Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Marcel Gauchet: «Είναι μια αφύπνιση του πολιτικού» (συνέντευξη στον Martin Legros)

«Βρισκόμαστε σε πόλεμο», δήλωσε ο πρόεδρος της δημοκρατίας, ανακοινώνοντας πιο αυστηρά περιοριστικά μέτρα, την κινητοποίηση του στρατού και το κλείσιμο των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης. Κατά τη γνώμη σας, βρισκόμαστε όντως σε καθεστώς πολέμου; 

Δεν βρισκόμαστε σε καθεστώς πολέμου. Ίσως μάλιστα να μοιάζει με έναν «ψεύτικο πόλεμο». Η χρήση αυτού του όρου εκ μέρους του προέδρου της δημοκρατίας σε σχέση με την επιδημία του κορονοϊού είναι δυσανάλογη με την πραγματικότητα. Σκεφτείτε τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο με πάνω από 20.000 νεκρούς την πρώτη ημέρα του… Είμαστε πολύ μακριά από αυτό, ευτυχώς.                                                                                                                                             

Γιατί τότε ο Εμμανουέλ Μακρόν κατέφυγε σε αυτόν τον όρο;                                                                                   

Η κήρυξη καθεστώτος πολέμου είναι ο μοναδικός τρόπος που έχουμε για να ονομάσουμε την εμφάνιση του συμβάντος. Κατά τη γνώμη μου, αντιπροσωπεύει την επανεμφάνιση του πολιτικού, εννοούμενου ως αυτό που εξασφαλίζει την ύπαρξη και τη συνέχεια μιας κοινότητας, ενός συλλογικού κανόνα που επιβάλλεται σε όλους, αφού αφορά τη ζωή και τον θάνατο του καθενός. Είχαμε ξεχάσει σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό με αυτή την έννοια και ο πόλεμος έγινε ο μοναδικός τρόπος για να απεικονίσουμε αυτό το ζήτημα. Δηλαδή: έχει φτάσει η στιγμή να υποστείλουμε τις εσωτερικές μας διαιρέσεις εφόσον υπάρχει ένα έντονο αίτημα συλλογικής οργάνωσης σε σχέση με το οποίο οι μερικές μικροδιαμάχες δεν έχουν κάποιο νόημα. Το ζήτημα δεν είναι πλέον αν είμαστε υπέρ ή κατά του Μακρόν, το θέμα είναι να ξέρουμε αν ο Μακρόν κάνει τη δουλειά του. Το βαθύτερο νόημα αυτού του συμβάντος είναι το εξής: πρόκειται για μια αφύπνιση της διάστασης του πολιτικού την οποία είχαμε ξεχάσει και με την οποία πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να ασχολούμαστε λιγότερο. Από αυτή την άποψη, η σύγχυση για τη διεξαγωγή ή μη των δημοτικών εκλογών συνιστά ένα μεγάλο quiproquo. Οι δημοτικές εκλογές είναι πολιτική με την πιο χυδαία έννοια του όρου: ποιος νίκησε και ποιος έχασε. Όμως η αλήθεια είναι ότι, στο σημερινό πλαίσιο, κάτι τέτοιο δεν ενδιαφέρει κανέναν. Είναι άσχετο από την πλευρά της επιβίωσης της κοινότητας.


Δεν πρόκειται, πιο κοινότοπα, για τη συνειδητοποίηση της βαρύτητας της κατάστασης των αθεράπευτων ατόμων;

Μολονότι έχει μια εκθετική εξέλιξη, ο κορονοϊός δεν έχει, προς το παρόν, την ορατή βαρύτητα της πανούκλας ή της ισπανικής γρίπης. Συνεπώς, για τα άτομα, υπάρχει μια δυσαναλογία μεταξύ της σχετικής βαρύτητας αυτής της επιδημίας και της βαρύτητας του πολιτικού μηχανισμού που επιβάλλει να μπουν στην άκρη η ζωή και οι προσωπικές επιλογές μας. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας διαδικασίας αφύπνισης. Και θα δούμε τις προσεχείς εβδομάδες μέχρι ποιο σημείο θα μειωθεί… ή θα διευρυνθεί το χάσμα μεταξύ ατόμου και κοινότητας. Ζούμε ένα πραγματικό και ουσιαστικό πολιτικό τεστ σε μεγάλη κλίμακα. Στην κοινωνία μας, η ατομικιστική διάσταση, φιλελεύθερη και ιδιωτική έχει χάσει εντελώς το πάνω χέρι ή όχι; Θα το ανακαλύψουμε λίαν συντόμως. Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα της κρίσης που βιώνουμε.

Ξεκινώντας από το Γιουχάν, στην κεντρική Κίνα, όπου και σταθεροποιήθηκε, η επιδημία έγινε πανδημία με καταστροφικά αποτελέσματα στην παγκόσμια οικονομία, στην υγεία, κλπ. Πέρα από τις υγειονομικές και οικονομικές επιπτώσεις, ποια είναι η πολιτική διάσταση του κορονοϊού;

Εξαρτάται από τον τρόπο διαχείρισής του. Μας επαναλαμβάνουν ότι το κινεζικό πολιτικό μοντέλο, αυταρχικό ή μετα-αυταρχικό, είναι ίσως το πιο αποτελεσματικό από το δικό μας. Η «Λαϊκή Ημερησία» [επίσημο όργανο της κεντρικής επιτροπής του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος] έφτασε να διεκδικεί «την προφανή ανωτερότητα του κομμουνιστικού κόμματος και της ηγεσίας του». Ενώ το Πεκίνο τόλμησε να πει ότι «ο κόσμος μπορεί να ευχαριστήσει την Κίνα». Τώρα, στην πραγματικότητα, οφείλουμε αυτή την επιδημία στις χαρακτηριστικές ρήξεις που υπάρχουν στο κινεζικό πολιτικό μοντέλο και στη σκοτεινότητά του. Πρόκειται για ένα υγειονομικό Τσερνόμπιλ. Σε αυτό το σύστημα όπου το κόμμα και ο επικεφαλής του κατέχουν το μονοπώλιο ως προς τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, για πάνω από έναν μήνα, στην αρχή, το ζήτημα συγκαλυπτόταν σε βαθμό καταδίωξης εκείνων που είχαν σημάνει συναγερμό. Έπειτα, όταν έγιναν εμφανή τα καταστροφικά αποτελέσματα μιας τέτοιας αντίδρασης, προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα με έναν τρόπο κτηνώδη και αυταρχικό, επιβάλλοντας στην κινεζική κοινωνία βίαιους κανόνες για τους οποίους εμείς δεν είμαστε ικανοί. Όμως ήταν ήδη πολύ αργά και η επιδημία είχε ξεπεράσει τα σύνορα, γινόμενη ανεξέλεγκτη.

Θέλετε να πείτε ότι σε ένα δημοκρατικό καθεστώς η επιδημία θα μπορούσε να ελεγχθεί πιο αποτελεσματικά;

Είναι η απόδειξη αυτού που ο ινδός φιλόσοφος Αμάρτια Σεν είχε αναδείξει σε σχέση με την πείνα, αποδεικνύοντας πώς η δημοκρατία είναι πάντοτε το καλύτερο μέσο για την αποφυγή της, χάρη στην κυκλοφορία των πληροφοριών. Ζούμε την επαλήθευση αυτής της θέσης. Αν στην Κίνα βασίλευε η δημοκρατία, αυτή η επιδημία δεν θα είχε τέτοια έκταση.

Η πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ, συνέβη το 1986, προηγήθηκε της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι αυτό που περιμένει την Κίνα;

Δεν το ξέρουμε. Όμως είναι σαφές ότι το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα ξέρει τι διακυβεύεται. Αν πάει σε δίκη τους υπεύθυνους, ξέρει ότι θα είναι δύσκολο να τους καταδικάσει.

Και οι δημοκρατίες μας, στέκονται στο ύψος των περιστάσεων;

Είναι ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής ευφυΐας των κυβερνώντων μας. Και έχουμε στη διάθεσή μας αντιπαραδείγματα πολύ διδακτικά, όπως αυτά της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν: κοινωνίες πολύ εκτεθειμένες, πραγματικά προκεχωρημένες και παρόλα αυτά είχαν λιγότερους νεκρούς σε σχέση με την Κίνα ή την Ιταλία. Αυτό δείχνει ότι μπορούμε να διαχειριστούμε αλλιώς τα πράγματα.

Στη Γαλλία, ο πρόεδρος της δημοκρατίας και η κυβέρνηση έβαλαν τις αποφάσεις κάτω από το καπέλο της επιστήμης. Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει τη σύνθεση του επιστημονικού συμβουλίου ούτε τις σχέσεις βάσει των οποίων λήφθηκαν οι αποφάσεις… Δεν είναι αντιφατικό;

Δεν υπάρχει διαύγεια στη διαχείριση αυτής της κρίσης. Και πρόκειται για ένα πολιτικό λάθος. Οι κυβερνήσεις μας έχουν την τεχνοκρατική συμπεριφορά του κράτους-προστάτη αλά γαλλικά, που γνωρίζει καλύτερα από τον πληθυσμό τι πρέπει να κάνει. Αναφέρονται σε μια επιστημονική επιτροπή, της οποίας δεν δημοσιεύουν τις συμβουλές. Ενώ θα έπρεπε να υπάρξει η μέγιστη πληροφόρηση, με δεδομένη και την ύπαρξη του Ίντερνετ. Προσωπικά, εμπιστεύομαι την επιστήμη. Όμως μου αρέσει να κατανοώ τους επιστημονικούς συλλογισμούς που κατευθύνουν τις αποφάσεις. Δεν βρισκόμαστε στην εποχή της «πνευματικής εξουσίας» του Ωγκύστ Κομτ. Η επιστήμη είναι η λογική σε άσκηση, συνεπώς η δυνατότητα κατανόησης των συλλογισμών. Υπάρχει μια διπλή αποτυχία της κυβέρνησης. Καταρχήν η επιστήμη πρέπει να είναι δημόσια και όχι υπόθεση μιας περιορισμένης επιτροπής. Κατά δεύτερο λόγο, αν η επιστήμη καθορίζει τις αποφάσεις, σε τελική ανάλυση είναι ο πολιτικός συλλογισμός που κατευθύνει εδώ ή εκεί. Κρυπτόμενος πίσω από τους επιστήμονες, ο Μακρόν δεν ανέλαβε πλήρως τις υποχρεώσεις του ρόλου του.

Σε σχέση με αυτό, φαίνεται να υπάρχει ένας συμβιβασμός μεταξύ της στρατηγικής του «περιορισμού» και της «μείωσης». Στη Νότια Κορέα και στην Ταϊβάν προσπάθησαν, με κάποια επιτυχία, να εξατομικεύσουν, να κάνουν τεστ και να απομονώσουν όλες τις συμπτωματικές περιπτώσεις, προκειμένου να εμποδίσουν τη διάδοση της επιδημίας. Στην Ευρώπη, δεδομένου ότι η διάδοση ήταν ήδη πολύ προχωρημένη για να σταματήσει, έγινε προσπάθεια να επιβραδυνθεί η καμπύλη των μολύνσεων έτσι ώστε να διασωθεί το υγειονομικό σύστημα, φτάνοντας, σε κάποιες περιπτώσεις, να ειπωθεί ότι ο πληθυσμός ανοσοποιείται σιγά σιγά, περιορίζοντας τον ιό. Δεν συνιστά πρόβλημα, για την κυβέρνηση, ότι πήρε αυτή τη δύσκολη απόφαση χωρίς να το πει σαφώς στον κόσμο;

Να είμαστε ξεκάθαροι: αυτό λέγεται πολιτικό λάθος. Πρέπει να μπουν όλα τα δεδομένα στο τραπέζι. Επικρατεί ακόμη η ιδέα ότι τα άτομα είναι αρκούντως χαζά για να ενταχθούν σε μια συλλογική στρατηγική. Όμως τα δεδομένα στη δημοκρατία δείχνουν ότι τα άτομα εντάσσονται πολύ καλύτερα σε μια στρατηγική επιλογή με την οποία νιώθουν συνδεδεμένοι.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο ο Μπόρις Τζόνσον υιοθέτησε ανοιχτά τη στρατηγική της «συλλογικής ανοσίας», μη περιορίζοντας τον πληθυσμό και ανακοινώνοντας ότι πολλά εύθραυστα άτομα ή ηλικιωμένα θα πεθάνουν…

Αυτή η συμπεριφορά κυνικού πραγματισμού μας βάζει ήδη στο αυλάκι μιας συγκεκριμένης αγγλικής παράδοσης. Ξεκινά από την υπόθεση ότι το τίμημα, οικονομικά και κοινωνικά, ενός περιορισμού είναι πολύ βαρύ και καθώς η ασθένεια δεν είναι καθαυτή πολύ σοβαρή για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, είναι αναγκαίο να υποστούμε τις «παράπλευρες» απώλειες. Στην πραγματικότητα, αν ακούσουμε τις συμβουλές της βρετανικής κυβέρνησης, πρόκειται για μια επιλογή πολύ φιλελεύθερη: σε ατομικό επίπεδο αφήνουν τα άτομα ελεύθερα να κάνουν αυτό που θεωρούν καλύτερο και, μολονότι η συμβουλή είναι η παραμονή στο σπίτι, δεν παίρνονται συλλογικά μέτρα περιοριστικά και αυταρχικά. Είναι η ατομική ελευθερία και υπευθυνότητα που προηγούνται.

Έχετε μιλήσει πολλές φορές για την επιμονή της μεταφοράς του «πολιτικού σώματος» στην ευρωπαϊκή ιστορία, για την εικόνα των δύο σωμάτων του βασιλιά μέχρι τον σωματικό διχασμό μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς» στη σύγχρονη πολιτική. Δεν ξαναβρίσκουμε σήμερα, με αυτόν τον ιό, την ιδέα ότι το έθνος είναι ένα συλλογικό σώμα που μπορεί να απειληθεί η ενότητά του και που πρέπει να υπερασπίσει την ανοσία του;

Δεν είμαστε πια μια σωματική κοινωνία με έναν οργανικό δεσμό μεταξύ των προσώπων, που θα συγκεκριμενοποιούνταν στην ταύτιση με μια ολότητα, όπως το σώμα του μονάρχη που ενσάρκωνε για όλους την ενότητα και τη συνέχεια του έθνους. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια ανάγκη στα άτομα να εκλαμβάνουν τη συλλογικότητά τους σαν κάτι του οποίου αποτελούν μέρος, είτε σωματικά είτε ψυχικά. Νιώθουν μέρος σαν κάτι που φτάνει μέχρι σε αυτά. Είναι το νόημα της εικόνας του κοινωνικού σώματος. Και είναι αυτό που ο ιός θέτει σε δοκιμασία, τον ασυνείδητο δεσμό μας με τη συλλογικότητα.

