Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Αλήθεια και Γνώμη - Giorgio Agamben

Bill Traylor, Man with Yoke, 1939-42, part.


Το πανάρχαιο πρόβλημα της σχέσης μεταξύ αλήθειας και γνώμης, ήδη διατυπωμένο από τις απαρχές της δυτικής φιλοσοφίας στο ποίημα του Παρμενίδη, αποκτά σήμερα νέα επικαιρότητα. Είναι πράγματι προφανές ότι η σαφής διάκριση μεταξύ των δύο μορφών γνώσης, την οποία οι αρχαίοι θεωρούσαν δεδομένη, έχει σήμερα εξαλειφθεί πλήρως. Υπάρχουν μόνο γνώμες, οι οποίες αξιώνουν να είναι αληθείς. Συνεπώς καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό να θυμόμαστε ότι η αλήθεια και οι γνώμες κινούνται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Η αλήθεια [verita στα ιταλικά] —την οποία οι Έλληνες αποκαλούσαν αλήθεια, που σημαίνει μη απόκρυψη, φανέρωση— αφορά την ύπαρξη, δηλαδή την εμπειρία ότι κάτι υπήρξε, κάτι που ήταν παραπάνω από  το τίποτα. Η γνώμη (που οι Έλληνες αποκαλούσαν —και εμείς εξακολουθούμε και σήμερα έτσι να αποκαλούμε— δόξα) αφορά τα όντα, τη γνώση ότι τα πράγματα έχουν μια συγκεκριμένη μορφή και όχι κάποια άλλη. Η πρώτη, λέει ο Παρμενίδης, είναι ακίνητη (ατρεμές, αυτό που δεν τρέμει, το ατάραχο), κυκλική και έξω από τον χρόνο,  η δεύτερη μπορεί να είναι ορθή ή εσφαλμένη και, επομένως, μεταβλητή και αβέβαιη.

Είναι λοιπόν κρίσιμο να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ αυτών των δύο μορφών της ανθρώπινης γνώσης. Η πρώτη δεν εγγυάται σε καμία περίπτωση την ορθότητα των γνωμών, αλλά μας παρέχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να τις εξετάσουμε και να αναρωτηθούμε αν είναι σωστές ή λανθασμένες. Όποιος περιορίζεται μόνο στη γνώμη, τείνει, αντιθέτως, να τη θεωρεί εσφαλμένα ορθή. Ενώ η αλήθεια ανοίγει τη δυνατότητα τόσο για μια ορθή όσο και για μια εσφαλμένη γνώμη, η γνώμη το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να επιβεβαιώνει τη δική της αλήθεια. Εξ ου ένα φαινομενικά παράδοξο σύμφωνα με το οποίο η αλήθεια ορίζεται μέσω της πιθανότητας του σφάλλειν, κάτι το οποίο η γνώμη πρέπει με κάθε κόστος να αποκλείσει.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μια κουλτούρα που έχει χάσει τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ αλήθειας και γνώμης παρήγαγε την τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή μια δόξα που επιβεβαιώνει τη δική της αλήθεια χωρίς να μπορεί να τη βιώσει. Πού θα οδηγήσει αυτή η δόξα, που αποκλείει την πιθανότητα σφάλματος, τους ανθρώπους οι οποίοι πιστεύουν ότι μπορούν να τη χρησιμοποιούν, είναι ένα ερώτημα που δεν πρέπει ποτέ να πάψουμε να θέτουμε στον εαυτό μας.

 

13 Ιουλίου 2026


Μια διέξοδος - Giorgio Agamben


Συχνά, στη διάχυτη συνειδητοποίηση ότι βιώνουμε το τέλος ενός πολιτισμού, ανακύπτει η ανάγκη —ή η ελπίδα— για μια νέα αρχή, ότι, δηλαδή, μετά την κατάρρευση μιας μακρόχρονης παράδοσης, αργά ή γρήγορα θα γεννηθεί μια νέα και πιο ζωντανή. Απέναντι σε αυτή την αφελή προσδοκία, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μια νέα αρχή αλλά μια διέξοδο. Αν αποδεχτούμε ότι μια νέα αρχή είναι κάτι το εφικτό, αυτό σημαίνει ότι όλα θα ξανάρχιζαν όπως πρώτα,  ίσως με διαφορετικές ιδέες και σχέδια, αλλά πάντοτε εντός των ορίων μιας ιστορικής εποχής και μιας παράδοσης κατά κάποιο τρόπο ομοιογενών με τις προηγούμενες. Μετά την κατάρρευση της ιστορίας της Δύσης, το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσαμε να θέλουμε είναι μια νέα ιστορική εποχή, αυτό που θέλουμε πρωτίστως είναι να τελειώνουμε με τις εποχές, να βγούμε μια και καλή από αυτές και όχι απλώς να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. Να βγούμε πηγαίνοντας πού; Δεν μπορούμε να το πούμε, αλλά αυτό είναι κάτι καλό, η σιωπή μας είναι πολυτιμότερη από τις φλυαρίες για τα χαρακτηριστικά ενός απίθανου μέλλοντος, που προδίδουν την αλληλεγγύη τους με το παρελθόν επαναλαμβάνοντας τετριμμένες διατυπώσεις όπως «νέο», «μετά» ή «διανθρώπινο». Όπως είπε ο πίθηκος στην «Αναφορά στην Ακαδημία», όταν πλέον είχε μεταμορφωθεί σε κάτι ριζικά διαφορετικό: «Δεν ήθελα την ελευθερία, παρά μόνο μια διέξοδο».

 

6 Ιουλίου 2026

 

Υ.Γ.(του Παναγιώτη Καλαμαρά)Ήμουν στο Παλέρμο με τον Ερρίκο όταν έμαθα για τον θάνατο της Πάολα Ρεβενιώτη. Μια ακόμη απώλεια από το παζλ της κινηματικής μας ζωής των τελευταίων 45 χρόνων, ένας ακόμη ανεπανάληπτος άνθρωπος που δεν θα είναι πια μαζί μας. Την Πάολα τη γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πρώτα μέσα από την εφημερίδα της το «Κράξιμο» και μετά, προσωπικά, στο αναρχικό συνέδριο της Βενετίας το 1984, όπου μαζί με κάποιους άλλους τώρα πια μακαρίτες, όπως ο Μιχάλης Πρωτοψάλτης και ο Γιώργος Γαρμπής, ανοιχτήκαμε στα πελάγη του διεθνούς αναρχισμού. Έκτοτε συναντιόμασταν συχνά και μάλιστα είχαμε συνεργαστεί και στην έκδοση του περιοδικού πλέον «Κράξιμο», για λογαριασμό του οποίου είχε πάρει μερικές από τις ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις ανθρώπων της ενθάδε ριζοσπαστικής κουλτούρας. Τη θυμάμαι με το σκυλάκι της στα Εξάρχεια, στην Αθηνάς όπου τη συναντούσαμε στις νυχτερινές περιπλανήσεις μας στο κέντρο της μητρόπολης, στα πάρτι στον λόφο του Στρέφη στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Με σήμα κατατεθέν την επιθυμία για απολαύσεις ενάντια σε κάθε είδους απαγορεύσεις, σημάδεψε ανεξίτηλα την εναντιωτική σε κάθε κατεστημένο σκέψη, άνοιξε δρόμους που μέχρι τότε ελάχιστα είχαν περπατηθεί. Γειά σου ρε Πάολα, κρίμα που δεν ήπιαμε ξανά έναν καφέ στην πιάτσα Σάντα Μαργκερίτα της Βενετίας, όπως τότε που η ζωή ήταν όλη μπροστά μας, κι εμείς τη ρουφούσαμε με την καυλιάρικη βουλιμία της νεότητας.

 

 

 
 







 

 


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Άνθρωποι και Τουρίστες - Giorgio Agamben


Η λέξη «τουρίστας» [turista στα ιταλικά]εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ιταλικά το 1837, ενώ ο όρος «τουρισμός» [turismo στα ιταλικά] μονάχα το 1907. Η ετυμολογία είναι σαφής: το tour (το «grand tour») ήταν το εκπαιδευτικό ταξίδι που οι ευρωπαίοι αριστοκράτες και διανοούμενοι έκαναν, ξεκινώντας από τον 18ο αιώνα, κυρίως στην Ιταλία, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της τέχνης, τους τρόπους ζωής και την κουλτούρα της. Όπως συμβαίνει συχνά, αυτό που αρχικά αποτελούσε προνόμιο μιας ελίτ, μετατράπηκε, με την πάροδο του χρόνου, σε μαζικό φαινόμενο.

Είναι αξιοσημείωτο ότι πρόδρομος του τουρισμού υπήρξε αναμφίβολα το ταξίδι που έκαναν οι πιστοί για να επισκεφτούν τους ιερούς τόπους της θρησκείας τους: και οι τουρίστες, όπως οι προσκυνητές [pellergrini στα ιταλικά], είναι «peregrini», δηλαδή, σύμφωνα με τη λατινική σημασία του όρου, επί γης ξένοι. Ο τουρισμός είναι το σημάδι μιας αλλαγής εποχής στη σχέση που έχουν οι άνθρωποι με τον τόπο στον οποίο κατοικούν: όπου κι αν βρίσκονται, οι άνθρωποι είναι ξένοι, «έξω» κυρίως από την πόλη στην οποία ζουν. Θυμάμαι πολύ καλά την έκπληξη που ένιωσα πριν από πολλά χρόνια, όταν ζούσα στη Βενετία, συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να ξεχωρίσω τους Βενετσιάνους από τους τουρίστες.

Όμως, δεν άλλαξε μόνο η σχέση των πολιτών με την πόλη τους· άλλαξε, μαζί τους, και η ίδια η πόλη: οι άνθρωποι έγιναν τουρίστες, δηλαδή ξένοι, στον ίδιο βαθμό που ο τόπος στον οποίο κατοικούν (ή, μάλλον, όπου κάποτε κατοικούσαν) φαντάζει πλέον ξένος και αλλότριος. Αν διαβάσει κανείς, όπως έκανα πρόσφατα, την εξαιρετική περιγραφή της Μασσαλίας από τον Joseph Roth το φθινόπωρο του 1925, με τα πυκνά, γεμάτα περιπέτεια σοκάκια της, όπου όλες οι ιστορικές εποχές συνυπήρχαν σε μια έκταση λίγων μόλις χιλιομέτρων και κανείς δεν ένιωθε ξένος, είναι δύσκολο να αποφύγει την πικρή, αμείλικτη διαπίστωση ότι οι πόλεις δεν υφίστανται πια σήμερα: ο τουρισμός μπόρεσε να τις καταστρέψει, επειδή είχαν ήδη πάψει να είναι ζωντανές. Ο υπερτουρισμός δεν ήρθε απέξω, ξεκίνησε μέσα μας, μέσα στις οικείες γειτονιές μας, στις οποίες δεν είμαστε πλέον ικανοί να κατοικήσουμε. Το κατοικείν συνδέεται με το ρήμα έχω (habeo) και υποδηλώνει έναν συγκεκριμένο τρόπο διαβίωσης και ζωής, την ύπαρξη συνηθειών και εθίμων. Κι αν η λέξη «ήθος» στα ελληνικά δηλώνει τον τόπο της συνήθους διαμονής, τότε το κατοικείν αποτελεί την πρωταρχική μορφή της ηθικής. Το γεγονός ότι έχουμε μετατραπεί σε τουρίστες, ότι έχουμε χάσει την ικανότητα να κατοικούμε και ότι είμαστε παντού προσκυνητές και ξένοι, μας αναγκάζει να φανταστούμε εκ νέου μια πιθανή ηθική, να επανεφεύρουμε από τη βάση την ικανότητα της κατοίκησης. Πρόκειται ασφαλώς για ένα δύσκολο εγχείρημα, το οποίο όμως ίσως μας προσφέρει τη μοναδική διέξοδο από τον τουρισμό, ώστε να καταστήσουμε ξανά κατοικήσιμους τον τόπο και τις πόλεις μας.

 

1η Ιουλίου 2026

 

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Λίγες μέρες πριν το ταξίδι στο Παλέρμο με τον Ερρίκο, αυτό το κείμενο του Αγκάμπεν έχει μια ξεχωριστή σημασία για μένα. Κι εγώ, πολλά πολλά χρόνια πριν, ξεκίνησα με ένα ταξίδι στη Ρώμη την περιπλάνησή μου στην Ιταλία, με σκοπό να μάθω την κουλτούρα της, κυρίως την πολιτική, κάτι που κατέστησε αυτή τη χώρα, με το πέρασμα των χρόνων, τη δεύτερη πατρίδα μου. Μια περιπλάνηση στην οποία ποτέ δεν ένιωσα τουρίστας, αλλά, μάλλον, ταξιδιώτης στις πανέμορφες πόλεις της, με τα συντρόφια από τον «χώρο» του κοινωνικού ανταγωνισμού και την πλούσια ανατρεπτική κουλτούρα τους. Στην Ιταλία πήγα με όλους μου τους μεγάλους έρωτες, παραβρέθηκα σε κινηματικά συνέδρια και διαδηλώσεις, διάβασα και μετέφρασα βιβλία και κείμενα του αναρχικού και αυτόνομου «χώρου», είχα ωραίες κουβέντες σε εμβληματικά καφενεία, ανανέωσα τις μπαταρίες μου σε δύσκολες στιγμές της ζωής μου και έκανα σχέδια για το μέλλον. Έχω πάει με όλους τους τρόπους και όλες τις συνθέσεις στην Ιταλία και να τώρα που θα πάω με τον μονάκριβό μου, τον Ερρίκο, θέλοντας να τον βοηθήσω να ανοίξει ένα ακόμη παράθυρο που ελπίζω ότι θα του φανεί χρήσιμο μελλοντικά, ώστε να αντιμετωπίσει με αισιοδοξία και ελπίδα αυτή την ακατανόητη εν τέλει συνθήκη που λέγεται ζωή.