 |
| Bill
Traylor, Man with Black Dog, 1939-1942 |
Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε στη Λειψία τον Οκτώβριο του 1844
από τον εκδοτικό οίκο Wigand, εμφανίστηκε ένας τύπος ανθρώπου μέχρι τότε
εντελώς άγνωστος, που στους συγχρόνους του έμοιαζε απαράδεκτος και
πρωτάκουστος, αλλά στο μεταξύ έγινε απολύτως οικείος: ο άνθρωπος που, όπως
διαβάζουμε στην πρώτη και την τελευταία σελίδα, «έχει θεμελιώσει την υπόθεσή
του στο τίποτα», δηλαδή, ένα ον στο οποίο η διάλυση κάθε πίστης και κάθε αξίας
έχει φτάσει στην ακραία της μορφή, σαφώς ο πρώτος και αξεπέραστος μηδενιστής,
αλλά με την απαραίτητη διευκρίνιση ότι ο μηδενισμός για τον οποίο γίνεται λόγος
εδώ έχει καταστεί σήμερα η φυσιολογική συνθήκη της ανθρωπότητας. Το βιβλίο
φέρει τον τίτλο «Ο μοναδικός και το δικό του» («Der Einzige und sein
Eigentum»), συγγραφέας Μαξ Στίρνερ.
Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στο περιοδικό «Ο Ρώσος
Αγγελιαφόρος» («Russkiy Vestnik»), ο Τουργκένιεφ δημοσίευσε το μυθιστόρημα στο
οποίο ο τύπος του μηδενιστή (εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά η λέξη),
ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Μπαζάροφ, ορίζεται ως εξής: «Mηδενιστής είναι ο άνθρωπος
που δεν υποκλίνεται σε καμία αυθεντία, που δεν πιστεύει σε καμία αρχή, όσο
μεγάλο σεβασμό κι αν απολαμβάνει αυτή η αρχή». Στους «Δαίμονες», που εκδόθηκαν
ως ενιαίο έργο το 1873, ο Ντοστογιέφσκι αποφάσισε να αναμετρηθεί με το
κοσμοϊστορικό πρόβλημα του μηδενισμού, κυρίως μέσα από τη μορφή του Κιρίλοφ.
Από τη μηδενιστική άρνηση της ύπαρξης του Θεού, ο Κιρίλοφ εξάγει ένα
ριζοσπαστικό συμπέρασμα, που ταυτόχρονα το ανάγει σε απόλυτο, συντρίβοντας τον
ίδιο του τον εαυτό. «Αν δεν υπάρχει Θεός», διατείνεται, «τότε εγώ είμαι ο Θεός.
[...] Αν υπάρχει Θεός, τότε όλη η βούληση είναι δική του και εγώ δεν μπορώ να
ξεφύγω από το θέλημά του. Αν δεν υπάρχει, όλη η βούληση είναι δική μου και τότε
εγώ είμαι υποχρεωμέ-νος να επιβεβαιώσω την ελεύθερη βούλησή μου... Είμαι αναγκασμένος
να αυτοπυροβοληθώ, διότι η πληρέστερη έκφραση της ελεύθερης βούλησής μου είναι
να σκοτώσω εμένα τον ίδιο... Για μένα, δεν υπάρχει ανώτερη ιδέα από το ότι ο
Θεός δεν υπάρχει... ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επινοήσει τον Θεό
προκειμένου να ζει χωρίς να αυτοκτονεί, κι αυτό είναι το νόημα όλης της παγκόσμιας
ιστορίας μέχρι σήμερα. Εγώ μόνο για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία δεν
θέλησα να επινοήσω έναν Θεό».
Στοχαζόμενος πάνω σε αυτές τις σελίδες, ο Νίτσε συλλαμβάνει
τον θάνατο του Θεού ως το θεμελιώδες γεγονός της νεωτερικότητας: «Το μέγιστο
πρόσφατο γεγονός —ότι "ο Θεός είναι νεκρός", ότι η πίστη στον
χριστιανικό Θεό έχει καταστεί μη βιώσιμη— αρχίζει ήδη να ρίχνει τις πρώτες του
σκιές πάνω στην Ευρώπη. […] Ωστόσο, στην ουσία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι
το ίδιο το γεγονός είναι υπερβολικά τεράστιο, υπερβολικά μακρινό και υπερβολικά
ξένο στην αντίληψη των περισσοτέρων, ώστε να τους έχει φτάσει καν η είδηση γι’
αυτό».
Τόσο για τον Νίτσε όσο και για τον Ντοστογιέφσκι, ο θάνατος
του Θεού και η έλευση του μηδενισμού σήμαιναν κάτι τόσο τρομερό, που οι
άνθρωποι ήταν αδύνατον να το αποδεχτούν χωρίς να θέσουν θεμελιωδώς υπό
αμφισβήτηση την ίδια τους την ύπαρξη. Ωστόσο, ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι δεν
αποδείχθηκαν ακριβείς προφήτες. Ο μηδενισμός έγινε η φυσιολογική συνθήκη της
ανθρωπότητας, αλλά, σε αντίθεση με τον Κιρίλοφ, ο κοινός άνθρωπος σήμερα
φαίνεται να συνυπάρχει με τον θάνατο του Θεού και τον μηδενισμό χωρίς να
υποφέρει ή έστω να το σκέφτεται, κυριολεκτικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Είναι
με αυτόν τον επίπεδο και αδιάφορο μηδενισμό που έχουμε να κάνουμε, είναι με
αυτό το κοινό και καθημερινό μηδέν που πρέπει να λογαριαστούμε. Και αν, όπως ο
ίδιος ο Νίτσε υπέθεσε, ο ολοκληρωμένος και συνειδητοποιημένος ως τέτοιος μηδενισμός
είναι η μεγάλη ευκαιρία της ανθρωπότητας να ξεφύγει από τη θανατηφόρα μοίρα της,
αν δηλαδή, όπως πίστευε ο Μπένγιαμιν, ο μηδενισμός μπορεί να γίνει η μέθοδος για
μια νέα πολιτική, τότε το ερώτημα που οφείλουμε να μας θέσουμε είναι το εξής:
«Γιατί δεν έχει αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία; Τι μας έχει εμποδίσει να θεμελιώσουμε πραγματικά τον σκοπό μας πάνω στο
μηδέν και, αντί να το έχουμε καταστήσει τη φυσιολογική μας συνθήκη, να βρούμε σε
αυτό έναν δρόμο εξόδου από τη μοίρα της Δύσης;»
27 Αυγούστου 2026
Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Νομίζω ότι αυτό που θίγει στο
παραπάνω άρθρο του ο Αγκάμπεν για μια ακόμη φορά, είναι ο «δεξιός μηδενισμός»
που ήρθε να αντικαταστήσει τον «αριστερό μηδενισμό». Δηλαδή αν ο μηδενισμός των
τελών του 19ου αιώνα, αλλά κι αυτός που υπάρχει ως τάση σε μια
μερίδα του αναρχικού χώρου ήθελε την καταστροφή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων
προκειμένου στα ερείπια της να οικοδομηθεί η νέα τάξη της ισοελευθερίας, ο
σημερινός μηδενισμός αδιαφορεί παντελώς για κάτι τέτοιο, αρκείται να συνυπάρχει
με τα ερείπια, τα οποία, ενίοτε έχει προκαλέσει ο ίδιος, χωρίς να στοχεύει σε
μια άλλη πραγματικότητα πέρα από αυτή της ερείπωσης. Οπότε είναι προφανές ότι
αυτός ο μηδενισμός δεν μπορεί να αποτελέσει τη μέθοδο για μια νέα πολιτική.
Τώρα, ως προς το ερώτημα γιατί «δεν έχει αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία;», θεωρώ
ότι αυτοί/ές που τον ασπάζονται, θεμελιώνουν πραγματικά την ύπαρξή τους στο
μηδέν, όχι όμως με την έννοια το Στίρνερ, αλλά με την έννοια ότι δεν
ενδιαφέρονται ουσιαστικά για τίποτα άλλο πέρα από τη σκέτη επιβίωσή τους
(πλούσια ή φτωχή αδιάφορο εν κατακλείδι). Τους αρκεί που αναπνέουν, δεν
ελπίζουν σε τίποτα αλλά δεν είναι ελεύθεροι, είναι σκλάβοι των ερειπίων που με τόση αδιαφορία αφήνουν να συμβαίνουν
από εξίσου σκλαβωμένους στο χρήμα και τη συσσώρευσή του «δεξιούς μηδενιστές»,
που κάποιοι/ες από αυτούς/ές μπορεί στο παρελθόν να είχαν ονειρευτεί τον κόσμο
της ισοελευθερίας (κάμποσα τα παραδείγματα και καθ’ ημάς).