Τι εξασφαλίζει την ανοσία του πολιτικού σώματος;

Δεν είναι προφανές για μια κοινωνία ατόμων η εξασφάλιση της πολιτικής της ανοσίας. Και από αυτή την άποψη βρισκόμαστε μπροστά σε μια καθαρή αντίφαση. Από τη μια πλευρά λένε στα άτομα «δυσπιστείτε μεταξύ σας, μην αγκαλιαζόσαστε, κρατάτε αποστάσεις», ενώ από την άλλη τους λένε «σκεφτείτε τους άλλους, γιατί αν κι εσείς μπορεί να μην κινδυνεύετε, είστε κίνδυνος για τους άλλους». Τα άτομα διαπερνώνται από μια ένταση μεταξύ εγωιστικής απόστασης και αλτρουιστικής εμπλοκής.

Οι συνέπειες της επιδημίας στην παγκόσμια οικονομία, η αποκατάσταση των συνόρων και η επαναφορά των κρατών δεν μας θέτουν και ενώπιον των ορίων της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης;

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την ευρύτητα αυτού του συμβάντος, όμως το πνευματικό και το ιδεολογικό σοκ είναι το πιο ισχυρό. Η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έχει πεθάνει με την έννοια ότι η αρχή σύμφωνα με την οποία το «γλυκό εμπόριο» θα ρύθμιζε όλα τα προβλήμα.τα έχει ξεπεραστεί. Η αναγκαιότητα ενός στρατηγικού συλλογισμού επιβάλλεται σε όλες τις συγκροτημένες κοινότητες. Είναι αναγκαίο ένα νέο πολιτικό software.

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο Philomag.com, στις 17/3/2020

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Αχ, μα τι φάση… - Sergio Bianchi

Αυτές τις μέρες ζούμε μια κατάσταση υποχρεωτικού εγκλεισμού κατ’ οίκον ατομικού και ταυτοχρόνως γενικευμένου. Μια απρόβλεπτη και κεραυνοβόλα εμπειρία, που υποχρεώνει σε σκέψεις πρωτόγνωρες. 

Αναπόφευκτη, για παράδειγμα, η πνευματική σύνδεση με τη συνθήκη την οποία επιβάλλει η φυλακή, αν και με μορφές πολύ πιο ελαφρές. 

Δεν υπάρχουν σαφώς δεσμοφύλακες που στρίβουν κλειδιά στην πόρτα του κελιού, στέκονται στο κεφαλόσκαλο παίζοντας με τα ρόπαλα, κρυφοκοιτάζουν από ένα ματάκι όλα εκείνα που κάνεις, ακόμη και τα πιο προσωπικά ή, ποιος ξέρει, σε συνοδεύουν κάνα δυο φορές τη βδομάδα να κάνεις ντους συχνά με παγωμένο νερό, σε απειλούν για μεταφορά σε μέρη μακρινά από αυτά των γονέων σου ή σε «τιμωρούν» σωματικά σε περίπτωση ανυπακοής ή εξέγερσης απέναντι στον «κανονισμό». Όχι, απλώς περιορίζονται να κόβουν βόλτες κάτω από τα σπίτια ελέγχοντας τις σπανιότατες εξόδους, που αντιθέτως από εκείνες από ένα κελί φυλακής δεν είναι η ώρα προαυλισμού σε μια αυλή γεμάτη τσιμέντο, περικυκλωμένη από ψηλούς τοίχους από τσιμέντο, αλλά βολτούλες για να κατουρήσει ο σκύλος ή να κάνεις τα ψώνια περιμένοντας υπομονετικά ή ανυπόμονα στην ουρά. Μια τριανταφυλλένια φυλακή εν κατακλείδι, όμως σε κάτι ωστόσο της μοιάζει.

Ποιος ξέρει λοιπόν αν οι «συνηθισμένοι άνθρωποι» στη βάση αυτής της εμπειρίας αποκτήσουν ένα ίχνος συνείδησης για το τι είναι στην πραγματικότητα η αληθινή φυλακή, που οι περισσότεροι τη σκέπτονται σαν «ένα ξενοδοχείο με τηλεόραση». Τι είναι η ψυχολογική και σωματική βία χωρίς ανάπαυλα που φιλοξενεί. Και τι αυτή προκαλεί, παράγει και αναπαράγει με όρους τρέλας.

Ποιος ξέρει αν αυτή η κατάσταση υποχρεωτικής οικογενειακής κοινωνικότητας θα αρχίσει σε λίγο να αυξάνει κατά τρόπο ιλιγγιώδη το ποσοστό αλκοολισμού και ψυχοφαρμάκων, να αναδεικνύει τις γονικές γυναικοκτονίες –που ήδη σε «φυσιολογικές» συνθήκες δεν είναι αστείο– , το πέταγμα μωρών από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια, το πνίξιμο στον ύπνο με μαξιλάρια των παππούδων που μέχρι τώρα την είχαν γλυτώσει μυστηριωδώς από τον ιό, η σφαγή στους δρόμους τυχαίων περαστικών με μαχαίρια, πλάστες και ψαλίδια παρμένα από την κουζίνα. 

Αχ, μα τι φάση… Όμως ας είμαστε ήσυχοι αφού οι εγκληματίες, οι πραγματικοί, εκείνοι που είναι πραγματικά επικίνδυνοι, είναι κλεισμένοι σε ασφαλή και προπάντων κλειστά μέρη.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Το υπόλοιπο του τίποτα - Lanfranco Caminiti

Η γυναίκα που έρχεται για κάποια ώρα τη μέρα για να βοηθάει τη μαμά, ανησυχεί για τον σύντροφό της που έχει μια μικρή οικοδομική επιχείρηση μαζί με τον αδελφό του. Είναι άξιοι εργαζόμενοι –το ξέρω καλά γιατί αυτοί έφτιαξαν το σπίτι στο οποίο μένω– καλοπληρώνουν τους εργάτες τους και φτιάχνουν τα πάντα. Όμως η οικοδομή έχει σταματήσει εντελώς, δεν μπορεί κανείς να δουλέψει στα εργοτάξια και άλλωστε έχουν κλείσει και οι χονδρέμποροι οικοδομικών υλικών. Έτσι άφησαν τους εργάτες στο σπίτι.

Αυτός σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί τη συγκεκριμένη στιγμή για να φτιάξει το σπίτι στο οποίο αργά ή γρήγορα θα μετακομίσουν –τώρα μένουν στο παλιό σπίτι της μαμάς του–, όμως του είπαν ότι δεν μπορεί να κάνει ούτε κι αυτό, καθώς δεν μπορεί να γυρνάει με το τρίκυκλο εδώ κι εκεί. Μπροστά από το σπίτι μου υπάρχουν τρία μαγαζιά –ένα ανθοπωλείο, ένα κομμωτήριο κι ένα μαγαζί οπτικών, όλα κλειστά. Ο ανθοπώλης κάνει και τον ξυλουργό, κι όταν βρίσκει δουλειά αφήνει τη γυναίκα του στο μαγαζί, όμως η οικοδομή έχει σταματήσει και συνεπώς δεν κάνει τίποτα. Ο οπτικός βρήκε έξτρα δουλειά στον βορρά και κάθε τόσο πήγαινε εκεί, με τη γυναίκα του να κρατάει το μαγαζί καθώς είναι και αυτή οπτικός –κάμποσο καιρό πριν προσπάθησαν επίσης να φτιάξουν ένα bed&breakfast, αλλά δεν τράβηξε· τώρα, αυτός έχει μείνει παγιδευμένες στον βορρά και αυτή είναι στο σπίτι. Για την κομμώτρια δεν ξέρω. Επιπλέον εδώ έχει κλείσει το μπαρ, το μαγαζί της «κυρίας χίλιες λίρες» είναι ανοιχτό αλλά δεν υπάρχει κανείς, ο φωτογράφος έχει κλείσει, αυτός με τις φιάλες γκαζιού είναι ανοιχτός: εδώ ακόμη αντιστέκεται η χρήση φιαλών γκαζιού –κυρίως ανάμεσα στους υπερήλικους και τα παλιά σπίτια, για τη σόμπα και συχνά και για την κουζίνα: κοστίζει 21 ευρώ μια μεσαία φιάλη των 15 λίτρων, όμως πιστεύω ότι το όριο της ήταν ακριβώς εκείνο το ευρώ, καθώς εσύ δίνεις κάτι παραπάνω για τον καφέ. Επίσης εδώ κάτω, το φαρμακείο είναι ανοιχτό, όμως ο ιδιοκτήτης του δεν είναι εκεί γιατί έχει προβλήματα υγείας και θα αρκούσε ένα κρύωμα για να τον ρίξει στο κρεβάτι, έτσι πήραν μια υπάλληλο, όμως δεν ξέρω για πόσο καιρό. Το μπαρ είναι κλειστό και τα κορίτσια που δουλεύουν παρτ τάιμ, βοηθώντας τα αδέλφια-ιδιοκτήτες, είναι στο σπίτι, αλλά και το υποδηματοπωλείο είναι κλειστό, το χαρτοπωλείο-είδη δώρων είναι κλειστό, με τις δύο υπαλλήλους να είναι επίσης στο σπίτι. 

Ακόμα περισσότερο εδώ κάτω, το ψαράδικο-κατεψυγμένα τρόφιμα έχει κλείσει και ο νεαρός που μόλις το είχε ανοίξει δεν φαίνεται πουθενά, ενώ έχει επίσης κλείσει ένα άλλο χαρτοπωλείο, όμως είναι ανοιχτό το μαγαζί με τα γαλακτομικά και τα τυριά, όντας σημείο διανομής, στο οποίο δουλεύουν τρεις κοπέλες σε δύο βάρδιες. Όμως η Φιόρε που πουλούσε στη γωνία καλάθια που έφτιαχνε η ίδια δεν υπάρχει πια, όπως ούτε η κυρία που πουλούσε μανιτάρια ή τα σαλιγκάρια τα οποία μάζευε η ίδια από την εξοχή όταν έβρεχε και τα ’στελνε ο θεός. 

Στη μικρή πλατεία, το μπαρ έχει κλείσει, όπως επίσης ένα μικρό μπακάλικο και ένα φωτογραφείο. Υπάρχει ένα άλλο μπακάλικο που λειτουργεί εδώ και κάνα μήνα, το οποίο, αντιθέτως, είναι ανοιχτό, και το λειτουργεί ένα νεαρό ζευγάρι. Στη γωνία, το μαγαζί με τα ρούχα έχει κλείσει. 

Στη λεωφόρο, έχει κλείσει το μαγαζί με ρούχα για νέους, εκείνο με τα εργαλεία ψαρέματος και το κοσμηματοπωλείο. Ο κοσμηματοπώλης αυτά τα χρόνια φάνηκε θαρραλέος, επένδυσε στην ανακαίνιση μαγαζιών που στη συνέχεια τα νοίκιαζε: μπορούσε να επιβιώσει με αυτό το εισόδημα, όμως τα μαγαζιά του έχουν όλα κλείσει και δεν ξέρω αν πληρώνουν το νοίκι. 

Στη μεγάλη πλατεία έκλεισε το μπαρ και το κουρείο, ενώ αντιστέκεται το καπνοπωλείο· μπροστά υπάρχει ένα φαρμακείο, που δουλεύει εναλλάξ μ’ ένα άλλο. Στο άνοιγμά της έκλεισε το πιο «in» μπαρ. Στον μεγάλο δρόμο είναι ανοιχτό ένα μαγαζί franchising απορρυπαντικών, όπου δουλεύουν τρεις κοπέλες ανά βάρδια, έχει κλείσει η ψησταριά που λειτουργούσε ένα νεαρό ζευγάρι και άνοιγε μόνο το βράδυ –προσπάθησαν να το λειτουργήσουν και τη μέρα αλλά δεν τράβηξε–, το ζαχαροπλαστείο, που λειτουργούσαν δύο κοπέλες κι ένα μαγαζί με οικιακές ηλεκτρικές συσκευές. Αντιστέκεται το σούπερ μάρκετ και, δίπλα, τα φρούτα και λαχανικά της «κυρίας ναι-ναι», που τη λένε έτσι γιατί αν έχει κάτι που της ζήτησες, σου απαντάει πάντοτε έτσι. Όμως έχει κλείσει ένα άλλο μπαρ, το κουρείο κι ένα περίπτερο, που του είπαν να μη βγάζει φωτοτυπίες (όμως το ποσοστό του leasing πρέπει να το πληρώνω, μου είπε) και αντί να πουλάει ένα μολύβι ή ένα τετράδιο και τέσσερις εφημερίδες προτιμάει να μένει σπίτι, με τα δύο του παιδιά. Ακόμη πιο κάτω έχουν κλείσει δύο μαγαζιά. 

Στη στροφή που οδηγεί έξω από το χωριό, έχει κλείσει το μαγαζί με τα δερμάτινα και τα αρώματα, το άλλο μαγαζί «με τα πάντα όλα», ένα άλλο ανθοπωλείο και το ιατρείο ενός παιδίατρου, αντιστέκεται το χασάπικο που έχει πολύ καλό κρέας και δουλεύουν εκεί άλλα δύο παιδιά. Πιο κάτω έχει κλείσει το μαγαζί με τα είδη κιγκαλερίας. Στο χωριό δεν τριγυρνάει πια κανείς και οι «δουλίτσες» δεν μπορούν να γίνουν: να πας στα χωράφια για δαμάσκηνα και κοπριά, να βάψεις προσόψεις και μπαλκόνια, να μεταφέρεις πράγματα, να επιδιορθώσεις έναν σωλήνα που έσπασε μέσα σ’ έναν τοίχο ή μια ηλεκτρική εγκατάσταση που χάλασε, όλα είναι μαύρα, όλα φευγάτα. Από την αγορά της Κυριακής όπου πήγαιναν οι πλανόδιοι πωλητές (και τις άλλες μέρες πήγαιναν κυκλικά στα γύρω χωριά) για να πουλήσουν ρούχα και σώβρακα, πιάτα και τηγάνια, ή οι μαύροι που πουλάνε κινητά και πλαστές τσάντες ή οι μπαγκλαντεσιανοί με τα μπιζού και τα βραχιόλια, και υπήρχαν τόσοι πάγκοι με φρούτα και λαχανικά και τυριά και λουκάνικα και σαλάμι, τίποτα. Εδώ, αν και όποτε περάσει η επιδημία, θα έχει μείνει το υπόλοιπο του τίποτα. 

