Παρασκευή 9 Ιουνίου 2023

Περί εξόδου - Paolo Virno


Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους με τους οποίους ο Μαρξ περιέγραψε την κρίση της διαδικασίας της καπιταλιστικής συσσώρευσης (υπερπαραγωγή, τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους κλπ), υπάρχει κι ένας το μάλλον ή ήττον παραγνωρισμένος: η εργατική λιποταξία από το εργοστάσιο.

Όταν μιλάει για πυρετώδη και συστηματική ανυπακοή απέναντι στους νόμους της αγοράς εργασίας, ο Μαρξ  το κάνει αναφερόμενος στην αρχική φάση του βορειοαμερικανικού καπιταλισμού, δηλαδή η ανάλυση εκ μέρους του τού μοντέρνου τρόπου παραγωγής, εμβαπτίζεται στην εποποιία του West. Τα καραβάνια των αποίκων που κατευθύνονται προς τις μεγάλες πεδιάδες και ο έντονος ατομικισμός του frontiersman, εμφανίζονται στα κείμενά του ως ένα σημάδι δυσκολίας για τον Monsieur le Capital. Το «σύνορο» περιλαμβάνεται αναγκαστικά στην κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Δεν πρόκειται μονάχα για σημειώσεις στο περιθώριο σχετικά με τις ανωμαλίες της ανάπτυξης στις εκτός Ευρώπης περιοχές. Υπάρχει μάλλον, από την πλευρά του Μαρξ, η διερεύνηση νέων ερμηνευτικών κατηγοριών, που μένει να επαληθευθούν, αναφορικά με τις τάσεις που βρίσκονται στο υπόβαθρο της κεφαλαιακής σχέσης. Γι’ αυτό, αντί για τα μαρξιανά κείμενα σχετικά με τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο ή την αλληλογραφία του με τους Γερμανούς σοσιαλιστές εμιγκρέδες στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 1848, θα ήταν καλύτερο να στρέψουμε την προσοχή μας σε έναν κατ’ εξοχήν θεωρητικό τόπο: σε ένα κεφάλαιο από το Κεφάλαιο. Για την ακρίβεια, στο τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου τόμου, εκεί όπου ερευνά τις αποικίες, αλλά μετά, σχεδόν αποκλειστικά, ασχολείται με την κοινωνική λειτουργία του βορειοαμερικανικού «συνόρου» [Μαρξ 1867, κεφ. XXV, «Η μοντέρνα θεωρία της αποικιοποίησης»].

Το ερώτημα που θέτει ο Μαρξ είναι απλό: τι συνέβη και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αντιμετώπισε τόσες δυσκολίες για να επιβληθεί ακριβώς σε μια χώρα που γεννήθηκε την ίδια εποχή με τον καπιταλισμό και στην οποία δεν βάρυνε η κολλώδης κληρονομιά των παραδοσιακών τρόπων παραγωγής; Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συνθήκες για την καπιταλιστική ανάπτυξη υπήρχαν σε όλη τους την αγνότητα, ωστόσο κάτι δεν λειτούργησε. Δεν άρκεσε το γεγονός ότι από τη γηραιά ήπειρο έρευσαν εν αφθονία χρήμα, εργατική δύναμη και τεχνολογία, δεν άρκεσε το γεγονός ότι τα «πράγματα» του κεφαλαίου συγκεντρώθηκαν σε μια χώρα που δεν είχε νοσταλγίες. Τα «πράγματα» έμειναν τέτοια, για πολύ καιρό δεν μετουσιώθηκαν σε κοινωνική σχέση. Η αιτία αυτού του παράδοξου impasse έγκειται, σύμφωνα με τον Μαρξ, στην εκφρασμένη συμπεριφορά των μεταναστών να εγκαταλείπουν, μετά από μια σύντομη περίοδο, το εργοστάσιο, κατευθυνόμενοι δυτικά, ξεπερνώντας το σύνορο.

Το σύνορο, δηλαδή η παρουσία ενός απεριόριστου εδάφους προς αποικισμό και εγκατάσταση, έδωσε στους Αμερικανούς εργάτες την ευκαιρία, πραγματικά ασυνήθιστη, να αναστρέψουν τις αφετηριακές τους συνθήκες. Όταν αναφερόμαστε στον περίφημο «πλούτο των ευκαιριών» ως ρίζα και οικόσημο του βορειοαμερικανικού πολιτισμού, συνήθως ξεχνάμε να δούμε την καθοριστική ευκαιρία, χαρακτηριστική της ύπαρξης μιας διαφοράς σε σχέση με την ιστορία της βιομηχανικής Ευρώπης: αυτή, δηλαδή, της μαζικής διαφυγής από την εργασία με αφεντικό.

Ήδη ένας ιδρυτικός πατέρας της πατρίδας, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, με την πρόθεση να δώσει συμβουλές σε όποιον ήθελε να μετακινηθεί στην Αμερική, έγραψε: «Σε μας, η εργασία συνήθως κοστίζει πολύ και οι εργάτες είναι δύσκολο να παραμείνουν τέτοιοι, αφού ο καθένας τους θέλει να είναι αφεντικό, ενώ, από την άλλη μεριά, το χαμηλό κόστος γης οδηγεί την πλειοψηφία να εγκαταλείπει τη βιομηχανία για χάρη της γεωργίας. […] Οι μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις απαιτούν αφθονία ύπαρξης φτωχών, που θα δουλεύουν για έναν χαμηλό μισθό· αυτοί οι φτωχοί μπορεί να βρεθούν στην Ευρώπη, όμως δεν θα βρίσκονται στην Αμερική έως ότου υπάρχει γη για εγκατάσταση και καλλιέργεια».

Και ο Wakefield, ο αξιωματούχος ειδικά επιφορτισμένος με τα προβλήματα των αποικιών, που ο Μαρξ θα αναγορεύσει σε πολεμικό του αντίπαλο, παραδέχεται με ειλικρίνεια στο βιβλίο του England and America: «Όπου η γη είναι καλή, φτηνή και όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι, όπου ο καθένας μπορεί να κατέχει για λογαριασμό του ένα κομμάτι γης, η εργασία είναι πανάκριβη σε ότι αφορά τη συμμετοχή του εργάτη στο προϊόν του· και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι δύσκολο να υπάρξει μια συνδυασμένη εργασία με οποιοδήποτε τίμημα».

Η διαθεσιμότητα των ελεύθερων γαιών βοήθησε στο να παραμείνει η μισθωτή εργασία σε χαλαρό πλαίσιο, μια προσωρινή συνθήκη, ένα περιορισμένο στον χρόνο επεισόδιο: όχι πλέον μια διαρκής ταυτότητα, αμετάκλητη, ισόβια μοίρα. Η διαφορά είναι μεγάλη και παραπέμπει στο σήμερα. Η δυναμική του συνόρου, δηλαδή το αμερικανικό αίνιγμα, συνιστά μια ισχυρή προεικόνιση των σύγχρονων συλλογικών συμπεριφορών. Με κλειστή κάθε στρόφιγγα χωρικής εκτόνωσης, στις κοινωνίες του ώριμου καπιταλισμού επιστρέφει, ωστόσο, η λατρεία της κινητικότητας, η φιλοδοξία αποφυγής μιας οριστικής συνθήκης, η κλίση για λιποταξία από το καθεστώς του εργοστασίου.

Σε αντίθεση με ότι συνέβη στην Ευρώπη στην αυγή της αμερικανικής εκβιομηχάνισης, στην Αμερική δεν υπήρξαν αγρότες, που ριγμένοι στην αθλιότητα, έγιναν εργάτες, αλλά ώριμοι εργάτες που μεταμορφώθηκαν σε ελεύθερους καλλιεργητές. Το πρόβλημα της ανεξάρτητης εργασίας εμφανίζει εδώ ένα ασυνήθιστο χαρακτηριστικό, που κι αυτό έχει πολλές ομοιότητες με ότι συμβαίνει σήμερα. Η αυτόνομη δραστηριότητα, πράγματι, δεν είναι ένα υπόλειμμα άκρως περιορισμένο και ασφυκτικό, αλλά ριζώνει πέρα από τη μισθωτή υποταγή (ή, τουλάχιστον, στο πλάι της). Αντιπροσωπεύει το μέλλον, αυτό που έπεται και αντιτίθεται στο εργοστάσιο. Επιπλέον, αν και σημαδεμένη από ιδιωτικότητα και αδυναμία, η σχέση με τη φύση αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας ευφυούς εμπειρίας ακριβώς γιατί έρχεται μετά την εμπειρία της βιομηχανίας.

Το παράδειγμα της λιποταξίας, εμφανισθέν αρχικά μπροστά στο «σύνορο», ανοίγει απροσδόκητες θεωρητικές προοπτικές. Ούτε η έννοια της «κοινωνίας των πολιτών» έτσι όπως την επεξεργάστηκε ο Χέγκελ, ούτε η λειτουργία της αγοράς έτσι όπως την περιέγραψε ο Ρικάρντο, μας βοηθούν να καταλάβουμε τη στρατηγική της διαφυγής. Δηλαδή μια πολιτιστική εμπειρία περιστρεφόμενη γύρω από τη συνεχή δραπέτευση από καθιερωμένους ρόλους, μια κλίση για αποχώρηση ενώ το παιχνίδι είναι σε πλήρη εξέλιξη. Το «σύνορο» γίνεται ένα κριτικό όπλο τόσο απέναντι στον Χέγκελ όσο και απέναντι στον Ρικάρντο, αφού  τοποθετεί εντοπίζει την κρίση της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε ένα πλαίσιο αφθονίας, ενώ το χεγκελιανό «σύστημα των αναγκών» και η πτώση του ρικαρντιανού ποσοστού κέρδους, μπορούν να εξηγηθούν μόνο σε σχέση με την κυρίαρχη σπάνη.

Ένα συγκεκριμένο επίπεδο αφθονίας γελοιοποιεί την υποτιθέμενη φυσικότητα του νόμου της προσφοράς και ζήτησης, ανάγοντας την αγορά εργασίας σε μια επιστημονική ουτοπία. Ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ των τάξεων ορίζεται τώρα και από την αποφυγή, εν συντομία από την ύπαρξη οδών διαφυγής. Γράφει ο Μαρξ: «Εκεί ο πληθυσμός σε απόλυτους αριθμούς αυξάνει πολύ πιο γρήγορα από ότι στη μητέρα πατρίδα, αφού πολλοί εργάτες εμφανίζονται στη σκηνή ήδη ώριμοι· ωστόσο η αγορά εργασίας είναι πάντοτε κάτω από τις ανάγκες της. Ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης εργασίας πάει στα κομμάτια. Από τη μια πλευρά ο παλιός κόσμος ρίχνει συνεχώς στις αποικίες κεφάλαιο που θέλει την εκμετάλλευση, έχει ανάγκη την παραίτηση· από την άλλη, η τακτική αναπαραγωγή του μισθωτού εργάτη ως μισθωτού εργάτη, συναντά μεγάλα και εν μέρει ανυπέρβλητα εμπόδια. Είναι χειρότερη από ποτέ η υπεράριθμη παραγωγή μισθωτών εργατών σε σχέση με τη συσσώρευση του κεφαλαίου! Αυτός ο διαρκής μετασχηματισμός των μισθωτών σε ανεξάρτητους παραγωγούς έχει αρκετές βλαπτικές συνέπειες […]. Όχι μόνο ο βαθμός εκμετάλλευσης του μισθωτού εργάτη κρατιέται χαμηλά κατά τρόπο απρεπή· αλλά ο εργάτης χάνει σαφώς, μαζί με τη σχέση εξάρτησης, και την αίσθηση της εξάρτησης από τον καπιταλιστή προς όφελος της αποχής».

Με αυτόν τον τρόπο δοκιμάζονται πρόωρα τα αποτελέσματα της ανυπαρξίας ή, ακόμη χειρότερα, της αναποτελεσματικότητας του εφεδρικού στρατού εργασίας ως εργαλείο της συμπίεσης του εργατικού μισθού. Η ίδια κατάσταση θα επαναληφθεί σε μεγάλη κλίμακα με το Welfare state. Πλέον το εισόδημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την παραχώρηση της μισθωτής εργασίας· απεναντίας, αυτή η παραχώρηση γίνεται ή δεν γίνεται σε στενή αναφορά με ένα διαφορετικά αποκτηθέν εισόδημα (ανεξάρτητα αν πραγματοποιείται μέσω της κρατικής βοήθειας ή αυτόνομων δραστηριοτήτων). Ο Μαρξ προσφεύγει στο «σύνορο» για να κατανοήσει τους υψηλούς μισθούς, σκάνδαλο και σταυρός του αμερικανικού καπιταλισμού στις απαρχές του. Όμως έχουμε ήδη πει ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα απλώς ιστοριογραφικό ζήτημα. Ο νομαδισμός, η ατομική ελευθερία, η λιποταξία, το αίσθημα της αφθονίας, τροφοδοτούν τη σημερινή κοινωνική σύγκρουση.

Η κουλτούρα της αποσκίρτησης είναι ξένη στη δημοκρατική και σοσιαλιστική παράδοση. Αυτή η τελευταία εσωτερίκευσε και ξαναπρότεινε  την ευρωπαϊκή ιδέα της «μεθορίου» ενάντια στην αμερικανική ιδέα του «συνόρου». Η μεθόριος είναι μια γραμμή στην οποία σταματάς, το σύνορο παραπέμπει σε μια απροσδιόριστη περιοχή στην οποία μπορείς να περάσεις. Η μεθόριος είναι σταθερή και δεδομένη, το σύνορο κινητό και αβέβαιο. Η μία είναι εμπόδιο, το άλλο ευκαιρία. Η δημοκρατική και σοσιαλιστική πολιτική βασίζεται σε σταθερές ταυτότητες και ασφαλείς οριοθετήσεις. Ο σκοπός της είναι ο περιορισμός της «αυτονομίας του κοινωνικού», καθιστώντας εξαντλητικό και διάφανο τον μηχανισμό της αντιπροσώπευσης που συνδέει την εργασία με το κράτος. Το άτομο, αντιπροσωπευόμενο στην εργασία, η εργασία αντιπροσωπευόμενη στο κράτος: μια αλληλουχία χωρίς ρωγμές, έτσι όπως είναι βασισμένη στον καθιστικό χαρακτήρα της ζωής των ατόμων.

Συνεπώς γίνεται κατανοητό γιατί η δημοκρατική πολιτική σκέψη ναυαγεί εν τοις πράγμασι μπροστά στα νεανικά κινήματα και στις νέες τάσεις της εξαρτημένης εργασίας. Για να το πούμε με τα λόγια ενός ωραίου βιβλίου του Albert O. Hirschman (Exit, Voice and Loyalty, 1970), η αριστερά δεν είδε ότι η εκδοχή exit (η εγκατάλειψη, εφόσον είναι δυνατό, μιας μειονεκτικής συνθήκης) επικράτησε της εκδοχής voice (η ενεργή διαμαρτυρία απέναντι σε εκείνη τη συνθήκη). Και μάλιστα δυσφήμησε  ηθικά τις συμπεριφορές της «εξόδου». Η ανυπακοή και η φυγή δεν είναι, όμως, μια αρνητική χειρονομία, στην οποία απουσιάζουν η δράση και η ευθύνη. Αντιθέτως. Η λιποταξία σημαίνει τροποποίηση των συνθηκών εντός των οποίων εκτυλίσσεται η σύγκρουση, αντί απλώς να τις υφίστασαι. Και η θετική κατασκευή ενός ευνοϊκού σεναρίου απαιτεί περισσότερη επινοητικότητα και όχι τη σύγκρουση σε προκαθορισμένες συνθήκες. Ενυπάρχει ένα καταφατικό «πράττειν» στην αποσκίρτηση, εντυπώνοντάς της ένα αισθητηριακό και λειτουργικό γούστο για το παρόν. Η σύγκρουση γίνεται με βάση τη διαφυγή από αυτό που είναι συγκροτημένο, για την υπεράσπιση νέων κοινωνικών σχέσεων και μορφών ζωής, των οποίων υπάρχει ήδη μια εμπειρία. Στην παλιά ιδέα της διαφυγής τώρα για να χτυπήσεις μετά καλύτερα, έρχεται να ενωθεί η ασφάλεια του γεγονότος ότι ο αγώνας θα είναι τόσο περισσότερο αποτελεσματικός όσο πιο πολύ υπάρχει κάτι άλλο να χάσουμε εκτός από τις αλυσίδες μας.

 

Το ανωτέρω κείμενο του Πάολο Βίρνο δημοσιεύθηκε 

στο ιταλικό περιοδικό της αυτονομίας «Metropoli» στις 6 Σεπτέμβρη 1981.

 

Είναι δυνατό να κατανοηθεί η έξοδος, δηλαδή η αποσκίρτηση, ως ένα πλήρες ηθικο-πολιτικό μοντέλο αντί ως μια ενοχλητική, περιορισμένη περίπτωση; Είναι δυνατόν, επιπλέον, να τη θεωρήσουμε ως το πλέον επίκαιρο μοντέλο, τώρα πια κατανοητό σε σχέση με «συνολικά» φαινόμενα και συμπεριφορές; Πριν διακινδυνεύσουμε να δώσουμε μια καταφατική απάντηση, απαιτείται να ρίξουμε την προσοχή μας σε μια μικρή παράδοση που έχει φτιαχτεί υπέρ της. Είναι όμως λίγα κείμενα που έχουν χαράξει ένα τέτοιο μονοπάτι. Το βιβλίο του Michael Waltzer  Έξοδος και Επανάσταση δείχνει πώς ολόκληρη η δυτική πολιτική μπορεί να αναχθεί στο βιβλικό κείμενο της Εξόδου, αποκαλύπτοντας έναν καμβά υποκείμενο σε άπειρες παραλλαγές. Από τον Σαβοναρόλα στους μπολσεβίκους, ο ριζικός μετασχηματισμός του υπάρχοντος προβάλλεται σαν μια εγκατάλειψη της Αιγύπτου, ένα ταξίδι στην έρημο, η ελπίδα για μια γη της επαγγελίας. Όμως ο Waltzer –να ποιο είναι το ζήτημα– επισημαίνει ότι η Έξοδος έχει και μια μη μεσσιανική ανάγνωση: η άφιξη στη Χαναάν, «γη του γάλακτος και του μελιού», δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά επικυρώνει εκείνους τους μετασχηματισμούς που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ένα άλλο κείμενο, πολύ γνωστό, είναι η Αφοσίωση, αποσκίρτηση, διαμαρτυρία του Albert O. Hirschmann, όπου επισημαίνεται ο τρόπος με τον οποίο η εκδοχή-έξοδος (η εγκατάλειψη, εφόσον είναι δυνατό, μιας μειονεκτικής συνθήκης) μπορεί να αποτελέσει έναν πιο ριζοσπαστικό και πιο απαιτητικό δρόμο σε σχέση με την εκδοχή-διαμαρτυρία.  Από την Έξοδο, ο Hirschmann αξιοποιεί μονάχα την αρχική στιγμή: την απομάκρυνση από την Αίγυπτο, ακόμη και χωρίς να υπάρχει μια γη της επαγγελίας, ένας καλός τρόπος για να μειωθούν οι απαιτήσεις των καταπιεστών. Μια Τρίτη υπόθεση: ο Μαρξ, στο τέλος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, στέκεται στα δεινά που επιφέρει η καπιταλιστική συσσώρευση, οδηγώντας σε μια εργατική φυγή από το εργοστάσιο. Μειώνεται ο «εφεδρικός βιομηχανικός στρατός» (εν συντομία η πίεση των ανέργων), αυξάνουν οι μισθοί, αμβλύνεται η υποταγή. Ο Μαρξ ασχολείται με την έξοδο προς τη Δύση, προς το «σύνορο», όπου κατευθύνονται οι εργάτες μετανάστες στις ΗΠΑ από την Ευρώπη. Αυτοί αρπάζουν την ευκαιρία, πραγματικά ασυνήθιστη, να αντιστραφεί η αφετηριακή τους συνθήκη.

Πέρα από τις βιβλιογραφικές υποθέσεις, η έννοια της εξόδου μας επιτρέπει να κατανοήσουμε κάτι από τη δική μας κοινωνία; Καθώς το βλέμμα οξύνεται, αυτό που προκύπτει σήμερα είναι το γεγονός ότι η χωρική μετατόπιση αντικαθίσταται από μια κοινωνική και πολιτισμική αντιστροφή. Η έξοδος, μεταφορικά αλλά όχι λιγότερο ενδεικτικά, συμβαίνει στις νοοτροπίες και το ήθος: απελευθερώνει από ρόλους, ιεραρχίες, τρόπους ζωής. Κανείς δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τις συμπεριφορές της νέας εργατικής δύναμης στα μισά της δεκαετίας του ’70 –αυτό που συνέβη ήταν ότι ενώ το αφεντικό καθιστούσε αβέβαιη την εργασία, ήταν πολλοί εκείνοι που αντί να τρομάξουν, ξέφευγαν από την εργασία όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτή η συμπεριφορική παρέκκλιση από τα γνωστά και προβλεπόμενα ξαφνιάζει. Τι συνέβη; Αυτό που εγκαταλείπεται είναι μια Αίγυπτος. Δηλαδή: ο χρόνος στο εργοστάσιο γίνεται αντιληπτός ως ένα υπερβολικό ανθρώπινο κόστος, ανάγεται σε μια προσωρινή δυστυχία. Η εργασία με αφεντικό, αντί για πηγή αξιοπρέπειας, μοιάζει κοινωνικά παρασιτική.  

Είναι δραστική η αντιστροφή των προσδοκιών: απάρνηση της πρεμούρας να μπει κανείς στο εργοστάσιο και να μείνει για πάντα εκεί, αναζήτηση κάθε δρόμου για την αποφυγή του ή για να την απομάκρυνση από αυτό. Η κινητικότητα, από επιβεβλημένη συνθήκη, γίνεται θετικός κανόνας και βασική επιδίωξη· η σταθερή θέση, από πρωταρχικός στόχος, μετουσιώνεται σε εξαίρεση ή παρένθεση.

Είναι εξαιτίας τέτοιων ροπών, περισσότερο και από τη βία, που οι νέοι του ’77 έμειναν απλώς αταξινόμητοι στην παράδοση του εργατικού κινήματος. Αποκρύπτοντας το σύνθημα για μια συνειδητή μετανάστευση από την εργασία στο εργοστάσιο, θα βλέπουμε πάντοτε εκείνο το κίνημα σαν μια συμμορία παραπλανημένων. Αμάρτημα όχι συγχωρητέο. Κάθε «φυγή», άλλωστε, παραπέμπει μοιραία σε ένα φαινόμενο περιθωριοποίησης, σε μια συμπεριφορά περιθωριακή και άνευ σημασίας. Καμία αμφιβολία: υπάρχει πάντοτε ένας Αιγύπτιος ιστορικός έτοιμος να γράψει ένα δηλητηριώδες χρονικό της εβραϊκής εξόδου. Και οι φυγάδες, στα μάτια της χώρας από την οποία φεύγουν, μοιάζουν σαν τον αφρό της γης.

Προηγουμένως είδαμε την έξοδο ως ένα ενδεχομενικό, ισχυρό ηθικό-πολιτικό μοντέλο. Αν αυτό είναι το διακύβευμα, θα πρέπει να πάμε μέχρι το τέλος, δείχνοντας κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υπό συζήτηση παραδείγματος. Άλλωστε, η ανάδειξη της εξόδου προσομοιώνει ήδη μια μικρή έξοδο από την πολιτική θεωρία, συνηθισμένη να προσβλέπει σε βελτιώσεις μένοντας πάντοτε στην Αίγυπτο.

1. Η έξοδος είναι μια εμπειρία σύγκρουσης –και θετικού εκπολιτισμού– περιστρεφόμενη γύρω από τη συνεχή διαφυγή από καθιερωμένους ρόλους. Στον συσχετισμό δύναμης μεταξύ των μοντέρνων τάξεων, η αποφυγή δεν μετράει λιγότερο από την άμεση σύγκρουση. Ενίοτε, μετράει περισσότερο. Ωστόσο, η αντιπαράθεση στο ανοιχτό πεδίο ενισχύεται, δεν αδυνατίζει, από μια συνακόλουθη αποσκίρτηση.

2. Έξοδος σημαίνει αλλαγή του πλαισίου στο οποίο έχει εμφανιστεί ένα πρόβλημα, αντί να το αντιμετωπίσεις σε προκαθορισμένες συνθήκες. Αντί να θεωρήσει κανείς αυτές τις συνθήκες ως μία σταθερά, προβαίνοντας σε κινήσεις στο εσωτερικό τους λες κι αυτές είναι η μοναδική επιτρεπόμενη παραλλαγή, κάνει το αντίθετο. Το πλαίσιο γίνεται η πρωταρχική παραλλαγή. Εγκαταλείποντας προκαθορισμένους ρόλους και κανόνες, αυτοί γίνονται ασταθείς προϋποθέσεις που μέχρι τώρα θεωρούνταν αναμφισβήτητες.

3. Η έξοδος συνίσταται, προπάντων, σε μια σημασιολογική αλλαγή. Αν τη σκεφτούμε αποδεχόμενοι το αξίωμα, συνηθισμένο αλλά σκανδαλώδες, ότι η μισθωτή εργασία είναι μια θετική αξία, ακολουθούν συγκεκριμένα προγράμματα και συγκεκριμένοι αγώνες. Αν διαφύγουμε από αυτή την επικρατούσα σημασία, αρχίζοντας να βλέπουμε την εργασία ως «ένα είδος horror που αφορά τους πάντες», τότε η αναπαράσταση της ισχύουσας πραγματικότητας αλλάζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Αλλάζοντας συζήτηση, αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες προορισμένες να εκπλήξουν τους Αιγυπτίους της εποχής.

4. Το πολιτικό μοντέλο της εξόδου βασίζεται στην αφθονία δυνατοτήτων, σήμερα περιφραγμένων αλλά ζωντανών. Είναι μια διαδικασία μετασχηματισμού που βασίζεται σε έναν λανθάνοντα πλούτο, σε μια αφθονία, σε μια υπερβολή. Υπερβολή κοινωνικότητας, γνώσεων, συνείδησης. Είναι το αντίθετο του «τόσο χειρότερα, τόσο καλύτερα», το αντίθετο οποιασδήποτε πτωχευμένης διαμαρτυρίας. Η έξοδος ασκεί κριτική τόσο στον Χέγκελ όσο και στον Ρικάρντο, αφού τοποθετεί την κρίση της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε ένα πλαίσιο αφθονίας, ενώ το χεγκελιανό «σύστημα των αναγκών» και η ρικαρντιανή πτώση του ποσοστού κέρδους εξηγούνται μόνο σε σχέση με την κυριαρχούσα σπάνη.

5. Η έξοδος θέλει να αναπτύξει κατά τρόπο θετικό άλλες κοινωνικές σχέσεις σε σχέση με τις υπάρχουσες. Αυτό που, στις πολιτικές επαναστάσεις, είναι το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή το διακύβευμα, στην έξοδο είναι η πρωταρχική συνθήκη. Οι δραπέτες υπερασπίζονται κυρίως αυτό που, στον δρόμο, έχουν οικοδομήσει. Στην παλιά ιδέα της αρχικής φυγής για να χτυπήσεις μετά καλύτερα, έρχεται τώρα να ενωθεί η ασφάλεια του γεγονότος ότι ο αγώνας θα είναι τόσο περισσότερο αποτελεσματικός όσο πιο πολύ έχει κανείς να χάσει κάτι άλλο πέρα από τις αλυσίδες του.

6. Στις σύγχρονες μητροπόλεις, η έξοδος αντανακλά ένα συγκεκριμένο αίσθημα ξεριζώματος και μια επίπονη πρόθεση για ένα ανήκειν. Το προφανές παράδοξο οδηγεί σε ένα κρίσιμο σημείο. Αν το καλοκοιτάξουμε, οι «ρίζες» δεν ξεριζώνονται παίρνοντας την άδεια από τους δικούς μας καθημερινούς Αιγυπτίους (ιεραρχίες, πειθαρχήσεις, κανόνες): πριν καν ξεκινήσουμε το ταξίδι, ποτέ δεν είχαμε νιώσει πως «είμαστε στο σπίτι μας». Είναι γι’ αυτό, μάλιστα, που διαφεύγουμε χωρίς να το μετανιώνουμε.

Το ξερίζωμα, σήμερα, συνιστά μια καθημερινή συνθήκη, με την οποία όλοι πειραματίζονται εξαιτίας της συνεχούς αλλαγής των τρόπων παραγωγής, των τεχνικών επικοινωνίας, των τρόπων ζωής. Λείπουν, τώρα πια, «ρίζες» που σε κρατάνε σε έναν τόπο, σε μια παράδοση, σε έναν ρόλο, σε ένα πολιτικό κόμμα. Ωστόσο, αυτός ο αποπροσανατολισμός, μακράν από το να αποκόπτει την αίσθηση του ανήκειν, την ενισχύει: η αδυναμία να οχυρωθείς εντός ενός πλαισίου που διαρκεί, ευνοεί υπέρμετρα την υιοθέτηση του πιο ασταθούς «εδώ και τώρα». Αυτό που έρχεται στο φως είναι το ανήκειν ως τέτοιο, όχι πλέον προσδιορισμένο από ένα «σε τι πράγμα». Τώρα, αυτό το ανήκειν χωρίς αντικείμενο μπορεί να μετουσιωθεί –τα χρόνια του ’80 το έδειξαν ad nauseam– στη μονομερή και ταυτόχρονη υιοθέτηση όλων των εν ισχύ τάξεων. Μπορεί, δηλαδή, να εγκολπωθεί μια τρομερά κριτική και μετασχηματιστική δυναμική, προκαλώντας μια μαζική αποσκίρτηση από τους κυρίαρχους κανόνες, από εκείνους τους κανόνες που επαναπροτείνουν χωρίς σταματημό κρυφές και τρομακτικές ρίζες.

 

2 Νοέμβρη 1989

Σάββατο 6 Μαΐου 2023

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Toni Negri – Marco Assennato




1. Στο διάγγελμα του στο γαλλικό έθνος στις 17 Απρίλη, ο πρόεδρος Μακρόν υπολόγισε ότι χρειάζεται ένα τρίμηνο για να βγει από το impasse [αδιέξοδο] στο οποίο βρέθηκε η κυβέρνησή του μετά την εξαναγκαστική ψήφιση της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης. Τρία «εργοτάξια» αναγγέλθηκαν μέχρι το τέλος της πενταετίας του: εργασία, ασφάλεια, δημόσιες υπηρεσίες. Μετά τις συντάξεις στρέφεται στην εργασία, δηλαδή στο σχολείο –που θα υποκλιθεί οριστικά στις απαιτήσεις της αγοράς (εντυπωσιακή είναι, από αυτή την άποψη, η επιστροφή στο προσκήνιο της επαγγελματικής εκπαίδευσης για δουλειές χαμηλής εξειδίκευσης)–  και στην υγεία, της οποίας η «μεταρρύθμιση» θα είναι η προσθήκη κάποιων θέσεων στις Πρώτες Βοήθειες. Τα πάντα κινούνται, προφανώς, εντός ενός πλαισίου τώρα πια άκρως αυταρχικού: «Ανανέωση της ρεπουμπλικανικής τάξης» λέει ο Μακρόν, γιατί «δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς νόμο!». Ο Πρόεδρος, προκειμένου να πετύχει κάτι τέτοιο, ασχολείται επισταμένως με την πρόσληψη «πάνω από 10.000 δικαστικών και αστυνομικών, όπως και τη δημιουργία νέων ταξιαρχιών της χωροφυλακής στην ύπαιθρο μας», ενώ, προφανώς, κινείται για «την ενίσχυση του ελέγχου της παράνομης μετανάστευσης». Οι λόγοι της γενικευμένης πολιτικής σύγκρουσης σε σχέση με την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης μοιάζουν, συνεπώς, να επιβεβαιώνονται πλήρως: η επιμονή στο θέμα των συντάξεων παραπέμπει, προφανώς, σε έναν ευρύτερο ορίζοντα. Χρησιμεύει, δηλαδή, σαν εκσκαφέας στην επίθεση του συστήματος στο επίπεδο των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, προκαλώντας ανοιχτά τα συνδικάτα και τη συγκρουσιακή τους ισχύ. Όχι τυχαία το διάγγελμα του προέδρου ακολούθησε αμέσως η έκρηξη των casserolades, αλλά και των άγριων διαδηλώσεων και συγκρούσεων με τις δυνάμεις της τάξεως σε μεγάλο μέρος των μητροπολιτικών περιοχών: από το Παρίσι στη Νάντη, στη Λυών, στο Μπορντώ, στην Ανζέρ, στην Γκρενόμπλ, στη Καέν, στο Σαιντ Ετιέν, στο Στρασβούργο, μέσα στη γαλλική νύχτα άναψαν χιλιάδες φωτιές που σηματοδότησαν την εξάντληση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής πρότασης. Άνοιξε έτσι ένα πολιτικό βάραθρο, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο να μην υπάρχει πλέον καθόλου χώρος σε όποιον, μετά τον Μακρόν, θα θελήσει να περιορίσει το πεδίο κίνησης της άκρας δεξιάς στις επόμενες εκλογές, μέσω της πρόταξης του νιοστού κεντρώου σχεδίου. Είναι πια στην ημερησία διάταξη η σκέψη πως παγιώνεται ένα αντιδραστικό-αυταρχικό, αν όχι σαφώς νεοφασιστικό,  προφίλ σε μια από τις ηγέτιδες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Όμως, τώρα πια, μας φαίνεται πως μπορούμε να πούμε ότι το σούρουπο της προεδρίας Μακρόν αλλά και της νεοφιλελεύθερης πρότασης, δεν είναι μονάχα πολιτικό αλλά έχει και μια θεσμική διάσταση. Αυτό που διακυβεύεται άμεσα είναι η δημοκρατική δομή της χώρας. Ο εξορθολογισμένος κοινοβουλευτισμός του Συντάγματος του 1958, όπως είναι γνωστό, προβλέπει ένα σύνολο μηχανισμών επείγουσας ανάγκης προκειμένου να αμβλύνεται η δύναμη των νομοθετικών σωμάτων σε σχέση με τις αναγκαιότητες της διακυβέρνησης. Αυτοί οι μηχανισμοί ενεργοποιήθηκαν σε διάφορες περιπτώσεις και με έναν ολοένα και πλέον κοινότοπο τρόπο στις τελευταίες νομοθετήσεις. Ωστόσο, η προεδρία Μακρόν, καταφεύγοντας επανειλημμένως στα άρθρα 47.1 (που περιορίζει τον χρόνο της κοινοβουλευτικής συζήτησης), 44.1 (που επιτρέπει στη Γερουσία να μπλοκάρει την ψήφιση ενός νόμου) και 49.3 (που επιτρέπει τη θέσπιση ενός νόμου χωρίς την ψήφο της Εθνοσυνέλευσης), έφτασε σε μια οριακή κατάσταση. Σύμφωνα με τον Πιέρ Ροζανβαλόν πρόκειται για «την πιο σοβαρή δημοκρατική κρίση που γνώρισε ποτέ η Γαλλία μετά το τέλος της αλγερινής σύγκρουσης». Από τη μια πλευρά η αλαζονεία της προεδρικής εξουσίας, όπως και η απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου να επικυρώσει την υιοθέτηση της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, παρά την ύπαρξη πολυάριθμων τεχνικών επιχειρημάτων υπέρ της υιοθέτησης άλλων θέσεων, συνιστούν ένα άκρως επικίνδυνο προηγούμενο για τις μελλοντικές κυβερνητικές συνενώσεις. Από την άλλη, μπορούμε να αναγνώσουμε όλα αυτά ως χαρακτηριστικά μιας τεχνοκρατικής εξουσίας που σαφώς επιβάλλεται, αλλά δεν καταφέρνει πλέον να εγκιβωτίζει τις κοινωνικές διεργασίες. Με άλλα λόγια, νομίζουμε ότι είναι το θεσμικό σύστημα της 5ης Δημοκρατίας στο σύνολό του –και, δηλαδή η δυνατότητα καθετοποίησης μιας απόφασης προκειμένου να εξισορροπείται η δομική αστάθεια της πολιτικής δυναμικής–  που περνάει κρίση. Εξ ου η ρήξη, ο διαχωρισμός, μεταξύ ενός πολιτικού ολοένα και πιο αυτοαναφορικού και μορφών μαζικής εξέγερσης ολοένα πιο διάχυτων και τριχοειδών.

3. Έχει σαφώς δίκιο ο Ετιέν Μπαλιμπάρ όταν παρατηρεί ότι θα ήταν μυωπικό το να λέγαμε ότι τώρα πια η πολιτική εξουσία κρατιέται στη θέση της μόνο χάρη «στο νήμα που τη συνδέει με την αστυνομία», αλλά και όταν μας καλεί να μην υποτιμούμε τη δύναμη μιας άκρας δεξιάς ολοένα και πιο αποδεκτής στα κυβερνητικά κυκλώματα. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι, στο γαλλικό πλαίσιο, η ακραία χρήση της αστυνομίας είναι σήμερα το κάλυμμα μιας τεχνοκρατικής κατάστασης εξαίρεσης-καθετοποίησης. Μόνο η αστυνομία επιτρέπει, πράγματι, τη δυνατότητα πραγματοποίησης ενός πολιτικού εξαναγκασμού, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε όλο και πιο διάχυτα να γίνεται συζήτηση περί της ύπαρξης αστυνομικής δημοκρατίας: «μια υβριδική μορφή», δήλωσε ο Σεμπαστιέν Ρος στη Λιμπερασιόν, «στην οποία η εξουσία κυβερνά μέσω της αστυνομίας, ρίχνοντας δακρυγόνα στα μεσαία στρώματα». Θέλουμε με αυτό να επισημάνουμε το γεγονός ότι η χρήση βίας και οι επιθέσεις της αστυνομίας στη Γαλλία έχουν προσλάβει ανώμαλα χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Όμως, εκ νέου, η αλαζονεία της βίας μοιάζει να αντιστοιχεί σε ένα διάχυτο αίσθημα φόβου στο εσωτερικό της διακυβέρνησης, όπως δείχνει η καταστολή του οικολογικού κινήματος στο Σαιν Σολί και η διάλυση της συλλογικότητας Les Soulevements de la Terre: σχεδόν μια προληπτική επίθεση προκειμένου να εμποδιστεί η γενίκευση των οργανωμένων απαντήσεων στην αστυνομική βία. Δεν μπορούμε να πούμε αν βρισκόμαστε μπροστά σε στασιαστικές μορφές, σε μια εξέγερση, η οποία θα απαντήσει στη βία είτε με βία είτε με αγώνες που θα έχουν μια ειρηνική μορφή. Σαφώς, όμως, μπορούμε να πούμε ότι παρά τον διάχυτο καταστροφισμό που διαπερνούσε τις συζητήσεις στα χρόνια της πανδημίας, η Γαλλία δείχνει τώρα μια τρομερή δημοκρατική αφύπνιση. Πρόκειται για μια κυοφορούμενη κοινωνική δημοκρατία, που πρέπει να βρει τις δικές της αυτόνομες μορφές οργάνωσης. Το ζήτημα, συνεπώς, είναι το εξής: αυτός ο κύκλος αγώνων θα μπορέσει να προτείνει μια δημοκρατική εναλλακτική στην Κυρίαρχη Ευρώπη (αριστοτεχνικά περιγραφείσα προσφάτως από την Άντζελα Μάουρο); Με άλλα λόγια: μπορούν οι γαλλικοί αγώνες να διαρρήξουν τη σπείρα που ενώνει την κρίση του νεοφιλελευθερισμού με την παγίωση της άκρας δεξιάς;

4. Είναι αλήθεια ότι δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες για τον συσχετισμό δύναμης στο πεδίο της μάχης (όντας πιασμένοι, άλλωστε, στη μέγγενη των τεχνοκρατικών διαδικασιών και της αστυνομικής καταστολής). Εξάλλου είναι πολύ πιθανό εξωγενείς παράγοντες –η κρίση του μακρονισμού επιβαρύνει κατά πολύ και τη διεθνή θέση της Γαλλίας σε σχέση με την ευρωπαϊκή κατάρρευση και τον πόλεμο– να συμβάλλουν έτι περαιτέρω στη διολίσθηση προς τα δεξιά του πολιτικού σκηνικού. Ωστόσο πιστεύουμε ότι αυτός ο νέος κύκλος αγώνων μεταμορφώνει το ρεπουμπλικανικό τρίπτυχο liberté, égalité, fraternité. Αυτές οι παλιές αρχές μοιάζουν να μετασχηματίζονται σε νέες πληθυντικές δυνάμεις: Ελευθερία σημαίνει άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων· Ισότητα, όχι πλέον μόνο οικονομική ή ποσοτική, σημαίνει σήμερα ισότητα στο κοινό, στην αναπαραγωγή, στην οργάνωση της ζωής· Αδελφότητα είναι ο συνεκτικός χώρος μιας οντολογίας που ενώνει τα συντακτικά στοιχεία των αγώνων. Από τη μια πλευρά, λοιπόν, υπάρχει η αντιδραστική υπόθεση. Από την άλλη μια διαδρομή που λέει, ότι το ζήτημα δεν είναι πλέον αν θα πάρουμε την εξουσία, αλλά το να βρισκόμαστε εντός της, να μετράμε και να πρωταγωνιστούμε στην πολιτική συγκρότηση προκειμένου να διαρρήξουμε τον διαχωρισμό της προσταγής και να ανοίξουμε τον ορίζοντα για την ύπαρξη ενός κοινού σχεδίου σε σχέση με τα μεγάλα ζητήματα της εργασίας, της οικολογίας, της ζωής. Από αυτή την άποψη, η συνέχεια με την εμπειρία των Κίτρινων Γιλέκων είναι προφανής. Και, ωστόσο, νομίζουμε πως μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο σημερινός πειραματισμός δεν είναι η ουρά εκείνου του κύκλου, αν και διεκδικεί την κληρονομιά του, ανανεώνοντάς τη με νέες μορφές της ταξικής πάλης. Μέχρι εδώ η γενικευμένη γαλλική πολιτική σύγκρουση έχει βρει έναν οργανωτικό άξονα στη συνδικαλιστική δράση και την απαραίτητη ενέργεια στη μαζική υποστήριξη των πολιτών. Καθώς γεννιούνται μορφές σύγκρουσης ολοένα πιο διάχυτες και αποκεντρωμένες, τα συνδικάτα καλούν σε μια μεγάλη αγωνιστική Πρωτομαγιά. Ωστόσο, το εκτελεστικό μοιάζει να έχει κλείσει κάθε χώρο διαπραγμάτευσης. Πρέπει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε: τι θα συμβεί μετά; Θα είναι σε θέση οι συνδικαλιστικές δομές, τα αιτήματα του κινήματος, οι διάφορες μορφές κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, να συγκροτήσουν ένα ενιαίο όργανο αντιεξουσίας, αποτελεσματικό και συντακτικό, ικανό να διαρρήξει την εξαιρετικότητα της εξουσίας;

 

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο Euronomade, στις 20 Απρίλη 2023

Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

Giorgio Agamben - Κείμενα



Η τεχνική και η κυβέρνηση

 

Κάποια από τα πιο οξυδερκή μυαλά του 20ου αιώνα, βρέθηκαν να συμφωνούν ότι η πολιτική πρόκληση της εποχής μας ταυτίζεται με την ικανότητα κυβέρνησης της τεχνολογικής ανάπτυξης. «Το κρίσιμο ζήτημα σήμερα», γράφτηκε, «είναι με ποιον τρόπο ένα πολιτικό σύστημα, όποιο κι αν είναι αυτό, θα μπορέσει να προσαρμοστεί στην εποχή της τεχνικής. Δεν ξέρω την απάντηση σε αυτό το πρόβλημα. Δεν είμαι πεισμένος ότι είναι η δημοκρατία». Άλλοι παρομοίασαν τον έλεγχο της τεχνολογίας με τον άθλο ενός νέου Ηρακλή: «Αυτοί που θα καταφέρουν να υποτάξουν μια τεχνική η οποία έχει ξεφύγει παντός ελέγχου και να την εντάξουν σε μια συγκεκριμένη τάξη, θα απαντήσουν στα προβλήματα του παρόντος σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από όσο εκείνοι που με τα μέσα της τεχνικής προσπαθούν να πάνε στο φεγγάρι ή στον Άρη».

Είναι γεγονός ότι οι δυνάμεις που μοιάζουν να κατευθύνουν και να χρησιμοποιούν για τους δικούς τους  σκοπούς την τεχνολογική ανάπτυξη κινούνται, στην πραγματικότητα, λίγο-πολύ, ασυνείδητα. Τόσο τα πλέον ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως ο φασισμός και ο μπολσεβικισμός, όσο και τα λεγόμενα δημοκρατικά, μοιράζονται σε τέτοιο βαθμό αυτή την ανικανότητα κυβέρνησης της τεχνικής, ώστε καταλήγουν να μεταμορφώνονται, σχεδόν ακουσίως, βάσει των απαιτήσεων αυτών των ίδιων τεχνολογιών που πιστεύουν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Ένας επιστήμονας που έδωσε μια νέα κατεύθυνση στη θεωρία της εξέλιξης, ο Λόντεβικ Μπολκ, είδε στην υπερτροφία της τεχνολογικής ανάπτυξης έναν θανάσιμο κίνδυνο για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Η αυξανόμενη ανάπτυξη των τεχνολογιών, τόσο των επιστημονικών όσο και των κοινωνικών, προκαλεί, πράγματι, μια ουσιαστική ανάσχεση της ζωτικότητας, έτσι ώστε «όσο περισσότερο βαδίζει η ανθρωπότητα στο μονοπάτι της τεχνικής, τόσο πιο πολύ πλησιάζει σε εκείνο το μοιραίο σημείο όπου η πρόοδος σημαίνει καταστροφή. Και σίγουρα δεν είναι στη φύση του ανθρώπου να σταματήσει μπροστά σε κάτι τέτοιο». Ένα διδακτικό παράδειγμα μας δίνει η τεχνολογία των εξοπλισμών, που έχει φτιάξει μηχανισμούς των οποίων η χρήση συνεπάγεται την καταστροφή της ζωής πάνω στη γη –συνεπώς και εκείνων που τους διαθέτουν, και οι οποίοι, όπως βλέπουμε σήμερα, συνεχίζουν, παρόλα αυτά, να απειλούν ότι θα τους χρησιμοποιήσουν.

Είναι δυνατόν, λοιπόν, η ανικανότητα κυβέρνησης της τεχνικής να είναι εγγεγραμμένη στην ίδια την έννοια της «κυβέρνησης», δηλαδή στην ιδέα ότι η πολιτική είναι από την ίδια της τη φύση κυβερνητική, δηλαδή είναι μια τέχνη του «κυβερνάν» (κυβερνήτης είναι στα ελληνικά ο τιμονιέρης ενός πλοίου) τα ανθρώπινα όντα και τα αγαθά τους. Η τεχνική δεν μπορεί να κυβερνηθεί γιατί αυτή η ίδια είναι η μορφή της κυβερνητικότητας. Αυτή που παραδοσιακά ερμηνεύτηκε –από τον σχολαστικισμό μέχρι τον Σπένγκλερ–  ως η ουσιαστικά εργαλειακή φύση της τεχνικής, προδίδει την ενδόμυχη σχέση της εργαλειακότητας με την αντίληψη μας για την πολιτική. Κρίσιμη είναι εδώ η ιδέα ότι το τεχνολογικό εργαλείο είναι κάτι που, δουλεύοντας βάσει του σκοπού για τον οποίο έχει φτιαχτεί, μπορεί να χρησιμεύσει στους σκοπούς ενός εξωτερικού συντελεστή. Όπως δείχνει το παράδειγμα του τσεκουριού, που κόβει επειδή είναι ακονισμένο αλλά χρησιμοποιείται από τον ξυλουργό για να φτιάξει ένα τραπέζι, έτσι και το τεχνικό εργαλείο μπορεί να χρησιμεύσει για έναν διαφορετικό σκοπό μόνο στον βαθμό που πραγματώνει εκείνον για τον οποίο έχει φτιαχτεί. Αυτό σημαίνει, σε τελική ανάλυση –όπως είναι προφανές στους πιο εξελιγμένους τεχνολογικούς μηχανισμούς– ότι η τεχνική πραγματώνει τον σκοπό της όταν χρησιμοποιείται, προφανώς, για την επίτευξη ενός άλλου σκοπού. Με την ίδια έννοια η πολιτική, εννοούμενη ως οικονομία και κυβέρνηση, είναι εκείνο το εγχείρημα που πραγματώνει έναν σκοπό ο οποίος φαίνεται να την ξεπερνά, αλλά στην πραγματικότητα είναι εγγενής σε αυτή. Δηλαδή πολιτική και τεχνική ταυτίζονται χωρίς περισσεύματα και ο πολιτικός έλεγχος της τεχνικής δεν θα είναι δυνατός μέχρις ότου εγκαταλείψουμε την εργαλειακή μας αντίληψη, δηλαδή την κυβερνητική, της πολιτικής.

 

2 Γενάρη 2023

 

Ο τόπος της πολιτικής

 

Οι πολιτικές που ωθούν προς μια παγκόσμια πολιτική ενότητα μοιάζουν σε τέτοιο βαθμό να κυριαρχούν έναντι  εκείνων που στοχεύουν σε μια πιο περιορισμένη πολιτική ενότητα, όπως η ευρωπαϊκή, που μπορούμε να πούμε ότι η ενότητα της Ευρώπης μπορεί να είναι μονάχα «ένα παράπλευρο αποτέλεσμα, για να μην πούμε περίσσευμα της παγκόσμιας ενότητας του πλανήτη». Στην πραγματικότητα, οι δυνάμεις που ωθούν στην πραγματοποίηση της ενότητας, αποκαλύπτονται εξίσου ανεπαρκείς τόσο για τον πλανήτη όσο και για την Ευρώπη. Αν η ευρωπαϊκή ενότητα, για να δώσει ζωή σε μια πραγματικά συντακτική συνέλευση, προϋποθέτει κάτι όπως ένας «ευρωπαϊκό πατριωτισμός», που δεν εκδηλώνεται από καμία πλευρά (και η πρώτη συνέπεια αυτής της απουσίας ήταν η αποτυχία των δημοψηφισμάτων για την έγκριση του λεγόμενου ευρωπαϊκού συντάγματος, το οποίο, από νομικής πλευράς, δεν είναι ένα σύνταγμα αλλά απλώς μια συμφωνία μεταξύ κρατών), η πολιτική ενότητα του πλανήτη προϋποθέτει έναν «πατριωτισμό του είδους ή του ανθρώπινου γένους», κάτι που είναι ακόμη πιο δύσκολο να βρεθεί. Όπως θυμίζει επ’ ευκαιρία ο Γκίλσον, μια κοινωνία των πολιτικών κοινωνιών δεν μπορεί να είναι η ίδια πολιτική, αλλά έχει ανάγκη μια μεταπολιτική αρχή, η οποία, τουλάχιστον στο παρελθόν, ήταν η θρησκεία.

Είναι δυνατόν λοιπόν, πως αυτό που προσπάθησαν να υλοποιήσουν οι κυβερνήσεις μέσω της πανδημίας, να είναι ακριβώς ένας τέτοιος «πατριωτισμός του είδους». Όμως μπόρεσαν να το κάνουν μόνο παροδικά με τη μορφή ενός κοινού φόβου μπροστά σε έναν αόρατο εχθρό, με αποτέλεσμα όχι την παραγωγή μιας πατρίδας και κοινών δεσμών, αλλά μιας μάζας θεμελιωμένης σε έναν άνευ προηγουμένου διαχωρισμό, αποδεικνύοντας ότι η απόσταση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση –όπως ήθελε ένα μισητό σύνθημα επαναλαμβανόμενο εμμονικά– να συγκροτήσει έναν «κοινωνικό» δεσμό. Προφανώς πιο αποτελεσματική ήταν η καταφυγή σε μια αρχή που είναι σε θέση να αντικαταστήσει τη θρησκεία και η οποία αμέσως ταυτίστηκε με την επιστήμη (στην προκειμένη περίπτωση με την ιατρική). Όμως κι εδώ η ιατρική σαν θρησκεία έδειξε την ακαταλληλότητά της, όχι μόνο γιατί αντί της σωτηρίας μιας ολόκληρης ύπαρξης μπορούσε να υποσχεθεί μόνο την υγεία της από τις ασθένειες, αλλά και επειδή, και κυρίως, πως για να υπάρξει σαν θρησκεία, η ιατρική έπρεπε να δημιουργήσει μια κατάσταση ασταμάτητης απειλής και ανασφάλειας, στην οποία ιός και πανδημία αλληλοδιαδέχονταν χωρίς ανακωχή και κανένα εμβόλιο δεν μπορούσε να εγγυηθεί εκείνη την ηρεμία που οι παπάδες ήταν ικανοί να εξασφαλίζουν στους πιστούς.

Το σχέδιο δημιουργίας ενός πατριωτισμού του είδους απέτυχε σε τέτοιο βαθμό, ώστε απαιτήθηκε εκ νέου, και με θράσος, να ανατρέξουμε στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου πολιτικού εχθρού, ταυτισμένο όχι τυχαία με εκείνους  που είχαν ήδη παίξει αυτόν τον ρόλο: τη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν.

Η πολιτική κουλτούρα της Δύσης δεν έκανε, με αυτή την έννοια, ούτε ένα βήμα σε μια κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία ανέκαθεν κινούνταν και μόνο αν αμφισβητηθούν όλες οι αρχές και οι αξίες πάνω στην οποία έχει θεμελιωθεί, θα είναι δυνατό να σκεφτούμε με έναν διαφορετικό τρόπο τον τόπο της πολιτικής, πέρα τόσο από τα κράτη-έθνη όσο και από το παγκόσμιο οικονομικό κράτος.

 

9 Γενάρη 2023

 

Η αλήθεια και η ντροπή

 

Μετά από όλα αυτά που συνέβησαν τα τελευταία δύο χρόνια, είναι δύσκολο να μη νιώθουμε κατά κάποιον τρόπο μειωμένοι, να μη δοκιμάζουμε –θέλοντας και μη– ένα είδος ντροπής. Δεν πρόκειται για την ντροπή που ο Μαρξ όριζε ως «ένα είδος οργής στραμμένης στον ίδιο μας τον εαυτό» και στην οποία διέβλεπε μια πιθανότητα επανάστασης. Πρόκειται, μάλλον, για εκείνη «την ντροπή να είμαστε άνθρωποι» για την οποία μιλούσε ο Πρίμο Λέβι αναφορικά με τα στρατόπεδα, την ντροπή όποιου έχει δει να συμβαίνει αυτό που δεν θα έπρεπε να συμβεί. Είναι μια ντροπή αυτού του είδους –ελέχθη δικαίως– που, κρατώντας την οφειλόμενη απόσταση, νιώθουμε μπροστά σε μια τόσο μεγάλη χυδαιότητα, μπροστά σε συγκεκριμένες τηλεοπτικές εκπομπές, μπροστά στα πρόσωπα των συντελεστών τους και στο σίγουρο χαμόγελο των ειδικών, των δημοσιογράφων και των πολιτικών ανδρών που συνειδητά είπαν και διέδωσαν το ψέμα, το λάθος και τη διαστρέβλωση –και συνεχίζουν ατιμώρητα να το κάνουν.

Οποιοσδήποτε έχει νιώσει αυτή την ντροπή ξέρει ότι δεν έγινε εξαιτίας αυτού καλύτερος. Ξέρει, μάλλον, όπως συνήθιζε να επαναλαμβάνει ο Σάμπα, «ότι είναι πολύ πιο μικρός απ’ όσο ήταν πριν», πιο μόνος, αν και έψαξε φίλους και συντρόφους, πιο βουβός, αν και προσπάθησε να καταθέσει, πιο αδύναμος, αν και κάποιος άκουσε τα λόγια του. Ένα πράγμα, ωστόσο, δεν χάθηκε, απεναντίας έχει κατά κάποιο τρόπο απροσδόκητα διαφυλαχτεί: μια κάποια εγγύτητα σε κάτι για το οποίο δεν ξέρουμε να βρούμε άλλο όνομα εκτός από «αλήθεια», την ικανότητα να διακρίνουμε τον ήχο αυτής της λέξης η οποία, αν την ακούσεις, δεν μπορείς να μην την πιστέψεις ως αληθινή. Γι’ αυτό και εξαιτίας αυτού αυτός μπορεί να καταθέσει. Είναι πιθανό –αλλά δεν είναι σίγουρο – ότι ο χρόνος, όπως θέλει το αντάτζιο, τελειώνει με την αποκάλυψη της αλήθειας και δίνοντάς του –ποιος ξέρει πότε– δίκιο. Όμως δεν είναι αυτό που η κατάθεσή του λογάριασε. Αυτό που τον υποχρεώνει να μη σταματήσει να καταθέτει είναι, μάλλον, ακριβώς εκείνη η ιδιαίτερη ντροπή του να είναι, παρόλα αυτά, ένας άνθρωπος –όπως, παρόλα αυτά, άνθρωποι είναι επίσης εκείνοι που, με τα λόγια και τις πράξεις τους, τον υποχρέωσαν να νιώσει ντροπή.

 

24 Γενάρη 2023

 

Η ευρωπαϊκή αυτοκρατορία

 

Ο Μίλος είχε παρατηρήσει κάποτε ότι την κατάσταση των συγγραφέων της «άλλης Ευρώπης» (έτσι αποκαλούσε τη Μεσευρώπη) μόλις που «θα μπορούσαν να τη φανταστούν» οι πολίτες των χωρών της δυτικής Ευρώπης. Μέρος αυτής της ετερογένειας προερχόταν από την έλλειψη εθνικών κρατών και την παρουσία στη θέση τους, για αιώνες μέχρι το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, της αψβουργικής αυτοκρατορίας. Για μας, που γεννηθήκαμε σε ένα εθνικό κράτος και δεν διακρίνουμε το να είμαστε Ιταλοί από το να είμαστε Ιταλοί πολίτες, δεν είναι εύκολο να φανταστούμε μια κατάσταση στην οποία να είσαι Ιταλός, Ούγγρος, Τσέχος ή Ρουθηναίος, δεν σήμαινε μια κρατική ταυτότητα. Η σχέση με το μέρος και με τη γλώσσα των πολιτών της αυτοκρατορίας ήταν σαφώς διαφορετική και πιο έντονη, ελεύθερη όπως ήταν από κάθε νομική επίπτωση και από κάθε εθνική συνδήλωση. Η ύπαρξη μιας πραγματικότητας όπως η αψβουργική αυτοκρατορία ήταν δυνατή μόνο σε αυτή τη βάση.

