Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΕΝΟΣ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ


Ακριβώς απέναντι από την είσοδο της στοάς που οδηγεί στην είσοδο του κτιρίου στην οδό Πανεπιστημίου με τον αριθμό 64, υπήρχε μέχρι πρόσφατα ένα περίπτερο, του οποίου η λειτουργία ήταν συνεχής από το 1989, όταν δηλαδή αποφάσισα να εγκαταστήσω εκεί το ατελιέ των γραφικών τεχνών που ήθελα να ανοίξω. Ο πατέρας μου, πάντοτε προνοητικός σε σχέση με την αγορά ακινήτων, είχε αγοράσει (σε πολύ προσιτή τιμή μάλιστα!) το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64, θεωρώντας ότι μετά την αποφοίτησή μου από το Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ύπαρξη ενός χώρου στο κέντρο της πόλης θα με βοηθούσε στην καριέρα μου είτε ως οικονομολόγου είτε ως δικηγόρου (αφού και ως προς το δεύτερο επάγγελμα έδειχνα μια κάποια κλίση και θα μπορούσα να τελειώσω και τα νομικά μετά τα οικονομικά). Τελικά εγώ δεν ασχολήθηκα με τα οικονομικά, αν και πτυχιούχος με πολύ καλό βαθμό, πολύ δε περισσότερο δεν ασχολήθηκα με τα νομικά, παρά μόνο μέσα με την εντρύφησή μου στο δίκαιο αλλά σε ένα εντελώς άλλο, πολιτικό και φιλοσοφικό, επίπεδο. Όμως το γραφείο της Πανεπιστημίου 64 με περίμενε, κι όταν ήταν πλέον προφανές ότι η τυπογραφία θα ήταν η ενασχόληση, επαγγελματική και υπαρξιακή, στη ζωή μου, δεν μπορούσα παρά να στήσω το όλο εγχείρημα εκεί. Ατελιέ γραφικών τεχνών και έδρα των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Εκείνη την πολύ μακρινή πλέον εποχή, μιλάμε για 37 χρόνια πριν, η στοά της Πανεπιστημίου 64 έσφυζε από ζωή, με κύριο χαρακτηριστικό την ύπαρξη δύο μεγάλων καταστημάτων ρουχισμού, κι ένα καφενείο στο βάθος, που τροφοδοτούσε με καφέ, αναψυκτικά, φαγητό κλπ, ολόκληρο το κτίριο. Και, ακριβώς απέναντι από την είσοδο, όπως προείπα, υπήρχε το περίπτερο του κυρίου Κώστα. Με το πέρασμα των χρόνων, όπως είναι φυσικό, έγινα φίλος με όλους τους μαγαζάτορες της στοάς αλλά και της γύρω περιοχής, με αποτέλεσμα η Πανεπιστημίου 64 και τα πέριξ, να αποτελούν έκτοτε τη γειτονιά μου. Καθώς περνούσα στο ατελιέ περισσότερες ώρες απ’ ότι είτε στην κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου, είτε στα Πατήσια όπου μετά έφτιαξα το ατομικό μου σπίτι, θεωρούσα ότι φιγούρες  όπως οι θυρωροί του κτιρίου ή τύποι σαν τον κύριο Κώστα, θα ήταν πάντοτε εκεί, όπως κι εγώ άλλωστε, που όπως έχω πει και στο τέκνο μου Ερρίκο, «Όλα να τα πουλήσεις αγόρι μου εκτός από ένα, το γραφείο της Πανεπιστημίου 64, σταθερό οχυρό στο κέντρο της μητρόπολης». Το τι έχω ζήσει σε αυτό το γραφείο θα απαιτούσε ένα πολυσέλιδο βιβλίο για να περιγραφεί και δεν είναι της παρούσης. Εδώ θέλω να μιλήσω γι’ αυτό το περίπτερο, που με ένα περίεργο τρόπο σημάδεψε τη ζωή μου. Κατ’ αρχήν κι επειδή εγώ πήγαινα στο γραφείο πολύ «περίεργες» ώρες, η καθημερινή μου καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα, γινόταν πάντοτε με τον κύριο Κώστα, ο οποίος δούλευε το περίπτερο απίστευτες ώρες, κάνοντάς με να πιστεύω ότι μπορεί και να κοιμόταν εκεί μέσα, όπως έκανα κι εγώ άλλωστε στο γραφείο μου. Κάτι αδύνατο βέβαια, αφού το μεν δικό μου γραφείο είναι μια μικρή γκαρσονιέρα, με τουαλέτα κλπ, το να κοιμάται κάποιος μέσα σε ένα κλασικό περίπτερο είναι πέραν κάθε φαντασίας. Όμως εμένα επειδή μου άρεσε και ακόμη συνεχίζει να μου αρέσει να φαντάζομαι απίθανα πράγματα, δεν θεωρούσα και τόσο αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από τον κύριο Κώστα ψώνιζα τα τσιγάρα μου, «Καρέλια Αγρινίου», μπαταρίες, τσατσάρες, προφυλακτικά, σοκολάτες, πατατάκια, αναψυκτικά, τα μικροπράγματα δηλαδή που μπορεί να ψωνίσει κανείς σε ένα περίπτερο. Μια συνήθεια που τη συνέχισα κι όταν άλλαξε η ιδιοκτησία του περιπτέρου. Ένα πρωί είδα ένα συμπαθητικό ζευγάρι να μιλάει με τον κύριο Κώστα και λίγες μέρες μετά, ήταν εκείνος που μου ανακοίνωσε ότι είχε βγει στη σύνταξη και είχε πουλήσει το περίπτερο στον Βασίλη και στη σύζυγό του. Όντας πλέον «παράγοντας» της Πανεπιστημίου 64, σύντομα έγινα φίλος με τον νέο ιδιοκτήτη, ο οποίος, έχοντάς με δει να περνάω επανειλημμένως με τις διαδηλώσεις του αναρχικού χώρου, είχε καταλάβει το «ποιον» μου, χωρίς ποτέ να κάνει ένα προσβλητικό ή απορριπτικό σχόλιο. Μετά μάλιστα τα γεγονότα του 2008, όταν με τον παντοτινό σύντροφο και αδελφό Ηλία και τον τότε θυρωρό της μεσαίας βάρδιας Πλάτων, σώσαμε το κτίριο από μια πυρκαγιά που ξέσπασε μετά από ρίψη μολότωφ στο κατάστημα ρούχων «Γιαννακόπουλος» που βρισκόταν στο ισόγειο, κι αυτό ακριβώς απέναντι από το περίπτερο, το άγχος του Βασίλη για την περιουσία του που έτσι κι αλλιώς ήταν μεγάλο, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κι έτσι πάντοτε πριν από μια μεγάλη διαδήλωση και κυρίως αυτές που συντάραξαν τη μητρόπολη Αθήνα τη διετία 210-2012, με ρωτούσε αν θα γίνουν φασαρίες και μου ζητούσε να μεσολαβήσω στους διαδηλωτές να μην του το κάψουν, γιατί ήταν ο μοναδικός πόρος στη ζωή του. Ματαίως του εξηγούσα ότι οι αναρχικοί δεν λεηλατούν ούτε καίνε περίπτερα, ότι το καλύτερο που θα είχε να κάνει ήταν να το κλείνει όταν γίνονταν «επικίνδυνες» διαδηλώσεις για να έχει το κεφάλι του ήσυχο, ότι δεν είχα τέτοια δύναμη ώστε να μπορώ να αποτρέψω πιθανή εκτροπή από πιθανώς «ανεγκέφαλα» στοιχεία κλπ, κλπ. Ο Βασίλης, σχεδόν εμμονικά, δεν το έκλεινε, περίμενε ανήσυχος μαζί με τη γυναίκα του να περάσει η διαδήλωση και μετά, την επόμενη μέρα, όταν του έλεγα «είδες Βασίλη, τίποτα δεν έγινε», αυτός με ευχαριστούσε για την κατανόηση των αναρχικών! Απίθανα πράγματα. Ακόμη και την περίφημη νύχτα της 12ης Φλεβάρη 2012, με τις εκτεταμένες ταραχές και φωτιές στο κέντρο της μητρόπολης, αλλά και τις λεηλασίες σε καταστήματα της γύρω περιοχής, το περίπτερο του Βασίλη, όπως και το καπνοπωλείο του φίλτατου Θανάση (όπου πλέον αγοράζω τα πούρα Τοσκάνο που από τις αρχές του 2000 καπνίζω πλέον συστηματικά, έχοντας κόψει τα «Καρέλια Αγρινίου») και το φαρμακείο του κυρίου Μάκη, έμειναν αλώβητα, κάτι που οι ιδιοκτήτες τους θεωρούσαν, λανθασμένα βέβαια, ότι οφειλόταν στη σχέση που είχαν με μένα κι εγώ με τον αναρχικό χώρο. Ο Βασίλης είχε γνωρίσει την Άννα και τον Ερρίκο, τον οποίο πάντοτε κάτι κερνούσε όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Μας θεωρούσε το «τέλειο» ζευγάρι και μου το είχε πει επανειλημμένως. Έτσι δεν μπορώ να ξεχάσω το απορημένο και έκπληκτο βλέμμα του όταν ένα απριλιάτικο βράδυ του 2024 με είδε να καταφτάνω αγκαλιά με τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα μετά τον χωρισμό μου με την Άννα, λίγο πριν κλείσει το μαγαζάκι του. Η δε έκπληξή του έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάνα χρόνο μετά, με είδε να αγκαλιάζω, πάλι ένα μαγιάτικο απόγευμα του 2025, τον επόμενο μεγάλο μου έρωτα, που ήρθε τρέχοντας προς το μέρος μου να με συναντήσει μετά από μια σύντομη απουσία από την Αθήνα. Ποτέ δεν μου είπε τίποτα, ποτέ δεν με ρώτησε τι είχε συμβεί στα οικογενειακά μου, αλλά πάντοτε με κοιτούσε με απορία και συνέχισε να κερνάει κάτι τις τον Ερρίκο όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Και να, τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 2026, όταν είδα το περίπτερο κλειστό μετά από πολλά-πολλά χρόνια και ρώτησα τον εναπομείνοντα θυρωρό του κτιρίου της Πανεπιστημίου 64, άλλο αγαπημένο φίλο, τον Παντελή, τι συμβαίνει, εκείνος μου είπε ότι ο Βασίλης είχε κλείσει το περίπτερό του. Ένιωσα πολύ παράξενα, εγώ πλέον στη σύνταξη, ο Παντελής κι αυτός σε λίγο θα μας αποχαιρετίσει, ο Βασίλης έφυγε, οι παλιοί καταστηματάρχες την είχαν κάνει από καιρό, η σύνθεση του πληθυσμού του γραφείου έχει αλλάξει ριζικά, οι έρωτες μου με την Άννα και τις επόμενες κυρίες κι αυτοί οριστικά τελειωμένοι. Σήμερα, που πήγα στο γραφείο και δεν είπα τη συνηθισμένη μου καλημέρα στον Βασίλη, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πλέον σε ένα τέλος εποχής. Κι έτσι κάθισα να γράψω αυτό το κείμενο, σαν έναν αποχαιρετισμό σε μια περίοδο της ζωής μου που ήταν και η πλέον γόνιμη στο μέχρι τώρα βίο μου. Ο Βασίλης δεν θα με ξανακοιτάξει ποτέ πλέον απορημένος, ο Παντελής δεν θα μου δώσει την αλληλογραφία μου και δεν θα εισπράξει τα κοινόχρηστα, εγώ στο γραφείο πάω ολοένα και λιγότερο, το τηλέφωνο σπανίως χτυπάει (όλοι και όλες πια με παίρνουν στο καταραμένο κινητό), ο Ερρίκος τελειώνει σε λίγους μήνες το δημοτικό και θα πάει γυμνάσιο. Κοινοτοπία, αλλά πώς περνούν τα χρόνια!

Υ.Γ. Το καλοκαίρι του 2024 είχα ανεβάσει στο blogspot ένα κείμενο για την απώλεια. Συνεχώς με βασανίζει το ερώτημα για τη σχέση της απώλειας με τον χρόνο, αν το πέρασμα του τελευταίου απαλύνει τον πόνο της πρώτης, όπως συνήθως λέγεται, ή αν, αντιθέτως, όσο περνάει ο χρόνος τόσο πιο έντονος γίνεται ο πόνος από το χάσιμο πραγμάτων, καταστάσεων, προσώπων που κάνουν τη ζωή, έστω και με έναν αναπάντεχο τρόπο, μαγική. Δεν ξέρω αν μπορεί κάποια ή κάποιος να δώσει μια οριστική απάντηση, μάλλον όχι, όμως εμένα, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η απώλεια ειδικά κάποιων ανθρώπων που έκαναν το σύντομο ή μεγαλύτερο πέρασμά τους από το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64. Θεωρώ πως θα είμαι ο τελευταίος που θα φύγει από το κτίριο, αλλά ποιος ξέρει, η ζωή είναι απρόβλεπτη, πάντοτε υπάρχουν όμορφα πράγματα που μπορεί να ζήσει κανείς ακόμη κι όταν θεωρεί πως ο κύκλος ενός ατελιέ γραφικών τεχνών και η έδρα ενός εκδοτικού οίκου έχει κλείσει οριστικά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου