Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Μαύρες-Κόκκινες Σελίδες 2014




17:00  Βιντεο-βιβλιοπαρουσίαση των πρόσφατων εκδόσεων  για τους Weatherman
και τους Weather Underground

18:00 Η σύγχρονη βαρβαρότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, 
Παρουσίαση Ατζέντας 2015 του Ταμείου Αλληλεγγύης Φυλακισμένων Αγωνιστών

19:00 «Ένα μνημείο και ένα ποίημα για τον Μιχαήλ Μπακούνιν» Βίντεο - φόρος τιμής για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του ρώσου επαναστάτη

19:30 Βιντεοπαρουσίαση του βιβλίου «Δημιουργικό Μηδέν» με ποιήματα της Λίνας Φι και σχέδια της orgbalmaria από το Ελευθεριακό Στέκι Πικροδάφνη

20:00 «Ιδέα και δράση» Μια ιστορία του αναρχισμού στην Ιταλία πριν τον φασισμό  με αφορμή την έκδοση του κόμικ «Μια κόκκινη εβδομάδα» (εκδ. Ευτοπία) ομιλητής: Antonio Senta (Bologna)
Διαβάστε περισσότερα...

Σε απευθείας μετάδοση - Mario Perniola

Στο ανά χείρας δοκίμιο του Μάριο Περνιόλα, πέρα από την ποικιλία των εξεταζόμενων θεμάτων που μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει και μόνο ρίχνοντας μια ματιά στον πίνακα των περιεχομένων, έχει πολύ ενδιαφέρον η συνεχής επιστροφή του συγγραφέα σε κάποια σημαντικά θεωρητικά ζητήματα (με προεξάρχον το κατά τον Περνιόλα «αισθητικό παράδοξο»), που ανήκουν στην ιστορία της δυτικής κουλτούρας, στοχεύοντας όχι μόνο σε έναν διάλογο μεταξύ τους, αλλά και σε μια διερώτηση σε σχέση με το σήμερα. Αυτός ο διάλογος και αυτή η διερώτηση συνιστούν τον εννοιολογικό ιστό επί του οποίου αρθρώνεται το παρόν κείμενο. Ένα από αυτά τα θεωρητικά ζητήματα έχει να κάνει με την κρίση που περνούν οι τρόποι μέσω των οποίων βιώνει τις εμπειρίες ο σύγχρονος ανθρώπους. Η σχέση μεταξύ γνώσης και εξουσίας, που διερευνάται κυρίως στο πρώτο κεφάλαιο αλλά και πιο υπόγεια στα υπόλοιπα, μας παραπέμπει στην ανάγκη να αντιτάξουμε, «σε απευθείας μετάδοση με το παρόν», μια θετική στρατηγική απέναντι στην εκκένωση των εμπειριών που προωθεί η ψυχολογική βία που ασκούν τα ΜΜΕ, μέσω της διάδοσης μοντέλων συμπεριφοράς σύμφωνων με τις απαιτήσεις της αγοράς. Επιπλέον, όσο προχωράμε στην ανάγνωση, βλέπουμε να επαναδιατυπώνεται η ανάγκη ξεπεράσματος του ανθρώπου που διακατέχεται από τα στερεότυπα, στην κατεύθυνση ενός αυθεντικού εγώ. Ανιχνεύεται η σχέση σκηνής και βίας (ήδη παγιωμένη από την εποχή της γαλλικής επανάστασης), το σύγχρονο αισθητικό και υπεραισθητικό πλαίσιο, το φαινόμενο της «αδύναμης σκέψης» που συνδέεται άμεσα με τον μεταμοντερνισμό και τον «αντιδιανοουμενισμό», η δημοφιλία του Νίτσε και οι νεότερες τάσεις του νεονιτσεϊσμού και του νεοναζισμού σε συνδυασμό με την εκδήλωση λαϊκιστικών φαινομένων, τα σύγχρονα μετα-ιδεολογικά και μετα-πολιτικά στυλ, η διαφορά μεταξύ συμβάντος και γεγονότος, το αστεακό ζήτημα μέσω της υπέρβασης του κλασικού αντιθετικού σχήματος πόλης-μητρόπολης. Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Περνιόλα διερωτάται για τη δυνατότητα ύπαρξης μιας μεσολάβησης μεταξύ του πολιτικού (μια διάσταση που προϋποθέτει τη σύγκρουση) και του αισθητικού (εννοούμενου σαν τόπο συμφιλίωσης και αρμονίας: άνθρωπος/φύση, λόγος/συναίσθημα, ύλη/πνεύμα, κλπ), με αυτή την πιθανή μεσολάβηση να συνιστά τον σύνθετο ορίζοντα στον οποίο κινούνται οι σκέψεις που περιλαμβάνονται σε αυτό το δοκίμιο. Αν και γραμμένο το 1986, η επικαιρότητά του είναι κάτι παραπάνω από προφανής, λαμβάνοντας κανείς υπόψη και την «αναψηλάφηση» των δεδομένων που πραγματοποιείται στο εκτενές εισαγωγικό σημείωμα (γραμμένο το 2012). Η ανάγνωσή του νομίζουμε ότι συμβάλλει στην ανανέωση της ριζοσπαστικής θεωρητικής σκέψης (αλλά και πρακτικής), που τόσο επείγει στις μέρες μας.● Η έκδοση 

Ο Μάριο Περνιόλα είναι καθηγητής αισθητικής και πρώην διευθυντής του τμήματος φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Ρώμης «Τορ Βεργκάτα». Επισκέπτης καθηγητής σε πολλά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στη Γαλλία, Δανία, Βραζιλία, Ιαπωνία, Καναδά, ΗΠΑ, Αυστραλία, είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Από τους εισαγωγείς της σκέψης και πρακτικής της Καταστασιακής Διεθνούς στην Ιταλία, υπήρξε διευθυντής των περιοδικών «Agaragar» (1971-73), «Clinamen» (1988-1992), «Estetica news» (1988-1995), ενώ από το 2000 μέχρι σήμερα διευθύνει την επιθεώρηση πολιτιστικών και αισθητικών μελετών «Agalma». Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Τomas Ibañez Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΜΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Συλλογή κειμένων για την εξουσία, τη δημοκρατία, τον αναρχισμό Δημοσιεύουμε εδώ μια συλλογή κειμένων του ισπανού ακτιβιστή και φιλόσοφου Τόμας Ιμπάνιεθ, καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, που συμμετείχε στον αγώνα εναντίον της δικτατορίας του Φράνκο και υπήρξε πνευματικός πατέρας του πασίγνωστου πλέον συμβόλου του σύγχρονου αναρχισμού, δηλαδή του Α σε κύκλο, τα οποία καλύπτουν εξελίξεις, λογικές και πρακτικές του ελευθεριακού χώρου την τελευταία τριακονταετία. Αιρετική η σκέψη του Ιμπάνιεθ, που ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του στο ρεύμα του φιλοσοφικού σχετικισμού, καθώς προσπαθεί να ανανεώσει και να προσαρμόσει στο σήμερα βασικές ιδέες του κλασικού αναρχισμού, μη διστάζοντας να έρθει σε ρήξη και με κάποιες θεμελιώδεις από αυτές, όπως η άρνηση κάθε εξουσίας και η υιοθέτηση της επανάστασης ως απαραίτητου εργαλείου για μια ριζική κοινωνική αλλαγή. Με παρεμβάσεις που πάντοτε προκαλούν εντύπωση, ο Ιμπάνιεθ παραμένει ωστόσο πιστός στην αναρχία και τον αναρχισμό ισχυριζόμενος ότι «ακριβώς επειδή είναι μια από τις λίγες ιδεολογίες, αν όχι η μοναδική, που μπορεί να στρέψει στον εαυτό της ένα τέτοιο κριτικό βλέμμα, ο αναρχισμός θα συνεχίσει να εμπνέει τις πλέον ανατρεπτικές εξεγέρσεις».
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Το «άλλο» βιβλίο στην πλατεία Εξαρχείων

ΤΟ «ΑΛΛΟ» ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ

ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΜΕΝΩΝ ΕΚΔΟΤΙΚΩΝ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ
ΚΑΘΕ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ 2014, 12–6 μμ.

ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΑΠΕΙΛΗ • ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΡΧΕΙΑ • ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ • ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ • ΟΥΑΠΙΤΙ • ΣΟΦΙΤΑ • ΣΤΑΣΕΙ ΕΚΠΙΠΤΟΝΤΕΣ • ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ • ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ • ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ • FUTURA

Διαβάστε περισσότερα...

Μιχαήλ Μπακούνιν Γράμματα από την Ιταλία

Στις ιλιγγιώδεις περιπλανήσεις του, είτε για να συμμετάσχει σε μια εξέγερση είτε για να διαφύγει μια σύλληψη, ο Μπακούνιν διέμενε για κάμποσο καιρό αρκετά συχνά στην Ιταλία, κυρίως τη δεκαετία του ’60 του 19ου αιώνα. Περισσότερο από την έλξη που του ασκούσαν οι ομορφιές της χώρας (είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Μπακούνιν για τη Νάπολη που υπεραγαπούσε και για τον καφέ της: «ο καφές για είναι καλός πρέπει να είναι μαύρος όπως η νύχτα, γλυκός όπως ο έρωτας και ζεστός όπως η κόλαση»), ο στόχος που επιδίωκε ήταν να εξάψει τη φαντασία των φτωχών ιταλικών μαζών για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ίσων και ελεύθερων. Ανάμεσα στη μια και την άλλη συνωμοσία, αποκαλύπτεται, ωστόσο, μέσα από διάφορα κείμενα αλλά και από γράμματα, που κάποια δημοσιεύουμε κι εδώ, ένας οξύς παρατηρητής των κακών μιας μόλις ενοποιημένης χώρας, η οποία υπέφερε τότε από τα ίδια περίπου προβλήματα που υποφέρει και σήμερα: έναν δημοσιονομικό μηχανισμό τόσο καταναγκαστικό όσο και αναποτελεσματικό, την άσκηση της εξουσίας από τους διαχειριστές των δημόσιων πραγμάτων για προσωπικό όφελος, την ύπαρξη μιας εκτεταμένης γραφειοκρατίας, τον άκρως παρεμβατικό ρόλο της εκκλησίας… Εν κατακλείδι, το άλλοτε αγανακτισμένο και άλλοτε ενθουσιώδες βλέμμα του ρώσου επαναστάτη φέρνει στο φως όχι μόνο μια Ιταλία που δεν δυσκολευόμαστε πολύ να αναγνωρίσουμε, αλλά δυστυχώς και πολλά από τα πράγματα τα οποία, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και για τη δική μας χώρα, κάτι που κάνει άκρως ενδιαφέρουσα την ανάγνωση αυτών των γραμμάτων. Γράμματα τα οποία, επιπλέον, δείχνουν και πολλά πράγματα για την προσωπικότητα ενός από τους βασικούς οραματιστές της αναρχίας, που το 2014 συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννησή του (μια επέτειο που ελπίζουμε να τιμά στο ελάχιστο και η ανά χείρας έκδοση). Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα". Διαβάστε περισσότερα...

Alain Badiou Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ κείμενα για την ελληνική κρίση

«… Επομένως, αναμφίβολα πρέπει να αντισταθούμε. Αλλά η λέξη αντίσταση, όπως γνωρίζετε, είναι μια λέξη διφορούμενη, διότι μπορεί κάλλιστα να υποδηλώνει την επιθυμία ανάκτησης παλαιότερων προνομίων, αποκατάστασης αλλοτινών ισορροπιών και συμβιβασμών. Είναι γεγονός ότι, όταν υπάρχει κάτι που θεωρούμε πολύτιμο, που ο λαός θεωρεί πολύτιμο, οφείλει να το προασπίσει. Όμως το πρόβλημα με το οποίο μας φέρνουν αντιμέτωπους οι αυτοκρατορικές πρακτικές της ζωνοποίησης είναι ότι οι γνώριμες μορφές δράσης –διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, συλλογές υπογραφών, συνελεύσεις και εν τέλει ακόμα και η εκλογή κομμάτων της «αριστεράς»– ανήκουν οριστικά σε μια προηγούμενη αυτοκρατορική εποχή. Είναι λοιπόν αναγκαίο να εξετάσουμε από πολύ κοντά τις πραγματικές πολιτικές διαδικασίες που παράγουν κάτι νέο, όσο περιορισμένες και αν είναι αρχικά αυτές, και ειδικότερα, αν υπάρχουν, τις νέες μορφές οργάνωσης που θα είναι βιώσιμες, σταθερές, ικανές να ενώσουν μακροπρόθεσμα τις ευρείς λαϊκές μάζες. Ο στόχος είναι να καταλάβουμε τι καινούριο οφείλουμε να παραγάγουμε από τη μεριά μας, στον πολιτικό χώρο όπου μας καλούν οι πρωτοβουλίες της ολιγαρχίας που έχουμε απέναντί μας, οι οποίες μάλιστα είναι πολύ πιο προχωρημένες από τις δικές μας. Να τονίσουμε σε αυτό το σημείο πως δεν μπορούμε να στηρίξουμε την οποιαδήποτε ελπίδα μας στον προηγούμενο πολιτικό καταμερισμό. Είδαμε επί το έργο, στη δεδομένη συγκυρία, άτομα που επικαλούνταν τη σοσιαλδημοκρατική κληρονομιά, τον Θαπατέρο στην Ισπανία ή τον Παπανδρέου στην Ελλάδα, και ξέρουμε για τι πράγματα είναι ικανοί. Στη Γαλλία επίσης, ας μην έχουμε καμία αυταπάτη για το τι θα συμβεί».■ Διαβάστε περισσότερα...

Αναρχισμός και Συνδικαλισμός Errico Malatesta

Με αφορμή την έκδοση του κειμένου του Ερίκο Μαλατέστα «Αναρχισμός και Συνδικαλισμός», δημοσιεύουμε το κατωτέρω λήμμα του Francesco Codello, από το βιβλίο του Né obbedire Né comandare, ελευθεριακό λεξικό, εκδόσεις Elèuthera, Μιλάνο 2009.

ΕΡΓΑΣΙΑ

 Οι ιδέες και οι πρακτικές του αναρχισμού ανέκαθεν συνδέονταν στενά με το ζήτημα της εργασίας. Από τις απαρχές του ελευθεριακού κινήματος, οι εργαζόμενοι υπήρξαν προνομιούχοι συνομιλητές του, μολονότι το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του ήταν προσανατολισμένο στην απελευθέρωση των ανθρώπινων όντων από τη σκλαβιά της εργασίας. Η εξήγηση αυτής της προφανούς αντίφασης ανάγεται στην αντίληψη της εργασίας σαν εκμετάλλευση της ενεργητικότητας των ανδρών, των γυναικών, μέχρι και των παιδιών, προς όφελος μιας περιορισμένης και προνομιούχας ομάδας αφεντικών. Όμως η εργασία μπορεί να είναι κάτι απολύτως ξένο με αυτή τη λογική: όχι πλέον μια πηγή υποχρεωτικού εισοδήματος στο εσωτερικό μιας άνισης κοινωνικο-οικονομικής δομής, αλλά η μια ανθρώπινη δραστηριότητα δημιουργική και ικανοποιητική, που θα επιτρέπει την επαφή με τους άλλους. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να δείξουμε πώς οι αναρχικοί ασχολούνται κυρίως με την απελευθέρωση από μια εργασία που οι λίγοι εκμεταλλεύονται τους πολλούς. Όμως είναι εξίσου σημαντικό να σταθούμε για λίγο στους τρόπους που έχουν προταθεί –από τον Κροπότκιν και τον Μπερνέρι πιο συγκεκριμένα– για να υπάρξει μια αντίληψη της εργασίας συμβατή με μια ελεύθερη κοινωνία. Υπάρχουν πάμπολλες σελίδες στη σοσιαλιστική και αναρχική λογοτεχνία του 19ου και του 20ου αιώνα, που περιγράφουν άκρως ρεαλιστικά τις σκληρές συνθήκες εργασίας (και ζωής) των εκμεταλλευόμενων μαζών, μια δραματική μαρτυρία του πώς αυτή η φυσική και αυθόρμητη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει μεταμορφωθεί σε ποινή, πόνο, αποξένωση. Ακόμη και σήμερα δεν λείπουν παρόμοιες περιγραφές, όχι μόνο στις πιο φτωχές χώρες αλλά και στις μοντέρνες και πολύπλοκες βιομηχανικές κοινωνίες. Το να δουλεύεις με επισφαλείς και ταπεινωτικές συνθήκες –όπως συμβαίνει σε έναν αυξανόμενο αριθμό ατόμων στα τηλεφωνικά κέντρα, τις μεγάλες αποθήκες, τις αγροτικές εργασίες, σε συνεταιριστικές επιχειρήσεις που δεν έχουν τίποτα το συνεταιριστικό κλπ– συμβάλλει στη δημιουργία ενός αισθήματος μεγάλης δυσαρέσκειας και ακρωτηριασμού της ανθρώπινης εκφραστικότητας. «Η εργασία είναι πάντοτε κόπος. Το πρόβλημα έγκειται στο να δούμε πώς μπορεί να γίνει για όλους ένας ευχάριστος κόπος» υποστήριζε ο Κάμιλο Μπερνέρι [Il lavore attraente, 1936]. Όμως πότε μια οποιαδήποτε δραστηριότητα γίνεται ευχάριστη; Όταν ανταποκρίνεται σε μια αυθόρμητη παρόρμηση. Από αυτό προκύπτουν δύο πράγματα: πρώτα απ’ όλα η διάρκεια της εργασίας πρέπει να είναι ανάλογη με τον κόπο (φυσικό ή πνευματικό) και επιπλέον ο καθένας/μια πρέπει να είναι ελεύθερος/η να κάνει εκείνη την παραγωγική δραστηριότητα για την οποία αισθάνεται εντονότερη κλίση.. Πράγματι «κάθε εργασία είναι τόσο περισσότερο κουραστική όσο είναι λιγότερο ικανοποιητική». Θα αρκούσαν αυτές οι σκέψεις για να καταλάβουμε την αναγκαιότητα ανατροπής του σημερινού εργασιακού συστήματος. Αν σκεφτούμε την άμεση εμπειρία μας, μπορούμε σίγουρα να βρούμε αναρίθμητα παραδείγματα τα οποία δείχνουν ότι αληθεύει αυτό που υποστήριζε ο Μπερνέρι. Γυρίστε σπίτι μετά από μια εξουθενωτική ημέρα εργασίας και κάντε μια δουλειά που σας προκαλεί ευχαρίστηση, ακόμη κι αν απαιτεί κόπο, για να δείτε πως ακόμη και η κούραση μπορεί να είναι ευχάριστη. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι είμαστε ελεύθεροι από κάθε επιβολή και έλεγχο, ελεύθεροι από τη μονοτονία της επανάληψης και, κυρίως, ελεύθεροι να σχεδιάζουμε και να αποφασίζουμε στη βάση των δικών μας ρυθμών και επιθυμιών. Όμως υπό αυτές τις συνθήκες ακόμη και η εργασία μπορεί να έχει μια ελκυστική διάσταση και να αποτελέσει προβολή της προσωπικότητάς μας. Μια άλλη απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να καταστεί η εργασία ευχάριστη είναι, για τον Κροπότκιν, εκείνη της ενοποίησης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας: «Εμείς υποστηρίζουμε ότι… κάθε ανθρώπινο ον, αδιακρίτως καταγωγής, πρέπει να λαμβάνει μια τέτοια εκπαίδευση που θα του επιτρέψει να ενώσει μια βαθιά επιστημονική προετοιμασία και μια βαθιά επαγγελματική προετοιμασία… Στον διαχωρισμό της κοινωνίας ανάμεσα σε πνευματικούς και χειρώνακτες εργαζόμενους, αντιπαραθέτουμε την ένωση αμφότερων των τύπων δραστηριότητας και… υποστηρίζουμε την ενιαία εκπαίδευση ή πλήρη διδαχή, που συνεπάγεται την ήττα μιας τέτοιας βλαβερής διάκρισης» [Πιοτρ Κροπότκιν, Αγροί, εργοστάσια, εργαστήρια, 1889]. Προφανώς η απελευθέρωση της εργασίας από τους περιορισμούς και την εκμετάλλευση συνεπάγεται μια μακρά και σύνθετη διαδικασία, που ωστόσο δεν παραπέμπει κάθε αλλαγή σε μια υποθετική μελλοντική κοινωνία. Ανάμεσα στις αποπνικτικές συνθήκες της σημερινής κοινωνίας, αυτή η φυσική ανθρώπινη δραστηριότητα προσπαθεί συνεχώς να βρει χώρους για να επανοικειοποιηθεί τη δημιουργική και ελεύθερη διάστασή της. Η άσκηση στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό των ικανοτήτων μας και η οικοδόμηση περιβαλλόντων αυτονομίας, μπορούν να ανατρέψουν την κυρίαρχη σήμερα έννοια της εργασίας, επιτρέποντας την πλήρη βίωση μιας εμπειρίας απαραίτητης για την αυτοεκπλήρωσή μας. Αντιστρόφως, αν η σταθερή απασχόληση αντιπροσώπευε για πολλούς, κυρίως νέους, την προνομιούχα κατάληξη της εργασιακής δραστηριότητας, αυτή η κατάληξη σήμερα έχει γίνει μια αυταπάτη, δεδομένων των συνθηκών επισφάλειας στις οποίες ζούμε. Αυτό έχει προκαλέσει ένα είδος αστάθειας, ακόμη και ψυχολογικής, η οποία, πέρα από το να προκαλεί ματαίωση και κοινωνικό άγχος, δίνει στην ύπαρξη μια αίσθηση ρευστότητας. Ακριβώς γι’ αυτό η αναζήτηση μιας ανεξάρτητης εργασίας, σε αντίθεση με την εξαρτημένη, αντιπροσωπεύει για πολλούς μια ώριμη απόφαση, που τους βάζει σε μια διαδικασία εξόδου από τον διεφθαρμένο κύκλο του «δούλεψε, κατανάλωσε, σκάσε», ο οποίος βρίσκεται στη βάση αυτής της κοινωνίας. Μια από τις πιο διαδεδομένες υπαρξιακές επιλογές στα εναλλακτικά νεολαιίστικα κυκλώματα του δυτικού κόσμου, είναι ακριβώς η εθελουσία απόδραση από τον παραγωγικο-καταναλωτικό κύκλο. Η μισθωτή απασχόληση θεωρείται ως μια μορφή εκμετάλλευσης, ως μία στιγμή κατά την οποία ο προσωπικός χρόνος παραχωρείται για την ικανοποίηση συμφερόντων άλλων, ένα είδος εκπόρνευσης της ακεραιότητάς μας. Όλα αυτά ευνοούν μια άρνηση των παραδοσιακών μορφών εργασίας προς όφελος του πειραματισμού με νέες μορφές παραγωγής και κατανάλωσης, όσο το δυνατόν περισσότερο αποκομμένες από τη λογική του χρήματος και του κέρδους, αλλά και υπέρ πιο αργών χρόνων, που ευνοούν την ελεύθερη δημιουργικότητα και τις συμποσιακές σχέσεις [Στέφανο Μπόνι, Vivere senza padroni, 2006]. Μια ριζοσπαστική επιλογή που εμφανίζεται σαν σωστή και λογική απάντηση στη σημερινή φανατική αντίληψη της εργασίας, προϊόν ενός κόσμου ναρκωμένου από την αποτελεσματικότητα. Σήμερα ακούγεται περισσότερο από ποτέ αληθινή η ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900): «Ζούμε σε μια εποχή υπερεργασίας και υποκουλτούρας· μια εποχή στην οποία τα άτομα δουλεύουν τόσο πολύ ώστε να γίνονται απολύτως ηλίθια [Όσκαρ Ουάιλντ, Ρήσεις και αφορισμοί, 1999]. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Η δημιουργικότητα και ο έμπορος - Arturo Schwarz