Ο Λαφράνκο Καμινίτι, ιστορική φιγούρα της εργατικής αυτονομίας στον ιταλικό νότο, ζει στη Μεσίνα και είναι συνιδρυτής του περιοδικού Derive Approdi και των ομώνυμων εκδόσεων. Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των εκδόσεων.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Σκέψεις για την πανούκλα - Giorgio Agamben

Οι σκέψεις που ακολουθούν δεν αφορούν την επιδημία, αλλά αυτό που μπορούμε να καταλάβουμε από τις αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι της. Πρόκειται, δηλαδή, να σκεφτούμε για την ευκολία με την οποία μια ολόκληρη κοινωνία αποδέχθηκε να νιώσει πανουκλιασμένη, να απομονωθεί στο σπίτι και να αναστείλει τις φυσιολογικές συνθήκες της ζωής της, τις εργασιακές της σχέσεις τη φιλία, τον έρωτα, φτάνοντας μέχρι τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις της. Γιατί δεν συνέβησαν, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς και όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, διαμαρτυρίες και εναντιώσεις; Η υπόθεση στην οποία θα ήθελα να προχωρήσω είναι ότι κατά κάποιον τρόπο, ακόμη και ασυνείδητα, η πανούκλα ήταν ήδη εδώ, ότι, προφανώς, οι συνθήκες ζωής του κόσμου είχαν γίνει τέτοιες ώστε άρκεσε ένα ξαφνικό συμβάν για να εμφανιστούν ως αυτές που είναι –δηλαδή αφόρητες, όπως ακριβώς μια πανούκλα. Και αυτό, με μια συγκεκριμένη έννοια, είναι το μοναδικό θετικό δεδομένο που μπορούμε να αντλήσουμε από την παρούσα κατάσταση: είναι δυνατόν, πιο μετά, ο κόσμος να ξεκινήσει να διερωτάται αν ο τρόπος με τον οποίο ζούσε ήταν ο σωστός. Και αυτό πάνω στο οποίο πρέπει επίσης να σκεφτούμε, είναι η ανάγκη της θρησκείας που αυτή η κατάσταση αναδεικνύει. Είναι ενδεικτική, στον λίαν τεταμένο λόγο των ΜΜΕ, μια ορολογία που δανείζεται στοιχεία από το εσχατολογικό λεξιλόγιο και η οποία, για να περιγράψει το φαινόμενο, καταφεύγει εμμονικά, προπάντων στον αμερικανικό τύπο, στη λέξη «αποκάλυψη», επικαλούμενη, συχνά σαφώς, το τέλος του κόσμου. Είναι λες και η θρησκευτική ανάγκη, που η εκκλησία δεν είναι πλέον σε θέση να ικανοποιήσει, να αναζητεί ψαχουλεύοντας έναν άλλο τόπο για να υπάρξει και να τον βρίσκει ακριβώς σε εκείνη που τώρα πια έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας: στην επιστήμη. Αυτή, όπως κάθε θρησκεία, μπορεί να παράγει δεισιδαιμονίες και φόβο ή, ωστόσο, να χρησιμοποιείται για τη διάδοσή τους. Ποτέ όπως σήμερα δεν παραβρεθήκαμε στο θέαμα, τυπικό των θρησκειών σε στιγμές κρίσης, γνωμών και συνταγών διαφορετικών και αντιθετικών μεταξύ τους, που ξεκινούν από την αιρετικά μειοψηφική θέση (αν και υποστηρίζεται από επιστήμονες με κύρος) αυτών που αρνούνται τη βαρύτητα του φαινομένου, και φτάνουν μέχρι τον κυρίαρχο ορθόδοξο λόγο που ναι μεν την αποδέχεται αλλά, ωστόσο, διαφέρει, συχνά ριζικά, ως προς τους τρόπους αντιμετώπισής της. Και, όπως πάντοτε συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, κάποιοι ειδικοί ή λεγόμενοι τέτοιοι, καταφέρνουν να εξασφαλίσουν την εύνοια του μονάρχη ο οποίος, όπως στην εποχή των θρησκευτικών διενέξεων που δίχασαν τη χριστιανοσύνη, παίρνει θέση ανάλογα με τα συμφέροντά του υπέρ του ενός ή του άλλου ρεύματος και επιβάλλει τα μέτρα του. 

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει να σκεφτούμε είναι η προφανής κατάρρευση κάθε κοινής πεποίθησης και πίστης. Θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον σε τίποτα –πέρα από τη γυμνή βιολογική ύπαρξη που πρέπει, με οποιοδήποτε κόστος, να διασωθεί. Όμως πάνω στον φόβο μήπως χάσουμε τη ζωή μας μπορεί να θεμελιωθεί μόνο μια τυραννία, μόνο ο τερατώδης Λεβιάθαν με το ξεγυμνωμένο σπαθί. 

Γι’ αυτό –όταν η έκτακτη ανάγκη, η πανούκλα, θα ανακοινωθεί ως περατωθείσα, αν ανακοινωθεί– δεν πιστεύω ότι, τουλάχιστον για όποιον έχει διατηρήσει μια ελάχιστη διαύγεια, θα είναι δυνατό να επιστρέψουμε να ζούμε όπως πριν. Και αυτό είναι ίσως σήμερα το πλέον απελπιστικό πράγμα –αν και, όπως έχει ειπωθεί, «μόνο για όποιον δεν έχει πλέον ελπίδα δόθηκε η ελπίδα». 

 27 Μάρτη 2020

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ Pierre Dardot-Christian Laval

Η πανδημία του Covid-19 είναι μια παγκόσμια υγειονομική, οικονομική και κοινωνική κρίση σε ένα εντελώς ασυνήθιστο επίπεδο. Μπορεί να αντιστοιχηθεί με ελάχιστες ιστορικές περιπτώσεις, τουλάχιστον σε σχέση με τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή η τραγωδία, εξ υπαρχής, είναι μια δοκιμασία για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δοκιμασία με τη διπλή έννοια της λέξης: πόνος, ρίσκο και κίνδυνος από τη μια πλευρά, δοκιμή, εκτίμηση και κρίση από την άλλη. Αυτό που η πανδημία θέτει σε δοκιμασία είναι η ικανότητα των πολιτικο-οικονομικών οργανισμών να αντιμετωπίσουν ένα παγκόσμιο πρόβλημα που έχει να κάνει με την αλληλεξάρτηση των ατόμων ή, με άλλα λόγια, που σχετίζεται με όλα όσα αφορούν την κοινωνική ζωή στις πιο στοιχειώδεις της μορφές. Όπως μια δυστοπία που γίνεται πραγματικότητα, αυτό το οποίο ζούμε μας επιτρέπει να διακρίνουμε εκείνο που, με την κλιματική αλλαγή, περιμένει την ανθρωπότητα σε καμιά δεκαετία, εφόσον η οικονομικο-πολιτική δομή του κόσμου δεν αλλάξει ταχέως και ριζικά. 

Μια κρατική απάντηση στην παγκόσμια κρίση; 

Πρώτη παρατήρηση: τόσο από τη μια όσο και την άλλη πλευρά, μας προϊδεάζουν για την επαναφορά της κυριαρχίας του κράτους-έθνους σαν απάντηση στην παγκόσμια κρίση, σύμφωνα με δύο τροπικότητες λίγο πολύ συμπληρωματικές και αρθρωμένες σε διάφορες χώρες: από τη μια πλευρά, ανατίθεται στο κράτος να πάρει αυταρχικά μέτρα περιορισμού των επαφών ενεργοποιώντας τη γνωστή «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (δηλωμένης ή όχι) όπως στην Ιταλία, στην Ισπανία και τη Γαλλία· από την άλλη, ανατίθεται στο κράτος να προστατεύσει τους πολίτες από την εισαγωγή ενός ιού που έρχεται από το εξωτερικό. Κοινωνική πειθάρχηση και εθνικός προστατευτισμός θα είναι οι δύο βασικοί άξονες του αγώνα ενάντια στην πανδημία. Ξαναβρίσκουμε λοιπόν τις δύο όψεις της κρατικής κυριαρχίας: κυριάρχηση ως προς το εσωτερικό και ανεξαρτησία ως προς το εξωτερικό. 

Δεύτερη παρατήρηση: απευθυνόμαστε, εξίσου, στο κράτος, προκειμένου να βοηθήσει τις μεγάλες, μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις έτσι ώστε να ξεπεράσουν τη δοκιμασία, με τις ενισχύσεις και τις πιστωτικές εγγυήσεις τις οποίες έχουν ανάγκη αφενός για να μη χρεοκοπήσουν και αφετέρου για να διατηρήσουν, στο μέτρο του δυνατού, τις θέσεις εργασίας. Το κράτος δεν έχει πλέον ενδοιασμούς προκειμένου να διαθέσει πόρους χωρίς όρια οι οποίοι αφορούν τη «σωτηρία της οικονομίας» (whatever it takes), όταν μέχρι προχθές αντιτιθόταν σε όλα τα αιτήματα για αύξηση της εργατικής δύναμης στα νοσοκομεία και του αριθμού κρεβατιών ΜΕΘ, με τον εμμονικό σεβασμό των ορίων που θέτει ο προϋπολογισμός και των περιορισμών που επιβάλλει το δημόσιο χρέος. Τα κράτη μοιάζουν να ανακαλύπτουν σήμερα τις αρετές της παρέμβασης, τουλάχιστον στον βαθμό που αφορά την υποστήριξη των ιδιωτικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και την εγγύηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. 

Αυτή η απότομη αλλαγή πορείας που, λανθασμένα, θα μπορούσε να εκληφθεί σαν το τέλος του νεοφιλελευθερισμού, στρέφει την προσοχή μας σε ένα κεντρικό ζήτημα: η καταφυγή σε δεδομένα που έχουν να κάνουν με την κρατική κυριαρχία, στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, είναι σε θέση να απαντήσει σε μια πανδημία που φτάνει το μεδούλι των στοιχειωδών μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης; Αυτό στο οποίο παρευρισκόμαστε δεν σταματά να μας ανησυχεί. Η θεσμική ξενοφοβία των κρατών εκδηλώνεται ταυτοχρόνως με τη συνειδητοποίηση της θνησιμότητας του ιού για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Είναι σύμφωνα με την τάξη διασποράς της πανδημίας που τα ευρωπαϊκά κράτη έδωσαν τις πρώτες απαντήσεις στη διάδοση του κορονοϊού. Ταχέως, η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών, κυρίως στην κεντρική Ευρώπη, στοιχήθηκαν πίσω από τα διοικητικά τείχη του εθνικού εδάφους προκειμένου να προστατεύσουν τους πληθυσμούς τους από τον «ιό των ξένων». Η λογική των χωρών που πρώτες περικλείστηκαν, υποτάχτηκε σε αξιοσημείωτο βαθμό στη γραμμή της κρατικής ξενοφοβίας. Ο Όρμπαν άναψε το φυτίλι: «Διεξάγουμε έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα, αυτό της μετανάστευσης και αυτό του κορονοϊού, που υπάρχουν γιατί και τα δύο διαδίδονται μέσω των μετακινήσεων». 

Ο ίδιος λόγος υιοθετήθηκε τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο: Κάθε ξεχωριστό κράτος πρέπει να αυτοπροστατευτεί, προς μεγάλη χαρά όλων των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων ακροδεξιών. Όμως η μεγαλύτερη ντροπή υπήρξε η απουσία αλληλεγγύης μεταξύ των γειτονικών χωρών. Η εγκατάλειψη της Ιταλίας στην τύχη της από τη Γαλλία και τη Γερμανία, που έφτασαν σε τέτοιο βαθμό εγωισμού ώστε να αρνηθούν την αποστολή ιατρικού εξοπλισμού και προστατευτικών μασκών, έκρουσε την επιθανάτια καμπάνα μιας Ευρώπης οικοδομημένης στη βάση του ανελέητου ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών. 

Κρατική κυριαρχία και στρατηγικές επιλογές 

Στις 11 Μάρτη, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους κήρυξε την κατάσταση πανδημίας, ανησυχώντας στον μέγιστο βαθμό με την ταχύτητα διάδοσης του ιού και το «ανησυχητικό επίπεδο αδράνειας» των κρατών. Πώς εξηγήθηκε αυτή η κατάσταση αδράνειας; Η πιο πειστική ανάλυση ήταν αυτή της Σουέρι Μουν, ειδική σε πανδημίες και συνδιευθύντρια του Κέντρου Παγκόσμιας Υγείας του Ινστιτούτου των Διεθνών Σπουδών της Ανάπτυξης: «Η κρίση που διερχόμαστε δείχνει την επιμονή της αρχής της εθνικής κυριαρχίας στις διεθνείς υποθέσεις. Όμως δεν υπάρχει εδώ κάτι το εκπληκτικό. Η διεθνής συνεργασία υπήρξε ανέκαθεν εύθραυστη, όμως έχει γίνει περισσότερο εύθραυστη σήμερα απ’ ότι πέντε χρόνια πριν, λόγω της εκλογής πολιτικών ηγετών, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ευελπιστούν για την εγκατάλειψη της παγκοσμιοποίησης. Χωρίς την παγκόσμια προοπτική που δίνει ο ΠΟΥ, οδεύουμε προς την καταστροφή (…) κάτι που θυμίζει στους πολιτικούς ηγέτες και στους παγκόσμιους διαχειριστές της υγείας ότι η οικουμενική προσέγγιση στην πανδημία και στην αλληλεγγύη είναι τα πλέον θεμελιώδη στοιχεία για μια υπεύθυνη δράση εκ μέρους όλων των πολιτών». Παρότι τέτοιες εκκλήσεις είναι θεμελιωμένες και ορθές, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο ΠΟΥ εδώ και πολλές δεκαετίες στηρίζεται οικονομικά σε ιδιωτικούς πόρους (το 80% της χρηματοδότησης προέρχεται από επιχειρηματικές δωρεές και ιδιωτικά ιδρύματα). Παρόλα αυτά, ο ΠΟΥ θα μπορούσε από την αρχή να αποτελέσει το κέντρο της συνεργασίας στον αγώνα ενάντια στην πανδημία, όχι μόνο γιατί, μετά τις αρχές Γενάρη, οι πληροφορίες του σχετικά με το ζήτημα ήταν αξιόπιστες, αλλά κυρίως γιατί οι συμβουλές του για ριζικό και έγκαιρο έλεγχο της επιδημίας ήταν επίκαιρες. 

Για τον διευθυντή του ΠΟΥ, η επιλογή της άρνησης μιας συστηματικής χρήσης των τεστ για τη θετικότητα στον Covid 19 για την ανίχνευση της μόλυνσης, κάτι που είχε καλά αποτελέσματα τόσο στη Νότια Κορέα όσο και στην Ταϊβάν, συνιστά ένα τεράστιο λάθος, που συνέβαλε στη διάδοση του ιού σε όλες τις άλλες χώρες. Όμως πίσω από αυτή την καθυστέρηση υπάρχουν δύο στρατηγικές θέσεις. Χώρες όπως η Νότια Κορέα έχουν επιλέξει τον συστηματικό έλεγχο, την απομόνωση των φορέων του ιού και την «κοινωνική αποστασιοποίηση». Η Ιταλία υιοθέτησε μεταγενέστερα τη στρατηγική του απόλυτου κλεισίματος για τον περιορισμό της επιδημίας, σύμφωνα με το παράδειγμα της Κίνας. Άλλες χώρες περίμεναν πολύ πριν αντιδράσουν, προχωρώντας στη φαταλιστική και κρυπτο-δαρβινική επιλογή της στρατηγικής της «ανοσίας της αγέλης». Η Μεγάλη Βρετανία του Μπόρις Τζόνσον είχε, σε πρώτο χρόνο, ακολουθήσει την επιλογή της παθητικότητας, φτάνοντας τελικά, και με τρόπο πιο διφορούμενο, να υιοθετήσει περιοριστικά μέτρα ανάλογα αυτών στη Γαλλία και τη Γερμανία, για να μη μιλήσουμε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Πιεσμένες ανάμεσα στη «μείωση» ή στην «επιβράδυνση» της επιδημίας μέσω του ισιώματος της καμπύλης των μολύνσεων, αυτές οι χώρες αρνήθηκαν εκ των πραγμάτων να την εξαλείψουν με τον έλεγχο των πρώτων μολυσμένων μέσω της συστηματικής τους επιτήρησης, αλλά και το απόλυτο κλείσιμο του πληθυσμού, όπως στην περίπτωση του Γιουχάν και της επαρχίας Χουμπέι. Αυτή η στρατηγική συλλογικής ανοσοποίησης προϋποθέτει να αποδεχτούμε ότι το 50% μέχρι το 80% του πληθυσμού θα μολυνθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις των γερμανών πολιτικών ηγετών και της γαλλικής κυβέρνησης. Αποδεχόμενοι, συνεπώς, τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων, αν όχι εκατομμυρίων ατόμων, ιδιαιτέρως αυτών που ορίζονται ως τα «πλέον ευάλωτα». Ο προσανατολισμός του ΠΟΥ είναι ωστόσο ξεκάθαρος: τα κράτη δεν πρέπει να απαρνηθούν τον συστηματικό έλεγχο και την ανίχνευση των μετακινήσεων των ατόμων που έχουν αποδειχθεί θετικοί στον ιό. 

Ο «φιλελεύθερος πατερναλισμός» στην εποχή της επιδημίας 

Γιατί τα κράτη δεν συμφωνούν ως προς το να δείξουν εμπιστοσύνη στον ΠΟΥ και κυρίως γιατί δεν έχουν δεχθεί τον νευραλγικό ρόλο που παίζει ο συντονισμός των στρατηγικών απαντήσεων στην πανδημία; Στο οικονομικό επίπεδο, η επιδημία στην Κίνα εκβίασε την οικονομικο-πολιτική εξουσία, οδηγώντας την τόσο στο σταμάτημα της παραγωγής και των ανταλλαγών όσο και στην εκκίνηση μιας οικονομικο-χρηματιστικής κρίσης ιδιαίτερης βαρύτητας. Η αμηχανία της Γερμανίας, της Γαλλίας και ακόμη περισσότερο των Ηνωμένων Πολιτειών, οφείλεται στο γεγονός ότι οι κυβερνήσεις τους είχαν επιλέξει να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο σε λειτουργία την οικονομία της αγοράς ή, καλύτερα, να επιμένουν στη διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ υγειονομικών και οικονομικών απαιτήσεων εν μέσω μιας κατάστασης παρακολουθούμενης καθημερινά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις γνωστές πια και πολύ πιο δραματικές προβλέψεις. Πρόκειται για τις καταστροφικές προβλέψεις του Imperial College, σύμφωνα με τις οποίες το laisez faire θα επέφερε εκατομμύρια θύματα, κάτι που οδήγησε τελικά τις κυβερνήσεις, μεταξύ 12 και 15 Μάρτη, συνεπώς ήδη πολύ αργά, στη λύση του γενικευμένου κλεισίματος. 

Είναι εδώ που παρεμβαίνουν οι δυσοίωνες απόψεις της συμπεριφορικής οικονομίας και της θεωρίας της ώθησης (η θεωρία της nudge) στις πολιτικές αποφάσεις. Ξέρουμε τώρα πια ότι η «nudge unit» που συμβουλεύει η βρετανική κυβέρνηση, κατάφερε να εισάγει τη θεωρία σύμφωνα με την οποία τα άτομα, υποχρεωμένα και εξαναγκασμένα από αυστηρούς κανόνες, θα αφήνονταν να δράσουν ελεύθερα τη στιγμή κατά την οποία θα αποδεικνυόταν λιγότερο αναγκαία, δηλαδή όταν θα είχε φτάσει η κορύφωση της επιδημίας. Από το 2010, η οικονομική προσέγγιση του Richard Thaler όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του Nudge, επηρεάζει την «αποτελεσματική διακυβέρνηση» του κράτους. Αυτή η θεωρία συνίσταται στο να καλούνται τα άτομα, χωρίς να εξαναγκάζονται, να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις μέσω «ωθήσεων», δηλαδή γλυκών, έμμεσων, ευχάριστων και προαιρετικών παραινέσεων, με το άτομο να πρέπει να μένει τελικά ελεύθερο ως προς τις επιλογές του. Ένας τέτοιος «φιλελεύθερος πατερναλισμός», σε σχέση με τη μάχη ενάντια στην επιδημία, μπορεί να πάρει δύο κατευθύνσεις: από τη μια πλευρά έχουμε την άρνηση του ελέγχου της ατομικής συμπεριφοράς και την πίστη στις «πράξεις-ανάχωμα»: κράτημα αποστάσεων, πλύσιμο των χεριών, απομόνωση εφόσον νοσήσεις, όλα όσα έχουν να κάνουν με την προστασία του ατομικού σου συμφέροντος. Το στοίχημα της γλυκιάς και εθελουσίας υποκίνησης είναι ριψοκίνδυνο, δεν βασίζεται σε κανένα επιστημονικό δεδομένο ότι θα έδειχνε την καταλληλότητά του σε κατάσταση επιδημίας. Πράγματι, οδήγησε στις υπερβολές που ξέρουμε. Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι αυτή υπήρξε και η επιλογή των γάλλων υπευθύνων μέχρι το Σάββατο 14 Μάρτη. Ο Μακρόν αρνήθηκε να πάρει μέτρα κλεισίματος δεδομένου ότι, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος στις 6 Μάρτη, «αν υιοθετηθούν πολύ παρεμποδιστικά μέτρα, δεν θα μπορέσουμε να τα υποστηρίξουμε σε βάθος χρόνου». Όταν βγήκε από το θέατρο στο οποίο είχε πάει την ίδια μέρα με τη σύζυγό του, δήλωσε: «Η ζωή συνεχίζεται. Δεν υπάρχει λόγος, πέρα από τα ευαίσθητα άτομα, να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας». Μέσα από αυτά τα λόγια, που σήμερα μοιάζουν ανεύθυνα, δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε ότι η εκδοχή του φιλελεύθερου πατερναλισμού ήταν ένας ακόμη τρόπος ώστε να έρθουν τα δρακόντεια μέτρα που αναγκαστικά χτύπησαν την οικονομία. 

Κρατική κυριαρχία ή δημόσιες υπηρεσίες; 

Η αποτυχία του φιλελεύθερου πατερναλισμού οδήγησε τις πολιτικές αρχές σε μια στροφή που ξεκίνησε με το προεδρικό διάγγελμα της 12ης Μάρτη, με την επίκληση της εθνικής ενότητας, της ιερής ένωσης, της «ψυχικής δύναμης» του γαλλικού λαού. Το δεύτερο διάγγελμα του Μακρόν στις 16 Μάρτη ήταν ακόμα πιο σαφές ως προς την επιλογή της θέσης και της πολεμικής ρητορικής: έφτασε η ώρα της γενικής κινητοποίησης, της «πατριωτικής αυταπάρνησης», αφού «βρισκόμαστε σε πόλεμο». Τώρα πια έχουμε τη μορφή του κυρίαρχου κράτους, που εκδηλώνεται με τον πλέον ακραίο αλλά και πιο κλασικό τρόπο, αυτόν του σπαθιού που θα χτυπήσει τον εχθρό «που είναι εδώ, αόρατος, ανείπωτος και προοδεύει». 

Όμως υπήρχε και μια άλλη διάσταση στο διάγγελμά του της 12ης Μάρτη, που δεν παρέλειψε να μας εκπλήξει. Ο Εμμανουέλ Μακρόν ξαφνικά και σχεδόν ως εκ θαύματος, μεταμορφώθηκε σε υπερασπιστή του Κράτους-πρόνοιας και της δημόσιας υγείας, φτάνοντας να υποστηρίξει την αδυνατότητα να ανάγουμε τα πάντα στη λογική της αγοράς. Πολυάριθμοι σχολιαστές και πολιτικοί, κάποιοι από τους οποίους της αριστεράς, έσπευσαν να αναγνωρίσουν σε αυτή τη θέση μια παραδοχή της αναντικατάστατης λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών. Εν κατακλείδι, έχουμε εδώ μια μορφή αντίδρασης διαφορετική από το ερώτημα που του τέθηκε στην επίσκεψη του στο νοσοκομείο Σαλπετριέρ στις 27 Φλεβάρη: στον καθηγητή της νευρολογίας που τον ρώτησε θα υπάρξει κάποια παρέμβασή του υπέρ των νοσοκομείων, ο Μακρόν απάντησε καταφατικά, τουλάχιστον ως προς τα βασικά. Το γεγονός ότι οι αναγγελίες του σε αυτή την περίπτωση ήταν σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικές και δεν αμφισβητούσαν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ακολουθούνται μεθοδικά εδώ και χρόνια, αναγνωρίστηκε εξαρχής. 

Αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο. Στη διάρκεια της συνέντευξης, ο Πρόεδρος αναγνώρισε ότι «το αναθέσουμε τη διατροφή μας, την προστασία μας, την ικανότητά μας για φροντίδα, το πλαίσιο της κοινής ζωής μας, σε άλλους» θα ήταν «μια τρέλα» και ότι καθίσταται πλέον αναγκαίο «να ξαναπάρουμε τον έλεγχο». Αυτή η επίκληση της κυριαρχίας του κράτους-έθνους χαιρετίστηκε από πολλές πλευρές, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών. Η υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών μπερδεύτηκε με τις κρατικές επιταγές: η απομάκρυνση της δημόσιας υγείας από τη λογική της αγοράς θα σήμαινε μια ενέργεια επίδειξης κυριαρχίας, μέσω της οποίας θα διορθώνονταν οι πολυάριθμες αναθέσεις που έχουν να κάνουν με την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως είναι τόσο προφανές ότι η έννοια των δημόσιων υπηρεσιών έχει να κάνει με την κρατική κυριαρχία, λες και η πρώτη θεμελιώνεται στη δεύτερη, αλλά και ότι οι δύο έννοιες είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους; Το ερώτημα αξίζει μια εξέταση πολύ πιο σοβαρή, εφόσον πρόκειται για ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της κρατικής κυριαρχίας. 

Ξεκινάμε με το ζήτημα της φύσης της κρατικής κυριαρχίας. Κυριαρχία σημαίνει, για την ακρίβεια, «υπεροχή» (από το λατινικό superanus), όμως απέναντι σε τι; Σε σχέση με τους νόμους και τις υποχρεώσεις κάθε είδους που μπορούν να περιορίσουν την ισχύ του κράτους, είτε στις σχέσεις του με άλλα κράτη είτε στις σχέσεις του με τους πολίτες του. Το κυρίαρχο κράτος τίθεται υπεράνω των ενασχολήσεων και των υποχρεώσεων, όντας ελεύθερο να τις διαπραγματεύεται και να τις ανακαλεί κατά το δοκούν. Όμως το κράτος, εκλαμβανόμενο ως δημόσιο πρόσωπο, μπορεί να δρα μόνο μέσω των αντιπροσώπων του, που οφείλουν να ενσαρκώνουν τη συνέχειά του πέρα από τη διάρκεια άσκησης της δικής τους λειτουργίας. Η υπεροχή του κράτους σημαίνει, συνεπώς, εκ των πραγμάτων, την υπεροχή των αντιπροσώπων του έναντι των νόμων, των υποχρεώσεων και των ενασχολήσεων, που θα μπορούσαν να τους δεσμεύουν διαρκώς. Και είναι αυτή η υπεροχή που έχει αναχθεί σε καταστατική αρχή εκ μέρους όλων των κυριαρχιστών. Ωστόσο, όσο κι αν μπορεί να είναι δυσάρεστη αυτή η αλήθεια γι’ αυτούς, αυτή η αρχή ισχύει ανεξαρτήτως του πολιτικού προσανατολισμού των κυβερνώντων. Το ουσιώδες είναι ότι αυτοί δρουν με την ιδιότητα των αντιπροσώπων του κράτους, οποιαδήποτε ιδέα κι αν έχουν για την κρατική κυριαρχία. 

Οι αναθέσεις, που στη συνέχεια συμφωνήθηκαν από τους αντιπροσώπους του γαλλικού κράτους δίνουν τα πρωτεία στην ΕΕ, αφού η συγκρότηση της ΕΕ προχώρησε, ήδη από τα πρώτα της βήματα, βάσει της αρχής της κρατικής κυριαρχίας. Με τον ίδιο τρόπο, το γεγονός ότι το γαλλικό κράτος, όπως πολλά άλλα στην Ευρώπη, απαρνήθηκε τις διεθνείς υποχρεώσεις του όσον αφορά την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντάσσεται στη λογική της κυριαρχίας: η διακήρυξη για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβάλλει στα κράτη να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον υγιές και προστατευτικό, όμως οι νόμοι και οι πρακτικές των κρατών που την υπέγραψαν, ιδιαιτέρως εκείνες της Γαλλίας στα σύνορά της με την Ιταλία, παραβιάζουν τέτοιες υποχρεώσεις. Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις όσον αφορά το κλίμα, σε σχέση με τις οποίες τα κράτη συμπεριφέρονται κατά το δοκούν, σύμφωνα με τα τρέχοντα συμφέροντά τους. Ακόμη και στο επίπεδο του δημοσίου δικαίου, το κράτος δεν έμεινε πίσω. Έτσι, για να μείνουμε στη γαλλική περίπτωση, τα δικαιώματα των ιθαγενών αμερικανών στη Γουϊνέα δεν γίνονται δεκτά στο όνομα της αρχής της «μίας και αδιαίρετης δημοκρατίας», έκφραση που παραπέμπει, για μια ακόμη φορά, στην καθαγιασμένη κρατική κυριαρχία. Σαφώς, αυτή η τελευταία είναι το άλλοθι που επιτρέπει στους αντιπροσώπους του κράτους να απαλλάσσονται από οποιαδήποτε υποχρέωση νομιμοποίησης του ελέγχου τους από τους πολίτες. Το να λάβουμε υπόψη αυτό το σημείο, θα μας βοηθήσει να εξηγήσουμε τον δημόσιο χαρακτήρα των λεγόμενων «δημόσιων» υπηρεσιών. 

Είναι το νόημα της λέξης «δημόσιο» στο οποίο πρέπει να στρέψουμε όλη την προσοχή μας. Πολύ συχνά λέγεται ότι σε αυτή την έκφραση, το «δημόσιο» είναι απολύτως ασύμβατο με το «κρατικό». Και αυτό γιατί το publicum όπως εκλαμβάνεται εδώ, παραπέμπει όχι μόνο στην κρατική διοίκηση, αλλά σε ολόκληρη τη συλλογικότητα, στον βαθμό που αυτή συγκροτείται από το σύνολο των πολιτών: οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι κρατικές υπηρεσίες με την έννοια ότι το κράτος θα μπορούσε να τις παρέχει κατά το δοκούν, ούτε είναι μια προβολή του κράτους, είναι δημόσιες εφόσον βρίσκονται «στην υπηρεσία του δημοσίου». Ανήκουν με αυτή την έννοια σε μια θετική υποχρέωση του κράτους έναντι των πολιτών του. Με άλλα λόγια, το κράτος και οι κυβερνώντες τις οφείλουν στους κυβερνώμενους και μακράν απέχουν από το να είναι μια χάρη που το κράτος κάνει στους κυβερνώμενους, όπως η διατύπωση «κράτος πρόνοιας», αντιμαχόμενη εφόσον είναι φιλελεύθερης έμπνευσης, ακούγεται. Ο νομικός Λεόν Ντιγκουί, μεγάλος θεωρητικός των δημοσίων υπηρεσιών, το είχε επισημάνει ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα: είναι το υπεροχή των υποχρεώσεων των κυβερνώντων έναντι των κυβερνωμένων που συνιστά το θεμέλιο εκείνης που αποκαλείται «δημόσια υπηρεσία». Κατά τη γνώμη του, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν συνιστούν μια εκδήλωση της κρατικής ισχύος, αλλά είναι το όριο της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτές συνιστούν αυτό μέσω του οποίου οι κυβερνώντες είναι υπηρέτες των κυβερνωμένων. Αυτές οι υποχρεώσεις, που επιβάλλονται στους κυβερνώντες, επιβάλλονται επίσης στους λειτουργούς των κυβερνώντων και είναι αυτές που θεμελιώνουν τη «δημόσια ευθύνη». 

Γι’ αυτόν τον λόγο οι δημόσιες υπηρεσίες εντάσσονται στην αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, που επιβάλλεται σε όλους και όχι στην αρχή της κυριαρχίας που είναι ασύμβατη με εκείνη της δημόσιας ευθύνης. Αυτή η αντίληψη των δημοσίων υπηρεσιών καταπιέστηκε σαφώς από τη μυθιστορία της κρατικής κυριαρχίας. Όμως είναι αυτή που συνεχίζει να μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε, μέσω μιας εντονότατης σχέσης, αυτό που οι πολίτες διατηρούν με ότι θεωρούν ως θεμελιώδες δικαίωμα. Είναι γεγονός ότι το δικαίωμα των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες είναι σαφώς αντίστοιχο με την εγγύηση των δημόσιων υπηρεσιών από την πλευρά των αντιπροσώπων του κράτους. Να γιατί οι διάφορες ευρωπαϊκές χώρες που χτυπιούνται από την κρίση, θέλησαν να επιδείξουν ποικιλοτρόπως την αφοσίωσή τους σε αυτές τις υπηρεσίες στον καθημερινό αγώνα ενάντια στον κορονοϊό: έτσι, οι πολίτες πολυάριθμων ισπανικών πόλεων χειροκρότησαν από τα μπαλκόνια τους τους ανθρώπους των υγειονομικών υπηρεσιών, ανεξαρτήτως από τη στάση που έχουν απέναντι στο συγκεντρωτικό, ενιαίο κράτος. Αυτά τα δύο πράγματα πρέπει να διακριθούν προσεκτικά. Η αφοσίωση των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες, ιδιαιτέρως στις νοσοκομειακές, δεν είναι καθόλου μια αποδοχή των αρχών ή της δημόσιας εξουσίας στις διάφορες μορφές τους, αλλά μια προσκόλληση σε υπηρεσίες που έχουν ουσιαστικά ως στόχο τους την ικανοποίηση των αναγκών του κοινού. Μακράν από επίδειξη μιας ταυτοτικής υπόκλισης στο έθνος, αυτή η προσκόλληση μαρτυρά μια έννοια του οικουμενικού που διαπερνά τα σύνορα και μας κάνει όλους ευαίσθητους στις δοκιμασίες που βιώνουν οι «συμπολίτες μας στην πανδημία», είτε αυτοί είναι Ιταλοί, Ισπανοί και, τελικά, ευρωπαίοι ή όχι. 

Το επείγον των παγκόσμιων κοινών αγαθών 

Δεν μπορούμε να δείξουμε εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του Μακρόν σύμφωνα με την οποία αυτός θα είναι ο πρώτος που θα βάλει σε συζήτηση το «αναπτυξιακό μας μοντέλο» μετά την κρίση. Μπορούμε μάλιστα νομίμως να σκεφτούμε ότι τα δραστικά μέτρα σε οικονομικό επίπεδο θα είναι τα ίδια με εκείνα του 2008 και θα στοχεύουν σε «μια επιστροφή στην κανονικότητα», δηλαδή στην καταστροφή του πλανήτη και στην αυξανόμενη ανισότητα των κοινωνικών συνθηκών. Θα πρέπει προπάντων να φοβόμαστε ότι ο λογαριασμός για τη «διάσωση της οικονομίας» θα βαρύνει και πάλι τους μισθωτούς και τους πιο φτωχούς. Ωστόσο, χάρη σε αυτή την επείγουσα συνθήκη, άλλαξε κάτι που δείχνει πως τίποτα δεν θα είναι το ίδιο με πριν. Ο κρατικός κυριαρχισμός, με τις σκέψεις περί ασφάλειας και την ξενοφοβία του, απέδειξε τη χρεοκοπία του. Μακράν από το να περιορίζει το παγκόσμιο κεφάλαιο, τροποποιεί απλώς τη δράση του, επιτείνοντας τον ανταγωνισμό.

Δύο πράγματα είναι τώρα πια ξεκάθαρα για εκατομμύρια άτομα. Από τη μια πλευρά, η αναγκαιότητα μετασχηματισμού των δημόσιων υπηρεσιών σε θεσμούς του κοινού, ικανούς να ενεργοποιήσουν τη ζωτική αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπινων όντων. Από την άλλη, έγινε ξεκάθαρη πλέον η επείγουσα πολιτική ανάγκη της ανθρωπότητας, δηλαδή η θέσμιση παγκόσμιων κοινών αγαθών. Εφόσον οι κίνδυνοι είναι παγκόσμιοι και η αλληλοβοήθεια πρέπει να είναι παγκόσμια, οι πολιτικές πρέπει να συντονίζονται, τα μέσα και οι γνώσεις πρέπει να μοιράζονται, η συνεργασία οφείλει να είναι ο απόλυτος κανόνας. Υγεία, κλίμα, οικονομία, εκπαίδευση, κουλτούρα δεν πρέπει να θεωρούνται πλέον ατομική ιδιοκτησία ή κρατικό αγαθό: πρέπει να εκλαμβάνονται ως παγκόσμια κοινά αγαθά και να θεσμιστούν πολιτικά ως τέτοια. Ένα πράγμα είναι τώρα πια σίγουρο: η σωτηρία δεν θα έρθει από τα πάνω. Μόνοι οι στάσεις, οι εξεγέρσεις και οι διεθνείς συνασπισμοί των πολιτών μπορούν να την επιβάλλουν στα κράτη και το κεφάλαιο.

21 Μάρτη 2020, αλιευθέν από τον ιστότοπο OperaVivaMagazine

Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

Η αυτοκρατορία εδώ και είκοσι χρόνια - Michael Hardt & Antonio Negri


«Είκοσι χρόνια πριν, όταν πρωτοεμφανίστηκε το βιβλίο μας "Αυτοκρατορία", οι οικονομικές και πολιτισμικές διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης είχαν καταλάβει την κεντρική σκηνή της πολιτικής ανάλυσης: καθώς είχε αρχίσει μια ολοένα και μεγαλύτερη ανάμειξη και αλληλεπίδραση των οικονομικών και πολιτισμικών σχέσεων, όλοι μπορούσαν να δουν ότι κάποιου είδους νέα παγκόσμια τάξη αναδυόταν. Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση έχει γίνει και πάλι κεντρικό ζήτημα, όμως τώρα πια δημοσιογράφοι, πολιτικοί και πανεπιστημιακοί ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, εκφωνούν τον επικήδειό της. Οι πολιτικοί αναλυτές του κατεστημένου, ιδιαιτέρως στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, θρηνούν για την παρακμή της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης και τον θάνατο της Pax Americana. Αντιθέτως, νέες κυρίαρχες αντιδραστικές δυνάμεις, γιορτάζουν την επιστροφή της εθνικής κυριαρχίας, υπονομεύουν τις υφιστάμενες συνθήκες εμπορίου και προμηνύουν το ξέσπασμα εμπορικών πολέμων, καταγγέλλουν τους υπερεθνικούς θεσμούς και τις κοσμοπολίτικες ελίτ, ενώ ρίχνουν λάδι στη φωτιά του ρατσισμού και της βίας ενάντια στους μετανάστες. Ακόμη και στην Αριστερά, υπάρχουν κάποιοι που χαιρετίζουν μια ανανεωμένη εθνική κυριαρχία, η οποία θα χρησιμεύσει σαν αμυντικό όπλο απέναντι στα καταστροφικά αποτελέσματα της δράσης του νεοφιλελευθερισμού, των πολυεθνικών εταιρειών και των παγκόσμιων ελίτ...»

Αυθόρμητη Ανάφλεξη: Η επίδραση του έρωτα και η παγκόσμια επανάσταση - George Katsiaficas

"...Ακολουθώντας τη διατύπωση του Μαρκούζε περί πολιτικού έρωτα [political eros], ανέπτυξα την έννοια της επίδρασης του έρωτα [eros effect] στο βιβλίο μου για την παγκόσμια φαντασία του 1968, προκειμένου να εξηγήσω την ταχεία διάδοση των επαναστατικών επιδιώξεων και δράσεων. Η επίδραση του έρωτα αποκρυσταλλώνεται στην ξαφνική και ταυτόχρονη εμφάνιση διεθνώς εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι καταλαμβάνουν τον δημόσιο χώρο και καλούν για την υλοποίηση μιας εντελώς διαφορετικής πολιτικής πραγματικότητας. Άλλες διαστάσεις αυτού του φαινομένου περιλαμβάνουν την ταυτόχρονη εμφάνιση εξεγέρσεων σε πολλά μέρη του κόσμου, τη διαισθητική ταύτιση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων πέρα από τις διαχωριστικές εθνικές και εθνοτικές γραμμές, την κοινή τους πίστη σε νέες αξίες και την αναστολή φαινομένων της καθημερινής, "φυσιολογικής" ρουτίνας όπως οι ανταγωνιστικές πρακτικές, η εγκληματική συμπεριφορά και η πλεονεξία. Κατά τη γνώμη μου, είναι η ίδια η ενστικτώδης ανάγκη για ελευθερία που μετατρέπεται σε συλλογικό φαινόμενο κατά τη διάρκεια των στιγμών της επίδρασης του έρωτα...".

Σκέψη και Δράση: Ο αναρχισμός ως κοινότητα αγώνα και επιλογή ζωής - Συλλογικό

Με αφετηρία τις σκέψεις και τις αγωνιστικές βιογραφίες των Αμεντέο Μπέρτολο (1941-2016) και Εντουάρντο Κολόμπο (1929-2018), το Σάββατο 15 Σεπτέμβρη 2018 έγινε στη Μαργκέρα (Βένετο), στο Αθήναιο των Ατελών, ένα σεμινάριο μελετών -οργανωμένο από το Ελευθεριακό Εργαστήριο της Μαργκέρα και το Κέντρο Ελευθεριακών Μελετών του Μιλάνου-, το οποίο έδωσε την ευκαιρία για μια συζήτηση, μεταξύ εκατό περίπου αγωνιστών και μελετητών του αναρχισμού, σχετικά με την επικαιρότητα της αναρχικής σκέψης και της ελευθεριακής δράσης. Δημοσιεύουμε εδώ τις βασικές παρεμβάσεις και ένα εισηγητικό κείμενο, που νομίζουμε ότι απεικονίζουν ικανοποιητικά τα πολύ σημαντικά πράγματα που ειπώθηκαν σε αυτή την ημερίδα. Ταυτοχρόνως δημοσιεύουμε και κάποια άλλα κείμενα-παρεμβάσεις, που μαζί με 3 επίμετρα, θεωρούμε ότι βοηθούν το ελληνικό αναγνωστικό κοινό να πάρει μια ιδέα από τις συζητήσεις για το παρόν και το μέλλον του αναρχισμού, που γίνονται σε διεθνές επίπεδο.

Η μορφή της ζωής - Giorgio Agamben

Ο Τζόρτζο Agamber είναι η χαρακτηριστική περίπτωση του διανοούμενου που δεν περιορίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα, αλλά εμπλέκεται ενεργά στα δρώμενα της εποχής του, ταγμένος στην πλευρά του κοινωνικού ανταγωνισμού. Επιλέξαμε και δημοσιεύουμε σε αυτή τη μικρή συλλογή μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του κείμενα (αλλά και δύο συνεντεύξεις), που δείχνουν και το εύρος των ενδιαφερόντων του: η μορφή της ζωής και η κατάσταση εξαίρεσης στις σύγχρονες κοινωνίες, το πρόσωπο του ανθρώπου και η σχέση του με την πολιτική και το κράτος, ο νέος ρόλος της αστυνομίας, η μετανάστευση και η ιδιότητα του πολίτη μέσα από την επανεξέταση του όρου λαός, η εξορία και η φυγή, το έργο τέχνης και το έργο του ανθρώπου, η ηθική και η ουσία του κακού, αλλά και η προσωπική του σχέση με τον Παζολίνι. Κείμενα μικρά αλλά περιεκτικά, συνεντεύξεις αποκαλυπτικές και ενδεικτικές, εξαιρετικής χρησιμότητας στους ζοφερούς καιρούς που ζούμε, καθώς ανοίγουν δρόμους αμφισβήτησης αλλά και δράσης απέναντι στην ενιαία σκέψη που ζητά την εθελοδουλεία και απαιτεί τη συναίνεση στα σχέδια των κυρίαρχων για την πνευματική και υλική υποδούλωσή μας.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Από τις αντιστάσεις στην αντεξουσία - Σάντρο Μετσάντρα, Τόνι Νέγκρι



ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 


Το κείμενο αυτό γράφτηκε λίγες ημέρες μετά τις ευρωεκλογές, τον περασμένο Μάιο. Οι εξελίξεις στην Ιταλία έχουν αλλάξει κατά κάποιον τρόπο το τοπίο, καθώς οι ελιγμοί του αρχηγού της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι φαίνεται ότι τον αφήνουν, έστω προσωρινά, σε δεύτερο πλάνο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι υποστηρικτές της Λέγκας και οι ξενοφοβικές, λαϊκιστικές, «χουστισιαλιστικές» απόψεις τους θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας. Ίσα-ίσα, είναι πολύ πιθανό η εκλογική θέση του Σαλβίνι να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο στις επόμενες εθνικές εκλογές στην Ιταλία, ειδικά αν δεν καταστεί δυνατή η οικονομική ανάκαμψη της χώρας. Επομένως, το κείμενο παραμένει επίκαιρο, και δύο βασικά του σημεία θα πρέπει να τονιστούν και να τεθούν σε συζήτηση και στην Ελλάδα. Πρώτον, η ανάδειξη του «χουστισιαλίσμο», ενός τύπου λαϊκισμού, ως ιδεολογικής βάσης της ακροδεξιάς Λέγκας. Δεύτερον, η παραδοχή ότι το ανταγωνιστικό κίνημα και όσοι το απαρτίζουν αποτελούν μειοψηφία στην ιταλική κοινωνία. Είναι δύο θεματικές που θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να συζητηθούν και σε ελλαδικό επίπεδο. Θα ήταν ωφέλιμο να αποτελέσουν μια αφορμή για να αναμετρηθούμε ρεαλιστικά με την κινηματική ήττα μετά το 2012, για να αναγνωρίσουμε το λαϊκό/λαϊκιστικό στοιχείο στο αντίπαλο στρατόπεδο και πώς αυτό διαπερνά τις γραμμές μας. Καλή ανάγνωση και καλό προβληματισμό.

Το κείμενο "Dalle resistenze al contropotere" ανευρέθη στον ιστότοπο www.euronomade.info όπου είχε αναρτηθεί στις 30 Μαΐου 2019.




ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΞΟΥΣΙΑ 
ΤΩΝ ΣΑΝΤΡΟ ΜΕΤΣΑΝΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝΙ ΝΕΓΚΡΙ 



Η ψήφος στις ευρωπαϊκές εκλογές μάς φέρνει ενώπιον ρευστών και εξελισσόμενων σεναρίων. Η αποδυνάμωση του Λαϊκού Κόμματος και των ψηφοδελτίων των σοσιαλιστών πηγαίνει παράλληλα με την άνοδο των φιλελευθέρων και κυρίως των Πρασίνων. Τις επόμενες εβδομάδες θα επιβεβαιωθεί η δυνατότητα συγκρότησης συνασπισμών, οι οποίοι μέσα στο Ευρωκοινοβούλιο θα εισαγάγουν και θα πιστοποιήσουν εκ νέου (με ενδεχομένως αισθητά διαφορετικές κατευθυντήριες γραμμές) τη διαδικασία της ενσωμάτωσης. Οι «κυριαρχιστικές» (1) και εθνικιστικές δυνάμεις δεν πήραν τις ψήφους που προσδοκούσαν, καθιστώντας έτσι μάταιες τις προσπάθειες του Ματέο Σαλβίνι να ευθυγραμμίσει τους θεσμούς της Ευρώπης με τις δικές του θέσεις. Ωστόσο αντιπροσωπεύουν ένα στοιχείο εν δυνάμει αποσύνθεσης και κατακερματισμού μέσα στο Ευρωκοινοβούλιο. Τα μεγάλα ζητήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής –από τη συνέχιση της λιτότητας και τη δημοσιονομική πειθαρχία μέχρι τη διαχείριση των μεταναστεύσεων– παραμένουν σε κάθε περίπτωση ανοιχτά, και δεν αποκλείεται οι νέες ισορροπίες να καταστήσουν εφικτούς καινοτόμους πειραματισμούς και μια κάποια πρόοδο. Παραμένει γεγονός ότι και σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα γίνει αισθητή η επιβεβλημένη από την καπιταλιστική εξουσία αλλαγή σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά την κρίση του 2008, που θα μετασχηματίσει και θα ενισχύσει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές προς αυταρχική κατεύθυνση. 

Εδώ ωστόσο επιθυμούμε να καταπιαστούμε συγκεκριμένα με την κατάσταση στην Ιταλία. Η ψήφος εμπιστοσύνης στη Λέγκα –με δεδομένο το ποσοστό της αποχής– θέτει κατά τη γνώμη μας αναπόφευκτα ερωτήματα. Η στροφή προς τη Δεξιά στο ιταλικό πολιτικό σκηνικό είναι ξεκάθαρη και ανησυχητική. Δεν μας παρηγορεί ούτε μας καθησυχάζει να καταγράφουμε –όπως είναι απαραίτητο να κάνουμε– ότι αυτή η στροφή προς τη Δεξιά δείχνει να είναι συνυφασμένη με την παγκόσμια συγκυρία στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί, η οποία σηματοδοτείται από μια πραγματική αυταρχική αντεπανάσταση, από τη δυσπιστία απέναντι σε πρόσωπα που εμφανίζονται ως «εγγυητές» του νεοφιλελευθερισμού, και από μια κλίση προς τον εθνικισμό και τον κυριαρχισμό. Στην Ιταλία η στροφή είναι βαθιά, δεν περιορίζεται σε εκλογικό επίπεδο αλλά προσβάλλει και μετασχηματίζει και την κοινή λογική. Η επιλεκτική χρήση από πλευράς Σαλβίνι της ρητορικής και των συμβολισμών του ιστορικού Φασισμού δεν προαναγγέλλει φυσικά μια επιστροφή στο παρελθόν. Ενδεικτικά ωστόσο ενός γενικότερου κλίματος νομιμοποίησης είναι μεταξύ άλλων ο ακτιβισμός φασιστικών ομάδων όπως η Κάζα Πάουντ (2) και η Φόρτσα Νουόβα (3), και οι κινητοποιήσεις τους ενάντια σε Ρομά και μετανάστες (4) στην περιφέρεια της Ρώμης, οι οποίες ισοδυναμούν με ένα εκλογικό μπόνους το οποίο εισέπραξε ευθύς αμέσως η Λέγκα. Τέλος, οι Ιταλοί Αδερφοί (5), με τη διαρκή αναζήτηση υποψηφίων που θα μπορούσαν να δοξάσουν το επώνυμο Μουσολίνι, αύξησαν αριθμητικά τις ψήφους τους. 

Διαισθανόμαστε την ανάγκη να εντοπίσουμε αυτή την επιτυχία της Δεξιάς σε μια μεσοπρόθεσμη διαδικασία, η οποία δείχνει να χαρακτηρίζεται στη χώρα μας –τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 του προηγούμενου αιώνα– από την ανάδυση διαφόρων μεταβλητών αυτού που μπορούμε να ορίσουμε ως «χουστισιαλίσμο» (6). Εξηγούμαστε: γύρω από τον χουστισιαλίσμο εκφράζονται από καιρού εις καιρόν υλικά διατυπωμένες αξιώσεις για δικαιοσύνη, τόσο στο πεδίο της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο και σε εκείνο της δημοκρατίας. Η ίδια μάχη για τα «κοινά αγαθά» (με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα για το δημόσιο νερό το 2011) έχει ως βάση αυτό το αίτημα για δικαιοσύνη. Όμως η δικαιοσύνη (και φυσικά όχι για πρώτη φορά μέσα σε αυτά τα τριάντα χρόνια!) έχει απογυμνωθεί από τις υλικές της αναφορές, έχει μετατεθεί σε ένα εντελώς τυπικό πεδίο και έχει ξεπέσει μίζερα και μονόπλευρα σε μια μάχη κατά της διαφθοράς. Το Κίνημα 5 Αστέρων έχει ερμηνεύσει και χειραγωγήσει τη μετάβαση αυτή, η οποία τού έχει προσφέρει επιτυχίες που σήμερα αποδεικνύονται εφήμερες (όσο σημαντική κι αν παραμένει η εκλογική του διεύρυνση στον νότο, ένα γεγονός το οποίο επιβάλλεται να συζητήσουμε σε βάθος): ο Σαλβίνι έχει μεταθέσει αποτελεσματικά τον χουστισιαλίσμο στο πεδίο των ζητημάτων της τάξης, της εξουσίας και της υπακοής. 

Αντιμέτωπη με την πίεση από τις κινητοποιήσεις της Λέγκας, η «Αριστερά» δείχνει αποσβολωμένη. Το Δημοκρατικό Κόμμα συνήλθε κάπως και πανηγυρίζει ότι ξεπέρασε σε ποσοστό το Κίνημα 5 Αστέρων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ότι στις τρέχουσες συνθήκες πόλωσης η εμμονικά κεντρώα στρατηγική του, η αναζήτηση της εκπροσώπησης μιας ολοένα και πιο διαβρωμένης μεσαίας τάξης, τόσο από την άποψη των οικονομικών της βάσεων όσο και από εκείνη της κοινωνικής και πολιτιστικής της ταυτότητας, δεν καθιστούν εφικτή την έξοδο από το περιθώριο. Και τι να πούμε για τις δυνάμεις στα αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος; Αποτελεί σχεδόν μυστήριο πώς δεν κατέστη δυνατό να οικοδομηθεί γύρω από έναν «κοκκινο-πράσινο» συνασπισμό ένα πραγματικά καινούργιο πολιτικό υποκείμενο, ικανό να εξάψει πάθη και ενθουσιασμό και να ακολουθήσει το βορειοευρωπαϊκό κύμα των Πρασίνων. Οι μικρογραφειοκρατίες δεν επέτρεψαν να συμβεί αυτό, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι τα «κόμματα» των οποίων εκείνες νιώθουν ιδιοκτήτριες δεν έχουν διαπεραστεί ποτέ από τα κύματα της δημοκρατίας της βάσης, της μοναδικής συνθήκης που θα μπορούσε να τα ανανεώσει και να τα ξεκολλήσει από την ασημαντότητα. 

Έτσι λοιπόν –για να θέσουμε ένα ερώτημα που δεν είναι καινούργιο– τι να κάνουμε; Πρέπει πρώτα απ’ όλα να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι σήμερα αποτελούμε μειοψηφία. Και ωστόσο αποτελούμε μια μειοψηφία εξαιρετικά πλούσια σε δεξιότητες και γνώσεις, πολυποίκιλη και διάχυτη, ικανή να δράσει και εν πρώτοις να οικοδομήσει ένα αρθρωμένο δίκτυο αντιστάσεων. Θα δώσουμε ορισμένα παραδείγματα. Ο κύκλος των αντιφασιστικών διαδηλώσεων (7) των τελευταίων εβδομάδων (Μπολόνια, Γένοβα και Ρώμη, για να αναφερθούμε σε τρεις ιδιαίτερα σημαντικούς τόπους) έχει επιδείξει μια τεράστια ικανότητα έκφρασης της καίριας και ριζοσπαστικής δράσης στον δρόμο, επιβεβαιώνοντας μαζικά ότι μια άλλη κοινωνία υφίσταται ήδη, εδώ και τώρα. Ιδωμένες στο εσωτερικό μιας εξάπλωσης των πρωτοβουλιών εναντίον του Σαλβίνι (οι διαμαρτυρίες με τα απλωμένα «σεντόνια» και οι διαδηλώσεις όπως αυτή στη Φλωρεντία) (8), αυτές οι κινητοποιήσεις καταδεικνύουν τη δυνατότητα για μια αντιφασιστική επανεκπαίδευση που θα στέκεται στο ύψος των σημερινών προκλήσεων. Παντού σε αυτές τις πρωτοβουλίες είναι απτή η αλλαγή παραδείγματος που τα τελευταία δυο χρόνια έχει καθορίσει το τρανσφεμινιστικό κίνημα «Ούτε Μία Λιγότερη» (9), οι συνεχιζόμενες πρωτοβουλίες του οποίου (εξαιρετικές τόσο την 8η Μαρτίου όσο και στη Βερόνα ενάντια στο Συνέδριο των Οικογενειών) (10) υπερβαίνουν την «αντίσταση» και αποκτούν ιδιότητες καθαρά θεσμίζουσες. Γύρω από το «κοινωνικό ζήτημα», ή καλύτερα ενάντια στη μαζική εξαθλίωση που καθορίστηκε από μια δεκαετία κρίσης, πολλαπλασιάζονται καθημερινά οι αγώνες (από τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις μέχρι τις καταλήψεις σπιτιών), ενώ οι διαδικασίες αυτοοργάνωσης των rider (11) υποδηλώνουν ένα ποιοτικό άλμα στην οργάνωση της επισφαλούς εργασίας. Οι «Παρασκευές για το Μέλλον» (12) έχουν φέρει επιτέλους και στην Ιταλία τον αγώνα ενάντια στην κλιματική αλλαγή, καθορίζοντας την πολιτικοποίηση των νέων και νεότατων γενιών. Η μετανάστευση συνεχίζει εν ολίγοις να αποτελεί εξαιρετικά συγκρουσιακό πεδίο, τόσο όσον αφορά τις πρακτικές των μεταναστών και μεταναστριών, όσο και εξαιτίας πρωτοβουλιών όπως η «Mediterranea» (13) που στάθηκε ικανή να συσπειρώσει γύρω της ένα ευρύ δίκτυο κοσμικού και Καθολικού ενωσισμού (associazionismo) (14) πέρα από τη στήριξη της ίδιας της Εκκλησίας (ενώ δεν είχαμε δει ποτέ πριν έναν Καρδινάλιο να επανασυνδέει το κομμένο ρεύμα σε μια στεγαστική κατάληψη) (15). 

Αυτές οι αντιστάσεις συσπειρώνονται με ιδιαίτερο τρόπο μέσα στην πόλη, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι ο κοινοτισμός διανοίγει σήμερα, με απόλυτα υλικούς όρους, ένα πεδίο θεμελιώδους αγώνα. Οι πρωτοβουλίες των Κοινοτήτων του Παλέρμο και της Νάπολης για τη μετανάστευση, σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, είναι από αυτή την οπτική γωνία θεμελιώδεις και προεικονίζουν μια πρακτική ανυπακοής που διαταράσσει τις θεσμικές ισορροπίες και κρατάει τον ρόλο του πρωταγωνιστή για τις πόλεις. Και εδώ βρισκόμαστε σε ένα επίπεδο που υπερβαίνει την απλή αντίσταση (εφόσον αυτή την τελευταία την ορίζουμε ως «αμυντική» και «αντιδραστική»): αυτό που κατά κάποιον τρόπο αμφισβητείται είναι η επικύρωση τρόπων ζωής και συνεργασίας, και των υποθετικών σταθερών μιας αυταρχικής στροφής που καταδεικνύουν οι ενέργειες της κυβέρνησης της χώρας. Αυτό το γεγονός δείχνει να αναδύεται με ακόμη πιο εμφανή τρόπο σε πόλεις όπως το Μιλάνο και η Μπολόνια, οι οποίες κυβερνώνται από δημοτικές αρχές της «μετριοπαθούς» κεντροαριστεράς, που όμως –σε κάποιες τουλάχιστον περιστάσεις– δεν μπορούν παρά να εκφράζουν, διαμέσου διοικητικών ενεργειών, τις ανάγκες και τις επιθυμίες που ενυπάρχουν στον μητροπολιτικό ιστό, μετατρέποντας έτσι τις πόλεις που διοικούν σε γενετικά ανυπάκουους οργανισμούς.

Κάναμε λόγο για «αντιστάσεις», αλλά στη συνέχεια –για παράδειγμα στην περίπτωση του «Ούτε Μία Λιγότερη» και των δήμων (16)– έχουμε καταδείξει πώς ήδη σήμερα αναδύονται πολυποίκιλα στοιχεία που ωθούν τους αγώνες πέρα από την αντίσταση, στην κατεύθυνση της αντεξουσίας. Μας φαίνεται ότι η μετάβαση από την αντίσταση στην αντεξουσία αποτελεί ήδη σήμερα το «καθήκον της περιόδου» πάνω στο οποίο πρέπει να εργαστούμε. Ένα μειοψηφικό πράττειν, όπως είπαμε, αλλά προσανατολισμένο στην ανασύνθεση μιας πολλαπλότητας αγώνων που δεν επικοινωνούν πάντοτε μεταξύ τους – διατηρώντας τη διάσταση της πολλαπλότητας, αλλά προχωρώντας σε μια συσπείρωση ενάντια στον κοινό εχθρό. Το ζήτημα είναι η ανάπτυξη των στοιχείων της «δημοκρατίας της βάσης» που ενυπάρχουν μέσα σε αυτούς τους αγώνες, επινοώντας την πολιτική φόρμα η οποία θα κατορθώσει να μορφοποιήσει και να βαθύνει τα στοιχεία του προγράμματος: τον κοινωνικό μισθό, την ελεύθερη μετακίνηση, το κοινωνικό κράτος των κοινών, τον αγώνα ενάντια στην κλιματική αλλαγή. Η υπεράσπιση και η απελευθέρωση της γης αποτελούν ήδη συστατικά στοιχεία της ταξικής πάλης. Το ζήτημα είναι λοιπόν να εδραιώσουμε και να επεκτείνουμε τις μορφές της συνένωσης, της αλληλεγγύης και του κοινωνικού συνδικαλισμού που συνιστούν απαραίτητα εργαλεία για να αγωνιστούμε αποτελεσματικά γύρω από αυτά τα στοιχεία του προγράμματος. Βρισκόμαστε στο σημείο όπου μπορούμε να οικοδομήσουμε, και να αναγνωριστούμε, ως το κίνημα εκείνων των αντιστάσεων που συγκρούεται, στη βάση, με την ατζέντα των ενεργειών της κυβέρνησης, αναπτύσσοντας οργανωτικές μορφές δημοκρατικής συναίνεσης στη βάση. Αντεξουσία σημαίνει πράγματι να οικοδομείς, να υπερασπίζεσαι, να εξελίσσεσαι και να νικάς με βάση στόχους που είναι ταυτοχρόνως εποικοδομητικοί για την ανατρεπτική οργάνωση και καταστρεπτικοί για τα προγράμματα των καπιταλιστικών κυβερνήσεων. 

Στη βάση ενός τέτοιου είδους πολιτικής δουλειάς –και έχοντας ως αφετηρία την Ιταλία– θα μπορούσαμε να επαναδιατυπώσουμε μια επιχειρηματολογία σχετικά με την ευρωπαϊκή πολιτική. 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 


(1) Κυριαρχισμός (sovranismo): οι κυριαρχιστές απαιτούν να μη θιγεί η εθνική κυριαρχία, το έθνος-κράτος, δηλαδή να παραμείνει στις πολιτικές δυνάμεις κάθε χώρας η κυριαρχία και να μην εκχωρηθεί σε υπερεθνικά όργανα, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωκοινοβούλιο. Αυτό πρωτίστως αφορά τις αποφάσεις που σχετίζονται με τα δημόσια οικονομικά, την άμυνα-ασφάλεια και την εσωτερική τάξη, που αποτελούν και τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής κυριαρχίας σε κάθε κράτος. Πρόκειται για δυνάμεις που είναι υπέρ της Ευρώπης των Εθνών (-κρατών), κατά της ομοσπονδιοποίησης και μάλλον υπέρ της χαλαρής συνομοσπονδίας κυρίαρχων κρατών. 

(2) Κάζα Πάουντ (CasaPound): Νεοφασιστικό κόμμα και δίκτυο κοινωνικών χώρων ανά την Ιταλία. Το πρώτο κτίριο που καταλήφθηκε ήταν το 2003 στη Ρώμη, στην οδό Ναπολεόνε ΙΙΙ. Από τότε έχουν δημιουργηθεί κοινωνικά κέντρα σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας, τα εγκαίνια των οποίων συχνά συνοδεύονται από αντιφασιστικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία. Από το 2011 η Κάζα Πάουντ άρχισε να κατεβάζει υποψηφίους στις δημοτικές εκλογές. Πήρε μέρος στις εθνικές εκλογές το 2013 και το 2018, και στις ευρωεκλογές το 2019 με πενιχρά αποτελέσματα. Στις 26 Ιουνίου 2019 ο ηγέτης της Τζανλούκα Ιανόνε ανακοίνωσε ότι: «Ως επακόλουθο της εμπειρίας μας στις τελευταίες ευρωεκλογές και ως κατάληξη μακράς σκέψης σχετικά με την πορεία του κινήματος από την ίδρυσή του έως σήμερα, η CasaPound Italia αποφάσισε να θέσει τέλος στην εκλογική και κομματική της εμπειρία». 

(3) Φόρτσα Νουόβα (Forza Nuova): Ακροδεξιό πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1997 με ηγέτες τους Ρομπέρτο Φιόρε και Μάσιμο Μορσέλο. Αποτελεί διάσπαση της Φιάμα Τρικολόρε (Fiamma Tricolore, δηλαδή Τρίχρωμη Φλόγα – με τα τρία χρώματα της ιταλικής σημαίας), η οποία αποτελούσε συνέχεια του πρώτου μεταπολεμικού φασιστικού κόμματος, του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (Movimento Sociale Italiano)˙ και τα δυο κόμματα είχαν ως κοινό έμβλημα την «τρίχρωμη φλόγα». Από το 1999 συμμετέχει σε ευρωεκλογές και εθνικές εκλογές χωρίς ποτέ να έχει εκλεγεί κανένας υποψήφιός της. Οι ηγέτες της παρέμειναν για είκοσι χρόνια στη Βρετανία ως πολιτικοί πρόσφυγες, καθώς είχαν εκδοθεί εναντίον τους εντάλματα σύλληψης για τη σφαγή στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνιας στις 2 Αυγούστου 1980. Η κατηγορία δεν αφορούσε την άμεση εμπλοκή τους στην ενέργεια αυτή, αλλά σκοπός ήταν η σύλληψη και η ανάκρισή τους επειδή θεωρούνταν μέλη της νεοφασιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες (Nuclei Armati Rivoluzionari), στην οποία αποδιδόταν η τοποθέτηση της βόμβας. 

(4) Τον Απρίλιο του 2019 στην υποβαθμισμένη γειτονιά Τόρε Μάουρα, στην περιφέρεια της Ρώμης, με αφορμή την αντίθεση στη μεταφορά 72 Ρομά σε κέντρο «φιλοξενίας» σημειώθηκαν κινητοποιήσεις κατοίκων με την ενθάρρυνση και αρωγή νεοφασιστικών οργανώσεων. Οι «αγανακτισμένοι πολίτες» κατέστρεψαν τα τρόφιμα που προορίζονταν για τους Ρομά, έβαλαν φωτιά σε ένα αυτοκίνητο και σε κάδους σκουπιδιών και τοποθέτησαν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό μπροστά από το κέντρο «φιλοξενίας». Το αποτέλεσμα ήταν ο δήμος της Ρώμης να υποχωρήσει και οι μετανάστες να μεταφερθούν σε άλλες δομές «φιλοξενίας». Ήταν μια μιντιακή νίκη για την ακροδεξιά. Ο τότε υπουργός Εσωτερικών και επικεφαλής της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι έκανε την ακόλουθη δήλωση: «Όχι σε κάθε μορφή βίας, όχι στο ξεφόρτωμα κάθε είδους προβλήματος στις περιφέρειες των πόλεων. Επαναλαμβάνω τον στόχο πάνω στον οποίο εργάζομαι επί μήνες: μέχρι το τέλος της θητείας μου δεν θα υπάρχει κανένας καταυλισμός Ρομά. Όποιος μπορεί να ενσωματωθεί στην κοινωνία είναι ευπρόσδεκτος, όποιος επιμένει να κλέβει θα διώκεται». Στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 η Λέγκα απέσπασε το τεράστιο ποσοστό του 37% στην περιοχή, ενώ οι Κάζα Πάουντ και Φόρτσα Νουόβα απέτυχαν να εκλέξουν αντιπροσώπους. 

(5) Ιταλοί Αδερφοί (Fratelli d’Italia): Ακροδεξιό κόμμα που δημιουργήθηκε το 2012 και αποτελεί διάσπαση του κόμματος του Σίλβιο Μπερλουσκόνι Ο Λαός της Ελευθερίας (Il Popolo della Libertà). Χαρακτηριστικό είναι ότι στο σήμα του κόμματος απεικονίζεται η «τρίχρωμη φλόγα». Στις ευρωεκλογές του 2019 κατέβασε ως υποψήφιο τον Κάιο Τζούλιο Τσέζαρε Μουσολίνι, δισέγγονο του Βιτόριο Μουσολίνι, πρωτότοκου γιου του Μπενίτο Μουσολίνι. Κατάφερε να εκλέξει πέντε ευρωβουλευτές, όχι όμως τον παραπάνω. 

(6) Χουστισιαλίσμο (justicialismo): Συνιστά το θεμέλιο της «πολιτικής φιλοσοφίας» του περονισμού. Ο στρατηγός Χουάν Περόν διετέλεσε πρόεδρος της Αργεντινής από το 1946 έως το 1955 και από το 1973 έως το 1974. Η λαϊκιστική πολιτική που ακολούθησε έχει μείνει γνωστή ως «περονισμός» και συνώνυμο του όρου αυτού είναι και ο «χουστισιαλίσμο». Το κόμμα του Περόν ονομαζόταν Παρτίδο Χουστισιαλίστα (Partido Justicialista, στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως Κόμμα Δικαιοσύνης) και οι βάσεις του δόγματός του τέθηκαν το 1950 με το «Μανιφέστο του Παρτίδο Χουστισιαλίστα», το οποίο αποτελούνταν από είκοσι θέσεις. Παραθέτουμε ενδεικτικά τις πρώτες πέντε: 1) Η αληθινή δημοκρατία είναι αυτή όπου η κυβέρνηση κάνει ό,τι θέλει ο λαός και υπερασπίζεται μονάχα ένα συμφέρον: ΤΟΥ ΛΑΟΥ. 2) Ο περονισμός είναι λαϊκός από τη φύση του. Όλες οι πολιτικές κλίκες είναι αντιλαϊκές και γι’ αυτόν τον λόγο δεν είναι περονιστικές. 3) Ο περονιστής εργάζεται για το Κίνημα. Όποιος εξ ονόματος του περονισμού εξυπηρετεί μια κλίκα ή έναν caudillo (καουντίγιο – δικτάτορα) είναι μονάχα κατ’ όνομα περονιστής. 4) Για τον περονισμό υφίσταται μονάχα μια τάξη ανθρώπων: οι εργάτες. 5) Στη νέα Αργεντινή η εργασία είναι ένα δικαίωμα που γεννάει ανθρώπινη αξιοπρέπεια και είναι καθήκον, γιατί είναι ορθό όλοι να παράγουν τουλάχιστον όσο καταναλώνουν. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι οι τρεις πυλώνες του «χουστισιαλίσμο» ήταν: κοινωνική δικαιοσύνη, οικονομική ελευθερία, πολιτική κυριαρχία. Σε διεθνές επίπεδο ο Περόν επιζητούσε την υιοθέτηση μιας «τρίτης θέσης» μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού. 

(7) Στις 4 Μαΐου διοργανώθηκε αντιφασιστική πορεία στη Γένοβα ενάντια στην παρουσία νεοφασιστών που ήθελαν να αποτίσουν φόρο τιμής στον Ούγκο Βεντουρίνι, ένα μέλος του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος που είχε σκοτωθεί την πρωτομαγιά του 1970 κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με μέλη αριστερών οργανώσεων. Στις 13 Μαΐου οργανώθηκε διαδήλωση στο πανεπιστήμιο Σαπιέντσα της Ρώμης σε ένδειξη αλληλεγγύης στον πρώην δήμαρχο του Ριάτσε, ο οποίος ακολουθούσε πολιτική ένταξης των μεταναστών. Η Φόρτσα Νουόβα ήθελε εκείνη την ημέρα να μην επιτρέψει την παρουσία του στο πανεπιστήμιο. Στις 20 Μαΐου διοργανώθηκε αντιφασιστική πορεία στην Μπολόνια ενάντια σε μια προεκλογική συγκέντρωση της Φόρτσα Νουόβα. Στις 23 Μαΐου διοργανώθηκε πορεία 2.000 αντιφασιστών στη Γένοβα ενάντια στην εκεί παρουσία της Κάζα Πάουντ, η οποία κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία.

(8) Τον τελευταίο καιρό, αρχής γενομένης από τον νότο της Ιταλίας, πολλοί αναρτούν στα μπαλκόνια τους σεντόνια στα οποία αναγράφονται πολιτικά συνθήματα. Σε πολλά από αυτά εκφράζεται η αντίθεση στις ξενοφοβικές πολιτικές του Σαλβίνι. 

Στις 19 Μαΐου στη Φλωρεντία έλαβε χώρα μια διαδήλωση ενάντια σε μια συγκέντρωση στην οποία θα συμμετείχε ο Σαλβίνι. Η αστυνομία επιτέθηκε στους διαδηλωτές, τους οποίους ο Σαλβίνι χαρακτήρισε ως «παρφουμαρισμένα μαμόθρεφτα με γεμάτο πορτοφόλι και χωρίς επίγνωση της πραγματικότητας». 

(9) Ούτε Μία Λιγότερη (Non Una Di Meno): Η διαδρομή του «Ούτε Μία Λιγότερη» ξεκίνησε στη Ρώμη με τη συνάντηση διαφόρων γυναικείων και φεμινιστικών συλλογικοτήτων. Το όνομα έχει ως σαφή αναφορά το κίνημα «Ni Una Menos» της Αργεντινής. Η πρώτη του κάθοδος στον δρόμο ήταν το Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016 (στις 25 Νοεμβρίου είναι η Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών) στη Ρώμη, ενώ την επόμενη μέρα διεξήχθη πανεθνική συνδιάσκεψη. Το κίνημα από τότε παραμένει εξαιρετικά ενεργό και διατηρεί το παραδοσιακό «ραντεβού» της πορείας στη Ρώμη, στα τέλη Νοεμβρίου κάθε χρονιάς. Αυτοπροσδιορίζεται ως κομμάτι του ευρύτερου κινήματος του τρανσφεμινισμού. «Ο τρανσφεμινισμός είναι κατά κύριο λόγο ένα κίνημα από και για τρανς γυναίκες που αντιλαμβάνονται τη δική τους απελευθέρωση ως εγγενώς συνδεδεμένη με την απελευθέρωση του συνόλου των γυναικών και όχι μόνο αυτών. Είναι επίσης ανοιχτό σε άλλα queer και ίντερσεξ άτομα, σε τρανς άνδρες, σε μη τρανς άνδρες και μη τρανς γυναίκες (cisgender) και σε άλλα άτομα που διάκεινται ευνοϊκά απέναντι στις ανάγκες των τρανς γυναικών και θεωρούν τη συμμαχία μαζί τους ως απαραίτητη για την απελευθέρωση και των ίδιων.» Ο ορισμός είναι του Έμι Κογιάμα από το The Transfeminist Manifesto (2001). 

(10) Το «Ούτε Μία Λιγότερη» κάλεσε σε φεμινιστική απεργία στις 8 Μαρτίου 2019, Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας: «Στις 8 Μαρτίου, σε κάθε ήπειρο, με την κραυγή “ούτε μία λιγότερη” θα γίνει φεμινιστική απεργία. Διακόπτουμε κάθε εργασιακή και φροντιστική δραστηριότητα, επίσημη ή ανεπίσημη, δωρεάν ή αμειβόμενη. Μεταφέρουμε την απεργία στους χώρους εργασίας και στα σπίτια, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, στα νοσοκομεία και στους δρόμους. Σταυρώνουμε τα χέρια και αρνούμαστε έμφυλους κανόνες και έμφυλες ιεραρχίες. Σταματάμε την παραγωγή και την αναπαραγωγή της κοινωνίας. Στις 8 Μαρτίου εμείς απεργούμε!». 

Το Παγκόσμιο Συνέδριο των Οικογενειών (World Congress of Families) είναι μια οργάνωση με έδρα τις Η.Π.Α. που προωθεί δεξιές χριστιανικές αξίες. Εναντιώνεται στους γάμους ομοφυλοφίλων, στην πορνογραφία και στην έκτρωση. Το συνέδριό της για το 2019 έλαβε χώρα στη Βερόνα, μεταξύ 29 και 31 Μαρτίου. Το «Ούτε Μία Λιγότερη» απάντησε με ένα τριήμερο εκδηλώσεων στην ίδια πόλη με σύνθημα: «Βερόνα πόλη τρανσφεμινιστική». Στις 30 του μήνα έγινε πορεία με πολύ μεγάλη συμμετοχή, που σίγουρα επισκίασε το συνέδριο των οικογενειών. 

(11) Rider: Αυτοί που στην Ελλάδα ονομάζονται «ντελιβεράδες» ή «εξωτερικοί» με ποδήλατα ή μηχανάκια και που οι αμοιβές τους ξεκινούν από 2 ευρώ την ώρα. Αυτοοργανώθηκαν για να διεκδικήσουν καλύτερο εργασιακό καθεστώς και κυρίως έναν «νόμο rider» που θα τους προσφέρει δικαιώματα αντίστοιχα με τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Μέχρι τώρα θεωρούνταν «αυτόνομοι εργαζόμενοι» και επομένως δεν δικαιούνταν ασφάλιση ενώ δουλεύουν Σαββατοκύριακα, αργίες και νυχτερινές ώρες. Στις 4 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Ματαρέλα υπέγραψε τον «νόμο rider για την προστασία της εργασίας και την επίλυση των εταιρικών κρίσεων». 

 (12) «Παρασκευές για το Μέλλον» (Fridays For Future): Μια σειρά σχολικών «απεργιών» για το κλίμα, σε μια προσπάθεια ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για την κλιματική αλλαγή. Η πιο γνωστή φιγούρα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι η μαθήτρια Γκρέτα Τούνμπεργκ από τη Σουηδία, που τον Αύγουστο του 2019 διέπλευσε με ιστιοφόρο τον Ατλαντικό Ωκεανό για να στείλει ένα μήνυμα σχετικά με τις μετακινήσεις μηδενικής εκπομπής ρύπων. Έχουν προγραμματιστεί και στην Ελλάδα (Καλαμάτα και Αθήνα) τέτοιες «σχολικές απεργίες για το κλίμα» για τον Σεπτέμβριο του 2019. Οι διοργανωτές λένε ότι κάθε τέτοια κινητοποίηση πρέπει να είναι μη βίαιη, ειρηνική, και ότι το «Παρασκευές για το Μέλλον» είναι κίνημα πολιτικό αλλά ακομμάτιστο. 

(13) Η οργάνωση «Mediterranea Saving Humans» δηλώνει ότι είναι κάτι πέρα από μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση και εντός της συνυπάρχουν διαφορετικές πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών, όπως η Ψυχαγωγική και Πολιτιστική Ένωση Ιταλίας (A.R.C.I.), η Ya Basta Bologna (αντικαπιταλιστική ομάδα υποστήριξης μεταναστών), η Μ.Κ.Ο. Sea-Watch, το διαδικτυακό περιοδικό I Diavoli, κοινωνικές επιχειρήσεις όπως το εστιατόριο Moltivolti στο Παλέρμο. Στόχος της δηλώνει πως είναι η ηθική ανυπακοή και η κοινωνική υπακοή. Ανυπακοή στον εθνικιστικό και ξενοφοβικό δημόσιο λόγο, αλλά υπακοή στο Σύνταγμα και στο διεθνές δίκαιο, καθώς και στο δίκαιο των θαλασσών. Έχει μισθώσει το υπό ιταλική σημαία πλοίο Mare Jonio για να σώζει μετανάστες που προσπαθούν να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να έρθουν στην Ευρώπη. Στις 3 Σεπτεμβρίου το πλοίο αυτό κατασχέθηκε από τις ιταλικές αρχές, αφού είχε αποβιβάσει στο νησί Λαμπεντούζα 98 διασωθέντες μετανάστες από τα ανοιχτά της Λιβύης. Αυτή είναι μονάχα η πιο πρόσφατη από μια σειρά κατασχέσεων, πρακτική η οποία προωθήθηκε μέσω ενός διατάγματος ενίσχυσης του κατασταλτικού οπλοστασίου εναντίον των πλοίων που βοηθούν τους μετανάστες, διάταγμα το οποίο ψήφισε ο απερχόμενος υπουργός Εσωτερικών Σαλβίνι. 

(14) Ενωσισμός (associazionismo): Κοινωνική τάση για δημιουργία ενώσεων με βάση κοινές πολιτικές αρχές. Ο κοσμικός ενωσισμός διακρίνεται από αντίστοιχες πρωτοβουλίες υπό τη σκέπη της Καθολικής Εκκλησίας. 

(15) Στις 7 Μαΐου κόπηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στο κατειλημμένο από 450 μετανάστες κτίριο της οδού Σάντα Κρότσε στη Ρώμη. Πέντε ημέρες αργότερα ο Καρδινάλιος Κόνραντ Κραγιέφσκι έθεσε τελεσίγραφο στη Νομαρχία: «Ή μέχρι τις 8 το βράδυ θα έχετε επανασυνδέσει το ρεύμα ή θα το κάνω μόνος μου». Μετά το πέρας της προθεσμίας, λίγο μετά τις 10 το βράδυ της 12ης Μαΐου, αποφάσισε να επανασυνδέσει μόνος του το «άγιο φως». 

(16) Αυτή η «αντίσταση των δήμων» αντικατοπτρίζεται και στα χαμηλά εκλογικά ποσοστά που έλαβε η Λέγκα σε πόλεις όπως το Μιλάνο, το Τορίνο, η Μπολόνια, η Γένοβα κ.ά. Οι δήμαρχοι στο Μιλάνο και στην Μπολόνια έχουν αρνητική στάση απέναντι στη Λέγκα, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε Νάπολη και Παλέρμο. Επίσης, στις 25 Ιουλίου η δήμαρχος της Ρώμης Βιρτζίνια Ράτζι (με την παράταξη του Κινήματος 5 Αστέρων) θυροκόλλησε έξω από την κατάληψη Κάζα Πάουντ μια εντολή ξηλώματος της επιγραφής «CASAPOUND» από την πρόσοψη του κτιρίου. Μια ενέργεια που μπορεί να χαρακτηριστεί συμβολική μεν αλλά και κωμικοτραγική στην ουσία της.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Διάλογος για την αναρχία και την ελευθερία στην ψηφιακή εποχή - Tomas Ibanez, Manuel Castels

Η τριχοειδής διάδοση των νέων τεχνολογιών του World Wide Web προσφέρει στους θεσμούς ένα ισχυρό μέσο για τη διεύρυνση της κυριαρχίας τους. Όμως, ταυτοχρόνως, συνεπάγεται μια ανάπτυξη της πληροφόρησης και της επικοινωνίας σύμφωνα με μη ιεραρχικά μοντέλα, ανοίγοντας τον δρόμο σε πρωτόγνωρες μορφές κριτικής και αγώνα. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με τεχνολογίες χωρίς δεδομένο χαρακτήρα και σκοπό, συνεπώς προκύπτει η ανάγκη επεξεργασίας μιας νέας θεωρίας τόσο για την εξουσία όσο και για την αντιμαχία της. Την ίδια στιγμή αποκαλύπτεται το ευάλωτο των συστημάτων του κοινωνικού ελέγχου. Η κυριαρχία, πέρα από τους μηχανισμούς του κράτους, επιβάλλεται μέσω των καναλιών επικοινωνίας. Ανάμεσά τους είναι σαφές ότι αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία το δίκτυο. Που όμως, από την ίδια του τη φύση, τείνει στην εξάλειψη της ανισορροπίας των γνώσεων μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων, με αποτελέσματα εν δυνάμει ανατρεπτικά. Από εδώ μπορεί να προκόψει και ένας νέος αναρχισμός, ζήτημα γύρω από το οποίο (όπως και σε σχέση με τα προηγούμενα) εκτυλίσσεται η συζήτηση μεταξύ δύο παλιών φίλων, του Μανουέλ Καστέλς, κοινωνιολόγου της πληροφορίας και καθηγητή στο πανεπιστήμιο Σάντα Μάνικα της Καλιφόρνιας και του Τόμας Ιμπάνιεθ, καθηγητή κοινωνιολογίας στο αυτόνομο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, οι οποίοι, μάλιστα, απελάθηκαν την ίδια ημέρα από τη Γαλλία λόγω της συμμετοχής τους στον Μάη του '68. Την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση συμπληρώνει ένα κείμενο του Καστέλς, που ήταν μάλιστα και μία από τις αφορμές γι' αυτή τη συζήτηση, όπως και ένα κείμενο του Ιμπάνιεθ για τα νέα κοινωνικά κινήματα και τους τρόπους αντίστασής τους απέναντι στις σημερινές μορφές της εξουσίας.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ 'Η Η ΕΠΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ; - Toni Negri, Roberto Esposito

Στις 25-27 Νοέμβρη 2016, οι ιταλικές κινηματικές εκδόσεις Derive Approdi διοργάνωσαν το πρώτο φεστιβάλ τους στη Ρώμη στον κατειλημμένο κινηματογράφο Nuovo Cinema Palazzo, στην ιστορική γειτονιά της πόλης Σαν Λορέντσο. Την πρώτη ημέρα ο Ρομπέρτο Εσπόζιτο σχολίασε τις σκέψεις του Τόνι Νέγκρι για το τέλος της κρατικής κυριαρχίας, για να ακολουθήσει ο Τόνι Νέγκρι με μια δική του παρέμβαση-εισήγηση. Δημοσιεύουμε εδώ τις δύο ομιλίες, όπως δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο OperaViva magazine, κρίνοντάς τις άκρως ενδιαφέρουσες σε μια εποχή όπου η υπεράσπιση του κράτους-έθνους, όπως έδειξαν και οι ευρωοεκλογές του 2019, μοιάζει να επανέρχεται δριμύτερη. Δημοσιεύουμε επίσης μια έμμεση συζήτηση των δύο κορυφαίων ιταλών φιλοσόφων, που έγινε στις 17 και 25 Μάη του 2016 μέσα από μια βιβλιοκριτική του Νέγκρι και την επακόλουθη απάντηση του Εσπόζιτο, θεωρώντας ότι συνεισφέρει και αυτή στην περαιτέρω κατανόηση της αντιπαράθεσης Νέγκρι-Εσπόζιτο σχετικά με το ζήτημα της κρατικής κυριαρχίας.

Η κόκκινη διετία 1968-1969 - Oreste Scalzone

Έχουν περάσει πλέον 50 χρόνια αφότου μια γενιά στη γειτονική Ιταλία εξεγέρθηκε ξαφνικά εναντίον όλων των θεσμών του κράτους. Τη μία μέρα όλα ήταν ήσυχα και την επόμενη δεκάδες χιλιάδες νέοι και νέες κατέβηκαν στους δρόμους. Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, στα πανεπιστήμια, στα εργοστάσια, στις πόλεις, όπου με κύριο όπλο τις καταλήψεις αποδυναμωνόταν η θεσμική τάξη και οικοδομούνταν μια κοινωνία πιο δίκαιη και πιο ελεύθερη. Ο άνεμος της ουτοπίας φυσούσε στην Ευρώπη και στην Ιταλία, στην οποία Ιταλία κράτησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80, όταν ήρθε η ήττα, η φυλακή, η εξορία, η ιδιώτευση, η απόγνωση, ο θάνατος... Πρόκειται μόνο για μια ιστορία του παρελθόντος; Σήμερα, πάντως, διάφοροι ιστορικοί και όχι μόνο, συνεχίζουν να προσπαθούν να αναπαραστήσουν εκείνα τα χρόνια, επιδιώκοντας να γνωρίσουν το τεράστιο μωσαϊκό των γεγονότων, των ελπίδων, των λαθών, των ιδεολογιών, των πρακτικών. Όσον αφορά, πάντως, την ανάγνωση εκείνης της περιόδου από την πλευρά του κοινωνικού ανταγωνισμού, συνεισφέρει τα μέγιστα αυτή η μαρτυρία του Ορέστε Σκαλτσόνε, ιστορικού ηγέτη του ιταλικού φοιτητικού κινήματος του '68-'69, κορυφαίου στελέχους της Εργατικής Εξουσίας και της Εργατικής Αυτονομίας, μια εμβληματική φιγούρα της επαναστατικής αριστεράς εκείνης της εποχής, που συνεχίζει να είναι ενεργός στα συμβάντα του παρόντος. Μια αφήγηση ακριβώς της διετίας που ξεκίνησαν όλα, εξαιρετικά χρήσιμη για την κατανόηση και της κοινωνικής συνθήκης που βιώνουμε σήμερα.

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Η δημοκρατία του Βαραββά - Gustavo Zagrebelsky

"...Εκείνο λοιπόν το πλήθος κλήθηκε απλώς να απαντήσει στο ερώτημα που του έγινε. Δεν μπορούσε να βγει από το δίλημμα που του είχαν θέσει. Δεν μπορούσε να αποφασίσει, για παράδειγμα, για τη ζωή ή τον θάνατο είτε του Ιησού είτε του Βαραββά. Ούτε μπορούσε να αξιώσει ότι θα το έκανε και σε άλλες περιπτώσεις. Για να το πούμε διαφορετικά, δεν ήταν μια δύναμη που δρούσε, αλλά μια δύναμη που απλώς αντιδρούσε. Ήταν ένα σώμα ουσιαστικά νεκρό (όπως ο βάτραχος του Γκαλβάνι, που ζούσε μονάχα όταν τον κεραυνοβολούσε μια εξωτερική δύναμη). Δεν ήταν αφεντικό, για να χρησιμοποιήσουμε μια σημερινή έκφραση, της μοίρας του. Αν αξίωνε να γίνει κάτι τέτοιο, η εξουσία, είτε του Συνεδρίου είτε του Πιλάτου, θα έπεφτε πάνω του συντριπτική. Αν ο λαός που είναι ικανός για δράση είναι ο λαός της δημοκρατίας και αυτός που υπακούει είναι ο λαός της αυταρχίας, εκείνος που καλείται να απαντήσει απλώς αντιδρώντας, ποιας μορφής κυβέρνησης είναι ο λαός; Ίσως, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, ο λαός της δημαγωγίας". 

Γκουστάβο Ζαγκρεμπέλσκι