![]() |
Bill Traylor, Event
with Man in Blue and Snake, 1939
Ο Γιώργος καθόταν στη στάση Αγία
Φωτεινή περιμένοντας να περάσει σε 20 λεπτά το τραμ με κατεύθυνση το Σύνταγμα.
Είχε πάει στη Νέα Σμύρνη να επισκεφτεί έναν προσφάτως αποκτηθέντα φίλο, τον
Φοίβο, που είχε υποστεί λίγες μέρες πριν ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο, αλλά,
κατά τα κοινώς λεγόμενα, την είχε σκαπουλάρει. Ο Γιώργος είχε γνωρίσει τον
Φοίβο στο στέκι του, το «Παραβάν», στη Νίκης, δίπλα στο Σύνταγμα, τον Φλεβάρη,
όταν πλέον είχε γίνει τακτικός θαμώνας του. Σχεδόν κάθε βράδυ, μαζεύονταν εκεί
διάφορες μοναχικές ψυχές της αθηναϊκής μητρόπολης, άντρες (κυρίως) και
γυναίκες, φίλοι και φίλες του ιδιοκτήτη και μπάρμαν, του Τέλη. Το μέρος ο
Γιώργος το είχε ανακαλύψει τυχαία, όταν σε μια διαδήλωση που περνούσε από το
Σύνταγμα και ξέσπασαν επεισόδια, κατέφυγε εκεί μαζί με τον τελευταίο μεγάλο
έρωτα της ζωής του, για να αποφύγουν την μαζική ρίψη δακρυγόνων από τις
δυνάμεις καταστολής. Γνωρίστηκαν με τον Τέλη, που τους πρόσφερε άπλετη
φιλοξενία και έμελλε εκεί να περνούσαν το τελευταίο ραντεβού τους, καθισμένοι στο
μικρό τραπεζάκι για δύο, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην είσοδο και το οποίο
έμελλε να γίνει το αγαπημένο του. Έκτοτε, καθόταν εκεί όχι μόνο όταν πήγαινε
στο «Παραβάν» με εκλεκτή παρέα, αλλά σε αυτό είχε γράψει και ένα μικρό δοκίμιο σχετικά
με την προδοσία, την κατάδοση και τις επιπτώσεις τους στην ιστορία των ανθρώπων.
Είχε πάρει την αφορμή από τον πρόσφατο θάνατο ενός Ιταλού αντάρτη πόλης, ο
οποίος είχε περάσει πολλά χρόνια στη φυλακή ακριβώς λόγω της κατάδοσης ενός
συντρόφου του, που αντάλλαξε την ελευθερία του με τη φυλάκιση ενός άλλου, για
τον οποίο οι αρχές δεν ήξεραν τίποτα συγκεκριμένο και ήταν σχεδόν αδύνατο να
τον εντοπίσουν. Ο Γιώργος δεν ένιωθε προδομένος από το τέλος της σχέσης του με
την αγαπημένη του Σοφία, η σχέση τους από την αρχή είχε προβλήματα και το λίγο διάστημα
που κράτησε ίσως ήταν και πολύ δεδομένων των συνθηκών. Όμως την είχε ερωτευτεί
τρελά και τώρα, καθώς περίμενε το τραμ, Κυριακή 2 Αυγούστου στην Αθήνα, αυτήν είχε
στο μυαλό του. Και τον Φοίβο βέβαια, που πριν από λίγη ώρα τον είχε δει να
είναι σχετικά καλά και πάλι δεδομένων των συνθηκών, και μάλιστα είχαν πιάσει και
πάλι την προσφιλή τους κουβέντα για τις χαμένες αγάπες. Ήταν ο Φοίβος ένα βράδυ
του Μάρτη που τον είχε ρωτήσει στο «Παραβάν», «writer», έτσι τον αποκαλούσαν οι νέοι
του φίλοι, «τι γράφεις, για την πολιτική, τη φιλοσοφία ή, μήπως, για τον έρωτα ;».
Ο Γιώργος του είχε απαντήσει πως τίποτα
από τα τρία, απλώς προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του για την ιστορία
του Πέτρου, του αγαπημένου μαθητή του Ιησού, που τον πρόδωσε τη στιγμή ακριβώς
που ο Ιησούς τον είχε τη μεγαλύτερη ανάγκη. Αντίθετα με τον Ιούδα, που τον είχε
καταδώσει για τα περίφημα τριάκοντα αργύρια, ο Πέτρος την τελευταία στιγμή δεν
τόλμησε να υπερασπίσει τη σχέση του με τον δάσκαλό του, κι έτσι, κατά κάποιο
τρόπο, τον είχε προδώσει, ενώ ο Ιούδας δεν είχε διστάσει να τον καταδώσει,
ακριβώς όπως στην περίπτωση του Ιταλού αντάρτη πόλης. Γενικά ο Γιώργος θεωρούσε
πολύ βαρύτερη την κατάδοση από τη προδοσία, αφού η δεύτερη μπορεί καμιά φορά να
είναι προϊόν μεγάλης πίεσης και ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, κινητήριος μοχλός
της ιστορίας, ενώ η κατάδοση είναι πάντοτε προϊόν μεγάλης μνησικακίας και
οδηγεί μονάχα στην ατομική και συλλογική συντριβή, και καθώς πάντοτε τον
βασάνιζε αυτό το ζήτημα, όταν τελείωσε η σχέση του με τη Σοφία, και με αφορμή,
όπως είπαμε, τον θάνατο του παλιού ένοπλου με τον οποίο είχαν γνωριστεί ένα
χριστουγεννιάτικο βράδυ στο Μιλάνο, βάλθηκε να γράψει όχι μόνο για τη διαφορά
των δύο πράξεων, αλλά και για τον τρόπο που οι δύο μυθικοί δράστες είχαν
αποφασίσει να μετανοήσουν για την πράξη τους. Ο ένας αγωνίστηκε μέχρι το τέλος
της ζωής του για τη διάδοση του μηνύματος του Ιησού, ο άλλος κρεμάστηκε μην
αντέχοντας το βάρος της κατάδοσης του αγαπημένου του δάσκαλου. Εκείνος που είχε
καταδώσει τον παλιό του σύντροφο στους αγώνες της δεκαετίας του ’70, δεν είχε
κάνει τίποτα από τα δύο, συνέχισε κανονικά τη ζωή του, απολαμβάνοντας μια
ελευθερία την οποία είχε κερδίσει σε βάρος της ζωής ενός άλλου. Μια τρίτη
εκδοχή λοιπόν, ίσως η επικρατέστερη στην ανθρώπινη ιστορία των πολιτικών παθών
και των ριζικών αμφισβητήσεων. Με τον Φοίβο δεν συζητούσαν τέτοια πράγματα,
όταν η κουβέντα έφτανε στα ερωτικά εκστόμιζαν και οι δύο κλασικές αντρικές κοινοτοπίες
και μετά η συζήτηση πήγαινε αλλού, στην μπάλα, στα ταξίδια και βεβαίως, στη
χαμένη νιότη. Το ίδιο είχε συμβεί και εκείνο το βράδυ στο σπίτι του φίλου του,
ο Φοίβος τρομαγμένος από την περιπέτειά του αλλά αισιόδοξος, ο Γιώργος υγιής
αλλά απαισιόδοξος από τις ματαιώσεις του, που τον τελευταίο χρόνο ήταν κάμποσες
και σε πολλά επίπεδα.
Η πινακίδα έδειξε ότι το τραμ θα ερχόταν σε 15 λεπτά και τότε ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό του Γιώργου. Κουφό να του έρθει μήνυμα τέτοια ώρα, πριν το διαβάσει σκέφτηκε μήπως ήταν από τη Φρόσω, μια τύπισσα που είχε γνωρίσει προσφάτως, αλλά, όχι, που τέτοια τύχη, το μήνυμα ήταν από τον Τέλη, τον ιδιοκτήτη του «Παραβάν», που τον καλούσε να πιούν ένα τελευταίο ποτό στο μπαρ, το οποίο θα έκλεινε λόγω της αναχώρησης του Τέλη για διακοπές στην αγαπημένη του Πάτμο. Ο Γιώργος δεν ήθελε να πάει για ύπνο, είχε πιει και έναν δυνατό εσπρέσο το απόγευμα και δεν νύσταζε καθόλου. Απάντησε στον φίλο του ότι σε κάνα μισάωρο θα περνούσε από το στέκι τους. Άναψε τσιγάρο, είχε αρχίσει πάλι να καπνίζει «Καρέλια Αγρινίου», όχι βέβαια πως είχε εγκαταλείψει τα τοσκάνο του, αλλά αυτά τα τσιγάρα του θύμιζαν τα φοιτητικά του χρόνια, τότε που όλα ήταν μπροστά του, τότε που αυτός κυνηγούσε τον χρόνο ενώ τώρα ήταν ο δεύτερος που τον κυνηγούσε (αν και το φετινό καλοκαίρι του θύμιζε πολύ ένα εξίσου μοναχικό καλοκαίρι από εκείνη την περίοδο). Η στάση ήταν έρημη, που και που περνούσαν κάποια αυτοκίνητα από τον παρακείμενο δρόμο και από ένα κόκκινο Πεζώ, που σταμάτησε στο φανάρι, άκουσε ένα ζευγάρι το οποίο μάλωνε σε έντονο ύφος. Αυτός ποτέ δεν είχε μαλώσει με τη Σοφία, χώρισαν με μια αγκαλιά κι ένα φιλί που του έστειλε από μακριά εκείνη, υποσχόμενη ότι θα τον καλούσε κάποια στιγμή για ένα τελευταίο γεύμα, κάτι που δεν έγινε ποτέ, ο Γιώργος ποτέ δεν απάντησε στις κλήσεις της, ούτε στα μηνύματά της, κι αυτή δεν τον «ξαναενόχλησε». Χάθηκε στη μητρόπολη και από τον Φλεβάρη σε εκείνο το τραπεζάκι στο «Παραβάν» δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ, ούτε καν τυχαία, είτε σε μια διαδήλωση, είτε σε μια εκδήλωση, είτε σε ένα ελευθεριακό φεστιβάλ, όπου σύχναζαν αμφότεροι. Με τη Φρόσω είχαν επίσης καθίσει σε εκείνο το τραπεζάκι την τελευταία φορά που την είδε, στα μέσα του Ιούλη, μετά εκείνη έφυγε για διακοπές, ο δε Γιώργος συνέχισε να βολοδέρνει στην Αθήνα. Του είχε κι αυτή υποσχεθεί πως θα μιλούσαν στο τηλέφωνο, θα του έστελνε σήμα καπνού, αλλά τίποτα, η Φρόσω ήταν νέα και όμορφη, κυνηγούσε τον χρόνο και δεν άφηνε ευκαιρία να πάει χαμένη για να απολαύσει τις χαρές της νεότητας. Πιθανώς την είχε γοητεύσει ο Γιώργος, αλλά μέχρι εκεί, όπως του είχε πει στον αποχαιρετισμό τους «ήταν αλλού». Χαμένος στις σκέψεις του πέταξε το τσιγάρο γιατί είδε από μακριά το τραμ να έρχεται. «Πάμε και βλέπουμε», σκέφτηκε ο Γιώργος, μια τελευταία μπύρα ήταν ότι έπρεπε για ένα βράδυ που από την αρχή δεν υποσχόταν πολλά και μέχρι εκείνη τη στιγμή έτσι φαινόταν να έχουν τα πράγματα.
Κατέβηκε στο Σύνταγμα και κατηφόρισε προς το «Παραβάν» και τότε είδε να φτάνει το Χ95 από το αεροδρόμιο. Στάθηκε και κοίταξε αυτές και αυτούς που κατέβαιναν, σκέφτηκε πως θα είχε μεγάλη φάση να έβλεπε τη Σοφία να αποβιβάζεται από αυτό, όπως έναν χρόνο πριν αποβιβάζονταν οι δυο τους από ένα μαγικό ταξίδι στο Τορίνο. Τίποτα από τη φαντασίωσή του δεν συνέβη, πήρε λεφτά από το ΑΤΜ και συνέχισε τον δρόμο του. Στο «Παραβάν» ο Τέλης έκανε τις τελευταίες δουλειές για το κλείσιμο του μαγαζιού και του πρότεινε, μόλις τελείωνε, να πήγαιναν κάπου αλλού για να πιουν την τελευταία τους μπύρα, έτσι για αλλαγή. «Στο μεταξύ», του είπε «κάτσε να πιεις ένα Μαρτίνι μπιάνκο μέχρι να τελειώσω», ο Γιώργος άναψε και πάλι τσιγάρο και έπινε ήρεμα το ποτό του κοιτώντας την άδεια οδό Νίκης. Διάβασε στο κινητό ένα τελευταίο μήνυμα που του είχε στείλει η Φρόσω πριν χαθούν οριστικά, τα γνωστά καλά να περάσεις, να τα λέμε, μη χαθούμε, θα σε σκέφτομαι. Όμως είχαν ήδη χαθεί όταν του είχε πει πως ήταν αλλού, τι νόημα είχε να συνέχιζε μια επαφή που δεν θα οδηγούσε πουθενά, ο Γιώργος είχε πολλούς φίλους και φίλες, τη Φρόσω δεν την έβλεπε ως τέτοια περίπτωση, κι αφού δεν μπορούσαν να βρεθούν διαφορετικά, δεν τον ένοιαζε και πολύ αν δεν θα ξαναβλέπονταν, θα έμεναν κάποιες ωραίες συζητήσεις στο τραπεζάκι τους στο «Παραβάν», καλά ήταν κι έτσι. Ποτέ δεν ήθελε ο Γιώργος να πέσει στις συνηθισμένες κοινοτοπίες με ανθρώπους που είχαν ονειρευτεί μαζί θαυμαστά πράγματα, προτιμούσε να μην τους ξαναδεί και αυτή ήταν η περίπτωση βεβαίως της Σοφίας αλλά και της Φρόσως. «Πάμε για άλλα» σκέφτηκε ο Γιώργος, γέλασε πικρά από μέσα του, ήπιε την τελευταία γουλιά από το Μαρτίνι, τράβηξε μια τελευταία τζούρα και σηκώθηκε να βοηθήσει τον φίλο του για να κολλήσουν μαζί στα τζάμια την ανακοίνωση για την επιστροφή τον Σεπτέμβρη. Ο Τέλης έβαλε τον συναγερμό, δοκίμασε για τελευταία φορά την κλειδαριά για να δει αν όλα ήταν εντάξει και μαζί κατευθύνθηκαν λίγο πιο πάνω στη Νίκης όπου είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του. Ασυναίσθητα ο Γιώργος βούρκωσε, πού θα πήγαινε τα βράδια τώρα που είχε κλείσει το «Παραβάν», πού θα έδινε τα πιθανά ραντεβού του τον Αύγουστο, πώς θα περνούσαν οι μοναχικές μέρες και νύχτες του στην άδεια Αθήνα; Και αυτή, η Σοφία, πού άραγε να βρισκόταν, με ποιον θα τριγυρνούσε σε κάποιο νησί, άραγε θα τον σκεφτόταν καθόλου, μιλάμε δηλαδή για τις συνηθισμένες κοινοτοπίες ενός μοναχικού ανθρώπου που τον κατέκλυζε η νοσταλγία. Τον επανέφερε στην πραγματικότητα ο Τέλης που του είπε να ξεκινήσουν τη βόλτα τους για να βρουν κανένα ανοιχτό μπαράκι, ίσως στο Κουκάκι, μπορεί στα Εξάρχεια, γιατί όχι στην Κυψέλη. Ο Γιώργος του είπε πως δύσκολα θα έβρισκαν κάτι Κυριακή αργά το βράδυ, όμως ο Τέλης δεν πτοήθηκε, έβαλε μπροστά και ξεκίνησαν για τα Εξάρχεια, αλλά στην Πανεπιστημίου, λίγο πριν στρίψουν στην Μπενάκη, ο Τέλης σκέφτηκε ότι καλύτερα να πήγαιναν στο Κουκάκι σε ένα μπαράκι που συνήθως έμενε ανοιχτό μέχρι αργά. Στην Ομόνοια έπεσαν πάνω σε αλκοτέστ, ο Τέλης δεν είχε πιει καθόλου εκείνη τη νύχτα, έτσι την έκαναν χωρίς συνέπειες, έκανε μάλιστα ψιλοπλάκα στην μπατσίνα με το εργαλείο του αλκοτέστ, αλλά δεν το παρατράβηξε, είχε και ταξίδι να κάνει . Ανέβηκαν τη Σταδίου, έστριψαν στη Συγγρού και μετά έφτασαν Κουκάκι, το μπαράκι ήταν κλειστό, ενώ στη Βεΐκου ένα άλλο ξενυχτάδικο μόλις έκλεινε. Πήραν πάλι το δρόμο πίσω για Κυψέλη, όμως και εκεί τίποτα, όλα είχαν κλείσει, για όλες και όλους ξεκινούσαν οι θερινές διακοπές του Αυγούστου. Ο Γιώργος πρότεινε στον Τέλη να πιουν μια τελευταία μπύρα στο σπίτι του, όμως ο φίλος του ήταν πια πολύ κουρασμένος, προτιμούσε να πάει επιτέλους σπίτι του.
Αποχαιρετίστηκαν, συζήτησαν στο πόδι το ενδεχόμενο κάποια στιγμή να πήγαινε και ο Γιώργος στην Πάτμο, ο Τέλης έφυγε με μια γρήγορη γκαζιά και ο Γιώργος έμεινε μόνος μπροστά στην είσοδο του σπιτιού του. Τα Πατήσια ήταν έρημα, έτσι κι αλλιώς η γειτονιά του ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση, εκτός αν είχε κάποια εκδήλωση το κατειλημμένο στέκι που βρισκόταν εκεί κοντά. Όπως το προηγούμενο βράδυ, όταν είχε γίνει η πρώτη εκδήλωση για την περίφημη «Τεμπελιάδα» που οργάνωναν τα συντρόφια κάθε καλοκαίρι εδώ και πολλά χρόνια. Στο μυαλό του Γιώργου ήρθε πάλι η περσινή χρονιά, που αν και είχε μείνει και πάλι στην Αθήνα τον Αύγουστο, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Το χθεσινό βράδυ σχεδόν τον είχε πιάσει αγοραφοβία, μίλησε με πολύ κόσμο, αλλά αισθανόταν άδειος, τίποτα δεν του έκανε εντύπωση, σε μια φάση του ήρθε στο μυαλό το τραγούδι των Pink Floyd «I wish you where hear» όταν είδε ένα ζευγαράκι να κάθεται στο παγκάκι του στεκιού όπου κι αυτός καθόταν με τη Σοφία το περσινό Πάσχα και έκαναν όνειρα για το μέλλον. Ανέβηκε στο σπίτι του, πήρε μια μπύρα από το ψυγείο, κατέβηκε, και πήγε μέχρι το κλειστό στέκι, όπου κάθισε έξω σε ένα μικρό παγκάκι, αραχτήρι για την περιφρούρηση, να την πιει και να καπνίσει ένα ακόμη «Αγρινίου». Του ήρθε να στείλει ένα μήνυμα στη Σοφία, αλλά ταχέως άλλαξε γνώμη, το ίδιο σκέφτηκε και για ένα μήνυμα στη Φρόσω, 3 τη νύχτα θα τον έπαιρναν για τρελό και άλλωστε τι σημασία είχε; Τι θα άλλαζε αν πραγματοποιούσε αυτή την παρόρμησή του; Εκεί που έπινε, κάπνιζε και ονειρευόταν «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις», ένα σπουργιτάκι ήρθε και κάθισε δίπλα του. «Που είσαι βρε ξενύχτη» του είπε ο Γιώργος, «ποια χαμένη αγάπη ψάχνεις άραγε και εσύ;». Και τότε, όπως πάντοτε συμβαίνει στη ζωή, συνέβη το αναπάντεχο. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από το στέκι και μια γνώριμη φωνή ακούστηκε από το ανοιχτό παράθυρο. «Γιώργο, τέτοια ώρα περιφρούρηση;». Κοίταξε προς εκεί που ακούστηκε η φωνή και τότε τον είδε: Ήταν ο παλιός του φίλος ο Έρικ, αυτός που είχαν κάνει τόσες αλητείες μαζί όταν πήγαιναν στο 22ο Λύκειο Πατησίων. Όμως ο Έρικ δεν ζούσε, είχε πεθάνει σε ένα ανόητο ατύχημα με μηχανή κάμποσα χρόνια πριν. Ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος, ανοιγόκλεισε τα μάτια του και συνειδητοποίησε ότι τον είχε πάρει ο ύπνος, στο όνειρό του είχε δει τον Έρικ, πώς άλλωστε θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Κοίταξε το σβησμένο τσιγάρο μπροστά του, πάλι καλά που δεν είχε καεί, η μπύρα είχε πλέον ζεσταθεί, ενώ σιγά σιγά ξημέρωνε και το σπουργιτάκι είχε εξαφανιστεί. Σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει προς το σπίτι του, ένας ακόμη μοναχικός ύπνος τον περίμενε. Όμως δεν το έβαζε κάτω, μπορεί το σπουργιτάκι να του το είχε στείλει ο πατέρας του, ο οποίος πάντοτε του έλεγε ότι έτσι είναι η ζωή, έχει τα πάνω και τα κάτω της, και ο Γιώργος είχε πολλά πάνω στη ζωή του για να πτοηθεί από τα σημερινά κάτω του…
Ξημερώματα, 3 Αυγούστου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου