική υποχρέωση. Ακριβώς αυτό συνέβη και, τουλάχιστον προσωρινά, ο κόσμος το έχει αποδεχτεί λες και ήταν κάτι το προφανές η απάρνηση της ελευθερίας μετακίνησης, της εργασίας, των φιλικών και των ερωτικών σχέσεων, των κοινωνικών δεσμών, των θρησκευτικών και πολιτικών πεποιθήσεων. 

Θα δούμε τώρα πώς οι άλλες δύο θρησκείες της Δύσης, η θρησκεία του Χριστού και η θρησκεία του χρήματος, έδωσαν τα πρωτεία, εμφανώς χωρίς να αγωνιστούν, στην ιατρική και την επιστήμη. Η Εκκλησία απαρνήθηκε απλά και ξεκάθαρα τις αρχές της, ξεχνώντας ότι ο άγιος από τον οποίο έχει πάρει το όνομά του ο σημερινός ποντίφικας, αγκάλιαζε τους λεπρούς και ότι ένα από τα έργα της ελεημοσύνης είναι η επίσκεψη στους ασθενείς, ενώ τα μυστήρια μπορούν να τελούνται μόνο αυτοπροσώπως. Ο καπιταλισμός, από την πλευρά του, με κάποια υπόνοια διαμαρτυρίας, αποδέχθηκε τελικά την απώλεια της παραγωγικότητας, κάτι που ποτέ δεν είχε τολμήσει να δείξει στο παρελθόν, ελπίζοντας πιθανώς να έλθει αργότερα σε συμφωνία με τη νέα θρησκεία, που ως προς το συγκεκριμένο σημείο μοιάζει διατεθειμένη να συμβιβαστεί. 

4) Η ιατρική θρησκεία μάζεψε χωρίς δισταγμό από τον χριστιανισμό την εσχατολογική ιδέα που αυτός άφησε να του πέσει. Ήδη ο καπιταλισμός, εκκοσμικεύοντας το θεολογικό παράδειγμα της σωτηρίας, εξάλειψε την ιδέα περί του τέλους του κόσμου, αντικαθιστώντάς τη με μια κατάσταση διαρκούς κρίσης, στην οποία δεν υπάρχει ούτε λύτρωση ούτε τέλος. Η Κρίσις ήταν αρχικά μια ιατρική έννοια, που απεικόνιζε στο ιπποκράτειο σώμα τη στιγμή κατά την οποία ο γιατρός αποφάσιζε αν ο ασθενής θα επιβίωνε της ασθένειας. Οι θεολόγοι πήραν τον όρο για να δείξουν την τελική Κρίση, αυτό που θα συμβεί την έσχατη ημέρα. Αν δούμε την κατάσταση εξαίρεσης την οποία βιώνουμε, θα λέγαμε ότι η ιατρική θρησκεία παντρεύει τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού με τη χριστιανική ιδέα του τελικού χρόνου, ένα έσχατον στο οποίο η ακραία απόφαση είναι πάντοτε καθ’ οδόν, με το τέλος ταυτοχρόνως να επίκειται και να αναβάλλεται, σε μια διαρκή προσπάθεια ελέγχου του, χωρίς όμως ποτέ το πρόβλημα να επιλύεται άπαξ δια παντός. Είναι η θρησκεία ενός κόσμου που νιώθει ότι έρχεται το τέλος αλλά, ωστόσο, δεν είναι σε θέση, όπως ο ιπποκρατικός γιατρός, να αποφασίσει αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. 

5) Όπως ο καπιταλισμός και σε αντίθεση με τον χριστιανισμό, η ιατρική θρησκεία δεν δίνει προοπτικές σωτηρίας και λύτρωσης. Αντιθέτως, η επούλωση στην οποία στοχεύει, δεν μπορεί να είναι παρά προσωρινή, από τη στιγμή κατά την οποία ο μοχθηρός Θεός, ο ιός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί άπαξ δια παντός, αλλά μεταλλάσσεται και προσλαμβάνει διαρκώς νέες μορφές, πιθανώς πιο επικίνδυνες. Η επιδημία, όπως δείχνει η ετυμολογία της λέξης (δήμος είναι στα ελληνικά ο λαός ως πολιτικό σώμα και πόλεμος επιδήμιος στον Όμηρο είναι το όνομα του εμφύλιου πολέμου) είναι κυρίως μια πολιτική έννοια, που θέλει να αποτελέσει το νέο πεδίο της πολιτικής –ή της μη πολιτικής– παγκοσμίως. Είναι πιθανόν, μάλιστα, ότι η επιδημία την οποία βιώνουμε, να είναι η υλοποίηση του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου, που σύμφωνα με τους πιο προσεκτικούς πολιτειολόγους έχει πάρει τη θέση των παραδοσιακών παγκοσμίων πολέμων. Όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί βρισκόμαστε τώρα πια διαρκώς σε πόλεμο με τον ίδιο μας τον εαυτό, καθώς ο αόρατος και απρόβλεπτος εχθρός με τον οποίο πολεμάμε, βρίσκεται μέσα μας. 

2 Μάη 2020

Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

Νέες σκέψεις - Giorgio Agamben

Eρώτηση: Βιώνουμε, με αυτόν τον εξαναγκαστικό εγκλεισμό, έναν νέο ολοκληρωτισμό;

Απάντηση: Από ολοένα και περισσότερες πλευρές διατυπώνεται τώρα η υπόθεση ότι στην πραγματικότητα βιώνουμε το τέλος ενός κόσμου, αυτού των αστικών δημοκρατιών, θεμελιωμένων στα δικαιώματα, στα κοινοβούλια και στον διαχωρισμό των εξουσιών, που αφήνουν στη θέση τους έναν νέο δεσποτισμό, ο οποίος, όσον αφορά τη διεισδυτικότητα των ελέγχων και την παύση κάθε πολιτικής δραστηριότητας, θα είναι χειρότερος από τους ολοκληρωτισμούς που έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα. Οι αμερικανοί πολιτειολόγοι τον αποκαλούν Security State, δηλαδή ένα κράτος στο οποίο για «λόγους ασφαλείας» (στη συγκεκριμένη περίπτωση για λόγους «δημόσιας υγείας», όρος που μας κάνει να σκεφτόμαστε τις διαβόητες «επιτροπές κοινής σωτηρίας» κατά τη διάρκεια του Τρόμου) μπορεί να επιβληθεί οποιοσδήποτε περιορισμός στις ατομικές ελευθερίες. Στην Ιταλία, άλλωστε, έχουμε συνηθίσει εδώ και καιρό σε μια νομοθεσία μέσω επειγόντων διαταγμάτων εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, που με αυτόν τον τρόπο αντικαθιστά τη νομοθετική εξουσία και καταργεί εκ των πραγμάτων την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών βάσει της οποίας θεμελιώθηκε η δημοκρατία. Και ο έλεγχος που ασκούνταν με τις βιντεοκάμερες και τώρα, όπως προτείνεται, θα γίνεται μέσω των κινητών τηλεφώνων, υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό κάθε μορφή ελέγχου που ασκούνταν σε καθεστώτα ολοκληρωτικά όπως ο φασισμός ή ο ναζισμός. 

Ερώτηση: Σε σχέση με τα δεδομένα, πέρα από εκείνα που θα συλλέγονται μέσω των κινητών τηλεφώνων, μπορούμε ακόμη να σκεφτούμε για εκείνα που διαδίδονται στις αναρίθμητες συνεντεύξεις τύπου, συχνά ατελή ή κακώς ερμηνευμένα. 

Απάντηση: Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο, γιατί αγγίζει τη ρίζα του φαινομένου. Οποιοσδήποτε έχει κάποια γνώση επιστημολογίας, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί από τα γεγονός ότι τα ΜΜΕ όλους αυτούς τους μήνες διέδωσαν αριθμούς χωρίς κανένα κριτήριο επιστημονικότητας, όχι μόνο χωρίς να τους συσχετίζουν με την ετήσια θνησιμότητα για την ίδια περίοδο, αλλά χωρίς ούτε καν να διακριβώνουν την αιτία του θανάτου. Εγώ δεν είμαι ιολόγος ούτε γιατρός, όμως περιορίζομαι να παραθέσω αυτολεξεί προσβάσιμες επίσημες πηγές. 21 χιλιάδες νεκροί εξαιτίας του Covid-19 μοιάζουν και είναι σαφώς ένας εντυπωσιακός αριθμός. Όμως αν συσχετιστούν με τα ετήσια στατιστικά στοιχεία, τα πράγματα, όπως είναι λογικό, παίρνουν μια διαφορετική όψη. Ο πρόεδρος της Istat, δρ Τζαν Κάρλο Μπλαντζάρντο, ανακοίνωσε καμιά εβδομάδα πριν τους αριθμούς των θανάτων της προηγούμενης χρονιάς: 647.000 νεκροί (συνεπώς 1771 ημερησίως). Αν αναλυθούν οι αιτίες θανάτου ξεχωριστά, βλέπουμε ότι τα τελευταία σχετικά διαθέσιμα στοιχεία του 2017 καταγράφουν 230.000 νεκρούς από ασθένειες του καρδιοκυκλοφορικού, 180.000 νεκρούς από όγκους, τουλάχιστον 53.000 νεκροί από ασθένειες του αναπνευστικού. Όμως ένα στοιχείο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και αφορά τον πλησίον. 

Ερώτηση: Ποιο; 

Απάντηση: Παραθέτω τα λόγια του δρ Μπλαντζάρντο: «Τον Μάρτιο του 2019 οι θάνατοι από ασθένειες του αναπνευστικού ήταν 15.189 και την προηγούμενη χρονιά ήταν 16.220. Παρεμπιπτόντως βλέπουμε ότι ήταν περισσότεροι από το αντίστοιχο αριθμό θανόντων εξαιτίας του Covid (12.352) που δηλώθηκαν τον Μάρτιο του 2020». Όμως αν κάτι τέτοιο είναι αλήθεια και δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλλουμε, χωρίς να θέλω να ελαχιστοποιήσω τη σημασία της επιδημίας, πρέπει ωστόσο να αναρωτηθώ αν αυτή δικαιολογεί μέτρα περιορισμού της ελευθερίας που δεν έχουν παρθεί ποτέ στην ιστορία της χώρας μας, ούτε καν κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων. Γεννιέται η εύλογη αμφιβολία ότι μήπως διαδίδοντας τον πανικό και απομονώνοντας τον κόσμο στα σπίτια του, αυτό που επιθυμείται είναι η μεταβίβαση στον πληθυσμό των τεράστιων ευθυνών των κυβερνήσεων, οι οποίες είχαν προηγουμένως διαλύσει το εθνικό σύστημα υγείας, ενώ στη Λομβαρδία διεπράχθησαν και μια σειρά από όχι λιγότερο σοβαρά λάθη ως προς την αντιμετώπιση της επιδημίας. 

Ερώτηση: Ακόμη και οι επιστήμονες, στην πραγματικότητα, δεν δίνουν μια ωραία εικόνα. Φαίνεται λες και δεν είναι σε θέση να δώσουν τις απαντήσεις που περιμένουμε από αυτούς. Τι πιστεύεις; 

Απάντηση: Είναι πάντοτε επικίνδυνο να αναθέτουμε στους γιατρούς και στους επιστήμονες τη λήψη αποφάσεων που σε τελική ανάλυση είναι ηθικές και πολιτικές. Βλέπεις, οι επιστήμονες, δικαίως ή αδίκως, ακολουθούν καλόπιστα τη λογική τους, που ταυτίζεται με το συμφέρον της επιστήμης και στο όνομα της οποίας –η ιστορία το δείχνει ευρέως– είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν οποιονδήποτε ενδοιασμό ηθικής τάξεως. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι στον ναζισμό πολύ διαπρεπείς επιστήμονες ακολούθησαν την ευγονική πολιτική και δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν τα λάγκερ για να κάνουν θανατηφόρα πειράματα που θεωρούσαν χρήσιμα για την πρόοδο της επιστήμης και τη θεραπεία των γερμανών στρατιωτών. Στην παρούσα περίπτωση το θέαμα είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό, γιατί στην πραγματικότητα, ακόμη κι αν τα ΜΜΕ το κρύβουν, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των επιστημόνων και κάποιοι από τους πιο διαπρεπείς μεταξύ τους, όπως ο Didier Raoult, ίσως ο μέγιστος γάλλος ιολόγος, έχει διαφορετική γνώμη για τη σημασία της επιδημίας και την αποτελεσματικότητα των μέτρων της απομόνωσης, που σε μια συνέντευξη όρισε ως μια μεσαιωνική προκατάληψη. Έχω γράψει αλλού ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας. Η αναλογία με τη θρησκεία πρέπει να παρθεί κυριολεκτικά: οι θεολόγοι δήλωσαν ότι δεν μπορούν να ορίσουν με σαφήνεια τι είναι ο Θεός, όμως στο όνομα του έδωσαν στους ανθρώπους κανόνες συμπεριφοράς και δεν δίστασαν να κάψουν τους αιρετικούς· οι ιολόγοι παραδέχονται ότι δεν ξέρουν ακριβώς τι είναι ένας ιός, όμως στο όνομά του θέλουν να αποφασίσουν πώς πρέπει να ζουν τα ανθρώπινα όντα. 

