Είναι καλό να σκεφτούμε τη φράση, αποδιδόμενη στον Λένιν –αν και δεν φαίνεται να την εκστόμισε ποτέ– σύμφωνα με την οποία «κάθε μαγείρισσα μπορεί και πρέπει να μάθει να κυβερνάει το κράτος». Η Χάνα Άρεντ, σχολιάζοντας το ψευτολενινικό ρηθέν, έγραψε ότι στην αταξική κοινωνία «η διοίκηση της κοινωνίας θα έχει γίνει τόσο απλή, ώστε οποιαδήποτε μαγείρισσα θα έχει τα προσόντα να την αναλάβει». Ο Λούτσο Μάγκρι είχε παρατηρήσει δικαίως, χρόνια μετά, ότι η φράση του Λένιν θα πρέπει να αντιστραφεί, με την έννοια ότι «το κράτος θα μπορεί να κυβερνηθεί από μια μαγείρισσα μόνο στον βαθμό στον οποίο δεν θα υπάρχουν πια μαγείρισσες».
Στο μοναδικό απόσπασμα που μια μαγείρισσα εμφανίζεται στα γραπτά του, ο Λένιν είπε, στην πραγματικότητα, κάτι διαφορετικό και αλλιώς αρθρωμένο. «Δεν είμαστε ουτοπιστές», έγραψε σε ένα άρθρο του το 1917, «ξέρουμε ότι μια μαγείρισσα ή ένας οποιοσδήποτε χειρώνακτας δεν θα είναι σε θέση να συμμετάσχουν αμέσως στη διοίκηση του κράτους. Ως προς αυτό συμφωνούμε με τους Καντέτους, με την Μπρεσκόφσκαγια, με τον Τσερετέλι. Όμως διαφοροποιούμαστε από αυτούς τους πολίτες αφού ζητάμε την άμεση ρήξη με την προκατάληψη ότι μόνο οι πλούσιοι ή οι προερχόμενοι από μια πλούσια οικογένεια λειτουργοί, μπορούν να κυβερνούν το κράτος, να διεκπεραιώνουν τις τρέχουσες, καθημερινές εργασίες της διοίκησης. Εμείς θέλουμε οι συνειδητοποιημένοι εργάτες και στρατιώτες να κάνουν τη μαθητεία τους στη διοίκηση του κράτους κι αυτή η μελέτη πρέπει να ξεκινήσει αμέσως ή, με άλλα λόγια, πρέπει να ξεκινήσει αμέσως η συμμετοχή όλων των εργαζομένων, όλων των φτωχών σε μια τέτοια μαθητεία».
Όπως υποθέτουν τα λόγια του Λένιν, το παράδειγμα που κρύβεται πίσω από την ουτοπική κυβέρνηση της μαγείρισσας είναι αυτό του διοικητικού κράτους, σύμφωνα με το οποίο μόλις εξαλειφθεί η κυριαρχία του καπιταλισμού, η πολιτική θα καταστεί, όπως είχε επαναλάβει και ο Ένγκελς, η απλή «διαχείριση των πραγμάτων». Ή, αν θέλετε, η πολιτική θα εμφανίζεται με τη μορφή της «αστυνομίας» η οποία, ξεκινώντας από τους θεωρητικούς της αστυνομίας τον 18ο αιώνα, είναι ο όρος με τον οποίο μεταφράζεται η ελληνική λέξη «πολιτεία». «Αστυνομία», διαβάζουμε επίσης στη μετάφραση του Πλούταρχου από τον Μαρτσέλο Αντριάνι, δημοσιευμένη στη Φλωρεντία του 1819, «σημαίνει την τάξη με την οποία κυβερνιέται μια πόλη και διοικούνται οι δήμοι ανάλογα με τις ανάγκες τους· κι έτσι λέμε ότι υπάρχουν τρεις αστυνομίες, η μοναρχική, η ολιγαρχική και η δημοκρατία».
Αυτό είναι το παράδειγμα του administrative state, που θεωρητικοποίησαν ο Σανστάιν και ο Βερμιούλ και το οποίο επιβάλλεται σήμερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, με το κράτος να μοιάζει να είναι απλώς μια διοίκηση και μια κυβέρνηση, με την «πολιτική» να έχει μετατραπεί εντελώς σε «αστυνομία». Είναι σημαντικό το γεγονός ότι, ακριβώς σε ένα κράτος που γίνεται, με αυτή την έννοια, αντιληπτό σαν «κράτος της αστυνομίας», ο όρος καταλήγει να αποτυπώνει τη λιγότερο εποικοδομητική πλευρά της κυβέρνησης, δηλαδή τα σώματα που είναι προορισμένα να εξασφαλίζουν, σε τελική ανάλυση, μέσω της ισχύος, την κυβερνητική λειτουργία του κράτους. Αυτό που σήμερα βλέπουμε με κτηνώδη διαφάνεια είναι, πράγματι, ότι ακριβώς αυτό το κράτος, το φαινομενικά ουδέτερο, που υποκρίνεται ότι επιδιώκει μονάχα την καλή διαχείριση των πραγμάτων και των ανθρώπων, μπορεί να αποδειχτεί, ακριβώς γι’ αυτό, στερούμενο ορίων οποιασδήποτε φύσης ως προς τη δράση του. Ο μάγειρας είναι σήμερα η κατ’ εξοχήν μορφή του τυράννου.
Σε καμία περίπτωση η πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί στην απλή διοίκηση, ακόμη και με τη μορφή μιας καλής κυβέρνησης που διαβρώνεται μοιραία σε κακή κυβέρνηση. Καθώς συμπίπτει με την ελεύθερη μορφή ζωής των ανθρώπινων όντων, η πολιτική είναι ουσιαστικά ακυβέρνητη και αδιοίκητη. Γι’ αυτό ο πίνακας του Λορεντσέτι στη Σιένα που αναφέρεται στην καλή κυβέρνηση δείχνει σε πρώτο επίπεδο τα παιδιά που χορεύουν. Η «καλή κυβέρνηση» δεν είναι μια κυβέρνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου