Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

Franco Piperno - Ο άνθρωπος δεν είναι καλός: Ο κορονοϊός, το κεφάλαιο, το κράτος, οι αγελάδες κι εμείς

Στον κίνδυνο ότι δεν σε σκοτώνει, σε σώζει 
Βάλτερ Μπένγιαμιν 

Στους τωρινούς καιρούς, ένας στοχασμός, που δεν θα είναι απολογητικός για την επιστημονική γνώση και πρακτική, δεν μπορεί παρά να αναφέρεται, θεωρώντάς την ως γεγονικό σημείο αφετηρίας, στην πανδημία του covid-19, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία εξέλιξης σε πλανητικό επίπεδο. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων και πέρα από κάθε είδους ερμηνεία με όρους συνωμοσίας, αρνούμενοι εν συντομία την εύκολη και άσχημα τοποθετημένη αγανάκτηση, πρέπει αμέσως να πω ότι ο covid-19 δεν φτιάχτηκε απευθείας από τους υπηρέτες του Κεφαλαίου ή απλώς από τον ξέφρενο καπιταλιστικό μετασχηματισμό της γεωργίας –για να αποδειχτεί κάτι τέτοιο αρκεί να θυμηθούμε ότι η μετάλλαξη των ζωικών μικροβίων σε παθογόνους ανθρώπινους παράγοντες δεν είναι με τιποτα μια νέα διαδικασία και ούτε καν πρόσφατη: έχει ήδη εμφανιστεί κατά τη νεολιθική εποχή με την επινόηση της γεωργίας, όταν ξεκίνησε τόσο η αποψίλωση των δασών για να επεκταθούν τα καλλιεργήσιμα εδάφη όσο και η εξημέρωση των ζώων για να μετατραπούν σε κτήνη είτε για το κουβάλημα είτε για το σφαγείοˑ τα ζώα, με τη σειρά τους, μας απάντησαν όπως μας άξιζε, μας πρόσφεραν, δηλαδή, κάτι παραπάνω από ένα δηλητηριασμένο δώρο, τον ιό δηλαδή, κι αυτό ανάλογα με το είδος τους: έτσι, οφείλουμε να συγχαρούμε τα βόδια για την ιλαρά και τη φυματίωση, τις πάπιες για τη γρίπη, τους χοίρους για τον κοκκύτη, τα κουνούπια για την ελονοσία, τα άλογα για τη σύφιλη, τα ποντίκια για την πανούκλα, κ.ο.κ.
  
Για να το πούμε διαφορετικά, αυτή η κατάσταση στην οποία μας έλαχε στις μέρες μας να ζούμε και η οποία, σιγά-σιγά, πέρασε σε μια φάση επείγουσας ανάγκης σε πλανητικό επίπεδο, δηλαδή στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς, δεν είναι μια ταξική, δομική σύγκρουση ανάμεσα στους εργάτες και το κεφάλαιο, μια ιδιαίτερη αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (απαίτηση αύξησης της αξιοποίησης και του δεσποτικού ελέγχου της ζωντανής εργασίας, διάλυση του δημόσιου βιομηχανικού τομέα προς όφελος του ιδιωτικού, ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς κλπ)ˑ όχι, είναι μάλλον το περίγραμμα μιας βαθιάς σύγκρουσης ανάμεσα στην ανθρώπινη και μη ανθρώπινη φύση, ανάμεσα στο δικό μας είδος και όλα τα άλλα, είτε ζωικά είτε φυτικά.

Αν το καλοδούμε, πράγματι, η ολοένα και πιο συχνή εκδήλωση μιας μικροβιακής δραστηριότητας –που ζει, μπορούμε να πούμε, σε λανθάνουσα κατάσταση στα ζωικά είδη αλλά εξελίσσεται σε πανδημία μόλις κάνει το άλμα και εμφυτευτεί στο ανθρώπινο σώμα– καθιστά εμφανές το γεγονός ότι το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και αυτό της πανδημίας είναι οι δύο εποχικές όψεις του ίδιου νομίσματος: η πρώτη εμφανίζεται μόνο μακροπρόθεσμα ενώ η δεύτερη, αντιθέτως, βραχυπρόθεσμα.

Πράγματι, για να το πούμε ξεκάθαρα: την πανδημία δεν την έφεραν τα άγρια όντα, που μαστιζόμενα από θανατηφόρα παθογόνα μικρόβια είχαν στήσει ενέδρα για να μας μολύνουν. Η μεγάλη πλειοψηφία των μικροβίων στα άγρια όντα ζουν ως φιλοξενούμενα και δεν τους προκαλούν κανένα κακό.

Τα πράγματα άλλαξαν ριζικά και έφτασαν μέχρι τη σημερινή τραγωδία όταν η αποψίλωση των δασών, η τσιμεντοποίηση και η ξέφρενη αστεακοποίηση, δημιούργησαν τις συνθήκες έτσι ώστε αυτά τα μικρόβια να έρθουν σε επαφή με το ανθρώπινο σώμαˑ και τότε κάποια από αυτά μας βρήκαν πρόσφορους και προσαρμόστηκαν αναλόγως.

Ανάμεσα στα είδη που κινδυνεύουν λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας, συγκαταλέγονται πολλά ιαματικά φυτά και πολυάριθμα ζώα, που εδώ και αιώνες προμηθεύουν στα ανθρώπινα όντα την ίδια τη βάση της φαρμακευτικής δραστηριότητας.

Τα είδη που καταφέρνουν να επιβιώσουν, το κάνουν προσαρμοζόμενα στους περιορισμένους χώρους που τους έχει αφήσει η ανθρώπινη δραστηριότηταˑ όμως έτσι αυξάνεται η πιθανότητα της ανανέωσης και της επανάληψης των επαφών, με αποτέλεσμα τη διευκόλυνση του περάσματος των μικροβίων στο σώμα μας, όπου, από αβλαβή όντα, μετατρέπονται συχνά σε θανάσιμους παθογόνους παράγοντες. 

Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η Οδύσσεια της Νυχτερίδας, στο αφήγημα της Σόνιας Σαχ: η αποψίλωση του δάσους υποχρεώνει μια νυχτερίδα να μεταφέρει τη φωλιά της στη μηλιά ή στην αχλαδιά ενός κήπου ή μιας αγροικίαςˑ ένα ανθρώπινο ον παίρνει το σάλιο της νυχτερίδας όταν τρώει ένα φρούτο που ήταν καλυμμένο από αυτόˑ ή, όταν προσπαθεί να διώξει και να σκοτώσει αυτόν τον ακάλεστο επισκέπτη, καταλήγει να εκτίθεται σε μικρόβια που φωλιάζουν στο σώμα του ζώου. 

Είναι ακριβώς με αυτόν τον τρόπο που ένα πλήθος ιών, των οποίων η νυχτερίδα είναι υγιής φορέας, καταφέρνει να μολύνει εκατοντάδες ανθρώπινα όντα. 

Αυτό συνέβη με τον Έμπολα, αλλά και με τους ιούς Νίπα και Μάρμπουργκ. Το φαινόμενο είναι γνωστό ως «άλμα του συνόρου των ειδών». Ακόμη κι αν αυτό το άλμα δεν συμβαίνει πολύ συχνά, ωστόσο η συχνότητά του φτάνει για να επιτρέψει σε μικρόβια που φιλοξενούνται στον μυϊκό ιστό της νυχτερίδας να εισέλθουν στον ανθρώπινο οργανισμό, όπου στη συνέχεια εξελίσσονται μέχρι το σημείο να γίνουν παθογόνα.

Η απειλητική εμφάνιση στην πορεία του τελευταίου αιώνα των πανδημικών φαινομένων, δεν προκλήθηκε μόνο από την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος των άγριων ειδώνˑ οφείλεται πολύ περισσότερο στην υποκατάσταση της φυσικής ζωής τους σε εγκαταστάσεις για τη βιομηχανική αναπαραγωγή τους. Σε αυτούς τους χώρους, που σε μέγεθος φτάνουν συνολικά την αφρικανική ήπειρο, το ανθρώπινο είδος, για να ικανοποιήσει την πείνα του μέσω της βρώσης κρέατος, εκτρέφει είδη που προορίζονται αποκλειστικά για σφαγή: εκατομμύρια ζώα, σε χώρους ελάχιστων τετραγωνικών, το ένα πάνω στο άλλο, περνούν τη σύντομη ζωή τους εξαναγκασμένα να παχαίνουν, στερούμενα κάθε αισθαντικότητας, προσμένοντας τον σφαγιασμό τους, χωρίς ποτέ να έχουν ζήσει πραγματικά. 

Πρόκειται για έναν ιδανικό μηχανισμό που επιτρέπει στα μικρόβια να μεταλλαχθούν σε θανατηφόρους παθογόνους παράγοντες. 

Έτσι, είδη, που στη φύση ποτέ δεν θα ερχόντουσαν σε επαφή, συμβιώνουν, το ένα δίπλα στο άλλο, με τα μικρόβια να διευκολύνονται να περάσουν από το ένα είδος στο άλλο. Αυτό συνέβη τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000 με τον κορονοϊό που ήταν υπεύθυνος για την επιδημία του οξέος αναπνευστικού συνδρόμου SARSˑ και αυτό ή ένα ανάλογο φαινόμενο, θα μπορούσε να είναι η απαρχή του παράνομου κορονοϊού, του covid-19, που πολιορκεί αυτούς τους μήνες τα μέρη στα οποία ζουν οι άνθρωποι. 

Μια τεχνική παρέκβαση 

Συνηθίζεται να λέγεται, όταν περιγράφεται η διευρυμένη αναπαραγωγή ενός πλήθους ιών, ότι πρόκειται για μια εκθετική αύξηση σε βάθος χρόνου. Επιθυμείται με αυτή την έκφραση να περιγραφτεί ποσοτικά μια κατάσταση στην οποία, για παράδειγμα, αν θεωρηθεί πως ο αρχικός πληθυσμός είναι 100, ένα ποσοστό αύξησης της τάξης του 7% μέσα σε μία χρονική μονάδα –είτε αυτή είναι μια μέρα, ένας μήνας ή μπορεί και περισσότερο– συνεπάγεται ότι ο πληθυσμός θα γίνει 107. Στο τέλος μιας άλλης χρονικής ενότητας, η αύξηση κατά 7% δεν θα αφορά πλέον τον αρχικό πληθυσμό, αλλά το νέο του μέγεθος, δηλαδή το 107, κ.ο.κ.

Για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η εκθετική διαδικασία, μπορούμε να ανατρέξουμε, για όσους-ες έχουν μικρή εξοικείωση με τα μαθηματικά, σε μια εύλογη προσέγγιση, δηλαδή στον λεγόμενο «νόμο του εβδομήντα», ο οποίος μπορεί να παρουσιαστεί ως εξής: αν το ποσοστό αύξησης είναι χ επί τοις εκατό, ο αρχικός πληθυσμός θα διπλασιαστεί μετά 70/χ χρονικές μονάδες. Έτσι στο 10% ο διπλασιασμός θα συμβεί μετά από επτά χρονικές μονάδεςˑ στο 6% περίπου σε 12 χρονικές μονάδεςˑ και θα συνεχίσει να διπλασιάζεται κάθε επτά ή κάθε δώδεκα χρόνια, αναλόγως του ποσοστού αύξησης. 

Η εκθετική αύξηση δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, γιατί από διπλασιασμό σε διπλασιασμό θα καταστεί άπειρη και το άπειρο είναι μια έννοια απατηλή, είτε για την κοινή λογική είτε για τα μαθηματικά. 

Πράγματι, αφού η αύξηση συμβαίνει σε ένα περιβάλλον (έναν χωροχρόνο πεπερασμένων διαστάσεων), αυτή τροφοδοτείται από την ενέργεια που εμπεριέχεται σε αυτό το περιβάλλον, μια ενέργεια καθαυτή πεπερασμένη και συνεπώς προορισμένη να εξαντληθεί.

Για να το πούμε διαφορετικά, στο περιβάλλον όπου συμβαίνει η αύξηση, εξαιτίας αυτής καθαυτής της αύξησης, αναπτύσσονται φαινόμενα, για να το πούμε λαϊκά μη γραμμικά, που αντιβαίνουν την αύξηση, την αναδιατάσσουν μέχρι να την εξαφανίσουν.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση των ιών, η αύξηση του πληθυσμού των παθογόνων συμβαίνει στον βαθμό που υπάρχουν ιστοί για να μολύνουνˑ μόλις η μόλυνση συμπεριλάβει σχεδόν όλα τα διαθέσιμα σώματα, η αύξηση του πλήθους των ιών μειώνεται, κι αυτό γίνεται με έναν εκθετικό ρυθμό μείωσης, μέχρι να σβήσει οριστικά (ή σχεδόν).

Εδώ θα ήταν καλό να θυμίσουμε ότι το φαινόμενο της επιταχυνόμενης ή εκθετικής ανάπτυξης δεν είναι αποκλειστικότητα ούτε των ιών ούτε των βακτηρίων ούτε των μικροβίων γενικότερα. Όλα τα είδη, είτε ζωικά είτε φυτικά, περνούν περιόδους επιταχυνόμενης αύξησης αλλά και μείωσης 

Πιο συγκεκριμένα, η ανθρωπότητα, το ζώο-άνθρωπος, βρίσκεται σε μια φάση εκθετικής αύξησηςˑ η οποία ξεκίνησε, χονδρικά, από το XVI αιώναˑ και προορίζεται, σύμφωνα με τους δημογράφους, να φτάσει στο αποκορύφωμά της στο μέσον αυτής της χιλιετίας –χονδρικά ήμασταν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι στην Αναγέννηση, τώρα είμαστε, με μια καλή προσέγγιση, πάνω από επτά δισεκατομμύρια και θα είμαστε, πάνω κάτω, δέκα δισεκατομμύρια στα τέλη του ΧΧV αιώνα– μικροβίων και κοσμικών καταστροφών επιτρεπόντων. 

Όμως αυτό που ίσως είναι το πιο ιντριγκαδόρικο διανοητικά όταν εξετάζουμε τις εκθετικές αυξήσεις, δεν έχει να κάνει τόσο με εκείνες που συμβαίνουν σύμφωνα με το μεγαλείο της «αρχαίας και πανταχού παρούσας μη ανθρώπινης φύσης», αλλά με εκείνες που χαρακτηρίζουν φαινόμενα επινοημένα σαφώς από τα ανθρώπινα όντα, εκείνες που ανάγονται χωρίς υποσημειώσεις στην κοινωνικότητα της φύσης μας.

Υπάρχουν πολλές, σε κάθε περίπτωση πολύ περισσότερες από εκείνες που θα μπορούσαμε να περιμένουμε, δεδομένης της δυσαναλογίας ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση.

Σε σχέση με αυτό, είναι ευκαιρία να θυμηθούμε, πιο συγκεκριμένα, έναν οικονομικο-πολιτικό μηχανισμό που ρυθμίζει μυστικά την άβυσσο των συναισθημάτων μας, του οποίου συνηθίζουμε ευρέως να αγνοούμε, στο επίπεδο της κοινής λογικής, σχεδόν μέχρι και την ύπαρξή του.

Αναφερόμαστε στον μηχανισμό του χρήματος με τη μορφή του σύνθετου τόκου. Εν συντομία, πρόκειται για το εξής: αν διαθέτω ένα ποσό των 100 ευρώ (ή το ισοδύναμό του σε δολάρια, στερλίνες, ρούβλια κλπ) υπάρχουν δημόσιοι χώροι, γνωστοί ως τράπεζες, όπου μπορώ να απευθυνθώ για να συμφωνήσω κατά πόσο μπορεί να αυξηθεί το αρχικό ποσόν μου, χρόνο με τον χρόνο, χωρίς εγώ να πρέπει καθ’ οιονδήποτε τρόπο να κάνω κάτι. Έτσι, αν το επιτόκιο που έχω συμφωνήσει είναι της τάξης του 6%, το αρχικό ποσό σε 100 χρόνια θα πολλαπλασιαστεί κάτι παραπάνω από οκτώ φορές, δηλαδή θα γίνει σχεδόν 26.000 ευρώ, δολάρια ή ρούβλια. Είναι το επιτόκιο, το χρήμα, που κάνει θαύματα: όχι λογιστική μονάδα ή μονάδα ανταλλαγής, αλλά χρήμα που παράγει χρήμα, χρήμα με βάση τον τρίτο του ορισμό, για να το πούμε όπως ο Μαρξ. Ως επιτόκιο, το χρήμα σκιάζει το παρόν και προωθεί ένα είδος δικτατορίας του μέλλοντος: αντί να δώσω σήμερα εκατό ευρώ στην εγγονή μου και να τα ξοδέψει αμέσως, συμφέρει να τα δεσμεύσω για κάτι που δεν υπάρχει, για τότε που και η ίδια θα έχει γίνει γιαγιά.

Σύμφωνα με τον Ζον-Ρέτελ, το επιτόκιο εμφανίστηκε στη Λυδία αμέσως μετά την επινόηση του χρήματος και το ξεπέρασμα της ανταλλαγής προϊόντων στις εμπορικές σχέσεις. Για αιώνες, ωστόσο, η πρακτική του επιτοκίου θεωρούνταν αμαρτωλή και τοκογλυφικήˑ για παράδειγμα στη Δύση, μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα, ήταν νόμιμη μόνο στις μη χριστιανικές κοινότητες. 

Έπειτα, στις αρχές της Αναγέννησης, γεννήθηκε στη Φλωρεντία η «τράπεζα», δηλαδή εκείνος ο μηχανισμός που έδωσε ώθηση στη μοντέρνα εποχή νομιμοποιώντας ακριβώς την τοκογλυφία και εξασφαλίζοντας τη διάδοσή της στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Εν συντομία, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο σύνθετος τόκος είναι ένα είδος εικονικού ιού ο οποίος, έχοντας μπει εδώ και καιρό στη ζωή μας, κάνει μεγαλύτερο κακό από τον πραγματικό ιό. 

Η πανδημία και οι εξειδικευμένες γνώσεις 

Η παγκόσμια πανδημία είναι, όπως γράφει ο Αλέν Σουπιό, ένα «ολικό κοινωνικό γεγονός», ένα φαινόμενο που ταρακουνάει ολόκληρη την κοινωνία και τους θεσμούς της. 

Η προσπάθεια κατανόησής της, απαιτεί κατ’ αρχήν να μην αναλυθεί σύμφωνα με τη λογική του διαχωρισμού των γνώσεων (βιολογικών, γεωγραφικών, ιστορικών, οικονομικών, νομικών, δημογραφικών, πολιτικών, ψυχολογικών), γιατί μόνο μέσω μιας ολικής πρόσληψης θα καταφέρουμε να συλλάβουμε το ουσιώδες.

Μπροστά σε ένα ολικό κοινωνικό γεγονός, οι επιστημονικές γνώσεις δεν μπορούν να περιορίζονται απλώς στην εξήγηση του φαινομένου, αλλά πρέπει να διερευνήσουν και αυτούς που το παρατηρούν, πέρα από αυτά καθαυτά τα αποτελέσματα της παρατήρησης.

Η διερώτηση για τα ίδια μας τα όρια και συνεπώς για τις ίδιες μας τις ευθύνες, δεν είναι μια διαδεδομένη συνήθεια ανάμεσα στους ειδικούς, ανάμεσα σε εκείνους που υποτίθεται ότι κατέχουν επιστημονικές γνώσεις. Η αμφιβολία –που είναι η πραγματική επιστημονική στάση– γίνεται μια άσκηση ολοένα και πιο δύσκολη αφότου, με τη νεωτερικότητα, εκείνοι που κατέχουν την πολιτικο-οικονομική εξουσία, μην μπορώντας πλέον να θεμελιώσουν την άσκηση αυτής της εξουσίας στη θρησκευτική αρχή, προτίθενται να διοικήσουν επιστημονικά τους ανθρώπους, λες και είναι πράγματα. Γι’ αυτό διάφορες εξειδικευμένες γνώσεις ή «επιστήμες», όπως η βιολογία, η οικονομία ή το δίκαιο, στο διάβα των τελευταίων δύο αιώνων, έγιναν κανονιστικές αναφορές, στραμμένες στην κατεύθυνση της πολιτικής εξουσίας και στην αναδόμηση της δικαιικής τάξης.

Η σημερινή «κατάσταση εξαίρεσης», όπως έχει παρατηρήσει ο Τζόρτζο Αγκάμπεν, προσφέρει μια κάπως παράδοξη περιγραφή της σημερινής κατάστασης: η κυβέρνηση δρα νομιμοποιημένη από μια «τεχνικο-επιστημονική επιτροπή» και περιορίζει δραστικά αυτή που είναι η θεμελιώδης, στοιχειώδης ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία κίνησης του σώματοςˑ το συνταγματικό δικαστήριο, από την πλευρά του, σιωπά γι’ αυτή την κραυγαλέα παραβίαση του δημοκρατικού συντάγματος.

Όταν η επιστήμη γίνεται θεμέλιο του αληθούς, όχι μόνο επιτρέπει στην πολιτική εξουσία να μεταθέτει τις ευθύνες που τις αναλογούν, αλλά καταλήγει να αναλαμβάνει τον ρόλο που προηγουμένως ανήκε στην εκκλησία, γινόμενη επιστημονισμός και, ανάλογα με την περίπτωση, βιολογισμός, οικονομισμός, κ.ο.κ. 

Ήδη ξεκινώντας από τον 20ο αιώνα, επιβεβαιώνεται η τάση, τόσο στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όσο και στον λεγόμενο σοσιαλιστικό, να θεμελιώνονται οι θεσμοί στην επιστήμη, αντί να θεμελιώνεται η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας στους θεσμούς.

Το αποτέλεσμα είναι μια «κυβέρνηση των αριθμών», που εκλαμβάνει τους ανθρώπους και την κοινωνία απλώς σαν προγραμματιζόμενα όντα, υποκείμενα σε πειράματα. 

Μια τέτοια κυβέρνηση είναι από τη φύση της ξένη και εχθρική απέναντι στις δημοκρατικές πρακτικές, υποτιμώντας το δικαίωμα στη διαφορετικότητα αλλά και το απρόβλεπτο που ενυπάρχει στην κοινωνικής εμπειρία. Όπως έγραψε ο Σουπιό, κάθε άρρωστος έχει από την αρρώστια του μια εμπειρία που δεν έχει ο γιατρός του. 

Ο πιο ταπεινός από εκείνους που έρχονται σε άμεση επαφή με τα άτομα προκειμένου να περιορίσουν και να απαλύνουν τον πόνο τους, έχουν μια εμπειρία της εν εξελίξει πανδημίας που σίγουρα λείπει από εκείνους που δουλεύουν μόνο με αριθμούς και το εικονικό. Να λοιπόν γιατί ο ιός, μη αναγγελμένος παραγωγός ενός ολικού κοινωνικού γεγονότος, πράττει το αγαθό έργο του ξαναβάζοντας στη συζήτηση το ζήτημα της νομιμότητας των ανισοτήτων που προκαλεί ο καταμερισμός της εργασίας, η κοινωνική πρόνοια και οι δημόσιες υπηρεσίες. Γιατί, αν το καλοδούμε, ένα νοσοκομείο δεν είναι μια επιχείρηση. 

Έτσι, για μια στιγμή τουλάχιστον, η κρίση αποκαλύπτει την οικονομίστικη ψευδαίσθηση σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη εργασία δεν είναι τίποτα άλλο από εμπόρευμα, αν και κάπως ιδιαίτερο· με την αξία του να καθορίζεται, σε τελική ανάλυση, από την αγορά. 

Όμως υπάρχει και κάτι παραπάνω: η πανδημία φέρνει στο φως μια οργάνωση της υγείας δομημένης όχι μέσω των τόπων, δηλαδή με υπηρεσίες που λαμβάνουν υπόψη τις εδαφικές ιδιαιτερότητες, αλλά μέσω ενός δικτύου νοσοκομείων εγκατεστημένων στον μεγαλύτερο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα, νοσοκομείων δημόσιων και ιδιωτικών διευθυνόμενων ως μια αλυσίδα επιχειρήσεων. Στο εσωτερικό αυτών των επιχειρήσεων, σχεδόν πάντοτε υπό κατάρρευση, η εργασία των γιατρών καταμερίζεται βάσει των διαφόρων ιατρικών εξειδικεύσεων.

Ο άρρωστος έρχεται συνήθως σε επαφή με τις υγειονομικές υπηρεσίες μέσω του λεγόμενου «γενικού ιατρού», που έχει ως καθήκον να εξατομικεύσει την παθολογία του αρρώστου και να τον κατευθύνει στους ειδικούς που υπάρχουν στα περισσότερα νοσοκομεία. 

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας περίθαλψης είναι ότι κανείς δεν ασχολείται με τον άρρωστο –που μέχρι αποδείξεως του εναντίον είναι ένα ενιαίο ον, αποτελούμενο από πνεύμα και σώμα– και όλοι κοιτάζουν να θεραπεύσουν την αρρώστια… συχνά χωρίς να τα καταφέρνουν.

Ο γενικός ιατρός, για να πούμε την αλήθεια, είναι ένας γραφειοκράτης, λίγο-πολύ ευγενικός: περιορίζεται, αφού εξετάσει αφηρημένα τον άρρωστο και χωρίς ποτέ να σταματάει να μιλάει στο τηλέφωνο με τους άλλους του ασθενείς ή με διάφορους φίλους, να κρατάει ένα μικρό ιστορικό στο οποίο, ουσιαστικά, αναγράφονται τα ονόματα των ειδικών που θα πρέπει να ασχοληθούν με τον άρρωστο: σε μια εβδομάδα, εφόσον σταθεί τυχερός, διαφορετικά σε έναν μήνα ή μπορεί και περισσότερο. 

Αν ο γενικός γιατρός είναι γραφειοκράτης, οι ειδικοί σίγουρα δεν είναι: αυτοί, πράγματι, ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία εργαζομένων, δημιουργημένη από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, «οι οποίοι ξέρουν τα πάντα και τίποτα». Όπως οι εργάτες στο φορντιστικό εργοστάσιο, είναι οι «εξειδικευμένοι ηλίθιοι»· για παράδειγμα γνωρίζουν λεπτομερειακά τη λειτουργία του μπουσουλίματος αλλά αγνοούν (ή σχεδόν) τη λειτουργία των αρθρώσεων του μεγάλου δάχτυλου του ποδιού. Fach idiot, έτσι τους αποκαλούσαν οι γερμανοί φοιτητές στις συνελεύσεις του ’68.

Μια τελευταία αλλά όχι έσχατη σκέψη: χάρη στην εν εξελίξει πανδημία, αποκαλύπτονται χωρίς πέπλο τα απόβλητα και η αναποτελεσματικότητα της βιομηχανίας και πιο συγκεκριμένα της φαρμακευτικής έρευνας.

Στον κόσμο, πέρα από την πείνα, υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα, κατά κύριο λόγο παιδιά, που πεθαίνουν εξαιτίας ασθενειών, επιδημιών, πανδημιών, για τις οποίες εδώ και χρόνια στη Δύση έχουν βρεθεί αντίδοτα, φάρμακα, εμβόλια, που όταν δεν θεραπεύουν, τουλάχιστον είτε ανακόπτουν είτε αμβλύνουν τη μόλυνση. 

Εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπινα όντα συνεχίζουν να πεθαίνουν από ευλογιά, ιλαρά, γρίπη, πολιομυελίτιδα, φυματίωση κλπ, επειδή η φαρμακευτική βιομηχανία αντλεί τεράστια κέρδη ασχολούμενη με την έρευνα και την παραγωγή φαρμάκων για τους πλούσιους –όπως η μεταμόσχευση οργάνων, τα φάρμακα για τη γεροντική άνοια, οι κρέμες για το μαύρισμα και μετά για τη λεύκανση του προσώπου κλπ– σε σχέση με όσα θα μπορούσε να αντλεί παράγοντας φάρμακα για τις κοινότοπες αρρώστιες, εκείνες που βασανίζουν μια τεράστια μάζα φτωχών.

Πράγματι, καθώς έχουν απογυμνωθεί τα μικρά ερευνητικά εργαστήρια που υπήρχαν στα πανεπιστήμια, μόνο η μεγάλη φαρμακευτική βιομηχανία είναι σε θέση να διαχειριστεί ένα σχέδιο συστηματικής έρευνας για εμβόλια –σχέδιο που έχει καταστεί πολύ πιο επείγον από την πρόβλεψη, κάτι που συμμερίζεται η μεγάλη πλειοψηφία των ερευνητών, για την αναπόφευκτη εμφάνιση νέων παθογόνων μικροβίων, στον βαθμό που ο ανθρώπινος πληθυσμός θα συνεχίσει να αυξάνεται –χωρίς να λάβουμε υπόψη την επιστροφή ήδη εμφανισθέντων ιών ή αυτών που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση και αναμένουμε την επανεμφάνισή τους.

Αυτή η υπερβολική ισχύς της φαρμακευτικής βιομηχανίας εξασφαλίζεται και από τους κανόνες που αφορούν το καθεστώς των ευρεσιτεχνιών. 

Η ευρεσιτεχνία είναι ένας μηχανισμός που ρύθμισε για πρώτη φορά η γερουσία της αναγεννησιακής Βενετίας για να εξασφαλίσει τη διάδοση των ανακαλύψεων, για παράδειγμα εκείνων που σχετίζονταν με την επεξεργασία του γυαλιού και οι οποίες, παραδοσιακά, κρατούνταν μυστικές. Κατοχυρώνοντας την ευρεσιτεχνία του, ο τεχνίτης την κατείχε πλέον νομίμως, δηλαδή είχε το δικαίωμα να την πουλήσει, κι αυτό εξασφάλιζε την κυκλοφορία της.

Στις μέρες μας, στη φαρμακευτική βιομηχανία, παρευρισκόμαστε σε μια παράδοξη αντιστροφή της αρχικής λειτουργίας της ευρεσιτεχνίας, αντιστροφή που καταλήγει σε μια πραγματική κοροϊδία: η ευρεσιτεχνία αποκτάται και ας πούμε καταχωρείται, πατεντάρεται, ώστε να αποφευχθεί το γεγονός αυτή η ανακάλυψη να οδηγήσει στην παραγωγή ενός νέου φαρμάκου, ίσως πιο αποτελεσματικού, που ως τέτοιο, είναι σε θέση να ανταγωνιστεί με επιτυχία τα προϊόντα τα οποία η ίδια η βιομηχανία, που έχει αγοράσει την ευρεσιτεχνία, έχει ρίξει στην αγορά. 

Ο κορονοϊός και το κοινωνικό άτομο: τι να κάνουμε; 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτοί οι πρώτοι μήνες του έτους 2020, σηματοδοτούν μια τραγική τομή μεταξύ του «πριν και του μετά». Τίποτα δεν θα είναι όπως πρώτα, το ακούμε να λέγεται ένα-γύρω, όχι χωρίς μια βαθιά δυσανεξία. 

Λες και ο ιός, με την εκθετική του διάδοση σε ολόκληρο τον πλανήτη, να αφαίρεσε μια για πάντα το πέπλο που, ξεκινώντας τουλάχιστον από τη νεωτερικότητα, είχε καλύψει το «πραγματικό», κρύβοντάς το.

Στα μάτια εκατοντάδων εκατομμυρίων γυναικών και ανδρών η πρόοδος, ο πολιτισμός, μοιάζουν να είναι η ιδεολογική εκδήλωση μια ψευδούς συνείδησης, η οποία έχει οδηγήσει τις κοινωνίες μας στο χείλος του γκρεμού, ακριβώς ενώπιον ενός συλλογικού θανάτου.

Αξίζει τον κόπο να επαναλάβουμε ότι αυτή η εποχική τραγωδία δεν είναι το απροσδόκητο αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα σε εργάτες και αφεντικά, κι ούτε αποκλειστική συνέπεια της εκβιομηχάνισης, είτε καπιταλιστικής είτε σοσιαλιστικής. 

Πρόκειται εδώ για το έργο μιας πρωταρχικής, ολικής, ίσως αγιάτρευτης αντίφασης: αυτής ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. 

Αιώνες προόδου είχαν ως αποτέλεσμα την αποικιοποίηση των συνειδήσεων, δημιουργώντας μια νοοτροπία κατεχόμενη από την καταναλωτική ματαιοδοξίαˑ με το μέτρο της ανθρώπινης ευημερίας να μπαίνει με όρους εκθετικής αύξησης της παραγωγήςˑ ενώ οι τόποι, οι διαφορετικοί τόποι κατοικούμενοι από ζώα και φυτά, έγιναν εμπορικές έδρες, σημεία πώλησης ομογενοποιημένα και υποταγμένα στην παγκόσμια αγοράˑ και, από την άλλη πλευρά, η ανάπτυξη της γνώσης βρίσκεται τώρα πια υποταγμένη στην ανάγκη της βιομηχανίας να δημιουργεί νέα εμπορεύματα, προκειμένου να αποφευχθεί ο κορεσμός των αγορών.

Στον σύγχρονο κόσμο, προπάντων στις πλουσιότερες χώρες, το ανθρώπινο ον, χάνοντας την επαφή με τη ζωϊκότητά του, μοιάζει να έχει βγει από τα όρια του και να περνάει τη ζωή του στερούμενου του ίδιου του σώματός του, μέσα σε μια εικονική πραγματικότητα.

Σήμερα η ιστορία δείχνει προδήλως ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να μετέχει της ζωϊκότητας, να έχει σώμα.

Αυτή η ανάγκη συνάφειας εξηγεί μέχρι και τη γοητεία που άσκησε πρωταρχικά η μοντέρνα επιστήμηˑ ενώ ακόμη και σήμερα, στην Ασία και την Αφρική, συνιστά μεγάλο μέρος της δύναμης, διανοητικά ελκυστικής, των παραδοσιακών θρησκειών.

Αντιθέτως, είναι ακριβώς η εγκατάλειψη αυτής της επαφής η κύρια αιτία για εκείνη την «άχρηστη αγωνία» στην οποία μοιάζει να έχει πέσει ζωή των πολιτών στις λεγόμενες αναπτυγμένες κοινωνίες. 

Πράγματι, όταν χάνεται η σχέση με το πραγματικό, τα μόνο αξιακά κριτήρια που είναι σε θέση να δώσουν μια συνέχεια στην πνευματική δραστηριότητα είναι η «αλλαγή» και το «νέο». Όμως αν έτσι γίνεται προφανές πώς αυτά είναι απαραίτητα στοιχεία, άλλο τόσο γίνεται προφανές ότι αν καταστούν μοναδικά, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αποδεικνύονται καταστροφικά για την κοινωνική ζωή: γιατί τότε καταλήγουμε να εκτιμάται τυφλά και στη συνέχεια να υποτιμάται το οτιδήποτε. Έτσι, για να είμαστε ακριβέστεροι, εκείνοι οι διανοούμενοι που παθιάζονται για την τύχη της Αφρικής, θα έπρεπε να αναλάβουν το καθήκον όχι μόνο να «εξάγουν» τις δικές μας αναρίθμητες αλήθειες, αλλά και να «εισαγάγουν» κάποιες από εκείνες που καλλιεργούνται σε εκείνη την ήπειροˑ μια από τις οποίες θα μπορούσε να είναι ακριβώς το νόημα του πραγματικού, η σχέση των ανθρώπων με τη ζωϊκότητα.

Σε σχέση με τη νεωτερικότητα, η εποχή στην οποία μόλις μπαίνουμε, χάρη στον κορονοϊό, απαιτεί ένα συλλογικό υποκείμενο συγκροτημένο όχι πλέον στην κλίμακα του έθνους ή της κοινωνικής τάξης, αλλά στη διάσταση του είδους.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το περιβαλλοντικό κίνημα έχει θέσει, από την πλευρά του –σε κάποιον βαθμό και χωρίς να έχει καταφέρει να αποφύγει τις απλοϊκότητες του καταστροφισμού– το ζήτημα της ζωϊκότητας, του πραγματικού, των τόπων: τη σχέση δηλαδή ανάμεσα σε όλες τις μορφές της ζωής που κατοικούν τον πλανήτη Γη.

Αν το καλοκοιτάξουμε, ένα τέτοιο υποκείμενο υπάρχει εδώ και καιρό. Για παράδειγμα, ο Μαρξ το αποκαλεί «κοινωνικό άτομο» και το θεωρεί «φορέα μιας τεράστιας συνείδησης, μιας συνείδησης στο ύψος του είδους».

Αυτό το υποκείμενο δεν δρα στην προοπτική της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, αλλά σε εκείνη, καθαυτή πιο ήπια, όπου μέσο και σκοπός συγκλίνουν μεταξύ τους: δηλαδή για την αλλαγή των συνηθειών και την επανασυμφιλίωση με τη μη ανθρώπινη φύση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αυθόρμητη στρατηγική του κοινωνικού ατόμου είναι να αναγνωρίσει τα ίδια του τα όρια ως, ακριβώς, όρια του είδουςˑ ενώ η αρχή της εξατομίκευσης που το χαρακτηρίζει, το οδηγεί να δράσει, σε μια κοινωνία όπως η δική μας, η οποία είναι επικεντρωμένη στο εικονικό, με συμβολικές χειρονομίες. 

Πρέπει να περιμένουμε ότι ανάμεσα σε αυτές τις χειρονομίες οι πρώτες θα είναι εκείνες που θα στραφούν στα ζώα και πιο συγκεκριμένα στα θηλαστικά, μέσω της εγγύτητας των ειδών.

Ίσως μετά την καταγραφή, τόπο με τόπο, των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, να βρεθούμε, κατά χιλιάδες, να ρίχνουμε τις περιφράξεις αυτών των ντροπιαστικών εγκαταστάσεων, για να απελευθερώσουμε τις αγελάδες και τους ταύρους στοιβαγμένες οι μεν πάνω στους δε –αφού, κατά βάθος, πρόκειται για συγγενείς μας, έστω και μακρινούςˑ εν συντομία, κάτι λιγότερο από ξαδέλφια. 

Αλιεύθηκε από το ιταλικό διαδικτυακό περιοδικό «Machina»

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

Chicco Galmozzi - Για τη στράτευση και την υποκειμενικότητα


Από το 1968, ευρείς τομείς της ριζοσπαστικής αριστεράς επικεντρώθηκαν στην κριτική των παραδοσιακών μορφών της στράτευσης, εννοούμενης σαν θυσία της ίδιας μας της υποκειμενικότητας στο όνομα του συλλογικού, της κατανομής των ρόλων και του καταμερισμού της εργασίας. 

Το ζήτημα είχε ήδη εκραγεί στο δραματικό πλαίσιο του ισπανικού εμφυλίου πολέμου: ο Ενρίκε Λίστερ, κομμουνιστής διοικητής του 5ου Συντάγματος, κατηγόρησε τους αναρχικούς για απειθαρχία, λέγοντας ότι εγκατέλειπαν το βράδυ το μέτωπο προκειμένου να πάνε να βρουν συζύγους και ερωμένες. Το διακύβευμα ήταν η σχέση ανάμεσα στον πόλεμο και την επανάσταση, ανάμεσα στον πόλεμο και την απελευθέρωση, δηλαδή κατά πόσο στον πόλεμο πρέπει να θυσιαστεί κάθε άλλο περιεχόμενο ή αν ο πόλεμος, και η επαναστατική δραστηριότητα εν γένει, πρέπει να προεικονίζουν άμεσα τον σκοπό για τον οποίο διεξάγονται. 

Θεωρώ όλα αυτά δεδομένα, αν και θα πρέπει να τα θυμόμαστε διαρκώς, αφού δεν μπορεί να υπάρξει μια πραγματική διαδικασία μετασχηματισμού αν αυτή δεν συμβαίνει υπό καθεστώς πλήρους ελευθερίας, ή αν έστω δεν προεικονίζει τις μορφές οργάνωσης και τις κοινωνικές σχέσεις για τις οποίες αγωνιζόμαστε. Όμως θέλω να αντιμετωπίσω μια άλλη πλευρά του ζητήματος. 

Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970, ο προσδιορισμός «στρατευμένος», υπερέβη τη σημασία της «agit prop», προκειμένου να ικανοποιήσει μιαν άλλη, μπορούμε να πούμε επιχειρησιακή. Έχει καταστεί πλέον κλασικός ο ορισμός της «αντιφασιστικής στράτευσης» σε αντίθεση με τον «δημοκρατικό» αντιφασισμό. Εδώ βλέπουμε να ορίζεται η στράτευση σε σχέση με μια υποκειμενικότητα που σκέφτεται και δρα με όρους «ισχύος». 

Θεωρούμε ότι στην πραγματικότητα το «ζήτημα της ισχύος» είχε τεθεί έμπρακτα από τον κύκλο των εργατικών αγώνων της διετίας 1968-69, φτάνοντας στη συνέχεια στο απόγειό του στον κύκλο αγώνα που κορυφώθηκε με την κατάληψη στο Τορίνο της Φίατ Μιραφιόρι και την εμπειρία της στρατευμένης αυτοοργάνωσης των «κουκουλοφόρων» και των «κόκκινων μαντηλιών». Ξεκινώντας από το 1968, ο εργατικός αγώνας προσέλαβε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά: η εργατική υποκειμενικότητα πήρε χαρακτηριστικά στράτευσης. Ξεκίνησε προπάντων η τροποποίηση του χαρακτήρα της πικετοφορίας, μέχρι τότε έργο λίγο πολύ τυπικό των καταβεβλημένων πυρήνων στις εσωτερικές εργοστασιακές επιτροπές και των εξωτερικών στρατευμένων, που κρατούσε σε ικανή απόσταση η δημόσια δύναμη. Τώρα, αντιθέτως, οι πικετοφορίες άρχισαν να μοιάζουν με έναν σκληρό αγώνα, προκειμένου να εμποδιστεί αποφασιστικά ο απεργοσπαστισμός και να αντιμετωπιστεί η αστυνομία στον φυσικό χώρο μπροστά στα κάγκελα του εργοστασίου. Η δεύτερη μεγάλη καινοτομία ήταν η εσωτερική πορεία, που έφτανε να σπάει τα γραφεία των υπαλλήλων και των διευθυντών. 

Τώρα, όποιος βρέθηκε σε ένα εργοστάσιο εκείνα τα χρόνια, ξέρει καλά ποια ήταν η εσωτερική διάρθρωση της εργατικής τάξης: πέρα από την κανονιστική διάκριση ανάμεσα σε εξειδικευμένο εργάτη και εργάτη-μάζα, υπήρχε η διάκριση ανάμεσα σε εργατική αριστερά και δεξιά, έχοντας στη μέση μια μεγάλη και ταλαντευόμενη γκρίζα ζώνη. Η εργατική αριστερά, ακόμη και όταν ήταν μειοψηφία, «δρούσε σαν πλειοψηφία», χαράσσοντας την πολιτική κατεύθυνση, αλλά και προσφεύγοντας σε πρακτικές εξαναγκασμού. Ο δημοψηφισματικός χαρακτήρας των απεργιών, εξασφαλιζόταν ακριβώς από την ισχύ που εκδηλωνόταν στις πικετοφορίες και στις εσωτερικές πορείες, κάτι που εξηγεί και το γιατί, τουλάχιστον μέχρι το 1974, η πάγια θέση των συνδικάτων ήταν η τελετουργική καταδίκη της βίας αλλά όχι η μετωπική σύγκρουση με την εργατική αριστερά, από τη στιγμή που αυτές οι εξαναγκαστικές μορφές επέβαλαν το συνολικό μπλοκάρισμα της παραγωγικής δραστηριότητας και συνεπώς καθόριζαν την ίδια τη συμβασιακή δύναμη των κεντρικών συνδικάτων. Και είναι ακριβώς μέσω της χρήσης της βίας που η εργατική υποκειμενικότητα δημιουργούσε αντιεξουσία. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε την αντιεξουσία ως το αποκορύφωμα της ταξικής σύγκρουσης. Η αντιεξουσία δεν είναι μονάχα αυτή των σοβιέτ το 1917 στη Ρωσία, αλλά είναι και η μορφή που πρέπει να πάρει η σύγκρουση σε κάθε σημείο και σε κάθε τόπο έκφρασής της, ως ο μοναδικός τρόπος μέσω του οποίου ο διεκδικητικός αγώνας κάνει πολιτική. Την ίδια στιγμή, πρέπει να ειπωθεί ότι η αντιεξουσία δεν μπορεί να αναπαρασταθεί με το ομοίωμα κάποιου δικαστηρίου του παράνομου λαού, αλλά με τις πραγματικές σχέσεις ισχύος που επιβάλλει η οργανωμένη δύναμη της μαζικής δράσης. Το να σκεφτόμαστε σήμερα για τη στράτευση, σημαίνει να σκεφτόμαστε για την υποκειμενικότητα, για το τι σημαίνει να σκεφτόμαστε και να δρούμε βάσει του ζητήματος της ισχύος και της αντιεξουσίας. Δεν πιστεύω ότι εμείς σήμερα έχουμε ένα πρόβλημα «θεωρίας», αλλά ένα πρόβλημα πράξης. Αν πράττεις, μετά έρχεται και η θεωρία, και όχι το αντίστροφο. Σε κάθε περίπτωση, και σε σχέση με τον τίτλο αυτού εδώ του άρθρου, τον λόγο πρέπει να τον έχουν αυτοί που βρίσκονται μέσα στους αγώνες. 

Δημοσιεύθηκε στον ιταλικό ιστότοπο «Machina», στις 23 Νοέμβρη 2020

Paolo Virno - Το δικαίωμα στην αντίσταση


Τα ξημερώματα της 25ης Νοέμβρη 2020, εν μέσω lockdown λόγω της επιδημίας Covid-19, εκκενώθηκε στη Ρώμη, στην ιστορική γειτονιά του κοινωνικού ανταγωνισμού Σαν Λορέντσο, η κατάληψη Nuovo Cinema Palazzo, για μια δεκαετία χώρος κουλτούρας και πολιτικής διερώτησης του ριζοσπαστικού χώρου της ιταλικής πρωτεύουσας. Ανάλογο γεγονός με αυτά που συνέβησαν πρόσφατα και στην Ελλάδα, με τις εκκενώσεις ιστορικών καταλήψεων τόσο στη Θεσσαλονίκη (Terra Ingognita) όσο και στα Χανιά (Rosa Nera). Η επικαιρότητα του κειμένου που ακολουθεί (και του κειμένου
Για τη στράτευση και την υποκειμενικότητα του Chicco Galmozzi) σε σχέση με αυτά τα γεγονότα νομίζουμε ότι είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Ανοίγουμε τη συζήτηση για το ερώτημα «Τι κάνουμε» με αυτά τα δύο άρθρα, ενώ θα ακολουθήσουν κι άλλα, ως ελάχιστη συμβολή στους αγώνες που, αναγκαστικά, έρχονται. 

Όλα συγκλίνουν στο να μην υποκλινόμαστε ενώπιον οποιασδήποτε μορφής φετιχισμού σε σχέση με τη μη-βία και τη βία. Είναι σαφώς ανόητο να ταυτίζουμε τη ριζοσπαστικότητα ενός αγώνα με τον βαθμό παρανομίας του. Όμως δεν είναι λιγότερο ανόητο το να αναγάγουμε την πραότητα σε ανοξείδωτο κριτήριο-οδηγό της δράσης. Άλλωστε, δεν πρέπει κάτι τέτοιο να μας απασχολεί και πολύ: το πέρασμα της σύγκρουσης από μια λανθάνουσα κατάσταση στην ορατότητα, είναι πάντοτε επιφορτισμένο με την ανατροπή των «αιώνιων αρχών» που υιοθετούνται από καιρού εις καιρόν από τους επαγγελματίες πολιτικούς. 

Σε σχέση με το παλαιό, αλλά όχι φθαρμένο, ερώτημα των μορφών του αγώνα, η συζήτηση συνεχώς επιστρέφει, υποκλινόμενη σε σοφίσματα στερούμενα πνεύματος και σε παραθέσεις passepartout. Αν το καλοεξετάσουμε, αυτή προεξοφλεί τα αλυσιδωτά αποτελέσματα που συνεπάγεται μια δραστική αλλαγή του θεωρητικού παραδείγματος. Μια αλλαγή τέτοια, ώστε να διαιρεί αυτά που έμοιαζαν αδιαίρετα και να συγκλίνει εκείνα που τοποθετούνται στους αντίποδες. Εν συντομία: ο αγώνας ενάντια στη μισθωτή εργασία, σε αντίθεση με εκείνον ενάντια στην τυραννία ή ενάντια στη φτώχεια, δεν συνδέεται πλέον με την εμφατική προοπτική της «κατάκτησης της εξουσίας». Ακριβώς λόγω των τώρα πια αναπτυγμένων χαρακτηριστικών της, εμφανίζεται ως ένας μετασχηματισμός παντελώς κοινωνικός, που αν με την «εξουσία» αντιπαρατίθεται εκ του σύνεγγυς, δεν ονειρεύεται μια εναλλακτική οργάνωση του κράτους, αλλά στοχεύει, απεναντίας, να παγώσει και να εξαλείψει κάθε μορφή προσταγής στη δραστηριότητα των γυναικών και των ανδρών, και, συνεπώς, το κράτος tout court. Σαν να λέμε: ενώ η «πολιτική επανάσταση» θεωρούνταν ως η αναπόφευκτη προϋπόθεση για την τροποποίηση των κοινωνικών σχέσεων, σήμερα αυτή η έσχατη λεία, έχει μετατραπεί στο πρώτο βήμα. Ο αγώνας μπορεί να ξεδιπλώσει την καταστροφική του φύση μόνο αν έχει ήδη αναδείξει έναν άλλο τρόπο ζωής, επικοινωνίας, μέχρι και παραγωγής. Μόνο αν, εν κατακλείδι, έχουμε να χάσουμε κάτι πέρα από τις αλυσίδες μας. 

Το ζήτημα της βίας, είτε αντικείμενο ειδωλολατρίας είτε εξορκισμού, συνδέεται, ωστόσο, με το διπλό νήμα της «κατάληψης της εξουσίας». Τι συμβαίνει, όταν εκλαμβάνουμε την υπάρχουσα ως τη μοναδική μορφή κράτους, άξια διάβρωσης και καταστροφής, και όχι σίγουρα αντικατάστασης από ένα Υπερκράτος «όλου του λαού»; Μήπως η μη-βία γίνεται η νέα λατρεία; Όχι ακριβώς. Τώρα πια, να ένα απρόβλεπτο οξύμωρο, η προσφυγή στη βία πρέπει να γίνεται κατανοητή σε σχέση με μια θετική τάξη προς υπεράσπιση και διάσωση. Η έξοδος από τη μισθωτή εργασία δεν είναι μια κοίλη συνάρτηση, ένα αλγεβρικό υπόλοιπο. Διαφεύγοντας, είμαστε υποχρεωμένοι να οικοδομήσουμε διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις και νέες μορφές ζωής: θέλει πολύ γούστο για το παρόν και μεγάλη επινοητικότητα. Ωστόσο, η σύγκρουση θα υιοθετηθεί προκειμένου να διατηρηθεί αυτό το «νέο», που στο μεταξύ έχει θεσμιστεί. Η βία, αν υπάρχει, δεν είναι μια παραπομπή στο «αύριο που θα έρθει», αλλά επεκτείνει κάτι που ήδη υπάρχει, αν και άτυπα. 

Μπροστά στην υποκρισία ή στη διασπαστική ευπιστία που χαρακτηρίζει σήμερα τη συζήτηση για τη νομιμότητα και την παρανομία, είναι καλό να στραφούμε σε μια προνεωτερική κατηγορία: το ius resistentiae. Με αυτή την έκφραση, στο δίκαιο του Μεσαίωνα, δεν εννοούνταν καθόλου η προφανής δυνατότητα να αμυνθούμε όταν μας επιτίθενται. Ούτε όμως μια γενική εξέγερση ενάντια στη θεσμισμένη εξουσία. Είναι ξεκάθαρη η διάκριση σε σχέση με τη seditio [ανταρσία] και τη rebellio [εξέγερση], στις οποίες προσφεύγουμε ενάντια στο σύνολο των ισχυόντων θεσμών προκειμένου να οικοδομήσουμε άλλους. Το «δικαίωμα στην αντίσταση» έχει, αντιθέτως, ένα νόημα αρκετά ιδιόμορφο. Αυτό το δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί στον βαθμό που μια συντεχνία, ολόκληρη η κοινότητα ή ακόμη και ένα άτομο, βλέπουν την κεντρική εξουσία να αλλάζει συγκεκριμένα θετικά τους προνόμια, επικυρωμένα είτε εκ των πραγμάτων είτε λόγω παράδοσης. Το σημείο αιχμής του ius resistentiae, αυτό που συνιστά την έσχατη κραυγή πάνω στο ζήτημα νομιμότητα/παρανομία, είναι η υπεράσπιση ενός πραγματικού, απτού, που έχει ήδη συμβεί, μετασχηματισμού των μορφών της ζωής. Τα βήματα, μεγάλα ή μικρά, επιταχυνόμενα ή επιβραδυμένα, του αγώνα ενάντια στη μισθωτή εργασία, υποδηλώνουν ένα απεριόριστο δικαίωμα στην αντίσταση, ενώ αποκλείουν μια θεωρία του εμφυλίου πολέμου.

Δημοσιεύθηκε στο ιταλικό περιοδικό «Luogo commune», νο 1, Νοέμβρης 1990.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

Ταξιδεύοντας με την αναρχία - Παναγιώτης Καλαμαράς

Μητροπολιτικές συνευρέσεις την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα 




Η τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα βρίθει από γεγονότα, που μετά την υποχώρηση των κινημάτων του κοινωνικού ανταγωνισμού τη δεκαετία του '80 και την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, αρχίζουν, σιγά-σιγά, να φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο τον γέρο τυφλοπόντικα της ανατρεπτικής ιστορίας, διαμορφώνοντας, ειδικά στις δύο τελευταίες της χρονιές, καταστάσεις που στην Ελλάδα θα ανθήσουν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, οδηγώντας τελικά στις «ένδοξες» μέρες του Δεκέμβρη του 2008 και τον αντιμνημονιακό αγώνα της διετίας 2010-2012. Αυτή λοιπόν τη δεκαετία του '90 προσπαθεί να ανασκοπήσει η παρούσα έκδοση, μέσα από διεθνή συνέδρια, μεγάλες διαδηλώσεις, κάμποσες αναμνήσεις και πολλές υπενθυμίσεις. Χωρίς να τρέφει φιλοδοξίες «σοβαρής» ιστορικής έρευνας, περιγράφει θραυσματικά συναντήσεις στο ευρωπαϊκό μητροπολιτικό πεδίο, βοηθώντας (ελπίζουμε) τόσο στην κατανόηση όσο και στη διερεύνηση μιας σχετικά πρόσφατης περιόδου της κινηματικής αμφισβήτησης (τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς). Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεώτεροι, όπως λέγαμε και περιπαικτικά κάποτε!

Τι είναι ο ποπ φασισμός; - Μαρτσέλο Ταρί

Αναδημοσίευση από το blogspot https://dystopiancommune.wordpress.com/ 

Για το βιβλίο Η αντεπανάσταση του Τραμπ



Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε στο lundimatin #195 στις 10 Ιουνίου 2019. Ο Μαρτσέλο Ταρί είναι ανεξάρτητος ερευνητής που ζει μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο του Ένα πιάνο στα οδοφράγματα – Για μια ιστορία της Εργατικής Αυτονομίας από τις εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Το βιβλίο Η αντεπανάσταση του Τραμπ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παρακείμενος.

Γράφω αυτό το κείμενο σε μια χώρα όπου το βιβλίο του Μίκελ Μπολτ Ράσμουσεν Η αντεπανάσταση του Τραμπ μεταφράστηκε και εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Les Éditions Divergences και αποτελεί μια πολύτιμη αποτίμηση των καιρών μας. Αυτές τις ημέρες η Ιταλία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους παρακολουθούν την άκρα δεξιά στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ο Υπουργός Εσωτερικών Ματέο Σαλβίνι, ο οποίος ίσως και να είναι ο επόμενος πρωθυπουργός της Ιταλίας, έχει τουλάχιστον γύρει την πλάστιγγα [προς τα δεξιά], και είναι η τέλεια έκφραση του τραμπιανού μοντέλου που εξετάζει ο Ράσμουσεν στο κείμενό του: ο τρόπος της αυτοπαρουσίασης, οι λέξεις-κλειδιά, η χρήση της αστυνομίας ως κύριου μέσου διακυβέρνησης του πληθυσμού, η περιφρόνηση των θεσπισμένων κανόνων, η χωρίς ενδοιασμούς χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο παρεμβατισμός επί παντός επιστητού, ο ρατσισμός ως μοναδικό σχεδόν μέσο προπαγάνδας, η ρητορική κατά των ελίτ – όλα στοιχεία που ουσιαστικά ενοποιούν την ακροδεξιά πολιτική δράση σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών από μικρές ομάδες ιταλών νεοφασιστών μοιάζουν φολκλορικές σε σύγκριση με τις ενέργειες της κυβέρνησης, η οποία έχει ως στόχο την πραγμάτωση ενός απολύτως καπιταλιστικού και ακραιφνώς δημοκρατικού εγχειρήματος. Το σύνολο της παλιάς ρητορικής των πρώην νεοφασιστών –οι ήρωες, οι αιώνιες αξίες, η εθνική κοινότητα, ο αντιμοντέρνος μυστικισμός, κ.λπ.– θα είναι πλέον σε κάθε πτυχή του απαρχαιωμένο μπροστά σε αυτόν τον υπερφασιστικό καπιταλισμό. Αυτό, εννοείται, ισχύει και για την αντιφασιστική ρητορική. 

Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι τη Γαλλία, από τη Βραζιλία μέχρι την Πολωνία, από την Ιταλία μέχρι την Αγγλία, μια άγρια αντεπαναστατική δύναμη έχει κάνει την εμφάνισή της, εξοπλισμένη με μια ατζέντα, ένα όραμα και μια κοινή γλώσσα – δηλαδή με μια παγκόσμια στρατηγική. Είναι συχνά δύσκολο να αντιληφθούμε τα παραπάνω ως απαραίτητα κομμάτια των αντισυστημικών κινημάτων, και είναι προφανές ότι λείπουν από την παρακμάζουσα αριστερά. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο φασιστικός καπιταλισμός δείχνει να αναπτύσσει ταχύτητα όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας.

Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου του Ράσμουσεν δεν έγκειται στην παράθεση αποδείξεων σχετικά με την άφιξη ενός «ύστερου φασισμού», αλλά, από τη μια στην ανάλυση της κυβερνητικής επιβεβαίωσης της άκρας δεξιάς ως ζωτικού στοιχείου μιας παγκόσμιας αντεπανάστασης, δηλαδή της αντίδρασης στον κύκλο κινημάτων του 2010-2011 –από το κίνημα Occupy, την Αραβική Άνοιξη και τους Indignados μέχρι το Black Lives Matter– και από την άλλη στον μη διαχωρισμό του ζητήματος του φασισμού από εκείνο της δημοκρατίας. 