Τα προβλήματα που συνδέονται με τη δημιουργική δραστηριότητα του καλλιτέχνη ή του κριτικού της τέχνης εντάσσονται στο πλαίσιο μιας συζήτησης στην οποία, από την εποχή του Μιχαήλ Μπακούνιν και του Καρλ Μαρξ, ενεπλάκη τόσο η ελευθεριακή όσο και η εξουσιαστική αριστερά. Τι είδους σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στην εξουσία και τον παραγωγό της κουλτούρας, ανάμεσα στον πολιτικό και τον δημιουργό ή ακόμη ανάμεσα στην τέχνη και την επανάσταση; Αντί να επανέλθουμε σε ένα ερώτημα ευρέως συζητημένο και για το οποίο έχω ήδη πει τη γνώμη μου αλλού, θα ήθελα να εντοπίσω αυτήν τη γενικότερη προβληματική σε ορισμένα ιδιαίτερα θέματα και πιο συγκεκριμένα να επικεντρωθώ στην ενασχόληση και τις προοπτικές του κριτικού, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τις συνθήκες που θα πρέπει να ξεπεράσει αν θέλει να ασκήσει ελεύθερα τον ρόλο του. Πρέπει να απαιτούμε από τον κριτικό, πέρα από μια συνεκτική επαγγελματική προπαρασκευή, και μια στέρεα πολιτική κουλτούρα, που θα τον βοηθήσει να αμφισβητήσει καλύτερα την κυρίαρχη πολιτιστική πολιτική; Θα θέλαμε να ενασχοληθεί με την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κουλτούρας προκειμένου να συμβάλει στην πραγματοποίηση μιας αυθεντικής πολιτιστικής επανάστασης σε ατομικό επίπεδο, απαραίτητη προϋπόθεση για μια συλλογική συνειδητοποίηση; Σαφώς. Όμως ποια είναι η κατάσταση που καθορίζεται από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε; Δεν πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να θυμίσουμε πόση λίγη εκτίμηση απολαμβάνει ο διανοούμενος στην κοινωνία μας και στα ολοκληρωτικά καθεστώτα είτε της δεξιάς είτε της αριστεράς. Παντού, προκειμένου να επιβιώσει και πέρα από σπάνιες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αυτός δεν είναι τίποτ’ άλλο από απολογητής του συστήματος. Στην περίπτωση του κριτικού της τέχνης η υποταγή είναι διπλή αφού αυτός πρέπει επίσης να υπακούει στις επιταγές της αγοράς της τέχνης, κυριαρχούμενης από τα συμφέροντα ενός ετερογενούς συνασπισμού εμπόρων, διευθυντών μουσείου, συλλεκτών, οι οποίοι επιβαρύνουν σοβαρά τη δραστηριότητά του. Φυσικά η κατάσταση είναι πιο πολύπλοκη από ότι λέμε τώρα. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μια σειρά παραγόντων που μπορούν να αποδειχτούν άλλο τόσο καθοριστικοί, όπως η ευφυΐα κάποιων κριτικών, η επιθετικότητα ορισμένων εμπορικών ομαδοποιήσεων, το ανατρεπτικό φορτίο μιας συγκεκριμένης καλλιτεχνικής παραγωγής. Το γεγονός ότι ο κριτικός της τέχνης τόσο λίγης εκτίμησης συνιστά μια παράδοξη κατάσταση. Οι συνεργάτες της πλειοψηφίας των καθημερινών εφημερίδων και των περιοδικών έχουν, στην καλύτερη περίπτωση, μια ελαχιστότατη επαγγελματική προπαρασκευή. Τις περισσότερες φορές η κριτική της τέχνης ανατίθεται στον πιο νεαρό δημοσιογράφο, ο οποίος προκειμένου να εκτελέσει το καθήκον του περιορίζεται στο να παραφράζει εισαγωγικά κείμενα ή να «κλέβει» μέσα από συνεντεύξεις τον καλλιτέχνη ή τον κριτικό που παρουσιάζει τον κατάλογο. Το πανόραμα της ακραίας ένδειας δεν αλλάζει ακόμη κι όταν ορισμένες καθημερινές εφημερίδες και περιοδικά πανεθνικής κυκλοφορίας ευνοούνται από τη συνεργασία πεπαιδευμένων κριτικών. Η κριτική της τέχνης, στην Ιταλία όπως και αλλού, βρίσκεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο γιατί το υπερφίαλο του κριτικού είναι μια απαίτηση του συστήματος: είναι πιο εύκολο να ελεγχθεί η αντίδραση εκείνου ο οποίος, όντας σε κατώτερο επίπεδο λόγω της άγνοιάς του, δεν τολμά να αμφισβητήσει αυτό που η κερδοσκοπική στιγμή θέλει να αξιοποιήσει. Η βιομηχανική παραγωγή βασιλεύει στις ανάγκες που δημιουργούνται τεχνητά και οι οποίες χαρακτηρίζουν την κοινωνία της κατανάλωσης. Η αγορά της τέχνης δεν ξεφεύγει από αυτή τη δυναμική. Ενώ στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα τα καλλιτεχνικά κινήματα κινητοποιούνταν από έναν σύνθετο αστερισμό ηθικών ή κοινωνικών αισθητικών λογικών και κατά συνέπεια ήταν ολιγάριθμα, σήμερα είναι οι αξιώσεις της καταναλωτικής κοινωνίας που καθορίζουν τη γέννησή τους. Αλλά περισσότερο και από κινήματα πρέπει να μιλάμε, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, για μόδες. Όπως όλες οι μόδες και αυτές ακολουθούν έναν φρενήρη ρυθμό. Ρυθμό που ανταποκρίνεται πλήρως στα συμφέροντα της τριμερούς έμπορος-κριτικός-διευθυντής μουσείου. Η ταχύτητα με την οποία ο καλλιτέχνης περνά από την ανωνυμία στην επιτυχία και κατόπιν στη λήθη βρίσκει τους πάντες σύμφωνους εκτός, προφανώς, από τον άμεσο πρωταγωνιστή. Ο έμπορος βλέπει να εξασφαλίζεται η συνέχεια της ζήτησης, ο κριτικός επιβεβαιώνει τον ρόλο του, ο διευθυντής του μουσείου τη λειτουργία του. Ο μηχανισμός της διαδικασίας που οδηγεί σε αυτό το τριπλό αποτέλεσμα είναι τώρα πια στοιχειώδης. Ο έμπορος της τέχνης θέλει να διευρύνει τον κύκλο των πελατών του κατακτώντας νέες κατηγορίες συλλεκτών είτε με όρους ηλικίας (οι νέες γενιές είναι πιο δεκτικές στα σύγχρονα με αυτές ρεύματα) είτε με όρους χρηματιστικούς: η τάξη των νέων αναδυόμενων επαγγελματιών προσφέρει αρκετές ευκαιρίες. Προτείνοντας σύγχρονους καλλιτέχνες οι έμποροι πετυχαίνουν το διπλό αποτέλεσμα να προσφέρουν ένα προϊόν σύμφωνα με τα γούστα του αγοραστή και σε τιμή ακόμη λογική. Η ζήτηση προκαλεί μια σπάνη του προϊόντος και συνεπώς μια αύξηση των τιμών. Δεδομένου ότι είναι η τιμή που καθορίζει την αξία του προϊόντος στην αγορά της τέχνης, υπεισέρχεται ως αγοραστής σε αυτό το δεύτερο στάδιο κι ένας κύκλος μεγαλύτερων συλλεκτών, που συνεισφέρουν στη σταθεροποίηση της ζήτησης και συνεπώς και των τιμών. Αυτό συμβαίνει όσο δεν προτείνεται ένα νέο προϊόν, το οποίο θα κάνει να ξεχαστεί το ενδιαφέρον για το προηγούμενο. Για το λανσάρισμα του νέου καλλιτέχνη είναι απαραίτητη η συνεργία του κριτικού της τέχνης. Η συμβολή του μπορεί να είναι είτε ενεργητική είτε παθητική. Στην πρώτη περίπτωση είναι αυτός που ανακαλύπτει τον καλλιτέχνη τον οποίο λανσάρει από κοινού με τον έμπορο και τον διευθυντή του μουσείου• σε διαφορετική περίπτωση, πιο σεμνά, θα περιοριστεί στην υποστήριξη μέσω παρεμβάσεών του στην πρωτοβουλία ενός συναδέλφου που προτίθεται, φυσικά, να προχωρήσει σε «μια καλή ανταλλαγή». Η ακραία κινητικότητα της αγοράς της τέχνης ευνοεί συνεπώς και το δεύτερο μέλος της συμμαχίας. Ο διευθυντής του μουσείου (και σκέφτομαι πιο συγκεκριμένα εκείνους σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία και σε μικρότερο βαθμό η Γαλλία) έχει σε αυτή τη διαδικασία έναν αποφασιστικό ρόλο. Ωθούμενος από την επιθυμία να μη χάσει το τρένο και με τη φιλοδοξία να φτάσει πρώτος, έτσι ώστε να επωφεληθεί της «οξυδέρκειας» του, σπεύδει να εντάξει το έργο του καλλιτέχνη στο μουσείο του, ή να τον πείσει να συμμετάσχει σε μια συλλογική έκθεση ή, ακόμη καλύτερα, να του στήσει μια ατομική. Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που στην πολιτική αποκαλείται «αποτέλεσμα ντόμινο». Στις Ηνωμένες Πολιτείες ακμάζει ένα ευρύ δίκτυο μουσείων που ακολουθούν προσεχτικά τη δραστηριότητα του μουσείου της Νέας Υόρκης. Με τη σειρά του, αυτό τροφοδοτεί, με καταχρηστικό τρόπο, τις αντιλήψεις των γερμανικών, των αγγλικών και των γαλλικών μουσείων. Όταν ένας καλλιτέχνης παρουσιάζεται σε μια γκαλερί της Νέας Υόρκης και ένα ή περισσότερα έργα του πωλούνται, το παράδειγμα ακολουθείται κυκλικά από τα ιδρύματα της περιφέρειας. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αναρρίχηση των τιμών παίζουν οι τοπικοί συλλέκτες, που συνενώνονται σε εταιρείες ονομαζόμενες «φίλοι του μουσείου», που χρηματοδοτούν τις αγορές. Αυτές οι εταιρείες εμπλέκονται σε ένα σημαντικό ανταγωνιστικό παιχνίδι. Προσπαθούν να ξεπεράσουν η μία την άλλη στην πολιτική των αποκτημάτων, έτσι ώστε η έγκριση της Νέας Υόρκης να προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση. Κανένα μουσείο δεν θέλει να έρθει δεύτερο. Με δεδομένο τον αριθμό τους και την περιορισμένη διαθεσιμότητα του προϊόντος, η επίδραση στην αμερικανική αγορά και η αντανάκλασή της στην ευρωπαϊκή, είναι αυτόματη. Συνθλιβόμενος ανάμεσα στον άκμωνα της καταναλωτικής κοινωνίας και τη σφύρα της τριπλής συμμαχίας, πώς μπορεί να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του ο καλλιτέχνης που δεν θέλει να υπακούει στους κανόνες του παιχνιδιού και ο κριτικός που θέλει να διατηρήσει την αυτονομία του; Ο Μαρσέλ Ντυσάμπ μου είπε μια μέρα ότι σε αυτή την κοινωνία τη μεταμορφωμένη σε μυρμηγκοφωλιά, ο αυθεντικός καλλιτέχνης περνάει στην παρανομία. Για μια ακόμη φορά είχε δίκιο. Έπειτα από όλα αυτά, το να είμαστε παράνομοι σε μια κοινωνία όπως η δική μας μου φαίνεται απολύτως απαραίτητο. Μπορούμε να κερδίσουμε αν ζούμε σε άλλα πεδία, έτσι ώστε να ικανοποιούμε, μέσω της οικονομικής αυτονομίας μας, τις εκφραστικές μας ανάγκες. Και ο κριτικός της τέχνης; Οι εξειδικεύσεις σε πεδία μη μολυσμένα από την οικονομία της αγοράς δεν είναι σπάνιες και δεν είναι ανάγκη να θεωρούμε ότι απαρνούμαστε το βασικό μας ενδιαφέρον αν είμαστε διατεθειμένοι να ασχοληθούμε και με κάτι άλλο. Σε κάθε περίπτωση, για τον καλλιτέχνη όπως και για τον κριτικό, η ανεξαρτησία αναγκαστικά θα υποστηριχθεί από μια άλλη εργασιακή δραστηριότητα αν είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν θέλουν να αναλάβουν τον ρόλο του μισθοφόρου. Ο πολιτιστικός λειτουργός που αγωνίζεται για τη διατήρηση της ελευθερίας της έκφρασής του, συμβάλλει στη διεύρυνση του εδάφους άρνησης των κρατικών δομών. Η δημιουργική δραστηριότητα, σε οποιοδήποτε πεδίο και αν εκφράζεται, είναι ανατρεπτική αφού πάνω από όλα υπακούει σε μια απαίτηση για γνώση. Η αναγνώριση του άγνωστου ξεκινά από τον εαυτό μας και η κατανόησή του σημαίνει να κατανοήσουμε και την κοινωνία, και συνεπώς να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μετασχηματισμού της. ■ Ο γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (1924) από γερμανό πατέρα και ιταλίδα μητέρα Αρτούρο Σβαρτς (σήμερα ζει στο Μιλάνο), είναι ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες και μελετητές του σουρεαλισμού, βαθύς γνώστης της Καμπαλά και της εβραϊκής τελετουργίας, όπως επίσης και διακεκριμένος κριτικός της τέχνης και επιμελητής εκθέσεων (το 2009-2010 οργάνωσε στο Βιτοριάνο της Ρώμης την έκθεση «Από το Νταντά στον Σουρεαλισμό). Πολυγραφότατος και ενταγμένος στο ιταλικό αναρχικό κίνημα, έχει γράψει μεταξύ άλλων τα βιβλία Αλμανάκ Νταντά (1976), Αναρχία και Δημιουργικότητα (1981), Man Ray (1998), Καμπαλά και Αλχημεία (2004), Είμαι επίσης Εβραίος. Σκέψεις ενός Άθεου Αναρχικού (2007) και πρόσφατα Η Γυναίκα και ο Έρωτας την Εποχή των Μύθων(2009). Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιταλική αναρχική επιθεώρηση «Volontá», τεύχος 4, 1988. Μετάφραση-επιμέλεια από το ιταλικό πρωτότυπο Ταξιαρχία Verpeilt, Αθήνα 2011. Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ


Εισαγωγή από το βιβλίο Η ολοκληρωτική πόλη του Miguel Amoros. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, η ποικιλία των ενδιαφερόντων, η αίσθηση του ανήκειν στο μέρος όπου κατοικούν και η προσωπική ζωτικότητα, είναι χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής των ατόμων. Είναι βάσει αυτών των προϋποθέσεων που τα άτομα κατευθύνουν, εφόσον αυτό είναι δυνατό, την ύπαρξή τους, διαισθανόμενα πως αν δεν είναι σε θέση να εκφράσουν αυτές τις ιδιαιτερότητες κατά τρόπο πλήρη και ικανοποιητικό, δεν υφίσταται καμία δυνατότητα ύπαρξης ποιότητας στην ατομική τους ζωή και, κατά συνέπεια, στη συλλογική. Αλλά δεν είναι εύκολο πράγμα η επίτευξη τέτοιων στόχων. Η προσωπική ζωτικότητα δοκιμάζεται σκληρά από την εργασία (για όποιον την έχει), από τη ρουτινιάρικη ζωή, από τις μεταφορές, από τις συνθήκες κατοικίας, από τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος· η ποικιλία των ενδιαφερόντων είναι λίγο πολύ ελεγχόμενη και περιορίζεται στην απόλαυση των θεαμάτων, των αποκτημένων αντικειμένων· η ευτυχία της δράσης για το κοινό συμφέρον ματαιώνεται από τη συμμετοχή σε σχέδια ενός ελλειμματικού και ελάχιστα αποτελεσματικού κοινωνικού μετασχηματισμού· η δημιουργικότητα, το πράττειν, δυσκολεύονται να εκφραστούν πλήρως, καθώς εμποδίζονται από νόμους και κανονισμούς που τα περιορίζουν, παρακωλύουν την ανάπτυξή τους και τα κατευθύνουν προς τα χόμπι και τα μπρικολάζ. Όλα αυτά οδηγούν, στην καθημερινή ζωή, στη ματαίωση της πληρότητας, στον εγκλωβισμό της, στη συμπίεσή και στο καναλιζάρισμά της, αφήνοντας χώρο μονάχα σε ατροφικές απολαύσεις και σε επιθυμίες που αφορούν τα απολύτως απαραίτητα. Αφθονούν η ανησυχία, η απομόνωση και η μοναξιά· οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο να ζήσουν παρά να πεθάνουν. Όλα αυτά τα βλέπει με μεγαλύτερη σαφήνεια όποιος ζει σε ένα αστεακοποιημένο περιβάλλον είτε σε μια πόλη είτε σε μια μητρόπολη είτε σε μια μεγάπολη. Στις πόλεις το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων δεν καταφέρνει να ζει όπως επιθυμεί· το αστεακό περιβάλλον, έτσι όπως είναι διαμορφωμένο, δεν επιτρέπει την εκκόλαψη και την εξέλιξη της προσωπικότητας των ανθρώπων· δεν είναι δυνατή η πλήρης ικανοποίηση των αναγκών, καθώς αυτή επιτυγχάνεται σε βάρος κάποιων άλλων πραγμάτων. Η δραστηριότητα του καθενός, είτε πρόκειται για την εργασία είτε για τη χρήση του ελεύθερου χρόνου είτε για τον ύπνο είτε για το μαγείρεμα είτε για τη μελέτη κλπ, είναι οργανωμένη σε χώρους που μόνο στο ελάχιστο μπορούν να δημιουργηθούν, να τροποποιηθούν και να ελεγχθούν από αυτούς που τους κατοικούν. Τα περιβάλλοντα κατανοούνται με τέτοιον τρόπο, ώστε το κατοικείν να είναι λειτουργικό όχι για την ιδιαίτερη ζωή του καθενός, αλλά για τα συμφέροντα ατόμων ξένων ως προς αυτόν. Έτσι το σχολείο φτιάχνεται κυρίως για την εκπαίδευση στην πειθαρχία, το εργοστάσιο ή το γραφείο για τη δημιουργία κέρδους, τα υπνωτήρια για τον κατακερματισμό της κοινωνικότητας, τα κυβικά εντός των οποίων ζούμε για την εξημέρωσή μας· δύσκολα μπορούν να αλλάξουν όλα αυτά. Αν θέλετε να αλλάξετε κάτι στο σπίτι σας, οφείλεται να ζητήσετε την άδεια από κάποια αρχή. Οικοδομικοί κανονισμοί και γραφειοκρατίες κάθε είδους έχουν ποινικοποιήσει κάθε δημιουργική παρέμβαση στην εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική, πλευρά των κατοικιών. Στο εσωτερικό των κατοικιών η δυνατότητα ελέγχου του χώρου περιορίζεται σε ελάχιστα πράγματα, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι η απομόνωση των ατόμων στο εσωτερικό των τεσσάρων τοίχων της κατοικίας τους. Οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η οργάνωση του σπιτιού μας από εμάς τους ίδιους περιορίζονται στη διάταξη των επίπλων, στο βάψιμο των τοίχων: όλα τα υπόλοιπα είναι υπό περιορισμό, το πού κατοικείς όπως και το πώς κατοικείς, βρίσκονται υπό διαρκή έλεγχο. Οι οικονομικοί, διοικητικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί και πολιτιστικοί θεσμοί είναι οι άμεσοι υπεύθυνοι για την ποιότητα ζωής του καθενός από εμάς. Το πλαίσιο στο οποίο ζούμε τη ζωή μας δεν μας ανήκει· είναι εκείνοι που οργανώνουν την εργασία, το έδαφος, τον έλεγχο και την ασφάλεια, τη γνώση και την έρευνα, και, έτσι όπως λειτουργούν τα πράγματα, είναι αρκετά εύκολο να δείξουμε γιατί τα άτομα αισθάνονται ξένα ως προς αυτούς, αν και υφίστανται τις συνέπειες των ενεργειών τους. Το ότι οι θεσμοί είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης του, είναι ένα πολύ διαδεδομένο αίσθημα. Ως προς αυτό, οι αξίες του νεοφιλελευθερισμού έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο. Εφαρμοσμένες στην οικονομία έχουν λειτουργήσει με τέτοιον τρόπο ώστε πολλά προνόμια του κράτους να έχουν υποχωρήσει. Σίγουρα όχι εκείνα που έχουν να κάνουν με το μονοπώλιο της βίας ή την εφαρμογή των νόμων, αλλά εκείνα που αφορούν την εκπαίδευση, την υγεία, τις μεταφορές, την επικοινωνία, όπου τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ: το μονοπώλιο του κράτους έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό και μαζί του το γόητρο όλων αυτών που εκλαμβάνονται σαν δημόσια αγαθά. Η περιφρόνηση της τάξης των πολιτικών, η αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η επιθυμία να κυβερνούμαστε (τουλάχιστον στην Ιταλία) περισσότερο από έναν ηγέτη παρά από ένα κοινοβούλιο, ο πολλαπλασιασμός των πρωτοβουλιών σε σχέση με το έδαφος, που αποκλείουν τις σχέσεις με τα κόμματα και τα συνδικάτα, όπως και η αποχή από τις εκλογές, είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που δείχνουν το πώς αυτή η πεποίθηση δεν περιορίζεται καθόλου σε κάποιους μικρούς κύκλους. Το φαντασιακό που συνόδευε τους θεσμούς καταστράφηκε από την πολιτική-θέαμα, η «γοητεία» τους ξεφτιλίστηκε από τους λομπίστες, τους χρηματιστές και τους κερδοσκόπους· οι αξίες που αντιπροσωπεύουν αποχαυνώνουν ή συντροφεύουν ιδεολογίες ακατάλληλες να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Ακατάλληλες γιατί διαβάζουν το παρόν χρησιμοποιώντας κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές κατηγορίες που δεν υφίστανται πλέον, παρεκτός σαν μυθική ή εικονική αναφορά· τελείωσαν και αυτές μέσα στην ακαταστασία του θεάματος, αλλάζοντας νόημα και αξία. Εργασία, επικοινωνία, ενεργειακοί πόροι, αντίληψη για το κράτος, είναι παράγοντες που υπόκεινται σε ταχύτατες αλλαγές, αποτέλεσμα μιας παγκοσμιοποίησης της οποίας στερούμαστε την πλήρη γνώση, συνεχίζοντας, προκειμένου να την αντιμετωπίσουμε, να εμπιστευόμαστε μοντέλα διακυβέρνησης, μετασχηματισμού ή ριζοσπαστισμού τα οποία δεν είναι πλέον κατάλληλα για την ερμηνεία της ή για την επίλυση κάποιων από τα προβλήματά της, ενώ ακόμη πιο δύσκολο γίνεται το να φανταστούμε ένα άλλο μέλλον. Η απροσδιοριστία, η φθορά, η αχρηστία των πρακτικών και θεωρητικών μέσων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας, δεν παράγουν τίποτ’ άλλο πέρα από δυσπιστία, ακινησία και ματαίωση. Μέχρι τώρα το κενό καλυπτόταν από ένα καταναλωτικό ήθος τόσο αχαλίνωτο όσο και παρηγορητικό, κατευθυνόμενο και καθοδηγούμενο από έναν μεντιακό μηχανισμό πρώτης τάξεως –το πραγματικό θεμέλιο του συστήματος– δημιουργημένο σκοπίμως για την επιτάχυνση του μετασχηματισμού όλων των κοινωνικών σχέσεων σε θέαμα και την αξιοποίηση σαν εμπόρευμα κάθε πλευράς του ανθρώπου και της φύσης. Γι’ αυτό όλοι οι θεσμοί, ακόμη και οι δημοκρατικοί, κατακερματίζονται και οι ίδιοι οι κυβερνώντες δεν αισθάνονται και πολύ καλά, απροετοίμαστοι καθώς είναι είτε όταν πρόκειται να υποστούν τα χτυπήματα είτε όταν πρέπει να επωφεληθούν από τις θετικές πλευρές των γεγονότων. Στο αστεακό περιβάλλον αυτή η δυσανεξία, αυτή η δυσπιστία, αν από τη μια πλευρά τρέφει την απάθεια και την ανασφάλεια, ευνοεί τον ζαμανφουτισμό, την αδιαφορία για το συλλογικό και για ότι δεν θεωρεί κανείς δικό του, από την άλλη, για τους πιο διαυγείς, δίνει τη δυνατότητα θεώρησης και αντιμετώπισης με διαφορετικό τρόπο του υπάρχοντος και, συνεπώς, της καταστροφής που προκαλείται από τις οικιστικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές βλάβες. Μιλάμε για εκείνους, που ποικιλοτρόπως και με διαφορετικές κατευθύνσεις, ανοίγουν προοπτικές αυτοοργάνωσης, άμεσης συμμετοχής, οικονομικού και κοινωνικού πειραματισμού, κριτικής, ερχόμενοι σε αντιπαράθεση με τα κυρίαρχα μοντέλα. Αυτοί που κινούνται με αυτή τη λογική, οργανώνονται κατά τρόπο οριζόντιο, έτη φωτός μακριά από τα μοντέλα των μαζικών κομμάτων. Οι καινοτόμες προθέσεις τους προσανατολίζονται σε ένα φαντασιακό που δεν έχει τίποτα κοινό με εκείνο που ενέπνευσε τη δράση των επαναστατικών γενεών του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει καμία παλιγγενεσία ούτε πρωτοπορίες που θα οδηγήσουν σε αυτή· δεν υπάρχουν πλέον –πάντοτε αναφορικά με το φαντασιακό– ούτε τάξεις ούτε μάζες ούτε καν ένας παράδεισος στη γη ίδιος για όλους· δεν υπάρχει εξουσία προς κατάκτηση. Η δράση τους, με όλες τις δυσκολίες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, είναι προσανατολισμένη στην επανοικειοποίηση των θεμελιωδών πόρων για να υπάρχει ζωή, όχι με τη μεταφορική έννοια, αλλά με την πραγματική. Η συμμετοχή σε πρώτο πρόσωπο και η άμεση δράση λίγο πολύ ειρηνική –με τη συνδρομή μιας διαφορετικής γνώσης, ικανής να αλλάζει και να εντατικοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις– καθοδηγούν τις πρωτοβουλίες σε μια εδαφική κλίμακα πιθανώς περιορισμένη, αλλά πολύ πιο αποτελεσματική. Το να εμπιστευόμαστε τους θεσμούς σημαίνει να αποδεχόμαστε το γεγονός ότι κάθε αστεακή επιλογή της τάξης των πολιτικών στο όνομα της συλλογικότητας και του κοινού καλού, θα μεταμορφώνεται αναπόφευκτα σε μια περαιτέρω εκπτώχευση της ελευθερίας των ατόμων. Σε αντίθεση με αυτό, συγκροτούνται ομάδες ατόμων διαθέσιμων να μπουν στο παιχνίδι, και μάλιστα κατά τρόπο ριζοσπαστικό, για συγκεκριμένα και περιγεγραμμένα προβλήματα, που αφορούν το έδαφος και την καθημερινότητά τους. Ο αέρας, ο χρόνος, ο χώρος, η χαρά, η γη, η τροφή, είναι ολοένα και περισσότερο αιτίες συγκρούσεων και διεκδικήσεων. Η έλλειψή τους, η παρακμή τους, η αδυναμία ελεύθερης απόλαυσής τους, αναδιατάσσουν ταχέως τις αξίες, τις ιδέες, τους φόβους, τις προοπτικές και μαζί τους τους τρόπους και τους λόγους του να κάνεις πολιτική. Αυτά είναι τα άτομα που μπορούν να αντιδράσουν και να αντισταθούν, γιατί κατευθύνουν την πάλη τους εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης του χώρου ως μετωπικού αγώνα, όχι απαραιτήτως βίαιου, αλλά σαφώς συναφή με τη δική τους αισθαντικότητα, αυτοοργανωμένου και αλληλέγγυου, προσανατολισμένου σε απτά και άμεσα αποτελέσματα σε καταστάσεις στις οποίες αξιοποιούνται τα χαρακτηριστικά του καθενός, πραγματώνοντας και βελτιώνοντας τα κοινωνικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Είναι τα άτομα που έχουν αντιληφθεί πως ούτε η αγορά ούτε το κράτος λειτουργούν υπέρ του συλλογικού συμφέροντος –πόσο μάλλον για το ατομικό– και είναι προσανατολισμένα σε μοντέλα που είτε τα αναδιατάσσουν είτε τα αποκλείουν. Γι’ αυτά τα άτομα η ανάθεση της επίλυσης των προβλημάτων στην αγορά σημαίνει συμμετοχή στον μετασχηματισμό των πόλεων σε εμπορικά κέντρα ή σε υπαίθρια μουσεία, με όποιους ζουν εκεί να επιβιώνουν σε ένα επιχρυσωμένο κλουβί. Έτσι, λίγο πολύ κατά τρόπο ριζοσπαστικό, ασκούν εναντίον της αγοράς την αυτοπαραγωγή, την επαναχρησιμοποίηση των υλικών, την αυτοκατασκευή, την ανταλλαγή και την οργανωμένη αλληλοβοήθεια. Εισάγουν το δώρο στις ανταλλακτικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων· συνενώνονται σε ομάδες περιμένοντας, είθε, να μπορέσουν να οργανωθούν αυτόνομα, δημιουργώντας συλλογικούς κήπους στις πόλεις ή σε μέρη κοντά σε αυτές. Έτσι, αντιτίθενται στην κερδοσκοπία ακινήτων και στην κατασκευή οικοδομημάτων που μεταμορφώνουν την πόλη σε εκθεσιακό χώρο για το διαφημιστικό μάρκετινγκ των τραπεζών και των πολυεθνικών, με άχρηστες και περιορισμένες υποδομές. Είναι τα άτομα που καταλαμβάνουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια είτε για να τα κατοικήσουν είτε για να μοιραστούν τους χώρους τους με όποιον θέλει να συχνάζει σε αυτά. Χρησιμοποιώντας τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τις πλατείες, τους τοίχους, τα πάρκα, πέρα από τις καταστημένες συμβάσεις και ρυθμίσεις, ανακτούν την πόλη –αν και μόνο παροδικά– από τα αυτοκίνητα, από την αισθητική του μετρίου, από την ομοιόμορφη θλίψη. Είναι τα άτομα που βλέπουν στις τεχνολογίες –όχι μόνο σε αυτές που έχουν να κάνουν με τη μηχανική αλλά και σε αυτές που έχουν να κάνουν με την πληροφορική, με τις επικοινωνίες, την εκπαίδευση, τη διοίκηση, τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την οικονομία– τον παράγοντα που μέσα σε λίγες δεκαετίες μας έφερε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα: στις βλάβες που έχουν υποστεί οι άνθρωποι και στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτά τα άτομα προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα και πολιτικές κουλτούρες, που τα ενώνει η συναίσθηση μιας κοινής δράσης αλλά, όπως λέει ο Μιγκέλ Αμορός, «αδιαπραγμάτευτος στόχος πρέπει να είναι η απελευθέρωση του εδάφους από τις επιταγές της αγοράς και αυτό σημαίνει να σταματήσει να επικρατεί η αντίληψη που θέλει το έδαφος, έδαφος της οικονομίας. Πρέπει να παγιωθεί μια σχέση σεβασμού ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, χωρίς την ύπαρξη ενδιαμέσων. Ανακεφαλαιώνοντας, πρέπει να πούμε ότι οφείλουμε να ανοικοδομήσουμε το έδαφος, και όχι να διευθύνουμε την καταστροφή του. Αυτό το καθήκον εναπόκειται σε εκείνους-ες που ζουν στο έδαφος και όχι σε εκείνους που επενδύουν σε αυτό, με το μοναδικό πλαίσιο όπου κάτι τέτοιο είναι δυνατό, να είναι αυτό που προσφέρει η γενικευμένη εδαφική αυτοδιεύθυνση, δηλαδή η διεύθυνση του εδάφους από τους ίδιους τους κατοίκους του, μέσα από κοινοτικές συνελεύσεις».■ Εκδόσεις Nautilus, Σεπτέμβρης 2009 Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (επ' ευκαιρία της εκδήλωσης στο Αυτόνομο Στέκι 20/3)

Τετάρτη 20 Μάρτη, 19.00: «Πατησίων και Στουρνάρη γωνία. Βιβλιοπαρουσίαση της ομώνυμης έκδοσης και συζήτηση για την πρόσληψη του ρεύματος της εργατικής αυτονομίας από το ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα». Εισηγητής Παναγιώτης Καλαμαράς, συγγραφέας του βιβλίου και υπεύθυνος των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα». Τόπος: Αυτόνομο Στέκι, Ζωοδόχου Πηγής 95-97 & Ισαύρων Εξάρχεια Διοργάνωση: Α(υτόνομη) Β(άση) Α(λληλεγγύης) Β(ίλλας) Α(μαλίας)

AYTONOMIA

 «Για μένα η θεμελιώδης αρχή του αναρχισμού δεν είναι η ελευθερία αλλά η αυτονομία, δηλαδή η ικανότητα ανάληψης από κάποιον ενός καθήκοντος και η εκπλήρωσή του με τον δικό του τρόπο». Έτσι έγραφε ο Πωλ Γκούντμαν (1911-1972), μια από τις προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επίδραση στη νεανική αμφισβήτηση της δεκαετίας του ‘60, σε ένα από τα τελευταία του άρθρα. Ο Γκούντμαν γνώριζε πόσο ήταν δύσκολο για εκείνους τους νεαρούς αμφισβητίες να οικειοποιηθούν αυτή την έννοια: πολύ πιο ισχυρή και ελκτική ήταν η επιθυμία της ελευθερίας, θεωρούμενη σαν ισχυρότερο κίνητρο στην επιδίωξη της πολιτικής αλλαγής. Τα άτομα που έχουν φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο αυτονομίας γνωρίζουν πώς να το υπερασπιστούν με επιμονή, αν και με λιγότερο ενεργητικά μέσα, καταφεύγοντας σε μια αντίσταση μάλλον παθητική, προσπαθώντας να πραγματώσουν τα πράγματα που θέλουν μέσω της δημιουργίας των κατάλληλων χώρων ακόμη και εντός του αποπνικτικού ιστού μιας καταπιεστικής κοινωνίας. Αντιθέτως, όταν ενίοτε οι καταπιεσμένοι απελευθερώνονται, συχνά δεν ξέρουν πώς να λειτουργήσουν, πώς να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους. «Μη όντας ποτέ αυτόνομοι, δεν ξέρουν τι σημαίνει κάτι τέτοιο και προτού το μάθουν, βρίσκονται να έχουν νέους διευθυντές, οι οποίοι δεν έχουν καμία διάθεση να παραιτηθούν από τον ρόλο τους». Η έννοια της αυτονομίας είναι συνεπώς ζωτικής σημασίας για την ελευθεριακή δράση. Η αρχή που συνδέεται πιο άμεσα με την έννοια της αυτονομίας είναι η υπευθυνότητα. Σύμφωνα με την αναρχική σκέψη, ο υπεύθυνος άνθρωπος αναγνωρίζει ότι έχει ηθικές υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους, αλλά ταυτοχρόνως πιστεύει ακλόνητα ότι μόνο αυτός είναι κριτής αυτών των περιορισμών: ακούει τη συμβουλή κάποιου άλλου και την ακολουθεί, αλλά είναι ο ίδιος που αποφασίζει και την εφαρμόζει σε ατομικό επίπεδο. Έτσι οι υποχρεώσεις μπορεί να αναλαμβάνονται, όμως μετασχηματίζονται σε σταθερή συμπεριφορά μονάχα αν έχουν γίνει ελεύθερα αποδεκτές. Αυτή η ανάληψη, συνεπώς, περνά πάντοτε μέσα από το φίλτρο της προσωπικής εμπειρίας και της ατομικής ελευθερίας. Προκειμένου να είναι αυτόνομο το άτομο, δεν πρέπει να υπόκειται στη θέληση ενός άλλου: μπορεί να κάνει αυτό που το λέει κάποιος άλλος, αλλά κάνει κάτι τέτοιο όχι γιατί έτσι του είπαν ή, ακόμη χειρότερα, επειδή του το επέβαλλαν. Με αυτή την έννοια είναι ελεύθερο. Η ηθική αυτονομία είναι συνεπώς η αποδοχή της πλήρους ευθύνης για τις πράξεις μας. Κάτι που συνεπάγεται, αντιστρόφως, ότι ο καθένας μπορεί να αποποιηθεί την αυτονομία του τη στιγμή που αρνείται να εμπλακεί σε έναν ηθικό στοχασμό και αποδέχεται τις διαταγές των άλλων: χάνοντας αυτό το προνόμιο, χάνει και την ελευθερία του. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές και βαθμοί αυτής της απώλειας, μερικές αναπόφευκτες ή, αναμφιβόλως, αναγκαίες. Όταν προστρέχουμε στην τεχνική αυθεντία ενός τσαγκάρη για να επιδιορθώσει τα παπούτσια μας (για να θυμηθούμε το περίφημο παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο Μιχαήλ Μπακούνιν), δεν απαρνούμαστε την ελευθερία μας και πολύ λιγότερο την αυτονομία μας: απλώς αναγνωρίζουμε ότι ένας άλλος έχει τις ικανότητες που δεν διαθέτουμε εμείς. Η ανάληψη της ευθύνης των πράξεών μας σημαίνει ότι παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις γι’ αυτό που πρέπει να κάνουμε. Όπως δικαίως έγραψε ο Ρόμπερτ Πωλ Γουλφ στο δοκίμιο του το 1970 με τον τίτλο Προς υπεράσπιση του αναρχισμού, «για τον αυτόνομο άνθρωπο δεν υπάρχουν πράγματα που μπορούν να αποκληθούν διαταγές». Στη ζωή γενικότερα, όπως στην πολιτική, οι άνθρωποι απαρνούνται συχνά την αυτονομίας τους και γίνονται εθελουσίως σκλάβοι κάποιου άλλου από τεμπελιά, συμφέρον, συνήθεια, ευκολία, φόβο κλπ. Αυτή η απάρνηση, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή, δημιουργεί οικογένειες, ομάδες, κοινωνίες, που θεμελιώνουν την επιβίωσή τους πάνω στην έλλειψη ευθύνης και σε αυτό που ο Έριχ Φρομ (1900-1980) είχε αποκαλέσει φυγή από την ελευθερία. Η αυτονομία ουσιαστικά σημαίνει να δίνεις ο ίδιος στον εαυτό σου τους νόμους σου, να μην αποδέχεσαι ποτέ έναν μοναδικό, καθολικό νόμο και προπάντων να υποβάλλεις σε συστηματική διερώτηση κάθε νόμο και κάθε θεμελιώδη αρχή. Συνεπώς η αυτονομία είναι μια στοχαστική δράση ταυτοχρόνως ατομική και κοινωνική, που εκτυλίσσεται αενάως. Όπως έγραψε ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997): «Μπορώ να πω ότι εγκαθιδρύω τον δικό μου νόμο όταν ζω αναγκαστικά κάτω από τον νόμο της κοινωνίας; Ναι, αλλά σε μία και μόνο περίπτωση: αν μπορώ να πω, αναστοχαστικά και διαυγώς, ότι αυτός ο νόμος είναι και δικός μου. Για να μπορώ να πω κάτι τέτοιο, δεν χρειάζεται να τον έχω εγκρίνει: αρκεί μονάχα να είχα την πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχω ενεργώς στη δημιουργία και στη λειτουργία αυτού του νόμου» (Κορνήλιος Καστοριάδης, Η δημοκρατική επανάσταση, 2001). Συνεπώς το να είμαστε αυτόνομοι είναι κάτι το κουραστικό, αφού μας υποχρεώνει σε μια συνεχή διεργασία με τον εαυτό μας, σε μια σαφή επαλήθευση της συμβατότητας ανάμεσα στις δικές μας επιθυμίες και εκείνες των άλλων. Προϋποθέτει, δηλαδή, μια διαρκή μάθηση. Το λήμμα αυτονομία περιλαμβάνεται στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο «Ούτε υποτασσόμαστε ούτε διατάζουμε», εκδόσεις Eleuthera, Μιλάνο 2009. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΑΝΟΜΙΑ

Η αναρχία καθόλου δεν σημαίνει απουσία ρυθμίσεων, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ωστόσο, μια διαδεδομένη υποστηρίζει ότι η αναρχία, ακριβώς ως άρνηση κάθε μορφής κυριαρχίας, οραματίζεται μια κοινότητα χωρίς κανόνες. Μια τέτοια εννοιολογική σύγχυση είναι συχνά παρούσα ανάμεσα στους νεότερους, οι οποίοι εκδηλώνουν τη θέλησή τους για αυτονομία διεκδικώντας, προκλητικά, το δικαίωμα να απελευθερωθούν από κάθε ρύθμιση. Στην πραγματικότητα το νόημα της αναρχίας είναι πολύ διαφορετικό, αφού δεν αντιστοιχεί καθόλου με την πεποίθηση (συχνά εργαλειακής φύσεως) ότι πρέπει να αρνούμαστε κάθε κοινωνική υποχρέωση και όχι μόνο τις πολιτικές και δικαιικές μορφές της. Υπάρχουν στην πραγματικότητα δεσμοί και ρυθμίσεις που είναι παρόντες σε κάθε πλαίσιο σχέσεων και έχουν να κάνουν με την υποχρέωση της αλληλοβοήθειας ή με συμφωνημένες συμβάσεις. Η αναρχία, συνεπώς, δεν ισοδυναμεί με την ανομία, εφόσον δεν προβλέπει την εξαφάνιση οποιουδήποτε κανόνα, με τη δικαιολογία ότι όλοι οι κανόνες υποχρεώνουν. «Η ελεύθερη συμφωνία απαιτεί τήρηση αυτού που έχει συμφωνηθεί. Τιμούμε το συμβόλαιο, σεβόμαστε τον λόγο που έχουμε δώσει. Ένας κανόνας γίνεται σεβαστός, διαφορετικά δεν είναι πλέον κανόνας. Αυτό ισχύει και για τους αναρχικούς, και μάλιστα για τους αναρχικούς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αναρχία και ανομία είναι όροι αντίθετοι» (Εντουάρντο Κολόμπο, Ο πολιτικός χώρος της αναρχίας, 2009). Ο αναρχισμός δεν προτείνει μια κοινωνία στην οποία κάθε σύγκρουση θα εξαφανιστεί, κάθε διαίρεση θα εξαλειφθεί και θα βασιλεύει μια απόλυτη αρμονία. Τότε θα μιλάμε για το τέλος της ιστορίας, για μια εσχατολογία. Αντιθέτως, όπως πάντοτε υποστήριζε ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, η πολλαπλότητα και οι συγκρούσεις είναι το αλάτι της κοινωνικής ζωής, αλλά η ρύθμισή τους πρέπει να γίνεται μέσα από ελεύθερες, άμεσες και τροποποιήσιμες συμφωνίες. Πιο συγκεκριμένα, οι αναρχικοί υποστηρίζουν ότι σε κάθε κοινωνία που έχει θεμελιωθεί πάνω στη διαίρεση κυρίαρχος-κυριαρχούμενος, το δίκαιο διαμορφώνεται προς όφελος του ισχυροτέρου· και ότι σε κάθε κοινωνία που ρυθμίζεται από το κράτος, ο νόμος δεν είναι τίποτ’ άλλο από την έκφραση της θέλησης του ισχυροτέρου. Συνεπώς η αναρχία είναι η αρχή της ελεύθερης οργάνωσης η οποία αντιτίθεται στην οργανωτική αρχή που βασίζεται στην ιεραρχία και την επιβολή, παραπέμποντας σε κανόνες και ρυθμίσεις σαφώς ορισμένες και ελεύθερα αποφασισμένες, οι οποίες δεσμεύουν ηθικά οποιονδήποτε τις έχει αποδεχτεί. Το λήμμα ανομία περιλαμβάνεται στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο «Ούτε υποτασσόμαστε ούτε διατάζουμε», εκδόσεις Eleuthera, Μιλάνο 2009. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Maurizio Lazzarato ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ, ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

Οι συλλογικές μορφές των σύγχρονων πολιτικών κινητοποιήσεων, είτε πρόκειται για αστεακές εξεγέρσεις είτε για συνδικαλιστικούς αγώνες, είτε είναι ειρηνικές είτε είναι βίαιες, διαπερνώνται από την ίδια προβληματική: την άρνηση της αντιπροσώπευσης, τον πειραματισμό και την επινόηση μορφών οργάνωσης και έκφρασης που έρχονται σε ρήξη με την παραδοσιακή πολιτική η οποία θεμελιώθηκε στην ανάθεση της εξουσίας και της αντιπροσώπευσης είτε του λαού είτε των τάξεων. Η άρνηση ανάθεσης της αντιπροσώπευσης είτε αυτού που μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στα κόμματα και τα συνδικάτα είτε αυτού που μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο κράτος, έλκει την καταγωγή της από τη νέα αντίληψη σχετικά με την πολιτική δράση, που προέρχεται από την «επανάσταση» του ’68. Οι κινητοποιήσεις που εμφανίζονται λίγο πολύ παντού στον κόσμο, επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι στο εσωτερικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας «δεν υπάρχουν πιθανές εναλλακτικές λύσεις». Η άρνηση, η ανυπακοή που συναντάμε σε αυτούς τους αγώνες, αναζητούν και εκφράζουν νέες πολιτικές δράσεις στο εσωτερικό της κρίσης. Αλλά ποια είναι αυτή η κρίση και ποιοι τύποι πολιτικής οργάνωσης εμφανίζονται στην κρίση; Σ’ ένα σεμινάριο του 1984, ο Φελίξ Γκουαταρί ισχυρίστηκε ότι η κρίση που διαπερνά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 τη Δύση, πριν ακόμη είναι κρίση οικονομική, πριν ακόμη είναι κρίση πολιτική, είναι μια κρίση παραγωγής της υποκειμενικότητας. Τι θέλει να πει αυτός ο ισχυρισμός; Αν ο καπιταλισμός «προτείνει μοντέλα (της υποκειμενικότητας) όπως η αυτοκινητοβιομηχανία προτείνει νέα μοντέλα αυτοκινήτων» τότε, το πιο υψηλό διακύβευμα της καπιταλιστικής πολιτικής έγκειται στη συνάρθρωση των οικονομικών, τεχνολογικών και κοινωνικών ροών με την παραγωγή της υποκειμενικότητας, έτσι ώστε η πολιτική οικονομία να μην είναι τίποτ’ άλλο από «υποκειμενική οικονομία». Αυτή η υπόθεση εργασίας αξίζει να επανέλθει στο προσκήνιο και να συσχετιστεί με τις σημερινές συνθήκες, ξεκινώντας από μια διαπίστωση: ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε να συναρθρώσει αυτή τη σχέση. Η γενίκευση της επιχειρηματικής υποκειμενοποίησης, που εκφράζεται στη θέληση να μεταμορφωθεί κάθε άτομο σε επιχείρηση, αποκαλύπτει μερικά παράδοξα. Η υποκειμενική αυτονομία, η δραστηριοποίηση, η υποκειμενική ενασχόληση, συνιστούν νέες μορφές απασχόλησης και συνεπώς, μιλώντας κυριολεκτικά, μια ετερονομία. Από την άλλη πλευρά, η ρητή εντολή για δράση, με την ανάληψη πρωτοβουλιών και βάσει μιας ατομικής διακινδύνευσης, οδηγούν στην κατάθλιψη, αρρώστια του αιώνα, έκφραση της άρνησης αποδοχής της αναγνώρισης της πτώχευσης της ύπαρξης στην οποία οδηγεί η ατομική «επιτυχία» του επιχειρηματικού μοντέλου. Καθώς μπαίνουμε στην κρίση, που προκαλείται από τις επαναλαμβανόμενες «χρηματιστικές» καταστροφές, ο καπιταλισμός εγκαταλείπει τη ρητορική του περί μιας κοινωνίας της γνώσης ή της πληροφορίας, όπως και τις φανφαρόνικες υποκειμενοποιήσεις του (γνωσιακοί εργαζόμενοι, χειριστές των συμβόλων, δημιουργοί νικητές και ηττημένοι). Εφόσον οι υποσχέσεις περί γενικού πλουτισμού, μέσω της πίστης και του χρηματιστηρίου, κατέρρευσαν, δεν μένει τίποτ’ άλλο από μια πολιτική διαφύλαξης των πιστωτών, των ιδιοκτητών των «κεφαλαιακών» τίτλων. Για να επιβεβαιωθεί η κεντρικότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η συνάρθρωση μεταξύ «παραγωγής» και «παραγωγής της υποκειμενικότητας» δημιουργείται ξεκινώντας από το χρέος και τον χρεωμένο άνθρωπο. Στην οικονομία του χρέους, το κεφάλαιο δρα πάντοτε σαν σημείο της υποκειμενοποίησης, αλλά όχι απλώς για να συγκροτήσει τους μεν σαν καπιταλιστές και τους άλλους σαν εργαζόμενους, αλλά επίσης και, προπάντων, για να τους ταυτοποιήσει σαν «πιστωτές» και σαν «χρεώστες». Η οικονομική χρεοκοπία και η χρεοκοπία στην παραγωγή των υποκειμενικών μορφών του ιδιοκτήτη, του μετόχου, του επιχειρηματία, συμβαδίζουν. Αυτές οι χρεοκοπίες έλκουν την καταγωγή τους από τη διπλή άρνηση των νεοφιλελεύθερων υποκειμενικών μορφών: άρνηση του γίγνεσθαι «ανθρώπινο κεφάλαιο» και, στην κρίση, άρνηση του γίγνεσθαι «χρεωμένος άνθρωπος». Απέναντι σε αυτές τις προλεταριακές αρνήσεις και σε αυτό το καπιταλιστικό αδιέξοδο, τα κόμματα και τα συνδικάτα της «αριστεράς» δεν δίνουν καμία απάντηση, εφόσον δεν αντιπροτείνουν πλέον κάποιες εναλλακτικές υποκειμενικότητες. Οι ίδιες σύγχρονες κριτικές θεωρίες αποτυγχάνουν να σκεφτούν τη σχέση μεταξύ του καπιταλισμού και της διαδικασίας της υποκειμενοποίησης. Ο γνωσιακός καπιταλισμός, η κοινωνία της πληροφορίας, ο καπιταλισμός της κουλτούρας (Rifkin), αντιπροσωπεύουν την συνάρθρωση παραγωγής και υποκειμενικότητας κατά άκρως υποτιμητικό τρόπο. Η πρόθεσή τους να συγκροτήσουν ένα ηγεμονικό παράδειγμα για την παραγωγή και την παραγωγή της υποκειμενικότητας απορρίφθηκε από το γεγονός ότι η τύχη της ταξικής πάλης, όπως φάνηκε με την κρίση, δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη γνώση, την πληροφορία και την κουλτούρα. Ποιες είναι λοιπόν οι συνθήκες για μια πολιτική και υπαρξιακή ρήξη την εποχή κατά την οποία η παραγωγή της υποκειμενικότητας συνιστά την πρώτη και πιο σημαντική από τις καπιταλιστικές παραγωγές; Ποια είναι τα ιδιαίτερα εργαλεία της παραγωγής της υποκειμενικότητας προκειμένου να διαφύγουν της κατασκευής τους, βιομηχανικής και σειριακής, έτσι όπως την οργανώνουν οι επιχειρήσεις και το κράτος; Ποιοι τρόποι οργάνωσης χρειάζονται για μια διαδικασία υποκειμενοποίησης που θα διαφεύγει είτε από την υποταγή είτε από την υποδούλωση; Τη δεκαετία του ’80 ο Φουκώ και ο Γκουαταρί, μέσω διαφορετικών διαδρομών, σχεδίασαν την παραγωγή της υποκειμενικότητας και τη συγκρότηση της «σχέσης με τον εαυτό», σαν ίσως τα μοναδικά σύγχρονα πολιτικά παραδείγματα που μπορούν να δείξουν τον δρόμο της εξόδου από το αδιέξοδο στο οποίο είμαστε εγκλωβισμένοι. Για τον Φουκώ, το να ξεκινάς από «τη μέριμνα εαυτού» δεν σημαίνει να επιδιώκεις την «όμορφη ζωής» ενός ιδανικού «δανδή», αλλά το να θέτεις το ερώτημα της διαπλοκής ανάμεσα σε μια «αισθητική της ύπαρξης» και την πολιτική που αντιστοιχεί σε αυτήν. Τα προβλήματα μιας «άλλης ζωής και ενός άλλου κόσμου» τίθενται από κοινού, ξεκινώντας από μια ζωή μαχητική, της οποίας η αφετηρία είναι η ρήξη με τις συμβάσεις, τις καθιερωμένες συμπεριφορές, τις κατεστημένες αξίες. Το αισθητικό παράδειγμα του Γκουαταρί δεν προωθεί ούτε καν μια αισθητικοποίηση του κοινωνικού και του πολιτικού, αλλά καθιστά την παραγωγή της υποκειμενικότητας την πρακτική και την κύρια ενασχόληση ενός νέου τρόπου μαχητικότητας και ενός νέου τρόπου πολιτικής οργάνωσης. Οι διαδικασίες της υποκειμενοποίησης και οι τρόποι οργάνωσής τους άνοιγαν πάντοτε κρίσιμες συζητήσεις στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, όντας ευκαιρίες ρήξης και πολιτικής διαίρεσης ανάμεσα σε «ρεφορμιστές» και «επαναστάτες». Δεν θα καταφέρουμε να καταλάβουμε την ιστορία του εργατικού κινήματος αν αρνηθούμε να δούμε τους «πολέμους της υποκειμενικότητας» (Γκουαταρί) στους οποίους οδήγησε. «Ο εργάτης της παρισινής Κομμούνας “μεταλλάχθηκε” σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν απόμεινε άλλη λύση στην μπουρζουαζία από την εξολόθρευσή του. Εκκαθάρισαν την παρισινή Κομμούνα όπως σε άλλες εποχές εκκαθάρισαν τους μεταρρυθμιστές στη γιορτή του Άγιου Βαρθολομαίου». Οι μπολσεβίκοι έθεσαν ανοικτά το ερώτημα της επινόησης ενός νέου τύπου μαχητικής υποκειμενικότητας, η οποία, ανάμεσα στα άλλα, έπρεπε να απαντήσει στην αποτυχία της Κομμούνας. Η διερώτηση αναφορικά με τις διαδικασίες της πολιτικής υποκειμενοποίησης, ξεκινώντας από τη διαύγαση της διάστασης της «μικροπολιτικής» (Γκουαταρί) και της «μικροφυσικής» της εξουσίας (Φουκώ), δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη εξέτασης και επαναδιαμόρφωσης της μακροπολιτικής διάστασης. «Έχουμε δύο πράγματα μπροστά μας: ή κάποιος, οποιοσδήποτε, θα δημιουργήσει νέα εργαλεία παραγωγής της υποκειμενικότητας, είτε είναι αυτά μπολσεβίκικα, μαοϊκά ή δεν ξέρω εγώ τι˙ ή, διαφορετικά, η κρίση θα συνεχίσει να εντείνεται». Αυτό το πέρασμα στη μακροπολιτική στο οποίο αναφέρεται ο Γκουαταρί στο συγκεκριμένο απόσπασμα, μου φαίνεται τόσο πιο αναγκαίο όσο βρισκόμαστε σε μια κατάσταση εντελώς διαφορετική από εκείνη της δεκαετίας του ’70. Εκείνη την περίοδο αυτό που χρειαζόταν περισσότερο ήταν το να βγούμε από μια απολιθωμένη και σκληρωτική μακροπολιτική, ορατή στα προγράμματα των κομμουνιστικών κομμάτων και των συνδικάτων. Σήμερα, δεδομένου ότι αυτές οι δυνάμεις είτε έχουν εξαφανιστεί είτε έχουν ενσωματωθεί εντελώς στη λογική του καπιταλισμού, εκείνο που έχει σημασία είναι να επινοήσουμε, να πειραματιστούμε και να υποστηρίξουμε μια μακροπολιτική σε θέση, από τη μια πλευρά, να μας καταστήσει ικανούς να βγούμε από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία (πολιτική και κοινωνική), συντασσόμενοι με εκείνη που ο Γκουαταρί αποκαλούσε «μοριακή επανάσταση». Από την άλλη πλευρά, χρειάζεται η επανεργοποίηση της χρήσης της δύναμης, μιας ικανότητας μπλοκαρίσματος και αναστολής της υποταγής και της υποδούλωσης, που θα έχει την ίδια λειτουργία με την απεργία στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Χωρίς αυτό, ο επελαύνων νεοφιλελευθερισμός θα εφαρμόσει ολοκληρωτικά το πρόγραμμά του: μείωση των μισθών στο επίπεδο της επιβίωσης, μείωση των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους στο ελάχιστο, ιδιωτικοποίηση όλων όσων παραμένουν ακόμη υπό «δημόσιο» έλεγχο, ένταξη του πληθυσμού στην παλινδρομική διαδικασία του χρεωμένου ανθρώπου. Ο Γκουαταρί με τον τρόπο του, όχι μόνο παρέμεινε πιστός στον Μαρξ, αλλά και στον Λένιν. Σίγουρα, τα εργαλεία παραγωγής της υποκειμενικότητας που δημιούργησε ο λενινισμός (το κόμμα, η αντίληψη της εργατικής τάξης σαν πρωτοπορίας, ο «επαγγελματίας αγωνιστής» κλπ) δεν αντιστοιχούν στη σημερινή ταξική σύνθεση. Αλλά αυτό που κρατά ο Γκουαταρί από το λενινιστικό πείραμα είναι η μεθοδολογία: η αναγκαιότητα ρήξης με τη «σοσιαλδημοκρατία», η συγκρότηση των εργαλείων της πολιτικής καινοτομίας που εκφράζονται στους τρόπους με τους οποίους οργανώνεται η υποκειμενικότητα. Για τον Γκουαταρί, η κατάφαση υπέρ αυτής της πολιτικής αυτονομίας εκφράστηκε, πρώτα απ’ όλα, στην υποκειμενική ρήξη της Πρώτης Διεθνούς, που κυριολεκτικά επινόησε μια εργατική τάξη η οποία δεν υπήρχε ακόμη (ο κομμουνισμός της εποχής του Μαρξ στηριζόταν ουσιαστικά στους τεχνίτες και στους «συντρόφους»). Στον καπιταλισμό, οι διαδικασίες της υποκειμενοποίησης οφείλουν με τη σειρά τους να συναρθρωθούν και να απελευθερωθούν από τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, μηχανογενείς ροές. Τα δύο εγχειρήματα είναι εξίσου αναγκαία: διαφυγή από τη λαβή που η υποταγή και η υποδούλωση εφαρμόζουν στην υποκειμενικότητα και οργάνωση της ρήξης που είναι πάντοτε μια επινόηση και μια συγκρότηση του εαυτού. Οι κανόνες της παραγωγής του εαυτού είναι αφενός μεν οι «προαιρετικοί» και διαδικαστικοί κανόνες που επινοούμε οικοδομώντας «αισθητά εδάφη» και αφετέρου η μοναδικοποίηση της υποκειμενικότητας στο μικροπολιτικό επίπεδο και οι συλλογικοί μηχανισμοί ερμηνείας σε μακροπολιτικό επίπεδο. Από εδώ ξεκινά η προσφυγή όχι τόσο στα εργαλεία και στα γνωσιακά, πληροφοριακά ή γλωσσολογικά παραδείγματα, αλλά στα εργαλεία και στα πολιτικά παραδείγματα που είναι ηθικο-αισθητικά, το «αισθητικό παράδειγμα» του Γκουαταρί και η «αισθητική της ύπαρξης» του Φουκώ. Για να παραχθεί ένας νέος λόγος, μια νέα γνώση, μια νέα πολιτική, χρειάζεται να ξεπεράσουμε ένα ακατονόμαστο σημείο, ένα σημείο απόλυτης μη-αφήγησης, μη γνώσης, μη κουλτούρας, μη συνείδησης. Εξ ου η γελοιότητα (ταυτολογική) του να σκεφτόμαστε την παραγωγή σαν παραγωγή γνώσης και μέσων γνώσης. Οι θεωρίες του γνωσιακού καπιταλισμού, της κοινωνίας της πληροφορίας, του καπιταλισμού της κουλτούρας, που προτείνονται σαν θεωρίες της καινοτομίας και της δημιουργίας, αποτυγχάνουν ακριβώς να σκεφτούν τη διαδικασία μέσω της οποίας υπάρχουν η «δημιουργία» και η «καινοτομία», εφόσον η γλώσσα, η γνώση, η πληροφορία και η κουλτούρα είναι σε μεγάλο βαθμό ανίκανες γι’ αυτόν τον σκοπό. Για να παραχθεί η πολιτική υποκειμενοποίηση, πρέπει αναγκαστικά να περάσει από αυτές τις στιγμές αναστολής των κυρίαρχων σημασιών και της εξουδετέρωσης του μηχανισμού της μηχανογενούς υποδούλωσης. Η απεργία, η εξέγερση, η στάση, οι αγώνες, αποτελούν στιγμές ρήξης και αναστολής του χρονολογικού χρόνου, εξουδετέρωσης των υποδουλώσεων και των υποταγών, εκεί όπου εκδηλώνονται όχι τόσο οι παρθένες και αμόλυντες υποκειμενικότητες, αλλά οι εστίες, τα επείγοντα, τα φορτία της υποκειμενοποίησης, των οποίων η ενεργοποίηση και ο πολλαπλασιασμός εξαρτώνται από μια διαδικασία συγκρότησης η οποία πρέπει να συναρθρώσει, χωρίς να περάσουμε από τις τεχνικές της αντιπροσώπευσης, τη σχέση μεταξύ της «παραγωγής» (επιθυμητικής) και της «υποκειμενοποίησης». Αν η κρίση δεν παράγει τίποτ’ άλλο, από εδώ και μπρος, παρά αρνητικές και παλινδρομικές υποδουλώσεις και υποταγές (ο χρεωμένος άνθρωπος), αν ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να αρθρώσει την παραγωγή και την παραγωγή της υποκειμενικότητας με έναν διαφορετικό τρόπο, χωρίς δηλαδή να ενδιαφέρεται για τη διάσωση των ιδιοκτησιακών τίτλων του κεφαλαίου, τότε τα θεωρητικά εργαλεία πρέπει να είναι σε θέση να σκεφτούν τις συνθήκες μιας πολιτικής υποκειμενοποίησης που θα είναι επίσης μια υπαρξιακή μετάλλαξη σε ρήξη με τον καπιταλισμό, στο εσωτερικό της κρίσης του που ήδη έχει γίνει ιστορική. Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος της ιταλικής επιθεώρησης «Alfabeta 2». Αφιερώνεται στις συντρόφισσες και τους συντρόφους που το πρωί της 9ης Δεκέμβρη 2012 ανακατέλαβαν τη Βίλλα Αμαλίας παρά το γεγονός της ένοπλης φρούρησής της από τις δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» (μοναδικό γεγονός στην ιστορία των καταλήψεων στον δυτικό κόσμο), θέλοντας να συμβάλλει στον προβληματισμό που γεννούν τέτοιες ενέργειες στους κόλπους των κοινωνικών κινημάτων του ανταγωνισμού και στις δυνατότητες ανασύνθεσης των ριζοσπαστικών δυνάμεων που προσφέρουν. Σύντομα θα ακολουθήσουν κι άλλα σε αυτή την κατεύθυνση.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Μαύρες-Κόκκινες Σελιδες 2012

Πρόγραμμα:

17:30 

Abel Paz: Ταξίδι στο Παρελθόν, Εκδόσεις Κουρσάλ, Βιβλιοπαρουσίαση

18:30 

Εκδόσεις εντός των τειχών: Αυτοπαρουσίαση των εκδόσεων Ασύμμετρη Απειλή 


19:00 

"Η Εργατική Αυτονομία και η πρόσληψή της στο ελληνικό ανταγωνιστικό κίνημα", σκέψεις προς συζήτηση από τις Εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα 

20:00 

Max Hoelz... στην Κόκκινη Σημαία, Η Επανάσταση στη Γερμανία 1918-1921, Δαίμων του Τυπογραφείου 

Errico Malatesta, Δημοκρατία, φασισμός, Αναρχία, Ελευθεριακή Κουλτούρα 

Arditi del Popolo: ο πρώτος ένοπλος αγώνας ενάντια στο φασισμό, 1921-1922, Ευτοπία 

Βιβλιοπαρουσιάσεις - Συζήτηση 

Ο μαχητικός αντιφασισμός τον Μεσοπόλεμο και η προβολή του στο σήμερα Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Richard Day, «Το τέλος της ηγεμονίας...»

Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Richard Day, «Το τέλος της ηγεμονίας, αναρχικές τάσεις στα νεότατα αναρχικά κινήματα», εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα, μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε ένα κείμενο του Nico Berti στη Rivista Anarchica στις αρχές της δεκαετίας του ’70, που δεν έχει πάψει να είναι άκρως επίκαιρο.


Nico Berti 
Λενινιστικός και αναρχικός 
βολονταρισμός 

Το κείμενο που ακολουθεί θέλει να αναδείξει ένα ουσιαστικό πρόβλημα στην αναρχική ανάγνωση του λενινισμού, με ένα πρίσμα ταυτοχρόνως θεωρητικό και ιστορικό. Σκοπεύουμε, εννοείται, να επισημάνουμε εδώ μερικά μονάχα θεμελιώδη ζητήματα, χωρίς να έχουμε την παραμικρή πρόθεση να εξαντλήσουμε το πρόβλημα, το οποίο για συγκεκριμένους λόγους, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι σύνθετο και βασανιστικό. Αυτού λεχθέντος, ερχόμαστε αμέσως στον πυρήνα του προβλήματος, δηλώνοντας ότι μια συζήτηση για τον λενινισμό περνά, πρώτα απ’ όλα, μέσα από το κρίσιμο και θεμελιώδες ζήτημα του επαναστατικού υποκειμενισμού. Ισχυριζόμαστε, πράγματι, ότι όλες οι αβυσσαλέες ιδεολογικές και στρατηγικές διαφορές που χωρίζουν τον αναρχισμό από τον λενινισμό, προέρχονται ακριβώς από ένα φαινομενικά κοινό στοιχείο: τον υποκειμενισμό, ακριβώς. Πρόκειται για μια μεθοδολογική προεισαγωγή, που μας φαίνεται ορθή τόσο από επιστημονική όσο και από ιδεολογική σκοπιά, εφόσον η ιδιαιτερότητα του λενινισμού αναφορικά με τη μαρξιστική θεωρία και παράδοση, έγκειται στο βολονταριστικό-επαναστατικό μπόλιασμα του πρώτου στη δεύτερη. Με άλλα λόγια, αν δεν βάλουμε στο κέντρο της συζήτησης τον βολονταρισμό, η ανάλυση τείνει να καταλήγει στη συνήθη αντιπαράθεση μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού. Συνεπώς, είναι από τον υποκειμενισμό που πρέπει να ξεκινήσουμε και, για να είμαστε ακριβείς, από τον λενινιστικό υποκειμενισμό: θα προχωρήσουμε αμέσως στην αποσαφήνιση του προβληματισμού μας, επισημαίνοντας τα θεμελιώδη σημεία της λενινιστικής σκέψης και πρακτικής. Η αφετηρία του Λένιν είναι διπλή: από τη μια πλευρά ο Μαρξ, από την άλλη η Ρωσία. Ο Μαρξ, δηλαδή η αντικειμενική πλευρά της ιστορίας (από την ανάπτυξη του κεφαλαίου στη δημιουργία του προλεταριάτου και από εκεί στην επανάσταση) και η Ρωσία, δηλαδή η ανωμαλία αναφορικά με τη γραμμή που είχε υποδείξει ο Μαρξ (με την απουσία, εκεί, του καπιταλισμού). Το πρόβλημα του Λένιν είναι συνεπώς το πώς θα μπολιάσει την επαναστατική διαδικασία σε μια ιστορική κατάσταση την οποία ο μαρξισμός με τίποτα δεν μπορεί να θεωρήσει ευνοϊκή. Εξ ου η αποδοχή και η άμεση υιοθέτηση «μιας συγκεκριμένης οπτικής γωνίας σε μια συγκεκριμένη κατάσταση» (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ίδιου του Λένιν) και εξ ου η αποδοχή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις και στην ίδια την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού, όπου το βάρος και ο ρόλος της εργατικής τάξης ουσιαστικά σπάνιζαν, είτε ποιοτικά είτε ποσοτικά. Ολόκληρη η πολυπλοκότητα της λενινιστικής σκέψης έγκειται έτσι στη λύση αυτού του προβλήματος, του προφανώς άλυτου: να υπάρξει δηλαδή μια μαρξιστική επανάσταση (γιατί για μια μαρξιστική επανάσταση πρόκειται) χωρίς τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που αυτή θέτει σαν απαραίτητες. Ο δρόμος που ακολουθεί ο Λένιν προκειμένου να πετύχει η επανάσταση, αντανακλά άψογα αυτή τη διπλή τάση, που από τη μια πλευρά προσαρμόζει συνεχώς το επαναστατικό σχέδιο στις συγκεκριμένες πτυχές ενός συγκεκριμένου πλαισίου, ενώ από την άλλη υποτάσσει διαρκώς την ανατρεπτική πρακτική στις σιδερένιες θηλιές της μαρξιστικής ορθοδοξίας. Αλλά τι κάνει ο Λένιν προκειμένου να υποτάξει την τακτική στη στρατηγική και αυτή, με τη σειρά της, στην ιδεολογία; Ο δρόμος είναι ένας και μοναδικός. Εφόσον στη Ρωσία το επαναστατικό υποκείμενο που υποδεικνύει ο μαρξισμός είναι ουσιαστικά ανώριμο –είτε από πολιτική είτε από κοινωνική άποψη– χρειάζεται να δημιουργηθεί τεχνητά μια φιγούρα που θα το υποκαταστήσει και στην οποία θα ανατεθεί το καθήκον να διευρύνει εκείνες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που, τη δεδομένη στιγμή, είναι μειοψηφικές και λανθάνουσες. Δηλαδή αυτή η φιγούρα πρέπει να εμφυσήσει στην εργατική τάξη μια τέτοια επαναστατική πνοή, ώστε αυτή να εναντιωθεί στην επέκταση της καπιταλιστικής κυριαρχίας, σύμφωνα με μια λογική εντελώς διαλεκτική και χεγκελιανή, που θέλει να βλέπει τους εργατικούς αγώνες σαν απαραίτητη συνθήκη για την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η οποία, με τη σειρά της, είναι η περαιτέρω συνθήκη για την ανάπτυξη των ίδιων των εργατικών αγώνων. Ο κύκλος κρίση-ανάπτυξη-κρίση που συνέλαβε και θεωρητικοποίησε ο Μαρξ σε συνθήκες ώριμου καπιταλισμού έρχεται εδώ, στην ιδιαιτερότητα της αγροτικής Ρωσίας, να δημιουργηθεί τεχνητά μέσω της υποκειμενικής δράσης των δρώντων μειοψηφιών. Στη λενινιστική θεώρηση, όπου η ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο παρουσιάζεται σαν μια επαγωγική και εξαναγκαστική αντί για μια ενδογενής και «αυθόρμητη» δημιουργία, οι άνευ αξίας αγροτικές μάζες, βασικό πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο, πρέπει να υποταχθούν στη δράση της εργατικής τάξης ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, στη δράση των «αντιπροσώπων της». Έτσι προκύπτει ένα ιεραρχικό continuum, που διαπερνά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα στη φάση της κινητοποίησης και του αγώνα του (από τις αγροτικές μάζες στην εργατική τάξη, από την εργατική τάξη στην πρωτοπορία του και από αυτή στην κομματική ηγεσία). Συνεπώς η λενινιστική οργάνωση εμφανίζεται καταρχήν ελαχιστοποιημένη εσωτερικά, για να γιγαντωθεί κατόπιν εξωτερικά, ακολουθώντας μια χωρίς διακοπές ιεραρχική αλληλουχία. Όλα αυτά προκειμένου να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει την προϋποτιθέμενη αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργατικής τάξης: σαν να έχουμε, δηλαδή, μια προσποίηση θεατρικής παράστασης, που σαν σκοπό της έχει τον μετασχηματισμό της κωμωδίας σε πραγματικότητα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι πράγματι ο μετασχηματισμός της συνολικής ιστορικής διαδικασίας από μια δεδομένη ιστορική κατάσταση, η πραγμάτωση του αντικειμενικού ντετερμινισμού της ιστορίας μέσω της υποκειμενικής δράσης μιας φιγούρας που υποκαθιστά την εργατική τάξη. Αυτός είναι ο λενινιστικός δρόμος για να οδηγηθεί και πάλι μια ανώμαλη κατάσταση (η αγροτική Ρωσία) σε μια αντικειμενική κατηγορία της ιστορίας (τη μαρξιστική επανάσταση), μιλάμε δηλαδή για το ιστορικό άλμα που θα επιτρέψει στην ιστορία να γίνει η ιστορία που οφείλει να είναι. Ωστόσο, η φιγούρα που υποκαθιστά την εργατική τάξη μπορεί να αναλάβει αυτό το καθήκον μονάχα αν η ταξική της σύνθεση έχει να κάνει με μια φύση όχι οικονομική αλλά πολιτική, μονάχα, δηλαδή, αν η δύναμή της έγκειται, παραδόξως, στο ότι δεν είναι τάξη, στο ότι δεν φέρνει στο εσωτερικό της τα ταξικά χαρακτηριστικά. Η πρωτοπορία των «επαγγελματιών επαναστατών», οργανωμένη με τη μορφή κόμματος, εκφράζει συνεπώς τη θεμελιώδη διχοτομία της λενινιστικής επαναστατικής φιγούρας: ενώ η κοινωνική της σύνθεση είναι αναπόφευκτα μικροαστική, η πολιτική της σύνθεση προϋποτίθεται σαν εργατική. Εξ ου η έσχατη διχοτομία της συνολικής και επαναστατικής δράσης, που αναθέτει το καθήκον του οικονομικού αγώνα στην πραγματική εργατική τάξη, τη στιγμή κατά την οποία οι «επαγγελματίες επαναστάτες» αναλαμβάνουν τον μετασχηματισμό αυτού του οικονομικού αγώνα σε πολιτικό, σε έναν αγώνα, δηλαδή, για την εξουσία. Έτσι, στην ανίατη μαρξιστική διχοτομία ανάμεσα σε ταξικό αγώνα και ταξική συνείδηση, ανάμεσα σε ταξικό και επαναστατικό αγώνα, έρχεται να προστεθεί η διαίρεση ανάμεσα σε οικονομικό και πολιτικό αγώνα, ανάμεσα σε τάξη και κόμμα. Και παραμένει ανίατη η μαρξιστική διχοτομία αναφορικά με την ανάλυση της σχέσης δομής-υποδομής, καθώς αντανακλάται άριστα στη λενινιστική πρακτική (χωρίς τον φόβο μιας πιθανής διάψευσης), από τη στιγμή κατά την οποία οι επαγγελματίες επαναστάτες δεν μπορούν να συγκροτήσουν δομή, δηλαδή τάξη, αλλά μόνο υπερδομή, δηλαδή συνείδηση, εφόσον, όπως έχει γραφτεί στο Μανιφέστο και σε όλα τα ιερά κείμενα των δύο συνεταίρων, η έσχατη τάξη της ιστορίας είναι η εργατική τάξη. Η άφιξη στην εξουσία της σοσιαλιστικής ιντελιγκέντσιας έρχεται να βρει εδώ την τέλεια μυθοποίηση (και δικαιολόγηση) της μέσα στην ιδεολογική βεβαιότητά της, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία τίθενται οι πρακτικές και θεωρητικές βάσεις για τη δράση αυτής καθαυτής της ιντελιγκέντσιας ως πραγματικής κοινωνικής τάξης. Η λεγόμενη «δικτατορία του προλεταριάτου», σαν μια μεταβατική φάση και συνεπώς σαν η θεωρητικοποίηση των δύο χρονικών στιγμών της ιστορικής διαδικασίας –η μία ενεργή (κατάργηση του αστικού κράτους), η άλλη παθητική (εξαφάνιση του προλεταριακού κράτους)– είναι η φυσική λογική κατάληξη των πραγμάτων, που η πλήρης της έκφραση, όπως γνωρίζουν όλοι, εμφανίζεται στο κορυφαίο έργο του λενινιστικού οπορτουνισμού, δηλαδή στο μυθικό και μεταφυσικό Κράτος και Επανάσταση. Είναι εδώ, πράγματι, που ο Λένιν εφαρμόζει καλύτερα από οπουδήποτε αλλού το σχήμα του, δηλαδή την υποταγή του υποκειμενικού στο αντικειμενικό, του βολονταρισμού στον ντετερμινισμό. Το εφαρμόζει υιοθετώντας ακριβώς τη θεμελιώδη μαρξική διάκριση ανάμεσα σε κατάργηση και εξαφάνιση του κράτους, με την έννοια ότι η αταξική κοινωνία, ο κομμουνισμός, δεν πραγματώνεται από το επαναστατικό σχέδιο –αφού αυτό εμποδίζεται από την ανεπανόρθωτη ιεραρχικοποίηση που το διαπερνά– αλλά από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το επαναστατικό σχέδιο τίθεται συνεπώς την υπηρεσία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, εφόσον μονάχα αυτές, σύμφωνα με τους ορθόδοξους μαρξιστικούς κανόνες, μπορούν να οδηγήσουν στην ωρίμανση του κομμουνισμού. Το κράτος, ως τέτοιο, δεν μπορεί να καταργηθεί˙ μπορεί μονάχα να εξαφανιστεί μέσω της συνολικής διαδικασίας της απελευθέρωσης της εργατικής δύναμης και συνεπώς μέσω της εξαφάνισης της εργασίας. Με άλλα λόγια, η εξαφάνιση του κράτους δεν είναι η θεμελιώδης συνθήκη της ανθρώπινης απελευθέρωσης, αλλά το σημείο άφιξης αυτής της ίδιας της απελευθέρωσης. Κοινωνία χωρίς τάξεις, κομμουνισμός, εξαφάνιση του κράτους, είναι προορισμοί πέρα από την επαναστατική διαδικασία, γενικές κατευθυντήριες γραμμές στο εσωτερικό ενός χρόνου που δεν γίνεται πλέον αντιληπτός ιστορικά. Έτσι η ιδεολογία αποκαλύπτεται σαν αυτό που είναι: ένα θεολογικό, χονδροειδές ανακάτωμα, στην υπηρεσία μιας νέας τάξης, δηλαδή αυτής των επαγγελματιών επαναστατών, που από την αρχή έχουν αναλάβει την καθοδήγηση ολόκληρης της επαναστατικής διαδικασίας. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να περάσουμε σε κάποιες γενικές σκέψεις. Η πρώτη, και η πιο σημαντική, αφορά το πραγματικό αντικείμενο ολόκληρης της λενινιστικής «επιστήμης». Το πραγματικό αντικείμενο αυτής της «επιστήμης» είναι ένα και μοναδικό: η κατάκτηση της εξουσίας. Σε αυτόν τον σκοπό πρέπει να υποταχθούν τα πάντα, χωρίς κανένα πρόσκομμα. Για να δικαιολογηθεί η ευκαμψία της λενινιστικής δράσης, της ευφυούς διαπλοκής τακτικής και στρατηγικής σε σχέση με μια συγκεκριμένη κατάσταση, χρειάζεται ακριβώς να είναι πάντοτε παρούσα αυτή η κατηγορική επιταγή: η κατάκτηση της εξουσίας, η οποία συνιστά την πρώτη και πλέον σημαντική συνθήκη της προλεταριακής επανάστασης. Εξ ου και η προλεταριακή επανάσταση είναι πάντοτε, στη λενινιστική θεώρηση, μια πολιτική επανάσταση. Είναι αυτή, συνεπώς, η αληθινή έκφραση του υποκειμενισμού του. Καθώς δέχεται ότι υπάρχει μια (υποτίθεται) αντικειμενική και μιας κατεύθυνσης τάση στην ιστορία υπέρ της πλήρους ανάπτυξης του καπιταλισμού, η πολιτική επανάσταση αποκτά προτεραιότητα έναντι της κοινωνικής επανάστασης (ταξικός αγώνας, εξαφάνιση των τάξεων). Φτάνουμε συνεπώς, και εντελώς λογικά, στην πρώτη στάση αυτού του δρόμου, την οποία μπορούμε να διατυπώσουμε με τα ίδια τα λόγια του Λένιν: κρατικός καπιταλισμός-δικτατορία του προλεταριάτου. Καπιταλισμός, γιατί χρειάζεται να περάσουμε μέσα από αυτό το καθαρτήριο που είχε υποδείξει ο Μαρξ· κρατικός, γιατί η πολιτική επανάσταση προηγείται της κοινωνικής επανάστασης· δικτατορία του προλεταριάτου γιατί αυτή συνιστά τη φάση της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, από το κράτος στην εξαφάνιση του κράτους, από την πολιτική επανάσταση στην κοινωνική επανάσταση, από τον ταξικό αγώνα στην αταξική κοινωνία. Συνεπώς ο λενινιστικός υποκειμενισμός είναι ένας ψευδής υποκειμενισμός, που με τη σειρά του συνεπάγεται έναν ψευδή ρεαλισμό. Ολόκληρη η δημιουργική δράση του λενινισμού, πράγματι, υπόκειται διαρκώς σε μια a priori, υποτίθεται αντικειμενική τάση της ιστορίας. Αυτή του η αντίληψη τον εμποδίζει να έχει μια ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων, αφού η μέθοδος της προσαρμογής σε μια συγκεκριμένη συνθήκη εξυπηρετεί, πάντοτε και μονάχα, τον μετασχηματισμό αυτής της δεδομένης συνθήκης σε μια προϋποτιθέμενη συνθήκη: ο λενινισμός, δηλαδή, είναι ανίατα δογματικός. Με αυτή την έννοια ικανοποιεί εκείνους τους ερμηνευτές του που διεκδικούν την καθολικότητα της μεθόδου του, αφού είναι ακριβώς αυτή η άκαμπτη σχηματοποίησή του –που συνιστά ουσιαστικά την ίδια του τη φύση– η οποία δικαιολογεί την υποτίθεται παντοτινή εφαρμοστικότητά του. Στην πραγματικότητα, η επαναστατική θεωρία του Λένιν αναδείχθηκε στην εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, που ολοκληρώθηκε με τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάρρευση του ευρωκεντρισμού. Όμως ενώ κάτι τέτοιο χρησιμεύει στο να προσδιορίσουμε ιστορικά τον λενινισμό, στο να τον τοποθετήσουμε ιστορικά στο χωροχρονικό του πλαίσιο, δεν βοηθά στην κατανόηση και την ερμηνεία της θεωρητικής του διάρκειας. Έφυγε ο Λένιν αλλά έμεινε ο λενινισμός. Είναι αλήθεια, ότι η λενινιστική επαναστατική θεωρία παρουσιάζεται κυρίως σαν κριτική θεωρία του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, σαν ασιατικοποίηση και ανατολικοποίηση του μαρξισμού, σαν ιδεολογικό και στρατηγικό υπόδειγμα για την επίτευξη της εθνικής ανεξαρτησίας τριτοκοσμικής μορφής, σαν ένα άλμα δηλαδή πάνω από την αστικο-καπιταλιστική φάση και τις αντίστοιχες δημοκρατικο-κοινοβουλευτικές δομές, που θα συμβεί χάρη στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης˙ αλλά είναι αλήθεια, επίσης, ότι η ισχύς της θεωρίας της κατάρρευσης που θα ξεκινήσει από τους πιο αδύναμους κρίκους (στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Ρωσία), εξαρτάται καθαρά από τις συμπτώσεις. Από επιστημονική άποψη, η θεωρία που βλέπει τον πόλεμο για το μοίρασμα των αγορών σαν την αναπόφευκτη έκβαση της αντικειμενικής αδυναμίας του καπιταλισμού να ανεβάσει το επίπεδο ζωής των εργαζόμενων μαζών, διευρύνοντας έτσι την εσωτερική αγορά κάθε χώρας με τέτοιον τρόπο ώστε να καταστεί ικανή να απορροφήσει μια ολοένα και αυξανόμενη παραγωγή, δεν αξίζει την υπερβολική σκέψη που της έχει αφιερωθεί. Πρόκειται, πράγματι, για μια επανάληψη των λαϊκιστικών θεματικών, που είχαν δη βρει την καλύτερη ανασκευή τους στα νεανικά γραπτά του ίδιου του Λένιν. Στην πραγματικότητα, αυτή η θεωρία δεν μπορεί να κατέχει στην επιστημολογική δομή της λενινιστικής σκέψης την ίδια θέση που κατέχει το οργανωτικό τέχνασμα των «επαγγελματιών επαναστατών». Ενώ η θεωρία της κατάρρευσης καταγράφει κάτι που συμβαίνει ανεξάρτητα από την ανθρώπινη θέληση ή έστω σαν αποτέλεσμα μιας μακράς μέσευσης ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα της ιστορικής πραγματικότητας, το οργανωτικό τέχνασμα των «επαγγελματιών επαναστατών» θεωρείται εφαρμόσιμο και δυνάμενο να επαναληφθεί, στον μέγιστο βαθμό, σε κάθε δεδομένη συνθήκη. Η πρώτη, δηλαδή, είναι μια θεωρία συνδεδεμένη με συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, των οποίων είναι μια πιστή έκφραση, ενώ το δεύτερο, αντιθέτως, στερείται αυτού του χρονολογικού βάρους. Με άλλα λόγια, αν και η μεν και το δε παρουσιάζουν την ίδια εξωτερικότητα –οι «επαγγελματίες επαναστάτες» είναι η συνείδηση που έρχεται από τα έξω στην εργατική τάξη, όπως η κατάρρευση του ιμπεριαλισμού και ο πόλεμος είναι γεγονότα τα οποία, αν και ευνοούν την επαναστατική έκρηξη, συμβαίνουν πέρα από τη θέληση και τις δυνατότητες της εργατικής ταξικής πάλης, αφού κι αυτά έρχονται από τα έξω –μόνο η θεωρία του οργανωτικού τεχνάσματος, εφόσον έχει να κάνει άμεσα με τη θέληση, μπορεί να επαναλαμβάνεται αδιακρίτως παντού. Όπως βλέπουμε, ο πυρήνας του λενινισμού είναι πάντοτε ο υποκειμενισμός (τον οποίο όμως έχουμε διακριβώσει ως λανθασμένο βολονταρισμό). Αν, συνεπώς, η θεωρία της οργάνωσης συνιστά την πραγματική ουσία του λενινισμού (το πάθος που θεοποιεί το κόμμα, μέσω της μυθικής βεβαιότητας για το ακατανίκητό του), αν, δηλαδή, είναι αυτή η πραγματική επαναστατική θεωρία του Λένιν, τότε οφείλουμε να πούμε ότι ο λενινισμός είναι ενδογενώς και σε βάθος αυταρχικός. Αυταρχικός όμως όχι με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά με πολύ πιο ουσιαστικό και τρομερό τρόπο, αφού ανατρέχει σε μια ολοκληρωτική αντίληψη για την ίδια την πραγματικότητα. Την ερμηνεία για κάτι τέτοιο νομίζουμε ότι τη δώσαμε προηγουμένως. Δεν πρόκειται, πράγματι, μόνο για μια ακραία ιεραρχική αντίληψη της επαναστατικής οργάνωσης, έτσι όπως ισχυρίζονταν στην εποχή του οι σοσιαλδημοκράτες, οι λουξεμπουργκιστές και οι συμβουλιακοί κομμουνιστές, αλλά για τη θέληση καθυπόταξης, μέσω της επαναστατικής διαδικασίας, ολόκληρης της ιστορικής φάσης, τόσο της παρούσας όσο και της μελλοντικής. Πρόκειται δηλαδή για τον μετασχηματισμό μιας δεδομένης ιστορικής διαδικασίας σε μια προϋποτιθέμενη ιστορική διαδικασία, ξεκινώντας ακριβώς, όπως επισημάναμε προηγουμένως, από μια χεγκελομαρξιστική ιδέα. Στην πραγματικότητα, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την κολοσσιαία αντεπαναστατική ανατροπή που ξεκίνησε ο Λένιν και συνέχισε ο Στάλιν, αν δεν ξεκινήσουμε από αυτή τη διαλεκτική ιδέα, από αυτή τη γιγαντιαία μεταφυσική; Τι ήταν πρώτα η ΝΕΠ και κατόπιν η εξαναγκαστική εκβιομηχάνιση (εξόντωση εκατομμυρίων αγροτών), αν όχι η ενεργοποίηση των μαρξιστικών κειμένων που υποστηρίζουν τον αντικειμενικά επαναστατικό και προωθητικό ρόλο του βιομηχανικού καπιταλισμού και του βιομηχανισμού tout-court, σαν εκείνες τις μοναδικές ιστορικές διαδικασίες που είναι σε θέση να διαμορφώσουν και να ομογενοποιήσουν μια εργατική τάξη η οποία μέχρι τότε, στη Ρωσία, υπήρξε περισσότερο στα κεφάλια των μαρξιστών παρά στην κοινωνική πραγματικότητα; Τι ήταν η σχεδιοποίηση από τα πάνω και η επακόλουθη γραφειοκρατικοποίηση, αν όχι η πραγματοποίηση της μαρξιστικής ντιρεκτίβας –ήδη θεωρητικοποιημένη στο Μανιφέστο– που αναθέτει σαφώς στην οικονομική συγκεντροποίηση το θεμελιώδες καθήκον πραγματοποίησης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μέχρι το σημείο όπου θα είναι δυνατή η απελευθέρωση από τις ανάγκες; Τι ήταν η Κροστάνδη, η εξόντωση των μαχνοβιτών και εκατοντάδων χιλιάδων επαναστατών αν όχι η εφαρμογή, σύμφωνα με την πιο διαυγή χεγκελιανή θεώρηση, μιας διαλεκτικής που επιζητά ένα πανίσχυρο κράτος, αφού, μαζί με την ιδέα περί ξεπεράσματος του καπιταλισμού, υπάρχει η αντίληψη ότι όσο πιο υψηλός και ώριμος είναι ο βαθμός της ανάπτυξής του τόσο πιο ταχεία θα είναι η εξαφάνισή του; Είναι δύσκολο συνεπώς να ανασκευαστεί η ιδέα ότι ο λενινισμός ήταν και είναι η υπέρτατη έκφραση του επαναστατικού ολοκληρωτισμού και γι’ αυτό βρισκόταν και βρίσκεται, προφανώς, σε ριζική και αμείωτη αντίθεση με την επαναστατική αντίληψη των αναρχικών. Διαβάστε περισσότερα...