Ερώτηση: Λέγεται –όπως συχνά συνέβη στο παρελθόν –ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν και ότι η ζωή μας πρέπει να αλλάξει. Τι θα συμβεί κατά τη γνώμη σου; 

Απάντηση: Έχω ήδη προσπαθήσει να περιγράψω τη μορφή του δεσποτισμού που οφείλουμε να περιμένουμε και ενάντια στον οποίο δεν πρέπει να κουραζόμαστε να είμαστε σε επιφυλακή. Όμως αν για μια φορά αφήσουμε το σημερινό πλαίσιο και προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τα πράγματα από τη πλευρά της μοίρας του ανθρώπινου είδους στη γη, μου έρχονται στο μυαλό οι σκέψεις ενός μεγάλου ολλανδού επιστήμονα, του Ludwig Bolk. Σύμφωνα με τον Bolk, το ανθρώπινο είδος χαρακτηρίζεται από μια προοδευτική ανάσχεση των ζωτικών φυσικών διαδικασιών προσαρμογής στο περιβάλλον, οι οποίες αντικαθίστανται από την υπερτροφική αύξηση τεχνολογικών μηχανισμών για την προσαρμογή του περιβάλλοντος στον άνθρωπο. Όταν αυτή η διαδικασία ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο, φτάνει στο σημείο στο οποίο γίνεται αντιπαραγωγική και μεταμορφώνεται σε αυτοκαταστροφή του είδους. Φαινόμενα όπως αυτό που βιώνουμε, μου φαίνεται ότι δείχνουν πως αυτό το σημείο το έχουμε φτάσει και ότι η ιατρική, που έπρεπε να θεραπεύει τα κακά μας, κινδυνεύει να παράγει ένα κακό ακόμη μεγαλύτερο. Είναι και ενάντια σε αυτόν τον κίνδυνο που οφείλουμε να αντισταθούμε με κάθε μέσο. 

Συνέντευξη που έδωσε ο Τζόρτζο Αγκάμπεν σε ιταλική εφημερίδα και αναδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet, 22 Απρίλη 2020.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2020

Φάση 2 - Giorgio Agamben

Όπως ήταν προβλέψιμο και όπως προσπαθήσαμε να θυμίσουμε σε όποιον προτιμάει να έχει τα μάτια και τα αυτιά κλειστά, η λεγόμενη φάση 2, δηλαδή η επιστροφή στην κανονικότητα, θα είναι ακόμη χειρότερη απ’ όσα έχουμε ζήσει μέχρι τώρα. Δύο μέτρα από αυτά που προετοιμάζονται είναι ιδιαιτέρως απεχθή και παραβιάζουν εμφανώς τις αρχές του συντάγματος: η δυνατότητα περιορισμένης μετακίνησης ανάλογα με την ηλικία, δηλαδή η υποχρέωση για αυτούς που είναι πάνω από εβδομήντα ετών να μένουν κλεισμένοι στο σπίτι και η εξαναγκαστική ορολογική χαρτογράφηση ολόκληρου του πληθυσμού. Όπως έχει με ακρίβεια επισημανθεί σε μια έκκληση που κυκλοφορεί τώρα στην Ιταλία, αυτή η διάκριση είναι αντισυνταγματική καθώς δημιουργεί μία δέσμη πολιτών Β κατηγορίας, αφού όλοι οι πολίτες πρέπει να είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, στους οποίους στερεί εκ των πραγμάτων την ελευθερία με μια επιβολή από τα πάνω καθόλα αδικαιολόγητη, που κινδυνεύει να βλάψει την υγεία των υπό διερώτηση ατόμων και όχι να την προστατέψει. Αυτό μαρτυρά η πρόσφατη είδηση για την αυτοκτονία δύο ανθρώπων πάνω από τα εβδομήντα, που δεν μπορούσαν πλέον να ζήσουν σε συνθήκες απομόνωσης. Άλλο τόσο παράνομη είναι η υποχρέωση της ορολογικής χαρτογράφησης, από τη στιγμή κατά την οποία το άρθρο 32 του συντάγματος θεσπίζει ότι κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε ιατρική επίσκεψη αν όχι μέσω διάταξης του νόμου, ενώ για μια ακόμη φορά, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα, τα μέτρα θα παίρνονται μέσω της έκδοσης κυβερνητικών διαταγμάτων.

Παραμένουν επιπλέον οι περιορισμοί που αφορούν τις αποστάσεις που πρέπει να κρατιούνται και η απαγόρευση των συναθροίσεων, κάτι που σημαίνει τον αποκλεισμό οποιασδήποτε δυνατότητας μιας πραγματικής πολιτικής δραστηριότητας. 

Πρέπει να δείξουμε χωρίς καθυστέρηση τη διαφωνία μας για το μοντέλο της κοινωνίας που θεμελιώνεται στη βάση της κοινωνική αποστασιοποίησης και του απεριόριστου ελέγχου το οποίο θέλουν να επιβάλλουν.


20 Απριλίου 2020

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ - Giorgio Agamben

Λοιμός σε αρχαία πόλη του Michiel Sweerts
«Η πανούκλα σήμανε για την πόλη την αρχή της διαφθοράς… Κανείς δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να συνεχίσει να κάνει αυτό που προηγουμένως έκρινε ως σωστό, γιατί πίστευε ότι μπορεί να πεθάνει πριν το πραγματοποιήσει»

Θουκυδίδης, Πελοποννησιακός πόλεμος ΙΙ, 53 

Θα ήθελα να μοιραστώ με όποιον θα το ήθελε, ένα ερώτημα το οποίο για πάνω από έναν μήνα δεν έχω σταματήσει να το σκέφτομαι. Πώς μπόρεσε και συνέβη μια ολόκληρη χώρα, χωρίς να το καταλάβει, να καταρρεύσει ηθικά και πολιτικά μπροστά σε μια ασθένεια; Τα λόγια που χρησιμοποιώ για να διατυπώσω αυτό το ερώτημα υπήρξαν ένα προς ένα προσεκτικά αξιολογημένα. Η σκέψη γύρω από τον βαθμό παραίτησης από τις ηθικές και πολιτικές μας αρχές είναι, πράγματι, πολύ απλή: πρέπει να διερωτηθούμε ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να τις απαρνηθούμε. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης που θα θεωρήσει ότι αξίζει τον κόπο να σκεφτεί τα σημεία που ακολουθούν, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει ότι –χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί ή να υποκρινόμαστε ότι δεν το έχουμε αντιληφθεί– ήδη έχουμε διαβεί το κατώφλι που χωρίζει την ανθρωπότητα από τη βαρβαρότητα. 

1) Το πρώτο σημείο, ίσως το πιο σοβαρό, αφορά τα σώματα των πεθαμένων ατόμων. Πώς μπορέσαμε να δεχτούμε, μονάχα στο όνομα ενός κινδύνου που δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια, άτομα που υπήρξαν αγαπητά και γενικά ήταν ανθρώπινα όντα, όχι μόνο θα πεθάνουν μόνα τους, αλλά και –κάτι που δεν συνέβη ποτέ πριν στην ιστορία, από την Αντιγόνη μέχρι σήμερα– τα πτώματά τους να καούν χωρίς κηδεία; 

2) Αποδεχτήκαμε επίσης χωρίς να προκαλέσουμε μεγάλα προβλήματα, μονάχα στο όνομα ενός κινδύνου που δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια, να περιοριστεί σε βαθμό που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στην ιστορία της χώρας, ούτε κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων (η απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε επιβληθεί μόνο για λίγες ώρες) η ελευθερία μας κίνησης. Αποδεχτήκαμε στη συνέχεια, μονάχα στο όνομα ενός κινδύνου που δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια, να αναστείλουμε εκ των πραγμάτων τις φιλικές και ερωτικές μας σχέσεις, καθώς ο πλησίον μας μετατράπηκε σε μια πιθανή πηγή μόλυνσης. 

3) Αυτά μπόρεσαν να συμβούν –και εδώ φτάνουμε στη ρίζα του φαινομένου– γιατί διαχωρίσαμε την ενότητα τα ζωτικής μας εμπειρίας, που είναι πάντοτε αδιαχώριστη τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, από τη μια πλευρά σε μια ενότητα καθαρά βιολογική και από την άλλη σε μια ζωή συναισθηματική και πολιτισμική. Ο Ivan Illich έχει δείξει και ο David Cayley μας το θύμισε προσφάτως, τις ευθύνες της σύγχρονης ιατρικής για αυτόν τον διαχωρισμό, που θεωρείται πλέον δεδομένος και που, αντιθέτως, είναι η μεγαλύτερη των αφαιρέσεων. Γνωρίζω καλά ότι αυτή η αφαίρεση πραγματοποιήθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη μέσω των μηχανισμών της τεχνητής αναπνοής, που μπορεί να διατηρήσει ένα σώμα σε μια κατάσταση καθαρά φυτικής ζωής. Όμως αν αυτή η κατάσταση διευρυνθεί πέρα από κάποια χωρικά και χρονικά όρια που της προσιδιάζουν, όπως γίνεται προσπάθεια να συμβεί σήμερα και να καταστεί ένα είδος κανόνα κοινωνικής συμπεριφοράς, πέφτουμε σε αντιφάσεις από τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος. Γνωρίζω ότι κάποιος θα βιαστεί να απαντήσει ότι πρόκειται για μια κατάσταση χρονικά περιορισμένη, που θα περάσει μόλις όλα γίνουν όπως πριν. Είναι στ’ αλήθεια κάτι που θα μπορούσα να το δεχθώ αν δεν ήμουν ανειλικρινής, από τη στιγμή που οι ίδιες οι αρχές οι οποίες κήρυξαν την κατάσταση ανάγκης, δεν παύουν να μας θυμίζουν ότι όταν αυτή η ανάγκη ξεπεραστεί, θα πρέπει να συνεχίσουμε να ακολουθούμε τις ίδιες ντιρεκτίβες και ότι η «κοινωνική αποστασιοποίηση», όπως αποκαλείται με έναν ιδιαίτερο ευφημισμό, θα είναι η νέα αρχή οργάνωσης της κοινωνίας. Και, ότι σε κάθε περίπτωση, αυτό που, καλόπιστα ή κακόπιστα, έχουμε αποδεχτεί να υποστούμε, δεν μπορεί να ακυρωθεί. 

Δεν μπορώ, σε αυτό το σημείο, αφού έχω αποδώσει ευθύνες στον καθένα από εμάς, να μην αναφερθώ σε εκείνους που έχουν το καθήκον να φροντίζουν για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Προπάντων η Εκκλησία, η οποία, γινόμενη θεραπαινίδα της επιστήμης, που τώρα πια έχει γίνει η πραγματική θρησκεία της εποχής μας, αρνήθηκε ριζικά τις πιο ουσιαστικές αρχές της. Η Εκκλησία, υπό έναν Πάπα που λέγεται Φραγκίσκος, ξέχασε ότι ο Φραγκίσκος αγκάλιαζε τους λεπρούς. Ξέχασε ότι οι μάρτυρες μας διδάσκουν πως πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε μάλλον τη ζωή μας παρά την πίστη μας, και ότι το να απαρνηθούμε τον πλησίον σημαίνει να απαρνηθούμε την πίστη. Μια άλλη κατηγορία που έκανε πίσω ως προς τα καθήκοντά της είναι αυτή των νομικών. Έχουμε εδώ και καιρό συνηθίσει την απερίσκεπτη χρήση επειγόντων διαταγμάτων, μέσω των οποίων η εκτελεστική εξουσία αντικαθιστά εκ των πραγμάτων τη νομοθετική εξουσία, εξαλείφοντας εκείνη την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών που ορίζει τη δημοκρατία. Όμως σε αυτή την περίπτωση ξεπεράστηκε κάθε όριο και έχω την εντύπωση ότι τα λόγια του πρωθυπουργού και του επικεφαλής της πολιτικής προστασίας έχουν άμεσα, όπως έλεγε για τα δικά του ο Φύρερ, την ισχύ νόμου. Και δεν βλέπουν ότι, καταργημένου του χρονικού ορίου ισχύος των έκτακτων διαταγμάτων, οι περιορισμοί της ελευθερίας μπορούν, όπως έχει ανακοινωθεί, να διατηρηθούν. Με ποιους νομικούς μηχανισμούς; Με μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης; Είναι καθήκον των νομικών να εξακριβώσουν κατά πόσο τηρούνται οι συνταγματικές διατάξεις, όμως οι νομικοί σιωπούν. Quare silete juristae in munere vestro; 

Ξέρω ότι θα σίγουρα θα υπάρξει κάποιος που θα απαντήσει ότι αυτή η μεγάλη θυσία γίνεται στο όνομα των ηθικών αρχών. Σε αυτόν θα ήθελα να θυμίσω ότι ο Άιχμαν, προφανώς ειλικρινής, δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει ότι έκανε αυτό που έκανε κατά συνείδηση, υπακούοντας σε εκείνες που θεωρούσε διδαχές της καντιανής ηθικής. Ένας κανόνας που ισχυρίζεται ότι πρέπει να απαρνηθούμε το καλό για να το σώσουμε, είναι εξίσου ψευδής και αντιφατικός με εκείνον που, για να προστατεύσει την ελευθερία, επιβάλλει την απάρνησή της. 

13 Απρίλη 2020 

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

Κοινωνική αποστασιοποίηση - Giorgio Agamben

«Δεν ξέρουμε που μας περιμένει ο θάνατος, μας περιμένει παντού. Ο στοχασμός για τον θάνατο, είναι ο στοχασμός για την ελευθερία. Όποιος έχει μάθει να πεθάνει, έχει ξεμάθει να υπηρετεί. Το να ξέρουμε να πεθαίνουμε μας απελευθερώνει από κάθε ζυγό και κάθε περιορισμό»

Μισέλ ντε Μονταίν 

Αφού η ιστορία μας διδάσκει ότι κάθε κοινωνικό φαινόμενο έχει ή μπορεί να έχει πολιτικές επιπτώσεις, είναι ευκαιρία να καταγράψουμε με προσοχή τη νέα έννοια που έχει κάνει σήμερα την εμφάνισή της στο πολιτικό λεξικό της Δύσης: «κοινωνική αποστασιοποίηση». Μολονότι ο όρος πιθανώς επινοήθηκε ως ένας ευφημισμός σε σχέση με τη σκληρότητα του όρου «περιορισμός», ο οποίος χρησιμοποιούνταν μέχρι σήμερα, πρέπει να διερωτηθούμε τι θα μπορούσε να σημαίνει μια πολιτική τάξη θεμελιωμένη σε αυτή την έννοια. Κάτι που καθίσταται ακόμη πιο επείγον εφόσον δεν πρόκειται μονάχα για μια υπόθεση καθαρά θεωρητική, αν είναι αλήθεια, όπως από πολλές πλευρές έχει αρχίσει να λέγεται, ότι η σημερινή επείγουσα υγειονομική συνθήκη μπορεί να θεωρηθεί ως το εργαστήριο στο οποίο ετοιμάζονται οι νέοι πολιτικοί και κοινωνικοί άξονες που αναμένουν την ανθρωπότητα.

Όποιες κι αν είναι, όπως συμβαίνει κάθε φορά, οι ανοησίες που υποθέτουν ότι μια τέτοια κατάσταση μπορεί, δίχως άλλο, να εκληφθεί σαν θετική και ότι οι νέες τεχνολογίες επέτρεπαν εδώ και καιρό να επικοινωνούμε χαρωπά από απόσταση, εγώ δεν πιστεύω ότι μια κοινότητα θεμελιωμένη στην «κοινωνική αποστασιοποίηση» είναι ανθρωπίνως και πολιτικώς βιώσιμη. Σε κάθε περίπτωση, όποια κι αν είναι η προοπτική, μου φαίνεται ότι αυτό είναι το ζήτημα για το οποίο πρέπει να σκεφτούμε. Μια πρώτη σκέψη αφορά την πραγματικά μοναδική φύση του φαινομένου που παράγουν τα μέτρα της «κοινωνικής αποστασιοποίησης».

Ο Κανέτι, σε εκείνο το αριστούργημα που είναι το Μάζα και Εξουσία, ορίζει τη μάζα επί της οποίας θεμελιώνεται η εξουσία μέσω της αντιστροφής του φόβου του αγγίγματος. Ενώ οι άνθρωποι συνήθως τρέμουν στην ιδέα πως θα τους αγγίξει κάποιος άγνωστος και όλες οι αποστάσεις που οι άνθρωποι κρατούν γύρω τους γεννιούνται από αυτόν τον φόβο, η μάζα είναι η μοναδική κατάσταση στην οποία ένας τέτοιος φόβος αντιστρέφεται στο αντίθετο του. «Μόνο στη μάζα ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει λυτρωμένος από τον φόβο του αγγίγματος… Από τη στιγμή κατά την οποία αφήνεται στη μάζα, δεν φοβάται το άγγιγμα… Οποιοσδήποτε βρίσκεται γύρω μας είναι ίσος με εμάς, τον νιώθουμε όπως νιώθουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Ξαφνικά, είναι λες και τα πάντα συμβαίνουν στο εσωτερικό ενός ενιαίου σώματος… Αυτή η αντιστροφή του φόβου του αγγίγματος είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μάζας. Η ανακούφιση που διαχέεται εδώ φτάνει σε σημαντικό βαθμό όσο περισσότερο πυκνή είναι, ακριβώς, η μάζα».

Δεν ξέρω τι θα σκεφτόταν ο Κανέτι για τη νέα φαινομενολογία της μάζας που έχουμε ενώπιον μας: αυτό που τα μέτρα της κοινωνικής αποστασιοποίησης και ο πανικός έχουν δημιουργήσει, είναι σαφώς μια μάζα –όμως μια μάζα, μπορούμε να πούμε, ανατραπείσα, φτιαγμένη από άτομα που κρατιούνται, με κάθε κόστος, σε απόσταση το ένα από το άλλο. Μια μη πυκνή μάζα, συνεπώς, αλλά αραιωμένη και η οποία, ωστόσο, είναι ακόμη μια μάζα, εφόσον αυτή, όπως επισημαίνει ο Κανέτι λίγο μετά, ορίζεται από τη συνεκτικότητα και την παθητικότητά της, με την έννοια ότι «μια πραγματικά ελεύθερη κίνηση δεν είναι με κανέναν τρόπο δυνατή… αυτή [η μάζα] περιμένει, περιμένει έναν αρχηγό, που οφείλει να της παρουσιαστεί».

Κάποιες σελίδες μετά, ο Κανέτι περιγράφει τη μάζα που δημιουργείται μέσω μιας απαγόρευσης, «στην οποία πολλά άτομα ενωμένα μαζί δεν θέλουν να κάνουν πλέον αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή έκαναν ως άτομα. Η απαγόρευση είναι ξαφνική: αυτοεπιβαλλόμενη… σε κάθε περίπτωση συμβαίνει με τη μέγιστη ισχύ. Είναι κατηγορηματική όπως μια εντολή· εξ αυτού είναι, ωστόσο, αποφασιστικός ο αρνητικός χαρακτήρας».

Είναι σημαντικό να μη μας διαφύγει το γεγονός ότι μια κοινότητα θεμελιωμένη στην κοινωνική αποστασιοποίηση δεν έχει να κάνει, όπως αφελώς θα μπορούσαμε να πιστέψουμε, με έναν ατομικισμό σπρωγμένο στα άκρα: αυτή θα είναι, ακριβώς το αντίθετο, όπως εκείνη που βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, μια μάζα αραιωμένη και θεμελιωμένη σε μια απαγόρευση, όμως, ακριβώς εξ αυτού, ιδιαιτέρως συνεκτική και παθητική. 

6 Απρίλη 2020 

Σ.τ.μ. Αυτή, όπως και η προηγούμενη παρέμβαση που δημοσιεύτηκε στο blog spot των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα, υπάρχει στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Marcel Gauchet: «Είναι μια αφύπνιση του πολιτικού» (συνέντευξη στον Martin Legros)

«Βρισκόμαστε σε πόλεμο», δήλωσε ο πρόεδρος της δημοκρατίας, ανακοινώνοντας πιο αυστηρά περιοριστικά μέτρα, την κινητοποίηση του στρατού και το κλείσιμο των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης. Κατά τη γνώμη σας, βρισκόμαστε όντως σε καθεστώς πολέμου; 

Δεν βρισκόμαστε σε καθεστώς πολέμου. Ίσως μάλιστα να μοιάζει με έναν «ψεύτικο πόλεμο». Η χρήση αυτού του όρου εκ μέρους του προέδρου της δημοκρατίας σε σχέση με την επιδημία του κορονοϊού είναι δυσανάλογη με την πραγματικότητα. Σκεφτείτε τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο με πάνω από 20.000 νεκρούς την πρώτη ημέρα του… Είμαστε πολύ μακριά από αυτό, ευτυχώς.                                                                                                                                             

Γιατί τότε ο Εμμανουέλ Μακρόν κατέφυγε σε αυτόν τον όρο;                                                                                   

Η κήρυξη καθεστώτος πολέμου είναι ο μοναδικός τρόπος που έχουμε για να ονομάσουμε την εμφάνιση του συμβάντος. Κατά τη γνώμη μου, αντιπροσωπεύει την επανεμφάνιση του πολιτικού, εννοούμενου ως αυτό που εξασφαλίζει την ύπαρξη και τη συνέχεια μιας κοινότητας, ενός συλλογικού κανόνα που επιβάλλεται σε όλους, αφού αφορά τη ζωή και τον θάνατο του καθενός. Είχαμε ξεχάσει σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό με αυτή την έννοια και ο πόλεμος έγινε ο μοναδικός τρόπος για να απεικονίσουμε αυτό το ζήτημα. Δηλαδή: έχει φτάσει η στιγμή να υποστείλουμε τις εσωτερικές μας διαιρέσεις εφόσον υπάρχει ένα έντονο αίτημα συλλογικής οργάνωσης σε σχέση με το οποίο οι μερικές μικροδιαμάχες δεν έχουν κάποιο νόημα. Το ζήτημα δεν είναι πλέον αν είμαστε υπέρ ή κατά του Μακρόν, το θέμα είναι να ξέρουμε αν ο Μακρόν κάνει τη δουλειά του. Το βαθύτερο νόημα αυτού του συμβάντος είναι το εξής: πρόκειται για μια αφύπνιση της διάστασης του πολιτικού την οποία είχαμε ξεχάσει και με την οποία πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να ασχολούμαστε λιγότερο. Από αυτή την άποψη, η σύγχυση για τη διεξαγωγή ή μη των δημοτικών εκλογών συνιστά ένα μεγάλο quiproquo. Οι δημοτικές εκλογές είναι πολιτική με την πιο χυδαία έννοια του όρου: ποιος νίκησε και ποιος έχασε. Όμως η αλήθεια είναι ότι, στο σημερινό πλαίσιο, κάτι τέτοιο δεν ενδιαφέρει κανέναν. Είναι άσχετο από την πλευρά της επιβίωσης της κοινότητας.


Δεν πρόκειται, πιο κοινότοπα, για τη συνειδητοποίηση της βαρύτητας της κατάστασης των αθεράπευτων ατόμων;

Μολονότι έχει μια εκθετική εξέλιξη, ο κορονοϊός δεν έχει, προς το παρόν, την ορατή βαρύτητα της πανούκλας ή της ισπανικής γρίπης. Συνεπώς, για τα άτομα, υπάρχει μια δυσαναλογία μεταξύ της σχετικής βαρύτητας αυτής της επιδημίας και της βαρύτητας του πολιτικού μηχανισμού που επιβάλλει να μπουν στην άκρη η ζωή και οι προσωπικές επιλογές μας. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας διαδικασίας αφύπνισης. Και θα δούμε τις προσεχείς εβδομάδες μέχρι ποιο σημείο θα μειωθεί… ή θα διευρυνθεί το χάσμα μεταξύ ατόμου και κοινότητας. Ζούμε ένα πραγματικό και ουσιαστικό πολιτικό τεστ σε μεγάλη κλίμακα. Στην κοινωνία μας, η ατομικιστική διάσταση, φιλελεύθερη και ιδιωτική έχει χάσει εντελώς το πάνω χέρι ή όχι; Θα το ανακαλύψουμε λίαν συντόμως. Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα της κρίσης που βιώνουμε.

Ξεκινώντας από το Γιουχάν, στην κεντρική Κίνα, όπου και σταθεροποιήθηκε, η επιδημία έγινε πανδημία με καταστροφικά αποτελέσματα στην παγκόσμια οικονομία, στην υγεία, κλπ. Πέρα από τις υγειονομικές και οικονομικές επιπτώσεις, ποια είναι η πολιτική διάσταση του κορονοϊού;

Εξαρτάται από τον τρόπο διαχείρισής του. Μας επαναλαμβάνουν ότι το κινεζικό πολιτικό μοντέλο, αυταρχικό ή μετα-αυταρχικό, είναι ίσως το πιο αποτελεσματικό από το δικό μας. Η «Λαϊκή Ημερησία» [επίσημο όργανο της κεντρικής επιτροπής του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος] έφτασε να διεκδικεί «την προφανή ανωτερότητα του κομμουνιστικού κόμματος και της ηγεσίας του». Ενώ το Πεκίνο τόλμησε να πει ότι «ο κόσμος μπορεί να ευχαριστήσει την Κίνα». Τώρα, στην πραγματικότητα, οφείλουμε αυτή την επιδημία στις χαρακτηριστικές ρήξεις που υπάρχουν στο κινεζικό πολιτικό μοντέλο και στη σκοτεινότητά του. Πρόκειται για ένα υγειονομικό Τσερνόμπιλ. Σε αυτό το σύστημα όπου το κόμμα και ο επικεφαλής του κατέχουν το μονοπώλιο ως προς τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, για πάνω από έναν μήνα, στην αρχή, το ζήτημα συγκαλυπτόταν σε βαθμό καταδίωξης εκείνων που είχαν σημάνει συναγερμό. Έπειτα, όταν έγιναν εμφανή τα καταστροφικά αποτελέσματα μιας τέτοιας αντίδρασης, προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα με έναν τρόπο κτηνώδη και αυταρχικό, επιβάλλοντας στην κινεζική κοινωνία βίαιους κανόνες για τους οποίους εμείς δεν είμαστε ικανοί. Όμως ήταν ήδη πολύ αργά και η επιδημία είχε ξεπεράσει τα σύνορα, γινόμενη ανεξέλεγκτη.

Θέλετε να πείτε ότι σε ένα δημοκρατικό καθεστώς η επιδημία θα μπορούσε να ελεγχθεί πιο αποτελεσματικά;

Είναι η απόδειξη αυτού που ο ινδός φιλόσοφος Αμάρτια Σεν είχε αναδείξει σε σχέση με την πείνα, αποδεικνύοντας πώς η δημοκρατία είναι πάντοτε το καλύτερο μέσο για την αποφυγή της, χάρη στην κυκλοφορία των πληροφοριών. Ζούμε την επαλήθευση αυτής της θέσης. Αν στην Κίνα βασίλευε η δημοκρατία, αυτή η επιδημία δεν θα είχε τέτοια έκταση.

Η πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ, συνέβη το 1986, προηγήθηκε της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι αυτό που περιμένει την Κίνα;

Δεν το ξέρουμε. Όμως είναι σαφές ότι το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα ξέρει τι διακυβεύεται. Αν πάει σε δίκη τους υπεύθυνους, ξέρει ότι θα είναι δύσκολο να τους καταδικάσει.

Και οι δημοκρατίες μας, στέκονται στο ύψος των περιστάσεων;

Είναι ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής ευφυΐας των κυβερνώντων μας. Και έχουμε στη διάθεσή μας αντιπαραδείγματα πολύ διδακτικά, όπως αυτά της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν: κοινωνίες πολύ εκτεθειμένες, πραγματικά προκεχωρημένες και παρόλα αυτά είχαν λιγότερους νεκρούς σε σχέση με την Κίνα ή την Ιταλία. Αυτό δείχνει ότι μπορούμε να διαχειριστούμε αλλιώς τα πράγματα.

Στη Γαλλία, ο πρόεδρος της δημοκρατίας και η κυβέρνηση έβαλαν τις αποφάσεις κάτω από το καπέλο της επιστήμης. Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει τη σύνθεση του επιστημονικού συμβουλίου ούτε τις σχέσεις βάσει των οποίων λήφθηκαν οι αποφάσεις… Δεν είναι αντιφατικό;

Δεν υπάρχει διαύγεια στη διαχείριση αυτής της κρίσης. Και πρόκειται για ένα πολιτικό λάθος. Οι κυβερνήσεις μας έχουν την τεχνοκρατική συμπεριφορά του κράτους-προστάτη αλά γαλλικά, που γνωρίζει καλύτερα από τον πληθυσμό τι πρέπει να κάνει. Αναφέρονται σε μια επιστημονική επιτροπή, της οποίας δεν δημοσιεύουν τις συμβουλές. Ενώ θα έπρεπε να υπάρξει η μέγιστη πληροφόρηση, με δεδομένη και την ύπαρξη του Ίντερνετ. Προσωπικά, εμπιστεύομαι την επιστήμη. Όμως μου αρέσει να κατανοώ τους επιστημονικούς συλλογισμούς που κατευθύνουν τις αποφάσεις. Δεν βρισκόμαστε στην εποχή της «πνευματικής εξουσίας» του Ωγκύστ Κομτ. Η επιστήμη είναι η λογική σε άσκηση, συνεπώς η δυνατότητα κατανόησης των συλλογισμών. Υπάρχει μια διπλή αποτυχία της κυβέρνησης. Καταρχήν η επιστήμη πρέπει να είναι δημόσια και όχι υπόθεση μιας περιορισμένης επιτροπής. Κατά δεύτερο λόγο, αν η επιστήμη καθορίζει τις αποφάσεις, σε τελική ανάλυση είναι ο πολιτικός συλλογισμός που κατευθύνει εδώ ή εκεί. Κρυπτόμενος πίσω από τους επιστήμονες, ο Μακρόν δεν ανέλαβε πλήρως τις υποχρεώσεις του ρόλου του.

Σε σχέση με αυτό, φαίνεται να υπάρχει ένας συμβιβασμός μεταξύ της στρατηγικής του «περιορισμού» και της «μείωσης». Στη Νότια Κορέα και στην Ταϊβάν προσπάθησαν, με κάποια επιτυχία, να εξατομικεύσουν, να κάνουν τεστ και να απομονώσουν όλες τις συμπτωματικές περιπτώσεις, προκειμένου να εμποδίσουν τη διάδοση της επιδημίας. Στην Ευρώπη, δεδομένου ότι η διάδοση ήταν ήδη πολύ προχωρημένη για να σταματήσει, έγινε προσπάθεια να επιβραδυνθεί η καμπύλη των μολύνσεων έτσι ώστε να διασωθεί το υγειονομικό σύστημα, φτάνοντας, σε κάποιες περιπτώσεις, να ειπωθεί ότι ο πληθυσμός ανοσοποιείται σιγά σιγά, περιορίζοντας τον ιό. Δεν συνιστά πρόβλημα, για την κυβέρνηση, ότι πήρε αυτή τη δύσκολη απόφαση χωρίς να το πει σαφώς στον κόσμο;

Να είμαστε ξεκάθαροι: αυτό λέγεται πολιτικό λάθος. Πρέπει να μπουν όλα τα δεδομένα στο τραπέζι. Επικρατεί ακόμη η ιδέα ότι τα άτομα είναι αρκούντως χαζά για να ενταχθούν σε μια συλλογική στρατηγική. Όμως τα δεδομένα στη δημοκρατία δείχνουν ότι τα άτομα εντάσσονται πολύ καλύτερα σε μια στρατηγική επιλογή με την οποία νιώθουν συνδεδεμένοι.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο ο Μπόρις Τζόνσον υιοθέτησε ανοιχτά τη στρατηγική της «συλλογικής ανοσίας», μη περιορίζοντας τον πληθυσμό και ανακοινώνοντας ότι πολλά εύθραυστα άτομα ή ηλικιωμένα θα πεθάνουν…

Αυτή η συμπεριφορά κυνικού πραγματισμού μας βάζει ήδη στο αυλάκι μιας συγκεκριμένης αγγλικής παράδοσης. Ξεκινά από την υπόθεση ότι το τίμημα, οικονομικά και κοινωνικά, ενός περιορισμού είναι πολύ βαρύ και καθώς η ασθένεια δεν είναι καθαυτή πολύ σοβαρή για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, είναι αναγκαίο να υποστούμε τις «παράπλευρες» απώλειες. Στην πραγματικότητα, αν ακούσουμε τις συμβουλές της βρετανικής κυβέρνησης, πρόκειται για μια επιλογή πολύ φιλελεύθερη: σε ατομικό επίπεδο αφήνουν τα άτομα ελεύθερα να κάνουν αυτό που θεωρούν καλύτερο και, μολονότι η συμβουλή είναι η παραμονή στο σπίτι, δεν παίρνονται συλλογικά μέτρα περιοριστικά και αυταρχικά. Είναι η ατομική ελευθερία και υπευθυνότητα που προηγούνται.

Έχετε μιλήσει πολλές φορές για την επιμονή της μεταφοράς του «πολιτικού σώματος» στην ευρωπαϊκή ιστορία, για την εικόνα των δύο σωμάτων του βασιλιά μέχρι τον σωματικό διχασμό μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς» στη σύγχρονη πολιτική. Δεν ξαναβρίσκουμε σήμερα, με αυτόν τον ιό, την ιδέα ότι το έθνος είναι ένα συλλογικό σώμα που μπορεί να απειληθεί η ενότητά του και που πρέπει να υπερασπίσει την ανοσία του;

Δεν είμαστε πια μια σωματική κοινωνία με έναν οργανικό δεσμό μεταξύ των προσώπων, που θα συγκεκριμενοποιούνταν στην ταύτιση με μια ολότητα, όπως το σώμα του μονάρχη που ενσάρκωνε για όλους την ενότητα και τη συνέχεια του έθνους. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια ανάγκη στα άτομα να εκλαμβάνουν τη συλλογικότητά τους σαν κάτι του οποίου αποτελούν μέρος, είτε σωματικά είτε ψυχικά. Νιώθουν μέρος σαν κάτι που φτάνει μέχρι σε αυτά. Είναι το νόημα της εικόνας του κοινωνικού σώματος. Και είναι αυτό που ο ιός θέτει σε δοκιμασία, τον ασυνείδητο δεσμό μας με τη συλλογικότητα.

Τι εξασφαλίζει την ανοσία του πολιτικού σώματος;

Δεν είναι προφανές για μια κοινωνία ατόμων η εξασφάλιση της πολιτικής της ανοσίας. Και από αυτή την άποψη βρισκόμαστε μπροστά σε μια καθαρή αντίφαση. Από τη μια πλευρά λένε στα άτομα «δυσπιστείτε μεταξύ σας, μην αγκαλιαζόσαστε, κρατάτε αποστάσεις», ενώ από την άλλη τους λένε «σκεφτείτε τους άλλους, γιατί αν κι εσείς μπορεί να μην κινδυνεύετε, είστε κίνδυνος για τους άλλους». Τα άτομα διαπερνώνται από μια ένταση μεταξύ εγωιστικής απόστασης και αλτρουιστικής εμπλοκής.

Οι συνέπειες της επιδημίας στην παγκόσμια οικονομία, η αποκατάσταση των συνόρων και η επαναφορά των κρατών δεν μας θέτουν και ενώπιον των ορίων της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης;

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την ευρύτητα αυτού του συμβάντος, όμως το πνευματικό και το ιδεολογικό σοκ είναι το πιο ισχυρό. Η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έχει πεθάνει με την έννοια ότι η αρχή σύμφωνα με την οποία το «γλυκό εμπόριο» θα ρύθμιζε όλα τα προβλήμα.τα έχει ξεπεραστεί. Η αναγκαιότητα ενός στρατηγικού συλλογισμού επιβάλλεται σε όλες τις συγκροτημένες κοινότητες. Είναι αναγκαίο ένα νέο πολιτικό software.

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο Philomag.com, στις 17/3/2020

Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Αχ, μα τι φάση… - Sergio Bianchi

Αυτές τις μέρες ζούμε μια κατάσταση υποχρεωτικού εγκλεισμού κατ’ οίκον ατομικού και ταυτοχρόνως γενικευμένου. Μια απρόβλεπτη και κεραυνοβόλα εμπειρία, που υποχρεώνει σε σκέψεις πρωτόγνωρες. 

Αναπόφευκτη, για παράδειγμα, η πνευματική σύνδεση με τη συνθήκη την οποία επιβάλλει η φυλακή, αν και με μορφές πολύ πιο ελαφρές. 

Δεν υπάρχουν σαφώς δεσμοφύλακες που στρίβουν κλειδιά στην πόρτα του κελιού, στέκονται στο κεφαλόσκαλο παίζοντας με τα ρόπαλα, κρυφοκοιτάζουν από ένα ματάκι όλα εκείνα που κάνεις, ακόμη και τα πιο προσωπικά ή, ποιος ξέρει, σε συνοδεύουν κάνα δυο φορές τη βδομάδα να κάνεις ντους συχνά με παγωμένο νερό, σε απειλούν για μεταφορά σε μέρη μακρινά από αυτά των γονέων σου ή σε «τιμωρούν» σωματικά σε περίπτωση ανυπακοής ή εξέγερσης απέναντι στον «κανονισμό». Όχι, απλώς περιορίζονται να κόβουν βόλτες κάτω από τα σπίτια ελέγχοντας τις σπανιότατες εξόδους, που αντιθέτως από εκείνες από ένα κελί φυλακής δεν είναι η ώρα προαυλισμού σε μια αυλή γεμάτη τσιμέντο, περικυκλωμένη από ψηλούς τοίχους από τσιμέντο, αλλά βολτούλες για να κατουρήσει ο σκύλος ή να κάνεις τα ψώνια περιμένοντας υπομονετικά ή ανυπόμονα στην ουρά. Μια τριανταφυλλένια φυλακή εν κατακλείδι, όμως σε κάτι ωστόσο της μοιάζει.

Ποιος ξέρει λοιπόν αν οι «συνηθισμένοι άνθρωποι» στη βάση αυτής της εμπειρίας αποκτήσουν ένα ίχνος συνείδησης για το τι είναι στην πραγματικότητα η αληθινή φυλακή, που οι περισσότεροι τη σκέπτονται σαν «ένα ξενοδοχείο με τηλεόραση». Τι είναι η ψυχολογική και σωματική βία χωρίς ανάπαυλα που φιλοξενεί. Και τι αυτή προκαλεί, παράγει και αναπαράγει με όρους τρέλας.

Ποιος ξέρει αν αυτή η κατάσταση υποχρεωτικής οικογενειακής κοινωνικότητας θα αρχίσει σε λίγο να αυξάνει κατά τρόπο ιλιγγιώδη το ποσοστό αλκοολισμού και ψυχοφαρμάκων, να αναδεικνύει τις γονικές γυναικοκτονίες –που ήδη σε «φυσιολογικές» συνθήκες δεν είναι αστείο– , το πέταγμα μωρών από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια, το πνίξιμο στον ύπνο με μαξιλάρια των παππούδων που μέχρι τώρα την είχαν γλυτώσει μυστηριωδώς από τον ιό, η σφαγή στους δρόμους τυχαίων περαστικών με μαχαίρια, πλάστες και ψαλίδια παρμένα από την κουζίνα. 

Αχ, μα τι φάση… Όμως ας είμαστε ήσυχοι αφού οι εγκληματίες, οι πραγματικοί, εκείνοι που είναι πραγματικά επικίνδυνοι, είναι κλεισμένοι σε ασφαλή και προπάντων κλειστά μέρη.

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Το υπόλοιπο του τίποτα - Lanfranco Caminiti

Η γυναίκα που έρχεται για κάποια ώρα τη μέρα για να βοηθάει τη μαμά, ανησυχεί για τον σύντροφό της που έχει μια μικρή οικοδομική επιχείρηση μαζί με τον αδελφό του. Είναι άξιοι εργαζόμενοι –το ξέρω καλά γιατί αυτοί έφτιαξαν το σπίτι στο οποίο μένω– καλοπληρώνουν τους εργάτες τους και φτιάχνουν τα πάντα. Όμως η οικοδομή έχει σταματήσει εντελώς, δεν μπορεί κανείς να δουλέψει στα εργοτάξια και άλλωστε έχουν κλείσει και οι χονδρέμποροι οικοδομικών υλικών. Έτσι άφησαν τους εργάτες στο σπίτι.

Αυτός σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί τη συγκεκριμένη στιγμή για να φτιάξει το σπίτι στο οποίο αργά ή γρήγορα θα μετακομίσουν –τώρα μένουν στο παλιό σπίτι της μαμάς του–, όμως του είπαν ότι δεν μπορεί να κάνει ούτε κι αυτό, καθώς δεν μπορεί να γυρνάει με το τρίκυκλο εδώ κι εκεί. Μπροστά από το σπίτι μου υπάρχουν τρία μαγαζιά –ένα ανθοπωλείο, ένα κομμωτήριο κι ένα μαγαζί οπτικών, όλα κλειστά. Ο ανθοπώλης κάνει και τον ξυλουργό, κι όταν βρίσκει δουλειά αφήνει τη γυναίκα του στο μαγαζί, όμως η οικοδομή έχει σταματήσει και συνεπώς δεν κάνει τίποτα. Ο οπτικός βρήκε έξτρα δουλειά στον βορρά και κάθε τόσο πήγαινε εκεί, με τη γυναίκα του να κρατάει το μαγαζί καθώς είναι και αυτή οπτικός –κάμποσο καιρό πριν προσπάθησαν επίσης να φτιάξουν ένα bed&breakfast, αλλά δεν τράβηξε· τώρα, αυτός έχει μείνει παγιδευμένες στον βορρά και αυτή είναι στο σπίτι. Για την κομμώτρια δεν ξέρω. Επιπλέον εδώ έχει κλείσει το μπαρ, το μαγαζί της «κυρίας χίλιες λίρες» είναι ανοιχτό αλλά δεν υπάρχει κανείς, ο φωτογράφος έχει κλείσει, αυτός με τις φιάλες γκαζιού είναι ανοιχτός: εδώ ακόμη αντιστέκεται η χρήση φιαλών γκαζιού –κυρίως ανάμεσα στους υπερήλικους και τα παλιά σπίτια, για τη σόμπα και συχνά και για την κουζίνα: κοστίζει 21 ευρώ μια μεσαία φιάλη των 15 λίτρων, όμως πιστεύω ότι το όριο της ήταν ακριβώς εκείνο το ευρώ, καθώς εσύ δίνεις κάτι παραπάνω για τον καφέ. Επίσης εδώ κάτω, το φαρμακείο είναι ανοιχτό, όμως ο ιδιοκτήτης του δεν είναι εκεί γιατί έχει προβλήματα υγείας και θα αρκούσε ένα κρύωμα για να τον ρίξει στο κρεβάτι, έτσι πήραν μια υπάλληλο, όμως δεν ξέρω για πόσο καιρό. Το μπαρ είναι κλειστό και τα κορίτσια που δουλεύουν παρτ τάιμ, βοηθώντας τα αδέλφια-ιδιοκτήτες, είναι στο σπίτι, αλλά και το υποδηματοπωλείο είναι κλειστό, το χαρτοπωλείο-είδη δώρων είναι κλειστό, με τις δύο υπαλλήλους να είναι επίσης στο σπίτι. 

Ακόμα περισσότερο εδώ κάτω, το ψαράδικο-κατεψυγμένα τρόφιμα έχει κλείσει και ο νεαρός που μόλις το είχε ανοίξει δεν φαίνεται πουθενά, ενώ έχει επίσης κλείσει ένα άλλο χαρτοπωλείο, όμως είναι ανοιχτό το μαγαζί με τα γαλακτομικά και τα τυριά, όντας σημείο διανομής, στο οποίο δουλεύουν τρεις κοπέλες σε δύο βάρδιες. Όμως η Φιόρε που πουλούσε στη γωνία καλάθια που έφτιαχνε η ίδια δεν υπάρχει πια, όπως ούτε η κυρία που πουλούσε μανιτάρια ή τα σαλιγκάρια τα οποία μάζευε η ίδια από την εξοχή όταν έβρεχε και τα ’στελνε ο θεός. 

Στη μικρή πλατεία, το μπαρ έχει κλείσει, όπως επίσης ένα μικρό μπακάλικο και ένα φωτογραφείο. Υπάρχει ένα άλλο μπακάλικο που λειτουργεί εδώ και κάνα μήνα, το οποίο, αντιθέτως, είναι ανοιχτό, και το λειτουργεί ένα νεαρό ζευγάρι. Στη γωνία, το μαγαζί με τα ρούχα έχει κλείσει. 

Στη λεωφόρο, έχει κλείσει το μαγαζί με ρούχα για νέους, εκείνο με τα εργαλεία ψαρέματος και το κοσμηματοπωλείο. Ο κοσμηματοπώλης αυτά τα χρόνια φάνηκε θαρραλέος, επένδυσε στην ανακαίνιση μαγαζιών που στη συνέχεια τα νοίκιαζε: μπορούσε να επιβιώσει με αυτό το εισόδημα, όμως τα μαγαζιά του έχουν όλα κλείσει και δεν ξέρω αν πληρώνουν το νοίκι. 

Στη μεγάλη πλατεία έκλεισε το μπαρ και το κουρείο, ενώ αντιστέκεται το καπνοπωλείο· μπροστά υπάρχει ένα φαρμακείο, που δουλεύει εναλλάξ μ’ ένα άλλο. Στο άνοιγμά της έκλεισε το πιο «in» μπαρ. Στον μεγάλο δρόμο είναι ανοιχτό ένα μαγαζί franchising απορρυπαντικών, όπου δουλεύουν τρεις κοπέλες ανά βάρδια, έχει κλείσει η ψησταριά που λειτουργούσε ένα νεαρό ζευγάρι και άνοιγε μόνο το βράδυ –προσπάθησαν να το λειτουργήσουν και τη μέρα αλλά δεν τράβηξε–, το ζαχαροπλαστείο, που λειτουργούσαν δύο κοπέλες κι ένα μαγαζί με οικιακές ηλεκτρικές συσκευές. Αντιστέκεται το σούπερ μάρκετ και, δίπλα, τα φρούτα και λαχανικά της «κυρίας ναι-ναι», που τη λένε έτσι γιατί αν έχει κάτι που της ζήτησες, σου απαντάει πάντοτε έτσι. Όμως έχει κλείσει ένα άλλο μπαρ, το κουρείο κι ένα περίπτερο, που του είπαν να μη βγάζει φωτοτυπίες (όμως το ποσοστό του leasing πρέπει να το πληρώνω, μου είπε) και αντί να πουλάει ένα μολύβι ή ένα τετράδιο και τέσσερις εφημερίδες προτιμάει να μένει σπίτι, με τα δύο του παιδιά. Ακόμη πιο κάτω έχουν κλείσει δύο μαγαζιά. 

Στη στροφή που οδηγεί έξω από το χωριό, έχει κλείσει το μαγαζί με τα δερμάτινα και τα αρώματα, το άλλο μαγαζί «με τα πάντα όλα», ένα άλλο ανθοπωλείο και το ιατρείο ενός παιδίατρου, αντιστέκεται το χασάπικο που έχει πολύ καλό κρέας και δουλεύουν εκεί άλλα δύο παιδιά. Πιο κάτω έχει κλείσει το μαγαζί με τα είδη κιγκαλερίας. Στο χωριό δεν τριγυρνάει πια κανείς και οι «δουλίτσες» δεν μπορούν να γίνουν: να πας στα χωράφια για δαμάσκηνα και κοπριά, να βάψεις προσόψεις και μπαλκόνια, να μεταφέρεις πράγματα, να επιδιορθώσεις έναν σωλήνα που έσπασε μέσα σ’ έναν τοίχο ή μια ηλεκτρική εγκατάσταση που χάλασε, όλα είναι μαύρα, όλα φευγάτα. Από την αγορά της Κυριακής όπου πήγαιναν οι πλανόδιοι πωλητές (και τις άλλες μέρες πήγαιναν κυκλικά στα γύρω χωριά) για να πουλήσουν ρούχα και σώβρακα, πιάτα και τηγάνια, ή οι μαύροι που πουλάνε κινητά και πλαστές τσάντες ή οι μπαγκλαντεσιανοί με τα μπιζού και τα βραχιόλια, και υπήρχαν τόσοι πάγκοι με φρούτα και λαχανικά και τυριά και λουκάνικα και σαλάμι, τίποτα. Εδώ, αν και όποτε περάσει η επιδημία, θα έχει μείνει το υπόλοιπο του τίποτα. 

Ο Λαφράνκο Καμινίτι, ιστορική φιγούρα της εργατικής αυτονομίας στον ιταλικό νότο, ζει στη Μεσίνα και είναι συνιδρυτής του περιοδικού Derive Approdi και των ομώνυμων εκδόσεων. Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των εκδόσεων.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

Σκέψεις για την πανούκλα - Giorgio Agamben

Οι σκέψεις που ακολουθούν δεν αφορούν την επιδημία, αλλά αυτό που μπορούμε να καταλάβουμε από τις αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι της. Πρόκειται, δηλαδή, να σκεφτούμε για την ευκολία με την οποία μια ολόκληρη κοινωνία αποδέχθηκε να νιώσει πανουκλιασμένη, να απομονωθεί στο σπίτι και να αναστείλει τις φυσιολογικές συνθήκες της ζωής της, τις εργασιακές της σχέσεις τη φιλία, τον έρωτα, φτάνοντας μέχρι τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις της. Γιατί δεν συνέβησαν, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς και όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, διαμαρτυρίες και εναντιώσεις; Η υπόθεση στην οποία θα ήθελα να προχωρήσω είναι ότι κατά κάποιον τρόπο, ακόμη και ασυνείδητα, η πανούκλα ήταν ήδη εδώ, ότι, προφανώς, οι συνθήκες ζωής του κόσμου είχαν γίνει τέτοιες ώστε άρκεσε ένα ξαφνικό συμβάν για να εμφανιστούν ως αυτές που είναι –δηλαδή αφόρητες, όπως ακριβώς μια πανούκλα. Και αυτό, με μια συγκεκριμένη έννοια, είναι το μοναδικό θετικό δεδομένο που μπορούμε να αντλήσουμε από την παρούσα κατάσταση: είναι δυνατόν, πιο μετά, ο κόσμος να ξεκινήσει να διερωτάται αν ο τρόπος με τον οποίο ζούσε ήταν ο σωστός. Και αυτό πάνω στο οποίο πρέπει επίσης να σκεφτούμε, είναι η ανάγκη της θρησκείας που αυτή η κατάσταση αναδεικνύει. Είναι ενδεικτική, στον λίαν τεταμένο λόγο των ΜΜΕ, μια ορολογία που δανείζεται στοιχεία από το εσχατολογικό λεξιλόγιο και η οποία, για να περιγράψει το φαινόμενο, καταφεύγει εμμονικά, προπάντων στον αμερικανικό τύπο, στη λέξη «αποκάλυψη», επικαλούμενη, συχνά σαφώς, το τέλος του κόσμου. Είναι λες και η θρησκευτική ανάγκη, που η εκκλησία δεν είναι πλέον σε θέση να ικανοποιήσει, να αναζητεί ψαχουλεύοντας έναν άλλο τόπο για να υπάρξει και να τον βρίσκει ακριβώς σε εκείνη που τώρα πια έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας: στην επιστήμη. Αυτή, όπως κάθε θρησκεία, μπορεί να παράγει δεισιδαιμονίες και φόβο ή, ωστόσο, να χρησιμοποιείται για τη διάδοσή τους. Ποτέ όπως σήμερα δεν παραβρεθήκαμε στο θέαμα, τυπικό των θρησκειών σε στιγμές κρίσης, γνωμών και συνταγών διαφορετικών και αντιθετικών μεταξύ τους, που ξεκινούν από την αιρετικά μειοψηφική θέση (αν και υποστηρίζεται από επιστήμονες με κύρος) αυτών που αρνούνται τη βαρύτητα του φαινομένου, και φτάνουν μέχρι τον κυρίαρχο ορθόδοξο λόγο που ναι μεν την αποδέχεται αλλά, ωστόσο, διαφέρει, συχνά ριζικά, ως προς τους τρόπους αντιμετώπισής της. Και, όπως πάντοτε συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, κάποιοι ειδικοί ή λεγόμενοι τέτοιοι, καταφέρνουν να εξασφαλίσουν την εύνοια του μονάρχη ο οποίος, όπως στην εποχή των θρησκευτικών διενέξεων που δίχασαν τη χριστιανοσύνη, παίρνει θέση ανάλογα με τα συμφέροντά του υπέρ του ενός ή του άλλου ρεύματος και επιβάλλει τα μέτρα του. 

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει να σκεφτούμε είναι η προφανής κατάρρευση κάθε κοινής πεποίθησης και πίστης. Θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον σε τίποτα –πέρα από τη γυμνή βιολογική ύπαρξη που πρέπει, με οποιοδήποτε κόστος, να διασωθεί. Όμως πάνω στον φόβο μήπως χάσουμε τη ζωή μας μπορεί να θεμελιωθεί μόνο μια τυραννία, μόνο ο τερατώδης Λεβιάθαν με το ξεγυμνωμένο σπαθί. 

Γι’ αυτό –όταν η έκτακτη ανάγκη, η πανούκλα, θα ανακοινωθεί ως περατωθείσα, αν ανακοινωθεί– δεν πιστεύω ότι, τουλάχιστον για όποιον έχει διατηρήσει μια ελάχιστη διαύγεια, θα είναι δυνατό να επιστρέψουμε να ζούμε όπως πριν. Και αυτό είναι ίσως σήμερα το πλέον απελπιστικό πράγμα –αν και, όπως έχει ειπωθεί, «μόνο για όποιον δεν έχει πλέον ελπίδα δόθηκε η ελπίδα». 

 27 Μάρτη 2020

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ Pierre Dardot-Christian Laval

Η πανδημία του Covid-19 είναι μια παγκόσμια υγειονομική, οικονομική και κοινωνική κρίση σε ένα εντελώς ασυνήθιστο επίπεδο. Μπορεί να αντιστοιχηθεί με ελάχιστες ιστορικές περιπτώσεις, τουλάχιστον σε σχέση με τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή η τραγωδία, εξ υπαρχής, είναι μια δοκιμασία για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δοκιμασία με τη διπλή έννοια της λέξης: πόνος, ρίσκο και κίνδυνος από τη μια πλευρά, δοκιμή, εκτίμηση και κρίση από την άλλη. Αυτό που η πανδημία θέτει σε δοκιμασία είναι η ικανότητα των πολιτικο-οικονομικών οργανισμών να αντιμετωπίσουν ένα παγκόσμιο πρόβλημα που έχει να κάνει με την αλληλεξάρτηση των ατόμων ή, με άλλα λόγια, που σχετίζεται με όλα όσα αφορούν την κοινωνική ζωή στις πιο στοιχειώδεις της μορφές. Όπως μια δυστοπία που γίνεται πραγματικότητα, αυτό το οποίο ζούμε μας επιτρέπει να διακρίνουμε εκείνο που, με την κλιματική αλλαγή, περιμένει την ανθρωπότητα σε καμιά δεκαετία, εφόσον η οικονομικο-πολιτική δομή του κόσμου δεν αλλάξει ταχέως και ριζικά. 

Μια κρατική απάντηση στην παγκόσμια κρίση; 

Πρώτη παρατήρηση: τόσο από τη μια όσο και την άλλη πλευρά, μας προϊδεάζουν για την επαναφορά της κυριαρχίας του κράτους-έθνους σαν απάντηση στην παγκόσμια κρίση, σύμφωνα με δύο τροπικότητες λίγο πολύ συμπληρωματικές και αρθρωμένες σε διάφορες χώρες: από τη μια πλευρά, ανατίθεται στο κράτος να πάρει αυταρχικά μέτρα περιορισμού των επαφών ενεργοποιώντας τη γνωστή «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (δηλωμένης ή όχι) όπως στην Ιταλία, στην Ισπανία και τη Γαλλία· από την άλλη, ανατίθεται στο κράτος να προστατεύσει τους πολίτες από την εισαγωγή ενός ιού που έρχεται από το εξωτερικό. Κοινωνική πειθάρχηση και εθνικός προστατευτισμός θα είναι οι δύο βασικοί άξονες του αγώνα ενάντια στην πανδημία. Ξαναβρίσκουμε λοιπόν τις δύο όψεις της κρατικής κυριαρχίας: κυριάρχηση ως προς το εσωτερικό και ανεξαρτησία ως προς το εξωτερικό. 

Δεύτερη παρατήρηση: απευθυνόμαστε, εξίσου, στο κράτος, προκειμένου να βοηθήσει τις μεγάλες, μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις έτσι ώστε να ξεπεράσουν τη δοκιμασία, με τις ενισχύσεις και τις πιστωτικές εγγυήσεις τις οποίες έχουν ανάγκη αφενός για να μη χρεοκοπήσουν και αφετέρου για να διατηρήσουν, στο μέτρο του δυνατού, τις θέσεις εργασίας. Το κράτος δεν έχει πλέον ενδοιασμούς προκειμένου να διαθέσει πόρους χωρίς όρια οι οποίοι αφορούν τη «σωτηρία της οικονομίας» (whatever it takes), όταν μέχρι προχθές αντιτιθόταν σε όλα τα αιτήματα για αύξηση της εργατικής δύναμης στα νοσοκομεία και του αριθμού κρεβατιών ΜΕΘ, με τον εμμονικό σεβασμό των ορίων που θέτει ο προϋπολογισμός και των περιορισμών που επιβάλλει το δημόσιο χρέος. Τα κράτη μοιάζουν να ανακαλύπτουν σήμερα τις αρετές της παρέμβασης, τουλάχιστον στον βαθμό που αφορά την υποστήριξη των ιδιωτικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και την εγγύηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. 

Αυτή η απότομη αλλαγή πορείας που, λανθασμένα, θα μπορούσε να εκληφθεί σαν το τέλος του νεοφιλελευθερισμού, στρέφει την προσοχή μας σε ένα κεντρικό ζήτημα: η καταφυγή σε δεδομένα που έχουν να κάνουν με την κρατική κυριαρχία, στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, είναι σε θέση να απαντήσει σε μια πανδημία που φτάνει το μεδούλι των στοιχειωδών μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης; Αυτό στο οποίο παρευρισκόμαστε δεν σταματά να μας ανησυχεί. Η θεσμική ξενοφοβία των κρατών εκδηλώνεται ταυτοχρόνως με τη συνειδητοποίηση της θνησιμότητας του ιού για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Είναι σύμφωνα με την τάξη διασποράς της πανδημίας που τα ευρωπαϊκά κράτη έδωσαν τις πρώτες απαντήσεις στη διάδοση του κορονοϊού. Ταχέως, η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών, κυρίως στην κεντρική Ευρώπη, στοιχήθηκαν πίσω από τα διοικητικά τείχη του εθνικού εδάφους προκειμένου να προστατεύσουν τους πληθυσμούς τους από τον «ιό των ξένων». Η λογική των χωρών που πρώτες περικλείστηκαν, υποτάχτηκε σε αξιοσημείωτο βαθμό στη γραμμή της κρατικής ξενοφοβίας. Ο Όρμπαν άναψε το φυτίλι: «Διεξάγουμε έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα, αυτό της μετανάστευσης και αυτό του κορονοϊού, που υπάρχουν γιατί και τα δύο διαδίδονται μέσω των μετακινήσεων». 

Ο ίδιος λόγος υιοθετήθηκε τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο: Κάθε ξεχωριστό κράτος πρέπει να αυτοπροστατευτεί, προς μεγάλη χαρά όλων των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων ακροδεξιών. Όμως η μεγαλύτερη ντροπή υπήρξε η απουσία αλληλεγγύης μεταξύ των γειτονικών χωρών. Η εγκατάλειψη της Ιταλίας στην τύχη της από τη Γαλλία και τη Γερμανία, που έφτασαν σε τέτοιο βαθμό εγωισμού ώστε να αρνηθούν την αποστολή ιατρικού εξοπλισμού και προστατευτικών μασκών, έκρουσε την επιθανάτια καμπάνα μιας Ευρώπης οικοδομημένης στη βάση του ανελέητου ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών. 

Κρατική κυριαρχία και στρατηγικές επιλογές 

Στις 11 Μάρτη, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους κήρυξε την κατάσταση πανδημίας, ανησυχώντας στον μέγιστο βαθμό με την ταχύτητα διάδοσης του ιού και το «ανησυχητικό επίπεδο αδράνειας» των κρατών. Πώς εξηγήθηκε αυτή η κατάσταση αδράνειας; Η πιο πειστική ανάλυση ήταν αυτή της Σουέρι Μουν, ειδική σε πανδημίες και συνδιευθύντρια του Κέντρου Παγκόσμιας Υγείας του Ινστιτούτου των Διεθνών Σπουδών της Ανάπτυξης: «Η κρίση που διερχόμαστε δείχνει την επιμονή της αρχής της εθνικής κυριαρχίας στις διεθνείς υποθέσεις. Όμως δεν υπάρχει εδώ κάτι το εκπληκτικό. Η διεθνής συνεργασία υπήρξε ανέκαθεν εύθραυστη, όμως έχει γίνει περισσότερο εύθραυστη σήμερα απ’ ότι πέντε χρόνια πριν, λόγω της εκλογής πολιτικών ηγετών, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ευελπιστούν για την εγκατάλειψη της παγκοσμιοποίησης. Χωρίς την παγκόσμια προοπτική που δίνει ο ΠΟΥ, οδεύουμε προς την καταστροφή (…) κάτι που θυμίζει στους πολιτικούς ηγέτες και στους παγκόσμιους διαχειριστές της υγείας ότι η οικουμενική προσέγγιση στην πανδημία και στην αλληλεγγύη είναι τα πλέον θεμελιώδη στοιχεία για μια υπεύθυνη δράση εκ μέρους όλων των πολιτών». Παρότι τέτοιες εκκλήσεις είναι θεμελιωμένες και ορθές, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο ΠΟΥ εδώ και πολλές δεκαετίες στηρίζεται οικονομικά σε ιδιωτικούς πόρους (το 80% της χρηματοδότησης προέρχεται από επιχειρηματικές δωρεές και ιδιωτικά ιδρύματα). Παρόλα αυτά, ο ΠΟΥ θα μπορούσε από την αρχή να αποτελέσει το κέντρο της συνεργασίας στον αγώνα ενάντια στην πανδημία, όχι μόνο γιατί, μετά τις αρχές Γενάρη, οι πληροφορίες του σχετικά με το ζήτημα ήταν αξιόπιστες, αλλά κυρίως γιατί οι συμβουλές του για ριζικό και έγκαιρο έλεγχο της επιδημίας ήταν επίκαιρες. 

Για τον διευθυντή του ΠΟΥ, η επιλογή της άρνησης μιας συστηματικής χρήσης των τεστ για τη θετικότητα στον Covid 19 για την ανίχνευση της μόλυνσης, κάτι που είχε καλά αποτελέσματα τόσο στη Νότια Κορέα όσο και στην Ταϊβάν, συνιστά ένα τεράστιο λάθος, που συνέβαλε στη διάδοση του ιού σε όλες τις άλλες χώρες. Όμως πίσω από αυτή την καθυστέρηση υπάρχουν δύο στρατηγικές θέσεις. Χώρες όπως η Νότια Κορέα έχουν επιλέξει τον συστηματικό έλεγχο, την απομόνωση των φορέων του ιού και την «κοινωνική αποστασιοποίηση». Η Ιταλία υιοθέτησε μεταγενέστερα τη στρατηγική του απόλυτου κλεισίματος για τον περιορισμό της επιδημίας, σύμφωνα με το παράδειγμα της Κίνας. Άλλες χώρες περίμεναν πολύ πριν αντιδράσουν, προχωρώντας στη φαταλιστική και κρυπτο-δαρβινική επιλογή της στρατηγικής της «ανοσίας της αγέλης». Η Μεγάλη Βρετανία του Μπόρις Τζόνσον είχε, σε πρώτο χρόνο, ακολουθήσει την επιλογή της παθητικότητας, φτάνοντας τελικά, και με τρόπο πιο διφορούμενο, να υιοθετήσει περιοριστικά μέτρα ανάλογα αυτών στη Γαλλία και τη Γερμανία, για να μη μιλήσουμε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Πιεσμένες ανάμεσα στη «μείωση» ή στην «επιβράδυνση» της επιδημίας μέσω του ισιώματος της καμπύλης των μολύνσεων, αυτές οι χώρες αρνήθηκαν εκ των πραγμάτων να την εξαλείψουν με τον έλεγχο των πρώτων μολυσμένων μέσω της συστηματικής τους επιτήρησης, αλλά και το απόλυτο κλείσιμο του πληθυσμού, όπως στην περίπτωση του Γιουχάν και της επαρχίας Χουμπέι. Αυτή η στρατηγική συλλογικής ανοσοποίησης προϋποθέτει να αποδεχτούμε ότι το 50% μέχρι το 80% του πληθυσμού θα μολυνθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις των γερμανών πολιτικών ηγετών και της γαλλικής κυβέρνησης. Αποδεχόμενοι, συνεπώς, τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων, αν όχι εκατομμυρίων ατόμων, ιδιαιτέρως αυτών που ορίζονται ως τα «πλέον ευάλωτα». Ο προσανατολισμός του ΠΟΥ είναι ωστόσο ξεκάθαρος: τα κράτη δεν πρέπει να απαρνηθούν τον συστηματικό έλεγχο και την ανίχνευση των μετακινήσεων των ατόμων που έχουν αποδειχθεί θετικοί στον ιό. 

Ο «φιλελεύθερος πατερναλισμός» στην εποχή της επιδημίας 

Γιατί τα κράτη δεν συμφωνούν ως προς το να δείξουν εμπιστοσύνη στον ΠΟΥ και κυρίως γιατί δεν έχουν δεχθεί τον νευραλγικό ρόλο που παίζει ο συντονισμός των στρατηγικών απαντήσεων στην πανδημία; Στο οικονομικό επίπεδο, η επιδημία στην Κίνα εκβίασε την οικονομικο-πολιτική εξουσία, οδηγώντας την τόσο στο σταμάτημα της παραγωγής και των ανταλλαγών όσο και στην εκκίνηση μιας οικονομικο-χρηματιστικής κρίσης ιδιαίτερης βαρύτητας. Η αμηχανία της Γερμανίας, της Γαλλίας και ακόμη περισσότερο των Ηνωμένων Πολιτειών, οφείλεται στο γεγονός ότι οι κυβερνήσεις τους είχαν επιλέξει να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο σε λειτουργία την οικονομία της αγοράς ή, καλύτερα, να επιμένουν στη διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ υγειονομικών και οικονομικών απαιτήσεων εν μέσω μιας κατάστασης παρακολουθούμενης καθημερινά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις γνωστές πια και πολύ πιο δραματικές προβλέψεις. Πρόκειται για τις καταστροφικές προβλέψεις του Imperial College, σύμφωνα με τις οποίες το laisez faire θα επέφερε εκατομμύρια θύματα, κάτι που οδήγησε τελικά τις κυβερνήσεις, μεταξύ 12 και 15 Μάρτη, συνεπώς ήδη πολύ αργά, στη λύση του γενικευμένου κλεισίματος. 

Είναι εδώ που παρεμβαίνουν οι δυσοίωνες απόψεις της συμπεριφορικής οικονομίας και της θεωρίας της ώθησης (η θεωρία της nudge) στις πολιτικές αποφάσεις. Ξέρουμε τώρα πια ότι η «nudge unit» που συμβουλεύει η βρετανική κυβέρνηση, κατάφερε να εισάγει τη θεωρία σύμφωνα με την οποία τα άτομα, υποχρεωμένα και εξαναγκασμένα από αυστηρούς κανόνες, θα αφήνονταν να δράσουν ελεύθερα τη στιγμή κατά την οποία θα αποδεικνυόταν λιγότερο αναγκαία, δηλαδή όταν θα είχε φτάσει η κορύφωση της επιδημίας. Από το 2010, η οικονομική προσέγγιση του Richard Thaler όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του Nudge, επηρεάζει την «αποτελεσματική διακυβέρνηση» του κράτους. Αυτή η θεωρία συνίσταται στο να καλούνται τα άτομα, χωρίς να εξαναγκάζονται, να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις μέσω «ωθήσεων», δηλαδή γλυκών, έμμεσων, ευχάριστων και προαιρετικών παραινέσεων, με το άτομο να πρέπει να μένει τελικά ελεύθερο ως προς τις επιλογές του. Ένας τέτοιος «φιλελεύθερος πατερναλισμός», σε σχέση με τη μάχη ενάντια στην επιδημία, μπορεί να πάρει δύο κατευθύνσεις: από τη μια πλευρά έχουμε την άρνηση του ελέγχου της ατομικής συμπεριφοράς και την πίστη στις «πράξεις-ανάχωμα»: κράτημα αποστάσεων, πλύσιμο των χεριών, απομόνωση εφόσον νοσήσεις, όλα όσα έχουν να κάνουν με την προστασία του ατομικού σου συμφέροντος. Το στοίχημα της γλυκιάς και εθελουσίας υποκίνησης είναι ριψοκίνδυνο, δεν βασίζεται σε κανένα επιστημονικό δεδομένο ότι θα έδειχνε την καταλληλότητά του σε κατάσταση επιδημίας. Πράγματι, οδήγησε στις υπερβολές που ξέρουμε. Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι αυτή υπήρξε και η επιλογή των γάλλων υπευθύνων μέχρι το Σάββατο 14 Μάρτη. Ο Μακρόν αρνήθηκε να πάρει μέτρα κλεισίματος δεδομένου ότι, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος στις 6 Μάρτη, «αν υιοθετηθούν πολύ παρεμποδιστικά μέτρα, δεν θα μπορέσουμε να τα υποστηρίξουμε σε βάθος χρόνου». Όταν βγήκε από το θέατρο στο οποίο είχε πάει την ίδια μέρα με τη σύζυγό του, δήλωσε: «Η ζωή συνεχίζεται. Δεν υπάρχει λόγος, πέρα από τα ευαίσθητα άτομα, να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας». Μέσα από αυτά τα λόγια, που σήμερα μοιάζουν ανεύθυνα, δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε ότι η εκδοχή του φιλελεύθερου πατερναλισμού ήταν ένας ακόμη τρόπος ώστε να έρθουν τα δρακόντεια μέτρα που αναγκαστικά χτύπησαν την οικονομία. 

Κρατική κυριαρχία ή δημόσιες υπηρεσίες; 

Η αποτυχία του φιλελεύθερου πατερναλισμού οδήγησε τις πολιτικές αρχές σε μια στροφή που ξεκίνησε με το προεδρικό διάγγελμα της 12ης Μάρτη, με την επίκληση της εθνικής ενότητας, της ιερής ένωσης, της «ψυχικής δύναμης» του γαλλικού λαού. Το δεύτερο διάγγελμα του Μακρόν στις 16 Μάρτη ήταν ακόμα πιο σαφές ως προς την επιλογή της θέσης και της πολεμικής ρητορικής: έφτασε η ώρα της γενικής κινητοποίησης, της «πατριωτικής αυταπάρνησης», αφού «βρισκόμαστε σε πόλεμο». Τώρα πια έχουμε τη μορφή του κυρίαρχου κράτους, που εκδηλώνεται με τον πλέον ακραίο αλλά και πιο κλασικό τρόπο, αυτόν του σπαθιού που θα χτυπήσει τον εχθρό «που είναι εδώ, αόρατος, ανείπωτος και προοδεύει». 

Όμως υπήρχε και μια άλλη διάσταση στο διάγγελμά του της 12ης Μάρτη, που δεν παρέλειψε να μας εκπλήξει. Ο Εμμανουέλ Μακρόν ξαφνικά και σχεδόν ως εκ θαύματος, μεταμορφώθηκε σε υπερασπιστή του Κράτους-πρόνοιας και της δημόσιας υγείας, φτάνοντας να υποστηρίξει την αδυνατότητα να ανάγουμε τα πάντα στη λογική της αγοράς. Πολυάριθμοι σχολιαστές και πολιτικοί, κάποιοι από τους οποίους της αριστεράς, έσπευσαν να αναγνωρίσουν σε αυτή τη θέση μια παραδοχή της αναντικατάστατης λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών. Εν κατακλείδι, έχουμε εδώ μια μορφή αντίδρασης διαφορετική από το ερώτημα που του τέθηκε στην επίσκεψη του στο νοσοκομείο Σαλπετριέρ στις 27 Φλεβάρη: στον καθηγητή της νευρολογίας που τον ρώτησε θα υπάρξει κάποια παρέμβασή του υπέρ των νοσοκομείων, ο Μακρόν απάντησε καταφατικά, τουλάχιστον ως προς τα βασικά. Το γεγονός ότι οι αναγγελίες του σε αυτή την περίπτωση ήταν σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικές και δεν αμφισβητούσαν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ακολουθούνται μεθοδικά εδώ και χρόνια, αναγνωρίστηκε εξαρχής. 

Αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο. Στη διάρκεια της συνέντευξης, ο Πρόεδρος αναγνώρισε ότι «το αναθέσουμε τη διατροφή μας, την προστασία μας, την ικανότητά μας για φροντίδα, το πλαίσιο της κοινής ζωής μας, σε άλλους» θα ήταν «μια τρέλα» και ότι καθίσταται πλέον αναγκαίο «να ξαναπάρουμε τον έλεγχο». Αυτή η επίκληση της κυριαρχίας του κράτους-έθνους χαιρετίστηκε από πολλές πλευρές, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών. Η υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών μπερδεύτηκε με τις κρατικές επιταγές: η απομάκρυνση της δημόσιας υγείας από τη λογική της αγοράς θα σήμαινε μια ενέργεια επίδειξης κυριαρχίας, μέσω της οποίας θα διορθώνονταν οι πολυάριθμες αναθέσεις που έχουν να κάνουν με την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως είναι τόσο προφανές ότι η έννοια των δημόσιων υπηρεσιών έχει να κάνει με την κρατική κυριαρχία, λες και η πρώτη θεμελιώνεται στη δεύτερη, αλλά και ότι οι δύο έννοιες είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους; Το ερώτημα αξίζει μια εξέταση πολύ πιο σοβαρή, εφόσον πρόκειται για ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της κρατικής κυριαρχίας. 

Ξεκινάμε με το ζήτημα της φύσης της κρατικής κυριαρχίας. Κυριαρχία σημαίνει, για την ακρίβεια, «υπεροχή» (από το λατινικό superanus), όμως απέναντι σε τι; Σε σχέση με τους νόμους και τις υποχρεώσεις κάθε είδους που μπορούν να περιορίσουν την ισχύ του κράτους, είτε στις σχέσεις του με άλλα κράτη είτε στις σχέσεις του με τους πολίτες του. Το κυρίαρχο κράτος τίθεται υπεράνω των ενασχολήσεων και των υποχρεώσεων, όντας ελεύθερο να τις διαπραγματεύεται και να τις ανακαλεί κατά το δοκούν. Όμως το κράτος, εκλαμβανόμενο ως δημόσιο πρόσωπο, μπορεί να δρα μόνο μέσω των αντιπροσώπων του, που οφείλουν να ενσαρκώνουν τη συνέχειά του πέρα από τη διάρκεια άσκησης της δικής τους λειτουργίας. Η υπεροχή του κράτους σημαίνει, συνεπώς, εκ των πραγμάτων, την υπεροχή των αντιπροσώπων του έναντι των νόμων, των υποχρεώσεων και των ενασχολήσεων, που θα μπορούσαν να τους δεσμεύουν διαρκώς. Και είναι αυτή η υπεροχή που έχει αναχθεί σε καταστατική αρχή εκ μέρους όλων των κυριαρχιστών. Ωστόσο, όσο κι αν μπορεί να είναι δυσάρεστη αυτή η αλήθεια γι’ αυτούς, αυτή η αρχή ισχύει ανεξαρτήτως του πολιτικού προσανατολισμού των κυβερνώντων. Το ουσιώδες είναι ότι αυτοί δρουν με την ιδιότητα των αντιπροσώπων του κράτους, οποιαδήποτε ιδέα κι αν έχουν για την κρατική κυριαρχία. 

Οι αναθέσεις, που στη συνέχεια συμφωνήθηκαν από τους αντιπροσώπους του γαλλικού κράτους δίνουν τα πρωτεία στην ΕΕ, αφού η συγκρότηση της ΕΕ προχώρησε, ήδη από τα πρώτα της βήματα, βάσει της αρχής της κρατικής κυριαρχίας. Με τον ίδιο τρόπο, το γεγονός ότι το γαλλικό κράτος, όπως πολλά άλλα στην Ευρώπη, απαρνήθηκε τις διεθνείς υποχρεώσεις του όσον αφορά την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντάσσεται στη λογική της κυριαρχίας: η διακήρυξη για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβάλλει στα κράτη να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον υγιές και προστατευτικό, όμως οι νόμοι και οι πρακτικές των κρατών που την υπέγραψαν, ιδιαιτέρως εκείνες της Γαλλίας στα σύνορά της με την Ιταλία, παραβιάζουν τέτοιες υποχρεώσεις. Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις όσον αφορά το κλίμα, σε σχέση με τις οποίες τα κράτη συμπεριφέρονται κατά το δοκούν, σύμφωνα με τα τρέχοντα συμφέροντά τους. Ακόμη και στο επίπεδο του δημοσίου δικαίου, το κράτος δεν έμεινε πίσω. Έτσι, για να μείνουμε στη γαλλική περίπτωση, τα δικαιώματα των ιθαγενών αμερικανών στη Γουϊνέα δεν γίνονται δεκτά στο όνομα της αρχής της «μίας και αδιαίρετης δημοκρατίας», έκφραση που παραπέμπει, για μια ακόμη φορά, στην καθαγιασμένη κρατική κυριαρχία. Σαφώς, αυτή η τελευταία είναι το άλλοθι που επιτρέπει στους αντιπροσώπους του κράτους να απαλλάσσονται από οποιαδήποτε υποχρέωση νομιμοποίησης του ελέγχου τους από τους πολίτες. Το να λάβουμε υπόψη αυτό το σημείο, θα μας βοηθήσει να εξηγήσουμε τον δημόσιο χαρακτήρα των λεγόμενων «δημόσιων» υπηρεσιών. 

Είναι το νόημα της λέξης «δημόσιο» στο οποίο πρέπει να στρέψουμε όλη την προσοχή μας. Πολύ συχνά λέγεται ότι σε αυτή την έκφραση, το «δημόσιο» είναι απολύτως ασύμβατο με το «κρατικό». Και αυτό γιατί το publicum όπως εκλαμβάνεται εδώ, παραπέμπει όχι μόνο στην κρατική διοίκηση, αλλά σε ολόκληρη τη συλλογικότητα, στον βαθμό που αυτή συγκροτείται από το σύνολο των πολιτών: οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι κρατικές υπηρεσίες με την έννοια ότι το κράτος θα μπορούσε να τις παρέχει κατά το δοκούν, ούτε είναι μια προβολή του κράτους, είναι δημόσιες εφόσον βρίσκονται «στην υπηρεσία του δημοσίου». Ανήκουν με αυτή την έννοια σε μια θετική υποχρέωση του κράτους έναντι των πολιτών του. Με άλλα λόγια, το κράτος και οι κυβερνώντες τις οφείλουν στους κυβερνώμενους και μακράν απέχουν από το να είναι μια χάρη που το κράτος κάνει στους κυβερνώμενους, όπως η διατύπωση «κράτος πρόνοιας», αντιμαχόμενη εφόσον είναι φιλελεύθερης έμπνευσης, ακούγεται. Ο νομικός Λεόν Ντιγκουί, μεγάλος θεωρητικός των δημοσίων υπηρεσιών, το είχε επισημάνει ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα: είναι το υπεροχή των υποχρεώσεων των κυβερνώντων έναντι των κυβερνωμένων που συνιστά το θεμέλιο εκείνης που αποκαλείται «δημόσια υπηρεσία». Κατά τη γνώμη του, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν συνιστούν μια εκδήλωση της κρατικής ισχύος, αλλά είναι το όριο της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτές συνιστούν αυτό μέσω του οποίου οι κυβερνώντες είναι υπηρέτες των κυβερνωμένων. Αυτές οι υποχρεώσεις, που επιβάλλονται στους κυβερνώντες, επιβάλλονται επίσης στους λειτουργούς των κυβερνώντων και είναι αυτές που θεμελιώνουν τη «δημόσια ευθύνη». 

Γι’ αυτόν τον λόγο οι δημόσιες υπηρεσίες εντάσσονται στην αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, που επιβάλλεται σε όλους και όχι στην αρχή της κυριαρχίας που είναι ασύμβατη με εκείνη της δημόσιας ευθύνης. Αυτή η αντίληψη των δημοσίων υπηρεσιών καταπιέστηκε σαφώς από τη μυθιστορία της κρατικής κυριαρχίας. Όμως είναι αυτή που συνεχίζει να μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε, μέσω μιας εντονότατης σχέσης, αυτό που οι πολίτες διατηρούν με ότι θεωρούν ως θεμελιώδες δικαίωμα. Είναι γεγονός ότι το δικαίωμα των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες είναι σαφώς αντίστοιχο με την εγγύηση των δημόσιων υπηρεσιών από την πλευρά των αντιπροσώπων του κράτους. Να γιατί οι διάφορες ευρωπαϊκές χώρες που χτυπιούνται από την κρίση, θέλησαν να επιδείξουν ποικιλοτρόπως την αφοσίωσή τους σε αυτές τις υπηρεσίες στον καθημερινό αγώνα ενάντια στον κορονοϊό: έτσι, οι πολίτες πολυάριθμων ισπανικών πόλεων χειροκρότησαν από τα μπαλκόνια τους τους ανθρώπους των υγειονομικών υπηρεσιών, ανεξαρτήτως από τη στάση που έχουν απέναντι στο συγκεντρωτικό, ενιαίο κράτος. Αυτά τα δύο πράγματα πρέπει να διακριθούν προσεκτικά. Η αφοσίωση των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες, ιδιαιτέρως στις νοσοκομειακές, δεν είναι καθόλου μια αποδοχή των αρχών ή της δημόσιας εξουσίας στις διάφορες μορφές τους, αλλά μια προσκόλληση σε υπηρεσίες που έχουν ουσιαστικά ως στόχο τους την ικανοποίηση των αναγκών του κοινού. Μακράν από επίδειξη μιας ταυτοτικής υπόκλισης στο έθνος, αυτή η προσκόλληση μαρτυρά μια έννοια του οικουμενικού που διαπερνά τα σύνορα και μας κάνει όλους ευαίσθητους στις δοκιμασίες που βιώνουν οι «συμπολίτες μας στην πανδημία», είτε αυτοί είναι Ιταλοί, Ισπανοί και, τελικά, ευρωπαίοι ή όχι. 

Το επείγον των παγκόσμιων κοινών αγαθών 

Δεν μπορούμε να δείξουμε εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του Μακρόν σύμφωνα με την οποία αυτός θα είναι ο πρώτος που θα βάλει σε συζήτηση το «αναπτυξιακό μας μοντέλο» μετά την κρίση. Μπορούμε μάλιστα νομίμως να σκεφτούμε ότι τα δραστικά μέτρα σε οικονομικό επίπεδο θα είναι τα ίδια με εκείνα του 2008 και θα στοχεύουν σε «μια επιστροφή στην κανονικότητα», δηλαδή στην καταστροφή του πλανήτη και στην αυξανόμενη ανισότητα των κοινωνικών συνθηκών. Θα πρέπει προπάντων να φοβόμαστε ότι ο λογαριασμός για τη «διάσωση της οικονομίας» θα βαρύνει και πάλι τους μισθωτούς και τους πιο φτωχούς. Ωστόσο, χάρη σε αυτή την επείγουσα συνθήκη, άλλαξε κάτι που δείχνει πως τίποτα δεν θα είναι το ίδιο με πριν. Ο κρατικός κυριαρχισμός, με τις σκέψεις περί ασφάλειας και την ξενοφοβία του, απέδειξε τη χρεοκοπία του. Μακράν από το να περιορίζει το παγκόσμιο κεφάλαιο, τροποποιεί απλώς τη δράση του, επιτείνοντας τον ανταγωνισμό.

Δύο πράγματα είναι τώρα πια ξεκάθαρα για εκατομμύρια άτομα. Από τη μια πλευρά, η αναγκαιότητα μετασχηματισμού των δημόσιων υπηρεσιών σε θεσμούς του κοινού, ικανούς να ενεργοποιήσουν τη ζωτική αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπινων όντων. Από την άλλη, έγινε ξεκάθαρη πλέον η επείγουσα πολιτική ανάγκη της ανθρωπότητας, δηλαδή η θέσμιση παγκόσμιων κοινών αγαθών. Εφόσον οι κίνδυνοι είναι παγκόσμιοι και η αλληλοβοήθεια πρέπει να είναι παγκόσμια, οι πολιτικές πρέπει να συντονίζονται, τα μέσα και οι γνώσεις πρέπει να μοιράζονται, η συνεργασία οφείλει να είναι ο απόλυτος κανόνας. Υγεία, κλίμα, οικονομία, εκπαίδευση, κουλτούρα δεν πρέπει να θεωρούνται πλέον ατομική ιδιοκτησία ή κρατικό αγαθό: πρέπει να εκλαμβάνονται ως παγκόσμια κοινά αγαθά και να θεσμιστούν πολιτικά ως τέτοια. Ένα πράγμα είναι τώρα πια σίγουρο: η σωτηρία δεν θα έρθει από τα πάνω. Μόνοι οι στάσεις, οι εξεγέρσεις και οι διεθνείς συνασπισμοί των πολιτών μπορούν να την επιβάλλουν στα κράτη και το κεφάλαιο.

21 Μάρτη 2020, αλιευθέν από τον ιστότοπο OperaVivaMagazine