Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΠΑΤΙΣΤΙ: ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ, ΕΚΤΕΘΕΙΜΕΝΕΣ ΣΗΜΕΙΟ ΠΡΟΣ ΣΗΜΕΙΟ

Αυτή η νέα εκδοχή των δικών μας Friendly Asked Questions (FAQ) σχετικά με την υπόθεση Μπατίστι, ήδη διαβασμένες από εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες και αναγνώστριες και μεταφρασμένες σε αρκετές γλώσσες, έρχεται σε μια στιγμή συλλογικής υστερίας, που στην Ιταλία είχαμε να τη δούμε από την εποχή της πλατείας Φοντάνα και την ενοχοποίηση του Πιέτρο Βαλπρέντα. Ο Μπατίστι βρίσκεται εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, κι ενώ γράφουμε αυτά, σε μια βραζιλιάνικη φυλακή [τώρα πια, το 2012, ο Μπατίστι ζει ελεύθερος στη Βραζιλία, μετά την οριστική άρνηση της χώρας να τον εκδώσει στην Ιταλία, σ.τ.Σ.]. Πήρε πολιτικό άσυλο στη Βραζιλία μετά από παρέμβαση του υπουργού δικαιοσύνης Τάρσο Τζένρο, με τη συνυπογραφή του προέδρου Λούλα. Ο ιταλικός τύπος, μπροστά σε μια ουσιαστικά αδιάφορη κοινή γνώμη, προχώρησε στο λυντσάρισμα του Μπατίστι, ο οποίος παρουσιάστηκε σαν το τέρας, ο στυγερός δολοφόνος, ο serial killer. Η Βραζιλία περιγράφεται (για παράδειγμα από τον Φραντσέσκο Μέρλο στη «Repubblica» της 15ης Γενάρη 2009) σαν μια δημοκρατία οπερέτα, κατοικούμενη από έναν πληθυσμό περίπου πιθήκων. Μέχρι ο πρόεδρος της δημοκρατίας Ναπολιτάνο, που δεν διακρίνεται για την κινητικότητά του, κινητοποιήθηκε υπέρ του αιτήματος έκδοσης του εγκληματία του αιώνα. Ακολουθούμενος βεβαίως από το Δημοκρατικό Κόμμα του Βάλτερ Βελτρόνι, σε πλήρη αρμονία με τις πιο αντιδραστικές συνιστώσες της κυβέρνησης και της υποτιθέμενης «αντιπολίτευσης». Πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοια μανία ποτέ δεν επιδείχθηκε απέναντι, για παράδειγμα, στον Ντέλφο Ζόρζι, όταν τον υποπτεύονταν για συναυτουργό στη σφαγή της πλατείας Φοντάνα και είχε διαφύγει στην Ιαπωνία. Για να μη μιλήσουμε για τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, που από τη δεκαετία του ’70 μέχρι την Τζένοβα το 2001, ευθύνονται για τις δολοφονίες πάνω από 100 αγωνιστών της αριστεράς, τα οποία αθωώθηκαν άπαντα από εξυπηρετικούς δικαστές και τους πολιτικούς συνεργούς τους. Ή για τους υπεύθυνους της σφαγής στο Τσιρτσέο, ένας από τους οποίους κατάφερε να μεταναστεύσει με το ιταλικό του διαβατήριο στην τσέπη. Χρειάστηκε να επικαιροποιήσουμε τις FAQ μας, κάτω και από το φως μιας έμμεσης απάντησης του αντιεισαγγελέα του Μιλάνου Αρμάντο Σπατάρο, η οποία εμφανίστηκε στην «Corriere della Sera» στις 23 Γενάρη 2009, στη στήλη των γραμμάτων. Καθώς επίσης και λόγω ενός άρθρου στο οποίο υπήρχε συνέντευξη του μετανιωμένου Πιέτρο Μούτι, μέγιστου κατηγόρου του Μπατίστι («ειδικό στα ταχυδακτυλουργικά κόλπα» προκειμένου να μεταφέρει στους άλλους τις ευθύνες του, τον χαρακτηρίζει μια απόφαση που αναφέρεται παρακάτω· και που να δείτε και τα καλύτερα), δημοσιευμένου στο «Panorama» στις 25 Γενάρη 2009. Πιστεύουμε ότι μια ήρεμη ανάγνωση όσων ακολουθούν θα προκαλέσει, σε όποιον έχει καλή την πίστη, πολλές αμφιβολίες για την πραγματική ενοχή του Μπατίστι. Ωστόσο, εμείς δεν ενδιαφερόμαστε να δείξουμε ότι ο Μπατίστι είναι αθώος. Κυρίως μας ενδιαφέρει να καταγγείλουμε τις διαστρεβλώσεις που προκάλεσε η λεγόμενη «έκτακτη ανάγκη», τη δεκαετία του ’70, στις ιταλικές δικαστικές διαδικασίες, θεμελιωμένες, όπως την εποχή της Ιεράς Εξέτασης, σε «μετανοήσεις», πραγματικές ή ψευδείς [βλ. I. Mereu, Storia dell’intolleranza in Europa. Sorvegliare e punier, l’Inquisizione come modello di violenza legale, Bompiani, 1988. Γιατί συνελήφθη ο Μπατίστι το 1979; Συνελήφθη στο πλαίσιο των συλλήψεων μελών της Αυτόνομης Συλλογικότητας της Μπαρόνα (μια γειτονιά του Μιλάνου) μετά τον φόνο, στις 16 Φλεβάρη 1979, του χρυσοχόου Λουίτζι Πιέτρο Τορετζάνι. Γιατί δολοφονήθηκε ο χρυσοχόος Τορετζάνι; Γιατί, στις 22 Γενάρη 1979, μαζί μ’ έναν γνωστό του επίσης οπλισμένο, σκότωσε τον Οράτσιο Νταϊντόνε, έναν από τους δύο ληστές που εισέβαλαν στο εστιατόριο «Il Transatlantico», στο οποίο διασκέδαζαν με μεγάλη παρέα. Ένας πελάτης, ο Βιντσέντσο Κονσόλι, πέθανε από την ανταλλαγή των πυροβολισμών, ένας άλλος τραυματίστηκε. Αυτός που σκότωσε τον Τορετζάνι ήθελε να χτυπήσει εκείνους, που εκείνη την περίοδο, «απέδιδαν μόνοι τους δικαιοσύνη». Ο Τσέζαρε Μπατίστι συμμετείχε στην έφοδο στο «Transantlantico»; Όχι. Κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Επρόκειτο για ένα επεισόδιο του κοινού ποινικού δικαίου. Ο Τσέζαρε Μπατίστι συμμετείχε στoφόνο του Τορετζάνι; Όχι. Ακόμη και αυτή η υπόθεση –που διατυπώθηκε αρχικά- έπειτα αποκλείστηκε παντελώς. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατον να τον εμπλέξουν, όπως συνέβη αργότερα, στον φόνο του χασάπη Λίνο Σαμπαντίν, που συνέβη την ίδια μέρα, 16 Φλεβάρη 1979, στην περιοχή του Ούντινε, σχεδόν την ίδια ώρα. Ωστόσο υπάρχει η εντύπωση ότι ο Τσέζαρε Μπατίστι τραυμάτισε ένα από τα θετά παιδιά του Τορετζάνι, τον Αλμπέρτο, ο οποίος από τότε έμεινε παράλυτος. Έχει επιβεβαιωθεί ότι ο Αλμπέρτο Τορετζάνι τραυματίστηκε κατά λάθος από τον πατέρα του, στην ανταλλαγή πυροβολισμών με τους επιτιθέμενους. Τα ΜΜΕ επιμένουν να υποδεικνύουν τον Τσέζαρε Μπατίστι σαν τον δολοφόνο του Τορετζάνι, λέγοντας ότι ήταν αυτός που τραυμάτισε τον Αλμπέρτο και τον οδήγησε στην αναπηρική καρέκλα. Ο Αλμπέρτο δεν επανόρθωσε ποτέ, ούτε καν χάριν της ακρίβειας. Ούτε επανόρθωσε ποτέ ο Σπατάρο. Γιατί; Αυτό είναι ανεξήγητο. Οι πραγματικοί δολοφόνοι (Σεμπαστιάνο Μασάλα, Σάντε Φατόνε, Γκαμπριέλε Γκριμάλντι και Τζουζέπε Μεμέο) συνελήφθησαν λίγο μετά την ενέδρα και εξέτισαν ποινές λίγο πολύ μεγάλες. Ο εισαγγελέας Αρμάντο Σπατάρο στην «Corriere della Sera» της 23ης Γενάρη 2008, είπε ότι ο Μπατίστι «καταδίκασε» τον Λουίτζι Πιέτρο Τορετζάνι επειδή αντέδρασε ενόπλως στη ληστεία που υφίστατο ο ίδιος. Και αυτό είναι ανεξήγητο. Η δυναμική των γεγονότων είναι πολύ διαφορετική, ο ίδιος ο Σπατάρο το εξήγησε σε άλλες περιπτώσεις: ο Τορετζάνι και ένας φίλος του άνοιξαν πυρ, με περίστροφο μεγάλου διαμετρήματος, εναντίον εκείνων που λήστευαν το ρεστοράν «Transatlantico» στο οποίο έτρωγαν με φίλους. Γιατί λοιπόν ο Τσέζαρε Μπατίστι συνδέεται με τη δολοφονία Τορετζάνι; Πάνω απ’ όλα γιατί, όπως έχει παραδεχτεί ο ίδιος, συμμετείχε στην ομάδα που ανέλαβε την ευθύνη της ενέργειας, τους Ένοπλους Προλετάριους για τον Κομμουνισμό (ΕΠΚ). Η ίδια ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για τον Σαμπαντίν. Ποιοι ήταν οι ΕΠΚ; Μια από τις πολλές ένοπλες ομάδες που ξεπήδησαν, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70, από το λεγόμενο κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας και αφιερώθηκαν σε εκείνο που αποκαλούνταν «διάχυτη παρανομία»: από «απαλλοτριώσεις» (τράπεζες, σούπερ μάρκετ) μέχρι αντίποινα στις εταιρείες που οργάνωναν τη μαύρη εργασία και, σπανιότερα, μέχρι τραυματισμούς και δολοφονίες. Οι ΕΠΚ έμοιαζαν με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες; Όχι. Όπως όλες οι αυτόνομες ομάδες δεν στόχευαν ούτε στη δημιουργία ενός νέου κομμουνιστικού κόμματος, ούτε στην άμεση ανατροπή της εξουσίας. Προσπαθούσαν κυρίως να αναλάβουν τον έλεγχο του εδάφους, αλλάζοντας τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των υποτελών τάξεων και πιο συγκεκριμένα των νεανικών συνιστωσών τους. Αυτό το σχέδιο, όπως και να το κρίνει κανείς (είναι σαφές ότι δεν λειτούργησε) δεν συμφωνούσε με εκείνο των ΕΤ. Ο εισαγγελέας Σπατάρο είπε ότι οι συμμετέχοντες στους ΕΠΚ δεν ξεπέρασαν τους τριάντα. Τα εντάλματα για συμμετοχή στους ΕΠΚ ήταν τουλάχιστον 60. Στην πλειοψηφία τους αφορούσαν νεαρούς εργάτες. Ακολουθούσαν οι άνεργοι και οι καθηγητές. Οι φοιτητές ήταν μονάχα τρεις. Ωστόσο η υπογραφή ΕΠΚ χρησιμοποιήθηκε και από άλλες ομαδοποιήσεις. Τριάντα ή εξήντα δεν έχει μεγάλη σημασία. Κι όμως έχει. Αλλάζουν οι πιθανότητες συμμετοχής στις γενικές επιλογές της οργάνωσης, όπως επίσης και στις ενέργειες που προκύπτουν από αυτές τις επιλογές. Να έχουμε υπόψη ότι ενώ οι ληστείες που αποδίδονται στους ΕΠΚ είναι δεκάδες, οι φόνοι είναι τέσσερις. Η συμμετοχή σε μια από αυτές γίνεται πολύ λιγότερο πιθανή αν διπλασιαστεί ο αριθμός των συμμετεχόντων. Ο Τσέζαρε Μπατίστι ήταν ο επικεφαλής των ΕΠΚ ή έστω κάποιους από τους αρχηγούς; Όχι. Αυτό είναι ξεκάθαρα μια επινόηση των δημοσιογράφων. Ούτε από τις δίκες ούτε από άλλα στοιχεία προκύπτει ότι μπορεί να θεωρηθεί αρχηγός. Άλλωστε, δεν είχε ένα παρελθόν –ως πρώην κλεφτάκος και συμμορίτης της επαρχίας, χωρίς ιδεολογική παιδεία– που θα του επέτρεπε να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο. Ήταν ένας αγωνιστής ανάμεσα στους πολλούς. Ωστόσο στην προδικαστική διαδικασία ο Μπατίστι θεωρήθηκε σαν ένας από τους «οργανωτές» του φόνου του Τορετζάνι. Δια της επαγωγικής μεθόδου. Σύμφωνα με τον διαχωρισμένο Αρίγκο Καβαλίνα, συμμετείχε σε συνελεύσεις στις οποίες συζητήθηκε μια τέτοια ενέργεια, χωρίς να φέρει αντίρρηση. Μόνο με την είσοδο στη σκηνή του μετανιωμένου Μούτι –αφού ο Μπατίστι, καταδικασμένος σε δωδεκάμισι χρόνια φυλακή, δραπέτευσε από τη φυλακή και διέφυγε στο Μεξικό– οριστικοποιήθηκε η κατηγορία, αλλά για μια ακόμη φορά μέσω της επαγωγικής μεθόδου. Εφόσον ο Μπατίστι κατηγορήθηκε από τον Μούτι ότι είχε παίξει ρόλο στην προετοιμασία του φόνου του Σαμπαντίν και εφόσον οι ενέργειες εναντίον του Τορετζάνι και του Σαμπαντίν εμφορούνταν σαφώς από την ίδια λογική (χτύπημα των καταστηματαρχών που είχαν σκοτώσει ληστές), ιδού, ο Μπατίστι πρέπει αναγκαστικά να είναι ανάμεσα στους «οργανωτές» της ενέδρας στον Τορετζάνι, αν και δεν συμμετείχε προσωπικά. Ωστόσο, από όλα τα εγκλήματα που αποδίδονται στον Μπατίστι, το πιο σοβαρό είναι αυτό της υπόθεσης Τορετζάνι. Ίσως επειδή προσφερόταν για μια πιο «θεαματική» χρήση από τα υπόλοιπα (βλέπε την ενασχόληση των ΜΜΕ με τον Αλμπέρτο Τορετζάνι, ο οποίος δεν είναι ακόμη έτοιμος, για λόγους μπορεί και κατανοητούς, να αποκαλύψει ποιος τον τραυμάτισε). Ή ίσως –δεδομένου ποιος μας κυβερνά και τις δηλώσεις κάνα χρόνο πριν του υπουργού Καστέλι σχετικά με το ζήτημα της αυτοπροστασίας των καταστηματαρχών– επειδή ήταν το επεισόδιο που απηχούσε καλύτερα στον ψυχισμό των ψηφοφόρων των κυβερνώντων κομμάτων. Πάντως, όποιος υπερασπίζεται τον Μπατίστι συχνά παίζει το χαρτί της «συγχρονικότητας» μεταξύ της υπόθεσης Τορετζάνι και αυτής του Σαμπαντίν, ενώ ο Μπατίστι είχε κατηγορηθεί ότι «οργάνωσε» την πρώτη και «εκτέλεσε» τη δεύτερη. Αυτό οφείλεται στην αμφισημία του ίδιου του πρώτου αιτήματος έκδοσης του Μπατίστι (1991), στις αντιφατικές πληροφορίες των εφημερίδων (ο αριθμός και ο χαρακτήρας των αδικημάτων ποικίλλει από έντυπο σε έντυπο) και στη σιωπή όσων γνωρίζουν. Να μην ξεχνάμε ότι ο Αρμάντο Σπατάρο έδωσε λεπτομέρειες για την υπόθεση –πιο σωστά, έναν συγκεκριμένο αριθμό λεπτομερειών– μονάχα μετά την εκστρατεία υπέρ του Μπατίστι, η οποία άρχισε να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθησαν η ανάκριση και η δίκη. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιταλική κυβέρνηση έπρεπε να υποβάλει στις γαλλικές αρχές προκειμένου να αποφασίσουν σχετικά με το νέο αίτημα έκδοσης του Τσέζαρε Μπατίστι, 800 σελίδες ντοκουμέντων. Είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι το δικαστικό υλικό ήταν γεμάτο κενά. Κατά μείζονα λόγο αυτό παρουσίαζε κενά για όποιον ήθελε να εμποδίσει την έκδοση του Μπατίστι. Η συγχρονικότητα ανάμεσα στην υπόθεση Σαμπαντίν και εκείνη του Τορετζάνι αναδεικνύει μια μοναδικού τύπου κατασκευή. Μα έπρεπε να αποδειχτεί ότι ο Μπατίστι συμμετείχε ενεργώς στη δολοφονία του Σαμπαντίν. Αρχικά, ο μετανιωμένος Μούτι κατηγόρησε τον Μπατίστι ότι είχε πυροβολήσει τον χασάπη. Δυστυχώς γι’ αυτόν, ο αγωνιστής των ΕΠΚ Ντιέγκο Τζακομίν διαχωρίστηκε και αποκάλυψε ότι ήταν αυτός που σκότωσε τον μαγαζάτορα. Δεν είπε άλλα ονόματα. Ένας συνένοχος, που δεν τον ανέφερε ο Μούτι, καταδικάστηκε σε ισόβια. Ζει σήμερα στη Γαλλία. Ωστόσο, η δικαστική διαδικασία για τον Τσέζαρε Μπατίστι και τους άλλους κατηγορούμενους της υπόθεσης Τορετζάνι ήταν κανονική. Όχι, δεν ήταν, και είναι πολύ εύκολο να το αποδείξουμε. Γιατί η δικαστική διαδικασία για την υπόθεση Τορετζάνι, που αργότερα συμπεριέλαβε ολόκληρη την ιστορία των ΕΠΚ, δεν ήταν κανονική; Για να ακριβολογήσουμε: δεν ήταν κανονική εκτός αν την εξετάσουμε στο πλαίσιο των παραβιάσεων της νομιμότητας που εισήγαγε η λεγόμενη «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Σύμφωνα με τους όρους της γενικής νομοθεσίας, η διαδικασία παραβιάστηκε κατά τρεις τουλάχιστον τρόπους: με την καταφυγή σε βασανιστήρια για την απόσπαση ομολογιών στη φάση της ανάκρισης [η χρήση των βασανιστηρίων στις ανακρίσεις των τρομοκρατών της αριστεράς στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τη δεκαετία του ’80 τεκμηριώνεται ανάγλυφα στον τόμο Le torture affiorate, σειρά Progetto Memoria, εκδ. Sensibili alle foglie, 1998, σ.τ.Σ.], με τη χρήση καταθέσεων ανηλίκων ή ατόμων με πνευματικές διαταραχές, αλλά και με τον πολλαπλασιασμό των κατηγοριών βάσει των δηλώσεων ενός μετανιωμένου μειωμένης αξιοπιστίας. Αλλά υπήρχαν και άλλοι ελάσσονες τρόποι. Οι δικαστές βασάνισαν τους κατηγορούμενους; Όχι. Ήταν η αστυνομία που τους βασάνισε. Υπήρξαν δεκατρείς καταγγελίες: οκτώ προέρχονταν από τους συλληφθέντες και πέντε από τους συγγενείς τους. Δεν ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ασυνήθιστο σε μια ανάκριση τέτοιου τύπου. Οι δικαστές περιορίστηκαν να ακούσουν τις καταγγελίες και μετά τις αρχειοθέτησαν. Μπορεί να τις αρχειοθέτησαν γιατί δεν επρόκειτο για πραγματικά βασανιστήρια, αλλά για απλές πιέσεις, λιγάκι πιο έντονες, στους κατηγορούμενους. Μια από τις πιο συχνές καταγγελίες ήταν αυτή που αφορούσε τη βίαιη κατάποση νερού από τον ανακρινόμενο μέσω ενός σωλήνα, ενώ ένας αστυνομικός τον χτυπούσε με γονατιές στο στομάχι. Έπειτα όλοι κατήγγειλαν πως αναγκάστηκαν να γδυθούν και μετά τους τύλιξαν με κουβέρτες ώστε να μη μείνουν σημάδια από τα χτυπήματα με γροθιές ή με τα ρόπαλα. Μέχρι που τους έδεσαν σ’ ένα τραπέζι ή σε έναν πάγκο. Το ότι οι δικαστές δεν προχώρησαν στην εξέταση των καταγγελιών μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις πως όλα αυτά συνέβησαν στ’ αλήθεια. Στην πραγματικότητα ο αντιεισαγγελέας Αλφόνσο Μάρα, επιφορτισμένος με τον καθήκον να αναφέρεται στον ανακριτή Μαουρίτσιο Γρίγκο, αφού μετέτρεψε τα αδικήματα των ανδρών της ασφάλειας από «βλάβες» σε «αμυχές» λόγω της απουσίας διαρκών σημαδιών στο σώμα (στην Ιταλία δεν υπήρχε το αδίκημα του βασανισμού και δεν υπάρχει ούτε σήμερα), συμπέρανε ότι ο καταλογισμός των αμυχών δεν μπορούσε να προχωρήσει, δεδομένου ότι οι αστυνομικοί, μοναδικοί μάρτυρες, δεν τις επιβεβαίωναν. Από την πλευρά του ο δικαστής Κοράντο Καρνεβάλι, υπεύθυνος για τη δίκη Τορετζάνι, εισηγήθηκε ότι οι καταγγελίες για βασανιστήρια ήταν μια μέθοδος που υιοθέτησαν οι κατηγορούμενοι για να απονομιμοποιήσουν ολόκληρη την έρευνα. Δεν μας λέει κάτι ότι ο Καρνεβάλι είχε άδικο. Τουλάχιστον ένα επεισόδιο δεν συμφωνεί με τη θέση του. Στις 25 Φλεβάρη 1979, ο κατηγορούμενος Σισίνιο Μπίτι κατήγγειλε στον αντιεισαγγελέα Αρμάντο Σπατάρο τα βασανιστήρια που υπέστη και ανακάλεσε τις ομολογίες που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Ανάμεσα στ’ άλλα, αφηγήθηκε ότι ένας αστυνομικός, χτυπώντας τον με ένα ρόπαλο, του ζήτησε να καταγγείλει κάποιον Άντζελο· αυτόν που κατήγγειλε ήταν ο μοναδικός Άντζελο που γνώριζε, κάποιον Άντζελο Φράνκο. Η ανασκευή του Μπίτι δεν έγινε πιστευτή και ο Άντζελο Φράνκο, ένας εργάτης, συνελήφθη για συμμετοχή στην υπόθεση Τορετζάνι. Μόνο που μερικές μέρες αργότερα υποχρεώθηκαν να τον αφήσουν: με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να είχε συμμετάσχει στην ενέδρα. Συνεπώς η ανασκευή του Μπίτι ήταν ειλικρινής και άρα, κατά πάσα πιθανότητα, και η βία με την οποία είχε αποσπαστεί η ψευδής ομολογία. Ο Σισίνο Μπίτι είχε μόνιμες βλάβες στα τύμπανα των αυτιών του. Μόνος τους τις προκάλεσε; Όμως η κακομεταχείριση στη φάση της ανάκρισης δεν αθωώνει τον Τσέζαρε Μπατίστι. Όχι, όμως δίνει μια ιδέα για το τι τύπου διαδικασία ακολουθήθηκε. Το να την πούμε «κανονική» είναι τουλάχιστον συζητήσιμο. Ανάμεσα στις καταθέσεις εναντίον των κατηγορουμένων φιγουράρει επίσης αυτή μιας δεκαπεντάχρονης, της Ρίτα Βιτράνι, που κλήθηκε να καταθέσει εναντίον του θείου της· οι αντιφάσεις και οι αφέλειες της δεν τους έκανε να σκεφτούν πως ήταν ψυχολογικά ασταθής («στα όρια της τρέλας», δήλωσαν οι πραγματογνώμονες).[Στο «Panorama» της 25ης Γενάρη ο δημοσιογράφος Αμαντόρι, που πήρε συνέντευξη από την οικογένεια, αμφισβήτησε τη σταθερότητα της μνήμης της Ρίτα Βετράνι. Οι αναφορές των πραγματογνωμόνων, ελάχιστα αμφισβητούμενες, υπάρχουν στο βιβλίο L. Grimaldi, Processo all’istruttoria, Milano Libri, Μιλάνο 1981, σ.τ.Σ.]. Υπάρχει επίσης μια άλλη κατάθεση, του Βάλτερ Αντρεάτα, που αμέσως πέφτει σε αντιφάσεις και χαρακτηρίστηκε «ανισόρροπος» και θύμα μιας βαριάς καταθλιπτικής κρίσης από αυτούς τους ίδιους του πραγματογνώμονες του δικαστηρίου. Αναγνωρίζοντας το ασταθές πλαίσιο της έρευνας, πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη ότι ο Τσέζαρε Μπατίστι δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του. Περίπου μια παραδοχή της ενοχής, ακόμη κι αν, πριν σιωπήσει, δήλωσε αθώος. Μπορεί σήμερα να φαίνεται έτσι, αλλά όχι τότε. Και μάλιστα αληθεύει ακριβώς το αντίθετο. Εκείνη την εποχή, οι αγωνιστές των ένοπλων ομάδων, όταν συλλαμβάνονταν δήλωναν πολιτικοί κρατούμενοι και αρνούνταν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους γιατί δεν αναγνώριζαν την «αστική δικαιοσύνη». Ο Μπατίστι αρνήθηκε γιατί όπως δήλωσε αμφισβητούσε την αξιοπιστία της διαδικασίας. Αν αφήσουμε στην άκρη τις βιαιότητες και τις ελάχιστα αξιόπιστες καταθέσεις κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, η δίκη διεξήχθη δίκαια. Όχι ακριβώς. Κατηγορούμενοι για ελάσσονα αδικήματα έλαβαν δυσανάλογα βαριές ποινές. Ο ήδη αναφερμένος Μπίτι, αν και αθωώθηκε για κάθε αδίκημα, καταδικάστηκε σε τρεισήμισι χρόνια φυλακή επειδή τον άκουσαν να επιδοκιμάζει, σε δημόσιο χώρο, την ενέργεια εναντίον του Τορετζάνι. Υπέπεσε στη λεγόμενη «ηθική συνέργεια» σε φόνο, κατηγορία άμεσα προερχόμενη από την Ιερά Εξέταση. Ο ήδη αναφερμένος Άντζελο Φράνκο, λίγες μέρες μετά την απελευθέρωσή του, συνελήφθη εκ νέου, αυτή τη φορά για ένοπλη οργάνωση και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλακή. Και αυτό παρά την απουσία άλλων αδικημάτων, μόνο και μόνο γιατί σύχναζε στην αυτόνομη συλλογικότητα της Μπαρόνα. Σύμφωνα με τον Λουτσάνο Βιολάντε, μια κάποια «σκληρότητα» ήταν απαραίτητη προκειμένου να σβήσει η τρομοκρατία. Και ο Αρμάντο Σπατάρο υποστηρίζει ότι, για αυτόν τον σκοπό, ο επιβαρυντικός όρος περί «τρομοκρατικής σκοπιμότητας», που διπλασίαζε τις ποινές, αποδείχθηκε ένα αποφασιστικό όπλο. Κατέστρεψε επίσης τις ζωές πολλών νέων ανθρώπων, συλληφθέντων με κατηγορίες που επρόκειτο να επιβαρυνθούν εκθετικά κατά τη διάρκεια της κράτησης, παρά την απουσία αιματηρών γεγονότων. Αυτό δεν ισχύει για τον Τσέζαρε Μπατίστι, καταδικασμένο σε ισόβια για συμμετοχή σε δύο φόνους και φυσική αυτουργία σε άλλους δύο. Για τις υποθέσεις Τορετζάνι και Σαμπαντίν τα είπαμε. Πάμε τώρα στις υποθέσεις Σαντόρο και Καμπάνια. Ο Μούτι κατηγόρησε τον Μπατίστι σαν τον δολοφόνο του Σαντόρο, αλλά μετά το αποδεικτικό υλικό τον υποχρέωσε να παραδεχτεί ότι ήταν αυτός ο δολοφόνος. Η δολοφονία του αστυνομικού Καμπάνια συνέβη μετά τη διάλυση των ΕΠΚ και την πραγματοποίησε μια ομαδούλα γειτονιάς. Ο δολοφόνος λέγεται Τζουζέπε Μεμέο, ομολόγησε ο ίδιος. Πυροβόλησε με το ίδιο πιστόλι που σκότωσε τον Τορετζάνι. Ο Μούτι τα λέει για να τα πει. Ο Μεμέο είχε έναν ξανθό συνεργάτη, ψηλό, γύρω στο 1.90. Ο Μπατίστι; Θα αναφερθούμε σε αυτό σε λίγο. Στο τέλος της εκδίκασης σε πρώτο βαθμό της υπόθεσης ο Μπατίστι, συλληφθείς αρχικά για ελάσσονα αδικήματα (κατοχή όπλων, που άλλωστε, όπως απεδείχθη, δεν πυροβόλησαν ποτέ), βρέθηκε καταδικασμένος σε δωδεκάμισι χρόνια φυλακή. Η καταδίκη σε ισόβια ήρθε πέντε χρόνια μετά την απόδραση του από τη φυλακή. Αλλά εδώ ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τους «μετανιωμένους» και, κυρίως, για τον βασικό μετανιωμένο που τον κατηγόρησε. Μετά θα εξετάσουμε τα τρία άλλα αδικήματα. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είναι ένας «μετανιωμένος». Αν αναφερόμαστε στις ομάδες της άκρας αριστεράς, έτσι αποκαλούνται εκείνοι οι κατηγορούμενοι για αδικήματα σχετιζόμενα με τις ένοπλες ομάδες, οι οποίοι, ως αντάλλαγμα τη μείωση των ποινών τους, απαρνήθηκαν την εμπειρία τους και δέχτηκαν να καταγγείλουν τους συντρόφους τους, συμβάλλοντας στη σύλληψή τους και στη διάλυση της οργάνωσης. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο υπήρχε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αλλά καθιερώθηκε στο δικαιικό σύστημα πρώτα με τον «νόμο Κοσίγκα» της 6.1.1980, ν. 15, κι έπειτα με τον «νόμο για τους μετανιωμένους» της 29.5.1982, ν. 304. Δείχνει τους εγγενείς κινδύνους αυτού του μηχανισμού του είτε πριν είτε μετά από αυτές τις ημερομηνίες. Ποιοι είναι αυτοί οι «κίνδυνοι»; Η λογική του νόμου είναι ότι ο «μετανιωμένος» μπορούσε να υπολογίζει σε τόσο μεγαλύτερη μείωση της ποινής του όσο πιο υψηλός ήταν ο αριθμός των ατόμων που κατήγγειλε· αυτός, όταν εξαντλούνταν το απόθεμα των πληροφοριών που κατείχε, ωθούνταν να περάσει σε εικασίες και κουβέντες που είχε ακούσει εδώ και εκεί. Επιπλέον, η αναδρομικότητα του νόμου προέτρεπε σε καταδόσεις χωρίς διακρίσεις ακόμη και αν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τα γεγονότα, όταν τώρα πια ήταν αδύνατον να υπάρξουν υλικές επαληθεύσεις. Υπάρχουν παραδείγματα αυτών των χείριστων αποτελεσμάτων; Η πιο κραυγαλέα περίπτωση ήταν αυτή του Κάρλο Φιορόνι ο οποίος, απειλούμενος με ισόβια λόγω της κατακράτησης των λύτρων για έναν φίλο του που πέθανε κατά τη διάρκεια της ενέργειας, κατηγόρησε για συνενοχή τον Τόνι Νέγκρι, τον Ορέστε Σκαλτσόνε και άλλες προσωπικότητες της οργάνωσης Εργατική Εξουσία, μειώνοντας την ποινή του. Αλλά και άλλοι μετανιωμένοι, όπως ο Μάρκο Μπαρμπόνε (σήμερα συνεργάτης εφημερίδων της δεξιάς), ο Αντόνιο Σαβάστα, ο Πιέτρο Μούτι, ο Μικέλε Βισκάρντι κ.α, συνέχισαν για χρόνια να σκαλίζουν τη μνήμη τους και να δίνουν ονόματα. Κάθε καταγγελία ακολουθούσαν συλλήψεις, σε τέτοιο βαθμό που η κράτηση έγινε όπλο πίεσης για να υπάρξουν περαιτέρω μετάνοιες. Δυστυχώς αυτό θα προκαλέσει σκάνδαλο μόνο σε δεύτερο χρόνο, όταν η λογική της μετάνοιας, εφαρμοσμένη στην κοινή εγκληματικότητα, είχε ως αποτέλεσμα την υπόθεση Τόρτορα και άλλες λιγότερο γνωστές. Ο Πιέτρο Μούτι ήταν ο κύριος κατήγορος του Τσέζαρε Μπατίστι. Γιατί; Ήταν, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία του, ο ιδρυτής των ΕΠΚ. Θα φιγουράρει ανάμεσα στους κατηγορούμενος για την υπόθεση Τορετζάνι αν και φυγόδικος, και η κατηγορούσα αρχή θα ζητήσει γι’ αυτόν καταδίκη 8 ετών. Συνελήφθη το 1982 (αφότου είχε ήδη δραπετεύσει ο Μπατίστι), μετά τη διαφυγή από τη φυλακή του Ροβίγκο, στις 4 Γενάρη εκείνης της χρονιάς, μερικών αγωνιστριών της Πρώτης Γραμμής. Ο Μούτι ήταν ανάμεσα στους οργανωτές της απόδρασης. Ήταν στο ίδιο κελί με τον Μπατίστι, όταν αμφότεροι βρίσκονταν στη φυλακή για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου και υπεύθυνος για την πολιτικοποίησή του (έναν ρόλο που περιέργως διεκδίκησε ο διαχωρισμένος Αρίγκο Καβαλίνα). Για ποια αδικήματα ο Μούτι, μόλις μετάνιωσε, κατηγόρησε τον Μπατίστι; Αφήνοντας στην άκρη κάποια ελάσσονα αδικήματα, για τρεις δολοφονίες. Ο Μπατίστι (με έναν συνεργό και τον ίδιο τον Μούτι, που αρχικά προσπάθησε να αρνηθεί την παρουσία του) σκότωσε ο ίδιος, στις 6 Ιούνη 1978, τον ανθυπασπιστή των συνοδών μεταφοράς κρατουμένων Αντόνιο Σαντόρο, που οι ΕΠΚ κατηγορούσαν για κακομεταχείριση των κρατουμένων. Ότι σκότωσε ο ίδιος στο Μιλάνο, στις 19 Απρίλη 1979, το στέλεχος των Digos Αντρέα Καμπάνια, που είχε συμμετάσχει άμεσα στις συλλήψεις σχετικά με την υπόθεση Τορετζάνι. Μεταξύ των δύο αδικημάτων είχε συμμετάσχει, χωρίς να πυροβολήσει άμεσα αλλά έχοντας, ωστόσο, ρόλο κάλυψης, στον ήδη αναφερθέντα φόνο του χασάπη Λίνο Σαμπαντίν. Θα συζητήσουμε για όλα αυτά. Ο φόνος του Σαμπαντίν είναι μια υπόθεση για την οποία γίνεται η μεγαλύτερη κουβέντα. Σε μια συνέντευξη στην ομάδα της γαλλικής ακροδεξιάς «Block Identitaire» ο γιός του Λίνο Σαμπαντίν, Αντριάνο, δήλωσε ότι οι δολοφόνοι του πατέρα του ήταν συνεργάτες του ληστή τον οποίο εκείνοι είχαν σκοτώσει. Ή η απάντησή του μεταφράστηκε λάθος ή είπε κάτι το οποίο δεν προκύπτει από πουθενά. Καλύτερα να αφήσουμε στην άκρη τις δηλώσεις συγγενών των θυμάτων, των οποίων η λειτουργία, στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων χρόνων, ήταν ουσιαστικά θεαματική. Ο Τσέζαρε Μπατίστι είναι ένοχος ή αθώος για τους τρεις φόνους για τους οποίους τον κατηγορεί ο Μούτι; Αυτός δηλώνει αθώος, ακόμη κι αν έκανε λάθος επιλογή ως προς τη βία στην οποία, ενεπλάκη τόσο αυτός όσο και τόσοι άλλοι νέοι. Ωστόσο εδώ το ζήτημα δεν είναι να αποδείξουμε την αθωότητα ή όχι του Μπατίστι. Είναι αντιθέτως το να δούμε κατά πόσο η ενοχή του αποδείχτηκε ποτέ πραγματικά, ή κατά πόσο, προκειμένου να αποδειχτεί κάτι τέτοιο, η δικαστική διαδικασία που οδήγησε στη καταδίκη του μπορεί να θεωρηθεί ορθή. Σε αντίθετη περίπτωση δεν εξηγείται η οργή με την οποία η ιταλική κυβέρνηση, με την υποστήριξη διαπρεπών ονομάτων της αντιπολίτευσης, προσπάθησε να εκδοθεί ο Μπατίστι πρώτα από τη Γαλλία και μετά από τη Βραζιλία. Πέρα από τις καταγγελίες του Μούτι, υπάρχουν άλλες αποδείξεις σε βάρος του Μπατίστι για τις υποθέσεις Σαντόρο, Σαμπαντίν (ακόμη και σε ρόλο κάλυψης) και Καμπάνια; Όχι. Όταν οι δικαστές μιλούν σήμερα για «αποδείξεις», αναφέρονται στη διασταύρωση στοιχείων που έκαναν οι ίδιοι από τις δηλώσεις των διάφορων μετανιωμένων (του Μούτι και άλλων λιγότερο σημαντικών) και τις ενδείξεις που έδωσαν άμεσα οι «διαχωρισμένοι» τύπου Καβαλίνα. Ο Αρμάντο Σπατάρο συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι υπάρχουν επαληθευμένες αποδείξεις. Συνεχίζει να λέει κάτι τέτοιο, αλλά δεν τις παρουσιάζει ποτέ αυτές τις αποδείξεις . Τι εννοείται με τον «διαχωρισμένο»; Είναι αυτός που παίρνει τις αποστάσεις του από την ένοπλη οργάνωση στην οποία συμμετείχε και ομολογεί αδικήματα που τον αφορούν, χωρίς όμως να κατηγορήσει άλλους. Αυτό σημαίνει μια μείωση της ποινής, προφανώς μικρότερη από τη μείωση που αφορά έναν μετανιωμένο. Με ποια έννοια ένας μετανιωμένος μπορεί να δώσει έμμεσα ενδείξεις; Για παράδειγμα αν βεβαιώσει ότι δεν συμμετείχε σε μια συνέλευση γιατί ήταν αντίθετος σε μια δεδομένη ενέργεια που σχεδιαζόταν εκεί, χωρίς όμως να λέει ποιοι παρευρίσκονταν. Αν στο μεταξύ ένας μετανιωμένος πει ότι συμμετείχε ο Χ σε εκείνη τη συνέλευση, τότε αυτομάτως ο Χ γίνεται ένας από τους οργανωτές. Τι είναι αυτό που δεν ισχύει σε αυτή τη λογική; Το γεγονός ότι είτε η άμεση κατηγορία του μετανιωμένου είτε οι ενδείξεις του διαχωρισμένου, προέρχονται από υποκείμενα δελεασμένα από την υπόσχεση ελάφρυνσης της δικής τους ποινής. Η άποψή τους, αν λείπουν οι επαληθεύσεις, γίνεται δεκτή από τον δικαστή, που την επιλέγει ανάμεσα σε διάφορες άλλες πιθανότητες. Επιπλέον είναι ο μετανιωμένος, δηλαδή εκείνος που έχει το μεγαλύτερο κίνητρο, που παίζει τον καθοριστικό ρόλο. Όλα αυτά σε άλλες χώρες (μη ολοκληρωτικές) θα γίνονταν αποδεκτά στην ανακριτική διαδικασία και στη φάση της αρχικής συζήτησης με τον κατηγορούμενο. Ποτέ δεν θα γίνονταν αποδεκτά με αξία αποδεικτική στη φάση της δίκης. Στην Ιταλία όμως αυτό είναι που συνέβη. Στην υπόθεση Μπατίστι έλειπαν άλλες επαληθεύσεις; Υπήρξαν απλώς κάποιες καταθέσεις που ο ίδιος ο δικαστής Αρμάντο Σπατάρο δεν θεώρησε σημαντικές. Ωστόσο λέγεται ότι «οι εξομολογήσεις του Μούτι (…) επιβεβαιώνονται από πολλές μαρτυρίες και περαιτέρω δηλώσεις άλλων πρώην τρομοκρατών» («Il Corriere della Sera», 23 Γενάρη 2009). Πρόκειται πάντοτε για τους Μούτι και Καβαλίνα. Όσον αφορά τις καταθέσεις, αρκεί να πούμε ότι ο αυτουργός του φόνου του Σαντόρο είχε μούσι (και εδώ ο Μούτι μιλά για ένα μούσι ψεύτικο), ήταν ξανθός (ο Μπατίστι μπορεί να είχε βάψει τα μαλλιά του) και ήταν ψηλός, κοντά 1.90 (αυτό πια πάει πολύ: ο Μπατίστι είναι ελάχιστα ψηλότερος από το 1.60). Ώστε ο μετανιωμένος Πιέτρο Μούτι δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αξιόπιστος; Υπάρχουν λόγοι που μπορούν να τον εντάξουν στον μηχανισμό «όσα περισσότερο πεις τόσο λιγότερο θα μείνεις στη φυλακή»; Αυτό προκύπτει από τη διαδικασία που κατέληξε στην οριστική ποινή του από τον Άρειο Πάγο το 1993. Διαβάζουμε: «Αυτός ο μετανιωμένος είναι ειδικός στα ταχυδακτυλουργικά κόλπα σε βάρος των διαφόρων συνεργών του, όπως όταν ενέπλεξε τον Μπατίστι στη ληστεία της οδού Φούλβιο Τέστι για να σώσει τον Φαλκόνε (…) ή ακόμη όταν έβαλε τον Λαβάτζα και τον Μπεργκαμίν στη θέση του Μάρκο Μασάλα σε δύο ληστείες στη Βερόνα». Και πιο κάτω: «Άλλωστε, ο Πιέτρο Μούτι χρησιμοποιεί το όπλο του ψεύδους και προς όφελός του, όταν αρνείται πως είχε συμμετάσχει, όντας κάτοχος οπλισμού, στον τραυματισμό του Ροσανίγκο ή στη δολοφονία Σαντόρο· για την οποία άλλωστε κατηγορήθηκε από την ασφάλεια του Μιλάνου και τους καραμπινιέρους του Ούντινε. Να γιατί η ομολογία του δεν μπορεί να θεωρηθεί αυθόρμητη». Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο Μούτι, ένοχος για φόνους και ληστείες, πέρασε μόνο οκτώ χρόνια στη φυλακή. Ένα πλεονέκτημα που μοιράστηκε με τον αυτουργό της δολοφονίας του Βάλτερ Τομπάτζι (και σε εκείνη την περίπτωση, για την οποία υπάρχουν πολλές αμφιβολίες, ο ανακριτής ήταν ο Αρμάντο Σπατάρο) με τον πολυδολοφόνο Μικέλε Βισκάρντι και πολλούς άλλους μετανιωμένους. Υπάρχουν άλλοι λόγοι για να αμφιβάλουμε για την ειλικρίνεια του Μούτι; Ναι, οι κατηγορίες του Πιέτρο Μούτι δεν αφορούσαν μόνο τον Μπατίστι και τους ΕΠΚ, αλλά στράφηκαν παντού, ακόμη και στις πιο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πλέον διαβόητη αφορά την PLO του Γιάσερ Αραφάτ, η οποία θα προμήθευε όπλα στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Μούτι «τρία ντουφέκια ΑΚ47, 20 χειροβομβίδες χειρός, δύο πολυβόλα FAL, τρία περίστροφα, μια καραμπίνα με διόπτρα, 30 κιλά εκρηκτικά και 10.000 πυροκροτητές» (όχι και πολλά πράγματα, πέρα από τον αριθμό των πυροκροτητών· το μόνο που λείπει είναι ότι ο Αραφάτ του παρέδωσε ένα πιστόλι πεπιεσμένου αέρα). Ο εισαγγελέας Κάρλο Μαστελόνι θα προσθέσει, στη βάση αυτής της πολύτιμης αποκάλυψης, έναν φάκελο για την «βενετσιάνικη έρευνά» του σχετικά με τις σχέσεις ιταλών και παλαιστινίων τρομοκρατών, και θα φτάσει να καλέσει για ανάκριση μέχρι και τον ίδιο τον Γιάσερ Αραφάτ. Στη συνέχεια αναγκάστηκε να βάλει στο αρχείο ολόκληρη την υπόθεση, αφού ο μεν Αραφάτ δεν εμφανίστηκε τα δε υπόλοιπα στοιχεία ξεφούσκωσαν. Σε τι έχουν να κάνουν τα παραπάνω με τα όπλα που προέρχονταν από το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, τα οποία παζάρευε το 1979 ο Μαουρίτσιο Φολίνι, τον οποίο ο Αρμάντο Σπατάρο λέει ότι ήταν μέλος των ΕΠΚ; Αυτός ο Φολίνι ήταν έμπορος όπλων και, σύμφωνα με μερικούς, σοβιετικός κατάσκοπος. Μπήκε στον χορό από τον Μούτι, αλλά σχετικά με άλλες ομάδες, θολώνοντας μάλλον τα νερά. Πόσο μάλλον που οι αποκαλύψεις του Μούτι άρχισαν να τείνουν στο παραλήρημα. Ο Μούτι δεν ήταν αξιόπιστος σε άλλες έρευνες, όμως τίποτα δεν μας λέει πως, τουλάχιστον σχετικά με τους ΕΠΚ, δεν είπε την αλήθεια. Τίποτα δεν μας το λέει, πράγματι, εκτός από μια λεπτομέρεια. Το 1993 ο Άρειος Πάγος αθώωσε έναν συγκατηγορούμενο του Μπατίστι (στην υπόθεση Σαντόρο), τον οποίο επίσης είχε κατηγορήσει ο Μούτι. Μιλάμε για το 1993. Για δέκα χρόνια οι δικαστές είχαν πιστέψει τις κατηγορίες ενός μετανιωμένου. Αυτό τα λέει όλα. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του Τσέζαρε Μπατίστι χαρακτηρίστηκε από ανωμαλίες και βασίστηκε σε ελάχιστα αξιόπιστες καταθέσεις μετανιωμένων, είναι σίγουρο ότι ο Μπατίστι μπορούσε να υπερασπίσει τον εαυτό του στους επόμενους δικαστικούς βαθμούς. Δεν είναι έτσι, τουλάχιστον όσον αφορά την έφεση του 1986, που άλλαξε την απόφαση σε πρώτο βαθμό και τον καταδίκασε σε ισόβια. Τότε ο Μπατίστι βρισκόταν στο Μεξικό και αγνοούσε ότι συνέβαινε σε βάρος του στην Ιταλία. Ο δικαστής Αρμάντο Σπατάρο είπε ότι ήταν ζήτημα του Μπατίστι που δεν υπεράσπισε τον εαυτό του σε όλους τους βαθμούς της δικαστικής κρίσης, αφού κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας δεν συμμετείχε στις διαδικασίες της ιταλικής δικαιοσύνης, ενώ θα μπορούσε να το κάνω μέσω δικηγόρου που θα είχε ορίσει ο ίδιος. Αυτό ισχύει μόνο για την περίοδο κατά την οποία ο Μπατίστι βρισκόταν στη Γαλλία και ουσιαστικά ισχύει για τη διαδικασία στον Άρειο Πάγο που συνέβη το 1991. Δεν ισχύει για τη δίκη το 1986, που κατέληξε στην ποινή που αναφέραμε στις 24 του Ιούνη εκείνης της χρονιάς. Εκείνη την εποχή ο Μπατίστι δεν είχε επαφή με τον δικηγόρο του, τον οποίο πλήρωνε η οικογένειά του, ούτε άλλωστε με την ίδια την οικογένειά του. Αυτό το λέει ο ίδιος. Το λέει επίσης ο δικηγόρος Τζουζέπε Πελάτσα από το Μιλάνο, ο οποίος είχε αναλάβει την υπεράσπισή του, αλλά το λέει και η οικογένειά του. Αλλά βεβαίως πρόκειται για μερικές μαρτυρίες. Παραμένει το γεγονός ότι ο Μπατίστι δεν είχε καμία απευθείας αντιπαράθεση με τον μετανιωμένο Μούτι που τον κατηγόρησε. Διέφυγε από τη φυλάκιση, σύμφωνοι˙ όμως παραμένει το αντικειμενικό γεγονός ότι δεν μπορούσε να παρέμβει σε μια διαδικασία που μετέτρεψε την ποινή του από δώδεκα χρόνια φυλακή σε δύο φορές ισόβια (κανείς άλλος κατηγορούμενος σε αυτή τη δίκη δεν είχε παρόμοια καταδίκη, συμπεριλαμβανομένων των δολοφόνων του Τορετζάνι), ενώ του αποδόθηκε η φυσική αυτουργία σε δύο φόνους, η συμμετοχή σε άλλες δύο, κάποιοι τραυματισμοί και καμιά εβδομηνταριά ληστείες (δηλαδή ολόκληρη η δραστηριότητα των ΕΠΚ). Αυτό ήταν και είναι αποδεκτό για την ιταλική νομοθεσία, αλλά δεν είναι για τη νομοθεσία άλλων χωρών που, εμποδίζοντας την καταδίκη ερήμην, επιβάλλει την επανάληψη της δίκης όταν συλληφθεί ο φυγόδικος. Όμως ο Μπατίστι υπέγραψε το πληρεξούσιο που ανέθετε την υπόθεσή του στους δικηγόρους του, οι οποίοι τον εκπροσώπησαν ενώ αυτός φυγοδικούσε. Φάνηκε ευρέως, ακόμη και από εμπειρογνώμονες που επιλέχθηκαν από το παρισινό δικαστήριο, ότι η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε (έστω και για καλό σκοπό). Το πληρεξούσιο συντάχθηκε το 1981 και είχε κενό στη θέση της υπογραφής. Ο Μπατίστι υποστηρίζει την αθωότητά του, πέρα από ελάσσονα περιστατικά που αποδίδονται στους ΕΠΚ, χωρίς να παρουσιάζει κάποια απόδειξη. Μα ο Μπατίστι δεν οφείλει να αποδείξει τίποτα! Η υποχρέωση της απόδειξης βαρύνει αυτούς που τον κατηγορούν. Όσον αφορά την ουσία της ερώτησης, ας προσπαθήσουμε να ανακεφαλαιώσουμε: 1) έχουμε μια δικαστική έρευνα που περιλαμβάνει ομολογίες αποσπασμένες με βίαιες μεθόδους˙ 2) έχουμε μια σειρά καταθέσεων από άτομα ανίκανα για κάτι τέτοιο είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω νοητικής κατάστασης˙ 3) έχουμε μια ποινή υπερβολικά αυστηρή˙ 4) έχουμε μια επιβάρυνση αυτής της ποινής, που οφείλεται στην καθυστερημένη εμφάνιση ενός «μετανιωμένου», ο οποίος προβαίνει σε κατηγορίες ολοένα και περισσότερο σοβαρές και γενικευμένες. Και όλα αυτά σε ένα κανονιστικό πλαίσιο επιβαρυντικό και με στόχο την ταχεία κατάπνιξη μιας κοινωνικής αναταραχής ευρέως φάσματος, που ξεπερνούσε τις ατομικές περιπτώσεις. Αυτό δεν ακυρώνει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της αριστεράς υποστήριξε έναν δικαστή όπως ο Αρμάντο Σπατάρο, όπως και την έκδοση και του Μπατίστι. Αυτό είναι πρόβλημα της αριστεράς. Ισχύει άλλωστε και για άλλους δικαστές, όχι μόνο για τον Σπατάρο, οι οποίοι ήταν ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της καταστολής των κινημάτων τη δεκαετία του ’70 και τα πρώτα χρόνια αυτής του ’80, αρκεί να σκεφτούμε τις υποθέσεις του Αντριάνο Σόφρι και της Σίλβια Μπαραλντίνι. Φανταζόμαστε –ή μάλλον ελπίζουμε– πως ουκ ολίγοι εκπρόσωποι της «αριστεράς» (ας την πούμε έτσι) θα έμεναν ολίγον τι συγχυσμένοι αν γνώριζαν όλα αυτά. Για να μη μιλήσουμε για την «ξαφνική αδιαθεσία» στην οποία απέδωσε τον θάνατο του Τζουζέπε Πινέλι ο Τζεράρντο ντ’Αμπρόζιο. Ή για τον εξοστρακισμό της σφαίρας που σκότωσε τον Κάρλο Τζουλιάνι πάνω σε μια ιπτάμενη πέτρα. Η δυσφήμηση των δικαστών έχει σαν αντίβαρο τον καθαγιασμό τους. Να σημειώσουμε ότι ο Τσέζαρε Μπατίστι δεν έδειξε ποτέ σημάδια μετάνοιας. Το σύγχρονο δίκαιο –το έχουμε ήδη πει– καταστέλλει την παράνομη συμπεριφορά και αγνοεί τις ατομική συνείδηση. Αξιώνει κάθε είδους μετάνοια, όπως ο Τορκουεμάδα ή ο Βισίνσκι. Η απόρριψη εκ μέρους του Μπατίστι της υπόθεσης του ένοπλου αγώνα παρουσιάζεται στα μυθιστορήματά του Le cargo sentimental και Ma cavale, που δεν έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά. Όντας συγγραφέας, εκφράζεται μέσω της συγγραφής. Ενθουσιάστηκε όταν, στη Γαλλία, αφέθηκε προς στιγμή ελεύθερος. Θα το έκανε οποιοσδήποτε. Σαν τέλειος κακός, διέφυγε την έκδοση και πήγε στη Βραζιλία, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ ζει στην Κοπακαμπάνα. Όποιος γνωρίζει την Κοπακαμπάνα, ξέρει ότι πέρα από την παραλία και τα ξενοδοχεία, υπάρχουν λαϊκές γειτονιές. Εκεί μένει ο Μπατίστι. Αλλά επιτέλους τέλος με αυτές τις μαλακίες. Ο Μπατίστι ήταν ότι γουστάρετε, εκτός από ένα πράγμα: δεν υπήρξε ποτέ πλούσιος. Δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής στα σαλόνια όπως λένε τα παραμύθια του «Panorama». Ήταν θυρωρός της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε. Πήγαινε μια στις τόσες για καφέ στο μπαρ που είχαν μετανάστες κάτω από το σπίτι του. Ο Αρμάντο Σπατάρο λέει, στο άρθρο της εφημερίδας στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, ότι ο Μπατίστι δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός εγκληματίας, αλλά ένας εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου, με ροπή στο χρήμα. Ο Σπατάρο αναφέρεται στη διαδρομή του Μπατίστι πριν την πολιτικοποίησή του, όταν ήταν ένας απλός παράνομος της επαρχίας. Καμία από τις ενέργειες που του αποδίδονται σαν «τρομοκράτη», πραγματικές ή ψεύτικες, δεν είχε σαν σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό. Ο Μπατίστι ήταν μέλος των ένοπλων συνιστωσών εκείνης που αποκαλούνταν «εργατική αυτονομία». Το ξέρουν όλοι, συμπεριλαμβανομένου του Σπατάρο. Η άρνηση της πολιτικής φύσης των πράξεών του προκειμένου να δεχτεί η βραζιλιάνικη κυβέρνηση να τον εκδώσει, είναι το πιο κολοσσιαίο ψέμα στην υπόθεση Μπατίστι. Ένας κοινός εγκληματίας δεν ομολογεί την ένταξή του στους «Ένοπλους Προλετάριους για τον Κομμουνισμό». Άλλωστε, οι φασίστες, οι παραφασίστες, οι μεταφασίστες της σημερινής Ιταλίας τονίζουν συνεχώς σαν επιβαρυντικό στοιχείο την «κομμουνιστική» του άποψη. Ενώ οι τέως κομμουνιστές εκδηλώνουν απέναντι στον Μπατίστι έναν αντίστοιχο τρόμο, δεδομένου ότι ενσαρκώνει τις ιδέες που έχουν απαρνηθεί. Δεν υπήρξε ποτέ από την εποχή του Βαλπρέντα και μέχρι σήμερα, πιο «πολιτική» υπόθεση. Δεν μπορεί να λυθεί έτσι, με μια σύλληψη, ένα πρόβλημα πολύ πιο σύνθετο. Ακριβώς. Δεν μπορεί να λυθεί έτσι το γενικότερο πρόβλημα της εξόδου, για τα καλά, από το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με τις δικαστικές πλάνες που εισήγαγε στην ιταλική τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτό μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο άλλων FAQ, που δεν εξετάσαμε στην παρούσα περίπτωση. Όσον αφορά τους κατήγορους, που κραυγάζουν με όλη τη δύναμη της φωνής τους «δώστε μας τον δολοφόνο!», ας ρίξουν μια ματιά στα δικά τους χέρια. Είναι γεμάτα αίμα. Έχουν χειροκροτήσει λίγο απ’ όλα, ξεκινώντας από τους βομβαρδισμούς του Βελιγραδίου και φτάνοντας στις σφαγές στον Λίβανο και την Γκάζα. Έχουν κοκκινίσει τα χέρια τους από το χειροκρότημα των «ανθρωπιστικών αποστολών», που καταλήγουν σε σφαγές. Έχουν ανοίξει τον δρόμο στην κοινωνική εξαφάνιση αδύναμων υποκειμένων, στην αγορά εργασίας. Πραγματικά σήμερα, οι «εχθροί της ανθρωπότητας» αποκαλούνται Μπατίστι ή Πετρέλα; Δημοσιεύτηκε στον δικτυακό τόπο Carmillaonline, στις 30/1/2009.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Ο Τελευταίος Πυροβολισμός - Cesare Battisti

Η υπαρξιακή διαδρομή ενός «κοινού εγκληματία» μέσα σε μια ένοπλη ομάδα του χώρου της εργατικής αυτονομίας στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η μοίρα ενός τμήματος μιας γενιάς εγκλωβισμένης στη φωτιά του ένοπλου αγώνα. Μια αφήγηση χωρίς ιδεολογικές δικαιολογίες, μ’ έναν ρυθμό επιταχυνόμενο και εναλλασσόμενο όπως ταιριάζει στα καλύτερα noir της δράσης. Ένα σπιράλ κινήσεων, ολοένα και πιο απελπισμένων, εξηγεί τους λόγους για επιλογές τόσο ριζικές, ώστε τελικά να γίνεται αποδεκτός μέχρι και ο θάνατος εδώ και τώρα. Ένα μυθιστόρημα ξερό και κοφτερό, χρήσιμο προκειμένου να καταλάβουμε τις αιτίες της πολύ σημαντικής αλλά και ταυτόχρονα πικρής κοινωνικής ρήξης που συνέβη στην Ιταλία (και όχι μόνο) εκείνη την τρομερή δεκαετία. Ο Τσέζαρε Μπατίστι, μαχητής των Ένοπλων Προλετάριων για τον Κομμουνισμό, συνελήφθη το 1979. Μετά από δύο χρόνια, με μια θεαματική επιχείρηση των συντρόφων του, απέδρασε από τη φυλακή. Καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια. Περιπλανήθηκε σε Μεξικό και Παρίσι και έγινε ένας από τους πιο γνωστούς σύγχρονους συγγραφείς noir, ενώ παράλληλα έκανε διάφορες άλλες δουλειές. Όταν η γαλλική κυβέρνηση αποφάσισε να τον εκδώσει στην Ιταλία, κατέφυγε στη Βραζιλία, όπου μετά από δίχρονη φυλάκιση, πήρε πολιτικό άσυλο, γεγονός που διατάραξε σοβαρά τις ιταλοβραζιλιανικές σχέσεις. Σήμερα ζει ελεύθερος στη Βραζιλία, πάντοτε ενεργός στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και ονειρευόμενος μια καλύτερη ζωή για όλες και όλους.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Σχετικά με αυτό που μπορούμε να μην κάνουμε

Giorgio Agamben
Ο Ντελέζ όρισε κάποτε το έργο της εξουσίας σαν αυτό που διαχωρίζει τους ανθρώπους από ότι μπορούν να κάνουν, δηλαδή από τη δύναμή τους. Οι ενεργητικές δυνάμεις εμποδίζονται στην άσκησή τους είτε επειδή στερούνται των υλικών συνθηκών που θα τις καταστήσουν δυνατές είτε επειδή μια απαγόρευση καθιστά αυτή την άσκηση αδύνατη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η εξουσία –και αυτή είναι η πιο καταπιεστική και κτηνώδης μορφή της– διαχωρίζει τους ανθρώπους από τη δύναμή τους και, με αυτόν τον τρόπο, τους καθιστά αδύναμους. Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη και πιο δόλια ενέργεια της εξουσίας, που δεν δρα άμεσα σε αυτό που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι –στη δύναμή τους– αλλά στην αδυναμία τους, δηλαδή σε αυτό που δεν μπορούν να κάνουν ή, καλύτερα μπορούν να μην κάνουν. Ότι η δύναμη είναι πάντοτε εκ της συστάσεώς της και αδυναμία, ότι κάθε μπορώ να κάνω είναι πάντοτε και ένα μπορώ να μην κάνω, είναι η αποφασιστική κατάκτηση της θεωρίας της δύναμης στον Αριστοτέλη, την οποία αναπτύσσει στο βιβλίο ΙΧ στα Μετά τα Φυσικά. «Η αδυναμία», γράφει, «είναι η στέρηση της δύναμης. Κάθε δύναμη είναι αδυναμία του ίδιου και σε σχέση με το ίδιο [του οποίου είναι δύναμη]» (Μετ/ 1046α, 29-31]. «Αδυναμία» δεν σημαίνει εδώ μονάχα απουσία δύναμης, να μην μπορώ να κάνω, αλλά επίσης και κυρίως «μπορώ να μην κάνω», μπορώ να μην ασκήσω τη δύναμή μου. Και είναι ακριβώς αυτή η ιδιαίτερη αμφιθυμία κάθε δύναμης (που είναι πάντοτε δύναμη του είναι και του μη είναι, του να κάνεις και να μην κάνεις), που απεναντίας ορίζει την ανθρώπινη δύναμη. Δηλαδή ο άνθρωπος είναι το έμβιο ον το οποίο, υφιστάμενο μέσα από τη δύναμη, μπορεί να κάνει τόσο ένα πράγμα όσο και το αντίθετό του, μπορεί να κάνει και να μην κάνει. Αυτό τον εκθέτει, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έμβιο ον, στον κίνδυνο του σφάλματος αλλά, ταυτοχρόνως, του επιτρέπει να συσσωρεύει και να διευθύνει ελεύθερα τις ικανότητές του, να τις μετα-σχηματίζει σε «δεξιότητες». Εφόσον δεν είναι μονάχα ο βαθμός του τι που μπορεί να κάνει κάποιος, αλλά επίσης και προπάντων η δυνατότητά του να μην το κάνει, αυτό το οποίο ορίζει την ακτίνα της δράσης του. Ενώ η φωτιά μπορεί μονάχα να κάψει και τα άλλα έμβια όντα έχουν μονάχα την ιδιαίτερη δύναμή τους, μπορούν δηλαδή να έχουν μόνο αυτή ή την άλλη συμπεριφορά εγγεγραμμένη στη βιολογική τους κλίση, ο άνθρωπος είναι το ζώο που μπορεί να έχει τη δική του αδυναμία. Είναι σε αυτή την άλλη και πιο σκοτεινή πλευρά της δύναμης που προτιμά σήμερα να δρα η εξουσία, η οποία ορίζεται με ειρωνικό τρόπο «δημοκρατική». Αυτή χωρίζει τους ανθρώπους όχι μόνο και όχι τόσο από αυτό που μπορούν να κάνουν, αλλά κυρίως και προπάντων από αυτό που μπορούν να μην κάνουν. Χωρισμένος από την αδυναμία του, στερημένος από την εμπειρία αυτού που μπορεί να μην κάνει, ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρείται ικανός για τα πάντα και επαναλαμβάνει εύθυμα «δεν υπάρχει πρόβλημα» και ανεύθυνα «θα γίνει», ακριβώς όταν, αντιθέτως, θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται ότι παραδίδεται σε πρωτάκουστο βαθμό σε δυνάμεις και διαδικασίες επί των οποίων έχει χάσει κάθε έλεγχο. Έχει καταστεί τυφλός όχι απέναντι στις ικανότητές του, αλλά στις ανικανότητές του, όχι σε αυτό που μπορεί να κάνει, αλλά σε αυτό που δεν μπορεί ή μπορεί να μην κάνει. Εξ ου η οριστική σύγχυση, στην εποχή μας, των κλίσεων και των επαγγελμάτων, των επαγγελματικών ταυτοτήτων και των κοινωνικών ρόλων, ο καθένας από τους οποίους αποπροσωποποιείται μέσω της θρασείας εμφάνισης και της αβεβαιότητας της παράστασής της. Η ιδέα ότι ο καθένας μπορεί να κάνει ή να είναι αδιακρίτως οποιοδήποτε πράγμα, η υποψία ότι όχι μόνο ο γιατρός που με εξετάζει μπορεί αύριο να είναι ένας βιντεοκαλλιτέχνης, αλλά μέχρι και ο δήμιος που με δολοφονεί μπορεί στην πραγματικότητα, όπως συνέβη στη Δίκη του Κάφκα, να είναι ένας τραγουδιστής, δεν είναι παρά η αντανάκλαση της γνώσης ότι οι πάντες απλώς υπόκεινται σε εκείνη την ευελιξία που σήμερα είναι η πρώτη ιδιότητα την οποία απαιτεί από τον καθένα μας η αγορά. Τίποτα δεν μας κάνει τόσο φτωχούς και τόσο λίγο ελεύθερους όσο αυτή η αποστέρηση της δύναμης. Εκείνος που διαχωρίζεται από αυτό που μπορεί να κάνει, μπορεί, ωστόσο, ακόμη να αντισταθεί, μπορεί ακόμη να μην κάνει. Αντιθέτως εκείνος που διαχωρίζεται από την αδυναμία του, χάνει, προπάντων, την ικανότητα να αντιστέκεται. Και όπως συνήθως συμβαίνει μονάχα η καυτή γνώση αυτού που δεν μπορούμε να είμαστε είναι η εγγύηση της αλήθειας αυτού που είμαστε, έτσι είναι μονάχα η διαυγής θεώρηση αυτού που δεν μπορούμε ή μπορούμε να μην κάνουμε που δίνει αξία στην πράξη μας.■ Το ανωτέρω κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο Nudità, εκδόσεις nottetempo, 2009.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Fernando Savater ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ INDIGNADOS


Το πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο των λεγόμενων indignados [αγανακτισμένων στα ισπανικά, σ.τ.Μ.] είναι μια από τις μεγαλύτερες καινοτομίες των τελευταίων χρόνων στην ισπανική δημόσια σφαίρα και έχει προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον και σε άλλες χώρες. Τον Μάρτη του 2011 εκατοντάδες και ενίοτε χιλιάδες άτομα, στην πλειοψηφία τους νεαρής ηλικίας, άρχισαν να καταλαμβάνουν τις πλατείες διάφορων ισπανικών πόλεων –ξεκινώντας από την εμβληματική Puerta del Sol της Μαδρίτης–, προκειμένου να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στην πολιτική κατάσταση και στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίζεται την οικονομική κρίση, με τις περικοπές των δημοσίων δαπανών κ.ο.κ. Το όνομα indignados προέρχεται από την μπροσούρα του Stéphane Hessel Αγανακτείστε!, που αποτέλεσε ένα είδος μανιφέστου του κινήματος, ευρέως διαδεδομένο και συζητημένο. Οι indignados είναι ένα φαινόμενο σύνθετο που εξελίχθηκε με την πάροδο των μηνών και παρουσιάζει ενδιαφέρουσες πλευρές σε ότι αφορά τη δυσκολία αλλά και την αναγκαιότητα άρθρωσης μιας ριζοσπαστικής πρότασης αλλαγής στις δημοκρατίες μας.Οι πιο άμεσοι λόγοι που προκάλεσαν την κινητοποίηση των indignados είναι ξεκάθαροι: η Ισπανία είναι η ευρωπαϊκή χώρα με το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (20%), κυρίως ανάμεσα στους νέους (πάνω από 40%). Δεδομένου ότι η εκπαίδευση σε αυτή τη χώρα είναι πολύ ακριβή και η επαγγελματική ακόμη περισσότερο, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια λύση βραχυπρόθεσμα. Για να εμποδιστεί μια παρέμβαση της Ευρώπης στην ισπανική οικονομία ανάλογη με αυτή που θεωρήθηκε αναγκαία στην Ελλάδα, η κυβέρνηση Θαπατέρο επέβαλλε περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και κατέστησε πιο ευέλικτη την αγορά εργασίας. Ο αγανακτισμένος κόσμος που κατέλαβε τις πλατείες ισχυρίζεται ότι τέτοια μέτρα ρίχνουν το κοινωνικό κόστος της κρίσης σε αυτούς που είναι οι λιγότερο υπεύθυνοι, δηλαδή στους εργαζόμενους, ενώ οι τράπεζες και οι μεγάλες πολυεθνικές λαμβάνουν κάθε είδους βοήθεια προκειμένου να ξανασταθούν στα πόδια τους και να βγουν αλώβητες από την καταστροφή.
Έτσι, η πρώτη διαπίστωση στην οποία μπορεί να προχωρήσει κανείς είναι ότι οι indignados κινητοποιήθηκαν προκειμένου να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους, αν και αργότερα προσέδωσαν ένα θεωρητικό άρωμα στις προτάσεις τους, επικαλούμενοι ιδανικά λίγο πολύ ευγενή. Εδώ δεν βλέπω τίποτα κακό: εγώ, όπως και άλλοι, πιστεύω ότι υπάρχουν συμφέροντα παντελώς νόμιμα και ιδανικά εξαίρετα. Πριν την κρίση πολλοί ισπανοί, κυρίως νέοι, υπερηφανεύονταν επειδή δεν ήταν πολιτικοποιημένοι και μάλιστα μέχρι που απεχθάνονταν την πολιτική. Η πολιτική τάξη ήταν η ίδια που έχουμε σήμερα, οι μισθοί ίδιοι, ίδιος και ο εκλογικός νόμος, όμοιος ο ρόλος των συνδικάτων και των αφεντικών, η εκπαίδευση εξίσου ακριβή… αλλά πολλοί νέοι και αρκετοί μεγαλύτεροι δεν έβρισκαν σε όλα αυτά κάποιον επιτακτικό λόγο προκειμένου να ασχοληθούν με την πολιτική. Απεναντίας, τη θεωρούσαν μια βαρετή ενασχόληση, ελιτίστικη, σχεδόν απεχθή. Το κοινωνικοοικονομικό σύστημα δεχόταν τις κριτικές πολλών, αλλά και τη συγκατάβαση όχι λίγων: πολλοί αποδέχονταν ευχαρίστως τη χρέωση στις τράπεζες προκειμένου να αυξήσουν την καταναλωτική τους δυνατότητα, η κερδοσκοπία των ακινήτων ήταν στην ημερησία διάταξη και όχι μόνο ανάμεσα στους πλουτοκράτες, ενώ στις τουριστικές περιοχές οι πιο νέοι άφηναν τις σπουδές για να δουλέψουν στα μέρη που σύχναζαν οι ξένοι, δηλαδή εκεί όπου ήταν καλές οι προοπτικές κέρδους. Και αυτές οι συνθήκες, φαινομενικά ευνοϊκές αλλά με πολλά ύποπτα χαρακτηριστικά, δεν προκαλούσαν την αγανάκτηση σχεδόν κανενός.
Η οικονομική κρίση και η ανεξέλεγκτη πλημμυρίδα της ανεργίας απομάκρυναν τον κόσμο από την αυταπάτη της αφθονίας με μηδενικό κόστος. Ένα από τα πλέον εμβληματικά συνθήματα των indignados, όταν τελικά κινητοποιήθηκαν, είχε να κάνει με τους πολιτικούς: «Δεν μας αντιπροσωπεύουν». Αυτό το καλοπροαίρετο και πομπώδες σύνθημα ακούγεται παράφωνο για δύο τουλάχιστον λόγους. Κατά πρώτο λόγο, η πολιτική αντιπροσώπευση είναι ένα θεσμικό ζήτημα, δεν έχει να κάνει με μια ανοιχτή ταύτιση με εκείνους που εκλέχθηκαν για να αναλάβουν τα δημόσια βάρη. Το πρόβλημα των πολιτικών είναι ακριβώς ότι μας αντιπροσωπεύουν, ακόμη και όταν δεν απολαμβάνουν της συμπάθειας μας, με την έννοια ότι από τη στιγμή κατά την οποία εκλέγονται, μπορούν να πάρουν ή να μην πάρουν αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή μας. Είναι συνεπώς σημαντικό να επιλέξουμε σωστά, να τους στείλουμε σπίτι τους αν αποδειχτούν ανίκανοι και να προσπαθήσουμε να βρούμε πιο ελπιδοφόρες εναλλακτικές από εκείνες που έχουμε σήμερα. Κατά δεύτερο λόγο, οι ισπανοί πολιτικοί που αρχικά αρνούνταν την κρίση, κατόπιν προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν τις διαστάσεις της και κατέληξαν να μην ξέρουν πώς να τη διαχειριστούν, αντιπροσωπεύουν μάλλον καλά την πολιτική μυωπία, την αναζήτηση άμεσων και χωρίς προσπάθεια αντισταθμιστικών λύσεων και την αδιαφορία για εναλλακτικές απέναντι στο στάτους κβο (oι οποίες απαιτούν μια ενεργή ένα-σχόληση), που χαρακτήριζαν ένα μεγάλο μέρος των πολιτών οι οποίοι σήμερα υποφέρουν από τις συνέπειες εκείνης της νωθρότητας και αγανακτούν.
Ένα άλλο από τα πιο σημαντικά συνθήματα των indignados ζητούσε μια «πραγματική δημοκρατία». Λοιπόν, ακόμη και αυτό το αίτημα μας αφήνει αμήχανους. Γιατί είναι ακριβώς η πραγματική δημοκρατία (όπως κάποτε ο υπαρκτός σοσιαλισμός στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης) αυτή την οποία έχουμε, αυτή που μας κάνει να αγανακτούμε και αυτή η πραγματική δημοκρατία είναι σε αντίθεση με μια «ιδανική» δημοκρατία που θα αντιπροσώπευε χωρίς αμφισημίες και χειραγωγήσεις τους πιο ευγενείς λαϊκούς πόθους… αλλά που δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Δεν υπάρχει πραγματική δημοκρατία (δεν υπήρξε ούτε στην Αθήνα, φυσικά) χωρίς εμπόδια, περιορισμούς και αντιδημοκρατικές πλεκτάνες. Όσο περισσότερο είναι μια δημοκρατία πραγματική τόσο λιγότερο είναι ιδεατή και τόσο περισσότερο αντανακλά τις αντιφάσεις και τις καταχρήσεις μιας κοινωνίας. Να προσθέσω και κάτι ακόμη: αντανακλά την εσωτερική αντίφαση που υπάρχει στον καθένα από εμάς ανάμεσα στο άγχος για δικαιοσύνη που θέλουμε να μας χαρακτηρίζει και τη διαρκή λαχτάρα για άδικα προνόμια ή πλεονεκτήματα. Ή την αντίφαση ανάμεσα στους πραγματικούς και ειλικρινείς πολιτικούς που λέμε ότι θέλουμε και τους συμπαθητικούς δημαγωγούς που στην πραγματικότητα ψηφίζουμε. Ποιον θα ψηφίζαμε, έναν πολιτικό καθόλα ειλικρινή που θα ομολογούσε τα όρια και τις αμφιβολίες του ή κάποιον που θα μας ζητούσε να θυσιαστούμε για το κοινό καλό εις βάρος του προσωπικού μας συμφέροντος;
Η πραγματική και πραγματιστική δημοκρατία ξεκινά κυρίως με την κατανόηση ότι είμαστε όλοι πολιτικοί και ότι καμία αντιπροσώπευση, όσο πετυχημένη και τίμια κι αν είναι, δεν μας απαλλάσσει από το να ενδιαφερόμαστε για τα δημόσια πράγματα, να εξετάζουμε τα προβλήματα και να συνεργαζόμαστε ενεργητικά για την εξεύρεση λύσεων. Κάποιοι από τους ισπανούς indignados μοιάζουν αγνοί σ’ έναν κόσμο φιλοδοξιών και λαθών. Καμιά πραγματική δημοκρατία δεν μπορεί να αποδεχτεί έναν μανιχαϊσμό τόσο ιδιοτελή και βολικό. Αληθεύει σαφώς, όπως είπαν στην Puerta del Sol και στις άλλες πλατείες, ότι είναι αναγκαίο να υπάρξουν μεγάλες αλλαγές στη δημοκρατία, στη σεχταριστική σκλήρυνση των κομμάτων, στις ανεξέλεγκτες αγορές υπέρ της αδηφάγου καπιταλιστικής κερδοσκοπίας, για την αποτελεσματική θεσμοποίηση μιας δικαιοσύνης που δεν θα συμβιβάζεται με τα κόμματα, για ένα ποιοτικό σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης και για τόσα άλλα πράγματα. Αλλά τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι δυνατό εφόσον η κριτική της πολιτικής συνεχίζει να είναι μια κριτική των πολιτικών χωρίς μια αυτοκριτική των πολιτών. Η αγανάκτηση δεν αρκεί. Όπως έλεγε ο Σπινόζα, το σημαντικό δεν είναι να μισείς ή να χειροκροτείς, να γελάς ή να κλαις, αλλά να καταλαβαίνεις. Περισσότερο Σπινόζα και λιγότερο Hessel, παρακαλώ.

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε στην ιταλική επιθεώρηση «MicroMega», τεύχος 8, 2011.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Επανάσταση;


«Η θεσμική δύναμη της επανάστασης δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο μέσω αυτού που θεσμίζει και το θεσμισμένο περιορίζει αναγκαστικά τις άπειρες δυνατότητες της ανθρώπ-ινης δράσης στα όρια του εγκαθιδρυμένου. Επίσης, η επανάσταση δεν θα γίνει από τις υποκειμενικότητες των φωτισμένων συνειδήσεων, αλλά χρειάζεται η συλλογική δράση, η έγερση των μαζών, η εξέγερση. Και η εξέγερση θα βρίσκει πάντοτε μπροστά της την ισχύ της θεσμισμένης τάξης, που διαμορφώνει την ιεραρχική κοινωνία, την ισχύ του κράτους. Συνεπώς η επανάσταση δεν είναι μονάχα μια ιδέα, είναι και ένα γεγονός, ένα συμβάν ενταγμένο στην ιστορία. Το συμβάν αντιστοιχεί στις συνθήκες της κοινωνίας που το παράγει. Τα ιστορικά γεγονότα δεν αναπαράγονται ποτέ με τον ίδιο τρόπο, ούτε καν από τις ίδιες συνθήκες. Και το επαναστατικό φαινόμενο είναι πάντοτε πολλαπλό, διαφορετικές εστίες εξέγερσης συγκλίνουν για να μετασχηματιστεί ένα καθεστώς σε μια εικόνα του παρελθόντος: στο παλιό καθεστώς».

Εντουάρντο Κολόμπο

«Για μένα ο αναρχισμός είναι παιδί της νεωτερικότητας οπότε, με το πλήρωμα του χρόνου, θα εξαφανιστεί μαζί της. Όμως αυτή μου η πεποίθηση μακράν απέχει από το να διακατέχεται από απαισιοδοξία. Περιμένοντας το προσεχές του τέλος, ο αναρχισμός ωφελεί τα μέγιστα εφόσον τον καλλιεργούμε όπως καλλιεργούμε ένα φυτό, η ομορφιά του οποίου προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τη βεβαιότητα ότι θα πραγματωθεί πλήρως στο παρόν, εφόσον αυτό είναι ο μοναδικός του ορίζοντας».

Τόμας Ιμπάνιεθ

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

ΕΞΕΓΕΡΤΙΚΑ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ - Marcello Tari


Ξεκινώντας από τη μέση
Θεωρούνταν ότι λέξεις όπως εξέγερση, επανάσταση, αναρχία και κομμουνισμός είχαν για πάντα αποσυρθεί στο αναιμικό «αντισυστημικό» περιβάλλον και δεν τους έμενε, στην καλύτερη περίπτωση, παρά να επανέρχονται απλώς κάθε φθινόπωρο, με την έναρξη του κινηματικού τελετουργικού. Αλλά σήμερα, με την παρουσία διάχυτων εξεγερτικών κινημάτων, είναι ακριβώς οι κινηματικοί που βρίσκονται στη μειοψηφία. Κάποιοι είναι στη δύσκολη αναζήτηση μιας νέας αντιπροσώπευσης, αν όχι μιας κυβερνητικής αφήγησης που θα στηριχτεί στην ικανότητα αντίστασης μιας όχι καλά ορισμένης «μεσαίας τάξης», ενώ οι κύκλοι του ριζοσπαστισμού βρίσκονται να έχουν χάσει την ταυτότητά τους, δομημένη ακριβώς από την απουσία της εξέγερσης. Παραμένει το γεγονός ότι πράγματι είναι αδύνατο να μην αναγνωριστεί, με την ψυχρή αλληλουχία της, η εξεγερτική αλυσίδα που από την εξέγερση των γαλλικών προαστίων το 2005 φτάνει μέχρι τις ταραχές του τελευταίου αγγλικού Αυγούστου. Ενδιαμέσως –είναι αυτού του τύπου οι ιστορικές συνέχειες που δείχνουν τι σημαίνει να ξεκινάς από τη μέση– υπήρξε η έκρηξη στην Κοπεγχάγη, η εναντίωση στον CPE, ο ατέλειωτος ελληνικός ξεσηκωμός, το αντάρτικο στην Καμπανία, οι εξεγέρσεις στις χώρες της Βόρειας Αφρικής, το μπλοκάρισμα των διυλιστηρίων στη Γαλλία, η ρωμαϊκή 14η Δεκέμβρη, η μάχη της 3ης Ιούλη στη Βαλ ντι Σούζα και τόσα άλλα θραύσματα –μια γιορτή, μια συνάντηση, μια φράση– που απηχούν το ένα το άλλο, διαταράσσοντας επιτέλους τη μελαγχολική αυτοκρατορική συμφωνία, η οποία μέχρι πριν λίγο καιρό ξανάρχιζε ίδια και απαράλλακτη, πάντοτε από την αρχή, βασισμένη στην ανία ενός κόσμου χωρίς μορφή. Η μορφή, πράγματι, ορίζεται όχι από τον συμβιβασμό, αλλά από τον πόλεμο ανάμεσα σε δύο ανταγωνιζόμενες αρχές, έλεγε ο γερο-Λούκατς. Και η μορφή ήρθε, επιτέλους. Μπορούμε συνεπώς να επαναλάβουμε, επιτείνοντας την πόλωση: η κοινή μορφή προέρχεται από μια διαρκή επεξεργασία της τοπικής σύγκρουσης ανάμεσα σε μορφές της ζωής. Κάθε επαναπροσδιορισμός των αισθαντικοτήτων κινείται γύρω από αυτή τη ρήξη της νευροπαθητικής κυκλικότητας των «κοινωνικών κινημάτων». Αν καταφέρνουμε σήμερα να νιώθουμε την εποχή σαν μια αλήθεια, δηλαδή σαν ένα γεγονός που βιώνουμε από κοινού, το οφείλουμε συνεπώς σε αυτόν τον εξεγερτικό ρυθμό που διαγράφει μια μορφή μέσα σε αυτόν τον χρόνο. Χρόνος και μορφή έχουν την όψη ενός πολέμου για τον προσδιορισμό της ίδιας της ζωής, εφόσον διεξάγεται σε κάθε μήκος και πλάτος ως μια εξέγερση εναντίον αυτού του εχθρικού, καθότι ακατοίκητου, περιβάλλοντος, που συγκεκριμενοποιείται στη διεισδυτική θετικότητα της μητρόπολης. Αλλά και ότι, οριζόμενος με αυτόν τον τρόπο, αποχαιρετά επίσης τους πλέον πολυποίκιλους ορισμούς του πολέμου, που από κάθε πλευρά ανάγουν τα πάντα σε ένα στρατιωτικό ζήτημα. Μια νέα εξεγερτική δυναμική: σχηματισμός μη στρατιωτικών μηχανών του πολέμου, συνεπώς αδύνατον να αφομοιωθούν από την κρατική σφαίρα της αντιπροσώπευσης, αλλά και από την άμορφη εκφραστικότητα της Αυτοκρατορίας. Είναι αλήθεια, το επαναλαμβάνουμε, πρόκειται για θραύσματα: πώς θα μπορούσαν να μην είναι όλες αυτές οι στιγμές, τα πράγματα, τα σώματα, τα συναισθήματα που κυκλοφορούν και αναδύονται εναντίον μιας κυριαρχίας που θέλει να είναι ολότητα; Τα θραύσματα αναζητούν το κοινό και όχι την ολότητα, την οποία αντιθέτως θέλουν να καταστρέψουν. Η κοινωνία, με αυτή την έννοια, είναι μια υποκρισία που ως τέτοια αυτοκαταγγέλλεται, ενώ μια ασταμάτητη βροχή «περιθωριακών» φαινομένων παρασύρει κάθε αρχή που κρατάει αδιάβροχο τον πολιτισμό. Θραύσματα και θραύσματα και ακόμη μια φορά θραύσματα που απηχούν σε κάθε πλευρά του κόσμου μία κρίση η οποία, εκτός από οικονομική, είναι κυρίως μεταφυσική. Δεν θα είναι βεβαίως αιτήματα του τύπου «εναλλακτική διακυβέρνηση» ή «ενιαία ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική» που θα ενώσει αυτό που δεν μπορεί να ενωθεί. Αλλά είναι ακριβώς αυτό το ζην με τα θραύσματα, πράγματι, που καθιστά μεσσιανική την εποχή μας και που το ζήτημα του κομμουνισμού εμφανίζεται στην ανυπέρβλητη επικαιρότητά του.

Κριτική του σχήματος πολιτική εναντίον αντιπολιτικής
Η άνοδος του εξεγερτικού κύματος, στην πραγματικότητα, ήταν αντιληπτή λόγω της λάμψης της, μόλις πριν την καπιταλιστική αντεπίθεση του 2008. Ο καπιταλισμός προσπάθησε να προφυλαχθεί δοκιμάζοντας να παράγει και να διαχειριστεί την κρίση με τον μοναδικό τρόπο που εφεξής του ανήκει αποκλειστικά, δηλαδή με έναν τρόπο αποκαλυψιακό και μηδενιστικό. Η πολιτική απέμεινε συνθλιμμένη από αυτόν τον γενικευμένο επαναπροσδιορισμό της σύγκρουσης. Η επαναπρόταση σε αυτές τις συνθήκες τη λιτανεία της μεσολάβησης, της αναδίπλωσης στους θεσμούς, της νιοστής διαχειριστικότητας της διαμαρτυρίας, είναι το σύνδρομο ενός πολύ συγκεκριμένου πράγματος, δηλαδή της αντίστασης που οι πολιτικές τάξεις επιδεικνύουν έναντι μιας έμπρακτης κριτικής της πολιτικής, που δεν σταματά να βαθαίνει: αυτό είναι, σαφώς, μέρος του πολέμου που διεξάγεται. Η κριτική της πολιτικής δεν σημαίνει αντιπολιτική, αυτό το μικροαστικό συναίσθημα που στην πράξη έχει ως αποτέλεσμα να επιβιώνει η πολιτική η οποία στα λόγια είναι περιφρονητέα. Η αντιπολιτική είναι μια πολιτική που θέλει να απομακρύνει τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράταξη της τάξης και εκείνη της εξέγερσης, να εξορκίσει τη σύγκρουση ανάμεσα σε εχθρικές αισθαντικότητες, ποντάροντας στο δίκαιο, στον οικουμενισμό και στην αγανάκτηση των πολιτών, και συνεπώς στη συνεχή αναβολή του πολέμου. Κάνοντας κάτι τέτοιο καταφέρνει απλώς να δίνει λιγάκι οξυγόνο σε εκείνη την πολιτική που δικαίως όλοι οι λαοί οι οποίοι εξεγείρονται, μισούν. Η εξέγερση, όπως και η άμεση κριτική που εξαπολύει, καθιστά προφανές το γεγονός ότι η πολιτική τώρα πια δεν βρίσκεται στο επίκεντρο και αυτή που εκλαμβάνεται ως τέτοια χρησιμεύει μονάχα για να κρύβει την απουσία της. Το ίδιο ισχύει για τη δημοκρατία. Είπαμε στην αρχή ότι πρόκειται για μια μοναδική αλληλουχία, χωρική και χρονική, η οποία σιγά σιγά σκιαγραφείται σαν αποσυντακτική ακολουθία. Αρνούμαστε εδώ την υποτιθέμενη συντακτική, αν όχι σαφώς συνταγματική, αρετή των σημερινών εξεγέρσεων: κοιτώντας καλύτερα το συντακτικό παιχνίδι, κατά τρόπο πλέον σαφή στην περιοχή των βορειοαφρικανικών χωρών, βλέπουμε να χρησιμοποιείται για την εξουδετέρωση των λαών που εξεγείρονται εναντίον της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, για την απομάκρυνση των ισχυρών. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για τραγούδια που απαιτούν να υπάρχει πάντοτε μια ομοιοκαταληξία ανάμεσα σε σύνταγμα και υποκείμενο, δύο έννοιες νεκρές. Αρνούμαστε επίσης την ευφορία όποιου ενθουσιάζεται με τη χειρονομία καθεαυτή και δι’ εαυτή: έχουμε τα πάντα ανάγκη εκτός από μια ιδεολογία του ξεσηκωμού. Υπάρχει στην πραγματικότητα ένα κοινό ελάττωμα ανάμεσα στον ριζοσπαστικό ρεφορμισμό και στον εξεγερτισμό, που συνίσταται στο να βρίσκουν στην εξέγερση την απόδειξη των ιδεολογικών τους υποθέσεων, δηλαδή να βλέπουν σε αυτή την επιβεβαίωση των συλλογισμών που είχαν κάνει προτού τα γεγονότα αρχίσουν να τους διαψεύδουν. Και συνεπώς, την επαύριο μιας εξέγερσης, οφείλουμε να παρευρισκόμαστε αδιαφοροποίητα στη συζήτηση για τις συνέπειές της. Αν για τους μεν οι εξεγέρσεις πρέπει να σημαίνουν μια επίκληση για ένα νέο welfare ή για μια νέα εκλογική στροφή, για τους δε έχουν την έννοια ενός είδους μυστικιστικής έγκρισης της απουσίας στρατηγικής που τους διακρίνει. Αν οι δεύτεροι είναι αλλεργικοί απέναντι στα μεγάλα μαζικά κινήματα, οι πρώτοι είναι αλλεργικοί απέναντι σε οτιδήποτε κάνει να λάμψει το γεγονός ότι ναι, η επανάσταση είναι δυνατή. Τέλος, το παράπονο εκείνων που δεν καταφέρνουν να δουν οποιαδήποτε «προοπτική» σε αυτές τις χωρίς ειρμό καταστροφές, κλείνει τον κύκλο της αγωνιστικής αδυναμίας. Ζητείται από την εξέγερση, εφόσον εμφανιστεί, να παραμείνει, να αποκτήσει μια χρονικότητα, όμως η προσπάθεια να ανευρεθεί ένα πριν και ένα μετά από την εξέγερση, σημαίνει λογικά ότι αναζητείται μια απόδραση από αυτή τη χρονικότητα. Η γονιμότητα μια πράξης, έλεγε κάποιος, βρίσκεται στο εσωτερικό αυτής της ίδιας της πράξης. Είναι οι κακές πράξεις που συνήθως αποτιμώνται βάσει των «συνεπειών» τους. Αν υιοθετήσουμε αυτή την οπτική γωνία απέναντι στην πλατεία Ταχρίρ, στα καμένα μαγαζιά ή στους ρωμαίους rioters, υπάρχει ένας μονάχα ορθός τρόπος να τοποθετηθούμε και αυτός είναι να μείνουμε πιστοί στη φαινομενικότητά τους. Δεν ωφελεί να θέλουμε να δούμε πέρα ή πίσω από αυτή ή να κάνουμε τους μάντεις: αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στις πέντε αισθήσεις διαλέγουμε την αφή. Πώς λειτουργούν αυτές οι εξεγέρσεις; Κάθε μία προσπαθεί να αποδιαρθρώσει βιαίως θεσμούς που αντιλαμβάνεται άμεσα ως εχθρικούς και είναι σε θέση, λόγω της ιστορικής συγκυρίας, να το κάνει καταστροφικά με μεγάλη ευκολία: εκεί είναι η δεσποτική-πατερναλιστική εξουσία, εδώ το εμπόρευμα και οι ναοί του, εκεί κάτω η οικονομία και οι ροές της, εδώ πέρα ένα μεγάλο έργο, εκεί είναι η πολιτική, εδώ είναι η κοινωνία καθαυτή που πρέπει να δεχθεί επίθεση. Η εγκατάλειψη των θεσμών, του ενός μετά τον άλλο, αυτή είναι η έννοια της πορείας της εξέγερσης. Οποιαδήποτε εξέγερση έχει καθαυτή, όπως έχει πρακτικά αποδείξει, τη δική της προοπτική. Αν υπάρχει μία κοινή σταθερά, που επανέρχεται σε όλες τις εξεγέρσεις, αυτή συνίσταται στην απέχθεια των λαών απέναντι στον μοναδικό κυβερνητικό μηχανισμό με τον οποίο βρίσκονται, παντού, σταθερά αντιμέτωποι: την αστυνομία. Είναι αυτή εκ των πραγμάτων που αποτελεί σήμερα τη μοναδική υλική φρουρά της κυβερνητικής εξουσίας της νεωτερικότητας. Ωστόσο, αυτή η αποσυντακτική ικανότητα, ίσως ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι βρίσκεται αντιμέτωπη κάθε φορά με μία μόνο θεσμική πλευρά, μοιάζει να μη γίνεται αποσυντακτική δύναμη της αυτοκρατορικής εξουσίας, δηλαδή να μετατραπεί σε επανάσταση. Θα χρειαστεί ίσως να κάνουν τη διαδρομή τους όλες οι εξεγέρσεις, να αποδιαθρωθεί κάθε είδους θεσμός, να απενεργοποιηθούν οι μυριάδες μητροπολιτικοί μηχανισμοί, προκειμένου να φτάσουμε σε αυτή τη δύναμη;

Θραύσματα του κομμουνισμού
Για κάποιες απόψεις τα συμβάντα έχουν δείξει και μάλιστα με μεγάλη καθαρότητα 1) ότι η εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στο κοινοβούλιο ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο της πολιτικής, αλλά ότι αυτή έχει ενσωματωθεί στις υποδομές που την περιβάλλουν, στις εταιρίες και στους μηχανισμούς που διαχειρίζονται την καθημερινή ζωή, συνεπώς όντας τοπική είναι διάχυτη, ακριβώς όπως τοπικές είναι οι μορφές της ζωής˙ 2) ότι ο χειρισμός των αισθαντικοτήτων που κάνει η αυτοκρατορία παγκοσμίως μέσω του τεράστιου δικτύου των επικοινωνιακών μηχανισμών, μπορεί να αμφισβητηθεί και τελικά να αποδιαρθρωθεί όχι τόσο, κοινότοπα, μέσω της εναλλακτικής χρήσης αυτών των ίδιων μηχανισμών, αλλά με τη συγκρότηση τοπικά ενός εδάφους που τείνει να αποσκιρτήσει, εγκαινιάζοντας έτσι έναν ατέλειωτο πειραματισμό˙ 3) ότι αν αληθεύει πως η μητρόπολη είναι εκ των πραγμάτων η συγκέντρωση των μηχανισμών ελέγχου και παραγωγής, τώρα πια αδιαχώριστων μεταξύ τους, τότε είναι προφανές γιατί η εξέγερση κινείται σήμερα ανάμεσα στην άρνηση και την αποσκίρτηση, ανάμεσα στην καταστροφή και την έξοδο από τη μητρόπολη, έτσι όπως η ανατρεπτική δραστηριότητα του προηγούμενου αιώνα είχε να κάνει με το εργοστάσιο˙ 4) ότι η υπαρξιακή συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε από κοινού να ζούμε, δεν μπορεί να οριστεί μέσω της θέσης που καταλαμβάνουμε στην αγορά, στην κατανάλωση ή στην εργασία, αλλά πρέπει να προσεγγιστεί ξεκινώντας από τη συνθήκη αποστέρησης που μοιραζόμαστε στο επίπεδο της ίδιας της ζωής, της γλώσσας μέχρι και των ονείρων: δεν μπορούμε να αντιπαραθέσουμε στην πολιτική οικονομία μια άλλη πολιτική οικονομία, σε αντιστάθμισμα μπορούμε να αντιπαραθέσουμε στην οικονομία μια σταθερή πολιτική του κατοικείν, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία βλέπουμε με μεγάλη σαφήνεια να εκδηλώνεται στη Βαλ ντι Σούζα, όμως δεν είναι καθόλου δύσκολο να εμφανιστεί και στις κατειλημμένες πλατείες της ευρωμεσογείου ή σε κάποιο κοντινό μας παράδειγμα συμβίωσης. Για όποιον θέλει να οργανωθεί αυτή την περίοδο υπάρχουν συνεπώς δύο τουλάχιστον διαστάσεις, ξεκινώντας από τις οποίες μια τέτοια οργάνωση είναι δυνατή είτε τοπικά, μέσω της οικοδόμησης των υλικών και πνευματικών συνθηκών της αποσκίρτησης –κομμούνες, κόκκινες βάσεις, μαύρες τρύπες στη μητρόπολη– είτε παγκόσμια, μέσω της οικοδόμησης εκείνου του νέου διεθνισμού στον οποίο τα σκόρπια θραύσματα αποκτούν μια σωστή στρατηγική διάσταση. Ίσως σήμερα ο κομμουνισμός να μη σημαίνει τίποτ’ άλλο από την τέχνη της διευθέτησης αυτών των εξεγερτικών θραυσμάτων σε ένα επαναστατικό γίγνεσθαι.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Βία: Ναι ή όχι - Γκύντερ Άντερς


Παρουσιάζουμε εδώ μέρος του τελευταίου κειμένου του σπουδαίου γερμανού διανοητή και ακτιβιστή Γκύντερ Άντερς, σχετικά με το κατά πόσο πρέπει να είμαστε υπέρ ή κατά της προσφυγής στη βία όταν βρισκόμαστε σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης και μιας άκρατης επιθετικότητας της κρατικής εξουσίας. Υπό μορφή σωκρατικού διαλόγου ο Άντερς αναλύει ένα ζήτημα που είναι διαρκώς επίκαιρο στις ετερόνομες κοινωνίες και μάλιστα σήμερα που φαίνεται πως πέφτουν και τα τελευταία προσχήματα της ολιγαρχικής δημοκρατίας. Ένας από του κορυφαίους αντιπάλους του ναζιστικού καθεστώτος υπερασπίζεται το δικαίωμα στην αντίσταση των ανθρώπων απέναντι στις αυθαιρεσίες των καθεστώτων δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι «είμαι υπέρ της αντιβίας, που αποκαλείται νόμιμη άμυνα».

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Συνάντηση εκδόσεων ανατρεπτικού περιεχομένου

ΜΑΥΡΕΣ – ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ 2011

17:30 Ingrid Strobl, Αντάρτισσες ένοπλες γυναίκες ενάντια στον φασισμό στην Ευρώπη, 1936-1944 από τις εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου προβολή βίντεο

18:30 Θαβωρίτες, Τόμας Μίντσερ, Αναβαπτιστές. Αιρετική εξέγερση και κομμουνισμός στην κεντρική Ευρώπη του 15ου-16ου αιώνα, από τις εκδόσεις Anacara προβολή βίντεο Ο Τόμας Μίντσερ και ο Πόλεμος των Χωρικών

19:30 Amedeo Bertolo, Πέρα από τη Δημοκρατία: Αναρχία, από τις εκδόσεις Ευτοπία

20:30 Συζήτηση για την ιστορία, το παρόν και το μέλλον των κινηματικών εκδόσεων

Διοργάνωση: κινηματικά εκδοτικά εγχειρήματα

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΣΤΕΓΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ-ΣΤΕΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΠΡΟΧΕΙΡΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΣΥΖΗΤΗΣΗ.


Είναι πολύ δύσκολο να αναφερθείς σε λίγες γραμμές σε μια ιστορία που κοντεύει τώρα πια να κλείσει 25 χρόνια (αν σκεφτούμε ότι η πρώτη κατάληψη στέγης-στέκι έγινε το 1981 στην Αθήνα, στην οδό Βαλτετσίου στα Εξάρχεια και καταλήψεις συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, Βίλλα Αμαλίας Αχαρνών και Χέυδεν, Λέλας Καραγιάννη στην Κυψέλη, Στέκι Άνω Κάτω Πατησίων, Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Περιστερίου, κολεκτίβα “Λίλη”, Λέσχη Κατασκόπων στη Φερρών και Φυλής) και η οποία εν πολλοίς παραμένει άγνωστη ακόμη και σε αρκετούς από τους οποίους θα λέγαμε ότι έχουν «έννομο συμφέρον» να τη γνωρίζουν (και δεν εννοούμε βεβαίως αστυνομία και ιδιοκτήτες). Η ευθύνη γι’ αυτό βαρύνει αρκετές πλευρές και σε σημαντικό βαθμό και τους ίδιους τους φορείς αυτών των εγχειρημάτων, που βάσει μιας ιδιόμορφης εκδοχής του «εδώ και τώρα», φαίνεται να αποκλείουν την ιστορική διάσταση της προσπάθειάς τους, θεωρώντας ίσως ότι η καταγραφή και η αποτίμηση συνιστούν στοιχεία ενηλικίωσης ενός κινήματος που αρνείται επίμονα να μεγαλώσει και συνεχώς θέλει να εμφανίζεται (και να είναι) νέο, δυναμικό, ακμαίο. Η ενηλικίωση παρόλα αυτά συμβαίνει, γι’ αυτό η γενεαλογία γίνεται απαραίτητη συνθήκη για περαιτέρω επεξεργασία και διερώτηση, ανίχνευση στόχων και προοπτικών, αλλά αυτά δεν αφορούν τον «πρόχειρο οδηγό» , έτσι σταματώ εδώ. Πάντως απ’ αυτή τη «νεανικότητα» θα ήθελα να ξεκινήσω, γιατί ακριβώς αυτή συμβαδίζει και με την καινοτομία ενός εγχειρήματος , που μέχρι τότε (δηλαδή το 1981) δεν το είχαμε ξαναδεί στην Ελλάδα. Η αριστερά (σε όλες τις εκδοχές της) ενταγμένη πλήρως σε μια λογική «λεγκαλισμού» μετά την ήττα του εμφυλίου, δεν διανοήθηκε ποτέ να περάσει σε «παράνομες» πρακτικές αγώνα που αφορούν ζητήματα της καθημερινής ζωής (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με τη στέγαση, που στην Αθήνα μετεμφυλιακά το πρόβλημα ήταν ιδιαιτέρως οξυμένο και ουσιαστικά λύθηκε μέσα από τον «θεσμό» της αντιπαροχής) και έπρεπε να έρθει μια νέα αντίληψη της πολιτικής που την υπερέβαινε από τα αριστερά της (και σχηματικά θα την ονομάσουμε αναρχική-αυτόνομη) για να μπουν τέτοια ζητήματα στην ημερησία διάταξη. Αυτή η αντίληψη που έλκει την καταγωγή της από τον Μάη του ’68 και συνδέεται άμεσα με τα κινήματα της δεκαετίας του ’70 στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, πρωτοεμφανίζεται κεντρικά στα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973 και κάνει την πλέον δυναμική της παρουσία στις καταλήψεις των πανεπιστημίων με αφορμή τον ν.815 στα τέλη του 1979. Μιλάμε για τους περίφημους «αναρχοαυτόνομους», οι οποίοι υφίστανται συντριπτική ήττα στο Πολυτεχνείο του 1980, όταν η «ουρά των 10000 προβοκατόρων» αδυνατεί να απαντήσει ουσιαστικά στις δολοφονίες της αστυνομίας και στην καταστολή του ΚΚΕ. Ένα τμήμα αυτού του χώρου σκέφτεται (περισσότερο συναισθάνεται παρά σκέφτεται με την έννοια ενός συγκεκριμένου υπολογισμού) πως πέρα από τη σύγκρουση στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή, υπάρχουν και οι υπόλοιπες στιγμές της καθημερινότητας μέσα στον ιστό της μητρόπολης, που δεν μπορούμε να τις περνάμε στην αδράνεια κι έτσι αποφασίζει να περάσει το κατώφλι και να προχωρήσει στο δικό της «Σέργουντ», στα Εξάρχεια, στο στήσιμο ενός πολιτικο-πολιτιστικού οχυρού: η κατάληψη της οδού Βαλτετσίου δεν θα κρατήσει πολύ, θα κατασταλεί σκληρά από την αστυνομία, αλλά θα αποτελέσει παρακαταθήκη για το μέλλον. Αφού κάναμε το πρώτο βήμα, μπορούμε κάτι ανάλογο και στο μέλλον, γιατί όχι. Βέβαια το επόμενο εγχείρημα θα αργήσει μερικά χρόνια (πρόκειται για το κτίριο της Χ. Τρικούπη το 1985), όμως σημασία έχει ότι η λογική της αυτοδιεύθυνσης της καθημερινότητας έχει περάσει στην ημερησία διάταξη αυτού του κοινωνικο-πολιτικού χώρου, δεν αποτελεί πλέον απλό σύνθημα, γίνεται και πράξη. Άλλωστε, μπορεί με μια έννοια να προβληθεί και στην υπόλοιπη κοινωνία: πάρτε τη ζωή σας στα χέρια σας, ξεκινώντας από την κάλυψη μιας από τις βασικότερες ανάγκες του ανθρώπου: το σπίτι. Το διάστημα 1984-1989 είναι εξαιρετικά σημαντικό για τον χώρο της αντιεξουσίας: στο Κάραβελ τον Δεκέμβρη του 1984, σημαντικός αριθμός των διαδηλωτών του αναρχικού μπλοκ συγκρούεται σώμα με σώμα με την αστυνομία, παίρνοντας κατά κάποιο τρόπο ρεβάνς για το ’80. Ολόκληρο το 1985 συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά, με αποκορύφωμα την κατάληψη του Χημείου την Άνοιξη και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη με τη δολοφονία Καλτεζά. Έχει διαμορφωθεί μια σκληροτράχηλη, σχιζο-μητροπολιτική προλεταριακή γενιά, που διεκδικεί την παρουσία της στο κέντρο της αναδυόμενης μητρόπολης μ’ έναν «άγριο» συγκρουσιακό τρόπο: ο βασικός της άξονας είναι η αντίσταση απέναντι στην κρατική καταστολή που είχε ξεκινήσει με την «επιχείρηση Αρετή» στα Εξάρχεια, αλλά ουσιαστικά απ’ όλη αυτή την αντιπαράθεση αναδεικνύεται η ύπαρξη μιας νεολαίας (κάποιοι θα την ονομάσουν «άγρια») που δεν ενσωματώνεται στον σοσιαλδημοκρατικό χυλό, ο οποίος έχει αρχίσει να επιβάλλεται ποικιλοτρόπως. Έχει τη σημασία του το ότι αυτή η νεολαία ανεμίζει τη σημαία με το άλφα σε κύκλο και αναζητεί τις ιδεολογικές της αναφορές της τόσο στην κλασική θεωρία του αναρχισμού (σε μικρότερο βαθμό) όσο και στα πιο σύγχρονα ρεύματα που γεννήθηκαν μετά το 1968 (κυρίως την ιταλική εκδοχή της Αυτονομίας, αυτή της Γερμανίας, αλλά και το γαλλικό ρεύμα του σιτουασιονισμού) , όπως έχει τη σημασία του και το πολιτιστικό υπόβαθρο (κυρίως το μουσικό, με το πανκ και το χαρντκορ), αλλά ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ο ουσιαστικά καινοτόμος χαρακτήρας για την Ελλάδα αυτών των υποκειμενικοποιήσεων: η δεξιά τις κατατάσσει στην κλασσική «αλητεία» και ζητά την άμεση καταστολή τους προς υπεράσπιση της περιουσίας των νοικοκυραίων, η αριστερά τις εντάσσει χωρίς μεγάλο δισταγμό στους «προβοκάτορες», ενώ το ΠΑΣΟΚ κινείται ανάμεσα στην καταστολή και την ενσωμάτωση (που το καλοκαίρι του 1985 δείχνει τα όρια της στη συναυλία του υφυπουργείου Νέας Γενιάς στο Παναθηναϊκό στάδιο, όταν ξεσπούν συγκρούσεις με με τα ΜΑΤ, που σπεύδουν ασθμαίνοντα να επιβάλλουν την τάξη). Η μαζικότητα αυτού του ρεύματος δεν είναι μεγάλη, όμως ο δυναμικός χαρακτήρας του και κυρίως η επιμονή του να δρα στο κέντρο της μητρόπολης (χωρίς πάντως ποτέ να διαβεί τα όρια και να εισβάλλει στο μπουρζουάδικο Κολωνάκι) το καθιστά σημαντικό παράγοντα εξελίξεων, ενώ η ουσιαστική εξαφάνιση της άκρας αριστεράς το αναδεικνύει και στον πιο ουσιαστικό εκφραστή του ανταγωνιστικού ριζοσπαστισμού πέρα της παραδοσιακής αριστεράς. Η καταστολή που θα επακολουθήσει απέναντι στον αναρχικό χώρο (κυρίως μετά τα γεγονότα των διαμαρτυριών για το Τσέρνομπιλ και αυτά της Καλογρέζας με τη δολοφονία από τους αστυνομικούς του Μ. Πρέκα), αλλά και το διαφαινόμενο αδιέξοδο της σύγκρουσης για τη σύγκρουση, θα στρέψει ένα τμήμα του μάγματος στην ανάγκη ριζώματος στο χώρο κι έτσι την περίοδο 1988-1991 θα έχουμε ένα μικρό καταληψιακό κύμα: Λέλας Καραγιάννη στην Κυψέλη (από ένα σημείο και μετά πιο κοντά στον εξεγερσιακό αναρχισμό), Κεραμεικού και Μυλλέρου (ίσως η πιο «αυτόνομη»), Βίλλα Αμαλίας (κλασσική «αναρχοπάνκ»), Φυλής και Φερρών (που θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιλαμβάνει όλες τις τάσεις), Ακομινάτου («διάδοχο» σχήμα της Χ. Τρικούπη, που καταστέλλεται βίαια και επανειλημμένα). Στη διάρκεια της κατάληψης του Πολυτεχνείου για τρεις βδομάδες τον Φλεβάρη-Μάρτη του 1990 με αφορμή την αθώωση του μπάτσου Μελίστα, δολοφόνου του Καλτεζά, τα μέλη των καταλήψεων (αλλά κυρίως το πνεύμα τους, που δεν θεωρεί πλέον τη σύγκρουση περίπου αυτοσκοπό) θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Για τα επόμενα χρόνια οι καταλήψεις θα αποτελούν σταθερό σημείο αναφοράς των ρευμάτων του κοινωνικού ανταγωνισμού (θα έχουμε και την κατάληψη στο παλιό σχολείο της οδού Αλκαμένους που παρά τις φιλόδοξες προθέσεις δεν θα κρατήσει πολύ) και η ταυτόχρονη εισβολή της αστυνομίας παραμονές του εορτασμού του Πολυτεχνείου το 1994 με τη μορφή των προληπτικών συλλήψεων, θα τις ξαναφέρει στην επικαιρότητα. Το τελευταίο κύμα καταλήψεων θα περιλαμβάνει το στέκι Άνω-Κάτω Πατησίων, το πολύ ενδιαφέρον πείραμα της «κολλεκτίβας Λίλη» επίσης στα Πατήσια (με την αναζήτηση στην πράξη της λύσης στο πρόβλημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) και την ανακατάληψη της Φυλής και Φερρών στην οποία στεγάζεται πλέον η βιβλιοθήκη της «Λέσχης Κατασκόπων».

Προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε εν συντομία την ιστορία των κινηματικών καταλήψεων στέγης-στεκιών την τελευταία εικοσιπενταετία στην Αθήνα. Θα επιχειρήσουμε τώρα να κάνουμε λιγάκι «θεωρία», με την έννοια να δούμε κάπως πιο αναλυτικά κάποια στοιχεία που θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε περισσότερο το φαινόμενο. Αν αξίζει να κρατήσουμε κάτι απ’ αυτή την ιστορία αυτό είναι σίγουρα η πρόταση μιας άλλης άποψης για την καθημερινή ζωή στη μητρόπολη και η απόδειξη πως κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει και στην πραγματικότητα. Από τη μια πλευρά υπάρχουν άδεια σπίτια και επείγουσες στεγαστικές ανάγκες. Μαζεύονται κάποιοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι μπορούν (και κυρίως θέλουν) να ζήσουν μαζί, καταλαμβάνουν ένα άδειο σπίτι και ξεκινούν την περιπέτειά τους. Από την άλλη, υπάρχει ανάγκη σε κάποια πολιτικά υποκείμενα να βρουν χώρους για να στεγάσουν τις δραστηριότητές τους, που καθώς δεν εντάσσονται στα παραδοσιακά πρότυπα της αριστεράς (τα ίδια τα υποκείμενα, αλλά και το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων τους), οφείλουν να βρουν άλλους τρόπους για να το πετύχουν σε μια πιο μόνιμη βάση: οφείλουν δηλαδή να βρουν τα δικά τους «Φορτ Ναβάχο» στην «έρημο» μιας Αθήνας που γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενη για τέτοιου είδους καταστάσεις, μέσα από την εντεινόμενη καταστολή, επιτήρηση και γιαποποίηση. Η λύση είναι λοιπόν και εδώ η κατάληψη, κατά προτίμηση κοντά στο ιστορικό κέντρο της πόλης, αφού όπως είπαμε, αυτά τα υποκείμενα το κέντρο της πόλης θεωρούν τον προνομιακό τόπο της δράσης τους, εκεί αισθάνονται σαν το «ψάρι στο νερό», εκεί είναι σε τελική ανάλυση που θέλουν να γίνονται ορατά, αφού ένα από τα βασικά προβλήματά τους στην κοινωνία του θεάματος που έχουν αρχίσει να βιώνουν, είναι ότι καθιστά «αόρατο» (ή οικειοποιείται κάνοντάς το μόδα) οτιδήποτε εμφανίζει την τάση να το αμφισβητεί ριζικά. Έτσι εξηγείται και το ότι αν και φτιάχτηκαν όλα αυτά τα χρόνια πολλά στέκια σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας (τις περισσότερες φορές σε νοικιασμένους χώρους) , ουσιαστικά το βλέμμα ήταν πάντοτε στραμμένο στο κέντρο, εκεί φαινόταν να παίζεται το παιχνίδι. Ένα δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με ποιο ρόλο έπαιξαν στον αστεακό ιστό της περιοχής τους, αλλά και της μητρόπολης γενικότερα, αφού από το ξεκίνημά τους ποτέ δεν διεκδίκησαν το ρόλο της «νησίδας ελευθερίας», αποκρούοντας τη λογική της γκετοποίησης (έναν κίνδυνο που τον έβλεπαν και στο δικό τους εγχείρημα, αλλά και τον γνώριζαν από τις ανάλογες εμπειρίες του εξωτερικού). Η απάντηση είναι μάλλον εύκολη: μικρό. Παρά τις προσπάθειές τους η «γειτονιά» δεν έδειξε ποτέ και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε μια Αθήνα που μικροαστικοποιούνταν με ταχύτατους ρυθμούς, το καλύτερο που περίμενε τους καταληψίες ήταν η παθητική ανοχή. Απέτυχαν επίσης κάποιες απόπειρες σύνδεσης και με τη νέα μητροπολιτική φιγούρα, τους μετανάστες (τουλάχιστον μέχρις στιγμής), αφού είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με ανθρώπους που έχουν τεράστια προβλήματα επιβίωσης και αναζητούν λύσεις που θα τους εντάξουν στον κοινωνικό ιστό και όχι σ’ έναν διπλό «ιλεγκαλισμό»: του ανά πάσα στιγμή παράνομου μετανάστη, αλλά και του πολιτικού αμφισβητία έξω από τα καθιερωμένα (που και αυτό δύσκολα το καταλαβαίνουν τις περισσότερες φορές, αφού προέρχονται από ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον). Ένα τρίτο στοιχείο είναι η αποτελεσματικότητα της πολιτικο-πολιτιστικής απεύθυνσης. Κατά πόσο δηλαδή πέτυχαν να είναι η εναλλακτική λύση στα προβλήματα της στέγασης και κατά πόσο πέτυχαν να «επικοινωνήσουν» τη δική τους πολιτικο-πολιτιστική πρόταση. Ως προς το πρώτο, μπορούμε να πούμε ότι οι διάφορες « άτυπες» καταλήψεις στέγης που υπάρχουν στην Αθήνα, άντλησαν την ιδέα από το κίνημα? Δεν το ξέρουμε. Ίσως ναι κάποιες φορές, τις περισσότερες όμως μάλλον όχι. Προτίμησαν να παραμείνουν κρυφές, χωρίς να εντάσσονται σε κάποιας μορφής κίνημα, αφού υπάρχει πάντοτε ο φόβος της άμεσης ποινικοποίησης και καταστολής όταν ενώνεις τις δυνάμεις σου και διεκδικείς πιο επιθετικά τα δικαιώματά σου. Γενικά πρέπει να πούμε ότι κίνημα καταλήψεων στέγης-στεκιών στην Ελλάδα (με την έννοια που το γνωρίσαμε στη Γερμανία, την Ιταλία ή την Ολλανδία) δεν υπήρξε. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις γι’ αυτό που διαφεύγουν τους σκοπούς αυτού του σύντομου σημειώματος. Πάντως μια γενική παρατήρηση είναι ότι στην Ελλάδα η αντίληψη ότι προσπαθώ μόνος μου (δηλαδή μια κοινωνική ομάδα ή ένα υποσύνολο) να λύσω τα προβλήματά μου δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Επικρατεί η τάση ν’ ανάγονται τα πάντα στην παρεμβατική ικανότητα του κράτους, ή μιας αντίστοιχης «πατρικής» φιγούρας στο επίπεδο της αντιπροσώπευσης, δηλαδή ενός κόμματος, που ενίοτε μετατρέπεται και σε κράτος-κόμμα. Η περίφημη «κοινωνία των πολιτών» εκδηλώνεται σχεδόν πάντα με την αντιδραστική μορφή της, π.χ. «αγανακτισμένοι» κάτοικοι που καταλαμβάνουν ένα δημόσιο κτίριο για να μη γίνει σταθμός του ΟΚΑΝΑ. Τώρα ως προς το δεύτερο, είναι γεγονός ότι μέσα από τέτοιους τόπους έχει γίνει η καλύτερη και αποτελεσματικότερη «αντιπληροφόρηση» αυτού του κινήματος. Γι’ αυτό και τα στέκια (κατειλημμένα ή όχι) συνεχίζουν να υπάρχουν όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στο Ηράκλειο, στα Χανιά, στον Βόλο, στην Καβάλα, στην Ξάνθη, κλπ. Χώροι συνεύρεσης των «ανησυχούντων» πνευμάτων, παρά τα προβλήματά τους παίζουν σημαντικό ρόλο στην οριζόντια δικτύωση του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού κινήματος. Γι’ αυτό, παρά τη σκληρή καταστολή που έχουν υποστεί κατά καιρούς, συνεχίζουν να αποτελούν σταθερή επιλογή και έναν από τους κυριότερους τρόπους ριζώματος αυτού του ρεύματος. Εξάλλου δεν πρέπει να μας διαφεύγει και η σημαντικότατη συμβολή τους στο επίπεδο της άρθρωσης ενός άλλου τύπου μητροπολιτικής κουλτούρας, με σαφώς αντιεμπορευματική στάση: εμβληματική ως προς αυτό είναι η Βίλλα Αμαλίας, η πιο ζωντανή σκηνή του χάρντκορ και του πανκ στην Ελλάδα (αλλά και με σπουδαίες θεατρικές παραστάσεις, συζητήσεις κλπ). Υπάρχει, τέλος, κι ένα άλλο σημαντικό σημείο, που έχει να κάνει με το πώς οι καταληψίες διαμόρφωσαν τα κτίρια που κατέλαβαν, ποιοι είναι οι λόγοι που πιθανώς κατέλαβαν αυτά και όχι κάποια άλλα, ποια είναι η αισθητική τους πρόταση μέσα στην γκρίζα ομοιομορφία του μπετόν και της αντιπαροχής (αλλά και της «ιλουστρασιόν» εκδοχής της αναπαλαίωσης των νεοκλασικών κτιρίων των πόλεων), πράγματα όμως που πρέπει ίσως να τα συζητήσουν οι πιο «ειδικοί» (κρατώντας και τις απαραίτητες αποστάσεις) και που ο υπογράφων (όντας κι αυτός καταληψίας για κάποια από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής του) μόνο ενστικτωδώς μπορεί να ανιχνεύσει και πάντως όχι στο συγκεκριμένο σημείωμα. Στο μόνο που θα ήθελα να αναφερθώ κλείνοντας, είναι η μελαγχολία που πάντοτε με πιάνει όταν τύχει να περάσω από την παλιά κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου και κοιτάξω το κενό παράθυρο του ανατολικομεσημβρινού δωματίου του δευτέρου ορόφου, που για δυο χρόνια φιλοξενούσε τις σκέψεις και τα όνειρα για μια κοινή και δημιουργική ζωή με συντρόφους και συντρόφισσες, πέρα και πάνω από τις συμβάσεις, τα άγχη και τη δυσανεξία στη μητρόπολη του νότου Αθήνα.
Παναγιώτης Καλαμαράς

Υ.Γ. Το ανωτέρω κείμενο αποτέλεσε τη βάση για την εισήγηση του υπογράφοντος στα πλαίσια ημερίδας για την παρουσίαση της ελληνικής συμμετοχής στην 9η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία (τέλη Γενάρη 2005 στο μουσείο Μπενάκη). Από τότε συνέβησαν πολλά, κυρίως μετά τα Δεκεμβριανά του 2008, που έδωσαν μια νέα διάσταση στο υπό συζήτηση θέμα. Υποσχόμαστε να επανέλθουμε στο μέλλον.

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Η συμμορία Μπελίνι (επανέκδοση)


Μιλάνο. Δεκαετία του 70. Ο φασίστας Τζούσβα, κρυμμένος σ΄ ένα ασθενοφόρο, σημαδεύει την είσοδο μιας πολυκατοικίας, περιμένοντας να βγει ο στόχος του. Είναι πολλοί οι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν. Ο άνθρωπος που θέλει
να δολοφονήσει είναι ο Αντρέα Μπελίνι, ξανθός με μακριά μαλλιά, ψηλός ένα μέτρο και ενενήντα, φοράει μακριά καμπαρτίνα και γυαλιά Ray- ban. Εδώ και χρόνια ηγείται της πιο τρομερής κινηματικής ομάδας περιφρούρησης, μιας παρέας νέων από τη γειτονιά του Καζορέτο που επέλεξαν το δρόμο της πολιτικοποίησης και της μαχητικότητας, έχοντας στο μυαλό τους εικόνες από τη ταινία του Σαμ Πέκινπα «Άγρια Συμμορία» και αποφασισμένοι να διατηρήσουν πάση θυσία την κοινωνική και πολιτική τους Αυτονομία. Το μυθιστόρημα Μάρκο Φίλοπατ (ακτιβιστής, συγγραφέας και μέλος της κολεκτίβας των εκδόσεων Shake με έδρα το Μιλάνο) αναπαράγει το έπος της Συμμορίας Μπελίνι, έναν πραγματικό μητροπολιτικό μύθο ( που για έναν περίπου χρόνο ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αφηγήθηκε στον συγγραφέα καθώς περιπλανιόταν στα μπαρ) αποτελούμενο με συγκρούσεις με την αστυνομία, κυνηγητό στους φασίστες και τους πρεζέμπορους, έρωτες, φόβους , δραματικές διαμάχες, λεηλασίες, καταλήψεις, μεθύσια, χαρές και απογοητεύσεις, διαρκή περιπλάνηση στο μητροπολιτικό πεδίο. Η ιστορία της συμμορίας Μπελίνι μπορεί εύκολα να διαβαστεί σαν επιτομή στους κοινωνικούς αγώνες της δεκαετίας του ’70 και του ’80 αλλά και (τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών) σαν αυτή κάποιων παρεών – ομάδων του αναρχικού χώρου στην Αθήνα τις δεκαετίες του ’80 και του ‘90 . Η σημασία της παραμένει αναλλοίωτη και αυτό είναι κάτι που καθιστά το μυθιστόρημα όχι μόνο άκρως συναρπαστικό, αλλά και εξαιρετικά επίκαιρο..

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Jean Baudrillard Η ΙΟΓΕΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


Το AIDS, τα κραχ των χρηματιστηρίων (λόγω της αλυσιδωτής αντίδρασης που προκαλεί μια απότομη ανισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης τίτλων), οι ηλεκτρονικοί ιοί· συμπαρασυρόμαστε από συμβάντα που λειτουργούν σαν υπεραγωγοί, από άκαιρους και διεθνείς εκτροχιασμούς που δεν αφορούν μονάχα κράτη, άτομα και θεσμούς, αλλά μάλλον ολόκληρες εγκάρσιες δομές: το φύλο, το νόμισμα και την επικοινωνία.Τα τρία γεγονότα δεν μπορούν να αναχθούν το ένα στο άλλο, ωστόσο συγγενεύουν. Ακόμη και το AIDS είναι ένα είδος κραχ των σεξουαλικών συνηθειών· οι επεξεργαστές, μολυσμένοι από ένα είδος AIDS, έπαιξαν έναν ιογενή ρόλο στο κραχ της Ουώλ Στρητ το 1987, με την καλπάζουσα μόλυνσή τους να μπορεί επίσης να παρομοιαστεί μ’ έναν κραχ των πληροφοριακών αξιών. Η μόλυνση δεν είναι ενεργή μόνο στο εσωτερικό ενός συστήματος, αλλά κυκλοφορεί από το ένα σύστημα στο άλλο.
Ολόκληρο το σύνολο μοιάζει να κινείται γύρω από μια πιο γενική εικόνα, που είναι αυτή της καταστροφής. Σίγουρα, σημάδια αυτής της μολυσματικότητας, αυτής της εσωτερικής απορύθμισης μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά εδώ και καιρό στο εσωτερικό οποιουδήποτε συστήματος: το AIDS στο ενδημικό πεδίο, το κραχ στο περίφημο προηγούμενό του 1929 και στον πάντοτε υπαρκτό κίνδυνο μιας ανατροπής των χρηματιστηριακών αξιών, η ηλεκτρονική πειρατεία με τα τουλάχιστον είκοσι χρόνια ιστορία στην πλάτη της. Αλλά η ένωση όλων αυτών των ενδημικών μορφών, το σχεδόν ταυτόχρονο πέρασμά τους στη μολυσματική κατάσταση, στην καλπάζουσα ανωμαλία, είναι που δημιουργεί μια συνθήκη εντελώς αυθεντική και άκρως ενδιαφέρουσα. Εξάλλου, οι επιδράσεις στη συλλογική συνείδηση δεν είναι του ίδιου τύπου: αν το AIDS μπορεί να θεωρηθεί (με τη συνέργεια των φημών που διαδίδουν τα ΜΜΕ) μια πραγματική καταστροφή, το κραχ εμφανίζεται αντιθέτως σαν ένα παιχνίδι καταστροφών· τέλος ο ηλεκτρονικός ιός ναι μεν μπορεί να έχει συνέπειες ουσιαστικά δραματικές, αλλά είναι την ίδια στιγμή μια διασκεδαστική ειρωνεία, ένα είδος καταστροφικής παρωδίας παρόμοιας με τη μόλυνση που προκαλεί το γέλιο (το γέλιο είναι μια μορφή μόλυνσης που γεννιέται από μια καταστροφή, αν και απειροελάχιστη, του πραγματικού: πρόκειται για μια καταστροφή σε ομοιοπαθητικές δόσεις). Η ξαφνική επιδημία που καταβάλλει τον υπολογιστή, καταστρέφοντας τα ανοσοποιητικά αμυντικά του συστήματα, μπορεί συνεπώς να προκαλέσει, τουλάχιστον στο επίπεδο της φαντασίωσης, μια δικαιολογημένη ευθυμία (για όλους εκτός από τους επαγγελματίες του κλάδου).
Σε αυτές τις διαφορετικές όψεις ενός έκκεντρου νεφελώματος θα πρόσθετα δύο πράγματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, τα οποία όμως επικαλούνται συνεχώς τους ίδιους μηχανισμούς. Η τέχνη αντιμετωπίζει διαρκώς το πρόβλημα του ψευδούς, του αυθεντικού, του αντιγράφου, των κλώνων, της προσομοίωσης: πρόκειται για μια πραγματική μόλυνση που αποσταθεροποιεί τις αισθητικές αξίες και τους στερεί την ανοσία τους. Ταυτοχρόνως παρευρισκόμαστε στην κερδοσκοπική και παραληρηματική πλειοδοσία στην αγορά της τέχνης, που στην πραγματικότητα δεν είναι πια μια αγορά αλλά μάλλον ένας κεντρόφυγος πολλαπλασιασμός της αξίας, που ανταποκρίνεται πλήρως στη μετάσταση ενός σώματος το οποίο ακτινοβολεί ένεκα της μεγάλης ποσότητας χρήματος.
Το δεύτερο αποτέλεσμα έχει να κάνει με την τάξη του πολιτικού. Πρόκειται για την τρομοκρατία. Δεν υπάρχει κάτι που να προσομοιάζει περισσότερο με τον μηχανισμό της αλυσιδωτής ενδιάμεσης αντίδρασης της τρομοκρατίας στις ακτινοβολούσες κοινωνίες μας (και με ποιον τρόπο συμβαίνει αυτή η ακτινοβολία; Μέσω της υπερτήξης της ευτυχίας, της ασφάλειας, της πληροφόρησης και της επικοινωνίας; Ή ίσως λόγω της αποσύνθεσης των συμβολικών κόμβων και των θεμελιωδών κανόνων του κοινωνικού συμβολαίου; Who knows;) από το AIDS, τους κερδοσκόπους (των επιχειρήσεων) και τους hacker (οι πειρατές της πληροφορίας). Ακόμη και η μόλυνση της τρομοκρατίας είναι στιγμιαία, εφήμερη, αινιγματική, ασυγκράτητη. Ακόμη και η κράτηση ομήρων είναι μολυσματική: όταν ένας κατασκευαστής κυκλωμάτων εισάγει στο πρόγραμμα μια soft bomb, χρησιμοποιώντας την τελική καταστροφή του σαν μέσο πίεσης, δεν είναι σαν να κρατάμε όμηρο το πρόγραμμα και τις περαιτέρω δυνατότητές του; Και οι κερδοσκόποι τι άλλο κάνουν από το να πιάνουν και να κρατούν σε ομηρία τις επιχειρήσεις, κερδοσκοπώντας στο χρηματιστήριο για τον θάνατο και την ανάστασή τους;
Συνεπώς μπορούμε να υποστηρίξουμε ευλόγως ότι όλα τα περιγραφέντα αποτελέσματα λειτουργούν ακολουθώντας το ίδιο μοντέλο με την τρομοκρατία (στο οποίο οι όμηροι έχουν μια εκτιμητέα αξία με τον ίδιο τρόπο που έχουν οι εταιρείες ή οι πίνακες), με το ίδιο διακύβευμα, την ίδια αδυναμία πρόβλεψης, τα ίδια αποτελέσματα αποσταθεροποίησης και αλυσιδωτής αντίδρασης· αλλά με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να ενταχθεί η τρομοκρατία στο μοντέλο του AIDS, του ηλεκτρονικού ιού ή των χρηματιστηριακών αναταράξεων: δεν προηγείται το ένα έναντι των άλλων, ούτε υπάρχει μια σχέση αίτιου αιτιατού. Πρόκειται για τον μοναδικό αστερισμό σύγχρονων και συνεργών φαινομένων.
Το κραχ παρατείνεται από τη φρενίτιδα της κερδοσκοπίας. Δεν περιορίζεται πλέον στην απόκτηση μετοχών αλλά στη λεηλασία των επιχειρήσεων. Δημιουργείται ένας ιογενής αναβρασμός του οποίου η τελική επίπτωση στην οικονομική αναδιάρθρωση είναι, σε πείσμα όσων λέγονται, καθαρά κερδοσκοπική. Διαμέσου αυτής της εξαναγκαστικής κυκλοφορίας υπάρχει η ελπίδα να επιτευχθούν κέρδη ακριβώς όπως στο χρηματιστήριο. Όχι κυρίως ένα αντικειμενικό κέρδος: το κέρδος από την κερδοσκοπία δεν είναι ακριβώς μια υπεραξία και αντιπροσωπεύει μια άλλη διάσταση του καπιταλισμού. Η κερδοσκοπία, όπως το πόκερ ή η ρουλέτα, έχει τη δική της λογική του βραχυκυκλώματος, της αλυσιδωτής αντίδρασης, της αύξησης της ισχύος, όπου υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο από τον ίλιγγο του παιχνιδιού, της πλειοδοσίας. Γι’ αυτό είναι άχρηστο να της αντιπαραθέτουμε μια οικονομική λογική· γιατί, από την άλλη πλευρά, είναι αυτό το οποίο καθιστά άκρως ενδιαφέροντα αυτά τα φαινόμενα: μια υπερχείλιση του οικονομικού με μια μορφή ριψοκίνδυνη και ιλιγγιώδη.
Το παιχνίδι φτάνει στο σημείο που γίνεται αυτοκτονικό. Μεγάλες επιχειρήσεις ξεφορτώνονται τις μετοχές τους (κάτι που είναι λάθος από οικονομικής πλευράς), καταλήγοντας να κερδοσκοπούν εις βάρος του εαυτού τους! Αλλά ακόμη κι αυτό εντάσσεται στο ίδιο τρελό παιχνίδι. Οι επιχειρήσεις, στην περίπτωση της κερδοσκοπίας, δεν ανταλλάσσονται και δεν κυκλοφορούν ως πραγματικό κεφάλαιο, ως παραγωγικές μονάδες, αλλά ως άθροισμα μετοχών, μονάχα όπως μια συγκεκριμένη παραγωγική δυνατότητα που αρκεί για να υπάρξει μια εικονική κίνηση της οικονομίας. Ότι από κάτι τέτοιο θα προκύψουν άλλα κραχ είναι ένα γεγονός πολύ πιθανό, για τον ίδιο λόγο που ισχύει κάτι ανάλογο για τις χρηματιστηριακές πράξεις: η κυκλοφορία είναι εξαιρετικά γρήγορη.
Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι και η ίδια η εργασία, η εργατική δύναμη μπαίνει σε αυτή την κερδοσκοπική τροχιά. Ο εργαζόμενος δεν πουλάει πλέον την εργατική του δύναμη με αντάλλαγμα έναν μισθό, όπως στον κλασικό καπιταλισμό, αλλά αυτό που πουλάει είναι μάλλον η ίδια η θέση του απασχόλησης, η θέση εργασίας· θα αποκτήσει άλλες που θα τις μεταπουλήσει σύμφωνα με τις διακυμάνσεις της αγοράς εργασίας, η οποία τελικά θα γίνει, όπως λέει άλλωστε και η λέξη, μια πραγματική αγορά. Περισσότερο από το να έχεις μια κάποια θέση απασχόλησης, πρόκειται για την ανακύκλωσή της, δημιουργώντας μια εικονική κίνηση της απασχόλησης που αντικαθιστά την πραγματική κίνηση της εργασίας.
Φαντασίωση; Όχι και τόσο. Η ίδια η αρχή της πληροφορίας και της επικοινωνίας είναι αυτή μιας αξίας που δεν έχει να κάνει πλέον με την πληροφόρηση αλλά έχει ως βάση την καθαρή κυκλοφορία. Καθαρή αξία ενισχυμένη από το γεγονός ότι το μήνυμα, το νόημα, περνούν από τη μια εικόνα στην άλλη, από τη μια οθόνη στην άλλη. Δεν πρόκειται πλέον ούτε για την υπεραξία και την ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος (που ωστόσο έχουν ήδη προηγηθεί αυτής της διαδικασίας), που κατ’ εξοχήν βασίζονται πάντοτε στην αξία χρήσης και γι’ αυτό ανήκουν ακόμη στη σφαίρα του οικονομικού.
Εδώ, με την κυριολεκτική έννοια την όρου, δεν υπάρχει πλέον ούτε καν ανταλλαγή· έχουμε να κάνουμε με μια καθαρή κυκλοφορία και μια δικτυακού τύπου αλυσιδωτή αντίδραση. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό ενός εντελώς νέου ορισμού της αξίας, συνδεόμενου με την καθαρή ταχύτητα και τον πολλαπλασιασμό των ανταλλαγών. Και αυτό συμβαίνει στο μεγαλύτερο μέρος της σφαίρας της επικοινωνίας και της πληροφορίας: πρόκειται για ένα γεγονός της εν δυνάμει εικονικότητας και ουδέποτε της ενεργούς πραγματικότητας.
Αλλά αυτό διαοικονομικό μοντέλο της αξίας υπάρχει ήδη, κατά κάποιο τρόπο, στις πρωτόγονες κουλτούρες. Το kula είναι ένας κύκλος δώρων που αποκτούν τόσο μεγαλύτερη αξία όσο περισσότερο χαρίζονται και γίνονται αποδεκτά. Μπορεί να επιστρέψουν εκεί από όπου ξεκίνησαν χωρίς να έχουν αλλάξει, αλλά με την αξία τους να είναι εκατό φορές μεγαλύτερη. Παρεμπιπτόντως, σήμερα δεν συμβαίνει το ίδιο στην αγορά της τέχνης;
Και μόνο το γεγονός του περάσματος από τον έναν στον άλλο παράγει ένα είδος συμβολικής ενέργειας κυκλοφορίας που μεταμορφώνεται σε αξία. Αλλά αυτή η αξία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, να παραχθεί ή να μεταφερθεί στο κύκλωμα των χρήσιμων αξιών. Μπορεί μόνο να κυκλοφορεί επ’ άπειρον και να πολλαπλασιάζεται ολοένα και περισσότερο (ή τελικά να καταρρεύσει, αν η σταματήσει η κυκλοφορία της). Το kula είναι κατά κάποιο τρόπο το ιερό επίπεδο, το σημαντικό επίπεδο της ανταλλαγής (συμβολικής). Το άλλο επίπεδο, εκείνο της ανταλλαγής, των ισοδυναμιών, δεν έχει καμία συμβολική αξία, είναι καθαρά λειτουργικό. Και το potlatch είναι μια κερδοσκοπική δομή, στην οποία υφίσταται παραγωγή της αξίας μέσω απλώς της ίδιας της ύπαρξης αυτού του παιχνιδιού.
Υπάρχει συνεπώς ένας απόηχος του kula και του potlatch σε αυτά τα συγκεχυμένα αποτελέσματα, που αντιτίθενται θεμελιωδώς στην οικονομική αρχή της αξίας και της ισοδυναμίας, της εργασίας και της παραγωγής; Όποια λογική κι αν υιοθετήσουμε (ακόμη και εκείνη της ριζοσπαστικής κριτικής), δεν ξέρουμε πώς να καταδικάσουμε αυτές τις υπερβολές. Όλοι, από την άλλη πλευρά, τις απολαμβάνουν όπως ένα θέαμα (το χρηματιστήριο, η αγορά της τέχνης, οι κερδοσκόποι). Είναι λες και απολαμβάνουμε να βλέπουμε τον θεαματικό καλλωπισμό του κεφαλαίου, το αισθητικό του ντελίριο. Την ίδια στιγμή απολαμβάνουμε, με μεγαλύτερη δυσκολία, με μεγαλύτερη λύπη, με τρόπο πολύ πιο αντιφατικό, τη θεαματική παθολογία αυτού του συστήματος, τους ιούς που, όπως το AIDS, το κραχ και οι πληροφοριακοί ιοί, οδηγούν στον εμβολιασμό αυτής της μηχανής της τόσο όμορφης για να τη χαλάσουμε. Αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για την ίδια λογική: οι ιοί, η μολυσματικότητα ανήκουν στην ίδια λογική συνάφεια, και μάλιστα υπερλογική, όλων των συστημάτων μας, ακολουθούν τις ίδιες διαδρομές και δημιουργούν νέες (οι ηλεκτρονικοί ιοί διερευνούν τα όρια των δικτύων που δεν έχουν προβλεφτεί από τα ίδια τα δίκτυα). Οι ηλεκτρονικοί ιοί συνιστούν την έκφραση της θανατηφόρας διαφάνειας της πληροφορίας παντού στον κόσμο. Το AIDS είναι η απόρροια της θανατηφόρας διαφάνειας της σεξουαλικής απελευθέρωσης ολόκληρων ομάδων. Τα κραχ των χρηματιστηρίων είναι η έκφραση της θανατηφόρας διαφάνειας της οικονομίας, της αστραπιαίας κυκλοφορίας των αξιών που είναι η ίδια η βάση της απελευθέρωσης της παραγωγής και των ανταλλαγών. Αμέσως μόλις απελευθερωθούν, όλες οι διαδικασίες εισέρχονται σε μια υπερτήξη, ανάλογη με το πρωτότυπό της που είναι η πυρηνική υπερτήξη. Η γοητεία της εποχής μας προέρχεται επίσης από αυτή την υπερτήξη των διαδικασιών που αποσυνδέονται από το πραγματικό τους νόημα.
Δεν αποτελεί συνεπώς μικρό παράδοξο εκείνο το φαινόμενο της οικονομίας που επιστρέφει σαφώς θριαμβευτικά, ακόμη και στα ΜΜΕ. Δεν ξεχνάμε ότι και το σύμπαν των ΜΜΕ είναι ένα ιογενές σύμπαν και ότι η κυκλοφορία των εικόνων και των μηνυμάτων λειτουργεί σαν ένα αέναο κουτσομπολιό.
Αλλά στην πραγματικότητα, μπορούμε να μιλάμε ακόμη για οικονομία; Και μάλιστα για πολιτική οικονομία (τη λογική του κεφαλαίου); Σαφώς όχι. Η ταραχώδης πραγματικότητα της οικονομίας δεν έχει καθόλου το ίδιο νόημα που είχε στην κλασική ή τη μαρξιστική ανάλυση. Αφού ο κινητήριος μοχλός της δεν είναι πλέον η υποδομή της υλικής παραγωγής, ούτε η υπερδομή, αλλά αντιθέτως η αποδόμηση της αξίας, η αποσταθεροποίηση των αγορών και της πραγματικής οικονομίας, είναι ο θρίαμβος μιας οικονομίας που έχει απαλλαχθεί από τις ιδεολογίες, από τις κοινωνικές επιστήμες, από την ιστορία, από την πολιτική αλλά και από εκείνη την καθαρά κερδοσκοπική οικονομία· εν κατακλείδι πρόκειται για μια εικονική οικονομία που έχει απαλλαχθεί από την πραγματική οικονομία (στην πραγματικότητα, σίγουρα, όχι μόνο εικονικά: αλλά σήμερα δεν είναι η πραγματικότητα αλλά η εικονικότητα αυτή που έχει τη δύναμη), μια ιογενής οικονομία που επανασυνδέεται με όλες τις άλλες ιογενείς διαδικασίες. Η οικονομία ξαναγίνεται ένα είδος αρχετυπικού θεάτρου της πραγματικότητας σαν τόπος ιδιαίτερων αποτελεσμάτων, απρόβλεπτων συμβάντων (σχεδόν μετεωρολογικών), της αποδόμησης και της επίτασης της εσωτερικής λογικής της.
Ωστόσο όλοι συνεχίζουν να αναρωτιούνται: υπάρχει, θα υπάρξει μια πραγματική καταστροφή; Η απάντηση είναι η εξής: η καταστροφή είναι εικονική και δεν θα υπάρξουν πραγματικές καταστροφές γιατί εμείς ζούμε υπό το σημείο μιας εικονικής καταστροφής. Και αυτό έχει να κάνει με μια κατάσταση πραγμάτων η οποία, σε αυτή την περίπτωση, εμφανίζεται κατά τρόπο θορυβώδη: πρόκειται για την απόκλιση μεταξύ πλασματικής και πραγματικής οικονομίας· είναι ακριβώς αυτή η απόκλιση που μας προστατεύει από μια πραγματική καταστροφή της παραγωγικής οικονομίας. Αυτό είναι καλό ή κακό; Στην πραγματικότητα είναι ανάλογο με την απόκλιση ανάμεσα σε έναν πλανητικό πόλεμο και τους περιφερειακούς πολέμους. Οι δεύτεροι συμβαίνουν παντού στον κόσμο αλλά δεν ξεσπά ένας πυρηνικός πόλεμος. Αν δεν υπήρχε ανακολουθία ανάμεσά τους, εδώ και καιρό θα είχε συμβεί μια ατομική έκρηξη. Κυριαρχούμαστε από τις βόμβες, από εικονικές καταστροφές που δεν συμβαίνουν: το κραχ των χρηματιστηρίων και της διεθνούς οικονομίας (δεν έχει εκραγεί και δεν θα εκραγεί), η ατομική έκρηξη, η βόμβα του χρέους του τρίτου κόσμου, η δημογραφική βόμβα. Σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι όλα αυτά, αναπόφευκτα, κάποια μέρα θα εκραγούν, όπως έχει προβλεφτεί εδώ και χρόνια το γλίστρημα μέσα σε πενήντα χρόνια της Καλιφόρνιας προς τον Ειρηνικό εξαιτίας ενός γεωλογικού σχίσματος. Αλλά τα δεδομένα είναι τα εξής: βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου όλα αυτά δεν συμβαίνουν, σε μια κατάσταση εικονικής καταστροφής, αενάως εικονικής. Για μας αυτή είναι η κατάσταση των πραγμάτων, η μοναδική πραγματικότητα με την οποία αντικειμενικά έχουμε να κάνουμε: τα κεφάλαια γυρίζουν ασύδοτα σε μια τροχιά η οποία, όταν διαρρηγνύεται, δεν παράγει ουσιαστικές ανισορροπίες στην πραγματική οικονομία (σε αντίθεση με την κρίση του 1929, κατά τη διάρκεια της οποίας η έλλειψη συνοχής μεταξύ της πραγματικής και πλασματικής οικονομίας απείχε πολύ από το να υφίσταται και συνεπώς η καταστροφή της μεν απηχούσε την καταστροφή της δε) είτε γιατί η ίδια η πραγματική οικονομία είναι τόσο πολύ αβέβαιη ώστε να μπορεί να απορροφήσει εκείνα τα χτυπήματα που δεν μπορούσε να απορροφήσει το 1929 είτε γιατί η σφαίρα των εικονικών κεφαλαίων έχει σε τέτοιο βαθμό αυτοματοποιηθεί και μπει σε τροχιά, ώστε να μπορεί να πολλαπλασιάζεται ή να αυτοκαταστρέφεται χωρίς να αφήνει ίχνη.
Όμως αφήνει τουλάχιστον ένα καταστροφικό ίχνος: το κραχ δεν συμβαίνει τόσο στην οικονομία όσο στην οικονομική θεωρία, η οποία βρίσκεται εντελώς αφοπλισμένη ενώπιον αυτής της έκρηξης του αντικειμένου της. Γιατί όλα έχουν μετατραπεί σε πρόβλημα επικοινωνίας. Στη σφαίρα της τροχιάς των κεφαλαίων, υπάρχει άριστη επικοινωνία (μέσω των διεστραμμένων υπολογιστών και των golden boys, αυτών καθαυτών ανθρώπινων υπολογιστών). Είναι ακριβώς γι’ αυτό που βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση καταστροφής: υπάρχει πολύ καλή επικοινωνία. Αντιθέτως, ανάμεσα σε αυτές τις δύο σφαίρες (την πραγματική οικονομία και την εικονική) δεν υπάρχει πλέον επικοινωνία. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Αφού αυτή η ρήξη, αυτή η απώλεια σημασιών της εικονικής οικονομίας είναι ακριβώς αυτό που της επιτρέπει να έχει τα θαυμαστά αποτελέσματά της και είναι επίσης αυτό που προστατεύει την πραγματική οικονομία από τις καταστροφές που μπορούν να συμβούν στην άλλη σφαίρα.
Μπορεί τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν η πραγματική οικονομία ξαναγινόταν η σημασία και το κριτήριο της πλασματικής οικονομίας (το όνειρο του κάθε οικονομολόγου); Τίποτα λιγότερο σίγουρο και, έτσι ή αλλιώς, σαφώς αδιανόητο.
Την ίδια στιγμή οι παραδοσιακοί θεωρητικοί του πολέμου οφείλουν να εμποδίσουν την έκρηξη του δικού τους ερευνητικού αντικειμένου. Αφού, παραδόξως, δεν είναι η βόμβα αλλά το αντικείμενο-πόλεμος που εκρήγνυται σε δύο, σαφώς διακριτά, μέρη: σε έναν πόλεμο εικονικό, πλανητικό και σε πολλαπλούς πολέμους πραγματικούς, επί γης. Αυτά τα δύο είδη πολέμων δεν έχουν τις ίδιες διαστάσεις, ούτε τους ίδιους κανόνες, ακριβώς όπως συμβαίνει με την πραγματική και την εικονική οικονομία. Χρειάζεται να εξοικειωθούμε με αυτή τη σχεδόν οριστική κατανομή, σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από αυτή την απόκλιση. Σίγουρα υπήρξαν η κρίση του 1929 και η έκρηξη στη Χιροσίμα, δηλαδή στιγμές εκρηκτικής μόλυνσης αυτών των δύο κόσμων, στιγμές όπου το κραχ και η πυρηνική έκρηξη συνέβησαν πραγματικά, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα. Ούτε το κεφάλαιο (όπως πίστευε ο Μαρξ) περνάει από το ένα κραχ στο άλλο, από τη μια κρίση στην άλλη, ούτε ο πόλεμος από τη μια πυρηνική έκρηξη στην άλλη. Το γεγονός συνέβη μία φορά, σε μια συγκεκριμένη στιγμή και αυτό είναι όλο. Αυτό που ακολουθεί είναι κάτι άλλο: είναι η υπερπραγματικότητα του μεγάλου χρηματιστικού κεφαλαίου, είναι η υπερπραγματικότητα των μέσων καταστροφής, αμφότερων σε τροχιά πάνω από τα κεφάλια μας σε ανύσματα που ξεφεύγουν από τα πάντα, αλλά που ευτυχώς ξεφεύγουν και από την πραγματικότητα. Υπερπραγματικότητες, είτε ο πόλεμος είτε το νόμισμα, κυκλοφορούν σε έναν χώρο απρόσιτο, αλλά που ταυτοχρόνως αφήνει τον κόσμο έτσι όπως είναι.
Τελικά η οικονομία συνεχίζει να παράγει, αν και η λογική συνέπεια των διακυμάνσεων της πλασματικής οικονομίας θα ήταν η εκμηδένιση της πραγματικής οικονομίας˙ ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, παρότι ένα χιλιοστό της διαθέσιμης πυρηνικής ισχύος αρκεί για να τον καταστρέψει. Ο τρίτος κόσμος αλλά και ο υπόλοιπος επιβιώνουν και όταν αναζητείται τρόπος να εξισορροπηθεί το χρέος τους, αρχίζει η κυκλοφορία του από τη μια τράπεζα στην άλλη, από τη μια χώρα στην άλλη, που το εξαγοράζουν αμοιβαίως˙ είναι ακριβώς με αυτόν τον τρόπο που θα καταλήξουμε να το ξεχάσουμε, θέτοντάς το στην αντίστοιχη τροχιά με τα πυρηνικά απόβλητα και ποιος ξέρει τι άλλο ακόμη.
Όταν το χρέος θα γίνει πολύ μεγάλο, θα αποπεμφθεί σε έναν εικονικό χώρο, όπου θα μοιάζει με μια παγωμένη καταστροφή σε τροχιά. Το χρέος γίνεται ένας δορυφόρος της γης, όπως ο πόλεμος και εκείνα τα κυμαινόμενα δισεκατομμύρια δολάρια που αποτελούν έναν σωρό ο οποίος γυρίζει ακατάπαυστα γύρω από τη γη. Και χωρίς αμφιβολία είναι καλύτερο που συμβαίνει έτσι. Όσο βρίσκονται σε τροχιά, ακόμη κι αν πρέπει κάποια στιγμή να εκραγούν στον χώρο (όπως τα χαμένα δισεκατομμύρια στο κραχ του 1987), ο κόσμος δεν αλλάζει˙ αυτό είναι ότι καλύτερο μπορούμε να ευχόμαστε. Η ορθολογική ελπίδα να συμφιλιώσουμε την πλασματική οικονομία με την πραγματική είναι καθ’ ολοκληρία ουτοπική: εκείνα τα δισεκατομμύρια δολάρια υπάρχουν μόνο εικονικά και δεν υφίστανται σύμφωνα με τους όρους της πραγματικής οικονομίας. Αν ως εκ θαύματος μπορούσαν να εισαχθούν εκ νέου στην πραγματική οικονομία, θα επρόκειτο πράγματι για μια καταστροφή. Με τον ίδιο τρόπο δεν προσπαθούμε να επανασυνδέσουμε τα δύο διαχωρισμένα μισά του πολέμου (όπως τα δύο μισά του Διχασμένου Υποκόμη του Ίταλο Καλβίνο): αφήνουμε τον εικονικό πόλεμο στην τροχιά του, γιατί το να μένει εκεί είναι αυτό που μας προστατεύει. Στην πιο ακραία του αφαίρεση, στην πιο τερατώδη εκκεντρικότητά του, το πυρηνικό είναι η καλύτερη μας προστασία. Συνηθίσαμε να ζούμε στη σκιά αυτών των τερατωδών εκκριμάτων: η βόμβα σε τροχιά, η χρηματιστική κερδοσκοπία, το παγκόσμιο χρέος, ο υπερπληθυσμός (για τον οποίο δεν έχουν βρεθεί ακόμη λύσεις τύπου τροχιάς, που θα αφορούσαν την κυκλοφορία και την κινητικότητα των πλεονασμάτων). Στη σημερινή τους κατάσταση εξορκίζονται μονάχα ως υπερβολές, ως υπερπραγματικότητα, αφήνοντας τον κόσμο κατά κάποια έννοια άθικτο, ελεύθερο στην απατηλότητά του.
Με τον Μαρξ φαντασιωθήκαμε το τέλος της πολιτικής οικονομίας, τη διάλυση των τάξεων και τη διαύγεια του κοινωνικού, όλα αυτά σύμφωνα με την αναπόφευκτη λογική της κρίσης του κεφαλαίου. Έπειτα φαντασιωθήκαμε την άρνηση των ίδιων των αξιωμάτων της πολιτικής οικονομίας και της ίδιας της μαρξιστικής κριτικής. Μια ριζοσπαστική εναλλακτική που αρνιόταν κάθε πρωτείο του οικονομικού και του πολιτικού, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Έτσι η πολιτική οικονομία καταργήθηκε απλώς σαν επιφαινόμενο, νικημένη από το ομοίωμά της και από μια ανώτερη λογική.
Σήμερα δεν μπορούμε ούτε καν να αφεθούμε σε αυτό το όνειρο του τέλους της πολιτικής οικονομίας. Αυτή εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια μας μεταλλασσόμενη σε μια διαοικονομία της κερδοσκοπίας, που χλευάζει την ίδια τη λογική της (τον νόμο της αξίας και της αγοράς, την υπεραξία, τη λογική του κεφαλαίου) και που συνεπώς δεν έχει πια τίποτα να κάνει με το οικονομικό και το πολιτικό. Ξεκάθαρα ένα παιχνίδι των κυμαινόμενων και αυθαίρετων κανόνων, ένα παιχνίδι καταστροφής. Η πολιτική οικονομία έχει τελειώσει, αλλά όχι έτσι όπως προβλέψαμε και κατά τρόπο εντελώς ιδιαίτερο: αγανακτισμένη μέχρι βαθμό παρωδίας. Η κερδοσκοπία δεν είναι πια υπεραξία αλλά πέρα από την αξία, μια έκσταση της αξίας, χωρίς αναφορά στην παραγωγή, ούτε στις πραγματικές της συνθήκες. Είναι η καθαρή (και κενή) μορφή, η ιδιωτική μορφή της αξίας που ασχολείται μονάχα με τη δική της επανάσταση (στην υπό τροχιά κυκλοφορία της). Η πολιτική οικονομία αποσταθεροποιούμενη από μόνη της, με μια τρομακτική και κατά κάποιο τρόπο ειρωνική διαδικασία, διαγράφει κάθε εναλλακτική. Γιατί τι μπορούμε να κάνουμε μπροστά σε ένα παιχνίδι ανατιμήσεων που, με τον τρόπο του, οικειοποιείται το σύνολο της συμβολικής ενέργειας του potlach, του πόκερ, για να προκαλέσει την ίδια τη λογική του; Είναι η μετάβαση στην αισθητική και παραληρηματική φάση της πολιτικής οικονομίας, που κατά βάθος την εξαλείφει με έναν τρόπο πολύ πιο αυθεντικό από ότι ήθελαν να κάνουν οι πολιτικές μας ουτοπίες.
Μπροστά σε αυτό το θανάσιμο άλμα, η θεωρία μπορεί να προβεί σε ένα διπλό θανάσιμο άλμα προκειμένου να αποκτήσει πλεονέκτημα;

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιταλική αναρχική επιθεώρηση «Volontà», νο 1-2, 1990.

.