Το ζήτημα, πιο συγκεκριμένα, στο οποίο πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό προσφέρει απαντήσεις είναι το εξής: τι συνέβη έτσι ώστε τα δυναμικά κινήματα και οι εξεγέρσεις που συγκλόνισαν την υφήλιο στις αρχές της δεκαετίας του 2010 να έχουν φαινομενικά αναχαιτιστεί και στη συνέχεια, με πάσα ειλικρίνεια, κατατροπωθεί από το σκοτεινό κύμα που μας πνίγει όλους;

Το γεγονός ότι ο συγγραφέας, πέρα από μάχιμος κομμουνιστής, είναι και ιστορικός τέχνης δεν είναι άσχετο από την ικανότητά του να ερμηνεύσει τη νέα αισθητικοποίηση της πολιτικής ως βασικό παράγοντα για την υλοποίηση ενός κοινωνικού φασισμού σε όλο τον κόσμο. Ας ανατρέξουμε στο κεφάλαιο «Η πολιτική της εικόνας», όπου καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Η εικόνα δεν είναι πια απλώς ένα μέσο, αλλά […] σήμερα η εικόνα αποτελεί την πρώτη ύλη της πολιτικής». Από την άλλη, είναι ένα τυπικό λάθος της Αριστεράς να βλέπει την προφανή χοντροκοπιά της αισθητικής/μιντιακής επιχείρησης της ποπ ακροδεξιάς (εάν ο Τραμπ χρησιμοποιεί τηλεοπτικά μοντέλα διασκέδασης, ο Σαλβίνι χρησιμοποιεί κουβέντες θαμώνων καφενείου ή φανατικών οπαδών του ποδοσφαίρου) από τη σκοπιά της ηθικής, πιστεύοντας ότι είναι πιο έξυπνη, πιο εκλεπτυσμένη, πιο πολιτισμένη ή στο τέλος-τέλος πιο «αισθητικά θελκτική» από τη συνομοταξία των Τραμπ, Σαλβίνι, Όρμπαν και Μπολσονάρο, αντί να αντιλαμβάνεται τη ριζοσπαστική πολιτικοποίηση του αισθητικού ως ένα απαραίτητο όπλο στη σημερινή διάταξη αυτής της ιστορικής σύγκρουσης.

Ο Καρλ Κορς, σε ένα γράμμα του στον Μπρεχτ, έγραφε ότι στην ουσία το ναζιστικό Blitzkrieg (κεραυνοβόλος πόλεμος) δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την ενέργεια της Αριστεράς που πρώτα συγκεντρώνεται και μετά εξαπολύεται με άλλα μέσα: αυτή η ενέργεια, που τη δεκαετία του 1920 έδειχνε να εξαπλώνεται παντού και να οδηγεί προς μια Ευρώπη των [κομμουνιστικών] Συμβουλίων, μια δεκαετία αργότερα έχει ανακατευθυνθεί και πλέον χρησιμοποιείται από τους εχθρούς της, οι οποίοι στη συνέχεια θα έστρεφαν την παγκόσμια εργατική τάξη σε μια γιγαντιαία και αδελφοκτόνα «υλική σύγκρουση», με αναπόφευκτη κατάληξη την πνευματική και υλική εκμηδένιση της ίδιας της εργατικής τάξης. Πρόκειται για την ήττα από την οποία προέκυψε και η ήττα όλων των επαναστατικών προοπτικών του 20ού αιώνα. Τη στιγμή της ήττας, ο Μπένγιαμιν αναγκάστηκε να παραδεχτεί, προς μεγάλη του απογοήτευση, ότι οι φασίστες έδειχναν να κατανοούν καλύτερα από την επαναστατική αριστερά τους κανόνες που διέπουν το λαϊκό αίσθημα και συναίσθημα, τα θυμικά που ακόμη και στις μέρες μας αντιμετωπίζονται από κάθε αριστερό γκρουπούσκουλο με έναν αέρα ανωτερότητας, εάν όχι με καθαρή περιφρόνηση, με σαφή και πάγια προτίμηση «ορθολογικών», «της κοινής λογικής», «προοδευτικών» ή «πολιτικών» επιχειρημάτων, δηλαδή όλων εκείνων που αποτυγχάνουν να πείσουν πρακτικά οποιονδήποτε ανήκει στην εργατική τάξη και που, αντιθέτως, φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα, γεννώντας ακόμα μεγαλύτερο μίσος και εχθρότητα.

Προϊόν αυτού είναι και ο Τραμπ, ο οποίος αποτελεί «μια μερική αναστήλωση της κριτικής του Occupy στη χρηματοπιστωτική κρίση και στη διάσωση των τραπεζών», ενώ στην Ιταλία το λαϊκό μίσος για τις ελίτ αιχμαλωτίστηκε και ανακατευθύνθηκε στον πόλεμο εναντίον των μεταναστών, των Ρομά και των «παράσιτων» (στα ιταλικά «zecche», έτσι αποκαλούνται οι ακτιβιστές των ιταλικών κοινωνικών κέντρων). Όλες αυτές οι τάσεις έχουν ως υπόβαθρο μια προφανή και ευρέως διαδεδομένη απέχθεια απέναντι στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους οποίους, από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάτι καλύτερο, θα αναλάβει να μετασχηματίσει ο «κυριαρχισμός». Στη Βραζιλία, η διαφθορά της Αριστεράς, η πίστη της στην οικονομία, η προσποίησή της ότι ξέρει να διευθύνει τον καπιταλισμό καλύτερα από τους άλλους, η χρόνια καχυποψία της απέναντι στα αυτόνομα κινήματα και, εννοείται, η αντεπαναστατική της ρητορική έχουν παραδώσει τη χώρα στα χέρια ενός δήμιου της τάξης του Μπολσονάρο. Μπορούμε να αποδείξουμε με στοιχεία ότι αυτό έχει συμβεί και σε πολλές άλλες χώρες. Τα κινήματα, από την πλευρά τους, έχουν χάσει τον καιρό [τη σωστή, κρίσιμη ή ευνοϊκή στιγμή] για τον μετασχηματισμό της εξουσίας τους σε μια πραγματική επαναστατική δύναμη, και μεγάλο μέρος αυτής της δύναμης στρέφεται τώρα εναντίον τους. Από αυτό εξάγουμε ένα είδος πολιτικού κανόνα που μας αφορά προσωπικά: σε περιόδους ριζικών αλλαγών, κάθε λάθος λόγω ερμηνείας, κάθε λάθος λόγω υποτίμησης, κάθε στιγμή που χαρακτηρίζεται από έλλειψη θάρρους, κάθε δισταγμός στην υλοποίηση μιας δυνητικά επαναστατικής στιγμής, συνεισφέρει στην αύξηση της δύναμης του εχθρού, του φασισμού. Η συνέπεια αυτού του κανόνα είναι ότι πρέπει να ξεφορτωθούμε οποιοδήποτε αριστερίστικο θυμικό έχει απομείνει μέσα μας.

Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο που ο Ράσμουσεν αναδεικνύει είναι ότι ο Τραμπ, αντιμέτωπος με τη μητροπολιτική νεολαία του Occupy και τους Αφροαμερικανούς του Black Lives Matter, ήξερε πώς να κινητοποιήσει τους λευκούς εργάτες και υπαλλήλους που ζουν στο περιθώριο των αστικών κέντρων και έχουν πληγεί περισσότερο από την οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008. Από αυτή την άποψη «ο Τραμπ είναι επομένως μια ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στις διαμαρτυρίες, μια εξαιρετικά βίαιη απόκρουση των αιτημάτων για έναν άλλο κόσμο». Παρομοίως, κατ’ αυτό τον τρόπο, η δικαιολογημένη οργή ενάντια στη μητρόπολη καθυποτάχθηκε και χρησιμοποιήθηκε από εκείνους που ανέκαθεν είχαν τον έλεγχο αυτών των μητροπόλεων. Δεν πρέπει να αφήσουμε να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο και γι’ αυτό πρέπει να ξεφορτωθούμε την ψευδαίσθηση, την οποία έχει καλλιεργήσει η Αριστερά, της επανοικειοποίησης της μητρόπολης ή της εναλλακτικής διαχείρισής της: η μητρόπολη είναι μη μεταρρυθμίσιμη, μη κατοικήσιμη, και κατακτημένη από μια διαδικασία γίγνεσθαι-φασισμός ορατή εφεξής σε οποιονδήποτε βλέπει καθαρά την πραγματικότητα σε αυτή τη συγκυρία. Στην ανάλυση των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία και της ρητορικής τους ενάντια στη μητρόπολη, έχει θεμελιώδη σημασία ότι κατόρθωσαν να αποφύγουν μια μανούβρα αντίστοιχη με εκείνη του Τραμπ ή του Σαλβίνι, ακόμα κι αν δεν έχουμε δει ακόμα την κατάληξη της κατάστασης αυτής. Ωστόσο, και στην περίπτωση των Κίτρινων Γιλέκων, ισχύει ο πολιτικός κανόνας που λέει ότι εάν δεν χτυπήσουμε αρκετά δυνατά, στη συνέχεια θα είναι ο φασισμός εκείνος που θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει την ενέργεια που είχε συσσωρεύσει το κίνημα. Εάν ο Ράσμουσεν ερμηνεύει πώς το φαινόμενο Τραμπ κατόρθωσε να παραχθεί προτού η κριτική του δομικού ρατσισμού που πρεσβεύει το Black Lives Matter μπορέσει να συνδυαστεί με μια πρόκληση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τότε, στη Γαλλία, θα πρέπει να στοιχηματίσουμε στον συνδυασμό της κοινωνικής αμφισβήτησης, της εναντίωσης στη μητρόπολη και της οικολογικής κριτικής των Κίτρινων Γιλέκων, προτού η Εξουσία μπορέσει να κόψει τις γραμμές επικοινωνίας ανάμεσα στις διαφορετικές τάσεις που, ουσιαστικά, είναι εξίσου πιθανό τόσο το να εξελιχθούν σε ένα ευρύ επαναστατικό σύμπλεγμα προικισμένο με μια τεράστια δυνατότητα ώστε να επιφέρει πλήγματα, όσο και το να εκτραπούν και να διασπαστούν σε διάφορες αντεπαναστατικές δυνάμεις. 

Δεν μπορούμε, επομένως, να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας οποιαδήποτε αισιοδοξία. Αντιθέτως, όπως σοφά έλεγε και ο Μπένγιαμιν, «η οργάνωση της απαισιοδοξίας» είναι το μοναδικό λογικό πολιτικό σύνθημα. Μια νέα πρωτοπορία που θα συνδυάζει την εκστατική ευφορία της εξέγερσης με την επαναστατική πειθαρχία πρέπει να γεννηθεί και να μας επιτρέψει την έξοδο. Η μοναδική τέχνη που έχει σημασία είναι αυτή της εξόδου, όπως μας είπε πριν από λίγες ημέρες ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Μαρκ Ο, σε τέλειο σουρεαλιστικό στιλ (σχετικά με την αναγκαιότητα μιας νέας πρωτοπορίας ανατρέξτε σε ένα άλλο πρόσφατο κείμενο του Μ. Μπ. Ράσμουσεν, το After the Great Refusal, που εύλογα εκδόθηκε την ίδια περίοδο με το βιβλίο του για τον Τραμπ). Και πιστεύω ότι αυτή τη φορά θα είναι μια πρωτοπορία που θα γυρίσει τις πλάτες της στο μέλλον και θα στρέψει το βλέμμα της προς τα κάτω.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία στο βιβλίο του Ράσμουσεν είναι η συζήτηση για την κατηγορία του φασισμού ως επίκαιρου ζητήματος. Βάζοντας στην άκρη όλες τις ψευδείς ρητορικές που διακηρύσσουν, μεταξύ άλλων, είτε ότι ο «φασισμός επέστρεψε» είτε ότι «δεν υπάρχει ούτε Χίτλερ ούτε Μουσολίνι, δεν υπάρχει κανένας φαιοχίτωνας ή μελανοχίτωνας για να δικαιολογηθεί μια τέτοια ανάλυση», ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τον φασισμό όπως οποιοδήποτε άλλο ιδεολογικό ρεύμα (όπως ακριβώς ο σοσιαλισμός, ο αναρχισμός ή ο φιλελευθερισμός μετασχηματίζονται ιστορικά με το πέρασμα του χρόνου) και, επομένως, παράλληλα με την παρουσίαση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και διαφορετικών εκφάνσεών του, ο φασισμός δεν είναι προβλέψιμος με βάση ένα μοναδικό μοντέλο, δεν ήταν ούτε καν στον Μεσοπόλεμο. Έτσι η σβάστικα και οι δέσμες [το φασιστικό σύμβολο των fasci] έχουν αντικατασταθεί από το τζόκεϊ καπελάκι του Τραμπ και από τα τυπωμένα T-shirt του Σαλβίνι, και έχουμε περάσει από τα ευρέως διαδεδομένα στο παρελθόν πορτραίτα του Ηγέτη στην προβολή του προσώπου και των λόγων του στις οθόνες μας είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα. Η μοναδική ιστορική σταθερά του φασισμού μπορεί να εντοπιστεί στην επίκληση μιας γηγενούς φαντασιακής κοινότητας, η οποία ταυτίζεται με το έθνος και τον Ηγέτη που την εκπροσωπεί ή, στην ουσία, με έναν εξουσιαστικό εθνοτικό εθνικισμό που εκφράζει την επιθυμία, σήμερα όσο και στο παρελθόν, να αντιπαρατεθεί σε κάθε μέσο με το οποίο θα αναδυόταν ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ανατρέψει επιτέλους τον καπιταλισμό.

Πέρα από όλα αυτά και από το βάθος της ανάλυσης της τραμπιανής Αμερικής, ο Ράσμουσεν μας προσφέρει έναν κριτικό αναστοχασμό πάνω στο ζήτημα της δημοκρατίας: «Ο φασισμός δεν είναι το αντίθετο της δημοκρατίας, ο φασισμός αναδύεται στις εθνικές δημοκρατίες που μαστίζονται από την κρίση όταν υπάρχει η ανάγκη να επιβληθεί η τάξη και να αποτραπεί η εμφάνιση εναλλακτικών. Επομένως, ο φασισμός δεν είναι μια ανωμαλία αλλά μια πιθανότητα εντός κάθε εθνικής δημοκρατίας». Γι’ αυτό οποιαδήποτε προσπάθεια να του αντιπαρατεθούμε με ένα δημοκρατικό-αντιφασιστικό μέτωπο, στο οποίο θα συμμετέχουν από φιλελεύθεροι μέχρι αναρχικοί, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Επιπροσθέτως, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν είχε ήδη παρατηρήσει πριν από αρκετά χρόνια ότι οι νόμοι έκτακτης ανάγκης που ανακοινώνει η σύγχρονη δημοκρατία είναι πιο ελευθεροκτόνοι από εκείνους του ιστορικού Φασισμού, και η συνομοταξία του Τραμπ και του Σαλβίνι δεν διστάζει να αυτοπροσδιοριστεί ως η πιο ένθερμη προστάτιδα του δημοκρατικού συστήματος (χάρη στο γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι έχουν εκλεγεί δημοκρατικά, όπως και ο Χίτλερ την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης). Και, εάν ισχύει, όπως είχε γράψει ο Ιταλός φιλόσοφος Μάριο Τρόντι, ότι η δημοκρατία είναι αυτή που κατατρόπωσε και εκμηδένισε την εργατική τάξη, μοιάζει ακατανόητο πώς είναι ακόμα εφικτό να πιστεύουμε ότι η δημοκρατία μπορεί να σώσει τον κόσμο από την καταστροφή που βιώνουμε. Γι’ αυτό τον λόγο ο Ράσμουσεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μοναδική εναλλακτική απέναντι στον φασισμό είναι αυτή που στοχεύει στην αποθεσμοποίηση (destitution) μιας δημοκρατίας που δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον καπιταλισμό. 

«Έξοδος, έξοδος και πάλι έξοδος!», αυτό είναι το μοναδικό μας σύνθημα.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

Ο άρρωστος πλανήτης - Guy Debord


«… Οι επιζήσαντες της καταστροφής στο πλανητικό εργαστήριο της αποξένωσης, οφείλουν να απελευθερωθούν από όλους τους ειδικούς στη χειραγώγηση των συνειδήσεων, με την υιοθέτηση μιας απολύτως αναγκαίας υγιεινής. Στο όνομα της ξαναβρεθείσας ανθρωπότητας, χωρίς ιδιαίτερο μίσος αλλά με σαφώς σταθερή αποφασιστικότητα, πρέπει να μεταχειριστούμε αυτούς τους «μολυσματικούς συντελεστές» λαμβάνοντας τις προφυλάξεις που απαιτεί ο χειρότερος από τους θανατηφόρους ιούς, η πιο ραδιενεργή σκωρία. Μισθοφόροι επιστήμονες και μισθωμένοι παραπληροφορητές, συγκροτούν τις ειδικές δυνάμεις της ιδεολογικής αφομοίωσης, τα διαφημιστικά κομάντο του στρατού του οικονομικίστικου ολοκληρωτισμού». 

 Sergio Ghirardi

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Εκπομπή με Εκδότες: Ελευθεριακή Κουλτούρα - Ραδιοζώνες Ανατρεπτικής Έκφρασης - 93.8fm

Μπορείτε να ακούσετε την εκπομπή κάνοντας κλικ στο παρακάτω link:

https://www.mixcloud.com/Radio98fm/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE-%CE%BC%CE%B5-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1/

ΜΙΚΡΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ - COLLECTIF MALGRE TOUT

Η κολεκτίβα "Παρόλα Αυτά" αποτελείται από μέλη διαφορετικών εθνικοτήτων, πρακτικών και πολιτισμικών οριζόντων, ενωμένων από τη βαθιά επιθυμία να συναρθρώσουν τη σύνθετη σκέψη με τη δράση. Γεννημένη στα μισά της δεκαετίας του '80 από μια ομάδα γκεβαριστών αγωνιστών που αντιτάχθηκαν στην αργεντίνικη δικτατορία, συζητά συνεχώς για την πολυπλοκότητα της εποχής στην οποία ζούμε και για τα εμπόδια που μπαίνουν στη δράση. Σήμερα τα μέλη της γαλλικής "Collectif Malgre Tout" είναι οι Miguel Benasayag, Bastien Cany, Angelique Del Rey, Teodoro Cohen, Maeva Musso, Maud Riviere. Τα μέλη της ιταλικής "Collettivo Malgrado Tutto" είναι οι Roberta Padovano, Mary Nicotra, Daniela Portonero.

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Βιοασφάλεια και πολιτική - Giorgio Agamben

Αυτό που κάνει εντύπωση στις αντιδράσεις απέναντι στους μηχανισμούς εξαίρεσης που ενεργοποιήθηκαν στη χώρα μας (και όχι μόνο σε αυτή) είναι η αδυναμία παρατήρησής τους πέρα από το άμεσο πλαίσιο στο οποίο φαίνεται να λειτουργούν. Αντιθέτως, σπάνιοι είναι εκείνοι που προσπάθησαν, όπως μια σοβαρή ανάλυση θα επέβαλε να κάνουν, να τους ερμηνεύσουν ως συμπτώματα και σημάδια ενός ευρύτερου πειράματος, στο οποίο το διακύβευμα είναι ένα νέο παράδειγμα κυβέρνησης των ανθρώπων και των πραγμάτων. Ήδη σε ένα βιβλίο δημοσιευμένο επτά χρόνια πριν, που αξίζει τώρα τον κόπο να το ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά (Tempetes microbiennes, Gallimard 2013), o Patrick Zylberman περιέγραψε τη διαδικασία μέσω της οποίας η υγειονομική ασφάλεια, μέχρι τότε αφημένη στο περιθώριο των πολιτικών υπολογισμών, έγινε ουσιαστικό μέρος των κρατικών και διεθνών πολιτικών στρατηγικών. Υπό διερώτηση δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη δημιουργία ενός είδους «υγειονομικού τρόμου» ως εργαλείου για την κυβέρνηση αυτού που θα οριζόταν ως το worst case scenario, δηλαδή το σενάριο της χειρότερης περίπτωσης. Είναι σύμφωνα με αυτή τη λογική του χειρότερου που ήδη από το 2005 ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας είχε προειδοποιήσει για «150 εκατομμύρια νεκρούς λόγω της επερχόμενης γρίπης των πτηνών», προτείνοντας μια πολιτική στρατηγική που όμως τότε τα κράτη δεν ήταν ακόμη έτοιμα να υιοθετήσουν. Ο Ζυλμπερμάν έδειξε ότι ο προτεινόμενος μηχανισμός αρθρωνόταν σε τρία σημεία: 1) κατασκευή, στη βάση ενός πιθανού κινδύνου, ενός φανταστικού σεναρίου, στο οποίο τα δεδομένα θα παρουσιάζονται έτσι ώστε να ευνοούνται συμπεριφορές που θα επιτρέπουν να κυβερνηθεί μια ακραία συνθήκη 2) υιοθέτηση της λογικής του χειρότερου ως το επικρατών καθεστώς πολιτικής λογικής 3) πλήρης οργάνωση του σώματος των πολιτών έτσι ώστε να ενισχύεται στον μέγιστο βαθμό η αποδοχή των κυβερνητικών θεσμών, με αποτέλεσμα ένα είδος υπερθετικής πολιτειότητας, στην οποία οι επιβαλλόμενοι κανόνες θα παρουσιάζονται ως απόδειξη αλτρουισμού και ο πολίτης δεν θα έχει πλέον δικαίωμα στην υγεία (health safety), αλλά θα είναι δικαιικά υποχρεωμένος στην υγεία (biosecurity). 

Εκείνο που περιέγραψε ο Ζυλμπερμάν το 2013, επαληθεύεται πλήρως σήμερα. Είναι προφανές ότι πέρα από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνδέεται με κάποιον ιό ο οποίος στο μέλλον θα αφήσει τη θέση του σε κάποιον άλλο, η συζήτηση αφορά τον σχεδιασμό ενός παραδείγματος κυβέρνησης του οποίου η αποτελεσματικότητα ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό όλες τις μορφές κυβέρνησης που έχει γνωρίσει μέχρι τώρα η πολιτική ιστορία της δύσης. Αν ήδη, με την προοδευτική κατάρρευση των ιδεολογιών και των πολιτικών πεποιθήσεων, οι λόγοι ασφάλειας επέτρεψαν την αποδοχή εκ μέρους των πολιτών περιορισμών της ελευθερίας τους που προηγουμένως δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχτούν, η βιοασφάλεια δείχνει ικανή να προκαλέσει την απόλυτη παύση κάθε πολιτικής δραστηριότητας και κάθε κοινωνικής σχέσης ως τη μέγιστη μορφή συμμετοχής των πολιτών. Μπορούμε έτσι να παραβρεθούμε στο παράδοξο φαινόμενο οργανώσεις της αριστεράς, παραδοσιακά συνηθισμένες να διεκδικούν δικαιώματα και να καταγγέλλουν παραβιάσεις του συντάγματος, να αποδέχονται ανεπιφύλακτα περιορισμούς των ελευθεριών αποφασισμένους με πρωθυπουργικά διατάγματα και στερούμενους κάθε νομιμότητας, κάτι που ούτε ο φασισμός δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα μπορούσε επιβάλλει. 

Είναι προφανές –και οι ίδιες οι κυβερνητικές αρχές δεν σταματούν να μας το θυμίζουν– ότι η λεγόμενη «κοινωνική αποστασιοποίηση» θα αποτελεί το μοντέλο της πολιτικής που μας περιμένει και (όπως οι αντιπρόσωποι μιας λεγόμενης task force, της οποίας τα μέλη βρίσκονται σε προφανή σύγκρουση συμφέροντος με τη λειτουργία την οποία πρέπει να επιτελούν, έχουν αναγγείλει) ότι θα επωφεληθούν από αυτή την αποστασιοποίηση έτσι ώστε να αντικαταστήσουν παντού με ψηφιακούς τεχνολογικούς μηχανισμούς τις ανθρώπινες σχέσεις στη φυσικότητά τους, οι οποίες ως τέτοιες θα είναι ύποπτες μόλυνσης (πολιτικής μόλυνσης εννοείται). Οι πανεπιστημιακές διαλέξεις, που όπως έχει ήδη συμβουλέψει το υπουργείο παιδείας, θα γίνονται σταθερά τον επόμενο χρόνο on line και δεν θα αναγνωρίζουμε πλέον ο ένας τον άλλο μέσω του προσώπου (αφού αυτό θα μπορεί να καλύπτεται από μια υγειονομική μάσκα) αλλά μέσω ψηφιακών μηχανισμών που θα αναγνωρίζουν βιολογικά δεδομένα υποχρεωτικά παρμένα, ενώ κάθε «συνάθροιση», που θα γίνεται είτε για πολιτικούς λόγους είτε απλώς ένεκα φιλίας, θα συνεχίσει να απαγορεύεται. 

Είναι υπό συζήτηση μια ολόκληρη αντίληψη του πεπρωμένου της ανθρώπινης κοινωνίας, σε μια προοπτική, που από πολλές πλευρές μοιάζει να έχει πάρει από θρησκείες, τώρα πια στη δύση τους, μια αποκαλυψιακή ιδέα περί του τέλους του κόσμου. Αφού η πολιτική αντικαταστάθηκε από την οικονομία, τώρα και η οικονομία, για να μπορέσει να κυβερνήσει, πρέπει να υιοθετήσει πλήρως το παράδειγμα της βιοασφάλειας, σε σχέση με το οποίο όλα τα άλλα αιτήματα πρέπει να θυσιαστούν. Είναι νόμιμο να διερωτηθούμε αν μια τέτοια κοινωνία μπορεί ακόμη να οριστεί ως ανθρώπινη, ή αν η απώλεια των συναισθηματικών σχέσεων, του προσώπου, της φιλίας, του έρωτα, μπορεί πραγματικά να αντισταθμιστεί από μια αφηρημένη και πιθανώς εντελώς πλασματική υγειονομική ασφάλεια. 

11 Μάη 2020 

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet 

Με αυτή τη μετάφραση κλείνουμε τη μεταφραστική «Αγκαμπενιάδα» που ξεκινήσαμε κάνα δυο μήνες πριν στο blogspot των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Καθώς και άλλοι σοβαροί μεταφραστές προχωρούν στην παρουσίαση των κειμένων του ιταλού φιλοσόφου σε διάφορους ιστότοπους και ελπίζοντας ότι θα συνεχίσουν με τον ίδιο ζήλο και σεβασμό να παρουσιάζουν κείμενα ή συνεντεύξεις του, κλείνουμε προς το παρόν εδώ, θέλοντας όμως να πούμε και το εξής, εν είδει επιλόγου: Χωρίς κριτική δεν υπάρχει εξέλιξη ούτε στη σκέψη ούτε στην πράξη. Όμως άλλο η κριτική και άλλη η εμπάθεια, άλλο να εκφράζεις ρητά τη και δημόσια διαφωνία σου ακόμη και με ανθρώπους που εκτιμάς ή αγαπάς, και άλλο να φτύνεις σήμερα εκεί που έγλειφες χθες (συνήθως συμβαίνει το αντίστροφο αλλά να που με τον κορονοϊό είχαμε και αυτό το φαινόμενο).

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Η ιατρική ως θρησκεία - Giorgio Agamben

Ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας, αυτό στο οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι πιστεύουν, έχει γίνει προφανές εδώ και καιρό. Στη σύγχρονη Δύση συνυπήρξαν και, σε κάποιο βαθμό, συνυπάρχουν ακόμη, τρία μεγάλα συστήματα πίστης: ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός και η επιστήμη. Στην ιστορία της νεωτερικότητας, αυτές οι τρεις «θρησκείες» διασταυρώθηκαν πολλές φορές, ενίοτε ήρθαν σε σύγκρουση, για να συμφιλιωθούν στη συνέχεια ποικιλοτρόπως και να φτάσουν, προοδευτικά, σε ένα είδος ειρηνικής, αρθρωμένης συμβίωσης, για να μην πούμε μιας πραγματικής και ουσιαστικής συνεργασίας στο όνομα του κοινού συμφέροντος. 

Το νέο δεδομένο είναι ότι μεταξύ της επιστήμης και των άλλων δύο θρησκειών, αναβίωσε, χωρίς να το πάρουμε είδηση, μια υπόγεια και αμείλικτη σύγκρουση, της οποίας τη νικηφόρο έκβαση υπέρ της επιστήμης την έχουμε σήμερα μπροστά στα μάτια μας, καθορίζοντας με πρωτόγνωρο τρόπο όλες τις πλευρές της ύπαρξής μας. Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά, όπως συνέβη στο παρελθόν, τη θεωρία και τις γενικές αρχές, αλλά, μπορούμε να πούμε, τη λατρευτική πράξη. Και η επιστήμη, πράγματι, όπως κάθε θρησκεία, έχει διάφορες μορφές και επίπεδα μέσω των οποίων οργανώνει και διατάσσει τη δομή της: στην επεξεργασία ενός εκλεπτυσμένου και αυστηρού δόγματος αντιστοιχεί στην πράξη μια λατρευτική σφαίρα άκρως ευρεία και τριχοειδής, που ταυτίζεται με αυτό που αποκαλούμε τεχνολογία. 

Δεν μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι πρωταγωνιστής αυτού του νέου θρησκευτικού πολέμου είναι εκείνο το μέρος της επιστήμης όπου το δόγμα είναι λιγότερο αυστηρό, με την πραγματιστική πλευρά να είναι πιο ισχυρή: η ιατρική, της οποίας το άμεσο αντικείμενο είναι το ζωντανό σώμα των ανθρώπινων όντων. Θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της νικηφόρας πίστης, με την οποία οφείλουμε να λογαριαστούμε ολοένα και περισσότερο. 

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η ιατρική, όπως και ο καπιταλισμός, δεν έχει ανάγκη ένα ιδιαίτερο δόγμα, αλλά περιορίζεται να δανείζεται από τη βιολογία τις θεμελιώδεις της έννοιες. Αυτή, ωστόσο, σε αντίθεση με τη βιολογία, αρθρώνει αυτές τις έννοιες με μια γνωστικο-μανιχαϊστική έννοια, δηλαδή σύμφωνα με μια ακραία δυαδική αντίθεση. Υπάρχει ένας θεός ή μια αρχή κακόβουλη, που είναι ακριβώς η ασθένεια, της οποίας οι ιδιαίτεροι λειτουργοί είναι τα βακτήρια και οι ιοί, και υπάρχει κι ένας θεός ή μια αρχή ευεργετική, που δεν είναι η υγεία αλλά η επούλωση, της οποίας οι λατρευτικοί λειτουργοί είναι οι γιατροί και η θεραπεία. Όπως σε κάθε γνωστικιστική πίστη, οι δύο αρχές είναι σαφώς διαχωρισμένες, όμως στην πράξη μπορούν να αλληλομολυνθούν και ίσως η ευεργετική αρχή και ο γιατρός που την αντιπροσωπεύει να κάνουν λάθος και να συνεργαστούν χωρίς να το καταλάβουν με τον εχθρό τους, όμως αυτό δεν ακυρώνει με κανέναν τρόπο τη δυαδικότητα και την αναγκαιότητα της λατρείας μέσω της οποίας η ευεργετική αρχή δίνει τη μάχη της. Και είναι σημαντικό το γεγονός ότι οι θεολόγοι που οφείλουν να διατυπώσουν τη στρατηγική είναι οι αντιπρόσωποι μιας επιστήμης, της ιολογίας, που δεν έχει τον δικό της τόπο, αλλά τοποθετείται στο όριο μεταξύ βιολογίας και ιατρικής. 

2) Αν αυτή η λατρευτική πρακτική ήταν μέχρι τώρα, όπως κάθε λειτουργία, ευκαιριακή και περιορισμένη στον χρόνο, το απροσδόκητο φαινόμενο στο οποίο παρευρισκόμαστε είναι ότι έχει γίνει διαρκής και διεισδύει παντού. Δεν πρόκειται πλέον για τη λήψη των φαρμάκων ή των προστατευτικών μέτρων όταν είναι αναγκαία μια ιατρική επίσκεψη ή μια χειρουργική επέμβαση: ολόκληρη η ζωή των ανθρώπινων όντων πρέπει κάθε στιγμή να είναι ο τόπος μιας αδιάκοπης λατρευτικής εξύμνησης. Ο εχθρός, ο ιός είναι πάντοτε παρών και πρέπει να αντιπαλεύεται αδιάκοπα, χωρίς μια πιθανή ανακωχή. Και η χριστιανική θρησκεία έχει παρόμοιες ολοκληρωτικές τάσεις, όμως αυτές αφορούν μονάχα κάποια άτομα –πιο συγκεκριμένα τους μοναχούς– που επιλέγουν να θέσουν ολόκληρη την ύπαρξή τους υπό τη διδαχή «προσευχηθείτε ασταμάτητα». Η ιατρική ως θρησκεία υιοθετεί αυτή την παυλική συνταγή και, ταυτοχρόνως, την ανατρέπει: ενώ οι μοναχοί μαζεύονται στις μονές για να προσευχηθούν από κοινού, τώρα η λατρεία πρέπει μεν να ασκείται σε ένα κοινό μέρος, όμως με τους πιστούς να είναι χωριστά και σε απόσταση. 

3) Η λατρευτική πρακτική δεν είναι πλέον ελεύθερη και εθελοντική, υποκείμενη μόνο σε κυρώσεις πνευματικής τάξης, πρέπει να καταστεί κανονιστικά υποχρεωτική. Η συμπαιγνία μεταξύ θρησκείας και βέβηλης εξουσίας δεν είναι σίγουρα κάτι το νέοˑ όμως εντελώς νέο είναι το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά πλέον, όπως συνέβαινε με τις αιρέσεις, την άσκηση των δογμάτων, αλλά αποκλειστικά την εξύμνηση της λατρείας. Η βέβηλη εξουσία οφείλει να φροντίσει έτσι ώστε η λειτουργία της ιατρικής θρησκείας, που τώρα πια ταυτίζεται με ολόκληρη τη ζωή, να τελείται με ακρίβεια. Ότι εδώ πρόκειται για μια λατρευτική πρακτική και όχι για ένα ορθολογικό επιστημονικό αίτημα γίνεται άμεσα προφανές. Η μεγαλύτερη αιτία θνησιμότητας στη χώρα μας είναι εδώ και πολύ καιρό οι καρδιοαγγειακές παθήσεις και είναι γνωστό ότι αυτές μπορούν να μειωθούν αν έχουμε έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής και μια συγκεκριμένη διατροφή. Όμως ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό οποιουδήποτε γιατρού ότι αυτή η μορφή ζωής και διατροφής, που συμβουλεύει στους ασθενείς του, θα γινόταν αντικείμενο νομικού κανονισμού, που θα όριζε ex legge τι θα πρέπει να τρώμε και πώς θα πρέπει να ζούμε, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξη σε μια υγειονομική υποχρέωση. Ακριβώς αυτό συνέβη και, τουλάχιστον προσωρινά, ο κόσμος το έχει αποδεχτεί λες και ήταν κάτι το προφανές η απάρνηση της ελευθερίας μετακίνησης, της εργασίας, των φιλικών και των ερωτικών σχέσεων, των κοινωνικών δεσμών, των θρησκευτικών και πολιτικών πεποιθήσεων. 

Θα δούμε τώρα πώς οι άλλες δύο θρησκείες της Δύσης, η θρησκεία του Χριστού και η θρησκεία του χρήματος, έδωσαν τα πρωτεία, εμφανώς χωρίς να αγωνιστούν, στην ιατρική και την επιστήμη. Η Εκκλησία απαρνήθηκε απλά και ξεκάθαρα τις αρχές της, ξεχνώντας ότι ο άγιος από τον οποίο έχει πάρει το όνομά του ο σημερινός ποντίφικας, αγκάλιαζε τους λεπρούς και ότι ένα από τα έργα της ελεημοσύνης είναι η επίσκεψη στους ασθενείς, ενώ τα μυστήρια μπορούν να τελούνται μόνο αυτοπροσώπως. Ο καπιταλισμός, από την πλευρά του, με κάποια υπόνοια διαμαρτυρίας, αποδέχθηκε τελικά την απώλεια της παραγωγικότητας, κάτι που ποτέ δεν είχε τολμήσει να δείξει στο παρελθόν, ελπίζοντας πιθανώς να έλθει αργότερα σε συμφωνία με τη νέα θρησκεία, που ως προς το συγκεκριμένο σημείο μοιάζει διατεθειμένη να συμβιβαστεί. 

4) Η ιατρική θρησκεία μάζεψε χωρίς δισταγμό από τον χριστιανισμό την εσχατολογική ιδέα που αυτός άφησε να του πέσει. Ήδη ο καπιταλισμός, εκκοσμικεύοντας το θεολογικό παράδειγμα της σωτηρίας, εξάλειψε την ιδέα περί του τέλους του κόσμου, αντικαθιστώντάς τη με μια κατάσταση διαρκούς κρίσης, στην οποία δεν υπάρχει ούτε λύτρωση ούτε τέλος. Η Κρίσις ήταν αρχικά μια ιατρική έννοια, που απεικόνιζε στο ιπποκράτειο σώμα τη στιγμή κατά την οποία ο γιατρός αποφάσιζε αν ο ασθενής θα επιβίωνε της ασθένειας. Οι θεολόγοι πήραν τον όρο για να δείξουν την τελική Κρίση, αυτό που θα συμβεί την έσχατη ημέρα. Αν δούμε την κατάσταση εξαίρεσης την οποία βιώνουμε, θα λέγαμε ότι η ιατρική θρησκεία παντρεύει τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού με τη χριστιανική ιδέα του τελικού χρόνου, ένα έσχατον στο οποίο η ακραία απόφαση είναι πάντοτε καθ’ οδόν, με το τέλος ταυτοχρόνως να επίκειται και να αναβάλλεται, σε μια διαρκή προσπάθεια ελέγχου του, χωρίς όμως ποτέ το πρόβλημα να επιλύεται άπαξ δια παντός. Είναι η θρησκεία ενός κόσμου που νιώθει ότι έρχεται το τέλος αλλά, ωστόσο, δεν είναι σε θέση, όπως ο ιπποκρατικός γιατρός, να αποφασίσει αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. 

5) Όπως ο καπιταλισμός και σε αντίθεση με τον χριστιανισμό, η ιατρική θρησκεία δεν δίνει προοπτικές σωτηρίας και λύτρωσης. Αντιθέτως, η επούλωση στην οποία στοχεύει, δεν μπορεί να είναι παρά προσωρινή, από τη στιγμή κατά την οποία ο μοχθηρός Θεός, ο ιός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί άπαξ δια παντός, αλλά μεταλλάσσεται και προσλαμβάνει διαρκώς νέες μορφές, πιθανώς πιο επικίνδυνες. Η επιδημία, όπως δείχνει η ετυμολογία της λέξης (δήμος είναι στα ελληνικά ο λαός ως πολιτικό σώμα και πόλεμος επιδήμιος στον Όμηρο είναι το όνομα του εμφύλιου πολέμου) είναι κυρίως μια πολιτική έννοια, που θέλει να αποτελέσει το νέο πεδίο της πολιτικής –ή της μη πολιτικής– παγκοσμίως. Είναι πιθανόν, μάλιστα, ότι η επιδημία την οποία βιώνουμε, να είναι η υλοποίηση του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου, που σύμφωνα με τους πιο προσεκτικούς πολιτειολόγους έχει πάρει τη θέση των παραδοσιακών παγκοσμίων πολέμων. Όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί βρισκόμαστε τώρα πια διαρκώς σε πόλεμο με τον ίδιο μας τον εαυτό, καθώς ο αόρατος και απρόβλεπτος εχθρός με τον οποίο πολεμάμε, βρίσκεται μέσα μας. 

2 Μάη 2020

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Νέες σκέψεις - Giorgio Agamben

Eρώτηση: Βιώνουμε, με αυτόν τον εξαναγκαστικό εγκλεισμό, έναν νέο ολοκληρωτισμό;

Απάντηση: Από ολοένα και περισσότερες πλευρές διατυπώνεται τώρα η υπόθεση ότι στην πραγματικότητα βιώνουμε το τέλος ενός κόσμου, αυτού των αστικών δημοκρατιών, θεμελιωμένων στα δικαιώματα, στα κοινοβούλια και στον διαχωρισμό των εξουσιών, που αφήνουν στη θέση τους έναν νέο δεσποτισμό, ο οποίος, όσον αφορά τη διεισδυτικότητα των ελέγχων και την παύση κάθε πολιτικής δραστηριότητας, θα είναι χειρότερος από τους ολοκληρωτισμούς που έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα. Οι αμερικανοί πολιτειολόγοι τον αποκαλούν Security State, δηλαδή ένα κράτος στο οποίο για «λόγους ασφαλείας» (στη συγκεκριμένη περίπτωση για λόγους «δημόσιας υγείας», όρος που μας κάνει να σκεφτόμαστε τις διαβόητες «επιτροπές κοινής σωτηρίας» κατά τη διάρκεια του Τρόμου) μπορεί να επιβληθεί οποιοσδήποτε περιορισμός στις ατομικές ελευθερίες. Στην Ιταλία, άλλωστε, έχουμε συνηθίσει εδώ και καιρό σε μια νομοθεσία μέσω επειγόντων διαταγμάτων εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, που με αυτόν τον τρόπο αντικαθιστά τη νομοθετική εξουσία και καταργεί εκ των πραγμάτων την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών βάσει της οποίας θεμελιώθηκε η δημοκρατία. Και ο έλεγχος που ασκούνταν με τις βιντεοκάμερες και τώρα, όπως προτείνεται, θα γίνεται μέσω των κινητών τηλεφώνων, υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό κάθε μορφή ελέγχου που ασκούνταν σε καθεστώτα ολοκληρωτικά όπως ο φασισμός ή ο ναζισμός. 

Ερώτηση: Σε σχέση με τα δεδομένα, πέρα από εκείνα που θα συλλέγονται μέσω των κινητών τηλεφώνων, μπορούμε ακόμη να σκεφτούμε για εκείνα που διαδίδονται στις αναρίθμητες συνεντεύξεις τύπου, συχνά ατελή ή κακώς ερμηνευμένα. 

Απάντηση: Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο, γιατί αγγίζει τη ρίζα του φαινομένου. Οποιοσδήποτε έχει κάποια γνώση επιστημολογίας, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί από τα γεγονός ότι τα ΜΜΕ όλους αυτούς τους μήνες διέδωσαν αριθμούς χωρίς κανένα κριτήριο επιστημονικότητας, όχι μόνο χωρίς να τους συσχετίζουν με την ετήσια θνησιμότητα για την ίδια περίοδο, αλλά χωρίς ούτε καν να διακριβώνουν την αιτία του θανάτου. Εγώ δεν είμαι ιολόγος ούτε γιατρός, όμως περιορίζομαι να παραθέσω αυτολεξεί προσβάσιμες επίσημες πηγές. 21 χιλιάδες νεκροί εξαιτίας του Covid-19 μοιάζουν και είναι σαφώς ένας εντυπωσιακός αριθμός. Όμως αν συσχετιστούν με τα ετήσια στατιστικά στοιχεία, τα πράγματα, όπως είναι λογικό, παίρνουν μια διαφορετική όψη. Ο πρόεδρος της Istat, δρ Τζαν Κάρλο Μπλαντζάρντο, ανακοίνωσε καμιά εβδομάδα πριν τους αριθμούς των θανάτων της προηγούμενης χρονιάς: 647.000 νεκροί (συνεπώς 1771 ημερησίως). Αν αναλυθούν οι αιτίες θανάτου ξεχωριστά, βλέπουμε ότι τα τελευταία σχετικά διαθέσιμα στοιχεία του 2017 καταγράφουν 230.000 νεκρούς από ασθένειες του καρδιοκυκλοφορικού, 180.000 νεκρούς από όγκους, τουλάχιστον 53.000 νεκροί από ασθένειες του αναπνευστικού. Όμως ένα στοιχείο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και αφορά τον πλησίον. 

Ερώτηση: Ποιο; 

Απάντηση: Παραθέτω τα λόγια του δρ Μπλαντζάρντο: «Τον Μάρτιο του 2019 οι θάνατοι από ασθένειες του αναπνευστικού ήταν 15.189 και την προηγούμενη χρονιά ήταν 16.220. Παρεμπιπτόντως βλέπουμε ότι ήταν περισσότεροι από το αντίστοιχο αριθμό θανόντων εξαιτίας του Covid (12.352) που δηλώθηκαν τον Μάρτιο του 2020». Όμως αν κάτι τέτοιο είναι αλήθεια και δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλλουμε, χωρίς να θέλω να ελαχιστοποιήσω τη σημασία της επιδημίας, πρέπει ωστόσο να αναρωτηθώ αν αυτή δικαιολογεί μέτρα περιορισμού της ελευθερίας που δεν έχουν παρθεί ποτέ στην ιστορία της χώρας μας, ούτε καν κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων. Γεννιέται η εύλογη αμφιβολία ότι μήπως διαδίδοντας τον πανικό και απομονώνοντας τον κόσμο στα σπίτια του, αυτό που επιθυμείται είναι η μεταβίβαση στον πληθυσμό των τεράστιων ευθυνών των κυβερνήσεων, οι οποίες είχαν προηγουμένως διαλύσει το εθνικό σύστημα υγείας, ενώ στη Λομβαρδία διεπράχθησαν και μια σειρά από όχι λιγότερο σοβαρά λάθη ως προς την αντιμετώπιση της επιδημίας. 

Ερώτηση: Ακόμη και οι επιστήμονες, στην πραγματικότητα, δεν δίνουν μια ωραία εικόνα. Φαίνεται λες και δεν είναι σε θέση να δώσουν τις απαντήσεις που περιμένουμε από αυτούς. Τι πιστεύεις; 

Απάντηση: Είναι πάντοτε επικίνδυνο να αναθέτουμε στους γιατρούς και στους επιστήμονες τη λήψη αποφάσεων που σε τελική ανάλυση είναι ηθικές και πολιτικές. Βλέπεις, οι επιστήμονες, δικαίως ή αδίκως, ακολουθούν καλόπιστα τη λογική τους, που ταυτίζεται με το συμφέρον της επιστήμης και στο όνομα της οποίας –η ιστορία το δείχνει ευρέως– είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν οποιονδήποτε ενδοιασμό ηθικής τάξεως. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι στον ναζισμό πολύ διαπρεπείς επιστήμονες ακολούθησαν την ευγονική πολιτική και δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν τα λάγκερ για να κάνουν θανατηφόρα πειράματα που θεωρούσαν χρήσιμα για την πρόοδο της επιστήμης και τη θεραπεία των γερμανών στρατιωτών. Στην παρούσα περίπτωση το θέαμα είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό, γιατί στην πραγματικότητα, ακόμη κι αν τα ΜΜΕ το κρύβουν, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των επιστημόνων και κάποιοι από τους πιο διαπρεπείς μεταξύ τους, όπως ο Didier Raoult, ίσως ο μέγιστος γάλλος ιολόγος, έχει διαφορετική γνώμη για τη σημασία της επιδημίας και την αποτελεσματικότητα των μέτρων της απομόνωσης, που σε μια συνέντευξη όρισε ως μια μεσαιωνική προκατάληψη. Έχω γράψει αλλού ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας. Η αναλογία με τη θρησκεία πρέπει να παρθεί κυριολεκτικά: οι θεολόγοι δήλωσαν ότι δεν μπορούν να ορίσουν με σαφήνεια τι είναι ο Θεός, όμως στο όνομα του έδωσαν στους ανθρώπους κανόνες συμπεριφοράς και δεν δίστασαν να κάψουν τους αιρετικούς· οι ιολόγοι παραδέχονται ότι δεν ξέρουν ακριβώς τι είναι ένας ιός, όμως στο όνομά του θέλουν να αποφασίσουν πώς πρέπει να ζουν τα ανθρώπινα όντα. 

Ερώτηση: Λέγεται –όπως συχνά συνέβη στο παρελθόν –ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν και ότι η ζωή μας πρέπει να αλλάξει. Τι θα συμβεί κατά τη γνώμη σου; 

Απάντηση: Έχω ήδη προσπαθήσει να περιγράψω τη μορφή του δεσποτισμού που οφείλουμε να περιμένουμε και ενάντια στον οποίο δεν πρέπει να κουραζόμαστε να είμαστε σε επιφυλακή. Όμως αν για μια φορά αφήσουμε το σημερινό πλαίσιο και προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τα πράγματα από τη πλευρά της μοίρας του ανθρώπινου είδους στη γη, μου έρχονται στο μυαλό οι σκέψεις ενός μεγάλου ολλανδού επιστήμονα, του Ludwig Bolk. Σύμφωνα με τον Bolk, το ανθρώπινο είδος χαρακτηρίζεται από μια προοδευτική ανάσχεση των ζωτικών φυσικών διαδικασιών προσαρμογής στο περιβάλλον, οι οποίες αντικαθίστανται από την υπερτροφική αύξηση τεχνολογικών μηχανισμών για την προσαρμογή του περιβάλλοντος στον άνθρωπο. Όταν αυτή η διαδικασία ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο, φτάνει στο σημείο στο οποίο γίνεται αντιπαραγωγική και μεταμορφώνεται σε αυτοκαταστροφή του είδους. Φαινόμενα όπως αυτό που βιώνουμε, μου φαίνεται ότι δείχνουν πως αυτό το σημείο το έχουμε φτάσει και ότι η ιατρική, που έπρεπε να θεραπεύει τα κακά μας, κινδυνεύει να παράγει ένα κακό ακόμη μεγαλύτερο. Είναι και ενάντια σε αυτόν τον κίνδυνο που οφείλουμε να αντισταθούμε με κάθε μέσο. 

Συνέντευξη που έδωσε ο Τζόρτζο Αγκάμπεν σε ιταλική εφημερίδα και αναδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet, 22 Απρίλη 2020.

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Φάση 2 - Giorgio Agamben

Όπως ήταν προβλέψιμο και όπως προσπαθήσαμε να θυμίσουμε σε όποιον προτιμάει να έχει τα μάτια και τα αυτιά κλειστά, η λεγόμενη φάση 2, δηλαδή η επιστροφή στην κανονικότητα, θα είναι ακόμη χειρότερη απ’ όσα έχουμε ζήσει μέχρι τώρα. Δύο μέτρα από αυτά που προετοιμάζονται είναι ιδιαιτέρως απεχθή και παραβιάζουν εμφανώς τις αρχές του συντάγματος: η δυνατότητα περιορισμένης μετακίνησης ανάλογα με την ηλικία, δηλαδή η υποχρέωση για αυτούς που είναι πάνω από εβδομήντα ετών να μένουν κλεισμένοι στο σπίτι και η εξαναγκαστική ορολογική χαρτογράφηση ολόκληρου του πληθυσμού. Όπως έχει με ακρίβεια επισημανθεί σε μια έκκληση που κυκλοφορεί τώρα στην Ιταλία, αυτή η διάκριση είναι αντισυνταγματική καθώς δημιουργεί μία δέσμη πολιτών Β κατηγορίας, αφού όλοι οι πολίτες πρέπει να είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, στους οποίους στερεί εκ των πραγμάτων την ελευθερία με μια επιβολή από τα πάνω καθόλα αδικαιολόγητη, που κινδυνεύει να βλάψει την υγεία των υπό διερώτηση ατόμων και όχι να την προστατέψει. Αυτό μαρτυρά η πρόσφατη είδηση για την αυτοκτονία δύο ανθρώπων πάνω από τα εβδομήντα, που δεν μπορούσαν πλέον να ζήσουν σε συνθήκες απομόνωσης. Άλλο τόσο παράνομη είναι η υποχρέωση της ορολογικής χαρτογράφησης, από τη στιγμή κατά την οποία το άρθρο 32 του συντάγματος θεσπίζει ότι κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε ιατρική επίσκεψη αν όχι μέσω διάταξης του νόμου, ενώ για μια ακόμη φορά, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα, τα μέτρα θα παίρνονται μέσω της έκδοσης κυβερνητικών διαταγμάτων.

Παραμένουν επιπλέον οι περιορισμοί που αφορούν τις αποστάσεις που πρέπει να κρατιούνται και η απαγόρευση των συναθροίσεων, κάτι που σημαίνει τον αποκλεισμό οποιασδήποτε δυνατότητας μιας πραγματικής πολιτικής δραστηριότητας. 

Πρέπει να δείξουμε χωρίς καθυστέρηση τη διαφωνία μας για το μοντέλο της κοινωνίας που θεμελιώνεται στη βάση της κοινωνική αποστασιοποίησης και του απεριόριστου ελέγχου το οποίο θέλουν να επιβάλλουν.


20 Απριλίου 2020

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ - Giorgio Agamben

Λοιμός σε αρχαία πόλη του Michiel Sweerts
«Η πανούκλα σήμανε για την πόλη την αρχή της διαφθοράς… Κανείς δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να συνεχίσει να κάνει αυτό που προηγουμένως έκρινε ως σωστό, γιατί πίστευε ότι μπορεί να πεθάνει πριν το πραγματοποιήσει»

Θουκυδίδης, Πελοποννησιακός πόλεμος ΙΙ, 53 

Θα ήθελα να μοιραστώ με όποιον θα το ήθελε, ένα ερώτημα το οποίο για πάνω από έναν μήνα δεν έχω σταματήσει να το σκέφτομαι. Πώς μπόρεσε και συνέβη μια ολόκληρη χώρα, χωρίς να το καταλάβει, να καταρρεύσει ηθικά και πολιτικά μπροστά σε μια ασθένεια; Τα λόγια που χρησιμοποιώ για να διατυπώσω αυτό το ερώτημα υπήρξαν ένα προς ένα προσεκτικά αξιολογημένα. Η σκέψη γύρω από τον βαθμό παραίτησης από τις ηθικές και πολιτικές μας αρχές είναι, πράγματι, πολύ απλή: πρέπει να διερωτηθούμε ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να τις απαρνηθούμε. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης που θα θεωρήσει ότι αξίζει τον κόπο να σκεφτεί τα σημεία που ακολουθούν, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει ότι –χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί ή να υποκρινόμαστε ότι δεν το έχουμε αντιληφθεί– ήδη έχουμε διαβεί το κατώφλι που χωρίζει την ανθρωπότητα από τη βαρβαρότητα. 

1) Το πρώτο σημείο, ίσως το πιο σοβαρό, αφορά τα σώματα των πεθαμένων ατόμων. Πώς μπορέσαμε να δεχτούμε, μονάχα στο όνομα ενός κινδύνου που δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια, άτομα που υπήρξαν αγαπητά και γενικά ήταν ανθρώπινα όντα, όχι μόνο θα πεθάνουν μόνα τους, αλλά και –κάτι που δεν συνέβη ποτέ πριν στην ιστορία, από την Αντιγόνη μέχρι σήμερα– τα πτώματά τους να καούν χωρίς κηδεία; 

2) Αποδεχτήκαμε επίσης χωρίς να προκαλέσουμε μεγάλα προβλήματα, μονάχα στο όνομα ενός κινδύνου που δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια, να περιοριστεί σε βαθμό που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στην ιστορία της χώρας, ούτε κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων (η απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε επιβληθεί μόνο για λίγες ώρες) η ελευθερία μας κίνησης. Αποδεχτήκαμε στη συνέχεια, μονάχα στο όνομα ενός κινδύνου που δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια, να αναστείλουμε εκ των πραγμάτων τις φιλικές και ερωτικές μας σχέσεις, καθώς ο πλησίον μας μετατράπηκε σε μια πιθανή πηγή μόλυνσης. 

3) Αυτά μπόρεσαν να συμβούν –και εδώ φτάνουμε στη ρίζα του φαινομένου– γιατί διαχωρίσαμε την ενότητα τα ζωτικής μας εμπειρίας, που είναι πάντοτε αδιαχώριστη τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, από τη μια πλευρά σε μια ενότητα καθαρά βιολογική και από την άλλη σε μια ζωή συναισθηματική και πολιτισμική. Ο Ivan Illich έχει δείξει και ο David Cayley μας το θύμισε προσφάτως, τις ευθύνες της σύγχρονης ιατρικής για αυτόν τον διαχωρισμό, που θεωρείται πλέον δεδομένος και που, αντιθέτως, είναι η μεγαλύτερη των αφαιρέσεων. Γνωρίζω καλά ότι αυτή η αφαίρεση πραγματοποιήθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη μέσω των μηχανισμών της τεχνητής αναπνοής, που μπορεί να διατηρήσει ένα σώμα σε μια κατάσταση καθαρά φυτικής ζωής. Όμως αν αυτή η κατάσταση διευρυνθεί πέρα από κάποια χωρικά και χρονικά όρια που της προσιδιάζουν, όπως γίνεται προσπάθεια να συμβεί σήμερα και να καταστεί ένα είδος κανόνα κοινωνικής συμπεριφοράς, πέφτουμε σε αντιφάσεις από τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος. Γνωρίζω ότι κάποιος θα βιαστεί να απαντήσει ότι πρόκειται για μια κατάσταση χρονικά περιορισμένη, που θα περάσει μόλις όλα γίνουν όπως πριν. Είναι στ’ αλήθεια κάτι που θα μπορούσα να το δεχθώ αν δεν ήμουν ανειλικρινής, από τη στιγμή που οι ίδιες οι αρχές οι οποίες κήρυξαν την κατάσταση ανάγκης, δεν παύουν να μας θυμίζουν ότι όταν αυτή η ανάγκη ξεπεραστεί, θα πρέπει να συνεχίσουμε να ακολουθούμε τις ίδιες ντιρεκτίβες και ότι η «κοινωνική αποστασιοποίηση», όπως αποκαλείται με έναν ιδιαίτερο ευφημισμό, θα είναι η νέα αρχή οργάνωσης της κοινωνίας. Και, ότι σε κάθε περίπτωση, αυτό που, καλόπιστα ή κακόπιστα, έχουμε αποδεχτεί να υποστούμε, δεν μπορεί να ακυρωθεί. 

Δεν μπορώ, σε αυτό το σημείο, αφού έχω αποδώσει ευθύνες στον καθένα από εμάς, να μην αναφερθώ σε εκείνους που έχουν το καθήκον να φροντίζουν για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Προπάντων η Εκκλησία, η οποία, γινόμενη θεραπαινίδα της επιστήμης, που τώρα πια έχει γίνει η πραγματική θρησκεία της εποχής μας, αρνήθηκε ριζικά τις πιο ουσιαστικές αρχές της. Η Εκκλησία, υπό έναν Πάπα που λέγεται Φραγκίσκος, ξέχασε ότι ο Φραγκίσκος αγκάλιαζε τους λεπρούς. Ξέχασε ότι οι μάρτυρες μας διδάσκουν πως πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε μάλλον τη ζωή μας παρά την πίστη μας, και ότι το να απαρνηθούμε τον πλησίον σημαίνει να απαρνηθούμε την πίστη. Μια άλλη κατηγορία που έκανε πίσω ως προς τα καθήκοντά της είναι αυτή των νομικών. Έχουμε εδώ και καιρό συνηθίσει την απερίσκεπτη χρήση επειγόντων διαταγμάτων, μέσω των οποίων η εκτελεστική εξουσία αντικαθιστά εκ των πραγμάτων τη νομοθετική εξουσία, εξαλείφοντας εκείνη την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών που ορίζει τη δημοκρατία. Όμως σε αυτή την περίπτωση ξεπεράστηκε κάθε όριο και έχω την εντύπωση ότι τα λόγια του πρωθυπουργού και του επικεφαλής της πολιτικής προστασίας έχουν άμεσα, όπως έλεγε για τα δικά του ο Φύρερ, την ισχύ νόμου. Και δεν βλέπουν ότι, καταργημένου του χρονικού ορίου ισχύος των έκτακτων διαταγμάτων, οι περιορισμοί της ελευθερίας μπορούν, όπως έχει ανακοινωθεί, να διατηρηθούν. Με ποιους νομικούς μηχανισμούς; Με μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης; Είναι καθήκον των νομικών να εξακριβώσουν κατά πόσο τηρούνται οι συνταγματικές διατάξεις, όμως οι νομικοί σιωπούν. Quare silete juristae in munere vestro; 

Ξέρω ότι θα σίγουρα θα υπάρξει κάποιος που θα απαντήσει ότι αυτή η μεγάλη θυσία γίνεται στο όνομα των ηθικών αρχών. Σε αυτόν θα ήθελα να θυμίσω ότι ο Άιχμαν, προφανώς ειλικρινής, δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει ότι έκανε αυτό που έκανε κατά συνείδηση, υπακούοντας σε εκείνες που θεωρούσε διδαχές της καντιανής ηθικής. Ένας κανόνας που ισχυρίζεται ότι πρέπει να απαρνηθούμε το καλό για να το σώσουμε, είναι εξίσου ψευδής και αντιφατικός με εκείνον που, για να προστατεύσει την ελευθερία, επιβάλλει την απάρνησή της. 

13 Απρίλη 2020 

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet.