Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ: μια συνέντευξη του Ζαν Μπωντριγιάρ στον Ενρίκο Μπάι


Με τον Ζαν Μπωντριγιάρ με συνδέει μια μακρά φιλία. Προσφάτως κυκλοφόρησε ένα δοκίμιο το οποίο αυτός θεωρεί ως ένα από τα βασικότερά του, δίπλα στην Καταναλωτική κοινωνία, τη Συμβολική ανταλλαγή και ο θάνατος, τη Γοητεία και τις Μοιραίες στρατηγικές. Πρόκειται για το βιβλίο Η αδύνατη ανταλλαγή (εκδόσεις Galilée), το οποίο βασίζεται σε τρία θεωρήματα. Το πρώτο αφορά την ακατανοησία του κόσμου, δηλαδή μοιάζει λες και το καθήκον της ανθρώπινης σκέψης είναι να τον καταστήσει ακόμη πιο αινιγματικό και ακατανόητο. Το δεύτερο θεώρημα υποστηρίζει ότι αυτός ο παραληρηματικός μας κόσμος πρέπει να παρατηρηθεί από μια παραληρηματική οπτική γωνία. Το τελευταίο σημείο αφορά το παιχνίδι και τον παίκτη, με τον ισχυρισμό ότι ο παίκτης δεν μπορεί ποτέ να είναι μεγαλύτερος από το ίδιο το παιχνίδι. (Ενρίκο Μπάι)

Μπάι: Στο τελευταίο σου βιβλίο εδραιώνεις την άποψη ότι αυτή η τυχαία και κατακερματισμένη κοινωνία κυριαρχείται από την αρχή της αβεβαιότητας. Όμως πρόκειται για μια δημιουργική και συνεπώς θετική αβεβαιότητα.

Μπωντριγιάρ: Υπάρχει μια ασταθής συνθήκη την οποία μπορούμε να εκμεταλλευτούμε, δεν λέω με θετικούς όρους, δεν αγαπώ αυτό το επίθετο, αλλά για ποιητικούς σκοπούς, μοναδικούς. Θέλω να πω ότι αυτή η ίδια η συνθήκη, η αβεβαιότητα, μπορεί να είναι αγχώδης, όμως μπορεί να είναι και συναρπαστική, υπό τον όρο να καταστεί ένα παιχνίδι και συνεπώς να καταστεί η αρχή της αβεβαιότητας ένας κανόνας, ο κανόνας του παιχνιδιού. Δεν θα έχει να κάνει αναγκαστικά με ένα παιγνιώδες παιχνίδι και πολύ περισσότερο με τα βιντεοπαιχνίδια. Υπαινίσσομαι κυρίως την αρχή ενός αυθαίρετου παιχνιδιού, στο οποίο, ωστόσο, υπάρχει ένας κανόνας, αυθαίρετος μεν αλλά όχι τυχαίος. Το παιχνίδι του σκακιού, τα παιχνίδια με χρήματα, μπορούν επίσης να είναι αυθαίρετα και τυχαία, ωστόσο εμπεριέχουν έναν κανόνα. Λέω έναν κανόνα, όχι έναν νόμο.

Μπάι: Έναν κανόνα που δεν πρέπει να παραβιάζεται.

Μπωντριγιάρ: Όχι. Τον νόμο μπορείς να τον παραβιάσεις και μάλιστα θα λέγαμε ότι ο νόμος έγινε για να παραβιάζεται. Ο κανόνας, αντιθέτως, έχει φτιαχτεί για να τηρείται˙ όμως στο εσωτερικό του κανόνα μπορείς να αλλάξεις τα όρια του πραγματικού μέσω των δικών σου νόμων και της δικής σου αρχής της οικονομίας και συνεπώς μπορεί να καταλήξεις να βρεθείς πέρα από το οικονομικό, πέρα από τα πράγματα. Ο παίκτης  μπορεί να καταλήξει σε κάτι τέτοιο τιθέμενος πέραν: όμως το παιχνίδι, κατά τη γνώμη μου, είναι μια δυαδική αρχή, δεν είναι μια ατομική αρχή. Συνεπώς ο κανόνας παραμένει υπέρτερος. Παίζεις γιατί υπάρχει ένας κανόνας, συνεπώς παίζεις σύμφωνα με τον κανόνα. Ο παίκτης δεν μπορεί να τον καταστρέψει, γιατί σε αυτή την περίπτωση δεν θα είναι πλέον δυνατό το παιχνίδι. Ο νόμος, αντιθέτως, μπορεί να παραβιαστεί˙ παραμένει ένας παραβιασμένος νόμος που στη συνέχεια θα παραβιαστεί κι άλλες φορές και όλα θα συνεχίζονται όπως πρώτα.

Μπάι: Όμως υπάρχουν και συλλογικά παιχνίδια, ομαδικά…

Μπωντριγιάρ: Αυτά είναι παιχνίδια ανταγωνιστικά, είναι κάτι άλλο. Ο Ροζέ Καγιουά είχε διακρίνει τέσσερις κατηγορίες στο παιχνίδι: Μίμησις, δηλαδή η αναπαράσταση και το θεατρικό παιχνίδι˙ Αγών, δηλαδή ο ανταγωνισμός˙ Τύχη, δηλαδή τα τυχερά παιχνίδια˙ Ίλιγγος, δηλαδή τα ιλιγγιώδη παιχνίδια. Εύρισκα ανέκαθεν ιδιοφυή αυτή τη διάκριση, αφού σε όλα τα δημιουργικά έργα, είτε αυτά είναι αντικείμενα, ζωγραφιές, φωτογραφίες ή συμβάντα, είναι αναγκαίο  να υπάρχει ένα αναπαραστατικό μέρος, ανταγωνισμός, ο τζόγος της τύχης αλλά και μια αίσθηση ιλίγγου.

Μπάι: Στο βιβλίο σου μοιάζει να εξομοιώνεις με την ανάγκη για απόδραση.

Μπωντριγιάρ: Η απόδραση είναι μια θεώρηση εύκολη, σχεδόν περιθωριακή της πραγματικότητας, ενώ όταν εγώ μιλώ για παιχνίδι μιλώ για το μεγάλο παιχνίδι του κόσμου, αυτού του κόσμου που είναι ένα παιχνίδι αλλά και παίζει και ο ίδιος. Εδώ δεν παίζουμε κρυφτό, καθώς συμμετέχουμε πλήρως σε αυτό και πολλά πράγματα ανάγονται στο παιχνίδι. Και η γοητεία είναι ένα παιχνίδι, ανάμεσα σε δύο υπάρξεις φυσικά.

Μπάι: Αναφερόμενος στη γραφή, μιλάς για την εικονική, αυτόματη γραφή…

Μπωντριγιάρ: Η εικονική αυτόματη γραφή, βάσει των όρων των νέων εικονικών και πληροφοριακών τεχνολογιών, σημαίνει την τάση παραγωγής ενός κόσμου που εκτυλίσσεται μόνος του. Σε αυτό το σημείο είναι η τεχνολογία που βαδίζει μόνη της, είναι η αυτόματη γραφή της τεχνικής που βαδίζει χωρίς υποκείμενο. Να τι συμβαίνει στο εικονικό: δεν υπάρχει πλέον υποκείμενο, είναι ο υπολογισμός που λειτουργεί μόνος του, είναι ο αριθμός, είναι η λογικο-μαθηματική σύνθεση, είναι η αυτοπαραγωγή ενός συστήματος που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του κατά τρόπο ταυτολογικό.

Μπάι: Η ιδέα της αιώνιας επιστροφής, για την οποία μιλάς στο νέο σου βιβλίο, προϋποθέτει μια κυκλική κίνηση αντίθετη με εκείνη την ιστορική γραμμική του γίγνεσθαι χωρίς επιστροφή.

Μπωντριγιάρ: Μπορούμε σαφώς να φανταστούμε έναν κύκλο στον οποίο καταλήγουμε να βρισκόμαστε πάντοτε στο ίδιο σημείο. Η αιώνια επιστροφή είναι ένα σημείο, όπως λέει ο Νϊτσε, που είναι πάντοτε το ίδιο σημείο. Μπορούμε να υποθέσουμε την ύπαρξη τριών μορφών του χρόνου. Πρώτα απ’ όλα υπάρχει ο κυκλικός χρόνος, που είναι ο μυθολογικός χρόνος περασμένων κουλτούρων. Έπειτα υπάρχει ο γραμμικός χρόνος, που είναι ο ιστορικός χρόνος. Σήμερα βρισκόμαστε στον πραγματικό χρόνο, που δεν είναι πλέον ο ιστορικός χρόνος, αλλά ο χρόνος στον οποίο βρισκόμαστε ταυτοχρόνως σε όλα τα μέρη του κόσμου και σε όλες τις γωνίες του χρόνου. Πρόκειται για μια «φρακταλοποίηση» του γραμμικού χρόνου, που είναι το αποτέλεσμα ενός συνόλου φράκταλ, κάτι που μας απομακρύνει πολύ από τον κυκλικό χρόνο. Δηλαδή ο κυκλικός χρόνος εξαφανίζεται στον γραμμικό χρόνο και ο γραμμικός χρόνος εξαφανίζεται στον πραγματικό χρόνο. Μπορούμε σαφώς  να πούμε ότι πρώτα υπήρχε ένας κύκλος, μετά μια ευθεία γραμμή και τελικά μια ευθεία γραμμή αποτελούμενη από μια σειρά σημείων.

Μπάι: Σε σχέση με τον χρόνο εισάγεις την αντίθεση ανάμεσα σε δύο έννοιες που θα μπορούσαν να εξομοιωθούν: την έννοια της αλλαγής και αυτή του γίγνεσθαι.

Μπωντριγιάρ: Η μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στην αλλαγή και το γίγνεσθαι είναι σημαντική και ήδη προφανής ανάμεσά μας. Ο Νίτσε, μιλώντας για τα σύγχρονα άτομα, υποστηρίζει: «Αυτά αλλάζουν, αλλάζουν συνεχώς, αλλά δεν γίνονται ποτέ κάτι». Αυτό το γεγονός το ζούμε καθημερινά και αυτή η παρατήρηση ισχύει επίσης για τα συμβάντα και την πληροφορία. Αυτή η αλλαγή χωρίς γίγνεσθαι είναι ο κόσμος του εικονικού. Είναι η δυνατότητα υιοθέτησης όλων των μορφών που είναι χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης εργασίας και συνιστά ένα είδος μορφισμού. Και ο μορφισμός σε αυτή τη συνεχή τυπική αλλαγή είναι ακριβώς το αντίθετο της έννοιας της μεταμόρφωσης.

Μπάι: Υποστηρίζεις επίσης σε αυτό το βιβλίο ότι είναι η τηλεόραση που μας κοιτάζει, ότι είναι το βιβλίο που μας διαβάζει, ότι είναι η εικόνα που μας παρατηρεί.

Μπωντριγιάρ: Οι εικόνες, παρατηρώντας μας, γίνονται αυτόνομες, αποκτούν μια αυτόνομη δύναμη και μας κρατούν ομήρους. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να γινόμαστε εμείς οι ίδιοι μια εικόνα, χωρίς ταυτότητα, αν ποτέ υπήρξε μία τέτοια. Σε αυτό το σημείο, στην αλύσσωση των εικόνων, εμείς δεν είμαστε παρά ένας κρίκος. Δεν υπάρχει πλέον το υποκείμενο που κοιτάζει διαθέτοντας μια αρχή κρίσης, απόλαυσης ή κάτι άλλο. Στη θέση όλων αυτών υπάρχει ένα πέρασμα εικόνων σε μια μαγνητική συχνότητα. Και εκεί ξαναβρίσκουμε ένα είδος αυτόματης γραφής του εικονικού.

Μπάι: Όπου το άτομο χάνεται ακριβώς μέσα στην εικόνα του…

Μπωντριγιάρ: Η ατομικότητα είναι ένα είδος αναπαραστατικού μοντέλου, που υπάρχει εφόσον υπάρχει ένα είδος συναίνεσης, όμως είναι ένα σύστημα αξιών άκρως εύθραυστο.

Μπάι: Κατά τη γνώμη σου όλες οι υπερβατικές αξίες έχουν απορροφηθεί από την τεχνολογία, η οποία έχει γίνει το σύμβολο του Καλού, ενώ η υπέρβαση έχει εγκαταλειφθεί στις δυνάμεις του Κακού. Και παραθέτεις τον Τσερονέτι, για τον οποίο η αρετή δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα μέσα μεταφοράς.

Μπωντριγιάρ: Αυτό που λέει ο Τσερονέτι είναι μία μεταφορά, που ισχύει όταν λέμε ότι τα παραδοσιακά μέσα δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα ΜΜΕ. Όσον αφορά το κακό και το καλό, αυτά είναι η αντανάκλαση του ενός στο άλλο: είναι ασύμμετρα. Και ο λόγος για το καλό και το κακό έχει να κάνει με μια μορφή, αυτή του παγόβουνου. Το καλό είναι πάνω, χωρισμένο από το κάτω μέρος, που είναι πολύ μεγαλύτερο, από μια ίσαλο γραμμή, η οποία είναι μια γραμμή ταλαντευόμενη. Το κακό, είναι κάτω, δεν το βλέπουμε. Αυτή η φιγούρα του παγόβουνου συγκρούεται, στην πραγματικότητα, όπως και στη φαντασία, με το δυαδικό της ομόλογο, που είναι ο Τιτανικός. Και συμβαίνει αυτό που συμβαίνει. Ακόμη και στα μεγάλα σκάφη υπάρχει μια ίσαλος γραμμή που χωρίζει την επιφάνεια από το βυθισμένο μέρος. Το τέλειο έγκλημα, διαπραττόμενο στο όνομα του καλού, συνίσταται στην οργάνωση ενός τεχνικού και τεχνητού σύμπαντος στερούμενου αντισωμάτων, του οποίου ο Τιτανικός θα έπρεπε να είναι το τέλειο σύμβολο. Ένας κόσμος φτιαγμένος για να ικανοποιεί τις επιθυμίες μας. Ο λόγος περί επιθυμίας είναι ένας λόγος μερικός, χωριστός από τη γοητεία, γιατί η γοητεία παίζει με την επιθυμία, αλλά δεν είναι η επιθυμία. Τώρα πια ακόμη και στο σεξουαλικό η επιθυμία είναι μια δευτερεύουσα ενσάρκωση. Η επιθυμία έχει καπαρώσει το σεξουαλικό καθιστώντάς το αμφίθυμο και κατά συνέπεια το σεξουαλικό έχει γίνει τα πάντα και τίποτα: ο λόγος για το σεξ είναι τώρα πια ένας λόγος της κάλυψης.

Μπάι: Αίσθηση, επιθυμία, χαρά. Τι ψάχνει ο άνθρωπος μέσω της εικονικής εικόνας;

Μπωντριγιάρ: Αν οι άνθρωποι ψάχνουν αυθεντικές και ευφυείς μηχανές είναι γιατί δεν πιστεύουν πια στην αυθεντικότητά τους, συνεπώς θέλουν να απελευθερωθούν από την ίδια τους την αντανάκλαση τους και από την ίδια τους τη γνώση. Κι έτσι οι υπολογιστές είναι προϊόντα μειονεκτικών και παράγουν μειονεκτικούς, άτομα που στερούνται εν μέρει της λειτουργίας τους.


Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

Glory days



Είχα προγραμματίσει να ταξιδέψω στη Ρώμη μεταξύ 7ης και 9ης Δεκεμβρίου του σωτηρίου έτους 2021, αλλά όντας ανεμβολίαστος και πληροφορηθείς την επικείμενη σκλήρυνση των μέτρων στη γείτονα εις βάρος ανθρώπων όπως εγώ, αποφάσισα να επισπεύσω το ταξίδι, μπας και προλάβω κάποια πράγματα, δηλαδή την επίσκεψη σε βιβλιοπωλεία, εστιατόρια, καφέ, ή τη χρήση των μαζικών μέσων μεταφοράς χωρίς την επίδειξη rapid test, που έτσι κι αλλιώς ήμουν υποχρεωμένος να έχω κάνει για να μπορέσω να ταξιδέψω, αλλά μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου δεν χρειαζόταν να το επιδεικνύω σε κάθε μου είσοδο στους προαναφερθέντες χώρους. Βεβαίως θα έχανα την έκθεση βιβλίου Piu libri piu liberi, που ήταν ο βασικός μου λόγος επίσκεψης στη Ρώμη, αλλά από το ολότελα… (δεν το συνεχίζω για ευνόητους λόγους). Προκειμένου να πραγματοποιήσω το ταξίδι μου, πέρα από τα κλασικά ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο, ταυτότητα…) χρειαζόταν να υποβληθώ σε rapid test, τόσο για την είσοδο μου στην Ιταλία όσο και για την επάνοδο μου στην Ελλάδα, αλλά και να διαθέτω το περίφημο EU Digital Passenger Locator Form (dPLF), δηλαδή ένα έγγραφο εφοδιασμένο με έναν μοναδικό κωδικό, όπου πέρα από τις πληροφορίες για την πτήση μου προς και από Ιταλία, θα αναγράφονταν το κινητό μου τηλέφωνο, ο αριθμός της αστυνομικής μου ταυτότητας, το e-mail μου, η σταθερή μου διεύθυνση στην Ελλάδα, η προσωρινή μου διεύθυνση στη χώρα επίσκεψης, τα πλήρη στοιχεία ενός ατόμου για έκτακτη ενημέρωση σε περίπτωση προβλήματος, αλλά και η δήλωσή μου ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία είναι σωστά. Ως ευυπόληπτος πολίτης, πριν την αναχώρησή μου προέβην στον απαραίτητο ιατρικό έλεγχο, ενώ είχα έτοιμα και όλα τα απαραίτητα έγγραφα για το ταξίδι μου. Και μάλιστα διπλοτυπωμένα, αφού το κινητό τηλέφωνο που διαθέτω είναι μόνο για τηλεφωνικές κλήσεις, λήψη περιορισμένου αριθμού φωτογραφιών και την  πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω e-banking, κι έτσι δεν έχω τη δυνατότητα επίδειξης αυτών των εγγράφων και των αντίστοιχων κωδικών τους μέσω της τηλεφωνικής συσκευής.

Στην Ιταλία, λίγο-πολύ, έκανα όσα είχα προγραμματίσει, παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, δηλαδή συνεχείς βροχοπτώσεις, που ενίοτε ήταν τόσο έντονες ώστε να γίνεται πολύ δύσκολη μέχρι και αδύνατη η μετακίνηση, τουλάχιστον με τα πόδια (και αν δεν περπατήσεις στη Ρώμη πού θα περπατήσεις;). Πέρα από τα βιβλιοπωλεία, το αρνητικό rapid test μου έδινε τη δυνατότητα να επισκεφτώ και εκθέσεις, κι έτσι πήγα σε μια μικρή αναδρομική έκθεση του φλωρεντινού Βινίτσο Μπέρτι (ζωγράφου και σχεδιαστή κόμικς, από τις κορυφαίες φιγούρες του ιταλικού astrattismo) και σε άλλη μία του μιλανέζου Μπρούνο Μουνάρι (τεράστιου σχεδιαστή, μέχρι και παιδικών, μαθησιακών και μη αντικειμένων), όπου πέρα από την επίδειξη του rapid test, υπεβλήθη και σε θερμομετρικό έλεγχο μέσω μιας οθόνης στην οποία έβλεπα την εικόνα μου και προφανώς ήταν συνδεδεμένη με θερμόμετρο. Λόγω του κρύου, στην αρχή σκέφτηκα ότι μπορεί να είχα υποθερμία και συνεπώς πρόβλημα εισόδου, όμως τελικά τίποτα τέτοιο δεν συνέβη και μπόρεσα να δω και τις δύο μικρές, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες, εκθέσεις. Και επειδή αναφέρθηκα στη βροχή, πριν πάω στην έκθεση του Μπέρτι σκέφτηκα να πιω τον μεσημεριανό καφέ μου στη βία Βένετο που είναι κοντά στον χώρο της έκθεσης, όταν ξέσπασε μια απίστευτη μπόρα και να ’μαι εγώ να πίνω καφέ και να καπνίζω το τοσκάνο μου υπό την προστασία μιας μεγάλης ομπρέλας με τη συμπαθέστατη και λίαν εξυπηρετική γκαρσόνα να με κοιτάζει κάπως περίεργα για την επιλογή μου (δηλαδή να κάθομαι έξω και να διαβάζω αμέριμνος το τελευταίο πόνημα του Πάολο Βίρνο Περί αδυναμίας, πίνοντας και καπνίζοντας, ενώ γύρω μου γινόταν κυριολεκτικά βρόχινος χαμός). Το βράδυ της Τετάρτης 1ης Δεκεμβρίου στον κατειλημμένο χώρο ESC atelier στο Σαν Λορέντσο που απειλείται με εκκένωση, γινόταν η παρουσίαση του πολύ ενδιαφέροντος συλλογικού βιβλίου Umanità a perdere. Sindemia e reristenze, έκδοση του Osservatorio sulla Repressione, στην οποία επίσης παραβρέθηκα μετά την απόλαυση μιας πίτσας με προσούτο και ρόκα (παραβιάζοντας τους διατροφικούς μου κανόνες) στη καλύτερη πιτσαρία (κατά τη γνώμη μου) της Ρώμης, τη Formula 1 (επίσης στο Σαν Λορέντσο).

Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, έσπευσα να κάνω το απαραίτητο rapid test για την επάνοδό μου στην Ελλάδα. Μετά από εξονυχιστικό έλεγχο των εγγράφων στο αεροδρόμιο της Ρώμης, επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο, όπου λίγο πριν την προσγείωση ανακοινώθηκε ότι κάποιοι-ες από τους επιβάτες θα περνούσαν δειγματοληπτικό έλεγχο για κορονοϊό. Από τη μικρή μου πείρα όσον αφορά τέτοιου τύπου ελέγχους, θεώρησα ότι μπορεί να περνούσα ή και να μην περνούσα μια ανάλογη διαδικασία, αλλά καλού-κακού είχα έτοιμο προς επίδειξη το rapid test μου (εννοείται αρνητικό). Όμως πλησιάζοντας στο σημείο ελέγχου, τα εντεταλμένα όργανα της τάξης ζητούσαν την επίδειξη όχι του rapid test, πιστοποιητικού νόσησης ή εμβολιασμού, αλλά του PLF και μάλιστα από όλους τους επιβάτες, όχι δειγματοληπτικά. Και τότε, ως εκ θαύματος, το μηχάνημα του οργάνου της τάξης, αφού τοποθετήθηκε πάνω στον μοναδικό κωδικό (Unique Code) που φέρει αυτό το έγγραφο, έβγαλε ένα κόκκινο φως και αμέσως παραπέμφθηκα για έλεγχο μέσω και πάλι rapid test. Επαναλαμβάνω για όσες-ους δεν το κατάλαβαν, ότι δεν ελέγχθηκα βάσει του rapid test, του πιστοποιητικού νόσησης ή εμβολιασμού, αλλά βάσει του PLF και του Unique Code. Οδηγήθηκα στον χώρο του τεστ, όπου η ευγενική υπάλληλος, αφού το έκανε, μου ανακοίνωσε ότι το αποτέλεσμα θα το λάμβανα αργότερα στο κινητό μου. Επειδή στο αεροδρόμιο με ανέμεναν η πολυαγαπημένη μου Άννα και ο λατρευτός μου Ερρίκος, υπέστην αγογγύστως τη διαδικασία και έσπευσα στην έξοδο και στην αγκαλιά τους. Καμιά ώρα μετά, έλαβα μήνυμα με την αρνητικότητα του τεστ στο οποίο είχα υποβληθεί. Την επομένη, επικοινώνησα με τας αρμοδίους αρχάς, προκειμένου να λάβω τη διήμερη δυνατότητα κυκλοφορίας στους «απαγορευμένους τόπους» που εξασφαλίζει το αρνητικό test και τότε έμαθα ότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, αφού δεν είχα πληρώσει γι’ αυτό. Το γεγονός δηλαδή ότι υπεβλήθην σε υποχρεωτικό έλεγχο και ότι πληρώνω εδώ και τριάντα τρία χρόνια τις ασφαλιστικές μου εισφορές (που καλύπτουν και το υγειονομικό κόστος εξετάσεων και περίθαλψης) αλλά και τους φόρους που αναλογούν στην επαγγελματική μου δραστηριότητα, δεν είχε καμία σημασία.

Όμως το σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αυτό, αλλά το ότι το έγγραφο το οποίο με οδήγησε σε περαιτέρω έλεγχο δεν ήταν η γνησιότητα ή μη του υγειονομικού μου εγγράφου, αλλά το ταξιδιωτικό έγγραφο PLF. Στο οποίο, απ’ ότι φαίνεται, αναγραφόταν ήδη ότι οφείλω να υποβληθώ έτσι κι αλλιώς σε έλεγχο. Επειδή είμαι ανεμβολίαστος; Ή για κάποιον άλλο λόγο; Το αφήνω στην κρίση του καθενός και της καθεμιάς. Και επειδή έχει τύχει να εκδώσω τόσο το κείμενο του Ζυλ Ντελέζ για την Κοινωνία του Ελέγχου όσο και τα κείμενα του Τζόρτζο Αγκάμπεν για την πολιτική αντιμετώπιση της πανδημίας εκ μέρους των κρατούντων, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι το δυστοπικό σενάριο περί διακρίσεως των πολιτών ανάλογα με την ιατρική τους κατάσταση έχει ήδη ενεργοποιηθεί. Πάσα αντίρρηση δεκτή, αλλά μένει να αποδειχτεί. Εγώ απλώς παραθέτω τη δική μου εμπειρία σε σχέση μάλιστα με έναν από τους θεμελιώδεις κανόνες του φιλελεύθερου δικαίου, δηλαδή το δικαίωμα απρόσκοπτης και ελεύθερης μετακίνησης εφόσον ο πολίτης δεν έχει ενταχθεί, για διάφορους λόγους, κυρίως ποινικής αλλά και πολιτικής φύσης, σε οποιαδήποτε μορφή απαγόρευσης ή προληπτικού ελέγχου των κινήσεών του.

Και κάτι τελευταίο. Στη Ρώμη έμαθα ότι όντας εξηντάρης, πρέπει να εμβολιαστώ, αλλιώς, πέρα από τις ήδη εφαρμοζόμενες απαγορεύσεις, με περιμένει, σε περίπτωση άρνησης, διοικητικό πρόστιμο 100 ευρώ μηνιαίως. Οπότε, και σε άλλα με υγεία!

 

Παναγιώτης Καλαμαράς            


Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Η εποχή του καλαμαριού; - Franco Berardi “Bifo”



Όταν ένας ιός άρχισε να διαδίδεται στην ανθρώπινη βιόσφαιρα και, μεταλλασσόμενος ταχέως σε πληροφο-ιό, να μολύνει μήνα με τον μήνα την ψυχόσφαιρα, αρχικά σκεφτήκαμε ότι η νεοφιλελεύθερη εποχή πλησίαζε στο τέλος της. Οι άνθρωποι καλούνταν να αντιμετωπίσουν έναν κοινό εχθρό στον οποίο η ιδιωτικοποίηση της υγείας είχε ανοίξει τις πόρτες και κάτι τέτοιο προϋπόθετε μια κάποια αλληλεγγύη. Επρόκειτο για μια ψευδαίσθηση. Όταν εμφανίστηκε στη σκηνή το εμβόλιο, εξαφανίστηκε η αδελφοσύνη και η κυρίαρχη φυλή οικειοποιήθηκε τον σωτήριο ορρό. Το εμβόλιο που σε μας, τους ανθρώπους του βορρά, επιβλήθηκε σαν άδεια πρόσβασης στα εστιατόρια και τη δουλειά, στον νότο του κόσμου, ωστόσο, το αρνούνται σε όποιον δεν έχει τα χρήματα για να το πληρώσει.

Οι μεγάλες φαρμακολογικές εταιρείες, υποστηριζόμενες από τη δυτική πολιτική τάξη, πολλαπλασίασαν τα κέρδη τους χάρη στην αρπαγή ενός κοινού αγαθού που χρηματο-δοτήθηκε από τα κράτη, παρήχθη από μισθωτούς εργαζόμενους στην έρευνα και απαλλοτριώθηκε παρανόμως από τις χρηματιστικές εταιρείες που κατέχουν τις μετοχές της Big Farma. Άρχισε τότε η αντιπαράθεση για ποιος θα μπορούσε να εμβολιαστεί με μία, δύο και στη συνέχεια τρεις, τέσσερις δόσεις ενός ορρού, που σαφώς μειώνει τη θνησιμότητα του ιού, αλλά δεν μας απελευθερώνει από τον τρόμο που εδώ και ενάμισι χρόνο διαχέεται σε τεράστιες δόσεις καθημερινά από το σύνολο της βιοπολιτικής εξουσίας. Μολονότι στην Ιταλία οι ασθενείς στις μονάδες εντατικής θεραπείας είναι σχεδόν μηδενικοί, η διάδοση του ιού πολύ μειωμένη και οι νεκροί από τον Covid μόνο λίγες δεκάδες την ημέρα, ο μεντιακός θόρυβος του ιού καλύπτει κάθε άλλο ήχο. Η μηχανή της παραγωγής του πανικού δεν σταματάει ούτε ένα λεπτό.

Η εκστρατεία του πανικού έχει πιθανώς σώσει τη ζωή πολλών υπερηλίκων, δεν το αρνούμαι. Όμως πόσους νέοι σκοτώνει, πόσους θα σκοτώσει τα επόμενα χρόνια, η εκστρατεία του πανικού; Και προπάντων, σε πείσμα όσων περίμεναν ότι το κοινωνικό συμφέρον θα υπερτερούσε του ιδιωτικού, η νεοφιλελεύθερη εξουσία μπήγει τα δόντια της στο ζωντανό και πονεμένο σώμα μιας ανθρωπότητας ανίκανης να επιδείξει αλληλεγγύη, αυτονομία, εξεγερτικότητα: το Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης είναι η τελική επίθεση ενάντια στα δικαιώματα της εργασίας, η απόλυτη ελαστικοποίηση της κοινωνικής ζωής. Μια ανθρωπότητα τρομοκρατημένη και άψυχη: ιδού το όνειρο των νεοφιλελεύθερων δουλοκτητών, που ο ιός έκανε πραγματικότητα. Γι’ αυτό οι σειρήνες του πανικού δεν σταματούν να ηχούν, κρατώντας μας σε μια κατάσταση αμοιβαίας δυσπιστίας και φόβου.

Σήμερα, όμως, μια απειλητική μάζα εξεγείρεται απέναντι στην υγειονομική πειθαρχία. Οι λιμενεργάτες στην Τζένοβα και το Τριέστε, οι εργαζόμενοι στις μεταφορές, ένας μεγάλος αριθμός διδασκόντων και υγειονομικών, αρνούνται το σωτήριο εμβόλιο. Είναι όλοι τους φασίστες; Οι δεκάδες χιλιάδες που κατεβαίνουν στον δρόμο κάθε εβδομάδα για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στον εμβολιαστικό εκβιασμό είναι όλοι τους φασίστες; Εγώ πιστεύω πως όχι. Όμως τότε πώς μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός ότι απορρίπτουν την επιστημονική ορθολογικότητα; Και πώς μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός ότι επιμένουν πεισματωδώς να υποκύψουν, με τον κίνδυνο να μολύνουν τους συμπολίτες τους;

Ότι απορρίπτουν την επιστημονική ορθολογικότητα δεν είναι άλλωστε κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει, δεδομένου ότι η επιστήμη, με τις τεχνικές εφαρμογές της, χρησιμοποιείται συστηματικά από την οικονομική και στρατιωτική εξουσία για να υποτάσσει, να εκμεταλλεύεται, να δολοφονεί. Άλλωστε, όποιος έχει διαβάσει τον Μισέλ Φουκώ ή τον Ιβάν Ίλιτς, θα έπρεπε να είχε μάθει να δυσπιστεί απέναντι στην απόλυτη πίστη στο επιστημονικό δόγμα. Η κουλτούρα no vax αντιπαραθέτει στον επιστημονικό δογματισμό έναν θεαματικό δογματισμό, που συχνά μοιάζει ακατανόητος, όμως τα λογικά επιχειρήματα μοιάζουν να μην αγγίζουν τη συνωμοσιολογική προκατάληψη που αποδίδει στο εμβόλιο μια κακή ισχύ. Ας το καταλάβουμε: είναι άχρηστο να αντιπαραθέτουμε στον συνωμοσιολογικό ανορθολογισμό τα καθησυχαστικά κηρύγματα του τεχνικού λόγου. Πρέπει, αντιθέτως, να ερμηνεύσουμε την αντίσταση στο εμβόλιο ως ένα σύμπτωμα: το σύμπτωμα ενός ανήμπορου πόνου, που προσπαθεί να πάρει εκδίκηση για την ταπείνωσή του.

Ένα μέρος του πληθυσμού ταυτίζει, κατανοητά, τη λογική και την τεχνική με τη βία της τεχνο-χρηματιστικής εξουσίας. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο προειδοποιούσαν το 1941: «Αν ο σύγχρονος Λόγος δεν είναι ικανός να δει τη σκοτεινή πλευρά των αποτελεσμάτων του ίδιου του Λόγου, είναι προορισμένος να καλυφθεί από το σκοτάδι». Η παντοδυναμία του τεχνικού Λόγου είναι μια προκατάληψη του Διαφωτισμού, κάτι που προκαλεί την οργή των αδυνάμων, εκείνων που ταπεινώνονται από την παντοδυναμία του κεφαλαίου παντρεμένου με την τεχνική. Στην αντίσταση απέναντι στο εμβόλιο πρέπει να δούμε ένα είδος κοινωνικής εκδίκησης για τις δεκαετίες συνεχούς φτωχοποίησης, αυξανόμενης ανισότητας, αλαζονείας της χρηματιστικής εξουσίας.

Τους μήνες του lockdown του 2020 (που στη μνήμη μου έρχονται τώρα σαν μια ευτυχισμένη περίοδος σιωπής, με τη συμπόνια να έμοιαζε να επικρατεί του μίσους), ένιωσα ευφορία βλέποντας στο Netflix τα επεισόδια της σειράς La Casa de Papel: μια ομάδα συμπαθητικών ληστών, ενωμένων με μια συνενοχική φιλία, παίρνουν από το εθνικό ισπανικό νομισματοκοπείο εκατομμύρια ευρώ και τα ρίχνουν από τον αέρα στα μαδριλένικα πλήθη. Πέρασε λίγο περισσότερο από ένας χρόνος και την τελευταία περίοδο την περνάω κοιτώντας τα βράδια τα πρώτα πέντε επεισόδια (από τα εννέα) του Squid Game, μιας σειράς που έχει σπάσει κάθε ρεκόρ θεαματικότητας παντού στον κόσμο. Η ιστορία είναι ανατριχιαστική, αλλά όσο και αν φαίνεται εκτός πραγματικότητας και ακραία, μοιάζει σαν η καλύτερη μεταφορά της κοινωνίας μετά από σαράντα χρόνια επιχειρηματικής ελευθερίας. Στα παιχνίδια του καλαμαριού, εκείνοι που νικάνε συσσωρεύουν ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες χρήματος, που πέφτει από ψηλά. Εκείνοι που χάνουν εξαλείφονται με μια σφαίρα στο κεφάλι. Καμία φιλία, καμία συνενοχή, μονάχα η ισορροπία της βίας κυριαρχεί στις κοινωνικές σχέσεις αυτού του παιχνιδιού.

Τι συνέβη αυτόν τον ενάμισι χρόνο; Και πού οδηγούμαστε στην αρχή αυτού του χειμώνα; Αύξηση των τιμών της ενέργειας, πείνα στην Αγγλία, πυρηνικά υποβρύχια στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανθρακωρυχεία που ξαναρχίζουν να δουλεύουν στην Κίνα, γιατί αφού πρώτα τα έκλεισαν, κατάλαβαν ότι δεν τους αρκεί η υπάρχουσα ενέργεια για τη μεγέθυνση. Η οικονομική μεγέθυνση τελείωσε. Ο καπιταλισμός είναι ένα πτώμα. Όμως εμείς είμαστε μέσα σε αυτό το πτώμα και δεν ξέρουμε πώς να βγούμε. Περιμένω με άγχος να δω πώς θα τελειώσει το Squid Game.

 

Δημοσιεύθηκε στον ιταλικό ιστότοπο Operaviva magazine, στις 16 Οκτώβρη 2021.

 

Υ.γ. [του μεταφραστή] Τη στιγμή που δημοσιεύεται εδώ το κείμενο του «Μπίφο», τα πράγματα όσον αφορά την πανδημία και τα παρεπόμενά της, σαφώς έχουν χειροτερεύσει. Όσον αφορά το Παιχνίδι του Καλαμαριού, χάρη στους καλούς φίλους Άννυ και Γιάννη, είχα την τύχη να το δω ολόκληρο, οπότε ξέρω και πώς τελείωσε. Πολύ καλή σειρά, τη συνιστώ ανεπιφύλακτα, ελπίζοντας μόνο ότι δεν θα συμβεί με αυτή ότι και με τη La Casa de Papel: δηλαδή, λόγω της μεγάλης επιτυχίας, να ακολουθήσουν και συνέχειες της, που το μόνο που κάνουν είναι να αποδυναμώνουν το αρχικό νόημα και να το κάνουν απλώς ακόμη πιο εμπορεύσιμο και θεαματικό, δηλαδή ακίνδυνο. Κάτι που άλλωστε συμβαίνει με όλες τις συνέχειες, είτε στον κινηματογράφο είτε στην τηλεόραση, έτσι δεν είναι; Πάντως, για όποια-ον ενδιαφέρεται και γνωρίζει αγγλικά, υπάρχει μια συνέντευξη του σκηνοθέτη Χουάνγκ Ντονγκ-Χιούκ στον Guardian στις 26 Οκτώβρη, που ξεκαθαρίζει αρκετά πράγματα και δείχνει και την πολιτική λογική του δημιουργού.   


Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Giorgio Agamben - Παρέμβαση στη Γερουσία, 7 Οκτώβρη 2021



Θα σταθώ μονάχα σε δύο σημεία, στα οποία θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή των μελών του κοινοβουλίου που θα πρέπει να ψηφίσουν για τη μετατροπή του διατάγματος σε νόμο.

Το πρώτο είναι η προφανής –υπογραμμίζω, προφανής– αντιφατικότητα του υπό συζήτηση διατάγματος. Γνωρίζετε ότι η κυβέρνηση με το συγκεκριμένο διάταγμα (επονομαζόμενο και «ποινική ασπίδα») νο 44 του 2021, που τώρα πάει να μετατραπεί σε νόμο, εξαιρείται κάθε ευθύνης για τις βλάβες που προκαλούνται από τα εμβόλια. Το πόσο σοβαρές μπορεί να είναι αυτές οι βλάβες προκύπτει από το γεγονός ότι το άρθρο 3 του διατάγματος μνημονεύει επακριβώς τα άρθρα 589 και 590 του ποινικού κώδικα, τα οποία αναφέρονται στην ανθρωποκτονία εξ αμελείας και στις βλάβες εξ αμελείας.

Όπως έχουν επισημάνει αξιοσέβαστοι νομικοί, το κράτος, αν και δεν νιώθει την ανάγκη να αναλάβει την ευθύνη για ένα εμβόλιο που δεν έχει ολοκληρώσει την πειραματική του φάση, προσπαθεί, ωστόσο, να υποχρεώσει με κάθε μέσο τους πολίτες να εμβολιαστούν, αποκλείοντάς τους, σε διαφορετική περίπτωση, από την κοινωνική ζωή και φτάνοντας τώρα, με το διάταγμα που καλείστε να ψηφίσετε, να τους στερεί ακόμη και τη δυνατότητα εργασίας.

Είναι δυνατόν να φανταστούμε μια κατάσταση νομικά και ηθικά πιο ανώμαλη; Πώς μπορεί το κράτος να κατηγορεί για ανευθυνότητα όποιον επιλέγει να μην εμβολιαστεί όταν είναι το ίδιο το κράτος που πρώτο αποποιείται τυπικά κάθε ευθύνη σε σχέση με τις πιθανές σοβαρές συνέπειες –θυμηθείτε την αναφορά στα άρθρα 589 και 590 του ποινικού κώδικα– του εμβολίου;

Θα ήθελα τα μέλη του κοινοβουλίου να σκεφτούν αυτή την αντίφαση, που κατά τη γνώμη μου σκιαγραφεί μια πραγματική νομική τερατωδία.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας δεν αφορά το ιατρικό πρόβλημα του εμβολίου, αλλά το πολιτικό του Greenpass, το οποίο δεν πρέπει να συγχέεται με πρώτο (έχουμε κάνει στο παρελθόν εμβόλια κάθε τύπου, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να επιδεικνύουμε ένα πιστοποιητικό για κάθε μας κίνηση). Επιστήμονες και γιατροί έχουν πει ότι το Greenpass δεν έχει καθαυτό καμία ιατρική σημασία, αλλά χρησιμεύει στο να υποχρεωθούν οι άνθρωποι να εμβολιαστούν. Εγώ, αντιθέτως, πιστεύω ότι πρέπει και μπορούμε να υποστηρίξουμε το αντίθετο, ότι δηλαδή το εμβόλιο είναι στην πραγματικότητα ένα μέσο για να υποχρεωθούν οι άνθρωποι να έχουν ένα Greenpass, δηλαδή έναν μηχανισμό που επιτρέπει τον έλεγχο και την ανίχνευση, σε έναν άνευ προηγουμένου βαθμό, των κινήσεών τους.

Οι πολιτειολόγοι γνωρίζουν εδώ και καιρό ότι οι κοινωνίες μας έχουν περάσει από το μοντέλο που συνηθιζόταν να αποκαλείται «κοινωνία της πειθαρχίας» σε αυτό της «κοινωνίας του ελέγχου», θεμελιωμένου στον, ουσιαστικά απεριόριστο, ψηφιακό έλεγχο των ατομικών συμπεριφορών, που γίνονται έτσι μετρήσιμες μέσω ενός αλγορίθμου. Τώρα πια έχουμε συνηθίσει αυτούς τους μηχανισμούς ελέγχου, όμως μέχρι ποιού σημείου είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχτούμε αυτό στο οποίο μας ωθεί ο συγκεκριμένος έλεγχος; Είναι δυνατόν οι πολίτες μιας κοινωνίας, που υποτίθεται πως είναι δημοκρατική, να βρεθούν σε μια κατάσταση χειρότερη από εκείνη των πολιτών της Σοβιετικής Ένωσης του Στάλιν; Γνωρίζετε ότι οι σοβιετικοί πολίτες ήταν υποχρεωμένοι να δείχνουν την «propiska» για να μετακινηθούν από τη μια περιοχή στην άλλη, όμως εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε ακόμη και για να πάμε στον κινηματογράφο ή στο εστιατόριο –και τώρα, κάτι πολύ πιο σοβαρό, για να πάμε στον τόπο της εργασίας μας. Και πώς είναι δυνατό να δεχτούμε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της Ιταλίας μετά τους φασιστικούς νόμους του 1938 που αφορούσαν τους μη άριους πολίτες, δημιουργούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, που υφίστανται περιορισμούς οι οποίοι, από αυστηρά νομική άποψη –υπογραμμίζω νομική–, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από αυτούς που καθιερώνονταν με εκείνους τους δυσοίωνους νόμους;

Όλα μας κάνουν να πιστεύουμε ότι τα διατάγματα-νόμοι που ακολουθούν το ένα το άλλο λες και εκπορεύονται από ένα μόνο άτομο, εντάσσονται σε μια πολύ ύπουλη διαδικασία μετασχηματισμού των θεσμών και των παραδειγμάτων κυβέρνησης, στον βαθμό που συμβαίνει, όπως στον φασισμό, χωρίς να αλλάζει το κείμενο του συντάγματος. Το μοντέλο, που με αυτόν τον τρόπο και σταδιακά ακυρώνεται και εξαλείφεται, είναι αυτό των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών με τα δικαιώματα και τις συνταγματικές εγγυήσεις τους, καθώς μπαίνει στη θέση του ένα παράδειγμα κυβέρνησης στο οποίο, στο όνομα της βιοασφάλειας και του ελέγχου, οι ατομικές ελευθερίες προορίζονται να υποστούν αυξανόμενους περιορισμούς.

Η αποκλειστική επικέντρωση της προσοχής στις μολύνσεις και στην υγεία, εμποδίζει, πράγματι, να αντιληφθούμε τον Μεγάλο Μετασχηματισμό που συμβαίνει στην πολιτική σφαίρα, αλλά και να κατανοήσουμε πώς, όπως οι ίδιες οι κυβερνήσεις δεν κουράζονται να μας θυμίζουν, η ασφάλεια και η επείγουσα κατάσταση δεν είναι προσωρινά φαινόμενα, αλλά συνιστούν τη νέα μορφή της κυβερνησιμότητας.

Υπό αυτή την προοπτική είναι περισσότερο από ποτέ επείγον τα μέλη του κοινοβουλίου να σκεφτούν με τη μέγιστη προσοχή τον σε εξέλιξη μετασχηματισμό, ο οποίος, μακροπρόθεσμα πρόκειται να αφαιρέσει από το κοινοβούλιο τις εξουσίες του, περιορίζοντάς το, όπως συμβαίνει τώρα, στην έγκριση, στο όνομα της βιοσφάλειας, διαταγμάτων που εκπορεύονται από οργανώσεις και άτομα που λίγη σχέση έχουν με το κοινοβούλιο.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021

Μια κοινότητα μέσα στην κοινωνία - Giorgio Agamben



Η Ιταλία, ως πολιτικό εργαστήριο της Δύσης, στο οποίο τυγχάνουν προκαταβολικά επεξεργασίας οι στρατηγικές των κυρίαρχων δυνάμεων στην πιο ακραία τους μορφή, είναι σήμερα μια χώρα ανθρωπίνως και πολιτικώς υπό διάλυση, στην οποία μια τυραννίδα χωρίς ενδοιασμούς και καθόλα αποφασισμένη, έχει συμμαχήσει με μια μάζα κατειλημμένη από έναν ψευδοθρησκευτικό τρόμο, έτοιμη να θυσιάσει όχι μόνο εκείνες που κάποτε αποκαλούνταν συνταγματικές ελευθερίες, αλλά και κάθε είδους θέρμη στις ανθρώπινες σχέσεις. Πράγματι, το να πιστεύεις ότι το green pass σημαίνει την επιστροφή στην κανονικότητα είναι στ’ αλήθεια αφελές. Έτσι όπως επιβάλλεται ήδη ένα τρίτο εμβόλιο, θα εισαχθούν νέα και θα κηρυχτούν νέες καταστάσεις ανάγκης και νέες κόκκινες ζώνες, στον βαθμό που η κυβέρνηση και οι εξουσίες που αυτή εκφράζει τις κρίνουν χρήσιμες. Και αυτοί που θα πληρώσουν το κόστος θα είναι in primis ακριβώς εκείνοι που υπάκουσαν απερίσκεπτα. Σε αυτές τις συνθήκες, χωρίς να εγκαταλείπεται κάθε πιθανό εργαλείο άμεσης αντίστασης, οφείλουν οι διαφωνούντες να σκεφτούν και να δημιουργήσουν κάτι όπως μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία, μια κοινότητα των φίλων και των πλησίον μέσα σε μια κοινωνία όπου απουσιάζει η φιλία και επικρατεί η απόσταση. Οι μορφές αυτής της νέας παρανομίας, που θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αυτόνομες από τους θεσμούς, θα υπόκεινται κατά καιρούς σε σκέψεις και πειραματισμούς, όμως μόνο αυτές θα είναι σε θέση να εγγυηθούν την ανθρώπινη επιβίωση σε έναν κόσμο που έχει αφιερωθεί σε μια λίγο-πολύ ενσυνείδητη αυτοκαταστροφή.

17 Σεπτέμβρη 2021

 

Η ελληνική μετάφραση του ανωτέρω κειμένου του Τζόρτζο Αγκάμπεν, που δημοσιεύθηκε στη στήλη του «Una voce» στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet, είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γιώργου Βλασσόπουλου, εμβληματικής φιγούρας του ελληνικού αναρχικού χώρου από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, συνιδρυτή της «Αναρχικής Αρχειοθήκης» και της μηνιαίας εφημερίδας «Διαδρομή Ελευθερίας».

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2021

Δεν συζητάμε τους εμβολιασμούς αλλά την πολιτική χρήση του Green Pass - Giorgio Agamben


Αυτό που προκαλεί εντύπωση στις συζητήσεις για το green pass και το εμβόλιο είναι ότι, όπως συμβαίνει όταν μια χώρα διολισθαίνει χωρίς να το καταλαβαίνει στον φόβο και στη μισαλλοδοξία –και αναμφιβόλως αυτό συμβαίνει σήμερα στην Ιταλία–, οι θεωρούμενες σαν αντίθετες απόψεις όχι μόνο δεν παίρνονται υπόψη στα σοβαρά, αλλά τυγχάνουν μιας βιαστικής άρνησης, όταν δεν γίνονται, καθαρά και ξάστερα, αντικείμενο σαρκασμών και προσβολών. Θα λέγαμε ότι το εμβόλιο έχει γίνει ένα θρησκευτικό σύμβολο το οποίο, όπως σε κάθε πίστη, χρησιμεύει ως το διακριτικό σύμβολο φίλων και εχθρών, σωσμένων και καταδικασμένων. Πώς μπορούμε να θεωρήσουμε σαν επιστημονική και όχι θρησκευτική μια θέση που αρνείται την εξέταση διαφορετικών θέσεων;

Γι’ αυτό είναι σημαντικό, πρώτα απ’ όλα, να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρόβλημα για μένα δεν είναι το εμβόλιο, όπως στις προηγούμενες παρεμβάσεις μου δεν ήταν η πανδημία, αλλά η πολιτική χρήση που τους γίνεται, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο, ήδη από τον αρχή, τυγχάνουν χειρισμού από τους κυβερνώντες.

Στους φόβους που εκφράστηκαν στο κείμενο που υπέγραψα εγώ και ο Μάσιμο Κατσάρι, κάποιος απρόσεκτα αντέταξε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε, «γιατί ζούμε σε δημοκρατία». Πώς είναι δυνατό να μην καταλαβαίνει ότι μια χώρα που τώρα πια εδώ και σχεδόν δύο χρόνια βρίσκεται σε κατάσταση εξαίρεσης και στην οποία αποφάσεις που συμπιέζουν σοβαρά τις ατομικές ελευθερίες εισάγονται μέσω διαταγμάτων (είναι σημαντικό το γεγονός ότι τα μέντια μιλούν το δίχως άλλο για «διάταγμα Ντράγκι», λες και εκπορεύεται από ένα και μοναδικό άτομο), δεν είναι πλέον, εκ των πραγμάτων, μια δημοκρατία; Πώς είναι δυνατόν η αποκλειστική επικέντρωση στις μολύνσεις και στην υγεία να μας εμποδίζει να αντιληφθούμε τον Μεγάλο Μετασχηματισμό που συμβαίνει στην πολιτική σφαίρα, στην οποία, όπως συνέβη με τον φασισμό, μια ριζική αλλαγή μπορεί να επέλθει εκ των πραγμάτων χωρίς να αλλάζει το κείμενο του Συντάγματος; Και δεν θα έπρεπε να σκεφτούμε το γεγονός ότι στις προβλέψεις εξαίρεσης και στα μέτρα που από καιρού εις καιρόν παίρνονται, δεν υπάρχει μια καταληκτική ημερομηνία, αλλά πως αυτά ανανεώνονται ακατάπαυστα, δηλώνοντας σχεδόν, όπως οι κυβερνήσεις δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν, ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και πως συγκεκριμένες ελευθερίες και συγκεκριμένες βασικές δομές της κοινωνικής ζωής στις οποίες είχαμε συνηθίσει, καταργούνται επ’ αόριστον; Αν είναι όντως αλήθεια ότι αυτός ο μετασχηματισμός –και η αυξανόμενη αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας ως αποτέλεσμά του– είναι ήδη εδώ και καιρό σε εξέλιξη, δεν θα ήταν εξαιτίας αυτού του γεγονότος πολύ περισσότερο επείγον να σταθούμε και να αποτιμήσουμε, όσο προλαβαίνουμε, τις ακραίες επιπτώσεις; Έχει ειπωθεί ότι το μοντέλο που μας κυβερνά δεν είναι πλέον η κοινωνία της πειθαρχίας αλλά η κοινωνία του ελέγχου, όμως μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να δεχτούμε αυτός ο έλεγχος να μας συμπιέζει;

Είναι σε αυτό το πλαίσιο που πρέπει να θέσουμε το πολιτικό πρόβλημα του green pass, χωρίς να το συγχέουμε με το ιατρικό πρόβλημα του εμβολίου, με το οποίο δεν συνδέεται απαραίτητα (έχουμε κάνει στο παρελθόν εμβόλια κάθε τύπου, χωρίς ποτέ κάτι τέτοιο να προχωρά στη διάκριση των πολιτών σε δύο κατηγορίες). Το πρόβλημα δεν είναι, πράγματι, μόνο αυτό, αν και σοβαρότατο, της διάκρισης μιας κατηγορίας πολιτών σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας: είναι επίσης κι αυτό, που σαφώς βρίσκεται περισσότερο από το άλλο στο βάθος της σκέψης των κυβερνήσεων, του τριχοειδούς και απεριόριστου ελέγχου που αυτός ο έλεγχος συνεπάγεται για τους ανοήτως υπερηφανεύομενους κατόχους του «πράσινου πιστοποιητικού». Πώς είναι δυνατόν –ρωτάμε για μια ακόμη φορά– να μην αντιλαμβάνονται ότι όντας υποχρεωμένοι να επιδεικνύουν το διαβατήριό τους ακόμη και όταν πηγαίνουν στον κινηματογράφο ή το εστιατόριο, θα ελέγχονται σε κάθε τους βήμα;

Στο κείμενό μας επικαλεστήκαμε την αναλογία με την «προπίσκα», δηλαδή το διαβατήριο που οι πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης όφειλαν να δείχνουν προκειμένου να μετακινηθούν από το ένα μέρος στο άλλο. Έχουμε εδώ την ευκαιρία να διακριβώσουμε, αφού δυστυχώς μοιάζει αναγκαίο, τι είναι μια δικαιο-πολιτική αναλογία. Μας επέπληξαν δίχως κανέναν ότι εισάγουμε μια αναλογία ανάμεσα στη διάκριση που προκύπτει από το green pass και στις διώξεις των εβραίων. Πρέπει να τονίσουμε μια για πάντα ότι μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να εξισώσει τα δύο φαινόμενα, που προφανώς είναι εντελώς διαφορετικά. Όμως δεν είναι λιγότερος ανόητος όποιος αρνείται να εξετάσει την καθαρά δικαιική αναλογία –εγώ έχω σπουδάσει νομικά– ανάμεσα σε δύο κανόνες, τον φασιστικό για τους εβραίους και αυτόν για τη θέσπιση του green pass. Ίσως δεν είναι άχρηστο να πούμε ότι αμφότεροι οι κανόνες εισήχθησαν μέσω διαταγμάτων και ότι αμφότεροι, για όποιον δεν έχει μια αντίληψη απλώς θετικιστική του δικαίου, είναι απαράδεκτοι, γιατί –ανεξάρτητα από τους προβαλλόμενους λόγους– οδηγούν αναγκαστικά στη διάκριση μιας κατηγορίας ανθρωπίνων όντων, κάτι απέναντι στο οποίο ένας εβραίος θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητος.

Για μια ακόμη φορά όλα αυτά τα μέτρα, για όποιον διαθέτει μια ελάχιστη πολιτική φαντασία, εντάσσονται στο πλαίσιο του Μεγάλου Μετασχηματισμού που οι κυβερνήσεις των κοινωνιών μοιάζουν να έχουν στο μυαλό τους –δεχόμενος, αντιθέτως, ότι δεν πρόκειται, όπως είναι πιθανό, για την τυφλή πορεία μιας τεχνολογικής μηχανής, που τώρα πια έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Πολλά χρόνια πριν μια επιτροπή της γαλλικής κυβέρνησης με κάλεσε να πω τη γνώμη μου για τη θέσπιση μιας νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας, που περιείχε ένα τσιπ με όλα τα βιολογικά δεδομένα ενός ατόμου, όπως και κάθε άλλη πιθανή πληροφορία γι’ αυτό. Μου φαίνεται προφανές ότι το πράσινο πιστοποιητικό είναι το πρώτο βήμα για αυτή την ταυτότητα, η εισαγωγή της οποίας είχε για κάποιον λόγο αναβληθεί.

Σε ένα τελευταίο πράγμα θα ήθελα να στρέψω την προσοχή όποιου θέλει να συζητήσει χωρίς να προσβάλλει. Τα ανθρώπινα όντα δεν μπορούν να ζήσουν αν δεν δώσουν στη ζωή λόγους και αιτιολογήσεις, που κάθε φορά παίρνουν τη μορφή των θρησκειών, των μύθων, των πολιτικών πεποιθήσεων, των φιλοσοφιών και των ιδεωδών κάθε είδους. Αυτές οι αιτιολογήσεις μοιάζουν σήμερα –τουλάχιστον στο πιο πλούσιο και τεχνολογικοποιημένο τμήμα της ανθρωπότητας– να αμβλύνονται και οι άνθρωποι να βρίσκονται, ίσως για πρώτη φορά, μπροστά στην καθαρή βιολογική τους επιβίωση, την οποία, απ’ ότι φαίνεται, είναι ανίκανοι να αποδεχτούν. Μόνο αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί, αντί να δέχονται το απλό, γλυκό δεδομένο να ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο, νιώθουν την ανάγκη να εγκαθιδρύσουν έναν αδυσώπητο υγειονομικό τρόμο, στον οποίο η ζωή χωρίς πλέον ιδεατές αιτιολογήσεις, απειλείται και τιμωρείται κάθε στιγμή από ασθένειες και θάνατο. Έτσι όπως δεν έχει νόημα να θυσιαστεί η ελευθερία στο όνομα της ελευθερίας, έτσι δεν είναι δυνατό να απαρνηθούμε, στο όνομα της γυμνής ζωής, αυτό που κάνει τη ζωή άξια να τη ζει κανείς.

«La Stampa», 30/7/2021

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Σε σχέση με το διάταγμα για το «green pass» - Giorgio Agamben & Massimo Cacciari


Η διάκριση μιας κατηγορίας ατόμων, που αυτομάτως γίνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, είναι καθαυτή ένα σοβαρότατο γεγονός, οι συνέπειες του οποίου μπορεί να είναι δραματικές για τη δημοκρατική ζωή. Γι’ αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε το λεγόμενο green pass με μια ασυνείδητη ελαφρότητα. Κάθε δεσποτικό καθεστώς λειτουργεί πάντοτε μέσω πρακτικών διάκρισης, αρχικά πιθανώς περιορισμένων και στη συνέχεια διευρυνόμενων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην Κίνα δηλώνουν πως θέλουν να συνεχίσουν τις ανιχνεύσεις και τους ελέγχους και μετά το τέλος της πανδημίας. Και αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε το «εσωτερικό διαβατήριο», το οποίο οι πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης έπρεπε να επιδεικνύουν στις αρχές σε κάθε τους μετακίνηση. Όταν άλλωστε ένα πολιτικό πρόσωπο  φτάνει να απευθυνθεί σε όποιον δεν έχει εμβολιαστεί χρησιμοποιώντας μια φασιστική αργκό, όπως «θα τους καθαρίσουμε με το green pass», πρέπει στ’ αλήθεια να φοβόμαστε ότι ήδη βρισκόμαστε πέρα από κάθε συνταγματική εγγύηση.

Αλίμονο αν το εμβόλιο μετατραπεί σε ένα είδος πολιτικο-θρησκευτικού συμβόλου. Κάτι τέτοιο δεν θα σήμαινε μόνο μια μη ανεκτή αντιδημοκρατική παρέκκλιση, αλλά θα ερχόταν σε αντίθεση και με τις ίδιες τις επιστημονικές αποδείξεις. Κανείς δεν καλεί σε μη εμβολιασμό! Ένα πράγμα είναι να υποστηρίζεις τη χρησιμότητα του εμβολίου, άλλο, εντελώς διαφορετικό, να σιωπάς για το γεγονός ότι μέχρι τώρα βρισκόμαστε σε μια φάση «μαζικού πειραματισμού» και ότι σε πολλές, θεμελιώδεις πλευρές του προβλήματος, η επιστημονική συζήτηση είναι καθ’ όλα ανοιχτή. Η Επίσημη Εφημερίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιούνη το διατυπώνει με σαφήνεια: «Είναι αναγκαίο να αποφύγουμε την άμεση ή έμμεση διάκριση ατόμων που δεν έχουν εμβολιαστεί, ακόμη και εκείνων που επέλεξαν να μην εμβολιαστούν». Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Ο εμβολιασμένος όχι μόνο μπορεί να μολύνει, αλλά μπορεί ακόμη και να νοσήσει: στην Αγγλία στα 117 νέα κρούσματα, τα 50 είχαν λάβει τη διπλή δόση. Στο Ισραήλ υπολογίζεται ότι το εμβόλιο καλύπτει κατά 64% αυτόν που το έχει κάνει. Οι ίδιες οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν δηλώσει επισήμως ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφτούν οι μακροπρόθεσμες βλάβες του εμβολίου, καθώς δεν είχαν τον χρόνο να πραγματοποιήσουν όλα τα τεστ γενοτοξικότητας και καρκινογένεσης. Το «Nature» υπολόγισε ότι θα είναι φυσιολογικό ένα 15% του πληθυσμού να μην κάνει το εμβόλιο. Συνεπώς μέχρι πόσο θα μείνουμε με το pass;

Όλοι απειλούνται από πρακτικές διακρίσεων. Παραδόξως, εκείνοι που έχουν «πιστοποιηθεί» με το green pass περισσότερο από τους μη εμβολιασμένους (που η καθεστωτική προπαγάνδα τους θέλει «εχθρούς της επιστήμης» και πιθανώς ασκητές πρακτικών μαγείας), από τη στιγμή που όλα τους τα βήματα θα ελέγχονται, χωρίς ποτέ να μάθουν πώς και από ποιον. Η ανάγκη διακρίσεων είναι τόσο παλιά όσο η κοινωνία και ήταν ήδη σαφώς παρούσα και στη δική μας, όμως το να την κάνουμε σήμερα νόμο είναι κάτι που η δημοκρατική συνείδηση δεν μπορεί να δεχτεί και ενάντια σε κάτι τέτοιο πρέπει να αντιδράσει άμεσα.

 26 Ιούλη 2021      


Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

Ανώνυμου - Η μνήμη είναι η ικανότητα να ξεχνάς



Το déjà-vu, ως γνωστόν, είναι η αίσθηση της επανάληψης ενός γεγονότος ή μιας εμπειρίας ήδη βιωμένων. Στην ταινία Matrix, σημαίνει, για τους πρωταγωνιστές της, ένα καμπανάκι συναγερμού, μια ατέλεια, που μακράν από το να παρέχει τη δυνατότητα μιας σύγκρουσης με το σύστημα, προϋποτίθεται από το ίδιο το σύστημα. Η ταινία είναι του 1999, δύο χρόνια πριν την Τζένοβα, το όνομα ακριβώς μια πόλης με το οποίο εδώ και είκοσι χρόνια αναφερόμαστε σε ένα πολιτικό γεγονός. Έτσι λοιπόν, αυτές τις μέρες περνά πολλές φορές μπροστά από τα μάτια μας, όπως και από εκείνα του Νίο, ο ίδιος μαύρος γάτος. Όταν υπάρχει αναφορά σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, το απατηλό αιλουροειδές  εμφανίζεται εδώ κι εκεί, δίνοντάς μας την εντύπωση μιας αιώνιας αφύπνισης του παρελθόντος, είτε του δικού μας είτε αυτού που έζησαν άλλοι. Μια χρονομηχανή, αυτοδιευθυνόμενη προφανώς, προσομοιάζει σήμερα ένα countdown των ημερών ανάλογο με εκείνο προς τη σύγκρουση με τους G8. Εντείνονται οι προετοιμασίες για το ταξίδι των ζαπατίστας στην Ευρώπη, λες και από το 1994 μέχρι σήμερα, από τη μια και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, δεν άλλαξε τίποτα. Η αλληλοβοήθεια και ο εθελοντισμός καταλαμβάνουν κεφάλια και χέρια, και να ο γάτος που τεντώνει την ουρά της στον 19ο αιώνα και στις επονείδιστες καθολικές ρίζες. Το μόνο που μας λείπει είναι μια επιστροφή του Ανιολέτο… Εμείς που νομίζαμε ότι είμαστε ο ιός του συστήματος, βρισκόμαστε σήμερα να υπερασπιζόμαστε τα εμβόλια.

Είναι σαφές, αυτό συμβαίνει λόγω της αγάπης μας για τον ουρανό, εκείνον στον οποίο κάναμε έφοδο και εκείνον που ακόμα δεν έχει πέσει πάνω μας. Όποιος νομίζει ότι θα διαβάσει τη νιοστή μεταμοντέρνα φλυαρία για την ομορφιά του νέου και για την ανάγκη ρευστοποίησης της μνήμης, έχει κάνει λάθος στο περιοδικό, στο άρθρο και στον «συγγραφέα». Το αντίθετο συμβαίνει. Το παρελθόν είναι τόσο σημαντικό ώστε δεν μπορούμε να το εμπιστευτούμε στους νοσταλγούς, σε αυτούς, δηλαδή, που βρίσκουν παρηγοριά στην απόσταση από ένα σκατένιο παρόν. Θα πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε, πολιτικά, για τη σημασία της μνήμης. Το να δοξάζουμε μακρινές νίκες είναι σαν να αυνανιζόμαστε μπροστά στο youporn ή να εκφράζουμε τη γνώμη μας στο facebook (συγχωρείστε μας τη σύγκριση, είναι σαφές ότι η πρώτη δραστηριότητα μπορεί τουλάχιστον να μας δώσει μια κάποια ευχαρίστηση). Άλλωστε, το να θρηνούμε για τις σφαγές και για τις τραγωδίες που υπέστημεν, το μόνο που κάνει είναι να ανταμείβει έναν διεστραμμένο, θυματοποιητικό ναρκισσισμό, συνεπώς είναι ένδειξη μαζοχισμού το να θέλουμε να τους βάλουμε να πληρώσουν για εκείνες τις σφαγές και εκείνες τις τραγωδίες. Προσπερνάμε το γεγονός ότι αν εμείς κηρύττουμε τον πόλεμο, εκείνοι, οι άλλοι, τον διεξάγουν πραγματικά. Ωστόσο, πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι ένας νέος ή μια νέα μπορούν σήμερα να θέλουν να αγωνιστούν βάσει της χριστιανικής άποψης περί μαρτυρίου; Δεν θα ήταν πολύ πιο πρόσφορο να πούμε πώς όντως εξελίχθηκαν τα πράγματα, να προσπαθήσουμε να τα κατανοήσουμε, αντί να παραθέτουμε απλώς ημερομηνίες; Και, πάνω απ’ όλα, να παραδεχτούμε ότι υπάρχει μια εντελώς ανεξερεύνητη δύναμη, που  πρέπει να ανακαλυφθεί από όλους μαζί;

Εν συντομία,  το μπενγιαμινικό άλμα της τίγρης δεν μπορεί να συγχέεται με ένα δείπνο παλιών συντρόφων από το λύκειο. Ω, μα το ξέρεις ότι δεν γέρασες καθόλου; Και εσένα, πώς τα πάνε τα παιδιά, ο σκύλος; Για κοίτα πώς περνάει ο καιρός, λες και ήταν χθες. Και εσύ,  θυμάσαι την καθηγήτρια, όταν σχεδιάζαμε…., όοοχι, έχει πεθάνει, μα τι λες τώρα; Και ούτω κάθε εξής, επ’ άπειρον: τι θλίψη, συντρόφισσες και σύντροφοι, κι εδώ αναφερόμαστε στους πολιτικούς, όχι στους σχολικούς συντρόφους. Η αναθύμηση της ιστορίας μας χρησιμεύει, αντιθέτως, για να αναλύουμε τα ερωτήματα που αυτή η ιστορία μας θέτει, για να πάρουμε εκδίκηση για αυτά που δεν καταφέραμε να κάνουμε, για να καταλάβουμε τα όρια των αποτυχιών μας. Το νέο δεν υπάρχει, το ξέρουμε καλά: είναι απλώς η διαφορετική και ευμετάβλητη σύνθεση, ρήξη και ανασύνθεση στοιχείων που επανακαθορίζονται και επανεπινοούνται συνεχώς. Η επιτάχυνση του νέου και η νοσταλγική αναβίωση κινούνται, σε παράλληλες τροχιές, στην ίδια κατεύθυνση: εκείνη της φυγής από την πραγματικότητα, όπως συμβαίνει σε ένα μετρίου επιπέδου καρναβάλι ή στην καταφυγή σε ένα καταστροφικό ναρκωτικό. Μόλις τελειώσει η αμφιλεγόμενη επίδραση, επιστρέφουμε στην καθημερινή κατάθλιψη.

Και κάτι τελευταίο. Υπάρχουν πολλά συνθήματα στις «κινηματικές» φυλές που δεν θα καταλάβω ποτέ, με ένα ανάμεσά τους να κατέχει μια υψηλή θέση στο hit paradeν της ανακούφισης της αδυναμίας: είχαμε δίκιο. Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει τι σημαίνει αυτό; Ήδη η χρήση του παρατατικού κάτι λέει: έτσι είχαν τα πράγματα και έτσι θα έχουν πάντοτε, και μόνο που μπορούμε να το λέμε μας προσφέρει μια κάποια ικανοποίηση. Ουάου. Λες και το δίκιο είναι ένα οικουμενικό ζήτημα, λες και υπάρχει ένα δικαστήριο της Ανθρωπότητας και της Ιστορίας, αμερόληπτο και αντικειμενικό, που διακρίνει πάντοτε το σωστό από το λάθος. Όχι, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Το δίκιο συνδέεται πάντοτε με τη μια πλευρά ενάντια σε μια άλλη. Ποτέ δεν υπάρχει απόλυτο δίκιο, το δίκιο υπάρχει πάντοτε μέσα από μια σαφώς μονομερή οπτική γωνία. Και, πάντοτε, υπάρχει ένα δίκιο ενάντια σε ένα άλλο. Ανάμεσα στα δύο, αυτό που αποφασίζει είναι η ισχύς.

Ίσως, όμως, εκείνο το σύνθημα να είναι χρήσιμο στην αποκάλυψη του προβλήματος. Οι «New York Times» το είχαν καταλάβει ήδη από το 2003, όταν είχαν ονοματίσει το αντιπολεμικό κίνημα «δεύτερη παγκόσμια υπερδύναμη». Μια υπερδύναμη αδύναμη, με τόσα δίκια αλλά χωρίς ισχύ, με μεγάλη ανησυχία για τις μελλοντικές γενιές (πώς γίνεται να μάχεσαι για ένα κόσμο που δεν γνωρίζεις και που δεν ξέρεις αν καν θα υπάρξει;) και μικρή ανησυχία για το γεγονός ότι η παρούσα γενιά φέρνει άνω-κάτω τον κόσμο. Εγκλωβιστήκαμε στο κίνημα γνώμης: και από εκείνο το κλουβί από καουτσούκ και πυρίτιο, που τώρα πια έχει χαθεί στον γκροτέσκο κοινοτιστικό ατομικισμό των social network, δεν μπορούμε πλέον να βγούμε. Έτσι, μετά τη θεμελιώδη συζήτηση για τη γονυκλισία στο άκουσμα του εθνικού ύμνου και το άγαλμα με το γουρούνι, ανάμεσα σε ένα post υπέρ της εξόδου από την κυβέρνηση του Σαλβίνι και ένα συλλυπητήριο post για τη Ραφαέλα Καρά, εν αναμονή μιας selfie με μακαρόνια και μύδια σε κάποια τοπική παραλία, αυτή την εποχή του χρόνου για κάνα δυο μέρες ουρλιάζουμε στους δικούς μας πίνακες ανακοινώσεων: είχαμε δίκιο! Και είχαμε δίκιο που θέλαμε να σώσουμε το ανθρώπινο είδος από τη μόλυνση και την προσεχή καταστροφή –ποια θα είναι αυτή δεν ξέρουμε, δεδομένου ότι η πραγματική καταστροφή έχει ήδη συμβεί. Χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι εκείνο που πηγαίνει καλά για το ανθρώπινο είδος, πάει καλά για εκείνους που είναι τα αφεντικά του γενικού συμφέροντος. Και να που εκείνα, τα αφεντικά, ή οι γελωτοποιοί τους όπως ο Κοταρέλι ή ο Τρεμόντι, μας λένε: μπράβο, είχατε δίκιο. Να ποια είναι η αποτυχία για την οποία πρέπει να σκεφτούμε: μας δίνουν δίκιο εκείνοι που θα έπρεπε να είχαμε κρεμάσει σε έναν φανοστάτη. Κάτι που σημαίνει ότι εκείνο το δίκιο δεν ήταν αρκετά απειλητικό.

Να τελειώνουμε με αυτόν τον γαμημένο μαύρο γάτο, συντρόφισσες και σύντροφοι. Είναι ακριβώς επειδή η πραγματικότητα μας αηδιάζει που πρέπει να την αντιπαλέψουμε κοιτώντας το τρομερό της πρόσωπο, μαχόμενοι συνεχώς ενάντια σε εκείνο το μέρος του εαυτού μας που είναι ενεργά συνένοχο αυτής της πραγματικότητας, ευχαριστημένο και ικανοποιημένο. Να είμαστε άνδρες και γυναίκες σε αυτή την εποχή, ενάντια σε αυτή την εποχή, όχι αυτής της εποχής. Η μοναδική μνήμη που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είναι αυτή που έχει να κάνει με την επιλογή, τις ιεραρχήσεις, τις προτιμήσεις. Όσον αφορά τα υπόλοιπα, είναι μια παγίδα που μας έχει στήσει σήμερα η οθόνη: όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται για πάνω από δύο φορές, η φάρσα δίνει τη θέση της στον πιθηκισμό.

 

Δημοσιεύτηκε στις 15 Ιούλη στο ιταλικό κινηματικό διαδικτυακό περιοδικό «Machina».