Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ


Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει στις συναντήσεις με κάποιους  παλιούς μας φίλους/ες με τους οποίους/ες έχουμε χαθεί για καιρό, είναι ότι ξαναπιάνουμε το νήμα της συζήτησης λες και το είχαμε αφήσει μόλις χθες. Υπάρχει και εμφανίζεται αμέσως μια οικειότητα, η οποία είναι διαφορετική από εκείνη που έχουμε, ας πούμε, με τις παλιές ερωμένες ή εραστές. Αν μια αδιόρατη συγκίνηση στο βλέμμα, ένα ιδιότυπο άγγιγμα και μια κάποια αμηχανία επικρατεί στις πρώτες κουβέντες δύο ανθρώπων που υπήρξαν κάποτε εραστές υποδηλώνει την ύπαρξη μιας οικειότητας, αυτό που συμβαίνει με τους παλιούς φίλους είναι τελείως διαφορετικό. Καθώς ο υπογράφων πιστεύει ακράδαντα πως η φιλία και ο έρωτας είναι δύο εντελώς διακριτά πράγματα, εντυπωσιάζεται πάντοτε από τη ζεστασιά που νιώθει όταν συναντιέται με παλιές φίλες/ους με τις οποίες/ους είχε χαθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν με τους χαμένους μας έρωτες σε τέτοιου είδους συναντήσεις νιώθουμε, όπως έγραψα και παραπάνω, κατ’ αρχήν μια αμηχανία και δεν ξέρουμε από πού να ξεκινήσουμε την κουβέντα αλλά και τι, σε τελευταία ανάλυση, να πούμε, με τα παλιά φιλαράκια μας τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Με έναν θα λέγαμε ανεξήγητο τρόπο, θυμόμαστε αμέσως τις καλές στιγμές που είχαμε μαζί, ξεχνάμε τις κακές (που ενίοτε οδήγησαν στη διακοπή της φιλίας μας) και περνάμε ευθύς αμέσως στην κουβέντα για τις σημερινές χαρές και λύπες μας. Τα παιδιά μας, εφόσον έχουμε, ή τα επαγγελματικά μας δεν μπαίνουν ποτέ σε πρώτο πλάνο, προηγείται η αναπόληση των στιγμών που ζήσαμε και η σχέση τους με το τι βιώνουμε σήμερα. Καταστάσεις, πόλεις, μέρη, άνθρωποι που μας σημάδεψαν τότε, επανέρχονται στο προσκήνιο, με αγωνία ρωτάμε τι απέγιναν, τι έμεινε, τι χάθηκε οριστικά. Γιατί η φιλία είναι πάντοτε άδολη και αμοιβαία αλληλέγγυα, πότε δεν κάνουμε φίλες/ους για ωφελιμιστικούς λόγους, κάτι, δηλαδή, που δεν συμβαίνει με τον έρωτα, ο οποίος ενέχει πάντοτε στοιχεία δόλου, κτητικότητας, προσωπικού οφέλους, στοιχεία μιας  προσωπικής μάχης εν κατακλείδι με τον θάνατο, που περιλαμβάνει  και την ενεργό συμμαχία της ποθητής/ού άλλης/ου. Κι όταν το αγαπημένο πρόσωπο χαθεί, νιώθουμε προδομένοι που μείναμε μόνοι σε αυτή τη διαρκή μάχη, που έτσι κι αλλιώς είναι, από την ίδια μας τη φύση, προορισμένη να χαθεί. Βεβαίως και οι φίλες/οι συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα, όμως ο ρόλος τους είναι διαφορετικός, ας πούμε δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, αλλά στα μετόπισθεν.  Έτσι, αν ένα βράδυ του Φλεβάρη του 2026 συναντήσεις έναν παλιό σου φίλο σου που οι δρόμοι σας έχουν χωρίσει για κάποιο μεγάλο διάστημα, η πρώτη ερώτηση που κάνεις είναι αν είναι καλά σωματικά και συναισθηματικά, μετά μιλάτε  βιαστικά για το τι κάνει η οικογένειά σας και πως πάει η δουλειά σας, για να περάσετε αμέσως μετά στα ουσιαστικά, ξεκινώντας τις ερωτήσεις για τους παλιούς φίλους/ες που επίσης χάθηκαν, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, για το τι απέγιναν τα στέκια που συνευρισκόσασταν, για τις πόλεις, όπως το Μιλάνο στη συγκεκριμένη περίπτωση, που κάποια γεγονότα τα ζήσατε εκεί μαζί του και τουλάχιστον εσένα σε σημάδεψαν μια για πάντα. Τι απέγιναν τα συντρόφια που την Πρωτοχρονιά του 2003 κάνατε μαζί τους περιφρούρηση στο κατειλημμένο εργοστάσιο της Άλφα Ρομέο στο Αρέζε, εκείνα στην κατάληψη Cox 18, που επισκεπτόσασταν ανελλιπώς όταν βρισκόσασταν στο Μιλάνο, εσύ περιστασιακά και εκείνος σταθερά λόγω αρχικά των σπουδών του και μετά εξαιτίας της επαγγελματικής του ενασχόλησης, τι συνέβη με μια πόλη που η γοητεία της χάθηκε στο πλαίσιο μιας έντονης τουριστικοποίησης, τι νιώσατε και τι θυμηθήκατε όταν σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικά άτομα βρεθήκατε να πίνετε καφέ ή μπύρα στο μπαρ Magenta ή στο μπαρ Jamaica, χωρίς την παρουσία του ενός ή του άλλου; Κι αυτό όχι από νοσταλγία, αλλά από τη διάθεση να ξαναθυμηθείτε πράγματα και καταστάσεις που χωρίς αυτά θα ήσασταν μάλλον διαφορετικοί άνθρωποι, πολύ πιο κοντά στον τόσο δυσάρεστο τύπο των ανθρώπων χωρίς ιδιότητες. Χάρηκα λοιπόν  πολύ που ξαναείδα τον αγαπημένο μου φίλο Γιάννη Φ. και τα συζητήσαμε όλα αυτά πρώτα τρώγοντας στο «Άμα Λάχει» και μετά πίνοντας μπύρα στον «Ένοικο». Αναρωτηθήκαμε για το τι απέγιναν τα ωραία κορίτσια που αγαπήσαμε εκείνα τα χρόνια και πονέσαμε τόσο όταν χάσαμε, θυμηθήκαμε τις περιπλανήσεις μας στο κέντρο της πόλης και στα παλαίποτε Εξάρχεια του Μιλάνου (στα Ναβίλι και στις στήλες του Σαν Λορέντσο), κάποια κινηματικά συμβάντα στα οποία συμμετείχαμε, τις επισκέψεις μας στα κοινωνικά κέντρα της εποχής και τις συζητήσεις με τα συντροφάκια επί παντός επιστητού, για τα βιβλία που ανακαλύψαμε σε κινηματικά και μη βιβλιοπωλεία και μετά μεταφράσαμε, όπως, για παράδειγμα, τη «Συμμορία Μπελίνι» του Μάρκο Φίλοπατ (που πρωτοδιάβασα ακριβώς εκείνον τον Δεκέμβρη του 2002 και τις πρώτες μέρες του 2003). Και ενώ τα λέγαμε όλα αυτά, δεν μπόρεσα να μην του πω πώς δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία μου επίσκεψη στο Μιλάνο, με μια γυναίκα που επίσης με σημάδεψε, κατέλυσα, χωρίς να το έχω καταλάβει αρχικά, σε ένα ξενοδοχείο στην οδό Λομπαρντία, ακριβώς απέναντι από τη διασταύρωση με την οδό Λουόζι, όπου τότε έμενε εκεί ο Γιάννης σε ένα κλασικό ιταλικό μεταπολεμικό διαμέρισμα μαζί με άλλα δύο αγαπημένα συντρόφια και ήταν εκεί που είχα φιλοξενηθεί  όταν ξεκινήσαμε, από το Μιλάνο ακριβώς, μαζί με έναν άλλο αλησμόνητο έρωτα, τη  χειμωνιάτικη περιπλάνησή μας με inter-rail στη δυτική Ευρώπη (Μιλάνο, Παρίσι, Λάιντεν, Άμστερνταμ, Ρότερνταμ, Χάγη, Ουτρέχτη, Βερολίνο, Μόναχο, Βενετία) η οποία είχε κρατήσει για λίγο παραπάνω από έναν μήνα. Σήμερα, γονείς και οι δύο, αυτός πολύ νεότερος και σε άρτια φυσική κατάσταση όπως πάντοτε, εγώ με πολύ πιο άσπρα μαλλιά και συνταξιούχος πλέον των γραφικών τεχνών, θυμηθήκαμε τα παλιά λες και ήταν χθες, λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα, αν και όλα αυτά συνέβησαν εδώ και είκοσι και βάλε χρόνια πριν. Αυτός αύριο φεύγει για την Κίνα όπου πλέον ζει και εργάζεται με τους αγαπημένους του, εγώ συνεχίζω να μένω εδώ, στα Πατήσια, ευρισκόμενος στην ανάγκη να πρέπει να φτιάξω και πάλι από την αρχή τη ζωή μου, κι έτσι, λίγο πριν πέσω για ύπνο, σκέφτηκα να γράψω αυτό το κείμενο ενώ αύριο έχω συνάντηση γονέων στο 132ο Δημοτικό Σχολείο του δήμου Αθηναίων που πηγαίνει  ο Ερρίκος και μετά τη δευτεριάτικη συνέλευση στο στέκι «Άνω-Κάτω Πατησίων». Η «Βίλλα Αμαλίας» που πρωτογνωριστήκαμε δεν υπάρχει πλέον, το «Λεονκαβάλο» που ήπιαμε μπύρες στο Μπαρέτο έχει εκκενωθεί από τον περασμένο Αύγουστο, οι παλιές αγάπες οριστικά χαμένες και μπορεί κάποιες ούτε που θα θυμούνται πλέον όλα αυτά, όμως οι φίλοι παραμένουν πάντοτε φίλοι και έτσι σκέπτομαι, καθόλου μελαγχολικά, πως ίσως κάποτε ξαναβρεθούμε στο κλασικό καφέ-στέκι απέναντι από το πανεπιστήμιο Στατάλε να συζητάμε με τον Γιάννη για την ιστορία της εργατικής αυτονομίας, για τη σημερινή κατάσταση του ανταγωνιστικού κινήματος στη δεύτερη πατρίδα μας, για τις εκδόσεις που πολύ θα θέλαμε να κάνουμε αλλά δυστυχώς τα πράγματα έχουν αλλάξει και ποιος ξέρει αν ενδιαφέρουν πια κανένα,  για τις φάσεις που ζήσαμε στο δρόμο σε κάποιες συγκρουσιακές διαδηλώσεις όπου συμμετείχαμε, για όλα αυτά, δηλαδή, που μας έκαναν συντρόφους και φίλους, μη σταματώντας ποτέ να είμαστε τέτοιοι.

Πατήσια, αργά το βράδυ της 15ης Φλεβάρη 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου