Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Η δημιουργικότητα και ο έμπορος - Arturo Schwarz

Τα προβλήματα που συνδέονται με τη δημιουργική δραστηριότητα του καλλιτέχνη ή του κριτικού της τέχνης εντάσσονται στο πλαίσιο μιας συζήτησης στην οποία, από την εποχή του Μιχαήλ Μπακούνιν και του Καρλ Μαρξ, ενεπλάκη τόσο η ελευθεριακή όσο και η εξουσιαστική αριστερά. Τι είδους σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στην εξουσία και τον παραγωγό της κουλτούρας, ανάμεσα στον πολιτικό και τον δημιουργό ή ακόμη ανάμεσα στην τέχνη και την επανάσταση; Αντί να επανέλθουμε σε ένα ερώτημα ευρέως συζητημένο και για το οποίο έχω ήδη πει τη γνώμη μου αλλού, θα ήθελα να εντοπίσω αυτήν τη γενικότερη προβληματική σε ορισμένα ιδιαίτερα θέματα και πιο συγκεκριμένα να επικεντρωθώ στην ενασχόληση και τις προοπτικές του κριτικού, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τις συνθήκες που θα πρέπει να ξεπεράσει αν θέλει να ασκήσει ελεύθερα τον ρόλο του. Πρέπει να απαιτούμε από τον κριτικό, πέρα από μια συνεκτική επαγγελματική προπαρασκευή, και μια στέρεα πολιτική κουλτούρα, που θα τον βοηθήσει να αμφισβητήσει καλύτερα την κυρίαρχη πολιτιστική πολιτική; Θα θέλαμε να ενασχοληθεί με την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κουλτούρας προκειμένου να συμβάλει στην πραγματοποίηση μιας αυθεντικής πολιτιστικής επανάστασης σε ατομικό επίπεδο, απαραίτητη προϋπόθεση για μια συλλογική συνειδητοποίηση; Σαφώς. Όμως ποια είναι η κατάσταση που καθορίζεται από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε; Δεν πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να θυμίσουμε πόση λίγη εκτίμηση απολαμβάνει ο διανοούμενος στην κοινωνία μας και στα ολοκληρωτικά καθεστώτα είτε της δεξιάς είτε της αριστεράς. Παντού, προκειμένου να επιβιώσει και πέρα από σπάνιες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αυτός δεν είναι τίποτ’ άλλο από απολογητής του συστήματος. Στην περίπτωση του κριτικού της τέχνης η υποταγή είναι διπλή αφού αυτός πρέπει επίσης να υπακούει στις επιταγές της αγοράς της τέχνης, κυριαρχούμενης από τα συμφέροντα ενός ετερογενούς συνασπισμού εμπόρων, διευθυντών μουσείου, συλλεκτών, οι οποίοι επιβαρύνουν σοβαρά τη δραστηριότητά του. Φυσικά η κατάσταση είναι πιο πολύπλοκη από ότι λέμε τώρα. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μια σειρά παραγόντων που μπορούν να αποδειχτούν άλλο τόσο καθοριστικοί, όπως η ευφυΐα κάποιων κριτικών, η επιθετικότητα ορισμένων εμπορικών ομαδοποιήσεων, το ανατρεπτικό φορτίο μιας συγκεκριμένης καλλιτεχνικής παραγωγής. Το γεγονός ότι ο κριτικός της τέχνης τόσο λίγης εκτίμησης συνιστά μια παράδοξη κατάσταση. Οι συνεργάτες της πλειοψηφίας των καθημερινών εφημερίδων και των περιοδικών έχουν, στην καλύτερη περίπτωση, μια ελαχιστότατη επαγγελματική προπαρασκευή. Τις περισσότερες φορές η κριτική της τέχνης ανατίθεται στον πιο νεαρό δημοσιογράφο, ο οποίος προκειμένου να εκτελέσει το καθήκον του περιορίζεται στο να παραφράζει εισαγωγικά κείμενα ή να «κλέβει» μέσα από συνεντεύξεις τον καλλιτέχνη ή τον κριτικό που παρουσιάζει τον κατάλογο. Το πανόραμα της ακραίας ένδειας δεν αλλάζει ακόμη κι όταν ορισμένες καθημερινές εφημερίδες και περιοδικά πανεθνικής κυκλοφορίας ευνοούνται από τη συνεργασία πεπαιδευμένων κριτικών. Η κριτική της τέχνης, στην Ιταλία όπως και αλλού, βρίσκεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο γιατί το υπερφίαλο του κριτικού είναι μια απαίτηση του συστήματος: είναι πιο εύκολο να ελεγχθεί η αντίδραση εκείνου ο οποίος, όντας σε κατώτερο επίπεδο λόγω της άγνοιάς του, δεν τολμά να αμφισβητήσει αυτό που η κερδοσκοπική στιγμή θέλει να αξιοποιήσει. Η βιομηχανική παραγωγή βασιλεύει στις ανάγκες που δημιουργούνται τεχνητά και οι οποίες χαρακτηρίζουν την κοινωνία της κατανάλωσης. Η αγορά της τέχνης δεν ξεφεύγει από αυτή τη δυναμική. Ενώ στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα τα καλλιτεχνικά κινήματα κινητοποιούνταν από έναν σύνθετο αστερισμό ηθικών ή κοινωνικών αισθητικών λογικών και κατά συνέπεια ήταν ολιγάριθμα, σήμερα είναι οι αξιώσεις της καταναλωτικής κοινωνίας που καθορίζουν τη γέννησή τους. Αλλά περισσότερο και από κινήματα πρέπει να μιλάμε, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, για μόδες. Όπως όλες οι μόδες και αυτές ακολουθούν έναν φρενήρη ρυθμό. Ρυθμό που ανταποκρίνεται πλήρως στα συμφέροντα της τριμερούς έμπορος-κριτικός-διευθυντής μουσείου. Η ταχύτητα με την οποία ο καλλιτέχνης περνά από την ανωνυμία στην επιτυχία και κατόπιν στη λήθη βρίσκει τους πάντες σύμφωνους εκτός, προφανώς, από τον άμεσο πρωταγωνιστή. Ο έμπορος βλέπει να εξασφαλίζεται η συνέχεια της ζήτησης, ο κριτικός επιβεβαιώνει τον ρόλο του, ο διευθυντής του μουσείου τη λειτουργία του. Ο μηχανισμός της διαδικασίας που οδηγεί σε αυτό το τριπλό αποτέλεσμα είναι τώρα πια στοιχειώδης. Ο έμπορος της τέχνης θέλει να διευρύνει τον κύκλο των πελατών του κατακτώντας νέες κατηγορίες συλλεκτών είτε με όρους ηλικίας (οι νέες γενιές είναι πιο δεκτικές στα σύγχρονα με αυτές ρεύματα) είτε με όρους χρηματιστικούς: η τάξη των νέων αναδυόμενων επαγγελματιών προσφέρει αρκετές ευκαιρίες. Προτείνοντας σύγχρονους καλλιτέχνες οι έμποροι πετυχαίνουν το διπλό αποτέλεσμα να προσφέρουν ένα προϊόν σύμφωνα με τα γούστα του αγοραστή και σε τιμή ακόμη λογική. Η ζήτηση προκαλεί μια σπάνη του προϊόντος και συνεπώς μια αύξηση των τιμών. Δεδομένου ότι είναι η τιμή που καθορίζει την αξία του προϊόντος στην αγορά της τέχνης, υπεισέρχεται ως αγοραστής σε αυτό το δεύτερο στάδιο κι ένας κύκλος μεγαλύτερων συλλεκτών, που συνεισφέρουν στη σταθεροποίηση της ζήτησης και συνεπώς και των τιμών. Αυτό συμβαίνει όσο δεν προτείνεται ένα νέο προϊόν, το οποίο θα κάνει να ξεχαστεί το ενδιαφέρον για το προηγούμενο. Για το λανσάρισμα του νέου καλλιτέχνη είναι απαραίτητη η συνεργία του κριτικού της τέχνης. Η συμβολή του μπορεί να είναι είτε ενεργητική είτε παθητική. Στην πρώτη περίπτωση είναι αυτός που ανακαλύπτει τον καλλιτέχνη τον οποίο λανσάρει από κοινού με τον έμπορο και τον διευθυντή του μουσείου• σε διαφορετική περίπτωση, πιο σεμνά, θα περιοριστεί στην υποστήριξη μέσω παρεμβάσεών του στην πρωτοβουλία ενός συναδέλφου που προτίθεται, φυσικά, να προχωρήσει σε «μια καλή ανταλλαγή». Η ακραία κινητικότητα της αγοράς της τέχνης ευνοεί συνεπώς και το δεύτερο μέλος της συμμαχίας. Ο διευθυντής του μουσείου (και σκέφτομαι πιο συγκεκριμένα εκείνους σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία και σε μικρότερο βαθμό η Γαλλία) έχει σε αυτή τη διαδικασία έναν αποφασιστικό ρόλο. Ωθούμενος από την επιθυμία να μη χάσει το τρένο και με τη φιλοδοξία να φτάσει πρώτος, έτσι ώστε να επωφεληθεί της «οξυδέρκειας» του, σπεύδει να εντάξει το έργο του καλλιτέχνη στο μουσείο του, ή να τον πείσει να συμμετάσχει σε μια συλλογική έκθεση ή, ακόμη καλύτερα, να του στήσει μια ατομική. Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που στην πολιτική αποκαλείται «αποτέλεσμα ντόμινο». Στις Ηνωμένες Πολιτείες ακμάζει ένα ευρύ δίκτυο μουσείων που ακολουθούν προσεχτικά τη δραστηριότητα του μουσείου της Νέας Υόρκης. Με τη σειρά του, αυτό τροφοδοτεί, με καταχρηστικό τρόπο, τις αντιλήψεις των γερμανικών, των αγγλικών και των γαλλικών μουσείων. Όταν ένας καλλιτέχνης παρουσιάζεται σε μια γκαλερί της Νέας Υόρκης και ένα ή περισσότερα έργα του πωλούνται, το παράδειγμα ακολουθείται κυκλικά από τα ιδρύματα της περιφέρειας. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αναρρίχηση των τιμών παίζουν οι τοπικοί συλλέκτες, που συνενώνονται σε εταιρείες ονομαζόμενες «φίλοι του μουσείου», που χρηματοδοτούν τις αγορές. Αυτές οι εταιρείες εμπλέκονται σε ένα σημαντικό ανταγωνιστικό παιχνίδι. Προσπαθούν να ξεπεράσουν η μία την άλλη στην πολιτική των αποκτημάτων, έτσι ώστε η έγκριση της Νέας Υόρκης να προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση. Κανένα μουσείο δεν θέλει να έρθει δεύτερο. Με δεδομένο τον αριθμό τους και την περιορισμένη διαθεσιμότητα του προϊόντος, η επίδραση στην αμερικανική αγορά και η αντανάκλασή της στην ευρωπαϊκή, είναι αυτόματη. Συνθλιβόμενος ανάμεσα στον άκμωνα της καταναλωτικής κοινωνίας και τη σφύρα της τριπλής συμμαχίας, πώς μπορεί να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του ο καλλιτέχνης που δεν θέλει να υπακούει στους κανόνες του παιχνιδιού και ο κριτικός που θέλει να διατηρήσει την αυτονομία του; Ο Μαρσέλ Ντυσάμπ μου είπε μια μέρα ότι σε αυτή την κοινωνία τη μεταμορφωμένη σε μυρμηγκοφωλιά, ο αυθεντικός καλλιτέχνης περνάει στην παρανομία. Για μια ακόμη φορά είχε δίκιο. Έπειτα από όλα αυτά, το να είμαστε παράνομοι σε μια κοινωνία όπως η δική μας μου φαίνεται απολύτως απαραίτητο. Μπορούμε να κερδίσουμε αν ζούμε σε άλλα πεδία, έτσι ώστε να ικανοποιούμε, μέσω της οικονομικής αυτονομίας μας, τις εκφραστικές μας ανάγκες. Και ο κριτικός της τέχνης; Οι εξειδικεύσεις σε πεδία μη μολυσμένα από την οικονομία της αγοράς δεν είναι σπάνιες και δεν είναι ανάγκη να θεωρούμε ότι απαρνούμαστε το βασικό μας ενδιαφέρον αν είμαστε διατεθειμένοι να ασχοληθούμε και με κάτι άλλο. Σε κάθε περίπτωση, για τον καλλιτέχνη όπως και για τον κριτικό, η ανεξαρτησία αναγκαστικά θα υποστηριχθεί από μια άλλη εργασιακή δραστηριότητα αν είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν θέλουν να αναλάβουν τον ρόλο του μισθοφόρου. Ο πολιτιστικός λειτουργός που αγωνίζεται για τη διατήρηση της ελευθερίας της έκφρασής του, συμβάλλει στη διεύρυνση του εδάφους άρνησης των κρατικών δομών. Η δημιουργική δραστηριότητα, σε οποιοδήποτε πεδίο και αν εκφράζεται, είναι ανατρεπτική αφού πάνω από όλα υπακούει σε μια απαίτηση για γνώση. Η αναγνώριση του άγνωστου ξεκινά από τον εαυτό μας και η κατανόησή του σημαίνει να κατανοήσουμε και την κοινωνία, και συνεπώς να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μετασχηματισμού της. ■ Ο γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (1924) από γερμανό πατέρα και ιταλίδα μητέρα Αρτούρο Σβαρτς (σήμερα ζει στο Μιλάνο), είναι ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες και μελετητές του σουρεαλισμού, βαθύς γνώστης της Καμπαλά και της εβραϊκής τελετουργίας, όπως επίσης και διακεκριμένος κριτικός της τέχνης και επιμελητής εκθέσεων (το 2009-2010 οργάνωσε στο Βιτοριάνο της Ρώμης την έκθεση «Από το Νταντά στον Σουρεαλισμό). Πολυγραφότατος και ενταγμένος στο ιταλικό αναρχικό κίνημα, έχει γράψει μεταξύ άλλων τα βιβλία Αλμανάκ Νταντά (1976), Αναρχία και Δημιουργικότητα (1981), Man Ray (1998), Καμπαλά και Αλχημεία (2004), Είμαι επίσης Εβραίος. Σκέψεις ενός Άθεου Αναρχικού (2007) και πρόσφατα Η Γυναίκα και ο Έρωτας την Εποχή των Μύθων(2009). Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιταλική αναρχική επιθεώρηση «Volontá», τεύχος 4, 1988. Μετάφραση-επιμέλεια από το ιταλικό πρωτότυπο Ταξιαρχία Verpeilt, Αθήνα 2011. Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ


Εισαγωγή από το βιβλίο Η ολοκληρωτική πόλη του Miguel Amoros. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, η ποικιλία των ενδιαφερόντων, η αίσθηση του ανήκειν στο μέρος όπου κατοικούν και η προσωπική ζωτικότητα, είναι χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής των ατόμων. Είναι βάσει αυτών των προϋποθέσεων που τα άτομα κατευθύνουν, εφόσον αυτό είναι δυνατό, την ύπαρξή τους, διαισθανόμενα πως αν δεν είναι σε θέση να εκφράσουν αυτές τις ιδιαιτερότητες κατά τρόπο πλήρη και ικανοποιητικό, δεν υφίσταται καμία δυνατότητα ύπαρξης ποιότητας στην ατομική τους ζωή και, κατά συνέπεια, στη συλλογική. Αλλά δεν είναι εύκολο πράγμα η επίτευξη τέτοιων στόχων. Η προσωπική ζωτικότητα δοκιμάζεται σκληρά από την εργασία (για όποιον την έχει), από τη ρουτινιάρικη ζωή, από τις μεταφορές, από τις συνθήκες κατοικίας, από τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος· η ποικιλία των ενδιαφερόντων είναι λίγο πολύ ελεγχόμενη και περιορίζεται στην απόλαυση των θεαμάτων, των αποκτημένων αντικειμένων· η ευτυχία της δράσης για το κοινό συμφέρον ματαιώνεται από τη συμμετοχή σε σχέδια ενός ελλειμματικού και ελάχιστα αποτελεσματικού κοινωνικού μετασχηματισμού· η δημιουργικότητα, το πράττειν, δυσκολεύονται να εκφραστούν πλήρως, καθώς εμποδίζονται από νόμους και κανονισμούς που τα περιορίζουν, παρακωλύουν την ανάπτυξή τους και τα κατευθύνουν προς τα χόμπι και τα μπρικολάζ. Όλα αυτά οδηγούν, στην καθημερινή ζωή, στη ματαίωση της πληρότητας, στον εγκλωβισμό της, στη συμπίεσή και στο καναλιζάρισμά της, αφήνοντας χώρο μονάχα σε ατροφικές απολαύσεις και σε επιθυμίες που αφορούν τα απολύτως απαραίτητα. Αφθονούν η ανησυχία, η απομόνωση και η μοναξιά· οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο να ζήσουν παρά να πεθάνουν. Όλα αυτά τα βλέπει με μεγαλύτερη σαφήνεια όποιος ζει σε ένα αστεακοποιημένο περιβάλλον είτε σε μια πόλη είτε σε μια μητρόπολη είτε σε μια μεγάπολη. Στις πόλεις το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων δεν καταφέρνει να ζει όπως επιθυμεί· το αστεακό περιβάλλον, έτσι όπως είναι διαμορφωμένο, δεν επιτρέπει την εκκόλαψη και την εξέλιξη της προσωπικότητας των ανθρώπων· δεν είναι δυνατή η πλήρης ικανοποίηση των αναγκών, καθώς αυτή επιτυγχάνεται σε βάρος κάποιων άλλων πραγμάτων. Η δραστηριότητα του καθενός, είτε πρόκειται για την εργασία είτε για τη χρήση του ελεύθερου χρόνου είτε για τον ύπνο είτε για το μαγείρεμα είτε για τη μελέτη κλπ, είναι οργανωμένη σε χώρους που μόνο στο ελάχιστο μπορούν να δημιουργηθούν, να τροποποιηθούν και να ελεγχθούν από αυτούς που τους κατοικούν. Τα περιβάλλοντα κατανοούνται με τέτοιον τρόπο, ώστε το κατοικείν να είναι λειτουργικό όχι για την ιδιαίτερη ζωή του καθενός, αλλά για τα συμφέροντα ατόμων ξένων ως προς αυτόν. Έτσι το σχολείο φτιάχνεται κυρίως για την εκπαίδευση στην πειθαρχία, το εργοστάσιο ή το γραφείο για τη δημιουργία κέρδους, τα υπνωτήρια για τον κατακερματισμό της κοινωνικότητας, τα κυβικά εντός των οποίων ζούμε για την εξημέρωσή μας· δύσκολα μπορούν να αλλάξουν όλα αυτά. Αν θέλετε να αλλάξετε κάτι στο σπίτι σας, οφείλεται να ζητήσετε την άδεια από κάποια αρχή. Οικοδομικοί κανονισμοί και γραφειοκρατίες κάθε είδους έχουν ποινικοποιήσει κάθε δημιουργική παρέμβαση στην εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική, πλευρά των κατοικιών. Στο εσωτερικό των κατοικιών η δυνατότητα ελέγχου του χώρου περιορίζεται σε ελάχιστα πράγματα, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι η απομόνωση των ατόμων στο εσωτερικό των τεσσάρων τοίχων της κατοικίας τους. Οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η οργάνωση του σπιτιού μας από εμάς τους ίδιους περιορίζονται στη διάταξη των επίπλων, στο βάψιμο των τοίχων: όλα τα υπόλοιπα είναι υπό περιορισμό, το πού κατοικείς όπως και το πώς κατοικείς, βρίσκονται υπό διαρκή έλεγχο. Οι οικονομικοί, διοικητικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί και πολιτιστικοί θεσμοί είναι οι άμεσοι υπεύθυνοι για την ποιότητα ζωής του καθενός από εμάς. Το πλαίσιο στο οποίο ζούμε τη ζωή μας δεν μας ανήκει· είναι εκείνοι που οργανώνουν την εργασία, το έδαφος, τον έλεγχο και την ασφάλεια, τη γνώση και την έρευνα, και, έτσι όπως λειτουργούν τα πράγματα, είναι αρκετά εύκολο να δείξουμε γιατί τα άτομα αισθάνονται ξένα ως προς αυτούς, αν και υφίστανται τις συνέπειες των ενεργειών τους. Το ότι οι θεσμοί είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης του, είναι ένα πολύ διαδεδομένο αίσθημα. Ως προς αυτό, οι αξίες του νεοφιλελευθερισμού έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο. Εφαρμοσμένες στην οικονομία έχουν λειτουργήσει με τέτοιον τρόπο ώστε πολλά προνόμια του κράτους να έχουν υποχωρήσει. Σίγουρα όχι εκείνα που έχουν να κάνουν με το μονοπώλιο της βίας ή την εφαρμογή των νόμων, αλλά εκείνα που αφορούν την εκπαίδευση, την υγεία, τις μεταφορές, την επικοινωνία, όπου τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ: το μονοπώλιο του κράτους έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό και μαζί του το γόητρο όλων αυτών που εκλαμβάνονται σαν δημόσια αγαθά. Η περιφρόνηση της τάξης των πολιτικών, η αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η επιθυμία να κυβερνούμαστε (τουλάχιστον στην Ιταλία) περισσότερο από έναν ηγέτη παρά από ένα κοινοβούλιο, ο πολλαπλασιασμός των πρωτοβουλιών σε σχέση με το έδαφος, που αποκλείουν τις σχέσεις με τα κόμματα και τα συνδικάτα, όπως και η αποχή από τις εκλογές, είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που δείχνουν το πώς αυτή η πεποίθηση δεν περιορίζεται καθόλου σε κάποιους μικρούς κύκλους. Το φαντασιακό που συνόδευε τους θεσμούς καταστράφηκε από την πολιτική-θέαμα, η «γοητεία» τους ξεφτιλίστηκε από τους λομπίστες, τους χρηματιστές και τους κερδοσκόπους· οι αξίες που αντιπροσωπεύουν αποχαυνώνουν ή συντροφεύουν ιδεολογίες ακατάλληλες να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Ακατάλληλες γιατί διαβάζουν το παρόν χρησιμοποιώντας κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές κατηγορίες που δεν υφίστανται πλέον, παρεκτός σαν μυθική ή εικονική αναφορά· τελείωσαν και αυτές μέσα στην ακαταστασία του θεάματος, αλλάζοντας νόημα και αξία. Εργασία, επικοινωνία, ενεργειακοί πόροι, αντίληψη για το κράτος, είναι παράγοντες που υπόκεινται σε ταχύτατες αλλαγές, αποτέλεσμα μιας παγκοσμιοποίησης της οποίας στερούμαστε την πλήρη γνώση, συνεχίζοντας, προκειμένου να την αντιμετωπίσουμε, να εμπιστευόμαστε μοντέλα διακυβέρνησης, μετασχηματισμού ή ριζοσπαστισμού τα οποία δεν είναι πλέον κατάλληλα για την ερμηνεία της ή για την επίλυση κάποιων από τα προβλήματά της, ενώ ακόμη πιο δύσκολο γίνεται το να φανταστούμε ένα άλλο μέλλον. Η απροσδιοριστία, η φθορά, η αχρηστία των πρακτικών και θεωρητικών μέσων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας, δεν παράγουν τίποτ’ άλλο πέρα από δυσπιστία, ακινησία και ματαίωση. Μέχρι τώρα το κενό καλυπτόταν από ένα καταναλωτικό ήθος τόσο αχαλίνωτο όσο και παρηγορητικό, κατευθυνόμενο και καθοδηγούμενο από έναν μεντιακό μηχανισμό πρώτης τάξεως –το πραγματικό θεμέλιο του συστήματος– δημιουργημένο σκοπίμως για την επιτάχυνση του μετασχηματισμού όλων των κοινωνικών σχέσεων σε θέαμα και την αξιοποίηση σαν εμπόρευμα κάθε πλευράς του ανθρώπου και της φύσης. Γι’ αυτό όλοι οι θεσμοί, ακόμη και οι δημοκρατικοί, κατακερματίζονται και οι ίδιοι οι κυβερνώντες δεν αισθάνονται και πολύ καλά, απροετοίμαστοι καθώς είναι είτε όταν πρόκειται να υποστούν τα χτυπήματα είτε όταν πρέπει να επωφεληθούν από τις θετικές πλευρές των γεγονότων. Στο αστεακό περιβάλλον αυτή η δυσανεξία, αυτή η δυσπιστία, αν από τη μια πλευρά τρέφει την απάθεια και την ανασφάλεια, ευνοεί τον ζαμανφουτισμό, την αδιαφορία για το συλλογικό και για ότι δεν θεωρεί κανείς δικό του, από την άλλη, για τους πιο διαυγείς, δίνει τη δυνατότητα θεώρησης και αντιμετώπισης με διαφορετικό τρόπο του υπάρχοντος και, συνεπώς, της καταστροφής που προκαλείται από τις οικιστικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές βλάβες. Μιλάμε για εκείνους, που ποικιλοτρόπως και με διαφορετικές κατευθύνσεις, ανοίγουν προοπτικές αυτοοργάνωσης, άμεσης συμμετοχής, οικονομικού και κοινωνικού πειραματισμού, κριτικής, ερχόμενοι σε αντιπαράθεση με τα κυρίαρχα μοντέλα. Αυτοί που κινούνται με αυτή τη λογική, οργανώνονται κατά τρόπο οριζόντιο, έτη φωτός μακριά από τα μοντέλα των μαζικών κομμάτων. Οι καινοτόμες προθέσεις τους προσανατολίζονται σε ένα φαντασιακό που δεν έχει τίποτα κοινό με εκείνο που ενέπνευσε τη δράση των επαναστατικών γενεών του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει καμία παλιγγενεσία ούτε πρωτοπορίες που θα οδηγήσουν σε αυτή· δεν υπάρχουν πλέον –πάντοτε αναφορικά με το φαντασιακό– ούτε τάξεις ούτε μάζες ούτε καν ένας παράδεισος στη γη ίδιος για όλους· δεν υπάρχει εξουσία προς κατάκτηση. Η δράση τους, με όλες τις δυσκολίες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, είναι προσανατολισμένη στην επανοικειοποίηση των θεμελιωδών πόρων για να υπάρχει ζωή, όχι με τη μεταφορική έννοια, αλλά με την πραγματική. Η συμμετοχή σε πρώτο πρόσωπο και η άμεση δράση λίγο πολύ ειρηνική –με τη συνδρομή μιας διαφορετικής γνώσης, ικανής να αλλάζει και να εντατικοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις– καθοδηγούν τις πρωτοβουλίες σε μια εδαφική κλίμακα πιθανώς περιορισμένη, αλλά πολύ πιο αποτελεσματική. Το να εμπιστευόμαστε τους θεσμούς σημαίνει να αποδεχόμαστε το γεγονός ότι κάθε αστεακή επιλογή της τάξης των πολιτικών στο όνομα της συλλογικότητας και του κοινού καλού, θα μεταμορφώνεται αναπόφευκτα σε μια περαιτέρω εκπτώχευση της ελευθερίας των ατόμων. Σε αντίθεση με αυτό, συγκροτούνται ομάδες ατόμων διαθέσιμων να μπουν στο παιχνίδι, και μάλιστα κατά τρόπο ριζοσπαστικό, για συγκεκριμένα και περιγεγραμμένα προβλήματα, που αφορούν το έδαφος και την καθημερινότητά τους. Ο αέρας, ο χρόνος, ο χώρος, η χαρά, η γη, η τροφή, είναι ολοένα και περισσότερο αιτίες συγκρούσεων και διεκδικήσεων. Η έλλειψή τους, η παρακμή τους, η αδυναμία ελεύθερης απόλαυσής τους, αναδιατάσσουν ταχέως τις αξίες, τις ιδέες, τους φόβους, τις προοπτικές και μαζί τους τους τρόπους και τους λόγους του να κάνεις πολιτική. Αυτά είναι τα άτομα που μπορούν να αντιδράσουν και να αντισταθούν, γιατί κατευθύνουν την πάλη τους εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης του χώρου ως μετωπικού αγώνα, όχι απαραιτήτως βίαιου, αλλά σαφώς συναφή με τη δική τους αισθαντικότητα, αυτοοργανωμένου και αλληλέγγυου, προσανατολισμένου σε απτά και άμεσα αποτελέσματα σε καταστάσεις στις οποίες αξιοποιούνται τα χαρακτηριστικά του καθενός, πραγματώνοντας και βελτιώνοντας τα κοινωνικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Είναι τα άτομα που έχουν αντιληφθεί πως ούτε η αγορά ούτε το κράτος λειτουργούν υπέρ του συλλογικού συμφέροντος –πόσο μάλλον για το ατομικό– και είναι προσανατολισμένα σε μοντέλα που είτε τα αναδιατάσσουν είτε τα αποκλείουν. Γι’ αυτά τα άτομα η ανάθεση της επίλυσης των προβλημάτων στην αγορά σημαίνει συμμετοχή στον μετασχηματισμό των πόλεων σε εμπορικά κέντρα ή σε υπαίθρια μουσεία, με όποιους ζουν εκεί να επιβιώνουν σε ένα επιχρυσωμένο κλουβί. Έτσι, λίγο πολύ κατά τρόπο ριζοσπαστικό, ασκούν εναντίον της αγοράς την αυτοπαραγωγή, την επαναχρησιμοποίηση των υλικών, την αυτοκατασκευή, την ανταλλαγή και την οργανωμένη αλληλοβοήθεια. Εισάγουν το δώρο στις ανταλλακτικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων· συνενώνονται σε ομάδες περιμένοντας, είθε, να μπορέσουν να οργανωθούν αυτόνομα, δημιουργώντας συλλογικούς κήπους στις πόλεις ή σε μέρη κοντά σε αυτές. Έτσι, αντιτίθενται στην κερδοσκοπία ακινήτων και στην κατασκευή οικοδομημάτων που μεταμορφώνουν την πόλη σε εκθεσιακό χώρο για το διαφημιστικό μάρκετινγκ των τραπεζών και των πολυεθνικών, με άχρηστες και περιορισμένες υποδομές. Είναι τα άτομα που καταλαμβάνουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια είτε για να τα κατοικήσουν είτε για να μοιραστούν τους χώρους τους με όποιον θέλει να συχνάζει σε αυτά. Χρησιμοποιώντας τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τις πλατείες, τους τοίχους, τα πάρκα, πέρα από τις καταστημένες συμβάσεις και ρυθμίσεις, ανακτούν την πόλη –αν και μόνο παροδικά– από τα αυτοκίνητα, από την αισθητική του μετρίου, από την ομοιόμορφη θλίψη. Είναι τα άτομα που βλέπουν στις τεχνολογίες –όχι μόνο σε αυτές που έχουν να κάνουν με τη μηχανική αλλά και σε αυτές που έχουν να κάνουν με την πληροφορική, με τις επικοινωνίες, την εκπαίδευση, τη διοίκηση, τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την οικονομία– τον παράγοντα που μέσα σε λίγες δεκαετίες μας έφερε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα: στις βλάβες που έχουν υποστεί οι άνθρωποι και στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτά τα άτομα προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα και πολιτικές κουλτούρες, που τα ενώνει η συναίσθηση μιας κοινής δράσης αλλά, όπως λέει ο Μιγκέλ Αμορός, «αδιαπραγμάτευτος στόχος πρέπει να είναι η απελευθέρωση του εδάφους από τις επιταγές της αγοράς και αυτό σημαίνει να σταματήσει να επικρατεί η αντίληψη που θέλει το έδαφος, έδαφος της οικονομίας. Πρέπει να παγιωθεί μια σχέση σεβασμού ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, χωρίς την ύπαρξη ενδιαμέσων. Ανακεφαλαιώνοντας, πρέπει να πούμε ότι οφείλουμε να ανοικοδομήσουμε το έδαφος, και όχι να διευθύνουμε την καταστροφή του. Αυτό το καθήκον εναπόκειται σε εκείνους-ες που ζουν στο έδαφος και όχι σε εκείνους που επενδύουν σε αυτό, με το μοναδικό πλαίσιο όπου κάτι τέτοιο είναι δυνατό, να είναι αυτό που προσφέρει η γενικευμένη εδαφική αυτοδιεύθυνση, δηλαδή η διεύθυνση του εδάφους από τους ίδιους τους κατοίκους του, μέσα από κοινοτικές συνελεύσεις».■ Εκδόσεις Nautilus, Σεπτέμβρης 2009 Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (επ' ευκαιρία της εκδήλωσης στο Αυτόνομο Στέκι 20/3)

Τετάρτη 20 Μάρτη, 19.00: «Πατησίων και Στουρνάρη γωνία. Βιβλιοπαρουσίαση της ομώνυμης έκδοσης και συζήτηση για την πρόσληψη του ρεύματος της εργατικής αυτονομίας από το ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα». Εισηγητής Παναγιώτης Καλαμαράς, συγγραφέας του βιβλίου και υπεύθυνος των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα». Τόπος: Αυτόνομο Στέκι, Ζωοδόχου Πηγής 95-97 & Ισαύρων Εξάρχεια Διοργάνωση: Α(υτόνομη) Β(άση) Α(λληλεγγύης) Β(ίλλας) Α(μαλίας)

AYTONOMIA

 «Για μένα η θεμελιώδης αρχή του αναρχισμού δεν είναι η ελευθερία αλλά η αυτονομία, δηλαδή η ικανότητα ανάληψης από κάποιον ενός καθήκοντος και η εκπλήρωσή του με τον δικό του τρόπο». Έτσι έγραφε ο Πωλ Γκούντμαν (1911-1972), μια από τις προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επίδραση στη νεανική αμφισβήτηση της δεκαετίας του ‘60, σε ένα από τα τελευταία του άρθρα. Ο Γκούντμαν γνώριζε πόσο ήταν δύσκολο για εκείνους τους νεαρούς αμφισβητίες να οικειοποιηθούν αυτή την έννοια: πολύ πιο ισχυρή και ελκτική ήταν η επιθυμία της ελευθερίας, θεωρούμενη σαν ισχυρότερο κίνητρο στην επιδίωξη της πολιτικής αλλαγής. Τα άτομα που έχουν φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο αυτονομίας γνωρίζουν πώς να το υπερασπιστούν με επιμονή, αν και με λιγότερο ενεργητικά μέσα, καταφεύγοντας σε μια αντίσταση μάλλον παθητική, προσπαθώντας να πραγματώσουν τα πράγματα που θέλουν μέσω της δημιουργίας των κατάλληλων χώρων ακόμη και εντός του αποπνικτικού ιστού μιας καταπιεστικής κοινωνίας. Αντιθέτως, όταν ενίοτε οι καταπιεσμένοι απελευθερώνονται, συχνά δεν ξέρουν πώς να λειτουργήσουν, πώς να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους. «Μη όντας ποτέ αυτόνομοι, δεν ξέρουν τι σημαίνει κάτι τέτοιο και προτού το μάθουν, βρίσκονται να έχουν νέους διευθυντές, οι οποίοι δεν έχουν καμία διάθεση να παραιτηθούν από τον ρόλο τους». Η έννοια της αυτονομίας είναι συνεπώς ζωτικής σημασίας για την ελευθεριακή δράση. Η αρχή που συνδέεται πιο άμεσα με την έννοια της αυτονομίας είναι η υπευθυνότητα. Σύμφωνα με την αναρχική σκέψη, ο υπεύθυνος άνθρωπος αναγνωρίζει ότι έχει ηθικές υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους, αλλά ταυτοχρόνως πιστεύει ακλόνητα ότι μόνο αυτός είναι κριτής αυτών των περιορισμών: ακούει τη συμβουλή κάποιου άλλου και την ακολουθεί, αλλά είναι ο ίδιος που αποφασίζει και την εφαρμόζει σε ατομικό επίπεδο. Έτσι οι υποχρεώσεις μπορεί να αναλαμβάνονται, όμως μετασχηματίζονται σε σταθερή συμπεριφορά μονάχα αν έχουν γίνει ελεύθερα αποδεκτές. Αυτή η ανάληψη, συνεπώς, περνά πάντοτε μέσα από το φίλτρο της προσωπικής εμπειρίας και της ατομικής ελευθερίας. Προκειμένου να είναι αυτόνομο το άτομο, δεν πρέπει να υπόκειται στη θέληση ενός άλλου: μπορεί να κάνει αυτό που το λέει κάποιος άλλος, αλλά κάνει κάτι τέτοιο όχι γιατί έτσι του είπαν ή, ακόμη χειρότερα, επειδή του το επέβαλλαν. Με αυτή την έννοια είναι ελεύθερο. Η ηθική αυτονομία είναι συνεπώς η αποδοχή της πλήρους ευθύνης για τις πράξεις μας. Κάτι που συνεπάγεται, αντιστρόφως, ότι ο καθένας μπορεί να αποποιηθεί την αυτονομία του τη στιγμή που αρνείται να εμπλακεί σε έναν ηθικό στοχασμό και αποδέχεται τις διαταγές των άλλων: χάνοντας αυτό το προνόμιο, χάνει και την ελευθερία του. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές και βαθμοί αυτής της απώλειας, μερικές αναπόφευκτες ή, αναμφιβόλως, αναγκαίες. Όταν προστρέχουμε στην τεχνική αυθεντία ενός τσαγκάρη για να επιδιορθώσει τα παπούτσια μας (για να θυμηθούμε το περίφημο παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο Μιχαήλ Μπακούνιν), δεν απαρνούμαστε την ελευθερία μας και πολύ λιγότερο την αυτονομία μας: απλώς αναγνωρίζουμε ότι ένας άλλος έχει τις ικανότητες που δεν διαθέτουμε εμείς. Η ανάληψη της ευθύνης των πράξεών μας σημαίνει ότι παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις γι’ αυτό που πρέπει να κάνουμε. Όπως δικαίως έγραψε ο Ρόμπερτ Πωλ Γουλφ στο δοκίμιο του το 1970 με τον τίτλο Προς υπεράσπιση του αναρχισμού, «για τον αυτόνομο άνθρωπο δεν υπάρχουν πράγματα που μπορούν να αποκληθούν διαταγές». Στη ζωή γενικότερα, όπως στην πολιτική, οι άνθρωποι απαρνούνται συχνά την αυτονομίας τους και γίνονται εθελουσίως σκλάβοι κάποιου άλλου από τεμπελιά, συμφέρον, συνήθεια, ευκολία, φόβο κλπ. Αυτή η απάρνηση, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή, δημιουργεί οικογένειες, ομάδες, κοινωνίες, που θεμελιώνουν την επιβίωσή τους πάνω στην έλλειψη ευθύνης και σε αυτό που ο Έριχ Φρομ (1900-1980) είχε αποκαλέσει φυγή από την ελευθερία. Η αυτονομία ουσιαστικά σημαίνει να δίνεις ο ίδιος στον εαυτό σου τους νόμους σου, να μην αποδέχεσαι ποτέ έναν μοναδικό, καθολικό νόμο και προπάντων να υποβάλλεις σε συστηματική διερώτηση κάθε νόμο και κάθε θεμελιώδη αρχή. Συνεπώς η αυτονομία είναι μια στοχαστική δράση ταυτοχρόνως ατομική και κοινωνική, που εκτυλίσσεται αενάως. Όπως έγραψε ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997): «Μπορώ να πω ότι εγκαθιδρύω τον δικό μου νόμο όταν ζω αναγκαστικά κάτω από τον νόμο της κοινωνίας; Ναι, αλλά σε μία και μόνο περίπτωση: αν μπορώ να πω, αναστοχαστικά και διαυγώς, ότι αυτός ο νόμος είναι και δικός μου. Για να μπορώ να πω κάτι τέτοιο, δεν χρειάζεται να τον έχω εγκρίνει: αρκεί μονάχα να είχα την πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχω ενεργώς στη δημιουργία και στη λειτουργία αυτού του νόμου» (Κορνήλιος Καστοριάδης, Η δημοκρατική επανάσταση, 2001). Συνεπώς το να είμαστε αυτόνομοι είναι κάτι το κουραστικό, αφού μας υποχρεώνει σε μια συνεχή διεργασία με τον εαυτό μας, σε μια σαφή επαλήθευση της συμβατότητας ανάμεσα στις δικές μας επιθυμίες και εκείνες των άλλων. Προϋποθέτει, δηλαδή, μια διαρκή μάθηση. Το λήμμα αυτονομία περιλαμβάνεται στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο «Ούτε υποτασσόμαστε ούτε διατάζουμε», εκδόσεις Eleuthera, Μιλάνο 2009. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΑΝΟΜΙΑ

Η αναρχία καθόλου δεν σημαίνει απουσία ρυθμίσεων, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ωστόσο, μια διαδεδομένη υποστηρίζει ότι η αναρχία, ακριβώς ως άρνηση κάθε μορφής κυριαρχίας, οραματίζεται μια κοινότητα χωρίς κανόνες. Μια τέτοια εννοιολογική σύγχυση είναι συχνά παρούσα ανάμεσα στους νεότερους, οι οποίοι εκδηλώνουν τη θέλησή τους για αυτονομία διεκδικώντας, προκλητικά, το δικαίωμα να απελευθερωθούν από κάθε ρύθμιση. Στην πραγματικότητα το νόημα της αναρχίας είναι πολύ διαφορετικό, αφού δεν αντιστοιχεί καθόλου με την πεποίθηση (συχνά εργαλειακής φύσεως) ότι πρέπει να αρνούμαστε κάθε κοινωνική υποχρέωση και όχι μόνο τις πολιτικές και δικαιικές μορφές της. Υπάρχουν στην πραγματικότητα δεσμοί και ρυθμίσεις που είναι παρόντες σε κάθε πλαίσιο σχέσεων και έχουν να κάνουν με την υποχρέωση της αλληλοβοήθειας ή με συμφωνημένες συμβάσεις. Η αναρχία, συνεπώς, δεν ισοδυναμεί με την ανομία, εφόσον δεν προβλέπει την εξαφάνιση οποιουδήποτε κανόνα, με τη δικαιολογία ότι όλοι οι κανόνες υποχρεώνουν. «Η ελεύθερη συμφωνία απαιτεί τήρηση αυτού που έχει συμφωνηθεί. Τιμούμε το συμβόλαιο, σεβόμαστε τον λόγο που έχουμε δώσει. Ένας κανόνας γίνεται σεβαστός, διαφορετικά δεν είναι πλέον κανόνας. Αυτό ισχύει και για τους αναρχικούς, και μάλιστα για τους αναρχικούς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αναρχία και ανομία είναι όροι αντίθετοι» (Εντουάρντο Κολόμπο, Ο πολιτικός χώρος της αναρχίας, 2009). Ο αναρχισμός δεν προτείνει μια κοινωνία στην οποία κάθε σύγκρουση θα εξαφανιστεί, κάθε διαίρεση θα εξαλειφθεί και θα βασιλεύει μια απόλυτη αρμονία. Τότε θα μιλάμε για το τέλος της ιστορίας, για μια εσχατολογία. Αντιθέτως, όπως πάντοτε υποστήριζε ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, η πολλαπλότητα και οι συγκρούσεις είναι το αλάτι της κοινωνικής ζωής, αλλά η ρύθμισή τους πρέπει να γίνεται μέσα από ελεύθερες, άμεσες και τροποποιήσιμες συμφωνίες. Πιο συγκεκριμένα, οι αναρχικοί υποστηρίζουν ότι σε κάθε κοινωνία που έχει θεμελιωθεί πάνω στη διαίρεση κυρίαρχος-κυριαρχούμενος, το δίκαιο διαμορφώνεται προς όφελος του ισχυροτέρου· και ότι σε κάθε κοινωνία που ρυθμίζεται από το κράτος, ο νόμος δεν είναι τίποτ’ άλλο από την έκφραση της θέλησης του ισχυροτέρου. Συνεπώς η αναρχία είναι η αρχή της ελεύθερης οργάνωσης η οποία αντιτίθεται στην οργανωτική αρχή που βασίζεται στην ιεραρχία και την επιβολή, παραπέμποντας σε κανόνες και ρυθμίσεις σαφώς ορισμένες και ελεύθερα αποφασισμένες, οι οποίες δεσμεύουν ηθικά οποιονδήποτε τις έχει αποδεχτεί. Το λήμμα ανομία περιλαμβάνεται στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο «Ούτε υποτασσόμαστε ούτε διατάζουμε», εκδόσεις Eleuthera, Μιλάνο 2009. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Maurizio Lazzarato ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ, ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

Οι συλλογικές μορφές των σύγχρονων πολιτικών κινητοποιήσεων, είτε πρόκειται για αστεακές εξεγέρσεις είτε για συνδικαλιστικούς αγώνες, είτε είναι ειρηνικές είτε είναι βίαιες, διαπερνώνται από την ίδια προβληματική: την άρνηση της αντιπροσώπευσης, τον πειραματισμό και την επινόηση μορφών οργάνωσης και έκφρασης που έρχονται σε ρήξη με την παραδοσιακή πολιτική η οποία θεμελιώθηκε στην ανάθεση της εξουσίας και της αντιπροσώπευσης είτε του λαού είτε των τάξεων. Η άρνηση ανάθεσης της αντιπροσώπευσης είτε αυτού που μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στα κόμματα και τα συνδικάτα είτε αυτού που μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο κράτος, έλκει την καταγωγή της από τη νέα αντίληψη σχετικά με την πολιτική δράση, που προέρχεται από την «επανάσταση» του ’68. Οι κινητοποιήσεις που εμφανίζονται λίγο πολύ παντού στον κόσμο, επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι στο εσωτερικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας «δεν υπάρχουν πιθανές εναλλακτικές λύσεις». Η άρνηση, η ανυπακοή που συναντάμε σε αυτούς τους αγώνες, αναζητούν και εκφράζουν νέες πολιτικές δράσεις στο εσωτερικό της κρίσης. Αλλά ποια είναι αυτή η κρίση και ποιοι τύποι πολιτικής οργάνωσης εμφανίζονται στην κρίση; Σ’ ένα σεμινάριο του 1984, ο Φελίξ Γκουαταρί ισχυρίστηκε ότι η κρίση που διαπερνά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 τη Δύση, πριν ακόμη είναι κρίση οικονομική, πριν ακόμη είναι κρίση πολιτική, είναι μια κρίση παραγωγής της υποκειμενικότητας. Τι θέλει να πει αυτός ο ισχυρισμός; Αν ο καπιταλισμός «προτείνει μοντέλα (της υποκειμενικότητας) όπως η αυτοκινητοβιομηχανία προτείνει νέα μοντέλα αυτοκινήτων» τότε, το πιο υψηλό διακύβευμα της καπιταλιστικής πολιτικής έγκειται στη συνάρθρωση των οικονομικών, τεχνολογικών και κοινωνικών ροών με την παραγωγή της υποκειμενικότητας, έτσι ώστε η πολιτική οικονομία να μην είναι τίποτ’ άλλο από «υποκειμενική οικονομία». Αυτή η υπόθεση εργασίας αξίζει να επανέλθει στο προσκήνιο και να συσχετιστεί με τις σημερινές συνθήκες, ξεκινώντας από μια διαπίστωση: ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε να συναρθρώσει αυτή τη σχέση. Η γενίκευση της επιχειρηματικής υποκειμενοποίησης, που εκφράζεται στη θέληση να μεταμορφωθεί κάθε άτομο σε επιχείρηση, αποκαλύπτει μερικά παράδοξα. Η υποκειμενική αυτονομία, η δραστηριοποίηση, η υποκειμενική ενασχόληση, συνιστούν νέες μορφές απασχόλησης και συνεπώς, μιλώντας κυριολεκτικά, μια ετερονομία. Από την άλλη πλευρά, η ρητή εντολή για δράση, με την ανάληψη πρωτοβουλιών και βάσει μιας ατομικής διακινδύνευσης, οδηγούν στην κατάθλιψη, αρρώστια του αιώνα, έκφραση της άρνησης αποδοχής της αναγνώρισης της πτώχευσης της ύπαρξης στην οποία οδηγεί η ατομική «επιτυχία» του επιχειρηματικού μοντέλου. Καθώς μπαίνουμε στην κρίση, που προκαλείται από τις επαναλαμβανόμενες «χρηματιστικές» καταστροφές, ο καπιταλισμός εγκαταλείπει τη ρητορική του περί μιας κοινωνίας της γνώσης ή της πληροφορίας, όπως και τις φανφαρόνικες υποκειμενοποιήσεις του (γνωσιακοί εργαζόμενοι, χειριστές των συμβόλων, δημιουργοί νικητές και ηττημένοι). Εφόσον οι υποσχέσεις περί γενικού πλουτισμού, μέσω της πίστης και του χρηματιστηρίου, κατέρρευσαν, δεν μένει τίποτ’ άλλο από μια πολιτική διαφύλαξης των πιστωτών, των ιδιοκτητών των «κεφαλαιακών» τίτλων. Για να επιβεβαιωθεί η κεντρικότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η συνάρθρωση μεταξύ «παραγωγής» και «παραγωγής της υποκειμενικότητας» δημιουργείται ξεκινώντας από το χρέος και τον χρεωμένο άνθρωπο. Στην οικονομία του χρέους, το κεφάλαιο δρα πάντοτε σαν σημείο της υποκειμενοποίησης, αλλά όχι απλώς για να συγκροτήσει τους μεν σαν καπιταλιστές και τους άλλους σαν εργαζόμενους, αλλά επίσης και, προπάντων, για να τους ταυτοποιήσει σαν «πιστωτές» και σαν «χρεώστες». Η οικονομική χρεοκοπία και η χρεοκοπία στην παραγωγή των υποκειμενικών μορφών του ιδιοκτήτη, του μετόχου, του επιχειρηματία, συμβαδίζουν. Αυτές οι χρεοκοπίες έλκουν την καταγωγή τους από τη διπλή άρνηση των νεοφιλελεύθερων υποκειμενικών μορφών: άρνηση του γίγνεσθαι «ανθρώπινο κεφάλαιο» και, στην κρίση, άρνηση του γίγνεσθαι «χρεωμένος άνθρωπος». Απέναντι σε αυτές τις προλεταριακές αρνήσεις και σε αυτό το καπιταλιστικό αδιέξοδο, τα κόμματα και τα συνδικάτα της «αριστεράς» δεν δίνουν καμία απάντηση, εφόσον δεν αντιπροτείνουν πλέον κάποιες εναλλακτικές υποκειμενικότητες. Οι ίδιες σύγχρονες κριτικές θεωρίες αποτυγχάνουν να σκεφτούν τη σχέση μεταξύ του καπιταλισμού και της διαδικασίας της υποκειμενοποίησης. Ο γνωσιακός καπιταλισμός, η κοινωνία της πληροφορίας, ο καπιταλισμός της κουλτούρας (Rifkin), αντιπροσωπεύουν την συνάρθρωση παραγωγής και υποκειμενικότητας κατά άκρως υποτιμητικό τρόπο. Η πρόθεσή τους να συγκροτήσουν ένα ηγεμονικό παράδειγμα για την παραγωγή και την παραγωγή της υποκειμενικότητας απορρίφθηκε από το γεγονός ότι η τύχη της ταξικής πάλης, όπως φάνηκε με την κρίση, δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη γνώση, την πληροφορία και την κουλτούρα. Ποιες είναι λοιπόν οι συνθήκες για μια πολιτική και υπαρξιακή ρήξη την εποχή κατά την οποία η παραγωγή της υποκειμενικότητας συνιστά την πρώτη και πιο σημαντική από τις καπιταλιστικές παραγωγές; Ποια είναι τα ιδιαίτερα εργαλεία της παραγωγής της υποκειμενικότητας προκειμένου να διαφύγουν της κατασκευής τους, βιομηχανικής και σειριακής, έτσι όπως την οργανώνουν οι επιχειρήσεις και το κράτος; Ποιοι τρόποι οργάνωσης χρειάζονται για μια διαδικασία υποκειμενοποίησης που θα διαφεύγει είτε από την υποταγή είτε από την υποδούλωση; Τη δεκαετία του ’80 ο Φουκώ και ο Γκουαταρί, μέσω διαφορετικών διαδρομών, σχεδίασαν την παραγωγή της υποκειμενικότητας και τη συγκρότηση της «σχέσης με τον εαυτό», σαν ίσως τα μοναδικά σύγχρονα πολιτικά παραδείγματα που μπορούν να δείξουν τον δρόμο της εξόδου από το αδιέξοδο στο οποίο είμαστε εγκλωβισμένοι. Για τον Φουκώ, το να ξεκινάς από «τη μέριμνα εαυτού» δεν σημαίνει να επιδιώκεις την «όμορφη ζωής» ενός ιδανικού «δανδή», αλλά το να θέτεις το ερώτημα της διαπλοκής ανάμεσα σε μια «αισθητική της ύπαρξης» και την πολιτική που αντιστοιχεί σε αυτήν. Τα προβλήματα μιας «άλλης ζωής και ενός άλλου κόσμου» τίθενται από κοινού, ξεκινώντας από μια ζωή μαχητική, της οποίας η αφετηρία είναι η ρήξη με τις συμβάσεις, τις καθιερωμένες συμπεριφορές, τις κατεστημένες αξίες. Το αισθητικό παράδειγμα του Γκουαταρί δεν προωθεί ούτε καν μια αισθητικοποίηση του κοινωνικού και του πολιτικού, αλλά καθιστά την παραγωγή της υποκειμενικότητας την πρακτική και την κύρια ενασχόληση ενός νέου τρόπου μαχητικότητας και ενός νέου τρόπου πολιτικής οργάνωσης. Οι διαδικασίες της υποκειμενοποίησης και οι τρόποι οργάνωσής τους άνοιγαν πάντοτε κρίσιμες συζητήσεις στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, όντας ευκαιρίες ρήξης και πολιτικής διαίρεσης ανάμεσα σε «ρεφορμιστές» και «επαναστάτες». Δεν θα καταφέρουμε να καταλάβουμε την ιστορία του εργατικού κινήματος αν αρνηθούμε να δούμε τους «πολέμους της υποκειμενικότητας» (Γκουαταρί) στους οποίους οδήγησε. «Ο εργάτης της παρισινής Κομμούνας “μεταλλάχθηκε” σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν απόμεινε άλλη λύση στην μπουρζουαζία από την εξολόθρευσή του. Εκκαθάρισαν την παρισινή Κομμούνα όπως σε άλλες εποχές εκκαθάρισαν τους μεταρρυθμιστές στη γιορτή του Άγιου Βαρθολομαίου». Οι μπολσεβίκοι έθεσαν ανοικτά το ερώτημα της επινόησης ενός νέου τύπου μαχητικής υποκειμενικότητας, η οποία, ανάμεσα στα άλλα, έπρεπε να απαντήσει στην αποτυχία της Κομμούνας. Η διερώτηση αναφορικά με τις διαδικασίες της πολιτικής υποκειμενοποίησης, ξεκινώντας από τη διαύγαση της διάστασης της «μικροπολιτικής» (Γκουαταρί) και της «μικροφυσικής» της εξουσίας (Φουκώ), δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη εξέτασης και επαναδιαμόρφωσης της μακροπολιτικής διάστασης. «Έχουμε δύο πράγματα μπροστά μας: ή κάποιος, οποιοσδήποτε, θα δημιουργήσει νέα εργαλεία παραγωγής της υποκειμενικότητας, είτε είναι αυτά μπολσεβίκικα, μαοϊκά ή δεν ξέρω εγώ τι˙ ή, διαφορετικά, η κρίση θα συνεχίσει να εντείνεται». Αυτό το πέρασμα στη μακροπολιτική στο οποίο αναφέρεται ο Γκουαταρί στο συγκεκριμένο απόσπασμα, μου φαίνεται τόσο πιο αναγκαίο όσο βρισκόμαστε σε μια κατάσταση εντελώς διαφορετική από εκείνη της δεκαετίας του ’70. Εκείνη την περίοδο αυτό που χρειαζόταν περισσότερο ήταν το να βγούμε από μια απολιθωμένη και σκληρωτική μακροπολιτική, ορατή στα προγράμματα των κομμουνιστικών κομμάτων και των συνδικάτων. Σήμερα, δεδομένου ότι αυτές οι δυνάμεις είτε έχουν εξαφανιστεί είτε έχουν ενσωματωθεί εντελώς στη λογική του καπιταλισμού, εκείνο που έχει σημασία είναι να επινοήσουμε, να πειραματιστούμε και να υποστηρίξουμε μια μακροπολιτική σε θέση, από τη μια πλευρά, να μας καταστήσει ικανούς να βγούμε από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία (πολιτική και κοινωνική), συντασσόμενοι με εκείνη που ο Γκουαταρί αποκαλούσε «μοριακή επανάσταση». Από την άλλη πλευρά, χρειάζεται η επανεργοποίηση της χρήσης της δύναμης, μιας ικανότητας μπλοκαρίσματος και αναστολής της υποταγής και της υποδούλωσης, που θα έχει την ίδια λειτουργία με την απεργία στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Χωρίς αυτό, ο επελαύνων νεοφιλελευθερισμός θα εφαρμόσει ολοκληρωτικά το πρόγραμμά του: μείωση των μισθών στο επίπεδο της επιβίωσης, μείωση των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους στο ελάχιστο, ιδιωτικοποίηση όλων όσων παραμένουν ακόμη υπό «δημόσιο» έλεγχο, ένταξη του πληθυσμού στην παλινδρομική διαδικασία του χρεωμένου ανθρώπου. Ο Γκουαταρί με τον τρόπο του, όχι μόνο παρέμεινε πιστός στον Μαρξ, αλλά και στον Λένιν. Σίγουρα, τα εργαλεία παραγωγής της υποκειμενικότητας που δημιούργησε ο λενινισμός (το κόμμα, η αντίληψη της εργατικής τάξης σαν πρωτοπορίας, ο «επαγγελματίας αγωνιστής» κλπ) δεν αντιστοιχούν στη σημερινή ταξική σύνθεση. Αλλά αυτό που κρατά ο Γκουαταρί από το λενινιστικό πείραμα είναι η μεθοδολογία: η αναγκαιότητα ρήξης με τη «σοσιαλδημοκρατία», η συγκρότηση των εργαλείων της πολιτικής καινοτομίας που εκφράζονται στους τρόπους με τους οποίους οργανώνεται η υποκειμενικότητα. Για τον Γκουαταρί, η κατάφαση υπέρ αυτής της πολιτικής αυτονομίας εκφράστηκε, πρώτα απ’ όλα, στην υποκειμενική ρήξη της Πρώτης Διεθνούς, που κυριολεκτικά επινόησε μια εργατική τάξη η οποία δεν υπήρχε ακόμη (ο κομμουνισμός της εποχής του Μαρξ στηριζόταν ουσιαστικά στους τεχνίτες και στους «συντρόφους»). Στον καπιταλισμό, οι διαδικασίες της υποκειμενοποίησης οφείλουν με τη σειρά τους να συναρθρωθούν και να απελευθερωθούν από τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, μηχανογενείς ροές. Τα δύο εγχειρήματα είναι εξίσου αναγκαία: διαφυγή από τη λαβή που η υποταγή και η υποδούλωση εφαρμόζουν στην υποκειμενικότητα και οργάνωση της ρήξης που είναι πάντοτε μια επινόηση και μια συγκρότηση του εαυτού. Οι κανόνες της παραγωγής του εαυτού είναι αφενός μεν οι «προαιρετικοί» και διαδικαστικοί κανόνες που επινοούμε οικοδομώντας «αισθητά εδάφη» και αφετέρου η μοναδικοποίηση της υποκειμενικότητας στο μικροπολιτικό επίπεδο και οι συλλογικοί μηχανισμοί ερμηνείας σε μακροπολιτικό επίπεδο. Από εδώ ξεκινά η προσφυγή όχι τόσο στα εργαλεία και στα γνωσιακά, πληροφοριακά ή γλωσσολογικά παραδείγματα, αλλά στα εργαλεία και στα πολιτικά παραδείγματα που είναι ηθικο-αισθητικά, το «αισθητικό παράδειγμα» του Γκουαταρί και η «αισθητική της ύπαρξης» του Φουκώ. Για να παραχθεί ένας νέος λόγος, μια νέα γνώση, μια νέα πολιτική, χρειάζεται να ξεπεράσουμε ένα ακατονόμαστο σημείο, ένα σημείο απόλυτης μη-αφήγησης, μη γνώσης, μη κουλτούρας, μη συνείδησης. Εξ ου η γελοιότητα (ταυτολογική) του να σκεφτόμαστε την παραγωγή σαν παραγωγή γνώσης και μέσων γνώσης. Οι θεωρίες του γνωσιακού καπιταλισμού, της κοινωνίας της πληροφορίας, του καπιταλισμού της κουλτούρας, που προτείνονται σαν θεωρίες της καινοτομίας και της δημιουργίας, αποτυγχάνουν ακριβώς να σκεφτούν τη διαδικασία μέσω της οποίας υπάρχουν η «δημιουργία» και η «καινοτομία», εφόσον η γλώσσα, η γνώση, η πληροφορία και η κουλτούρα είναι σε μεγάλο βαθμό ανίκανες γι’ αυτόν τον σκοπό. Για να παραχθεί η πολιτική υποκειμενοποίηση, πρέπει αναγκαστικά να περάσει από αυτές τις στιγμές αναστολής των κυρίαρχων σημασιών και της εξουδετέρωσης του μηχανισμού της μηχανογενούς υποδούλωσης. Η απεργία, η εξέγερση, η στάση, οι αγώνες, αποτελούν στιγμές ρήξης και αναστολής του χρονολογικού χρόνου, εξουδετέρωσης των υποδουλώσεων και των υποταγών, εκεί όπου εκδηλώνονται όχι τόσο οι παρθένες και αμόλυντες υποκειμενικότητες, αλλά οι εστίες, τα επείγοντα, τα φορτία της υποκειμενοποίησης, των οποίων η ενεργοποίηση και ο πολλαπλασιασμός εξαρτώνται από μια διαδικασία συγκρότησης η οποία πρέπει να συναρθρώσει, χωρίς να περάσουμε από τις τεχνικές της αντιπροσώπευσης, τη σχέση μεταξύ της «παραγωγής» (επιθυμητικής) και της «υποκειμενοποίησης». Αν η κρίση δεν παράγει τίποτ’ άλλο, από εδώ και μπρος, παρά αρνητικές και παλινδρομικές υποδουλώσεις και υποταγές (ο χρεωμένος άνθρωπος), αν ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να αρθρώσει την παραγωγή και την παραγωγή της υποκειμενικότητας με έναν διαφορετικό τρόπο, χωρίς δηλαδή να ενδιαφέρεται για τη διάσωση των ιδιοκτησιακών τίτλων του κεφαλαίου, τότε τα θεωρητικά εργαλεία πρέπει να είναι σε θέση να σκεφτούν τις συνθήκες μιας πολιτικής υποκειμενοποίησης που θα είναι επίσης μια υπαρξιακή μετάλλαξη σε ρήξη με τον καπιταλισμό, στο εσωτερικό της κρίσης του που ήδη έχει γίνει ιστορική. Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος της ιταλικής επιθεώρησης «Alfabeta 2». Αφιερώνεται στις συντρόφισσες και τους συντρόφους που το πρωί της 9ης Δεκέμβρη 2012 ανακατέλαβαν τη Βίλλα Αμαλίας παρά το γεγονός της ένοπλης φρούρησής της από τις δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» (μοναδικό γεγονός στην ιστορία των καταλήψεων στον δυτικό κόσμο), θέλοντας να συμβάλλει στον προβληματισμό που γεννούν τέτοιες ενέργειες στους κόλπους των κοινωνικών κινημάτων του ανταγωνισμού και στις δυνατότητες ανασύνθεσης των ριζοσπαστικών δυνάμεων που προσφέρουν. Σύντομα θα ακολουθήσουν κι άλλα σε αυτή την κατεύθυνση.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Μαύρες-Κόκκινες Σελιδες 2012

Πρόγραμμα:

17:30 

Abel Paz: Ταξίδι στο Παρελθόν, Εκδόσεις Κουρσάλ, Βιβλιοπαρουσίαση

18:30 

Εκδόσεις εντός των τειχών: Αυτοπαρουσίαση των εκδόσεων Ασύμμετρη Απειλή 


19:00 

"Η Εργατική Αυτονομία και η πρόσληψή της στο ελληνικό ανταγωνιστικό κίνημα", σκέψεις προς συζήτηση από τις Εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα 

20:00 

Max Hoelz... στην Κόκκινη Σημαία, Η Επανάσταση στη Γερμανία 1918-1921, Δαίμων του Τυπογραφείου 

Errico Malatesta, Δημοκρατία, φασισμός, Αναρχία, Ελευθεριακή Κουλτούρα 

Arditi del Popolo: ο πρώτος ένοπλος αγώνας ενάντια στο φασισμό, 1921-1922, Ευτοπία 

Βιβλιοπαρουσιάσεις - Συζήτηση 

Ο μαχητικός αντιφασισμός τον Μεσοπόλεμο και η προβολή του στο σήμερα Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Richard Day, «Το τέλος της ηγεμονίας...»

Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Richard Day, «Το τέλος της ηγεμονίας, αναρχικές τάσεις στα νεότατα αναρχικά κινήματα», εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα, μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε ένα κείμενο του Nico Berti στη Rivista Anarchica στις αρχές της δεκαετίας του ’70, που δεν έχει πάψει να είναι άκρως επίκαιρο.


Nico Berti 
Λενινιστικός και αναρχικός 
βολονταρισμός 

Το κείμενο που ακολουθεί θέλει να αναδείξει ένα ουσιαστικό πρόβλημα στην αναρχική ανάγνωση του λενινισμού, με ένα πρίσμα ταυτοχρόνως θεωρητικό και ιστορικό. Σκοπεύουμε, εννοείται, να επισημάνουμε εδώ μερικά μονάχα θεμελιώδη ζητήματα, χωρίς να έχουμε την παραμικρή πρόθεση να εξαντλήσουμε το πρόβλημα, το οποίο για συγκεκριμένους λόγους, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι σύνθετο και βασανιστικό. Αυτού λεχθέντος, ερχόμαστε αμέσως στον πυρήνα του προβλήματος, δηλώνοντας ότι μια συζήτηση για τον λενινισμό περνά, πρώτα απ’ όλα, μέσα από το κρίσιμο και θεμελιώδες ζήτημα του επαναστατικού υποκειμενισμού. Ισχυριζόμαστε, πράγματι, ότι όλες οι αβυσσαλέες ιδεολογικές και στρατηγικές διαφορές που χωρίζουν τον αναρχισμό από τον λενινισμό, προέρχονται ακριβώς από ένα φαινομενικά κοινό στοιχείο: τον υποκειμενισμό, ακριβώς. Πρόκειται για μια μεθοδολογική προεισαγωγή, που μας φαίνεται ορθή τόσο από επιστημονική όσο και από ιδεολογική σκοπιά, εφόσον η ιδιαιτερότητα του λενινισμού αναφορικά με τη μαρξιστική θεωρία και παράδοση, έγκειται στο βολονταριστικό-επαναστατικό μπόλιασμα του πρώτου στη δεύτερη. Με άλλα λόγια, αν δεν βάλουμε στο κέντρο της συζήτησης τον βολονταρισμό, η ανάλυση τείνει να καταλήγει στη συνήθη αντιπαράθεση μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού. Συνεπώς, είναι από τον υποκειμενισμό που πρέπει να ξεκινήσουμε και, για να είμαστε ακριβείς, από τον λενινιστικό υποκειμενισμό: θα προχωρήσουμε αμέσως στην αποσαφήνιση του προβληματισμού μας, επισημαίνοντας τα θεμελιώδη σημεία της λενινιστικής σκέψης και πρακτικής. Η αφετηρία του Λένιν είναι διπλή: από τη μια πλευρά ο Μαρξ, από την άλλη η Ρωσία. Ο Μαρξ, δηλαδή η αντικειμενική πλευρά της ιστορίας (από την ανάπτυξη του κεφαλαίου στη δημιουργία του προλεταριάτου και από εκεί στην επανάσταση) και η Ρωσία, δηλαδή η ανωμαλία αναφορικά με τη γραμμή που είχε υποδείξει ο Μαρξ (με την απουσία, εκεί, του καπιταλισμού). Το πρόβλημα του Λένιν είναι συνεπώς το πώς θα μπολιάσει την επαναστατική διαδικασία σε μια ιστορική κατάσταση την οποία ο μαρξισμός με τίποτα δεν μπορεί να θεωρήσει ευνοϊκή. Εξ ου η αποδοχή και η άμεση υιοθέτηση «μιας συγκεκριμένης οπτικής γωνίας σε μια συγκεκριμένη κατάσταση» (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ίδιου του Λένιν) και εξ ου η αποδοχή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις και στην ίδια την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού, όπου το βάρος και ο ρόλος της εργατικής τάξης ουσιαστικά σπάνιζαν, είτε ποιοτικά είτε ποσοτικά. Ολόκληρη η πολυπλοκότητα της λενινιστικής σκέψης έγκειται έτσι στη λύση αυτού του προβλήματος, του προφανώς άλυτου: να υπάρξει δηλαδή μια μαρξιστική επανάσταση (γιατί για μια μαρξιστική επανάσταση πρόκειται) χωρίς τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που αυτή θέτει σαν απαραίτητες. Ο δρόμος που ακολουθεί ο Λένιν προκειμένου να πετύχει η επανάσταση, αντανακλά άψογα αυτή τη διπλή τάση, που από τη μια πλευρά προσαρμόζει συνεχώς το επαναστατικό σχέδιο στις συγκεκριμένες πτυχές ενός συγκεκριμένου πλαισίου, ενώ από την άλλη υποτάσσει διαρκώς την ανατρεπτική πρακτική στις σιδερένιες θηλιές της μαρξιστικής ορθοδοξίας. Αλλά τι κάνει ο Λένιν προκειμένου να υποτάξει την τακτική στη στρατηγική και αυτή, με τη σειρά της, στην ιδεολογία; Ο δρόμος είναι ένας και μοναδικός. Εφόσον στη Ρωσία το επαναστατικό υποκείμενο που υποδεικνύει ο μαρξισμός είναι ουσιαστικά ανώριμο –είτε από πολιτική είτε από κοινωνική άποψη– χρειάζεται να δημιουργηθεί τεχνητά μια φιγούρα που θα το υποκαταστήσει και στην οποία θα ανατεθεί το καθήκον να διευρύνει εκείνες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που, τη δεδομένη στιγμή, είναι μειοψηφικές και λανθάνουσες. Δηλαδή αυτή η φιγούρα πρέπει να εμφυσήσει στην εργατική τάξη μια τέτοια επαναστατική πνοή, ώστε αυτή να εναντιωθεί στην επέκταση της καπιταλιστικής κυριαρχίας, σύμφωνα με μια λογική εντελώς διαλεκτική και χεγκελιανή, που θέλει να βλέπει τους εργατικούς αγώνες σαν απαραίτητη συνθήκη για την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η οποία, με τη σειρά της, είναι η περαιτέρω συνθήκη για την ανάπτυξη των ίδιων των εργατικών αγώνων. Ο κύκλος κρίση-ανάπτυξη-κρίση που συνέλαβε και θεωρητικοποίησε ο Μαρξ σε συνθήκες ώριμου καπιταλισμού έρχεται εδώ, στην ιδιαιτερότητα της αγροτικής Ρωσίας, να δημιουργηθεί τεχνητά μέσω της υποκειμενικής δράσης των δρώντων μειοψηφιών. Στη λενινιστική θεώρηση, όπου η ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο παρουσιάζεται σαν μια επαγωγική και εξαναγκαστική αντί για μια ενδογενής και «αυθόρμητη» δημιουργία, οι άνευ αξίας αγροτικές μάζες, βασικό πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο, πρέπει να υποταχθούν στη δράση της εργατικής τάξης ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, στη δράση των «αντιπροσώπων της». Έτσι προκύπτει ένα ιεραρχικό continuum, που διαπερνά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα στη φάση της κινητοποίησης και του αγώνα του (από τις αγροτικές μάζες στην εργατική τάξη, από την εργατική τάξη στην πρωτοπορία του και από αυτή στην κομματική ηγεσία). Συνεπώς η λενινιστική οργάνωση εμφανίζεται καταρχήν ελαχιστοποιημένη εσωτερικά, για να γιγαντωθεί κατόπιν εξωτερικά, ακολουθώντας μια χωρίς διακοπές ιεραρχική αλληλουχία. Όλα αυτά προκειμένου να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει την προϋποτιθέμενη αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργατικής τάξης: σαν να έχουμε, δηλαδή, μια προσποίηση θεατρικής παράστασης, που σαν σκοπό της έχει τον μετασχηματισμό της κωμωδίας σε πραγματικότητα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι πράγματι ο μετασχηματισμός της συνολικής ιστορικής διαδικασίας από μια δεδομένη ιστορική κατάσταση, η πραγμάτωση του αντικειμενικού ντετερμινισμού της ιστορίας μέσω της υποκειμενικής δράσης μιας φιγούρας που υποκαθιστά την εργατική τάξη. Αυτός είναι ο λενινιστικός δρόμος για να οδηγηθεί και πάλι μια ανώμαλη κατάσταση (η αγροτική Ρωσία) σε μια αντικειμενική κατηγορία της ιστορίας (τη μαρξιστική επανάσταση), μιλάμε δηλαδή για το ιστορικό άλμα που θα επιτρέψει στην ιστορία να γίνει η ιστορία που οφείλει να είναι. Ωστόσο, η φιγούρα που υποκαθιστά την εργατική τάξη μπορεί να αναλάβει αυτό το καθήκον μονάχα αν η ταξική της σύνθεση έχει να κάνει με μια φύση όχι οικονομική αλλά πολιτική, μονάχα, δηλαδή, αν η δύναμή της έγκειται, παραδόξως, στο ότι δεν είναι τάξη, στο ότι δεν φέρνει στο εσωτερικό της τα ταξικά χαρακτηριστικά. Η πρωτοπορία των «επαγγελματιών επαναστατών», οργανωμένη με τη μορφή κόμματος, εκφράζει συνεπώς τη θεμελιώδη διχοτομία της λενινιστικής επαναστατικής φιγούρας: ενώ η κοινωνική της σύνθεση είναι αναπόφευκτα μικροαστική, η πολιτική της σύνθεση προϋποτίθεται σαν εργατική. Εξ ου η έσχατη διχοτομία της συνολικής και επαναστατικής δράσης, που αναθέτει το καθήκον του οικονομικού αγώνα στην πραγματική εργατική τάξη, τη στιγμή κατά την οποία οι «επαγγελματίες επαναστάτες» αναλαμβάνουν τον μετασχηματισμό αυτού του οικονομικού αγώνα σε πολιτικό, σε έναν αγώνα, δηλαδή, για την εξουσία. Έτσι, στην ανίατη μαρξιστική διχοτομία ανάμεσα σε ταξικό αγώνα και ταξική συνείδηση, ανάμεσα σε ταξικό και επαναστατικό αγώνα, έρχεται να προστεθεί η διαίρεση ανάμεσα σε οικονομικό και πολιτικό αγώνα, ανάμεσα σε τάξη και κόμμα. Και παραμένει ανίατη η μαρξιστική διχοτομία αναφορικά με την ανάλυση της σχέσης δομής-υποδομής, καθώς αντανακλάται άριστα στη λενινιστική πρακτική (χωρίς τον φόβο μιας πιθανής διάψευσης), από τη στιγμή κατά την οποία οι επαγγελματίες επαναστάτες δεν μπορούν να συγκροτήσουν δομή, δηλαδή τάξη, αλλά μόνο υπερδομή, δηλαδή συνείδηση, εφόσον, όπως έχει γραφτεί στο Μανιφέστο και σε όλα τα ιερά κείμενα των δύο συνεταίρων, η έσχατη τάξη της ιστορίας είναι η εργατική τάξη. Η άφιξη στην εξουσία της σοσιαλιστικής ιντελιγκέντσιας έρχεται να βρει εδώ την τέλεια μυθοποίηση (και δικαιολόγηση) της μέσα στην ιδεολογική βεβαιότητά της, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία τίθενται οι πρακτικές και θεωρητικές βάσεις για τη δράση αυτής καθαυτής της ιντελιγκέντσιας ως πραγματικής κοινωνικής τάξης. Η λεγόμενη «δικτατορία του προλεταριάτου», σαν μια μεταβατική φάση και συνεπώς σαν η θεωρητικοποίηση των δύο χρονικών στιγμών της ιστορικής διαδικασίας –η μία ενεργή (κατάργηση του αστικού κράτους), η άλλη παθητική (εξαφάνιση του προλεταριακού κράτους)– είναι η φυσική λογική κατάληξη των πραγμάτων, που η πλήρης της έκφραση, όπως γνωρίζουν όλοι, εμφανίζεται στο κορυφαίο έργο του λενινιστικού οπορτουνισμού, δηλαδή στο μυθικό και μεταφυσικό Κράτος και Επανάσταση. Είναι εδώ, πράγματι, που ο Λένιν εφαρμόζει καλύτερα από οπουδήποτε αλλού το σχήμα του, δηλαδή την υποταγή του υποκειμενικού στο αντικειμενικό, του βολονταρισμού στον ντετερμινισμό. Το εφαρμόζει υιοθετώντας ακριβώς τη θεμελιώδη μαρξική διάκριση ανάμεσα σε κατάργηση και εξαφάνιση του κράτους, με την έννοια ότι η αταξική κοινωνία, ο κομμουνισμός, δεν πραγματώνεται από το επαναστατικό σχέδιο –αφού αυτό εμποδίζεται από την ανεπανόρθωτη ιεραρχικοποίηση που το διαπερνά– αλλά από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το επαναστατικό σχέδιο τίθεται συνεπώς την υπηρεσία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, εφόσον μονάχα αυτές, σύμφωνα με τους ορθόδοξους μαρξιστικούς κανόνες, μπορούν να οδηγήσουν στην ωρίμανση του κομμουνισμού. Το κράτος, ως τέτοιο, δεν μπορεί να καταργηθεί˙ μπορεί μονάχα να εξαφανιστεί μέσω της συνολικής διαδικασίας της απελευθέρωσης της εργατικής δύναμης και συνεπώς μέσω της εξαφάνισης της εργασίας. Με άλλα λόγια, η εξαφάνιση του κράτους δεν είναι η θεμελιώδης συνθήκη της ανθρώπινης απελευθέρωσης, αλλά το σημείο άφιξης αυτής της ίδιας της απελευθέρωσης. Κοινωνία χωρίς τάξεις, κομμουνισμός, εξαφάνιση του κράτους, είναι προορισμοί πέρα από την επαναστατική διαδικασία, γενικές κατευθυντήριες γραμμές στο εσωτερικό ενός χρόνου που δεν γίνεται πλέον αντιληπτός ιστορικά. Έτσι η ιδεολογία αποκαλύπτεται σαν αυτό που είναι: ένα θεολογικό, χονδροειδές ανακάτωμα, στην υπηρεσία μιας νέας τάξης, δηλαδή αυτής των επαγγελματιών επαναστατών, που από την αρχή έχουν αναλάβει την καθοδήγηση ολόκληρης της επαναστατικής διαδικασίας. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να περάσουμε σε κάποιες γενικές σκέψεις. Η πρώτη, και η πιο σημαντική, αφορά το πραγματικό αντικείμενο ολόκληρης της λενινιστικής «επιστήμης». Το πραγματικό αντικείμενο αυτής της «επιστήμης» είναι ένα και μοναδικό: η κατάκτηση της εξουσίας. Σε αυτόν τον σκοπό πρέπει να υποταχθούν τα πάντα, χωρίς κανένα πρόσκομμα. Για να δικαιολογηθεί η ευκαμψία της λενινιστικής δράσης, της ευφυούς διαπλοκής τακτικής και στρατηγικής σε σχέση με μια συγκεκριμένη κατάσταση, χρειάζεται ακριβώς να είναι πάντοτε παρούσα αυτή η κατηγορική επιταγή: η κατάκτηση της εξουσίας, η οποία συνιστά την πρώτη και πλέον σημαντική συνθήκη της προλεταριακής επανάστασης. Εξ ου και η προλεταριακή επανάσταση είναι πάντοτε, στη λενινιστική θεώρηση, μια πολιτική επανάσταση. Είναι αυτή, συνεπώς, η αληθινή έκφραση του υποκειμενισμού του. Καθώς δέχεται ότι υπάρχει μια (υποτίθεται) αντικειμενική και μιας κατεύθυνσης τάση στην ιστορία υπέρ της πλήρους ανάπτυξης του καπιταλισμού, η πολιτική επανάσταση αποκτά προτεραιότητα έναντι της κοινωνικής επανάστασης (ταξικός αγώνας, εξαφάνιση των τάξεων). Φτάνουμε συνεπώς, και εντελώς λογικά, στην πρώτη στάση αυτού του δρόμου, την οποία μπορούμε να διατυπώσουμε με τα ίδια τα λόγια του Λένιν: κρατικός καπιταλισμός-δικτατορία του προλεταριάτου. Καπιταλισμός, γιατί χρειάζεται να περάσουμε μέσα από αυτό το καθαρτήριο που είχε υποδείξει ο Μαρξ· κρατικός, γιατί η πολιτική επανάσταση προηγείται της κοινωνικής επανάστασης· δικτατορία του προλεταριάτου γιατί αυτή συνιστά τη φάση της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, από το κράτος στην εξαφάνιση του κράτους, από την πολιτική επανάσταση στην κοινωνική επανάσταση, από τον ταξικό αγώνα στην αταξική κοινωνία. Συνεπώς ο λενινιστικός υποκειμενισμός είναι ένας ψευδής υποκειμενισμός, που με τη σειρά του συνεπάγεται έναν ψευδή ρεαλισμό. Ολόκληρη η δημιουργική δράση του λενινισμού, πράγματι, υπόκειται διαρκώς σε μια a priori, υποτίθεται αντικειμενική τάση της ιστορίας. Αυτή του η αντίληψη τον εμποδίζει να έχει μια ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων, αφού η μέθοδος της προσαρμογής σε μια συγκεκριμένη συνθήκη εξυπηρετεί, πάντοτε και μονάχα, τον μετασχηματισμό αυτής της δεδομένης συνθήκης σε μια προϋποτιθέμενη συνθήκη: ο λενινισμός, δηλαδή, είναι ανίατα δογματικός. Με αυτή την έννοια ικανοποιεί εκείνους τους ερμηνευτές του που διεκδικούν την καθολικότητα της μεθόδου του, αφού είναι ακριβώς αυτή η άκαμπτη σχηματοποίησή του –που συνιστά ουσιαστικά την ίδια του τη φύση– η οποία δικαιολογεί την υποτίθεται παντοτινή εφαρμοστικότητά του. Στην πραγματικότητα, η επαναστατική θεωρία του Λένιν αναδείχθηκε στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, που ολοκληρώθηκε με τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάρρευση του ευρωκεντρισμού. Όμως ενώ κάτι τέτοιο χρησιμεύει στο να προσδιορίσουμε ιστορικά τον λενινισμό, στο να τον τοποθετήσουμε ιστορικά στο χωροχρονικό του πλαίσιο, δεν βοηθά στην κατανόηση και την ερμηνεία της θεωρητικής του διάρκειας. Έφυγε ο Λένιν αλλά έμεινε ο λενινισμός. Είναι αλήθεια, ότι η λενινιστική επαναστατική θεωρία παρουσιάζεται κυρίως σαν κριτική θεωρία του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, σαν ασιατικοποίηση και ανατολικοποίηση του μαρξισμού, σαν ιδεολογικό και στρατηγικό υπόδειγμα για την επίτευξη της εθνικής ανεξαρτησίας τριτοκοσμικής μορφής, σαν ένα άλμα δηλαδή πάνω από την αστικο-καπιταλιστική φάση και τις αντίστοιχες δημοκρατικο-κοινοβουλευτικές δομές, που θα συμβεί χάρη στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης˙ αλλά είναι αλήθεια, επίσης, ότι η ισχύς της θεωρίας της κατάρρευσης που θα ξεκινήσει από τους πιο αδύναμους κρίκους (στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Ρωσία), εξαρτάται καθαρά από τις συμπτώσεις. Από επιστημονική άποψη, η θεωρία που βλέπει τον πόλεμο για το μοίρασμα των αγορών σαν την αναπόφευκτη έκβαση της αντικειμενικής αδυναμίας του καπιταλισμού να ανεβάσει το επίπεδο ζωής των εργαζόμενων μαζών, διευρύνοντας έτσι την εσωτερική αγορά κάθε χώρας με τέτοιον τρόπο ώστε να καταστεί ικανή να απορροφήσει μια ολοένα και αυξανόμενη παραγωγή, δεν αξίζει την υπερβολική σκέψη που της έχει αφιερωθεί. Πρόκειται, πράγματι, για μια επανάληψη των λαϊκιστικών θεματικών, που είχαν δη βρει την καλύτερη ανασκευή τους στα νεανικά γραπτά του ίδιου του Λένιν. Στην πραγματικότητα, αυτή η θεωρία δεν μπορεί να κατέχει στην επιστημολογική δομή της λενινιστικής σκέψης την ίδια θέση που κατέχει το οργανωτικό τέχνασμα των «επαγγελματιών επαναστατών». Ενώ η θεωρία της κατάρρευσης καταγράφει κάτι που συμβαίνει ανεξάρτητα από την ανθρώπινη θέληση ή έστω σαν αποτέλεσμα μιας μακράς μέσευσης ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα της ιστορικής πραγματικότητας, το οργανωτικό τέχνασμα των «επαγγελματιών επαναστατών» θεωρείται εφαρμόσιμο και δυνάμενο να επαναληφθεί, στον μέγιστο βαθμό, σε κάθε δεδομένη συνθήκη. Η πρώτη, δηλαδή, είναι μια θεωρία συνδεδεμένη με συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, των οποίων είναι μια πιστή έκφραση, ενώ το δεύτερο, αντιθέτως, στερείται αυτού του χρονολογικού βάρους. Με άλλα λόγια, αν και η μεν και το δε παρουσιάζουν την ίδια εξωτερικότητα –οι «επαγγελματίες επαναστάτες» είναι η συνείδηση που έρχεται από τα έξω στην εργατική τάξη, όπως η κατάρρευση του ιμπεριαλισμού και ο πόλεμος είναι γεγονότα τα οποία, αν και ευνοούν την επαναστατική έκρηξη, συμβαίνουν πέρα από τη θέληση και τις δυνατότητες της εργατικής ταξικής πάλης, αφού κι αυτά έρχονται από τα έξω –μόνο η θεωρία του οργανωτικού τεχνάσματος, εφόσον έχει να κάνει άμεσα με τη θέληση, μπορεί να επαναλαμβάνεται αδιακρίτως παντού. Όπως βλέπουμε, ο πυρήνας του λενινισμού είναι πάντοτε ο υποκειμενισμός (τον οποίο όμως έχουμε διακριβώσει ως λανθασμένο βολονταρισμό). Αν, συνεπώς, η θεωρία της οργάνωσης συνιστά την πραγματική ουσία του λενινισμού (το πάθος που θεοποιεί το κόμμα, μέσω της μυθικής βεβαιότητας για το ακατανίκητό του), αν, δηλαδή, είναι αυτή η πραγματική επαναστατική θεωρία του Λένιν, τότε οφείλουμε να πούμε ότι ο λενινισμός είναι ενδογενώς και σε βάθος αυταρχικός. Αυταρχικός όμως όχι με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά με πολύ πιο ουσιαστικό και τρομερό τρόπο, αφού ανατρέχει σε μια ολοκληρωτική αντίληψη για την ίδια την πραγματικότητα. Την ερμηνεία για κάτι τέτοιο νομίζουμε ότι τη δώσαμε προηγουμένως. Δεν πρόκειται, πράγματι, μόνο για μια ακραία ιεραρχική αντίληψη της επαναστατικής οργάνωσης, έτσι όπως ισχυρίζονταν στην εποχή του οι σοσιαλδημοκράτες, οι λουξεμπουργκιστές και οι συμβουλιακοί κομμουνιστές, αλλά για τη θέληση καθυπόταξης, μέσω της επαναστατικής διαδικασίας, ολόκληρης της ιστορικής φάσης, τόσο της παρούσας όσο και της μελλοντικής. Πρόκειται δηλαδή για τον μετασχηματισμό μιας δεδομένης ιστορικής διαδικασίας σε μια προϋποτιθέμενη ιστορική διαδικασία, ξεκινώντας ακριβώς, όπως επισημάναμε προηγουμένως, από μια χεγκελομαρξιστική ιδέα. Στην πραγματικότητα, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την κολοσσιαία αντεπαναστατική ανατροπή που ξεκίνησε ο Λένιν και συνέχισε ο Στάλιν, αν δεν ξεκινήσουμε από αυτή τη διαλεκτική ιδέα, από αυτή τη γιγαντιαία μεταφυσική; Τι ήταν πρώτα η ΝΕΠ και κατόπιν η εξαναγκαστική εκβιομηχάνιση (εξόντωση εκατομμυρίων αγροτών), αν όχι η ενεργοποίηση των μαρξιστικών κειμένων που υποστηρίζουν τον αντικειμενικά επαναστατικό και προωθητικό ρόλο του βιομηχανικού καπιταλισμού και του βιομηχανισμού tout-court, σαν εκείνες τις μοναδικές ιστορικές διαδικασίες που είναι σε θέση να διαμορφώσουν και να ομογενοποιήσουν μια εργατική τάξη η οποία μέχρι τότε, στη Ρωσία, υπήρξε περισσότερο στα κεφάλια των μαρξιστών παρά στην κοινωνική πραγματικότητα; Τι ήταν η σχεδιοποίηση από τα πάνω και η επακόλουθη γραφειοκρατικοποίηση, αν όχι η πραγματοποίηση της μαρξιστικής ντιρεκτίβας –ήδη θεωρητικοποιημένη στο Μανιφέστο– που αναθέτει σαφώς στην οικονομική συγκεντροποίηση το θεμελιώδες καθήκον πραγματοποίησης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μέχρι το σημείο όπου θα είναι δυνατή η απελευθέρωση από τις ανάγκες; Τι ήταν η Κροστάνδη, η εξόντωση των μαχνοβιτών και εκατοντάδων χιλιάδων επαναστατών αν όχι η εφαρμογή, σύμφωνα με την πιο διαυγή χεγκελιανή θεώρηση, μιας διαλεκτικής που επιζητά ένα πανίσχυρο κράτος, αφού, μαζί με την ιδέα περί ξεπεράσματος του καπιταλισμού, υπάρχει η αντίληψη ότι όσο πιο υψηλός και ώριμος είναι ο βαθμός της ανάπτυξής του τόσο πιο ταχεία θα είναι η εξαφάνισή του; Είναι δύσκολο συνεπώς να ανασκευαστεί η ιδέα ότι ο λενινισμός ήταν και είναι η υπέρτατη έκφραση του επαναστατικού ολοκληρωτισμού και γι’ αυτό βρισκόταν και βρίσκεται, προφανώς, σε ριζική και αμείωτη αντίθεση με την επαναστατική αντίληψη των αναρχικών. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΠΑΤΙΣΤΙ: ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ, ΕΚΤΕΘΕΙΜΕΝΕΣ ΣΗΜΕΙΟ ΠΡΟΣ ΣΗΜΕΙΟ

Αυτή η νέα εκδοχή των δικών μας Friendly Asked Questions (FAQ) σχετικά με την υπόθεση Μπατίστι, ήδη διαβασμένες από εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες και αναγνώστριες και μεταφρασμένες σε αρκετές γλώσσες, έρχεται σε μια στιγμή συλλογικής υστερίας, που στην Ιταλία είχαμε να τη δούμε από την εποχή της πλατείας Φοντάνα και την ενοχοποίηση του Πιέτρο Βαλπρέντα. Ο Μπατίστι βρίσκεται εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, κι ενώ γράφουμε αυτά, σε μια βραζιλιάνικη φυλακή [τώρα πια, το 2012, ο Μπατίστι ζει ελεύθερος στη Βραζιλία, μετά την οριστική άρνηση της χώρας να τον εκδώσει στην Ιταλία, σ.τ.Σ.]. Πήρε πολιτικό άσυλο στη Βραζιλία μετά από παρέμβαση του υπουργού δικαιοσύνης Τάρσο Τζένρο, με τη συνυπογραφή του προέδρου Λούλα. Ο ιταλικός τύπος, μπροστά σε μια ουσιαστικά αδιάφορη κοινή γνώμη, προχώρησε στο λυντσάρισμα του Μπατίστι, ο οποίος παρουσιάστηκε σαν το τέρας, ο στυγερός δολοφόνος, ο serial killer. Η Βραζιλία περιγράφεται (για παράδειγμα από τον Φραντσέσκο Μέρλο στη «Repubblica» της 15ης Γενάρη 2009) σαν μια δημοκρατία οπερέτα, κατοικούμενη από έναν πληθυσμό περίπου πιθήκων. Μέχρι ο πρόεδρος της δημοκρατίας Ναπολιτάνο, που δεν διακρίνεται για την κινητικότητά του, κινητοποιήθηκε υπέρ του αιτήματος έκδοσης του εγκληματία του αιώνα. Ακολουθούμενος βεβαίως από το Δημοκρατικό Κόμμα του Βάλτερ Βελτρόνι, σε πλήρη αρμονία με τις πιο αντιδραστικές συνιστώσες της κυβέρνησης και της υποτιθέμενης «αντιπολίτευσης». Πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοια μανία ποτέ δεν επιδείχθηκε απέναντι, για παράδειγμα, στον Ντέλφο Ζόρζι, όταν τον υποπτεύονταν για συναυτουργό στη σφαγή της πλατείας Φοντάνα και είχε διαφύγει στην Ιαπωνία. Για να μη μιλήσουμε για τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, που από τη δεκαετία του ’70 μέχρι την Τζένοβα το 2001, ευθύνονται για τις δολοφονίες πάνω από 100 αγωνιστών της αριστεράς, τα οποία αθωώθηκαν άπαντα από εξυπηρετικούς δικαστές και τους πολιτικούς συνεργούς τους. Ή για τους υπεύθυνους της σφαγής στο Τσιρτσέο, ένας από τους οποίους κατάφερε να μεταναστεύσει με το ιταλικό του διαβατήριο στην τσέπη. Χρειάστηκε να επικαιροποιήσουμε τις FAQ μας, κάτω και από το φως μιας έμμεσης απάντησης του αντιεισαγγελέα του Μιλάνου Αρμάντο Σπατάρο, η οποία εμφανίστηκε στην «Corriere della Sera» στις 23 Γενάρη 2009, στη στήλη των γραμμάτων. Καθώς επίσης και λόγω ενός άρθρου στο οποίο υπήρχε συνέντευξη του μετανιωμένου Πιέτρο Μούτι, μέγιστου κατηγόρου του Μπατίστι («ειδικό στα ταχυδακτυλουργικά κόλπα» προκειμένου να μεταφέρει στους άλλους τις ευθύνες του, τον χαρακτηρίζει μια απόφαση που αναφέρεται παρακάτω· και που να δείτε και τα καλύτερα), δημοσιευμένου στο «Panorama» στις 25 Γενάρη 2009. Πιστεύουμε ότι μια ήρεμη ανάγνωση όσων ακολουθούν θα προκαλέσει, σε όποιον έχει καλή την πίστη, πολλές αμφιβολίες για την πραγματική ενοχή του Μπατίστι. Ωστόσο, εμείς δεν ενδιαφερόμαστε να δείξουμε ότι ο Μπατίστι είναι αθώος. Κυρίως μας ενδιαφέρει να καταγγείλουμε τις διαστρεβλώσεις που προκάλεσε η λεγόμενη «έκτακτη ανάγκη», τη δεκαετία του ’70, στις ιταλικές δικαστικές διαδικασίες, θεμελιωμένες, όπως την εποχή της Ιεράς Εξέτασης, σε «μετανοήσεις», πραγματικές ή ψευδείς [βλ. I. Mereu, Storia dell’intolleranza in Europa. Sorvegliare e punier, l’Inquisizione come modello di violenza legale, Bompiani, 1988. Γιατί συνελήφθη ο Μπατίστι το 1979; Συνελήφθη στο πλαίσιο των συλλήψεων μελών της Αυτόνομης Συλλογικότητας της Μπαρόνα (μια γειτονιά του Μιλάνου) μετά τον φόνο, στις 16 Φλεβάρη 1979, του χρυσοχόου Λουίτζι Πιέτρο Τορετζάνι. Γιατί δολοφονήθηκε ο χρυσοχόος Τορετζάνι; Γιατί, στις 22 Γενάρη 1979, μαζί μ’ έναν γνωστό του επίσης οπλισμένο, σκότωσε τον Οράτσιο Νταϊντόνε, έναν από τους δύο ληστές που εισέβαλαν στο εστιατόριο «Il Transatlantico», στο οποίο διασκέδαζαν με μεγάλη παρέα. Ένας πελάτης, ο Βιντσέντσο Κονσόλι, πέθανε από την ανταλλαγή των πυροβολισμών, ένας άλλος τραυματίστηκε. Αυτός που σκότωσε τον Τορετζάνι ήθελε να χτυπήσει εκείνους, που εκείνη την περίοδο, «απέδιδαν μόνοι τους δικαιοσύνη». Ο Τσέζαρε Μπατίστι συμμετείχε στην έφοδο στο «Transantlantico»; Όχι. Κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Επρόκειτο για ένα επεισόδιο του κοινού ποινικού δικαίου. Ο Τσέζαρε Μπατίστι συμμετείχε στoφόνο του Τορετζάνι; Όχι. Ακόμη και αυτή η υπόθεση –που διατυπώθηκε αρχικά- έπειτα αποκλείστηκε παντελώς. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατον να τον εμπλέξουν, όπως συνέβη αργότερα, στον φόνο του χασάπη Λίνο Σαμπαντίν, που συνέβη την ίδια μέρα, 16 Φλεβάρη 1979, στην περιοχή του Ούντινε, σχεδόν την ίδια ώρα. Ωστόσο υπάρχει η εντύπωση ότι ο Τσέζαρε Μπατίστι τραυμάτισε ένα από τα θετά παιδιά του Τορετζάνι, τον Αλμπέρτο, ο οποίος από τότε έμεινε παράλυτος. Έχει επιβεβαιωθεί ότι ο Αλμπέρτο Τορετζάνι τραυματίστηκε κατά λάθος από τον πατέρα του, στην ανταλλαγή πυροβολισμών με τους επιτιθέμενους. Τα ΜΜΕ επιμένουν να υποδεικνύουν τον Τσέζαρε Μπατίστι σαν τον δολοφόνο του Τορετζάνι, λέγοντας ότι ήταν αυτός που τραυμάτισε τον Αλμπέρτο και τον οδήγησε στην αναπηρική καρέκλα. Ο Αλμπέρτο δεν επανόρθωσε ποτέ, ούτε καν χάριν της ακρίβειας. Ούτε επανόρθωσε ποτέ ο Σπατάρο. Γιατί; Αυτό είναι ανεξήγητο. Οι πραγματικοί δολοφόνοι (Σεμπαστιάνο Μασάλα, Σάντε Φατόνε, Γκαμπριέλε Γκριμάλντι και Τζουζέπε Μεμέο) συνελήφθησαν λίγο μετά την ενέδρα και εξέτισαν ποινές λίγο πολύ μεγάλες. Ο εισαγγελέας Αρμάντο Σπατάρο στην «Corriere della Sera» της 23ης Γενάρη 2008, είπε ότι ο Μπατίστι «καταδίκασε» τον Λουίτζι Πιέτρο Τορετζάνι επειδή αντέδρασε ενόπλως στη ληστεία που υφίστατο ο ίδιος. Και αυτό είναι ανεξήγητο. Η δυναμική των γεγονότων είναι πολύ διαφορετική, ο ίδιος ο Σπατάρο το εξήγησε σε άλλες περιπτώσεις: ο Τορετζάνι και ένας φίλος του άνοιξαν πυρ, με περίστροφο μεγάλου διαμετρήματος, εναντίον εκείνων που λήστευαν το ρεστοράν «Transatlantico» στο οποίο έτρωγαν με φίλους. Γιατί λοιπόν ο Τσέζαρε Μπατίστι συνδέεται με τη δολοφονία Τορετζάνι; Πάνω απ’ όλα γιατί, όπως έχει παραδεχτεί ο ίδιος, συμμετείχε στην ομάδα που ανέλαβε την ευθύνη της ενέργειας, τους Ένοπλους Προλετάριους για τον Κομμουνισμό (ΕΠΚ). Η ίδια ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για τον Σαμπαντίν. Ποιοι ήταν οι ΕΠΚ; Μια από τις πολλές ένοπλες ομάδες που ξεπήδησαν, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70, από το λεγόμενο κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας και αφιερώθηκαν σε εκείνο που αποκαλούνταν «διάχυτη παρανομία»: από «απαλλοτριώσεις» (τράπεζες, σούπερ μάρκετ) μέχρι αντίποινα στις εταιρείες που οργάνωναν τη μαύρη εργασία και, σπανιότερα, μέχρι τραυματισμούς και δολοφονίες. Οι ΕΠΚ έμοιαζαν με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες; Όχι. Όπως όλες οι αυτόνομες ομάδες δεν στόχευαν ούτε στη δημιουργία ενός νέου κομμουνιστικού κόμματος, ούτε στην άμεση ανατροπή της εξουσίας. Προσπαθούσαν κυρίως να αναλάβουν τον έλεγχο του εδάφους, αλλάζοντας τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των υποτελών τάξεων και πιο συγκεκριμένα των νεανικών συνιστωσών τους. Αυτό το σχέδιο, όπως και να το κρίνει κανείς (είναι σαφές ότι δεν λειτούργησε) δεν συμφωνούσε με εκείνο των ΕΤ. Ο εισαγγελέας Σπατάρο είπε ότι οι συμμετέχοντες στους ΕΠΚ δεν ξεπέρασαν τους τριάντα. Τα εντάλματα για συμμετοχή στους ΕΠΚ ήταν τουλάχιστον 60. Στην πλειοψηφία τους αφορούσαν νεαρούς εργάτες. Ακολουθούσαν οι άνεργοι και οι καθηγητές. Οι φοιτητές ήταν μονάχα τρεις. Ωστόσο η υπογραφή ΕΠΚ χρησιμοποιήθηκε και από άλλες ομαδοποιήσεις. Τριάντα ή εξήντα δεν έχει μεγάλη σημασία. Κι όμως έχει. Αλλάζουν οι πιθανότητες συμμετοχής στις γενικές επιλογές της οργάνωσης, όπως επίσης και στις ενέργειες που προκύπτουν από αυτές τις επιλογές. Να έχουμε υπόψη ότι ενώ οι ληστείες που αποδίδονται στους ΕΠΚ είναι δεκάδες, οι φόνοι είναι τέσσερις. Η συμμετοχή σε μια από αυτές γίνεται πολύ λιγότερο πιθανή αν διπλασιαστεί ο αριθμός των συμμετεχόντων. Ο Τσέζαρε Μπατίστι ήταν ο επικεφαλής των ΕΠΚ ή έστω κάποιους από τους αρχηγούς; Όχι. Αυτό είναι ξεκάθαρα μια επινόηση των δημοσιογράφων. Ούτε από τις δίκες ούτε από άλλα στοιχεία προκύπτει ότι μπορεί να θεωρηθεί αρχηγός. Άλλωστε, δεν είχε ένα παρελθόν –ως πρώην κλεφτάκος και συμμορίτης της επαρχίας, χωρίς ιδεολογική παιδεία– που θα του επέτρεπε να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο. Ήταν ένας αγωνιστής ανάμεσα στους πολλούς. Ωστόσο στην προδικαστική διαδικασία ο Μπατίστι θεωρήθηκε σαν ένας από τους «οργανωτές» του φόνου του Τορετζάνι. Δια της επαγωγικής μεθόδου. Σύμφωνα με τον διαχωρισμένο Αρίγκο Καβαλίνα, συμμετείχε σε συνελεύσεις στις οποίες συζητήθηκε μια τέτοια ενέργεια, χωρίς να φέρει αντίρρηση. Μόνο με την είσοδο στη σκηνή του μετανιωμένου Μούτι –αφού ο Μπατίστι, καταδικασμένος σε δωδεκάμισι χρόνια φυλακή, δραπέτευσε από τη φυλακή και διέφυγε στο Μεξικό– οριστικοποιήθηκε η κατηγορία, αλλά για μια ακόμη φορά μέσω της επαγωγικής μεθόδου. Εφόσον ο Μπατίστι κατηγορήθηκε από τον Μούτι ότι είχε παίξει ρόλο στην προετοιμασία του φόνου του Σαμπαντίν και εφόσον οι ενέργειες εναντίον του Τορετζάνι και του Σαμπαντίν εμφορούνταν σαφώς από την ίδια λογική (χτύπημα των καταστηματαρχών που είχαν σκοτώσει ληστές), ιδού, ο Μπατίστι πρέπει αναγκαστικά να είναι ανάμεσα στους «οργανωτές» της ενέδρας στον Τορετζάνι, αν και δεν συμμετείχε προσωπικά. Ωστόσο, από όλα τα εγκλήματα που αποδίδονται στον Μπατίστι, το πιο σοβαρό είναι αυτό της υπόθεσης Τορετζάνι. Ίσως επειδή προσφερόταν για μια πιο «θεαματική» χρήση από τα υπόλοιπα (βλέπε την ενασχόληση των ΜΜΕ με τον Αλμπέρτο Τορετζάνι, ο οποίος δεν είναι ακόμη έτοιμος, για λόγους μπορεί και κατανοητούς, να αποκαλύψει ποιος τον τραυμάτισε). Ή ίσως –δεδομένου ποιος μας κυβερνά και τις δηλώσεις κάνα χρόνο πριν του υπουργού Καστέλι σχετικά με το ζήτημα της αυτοπροστασίας των καταστηματαρχών– επειδή ήταν το επεισόδιο που απηχούσε καλύτερα στον ψυχισμό των ψηφοφόρων των κυβερνώντων κομμάτων. Πάντως, όποιος υπερασπίζεται τον Μπατίστι συχνά παίζει το χαρτί της «συγχρονικότητας» μεταξύ της υπόθεσης Τορετζάνι και αυτής του Σαμπαντίν, ενώ ο Μπατίστι είχε κατηγορηθεί ότι «οργάνωσε» την πρώτη και «εκτέλεσε» τη δεύτερη. Αυτό οφείλεται στην αμφισημία του ίδιου του πρώτου αιτήματος έκδοσης του Μπατίστι (1991), στις αντιφατικές πληροφορίες των εφημερίδων (ο αριθμός και ο χαρακτήρας των αδικημάτων ποικίλλει από έντυπο σε έντυπο) και στη σιωπή όσων γνωρίζουν. Να μην ξεχνάμε ότι ο Αρμάντο Σπατάρο έδωσε λεπτομέρειες για την υπόθεση –πιο σωστά, έναν συγκεκριμένο αριθμό λεπτομερειών– μονάχα μετά την εκστρατεία υπέρ του Μπατίστι, η οποία άρχισε να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθησαν η ανάκριση και η δίκη. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιταλική κυβέρνηση έπρεπε να υποβάλει στις γαλλικές αρχές προκειμένου να αποφασίσουν σχετικά με το νέο αίτημα έκδοσης του Τσέζαρε Μπατίστι, 800 σελίδες ντοκουμέντων. Είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι το δικαστικό υλικό ήταν γεμάτο κενά. Κατά μείζονα λόγο αυτό παρουσίαζε κενά για όποιον ήθελε να εμποδίσει την έκδοση του Μπατίστι. Η συγχρονικότητα ανάμεσα στην υπόθεση Σαμπαντίν και εκείνη του Τορετζάνι αναδεικνύει μια μοναδικού τύπου κατασκευή. Μα έπρεπε να αποδειχτεί ότι ο Μπατίστι συμμετείχε ενεργώς στη δολοφονία του Σαμπαντίν. Αρχικά, ο μετανιωμένος Μούτι κατηγόρησε τον Μπατίστι ότι είχε πυροβολήσει τον χασάπη. Δυστυχώς γι’ αυτόν, ο αγωνιστής των ΕΠΚ Ντιέγκο Τζακομίν διαχωρίστηκε και αποκάλυψε ότι ήταν αυτός που σκότωσε τον μαγαζάτορα. Δεν είπε άλλα ονόματα. Ένας συνένοχος, που δεν τον ανέφερε ο Μούτι, καταδικάστηκε σε ισόβια. Ζει σήμερα στη Γαλλία. Ωστόσο, η δικαστική διαδικασία για τον Τσέζαρε Μπατίστι και τους άλλους κατηγορούμενους της υπόθεσης Τορετζάνι ήταν κανονική. Όχι, δεν ήταν, και είναι πολύ εύκολο να το αποδείξουμε. Γιατί η δικαστική διαδικασία για την υπόθεση Τορετζάνι, που αργότερα συμπεριέλαβε ολόκληρη την ιστορία των ΕΠΚ, δεν ήταν κανονική; Για να ακριβολογήσουμε: δεν ήταν κανονική εκτός αν την εξετάσουμε στο πλαίσιο των παραβιάσεων της νομιμότητας που εισήγαγε η λεγόμενη «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Σύμφωνα με τους όρους της γενικής νομοθεσίας, η διαδικασία παραβιάστηκε κατά τρεις τουλάχιστον τρόπους: με την καταφυγή σε βασανιστήρια για την απόσπαση ομολογιών στη φάση της ανάκρισης [η χρήση των βασανιστηρίων στις ανακρίσεις των τρομοκρατών της αριστεράς στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τη δεκαετία του ’80 τεκμηριώνεται ανάγλυφα στον τόμο Le torture affiorate, σειρά Progetto Memoria, εκδ. Sensibili alle foglie, 1998, σ.τ.Σ.], με τη χρήση καταθέσεων ανηλίκων ή ατόμων με πνευματικές διαταραχές, αλλά και με τον πολλαπλασιασμό των κατηγοριών βάσει των δηλώσεων ενός μετανιωμένου μειωμένης αξιοπιστίας. Αλλά υπήρχαν και άλλοι ελάσσονες τρόποι. Οι δικαστές βασάνισαν τους κατηγορούμενους; Όχι. Ήταν η αστυνομία που τους βασάνισε. Υπήρξαν δεκατρείς καταγγελίες: οκτώ προέρχονταν από τους συλληφθέντες και πέντε από τους συγγενείς τους. Δεν ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ασυνήθιστο σε μια ανάκριση τέτοιου τύπου. Οι δικαστές περιορίστηκαν να ακούσουν τις καταγγελίες και μετά τις αρχειοθέτησαν. Μπορεί να τις αρχειοθέτησαν γιατί δεν επρόκειτο για πραγματικά βασανιστήρια, αλλά για απλές πιέσεις, λιγάκι πιο έντονες, στους κατηγορούμενους. Μια από τις πιο συχνές καταγγελίες ήταν αυτή που αφορούσε τη βίαιη κατάποση νερού από τον ανακρινόμενο μέσω ενός σωλήνα, ενώ ένας αστυνομικός τον χτυπούσε με γονατιές στο στομάχι. Έπειτα όλοι κατήγγειλαν πως αναγκάστηκαν να γδυθούν και μετά τους τύλιξαν με κουβέρτες ώστε να μη μείνουν σημάδια από τα χτυπήματα με γροθιές ή με τα ρόπαλα. Μέχρι που τους έδεσαν σ’ ένα τραπέζι ή σε έναν πάγκο. Το ότι οι δικαστές δεν προχώρησαν στην εξέταση των καταγγελιών μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις πως όλα αυτά συνέβησαν στ’ αλήθεια. Στην πραγματικότητα ο αντιεισαγγελέας Αλφόνσο Μάρα, επιφορτισμένος με τον καθήκον να αναφέρεται στον ανακριτή Μαουρίτσιο Γρίγκο, αφού μετέτρεψε τα αδικήματα των ανδρών της ασφάλειας από «βλάβες» σε «αμυχές» λόγω της απουσίας διαρκών σημαδιών στο σώμα (στην Ιταλία δεν υπήρχε το αδίκημα του βασανισμού και δεν υπάρχει ούτε σήμερα), συμπέρανε ότι ο καταλογισμός των αμυχών δεν μπορούσε να προχωρήσει, δεδομένου ότι οι αστυνομικοί, μοναδικοί μάρτυρες, δεν τις επιβεβαίωναν. Από την πλευρά του ο δικαστής Κοράντο Καρνεβάλι, υπεύθυνος για τη δίκη Τορετζάνι, εισηγήθηκε ότι οι καταγγελίες για βασανιστήρια ήταν μια μέθοδος που υιοθέτησαν οι κατηγορούμενοι για να απονομιμοποιήσουν ολόκληρη την έρευνα. Δεν μας λέει κάτι ότι ο Καρνεβάλι είχε άδικο. Τουλάχιστον ένα επεισόδιο δεν συμφωνεί με τη θέση του. Στις 25 Φλεβάρη 1979, ο κατηγορούμενος Σισίνιο Μπίτι κατήγγειλε στον αντιεισαγγελέα Αρμάντο Σπατάρο τα βασανιστήρια που υπέστη και ανακάλεσε τις ομολογίες που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Ανάμεσα στ’ άλλα, αφηγήθηκε ότι ένας αστυνομικός, χτυπώντας τον με ένα ρόπαλο, του ζήτησε να καταγγείλει κάποιον Άντζελο· αυτόν που κατήγγειλε ήταν ο μοναδικός Άντζελο που γνώριζε, κάποιον Άντζελο Φράνκο. Η ανασκευή του Μπίτι δεν έγινε πιστευτή και ο Άντζελο Φράνκο, ένας εργάτης, συνελήφθη για συμμετοχή στην υπόθεση Τορετζάνι. Μόνο που μερικές μέρες αργότερα υποχρεώθηκαν να τον αφήσουν: με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να είχε συμμετάσχει στην ενέδρα. Συνεπώς η ανασκευή του Μπίτι ήταν ειλικρινής και άρα, κατά πάσα πιθανότητα, και η βία με την οποία είχε αποσπαστεί η ψευδής ομολογία. Ο Σισίνο Μπίτι είχε μόνιμες βλάβες στα τύμπανα των αυτιών του. Μόνος τους τις προκάλεσε; Όμως η κακομεταχείριση στη φάση της ανάκρισης δεν αθωώνει τον Τσέζαρε Μπατίστι. Όχι, όμως δίνει μια ιδέα για το τι τύπου διαδικασία ακολουθήθηκε. Το να την πούμε «κανονική» είναι τουλάχιστον συζητήσιμο. Ανάμεσα στις καταθέσεις εναντίον των κατηγορουμένων φιγουράρει επίσης αυτή μιας δεκαπεντάχρονης, της Ρίτα Βιτράνι, που κλήθηκε να καταθέσει εναντίον του θείου της· οι αντιφάσεις και οι αφέλειες της δεν τους έκανε να σκεφτούν πως ήταν ψυχολογικά ασταθής («στα όρια της τρέλας», δήλωσαν οι πραγματογνώμονες).[Στο «Panorama» της 25ης Γενάρη ο δημοσιογράφος Αμαντόρι, που πήρε συνέντευξη από την οικογένεια, αμφισβήτησε τη σταθερότητα της μνήμης της Ρίτα Βετράνι. Οι αναφορές των πραγματογνωμόνων, ελάχιστα αμφισβητούμενες, υπάρχουν στο βιβλίο L. Grimaldi, Processo all’istruttoria, Milano Libri, Μιλάνο 1981, σ.τ.Σ.]. Υπάρχει επίσης μια άλλη κατάθεση, του Βάλτερ Αντρεάτα, που αμέσως πέφτει σε αντιφάσεις και χαρακτηρίστηκε «ανισόρροπος» και θύμα μιας βαριάς καταθλιπτικής κρίσης από αυτούς τους ίδιους του πραγματογνώμονες του δικαστηρίου. Αναγνωρίζοντας το ασταθές πλαίσιο της έρευνας, πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη ότι ο Τσέζαρε Μπατίστι δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του. Περίπου μια παραδοχή της ενοχής, ακόμη κι αν, πριν σιωπήσει, δήλωσε αθώος. Μπορεί σήμερα να φαίνεται έτσι, αλλά όχι τότε. Και μάλιστα αληθεύει ακριβώς το αντίθετο. Εκείνη την εποχή, οι αγωνιστές των ένοπλων ομάδων, όταν συλλαμβάνονταν δήλωναν πολιτικοί κρατούμενοι και αρνούνταν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους γιατί δεν αναγνώριζαν την «αστική δικαιοσύνη». Ο Μπατίστι αρνήθηκε γιατί όπως δήλωσε αμφισβητούσε την αξιοπιστία της διαδικασίας. Αν αφήσουμε στην άκρη τις βιαιότητες και τις ελάχιστα αξιόπιστες καταθέσεις κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, η δίκη διεξήχθη δίκαια. Όχι ακριβώς. Κατηγορούμενοι για ελάσσονα αδικήματα έλαβαν δυσανάλογα βαριές ποινές. Ο ήδη αναφερμένος Μπίτι, αν και αθωώθηκε για κάθε αδίκημα, καταδικάστηκε σε τρεισήμισι χρόνια φυλακή επειδή τον άκουσαν να επιδοκιμάζει, σε δημόσιο χώρο, την ενέργεια εναντίον του Τορετζάνι. Υπέπεσε στη λεγόμενη «ηθική συνέργεια» σε φόνο, κατηγορία άμεσα προερχόμενη από την Ιερά Εξέταση. Ο ήδη αναφερμένος Άντζελο Φράνκο, λίγες μέρες μετά την απελευθέρωσή του, συνελήφθη εκ νέου, αυτή τη φορά για ένοπλη οργάνωση και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλακή. Και αυτό παρά την απουσία άλλων αδικημάτων, μόνο και μόνο γιατί σύχναζε στην αυτόνομη συλλογικότητα της Μπαρόνα. Σύμφωνα με τον Λουτσάνο Βιολάντε, μια κάποια «σκληρότητα» ήταν απαραίτητη προκειμένου να σβήσει η τρομοκρατία. Και ο Αρμάντο Σπατάρο υποστηρίζει ότι, για αυτόν τον σκοπό, ο επιβαρυντικός όρος περί «τρομοκρατικής σκοπιμότητας», που διπλασίαζε τις ποινές, αποδείχθηκε ένα αποφασιστικό όπλο. Κατέστρεψε επίσης τις ζωές πολλών νέων ανθρώπων, συλληφθέντων με κατηγορίες που επρόκειτο να επιβαρυνθούν εκθετικά κατά τη διάρκεια της κράτησης, παρά την απουσία αιματηρών γεγονότων. Αυτό δεν ισχύει για τον Τσέζαρε Μπατίστι, καταδικασμένο σε ισόβια για συμμετοχή σε δύο φόνους και φυσική αυτουργία σε άλλους δύο. Για τις υποθέσεις Τορετζάνι και Σαμπαντίν τα είπαμε. Πάμε τώρα στις υποθέσεις Σαντόρο και Καμπάνια. Ο Μούτι κατηγόρησε τον Μπατίστι σαν τον δολοφόνο του Σαντόρο, αλλά μετά το αποδεικτικό υλικό τον υποχρέωσε να παραδεχτεί ότι ήταν αυτός ο δολοφόνος. Η δολοφονία του αστυνομικού Καμπάνια συνέβη μετά τη διάλυση των ΕΠΚ και την πραγματοποίησε μια ομαδούλα γειτονιάς. Ο δολοφόνος λέγεται Τζουζέπε Μεμέο, ομολόγησε ο ίδιος. Πυροβόλησε με το ίδιο πιστόλι που σκότωσε τον Τορετζάνι. Ο Μούτι τα λέει για να τα πει. Ο Μεμέο είχε έναν ξανθό συνεργάτη, ψηλό, γύρω στο 1.90. Ο Μπατίστι; Θα αναφερθούμε σε αυτό σε λίγο. Στο τέλος της εκδίκασης σε πρώτο βαθμό της υπόθεσης ο Μπατίστι, συλληφθείς αρχικά για ελάσσονα αδικήματα (κατοχή όπλων, που άλλωστε, όπως απεδείχθη, δεν πυροβόλησαν ποτέ), βρέθηκε καταδικασμένος σε δωδεκάμισι χρόνια φυλακή. Η καταδίκη σε ισόβια ήρθε πέντε χρόνια μετά την απόδραση του από τη φυλακή. Αλλά εδώ ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τους «μετανιωμένους» και, κυρίως, για τον βασικό μετανιωμένο που τον κατηγόρησε. Μετά θα εξετάσουμε τα τρία άλλα αδικήματα. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είναι ένας «μετανιωμένος». Αν αναφερόμαστε στις ομάδες της άκρας αριστεράς, έτσι αποκαλούνται εκείνοι οι κατηγορούμενοι για αδικήματα σχετιζόμενα με τις ένοπλες ομάδες, οι οποίοι, ως αντάλλαγμα τη μείωση των ποινών τους, απαρνήθηκαν την εμπειρία τους και δέχτηκαν να καταγγείλουν τους συντρόφους τους, συμβάλλοντας στη σύλληψή τους και στη διάλυση της οργάνωσης. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο υπήρχε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αλλά καθιερώθηκε στο δικαιικό σύστημα πρώτα με τον «νόμο Κοσίγκα» της 6.1.1980, ν. 15, κι έπειτα με τον «νόμο για τους μετανιωμένους» της 29.5.1982, ν. 304. Δείχνει τους εγγενείς κινδύνους αυτού του μηχανισμού του είτε πριν είτε μετά από αυτές τις ημερομηνίες. Ποιοι είναι αυτοί οι «κίνδυνοι»; Η λογική του νόμου είναι ότι ο «μετανιωμένος» μπορούσε να υπολογίζει σε τόσο μεγαλύτερη μείωση της ποινής του όσο πιο υψηλός ήταν ο αριθμός των ατόμων που κατήγγειλε· αυτός, όταν εξαντλούνταν το απόθεμα των πληροφοριών που κατείχε, ωθούνταν να περάσει σε εικασίες και κουβέντες που είχε ακούσει εδώ και εκεί. Επιπλέον, η αναδρομικότητα του νόμου προέτρεπε σε καταδόσεις χωρίς διακρίσεις ακόμη και αν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τα γεγονότα, όταν τώρα πια ήταν αδύνατον να υπάρξουν υλικές επαληθεύσεις. Υπάρχουν παραδείγματα αυτών των χείριστων αποτελεσμάτων; Η πιο κραυγαλέα περίπτωση ήταν αυτή του Κάρλο Φιορόνι ο οποίος, απειλούμενος με ισόβια λόγω της κατακράτησης των λύτρων για έναν φίλο του που πέθανε κατά τη διάρκεια της ενέργειας, κατηγόρησε για συνενοχή τον Τόνι Νέγκρι, τον Ορέστε Σκαλτσόνε και άλλες προσωπικότητες της οργάνωσης Εργατική Εξουσία, μειώνοντας την ποινή του. Αλλά και άλλοι μετανιωμένοι, όπως ο Μάρκο Μπαρμπόνε (σήμερα συνεργάτης εφημερίδων της δεξιάς), ο Αντόνιο Σαβάστα, ο Πιέτρο Μούτι, ο Μικέλε Βισκάρντι κ.α, συνέχισαν για χρόνια να σκαλίζουν τη μνήμη τους και να δίνουν ονόματα. Κάθε καταγγελία ακολουθούσαν συλλήψεις, σε τέτοιο βαθμό που η κράτηση έγινε όπλο πίεσης για να υπάρξουν περαιτέρω μετάνοιες. Δυστυχώς αυτό θα προκαλέσει σκάνδαλο μόνο σε δεύτερο χρόνο, όταν η λογική της μετάνοιας, εφαρμοσμένη στην κοινή εγκληματικότητα, είχε ως αποτέλεσμα την υπόθεση Τόρτορα και άλλες λιγότερο γνωστές. Ο Πιέτρο Μούτι ήταν ο κύριος κατήγορος του Τσέζαρε Μπατίστι. Γιατί; Ήταν, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία του, ο ιδρυτής των ΕΠΚ. Θα φιγουράρει ανάμεσα στους κατηγορούμενος για την υπόθεση Τορετζάνι αν και φυγόδικος, και η κατηγορούσα αρχή θα ζητήσει γι’ αυτόν καταδίκη 8 ετών. Συνελήφθη το 1982 (αφότου είχε ήδη δραπετεύσει ο Μπατίστι), μετά τη διαφυγή από τη φυλακή του Ροβίγκο, στις 4 Γενάρη εκείνης της χρονιάς, μερικών αγωνιστριών της Πρώτης Γραμμής. Ο Μούτι ήταν ανάμεσα στους οργανωτές της απόδρασης. Ήταν στο ίδιο κελί με τον Μπατίστι, όταν αμφότεροι βρίσκονταν στη φυλακή για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου και υπεύθυνος για την πολιτικοποίησή του (έναν ρόλο που περιέργως διεκδίκησε ο διαχωρισμένος Αρίγκο Καβαλίνα). Για ποια αδικήματα ο Μούτι, μόλις μετάνιωσε, κατηγόρησε τον Μπατίστι; Αφήνοντας στην άκρη κάποια ελάσσονα αδικήματα, για τρεις δολοφονίες. Ο Μπατίστι (με έναν συνεργό και τον ίδιο τον Μούτι, που αρχικά προσπάθησε να αρνηθεί την παρουσία του) σκότωσε ο ίδιος, στις 6 Ιούνη 1978, τον ανθυπασπιστή των συνοδών μεταφοράς κρατουμένων Αντόνιο Σαντόρο, που οι ΕΠΚ κατηγορούσαν για κακομεταχείριση των κρατουμένων. Ότι σκότωσε ο ίδιος στο Μιλάνο, στις 19 Απρίλη 1979, το στέλεχος των Digos Αντρέα Καμπάνια, που είχε συμμετάσχει άμεσα στις συλλήψεις σχετικά με την υπόθεση Τορετζάνι. Μεταξύ των δύο αδικημάτων είχε συμμετάσχει, χωρίς να πυροβολήσει άμεσα αλλά έχοντας, ωστόσο, ρόλο κάλυψης, στον ήδη αναφερθέντα φόνο του χασάπη Λίνο Σαμπαντίν. Θα συζητήσουμε για όλα αυτά. Ο φόνος του Σαμπαντίν είναι μια υπόθεση για την οποία γίνεται η μεγαλύτερη κουβέντα. Σε μια συνέντευξη στην ομάδα της γαλλικής ακροδεξιάς «Block Identitaire» ο γιός του Λίνο Σαμπαντίν, Αντριάνο, δήλωσε ότι οι δολοφόνοι του πατέρα του ήταν συνεργάτες του ληστή τον οποίο εκείνοι είχαν σκοτώσει. Ή η απάντησή του μεταφράστηκε λάθος ή είπε κάτι το οποίο δεν προκύπτει από πουθενά. Καλύτερα να αφήσουμε στην άκρη τις δηλώσεις συγγενών των θυμάτων, των οποίων η λειτουργία, στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων χρόνων, ήταν ουσιαστικά θεαματική. Ο Τσέζαρε Μπατίστι είναι ένοχος ή αθώος για τους τρεις φόνους για τους οποίους τον κατηγορεί ο Μούτι; Αυτός δηλώνει αθώος, ακόμη κι αν έκανε λάθος επιλογή ως προς τη βία στην οποία, ενεπλάκη τόσο αυτός όσο και τόσοι άλλοι νέοι. Ωστόσο εδώ το ζήτημα δεν είναι να αποδείξουμε την αθωότητα ή όχι του Μπατίστι. Είναι αντιθέτως το να δούμε κατά πόσο η ενοχή του αποδείχτηκε ποτέ πραγματικά, ή κατά πόσο, προκειμένου να αποδειχτεί κάτι τέτοιο, η δικαστική διαδικασία που οδήγησε στη καταδίκη του μπορεί να θεωρηθεί ορθή. Σε αντίθετη περίπτωση δεν εξηγείται η οργή με την οποία η ιταλική κυβέρνηση, με την υποστήριξη διαπρεπών ονομάτων της αντιπολίτευσης, προσπάθησε να εκδοθεί ο Μπατίστι πρώτα από τη Γαλλία και μετά από τη Βραζιλία. Πέρα από τις καταγγελίες του Μούτι, υπάρχουν άλλες αποδείξεις σε βάρος του Μπατίστι για τις υποθέσεις Σαντόρο, Σαμπαντίν (ακόμη και σε ρόλο κάλυψης) και Καμπάνια; Όχι. Όταν οι δικαστές μιλούν σήμερα για «αποδείξεις», αναφέρονται στη διασταύρωση στοιχείων που έκαναν οι ίδιοι από τις δηλώσεις των διάφορων μετανιωμένων (του Μούτι και άλλων λιγότερο σημαντικών) και τις ενδείξεις που έδωσαν άμεσα οι «διαχωρισμένοι» τύπου Καβαλίνα. Ο Αρμάντο Σπατάρο συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι υπάρχουν επαληθευμένες αποδείξεις. Συνεχίζει να λέει κάτι τέτοιο, αλλά δεν τις παρουσιάζει ποτέ αυτές τις αποδείξεις . Τι εννοείται με τον «διαχωρισμένο»; Είναι αυτός που παίρνει τις αποστάσεις του από την ένοπλη οργάνωση στην οποία συμμετείχε και ομολογεί αδικήματα που τον αφορούν, χωρίς όμως να κατηγορήσει άλλους. Αυτό σημαίνει μια μείωση της ποινής, προφανώς μικρότερη από τη μείωση που αφορά έναν μετανιωμένο. Με ποια έννοια ένας μετανιωμένος μπορεί να δώσει έμμεσα ενδείξεις; Για παράδειγμα αν βεβαιώσει ότι δεν συμμετείχε σε μια συνέλευση γιατί ήταν αντίθετος σε μια δεδομένη ενέργεια που σχεδιαζόταν εκεί, χωρίς όμως να λέει ποιοι παρευρίσκονταν. Αν στο μεταξύ ένας μετανιωμένος πει ότι συμμετείχε ο Χ σε εκείνη τη συνέλευση, τότε αυτομάτως ο Χ γίνεται ένας από τους οργανωτές. Τι είναι αυτό που δεν ισχύει σε αυτή τη λογική; Το γεγονός ότι είτε η άμεση κατηγορία του μετανιωμένου είτε οι ενδείξεις του διαχωρισμένου, προέρχονται από υποκείμενα δελεασμένα από την υπόσχεση ελάφρυνσης της δικής τους ποινής. Η άποψή τους, αν λείπουν οι επαληθεύσεις, γίνεται δεκτή από τον δικαστή, που την επιλέγει ανάμεσα σε διάφορες άλλες πιθανότητες. Επιπλέον είναι ο μετανιωμένος, δηλαδή εκείνος που έχει το μεγαλύτερο κίνητρο, που παίζει τον καθοριστικό ρόλο. Όλα αυτά σε άλλες χώρες (μη ολοκληρωτικές) θα γίνονταν αποδεκτά στην ανακριτική διαδικασία και στη φάση της αρχικής συζήτησης με τον κατηγορούμενο. Ποτέ δεν θα γίνονταν αποδεκτά με αξία αποδεικτική στη φάση της δίκης. Στην Ιταλία όμως αυτό είναι που συνέβη. Στην υπόθεση Μπατίστι έλειπαν άλλες επαληθεύσεις; Υπήρξαν απλώς κάποιες καταθέσεις που ο ίδιος ο δικαστής Αρμάντο Σπατάρο δεν θεώρησε σημαντικές. Ωστόσο λέγεται ότι «οι εξομολογήσεις του Μούτι (…) επιβεβαιώνονται από πολλές μαρτυρίες και περαιτέρω δηλώσεις άλλων πρώην τρομοκρατών» («Il Corriere della Sera», 23 Γενάρη 2009). Πρόκειται πάντοτε για τους Μούτι και Καβαλίνα. Όσον αφορά τις καταθέσεις, αρκεί να πούμε ότι ο αυτουργός του φόνου του Σαντόρο είχε μούσι (και εδώ ο Μούτι μιλά για ένα μούσι ψεύτικο), ήταν ξανθός (ο Μπατίστι μπορεί να είχε βάψει τα μαλλιά του) και ήταν ψηλός, κοντά 1.90 (αυτό πια πάει πολύ: ο Μπατίστι είναι ελάχιστα ψηλότερος από το 1.60). Ώστε ο μετανιωμένος Πιέτρο Μούτι δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αξιόπιστος; Υπάρχουν λόγοι που μπορούν να τον εντάξουν στον μηχανισμό «όσα περισσότερο πεις τόσο λιγότερο θα μείνεις στη φυλακή»; Αυτό προκύπτει από τη διαδικασία που κατέληξε στην οριστική ποινή του από τον Άρειο Πάγο το 1993. Διαβάζουμε: «Αυτός ο μετανιωμένος είναι ειδικός στα ταχυδακτυλουργικά κόλπα σε βάρος των διαφόρων συνεργών του, όπως όταν ενέπλεξε τον Μπατίστι στη ληστεία της οδού Φούλβιο Τέστι για να σώσει τον Φαλκόνε (…) ή ακόμη όταν έβαλε τον Λαβάτζα και τον Μπεργκαμίν στη θέση του Μάρκο Μασάλα σε δύο ληστείες στη Βερόνα». Και πιο κάτω: «Άλλωστε, ο Πιέτρο Μούτι χρησιμοποιεί το όπλο του ψεύδους και προς όφελός του, όταν αρνείται πως είχε συμμετάσχει, όντας κάτοχος οπλισμού, στον τραυματισμό του Ροσανίγκο ή στη δολοφονία Σαντόρο· για την οποία άλλωστε κατηγορήθηκε από την ασφάλεια του Μιλάνου και τους καραμπινιέρους του Ούντινε. Να γιατί η ομολογία του δεν μπορεί να θεωρηθεί αυθόρμητη». Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο Μούτι, ένοχος για φόνους και ληστείες, πέρασε μόνο οκτώ χρόνια στη φυλακή. Ένα πλεονέκτημα που μοιράστηκε με τον αυτουργό της δολοφονίας του Βάλτερ Τομπάτζι (και σε εκείνη την περίπτωση, για την οποία υπάρχουν πολλές αμφιβολίες, ο ανακριτής ήταν ο Αρμάντο Σπατάρο) με τον πολυδολοφόνο Μικέλε Βισκάρντι και πολλούς άλλους μετανιωμένους. Υπάρχουν άλλοι λόγοι για να αμφιβάλουμε για την ειλικρίνεια του Μούτι; Ναι, οι κατηγορίες του Πιέτρο Μούτι δεν αφορούσαν μόνο τον Μπατίστι και τους ΕΠΚ, αλλά στράφηκαν παντού, ακόμη και στις πιο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πλέον διαβόητη αφορά την PLO του Γιάσερ Αραφάτ, η οποία θα προμήθευε όπλα στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Μούτι «τρία ντουφέκια ΑΚ47, 20 χειροβομβίδες χειρός, δύο πολυβόλα FAL, τρία περίστροφα, μια καραμπίνα με διόπτρα, 30 κιλά εκρηκτικά και 10.000 πυροκροτητές» (όχι και πολλά πράγματα, πέρα από τον αριθμό των πυροκροτητών· το μόνο που λείπει είναι ότι ο Αραφάτ του παρέδωσε ένα πιστόλι πεπιεσμένου αέρα). Ο εισαγγελέας Κάρλο Μαστελόνι θα προσθέσει, στη βάση αυτής της πολύτιμης αποκάλυψης, έναν φάκελο για την «βενετσιάνικη έρευνά» του σχετικά με τις σχέσεις ιταλών και παλαιστινίων τρομοκρατών, και θα φτάσει να καλέσει για ανάκριση μέχρι και τον ίδιο τον Γιάσερ Αραφάτ. Στη συνέχεια αναγκάστηκε να βάλει στο αρχείο ολόκληρη την υπόθεση, αφού ο μεν Αραφάτ δεν εμφανίστηκε τα δε υπόλοιπα στοιχεία ξεφούσκωσαν. Σε τι έχουν να κάνουν τα παραπάνω με τα όπλα που προέρχονταν από το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, τα οποία παζάρευε το 1979 ο Μαουρίτσιο Φολίνι, τον οποίο ο Αρμάντο Σπατάρο λέει ότι ήταν μέλος των ΕΠΚ; Αυτός ο Φολίνι ήταν έμπορος όπλων και, σύμφωνα με μερικούς, σοβιετικός κατάσκοπος. Μπήκε στον χορό από τον Μούτι, αλλά σχετικά με άλλες ομάδες, θολώνοντας μάλλον τα νερά. Πόσο μάλλον που οι αποκαλύψεις του Μούτι άρχισαν να τείνουν στο παραλήρημα. Ο Μούτι δεν ήταν αξιόπιστος σε άλλες έρευνες, όμως τίποτα δεν μας λέει πως, τουλάχιστον σχετικά με τους ΕΠΚ, δεν είπε την αλήθεια. Τίποτα δεν μας το λέει, πράγματι, εκτός από μια λεπτομέρεια. Το 1993 ο Άρειος Πάγος αθώωσε έναν συγκατηγορούμενο του Μπατίστι (στην υπόθεση Σαντόρο), τον οποίο επίσης είχε κατηγορήσει ο Μούτι. Μιλάμε για το 1993. Για δέκα χρόνια οι δικαστές είχαν πιστέψει τις κατηγορίες ενός μετανιωμένου. Αυτό τα λέει όλα. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του Τσέζαρε Μπατίστι χαρακτηρίστηκε από ανωμαλίες και βασίστηκε σε ελάχιστα αξιόπιστες καταθέσεις μετανιωμένων, είναι σίγουρο ότι ο Μπατίστι μπορούσε να υπερασπίσει τον εαυτό του στους επόμενους δικαστικούς βαθμούς. Δεν είναι έτσι, τουλάχιστον όσον αφορά την έφεση του 1986, που άλλαξε την απόφαση σε πρώτο βαθμό και τον καταδίκασε σε ισόβια. Τότε ο Μπατίστι βρισκόταν στο Μεξικό και αγνοούσε ότι συνέβαινε σε βάρος του στην Ιταλία. Ο δικαστής Αρμάντο Σπατάρο είπε ότι ήταν ζήτημα του Μπατίστι που δεν υπεράσπισε τον εαυτό του σε όλους τους βαθμούς της δικαστικής κρίσης, αφού κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας δεν συμμετείχε στις διαδικασίες της ιταλικής δικαιοσύνης, ενώ θα μπορούσε να το κάνω μέσω δικηγόρου που θα είχε ορίσει ο ίδιος. Αυτό ισχύει μόνο για την περίοδο κατά την οποία ο Μπατίστι βρισκόταν στη Γαλλία και ουσιαστικά ισχύει για τη διαδικασία στον Άρειο Πάγο που συνέβη το 1991. Δεν ισχύει για τη δίκη το 1986, που κατέληξε στην ποινή που αναφέραμε στις 24 του Ιούνη εκείνης της χρονιάς. Εκείνη την εποχή ο Μπατίστι δεν είχε επαφή με τον δικηγόρο του, τον οποίο πλήρωνε η οικογένειά του, ούτε άλλωστε με την ίδια την οικογένειά του. Αυτό το λέει ο ίδιος. Το λέει επίσης ο δικηγόρος Τζουζέπε Πελάτσα από το Μιλάνο, ο οποίος είχε αναλάβει την υπεράσπισή του, αλλά το λέει και η οικογένειά του. Αλλά βεβαίως πρόκειται για μερικές μαρτυρίες. Παραμένει το γεγονός ότι ο Μπατίστι δεν είχε καμία απευθείας αντιπαράθεση με τον μετανιωμένο Μούτι που τον κατηγόρησε. Διέφυγε από τη φυλάκιση, σύμφωνοι˙ όμως παραμένει το αντικειμενικό γεγονός ότι δεν μπορούσε να παρέμβει σε μια διαδικασία που μετέτρεψε την ποινή του από δώδεκα χρόνια φυλακή σε δύο φορές ισόβια (κανείς άλλος κατηγορούμενος σε αυτή τη δίκη δεν είχε παρόμοια καταδίκη, συμπεριλαμβανομένων των δολοφόνων του Τορετζάνι), ενώ του αποδόθηκε η φυσική αυτουργία σε δύο φόνους, η συμμετοχή σε άλλες δύο, κάποιοι τραυματισμοί και καμιά εβδομηνταριά ληστείες (δηλαδή ολόκληρη η δραστηριότητα των ΕΠΚ). Αυτό ήταν και είναι αποδεκτό για την ιταλική νομοθεσία, αλλά δεν είναι για τη νομοθεσία άλλων χωρών που, εμποδίζοντας την καταδίκη ερήμην, επιβάλλει την επανάληψη της δίκης όταν συλληφθεί ο φυγόδικος. Όμως ο Μπατίστι υπέγραψε το πληρεξούσιο που ανέθετε την υπόθεσή του στους δικηγόρους του, οι οποίοι τον εκπροσώπησαν ενώ αυτός φυγοδικούσε. Φάνηκε ευρέως, ακόμη και από εμπειρογνώμονες που επιλέχθηκαν από το παρισινό δικαστήριο, ότι η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε (έστω και για καλό σκοπό). Το πληρεξούσιο συντάχθηκε το 1981 και είχε κενό στη θέση της υπογραφής. Ο Μπατίστι υποστηρίζει την αθωότητά του, πέρα από ελάσσονα περιστατικά που αποδίδονται στους ΕΠΚ, χωρίς να παρουσιάζει κάποια απόδειξη. Μα ο Μπατίστι δεν οφείλει να αποδείξει τίποτα! Η υποχρέωση της απόδειξης βαρύνει αυτούς που τον κατηγορούν. Όσον αφορά την ουσία της ερώτησης, ας προσπαθήσουμε να ανακεφαλαιώσουμε: 1) έχουμε μια δικαστική έρευνα που περιλαμβάνει ομολογίες αποσπασμένες με βίαιες μεθόδους˙ 2) έχουμε μια σειρά καταθέσεων από άτομα ανίκανα για κάτι τέτοιο είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω νοητικής κατάστασης˙ 3) έχουμε μια ποινή υπερβολικά αυστηρή˙ 4) έχουμε μια επιβάρυνση αυτής της ποινής, που οφείλεται στην καθυστερημένη εμφάνιση ενός «μετανιωμένου», ο οποίος προβαίνει σε κατηγορίες ολοένα και περισσότερο σοβαρές και γενικευμένες. Και όλα αυτά σε ένα κανονιστικό πλαίσιο επιβαρυντικό και με στόχο την ταχεία κατάπνιξη μιας κοινωνικής αναταραχής ευρέως φάσματος, που ξεπερνούσε τις ατομικές περιπτώσεις. Αυτό δεν ακυρώνει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της αριστεράς υποστήριξε έναν δικαστή όπως ο Αρμάντο Σπατάρο, όπως και την έκδοση και του Μπατίστι. Αυτό είναι πρόβλημα της αριστεράς. Ισχύει άλλωστε και για άλλους δικαστές, όχι μόνο για τον Σπατάρο, οι οποίοι ήταν ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της καταστολής των κινημάτων τη δεκαετία του ’70 και τα πρώτα χρόνια αυτής του ’80, αρκεί να σκεφτούμε τις υποθέσεις του Αντριάνο Σόφρι και της Σίλβια Μπαραλντίνι. Φανταζόμαστε –ή μάλλον ελπίζουμε– πως ουκ ολίγοι εκπρόσωποι της «αριστεράς» (ας την πούμε έτσι) θα έμεναν ολίγον τι συγχυσμένοι αν γνώριζαν όλα αυτά. Για να μη μιλήσουμε για την «ξαφνική αδιαθεσία» στην οποία απέδωσε τον θάνατο του Τζουζέπε Πινέλι ο Τζεράρντο ντ’Αμπρόζιο. Ή για τον εξοστρακισμό της σφαίρας που σκότωσε τον Κάρλο Τζουλιάνι πάνω σε μια ιπτάμενη πέτρα. Η δυσφήμηση των δικαστών έχει σαν αντίβαρο τον καθαγιασμό τους. Να σημειώσουμε ότι ο Τσέζαρε Μπατίστι δεν έδειξε ποτέ σημάδια μετάνοιας. Το σύγχρονο δίκαιο –το έχουμε ήδη πει– καταστέλλει την παράνομη συμπεριφορά και αγνοεί τις ατομική συνείδηση. Αξιώνει κάθε είδους μετάνοια, όπως ο Τορκουεμάδα ή ο Βισίνσκι. Η απόρριψη εκ μέρους του Μπατίστι της υπόθεσης του ένοπλου αγώνα παρουσιάζεται στα μυθιστορήματά του Le cargo sentimental και Ma cavale, που δεν έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά. Όντας συγγραφέας, εκφράζεται μέσω της συγγραφής. Ενθουσιάστηκε όταν, στη Γαλλία, αφέθηκε προς στιγμή ελεύθερος. Θα το έκανε οποιοσδήποτε. Σαν τέλειος κακός, διέφυγε την έκδοση και πήγε στη Βραζιλία, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ ζει στην Κοπακαμπάνα. Όποιος γνωρίζει την Κοπακαμπάνα, ξέρει ότι πέρα από την παραλία και τα ξενοδοχεία, υπάρχουν λαϊκές γειτονιές. Εκεί μένει ο Μπατίστι. Αλλά επιτέλους τέλος με αυτές τις μαλακίες. Ο Μπατίστι ήταν ότι γουστάρετε, εκτός από ένα πράγμα: δεν υπήρξε ποτέ πλούσιος. Δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής στα σαλόνια όπως λένε τα παραμύθια του «Panorama». Ήταν θυρωρός της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε. Πήγαινε μια στις τόσες για καφέ στο μπαρ που είχαν μετανάστες κάτω από το σπίτι του. Ο Αρμάντο Σπατάρο λέει, στο άρθρο της εφημερίδας στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, ότι ο Μπατίστι δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός εγκληματίας, αλλά ένας εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου, με ροπή στο χρήμα. Ο Σπατάρο αναφέρεται στη διαδρομή του Μπατίστι πριν την πολιτικοποίησή του, όταν ήταν ένας απλός παράνομος της επαρχίας. Καμία από τις ενέργειες που του αποδίδονται σαν «τρομοκράτη», πραγματικές ή ψεύτικες, δεν είχε σαν σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό. Ο Μπατίστι ήταν μέλος των ένοπλων συνιστωσών εκείνης που αποκαλούνταν «εργατική αυτονομία». Το ξέρουν όλοι, συμπεριλαμβανομένου του Σπατάρο. Η άρνηση της πολιτικής φύσης των πράξεών του προκειμένου να δεχτεί η βραζιλιάνικη κυβέρνηση να τον εκδώσει, είναι το πιο κολοσσιαίο ψέμα στην υπόθεση Μπατίστι. Ένας κοινός εγκληματίας δεν ομολογεί την ένταξή του στους «Ένοπλους Προλετάριους για τον Κομμουνισμό». Άλλωστε, οι φασίστες, οι παραφασίστες, οι μεταφασίστες της σημερινής Ιταλίας τονίζουν συνεχώς σαν επιβαρυντικό στοιχείο την «κομμουνιστική» του άποψη. Ενώ οι τέως κομμουνιστές εκδηλώνουν απέναντι στον Μπατίστι έναν αντίστοιχο τρόμο, δεδομένου ότι ενσαρκώνει τις ιδέες που έχουν απαρνηθεί. Δεν υπήρξε ποτέ από την εποχή του Βαλπρέντα και μέχρι σήμερα, πιο «πολιτική» υπόθεση. Δεν μπορεί να λυθεί έτσι, με μια σύλληψη, ένα πρόβλημα πολύ πιο σύνθετο. Ακριβώς. Δεν μπορεί να λυθεί έτσι το γενικότερο πρόβλημα της εξόδου, για τα καλά, από το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με τις δικαστικές πλάνες που εισήγαγε στην ιταλική τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτό μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο άλλων FAQ, που δεν εξετάσαμε στην παρούσα περίπτωση. Όσον αφορά τους κατήγορους, που κραυγάζουν με όλη τη δύναμη της φωνής τους «δώστε μας τον δολοφόνο!», ας ρίξουν μια ματιά στα δικά τους χέρια. Είναι γεμάτα αίμα. Έχουν χειροκροτήσει λίγο απ’ όλα, ξεκινώντας από τους βομβαρδισμούς του Βελιγραδίου και φτάνοντας στις σφαγές στον Λίβανο και την Γκάζα. Έχουν κοκκινίσει τα χέρια τους από το χειροκρότημα των «ανθρωπιστικών αποστολών», που καταλήγουν σε σφαγές. Έχουν ανοίξει τον δρόμο στην κοινωνική εξαφάνιση αδύναμων υποκειμένων, στην αγορά εργασίας. Πραγματικά σήμερα, οι «εχθροί της ανθρωπότητας» αποκαλούνται Μπατίστι ή Πετρέλα; Δημοσιεύτηκε στον δικτυακό τόπο Carmillaonline, στις 30/1/2009. Διαβάστε περισσότερα...