Είναι καλό να μην ξεχνάμε κάτι τέτοιο όταν βλέπουμε σήμερα ότι η Ευρώπη, η οποία συγκροτήθηκε ως ένα σύμφωνο μεταξύ εθνικών κρατών, όχι μόνο δεν έχει ούτε θα αποκτήσει ποτέ μια πραγματικότητα πέρα από το νόμισμα και την οικονομία, αλλά σήμερα έχει μετατραπεί σε ένα φάντασμα, υποκείμενη εκ των πραγμάτων παντελώς στα στρατιωτικά συμφέροντα μιας δύναμης ξένης ως προς αυτή. Καιρό πριν, επαναλαμβάνοντας μια υπόθεση εργασίας του Αλεξάντρ Κοζέβ, είχαμε προτείνει τη συγκρότηση μιας «λατινικής αυτοκρατορίας», που θα ένωνε οικονομικά και πολιτικά τα τρία μεγάλα λατινικά έθνη (τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία), σε συμφωνία με την καθολική εκκλησία και ανοιχτή στις χώρες της Μεσογείου. Ανεξαρτήτως του κατά πόσο μια τέτοια πρόταση είναι ακόμη λίγο-πολύ επίκαιρη, θα θέλαμε σήμερα να επιστήσουμε την προσοχή των ενδιαφερομένων στο ότι αν θέλουν κάτι όπως μια Ευρώπη ως αυτόνομη πολιτική οντότητα, αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας παρόμοιας με την αυστρο-ουγγρική ή με το Imperium που ο Δάντης αντιλαμβανόταν στο πόνημά του De monarchia ως την ενοποιητική αρχή που όφειλε να έχει ως «έσχατο σκοπό της» να κάνουν ειρήνη τα ξεχωριστά βασίλεια. Είναι πιθανό, δηλαδή, ότι στην ακραία κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, πολιτικά μοντέλα που ακριβώς θεωρούνταν καθόλα απαρχαιωμένα, να μπορούν να έχουν μια απροσδόκητη επικαιρότητα. Όμως γι’ αυτό θα απαιτούνταν οι πολίτες των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών να ξανάβρισκαν έναν δεσμό με τον τόπο τους και με τις πολιτισμικές τους παραδόσεις, τόσο ισχυρό ώστε να μπορεί να παραμερίσει χωρίς επιφυλάξεις τις κρατικές πολιτειότητες και να τις αντικαταστήσει με μια μοναδική ευρωπαϊκή πολιτειότητα, που ίσως δεν θα ενσαρκωθεί σε ένα κοινοβούλιο και σε επιτροπές, αλλά σε μια συμβολική εξουσία, κατά κάποιο τρόπο παρόμοια με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το πρόβλημα αν μια τέτοια ευρωπαϊκή αυτοκρατορία είναι περισσότερο ή λιγότερο δυνατή δεν μας ενδιαφέρει ούτε αντιστοιχεί στα δικά μας ιδεώδη: παρόλα αυτά έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι η τωρινή ευρωπαϊκή κοινότητα δεν έχει σήμερα καμία πραγματική πολιτική ύπαρξη και, απεναντίας, μετασχηματίζεται, όπως όλα τα κράτη που τη συναποτελούν, σε έναν άρρωστο οργανισμό που κινείται, λίγο-πολύ συνειδητά, προς την αυτοκαταστροφή του.

 

6 Φλεβάρη 2023

 

Για τον ψεύτη που δεν ξέρει να ψεύδεται

 

«Ο Στάλιν και τα υποχείρια του ψεύδονταν πάντοτε, κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση· και αφού ψεύδονταν πάντοτε, δεν ήξεραν πια ότι ψεύδονται. Και όταν ο καθένας ψεύδεται, κανείς πλέον δεν ψεύδεται όντας ψευδόμενος». Θα ήθελα να σκεφτούμε αυτή τη φράση του Μπόρις Σουβάριν από το βιβλίο του για τον Στάλιν, γιατί μας αφορά αρκετά. Ψεύδη εκ μέρους των κυβερνήσεων, των δικών τους μέσων ενημέρωσης  και των συνεργατών τους λέγονταν ανέκαθεν, αλλά μου φαίνεται κρίσιμη η σκέψη που ο Σουβάριν προσθέτει στη διάγνωση: το ψεύδος μπορεί να φτάσει σε ένα τόσο ακραίο επίπεδο, ώστε οι ψευδόμενοι δεν ξέρουν πια ότι ψεύδονται και συνεχίζοντας να ψεύδονται, κανείς δεν ψεύδεται πλέον

Είναι αυτό που ζήσαμε και ακόμη συνεχίζουμε να ζούμε τα τελευταία τρία χρόνια και είναι κάτι τέτοιο που κάνει την παρούσα κατάσταση στην Ιταλία όχι μόνο σοβαρή και καταπιεστική, αλλά και τέτοια που πιθανόν διαφεύγοντας κάθε ελέγχου, να καταλήξει σε μια άνευ προηγουμένου καταστροφή. Πράγματι, τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από έναν ψεύτη που δεν ξέρει ότι ψεύδεται, αφού οι πράξεις του χάνουν κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Αλήθεια και ψεύδος, καλοπιστία και κακοπιστία μπερδεύονται στο μυαλό του, μέχρι που γίνονται δυσδιάκριτες. Έτσι, στα χρόνια του Covid, οι υπουργοί, οι γιατροί και οι ειδικοί που ψεύδονταν, κατέληξαν να πιστεύουν σε τέτοιο βαθμό τα ψεύδη τους ώστε, χάνοντας κάθε αντίληψη της αλήθειας, μπόρεσαν να ποδοπατήσουν χωρίς κανέναν δισταγμό τις πιο στοιχειώδης αρχές της ανθρωπότητας. Μια κοινωνία που χάνει κάθε αντίληψη του κατωφλιού που χωρίζει το αληθινό από το ψευδές γίνεται κυριολεκτικά ικανή για όλα, ακόμη και για την καταστροφή της. Είναι αυτό που συνέβη με τον πόλεμο στην Ουκρανία, σε σχέση με τον οποίο κυκλοφορούν μόνο ψευδείς ειδήσεις. Ο κίνδυνος που υπάρχει εδώ είναι οι κυβερνήσεις που ψεύδονται, μη γνωρίζοντας πλέον ότι ψεύδονται, να φτάσουν να εξαπολύσουν έναν πυρηνικό πόλεμο που πιστεύουν ότι δεν θέλουν, αλλά που τα ίδια τους τα ψεύδη τούς υποχρεώνουν να πιστέψουν ότι θέλουν.

 

22 Φλεβάρη 2023  

 

 

 

 

Οι δύο όψεις της εξουσίας

 

Κάθε έρευνα της πολιτικής ταλανίζεται από μια πρωταρχική ετυμολογική ασάφεια, που καταδικάζει σε παρανοήσεις εκείνους που την επιχειρούν. Είναι το απόσπασμα από το τρίτο βιβλίο των Πολιτικών όπου ο Αριστοτέλης, τη στιγμή που «ερευνούμε τις πολιτείες, για να εξετάσουμε τον αριθμό και τις ιδιότητες τους», δηλώνει σαφώς: «Αφού πολιτεία και πολίτευμα σημαίνουν το ίδιο πράγμα, και το πολίτευμα είναι η υπέρτατη εξουσία της πόλης (το κύριον των πόλεων), είναι αναγκαίο η υπέρτατη εξουσία να ανήκει ή σε έναν ή σε λίγους ή σε πολ-λούς» (1279α 25-26). Οι τρέχουσες μεταφράσεις λένε: «Αφού σύσταση και κυβέρνηση σημαίνουν το ίδιο πράγμα, και η κυβέρνηση είναι η υπέρτατη εξουσία των πόλεων…». Άσχετα αν αυτή η μετάφραση είναι λίγο ή περισσότερο ορθή, σε κάθε περίπτωση αναδεικνύεται με αυτή ότι θα μπορούσαμε να ορίσουμε σαν την αμφιβολία, ίσως θεμελιώδη, σε σχέση με εκείνη την έννοια της πολιτικής μας παράδοσης που σήμερα παρουσιάζεται είτε σαν «σύσταση» είτε σαν «κυβέρνηση». Σε ένα είδος ιλιγγιώδους συστολής, οι δύο έννοιες ταυτίζονται και ταυτοχρόνως διαχωρίζονται, και είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία που ορίζει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τον κύριο, την υπέρτατη εξουσία.

   Ότι αυτή η αμφιβολία δεν είναι παροδική, το επιβεβαιώνει ακριβώς μια ανάγνωση της Αθηναίων Πολιτεία, που εμείς μεταφράσαμε Σύσταση των Αθηναίων. Περιγράφοντας τη «δημαγωγία» του Περικλή (27, 1), ο Αριστοτέλης γράφει ότι σε αυτή δημοτικοτέραν έτι συνέβη γενέσθαι την πολιτείαν, που οι μεταφραστές έχουν αποδώσει «η σύσταση έγινε πιο δημοκρατική»· αμέσως μετά διαβάζουμε ότι οι πολλοί άπασαν την πολιτείαν μάλλον άγειν εις εαυτούς, «συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλη την κυβέρνηση» (προφανώς, η μετάφραση «όλη τη σύσταση», όπως θα απαιτούσε μια καθαρή ετυμολογική συνοχή, δεν έμοιαζε δυνατή). Η αμφισημία επιβεβαιώνεται από τα λεξικά, όπου η πολιτεία αποδίδεται τόσο με τη «σύσταση του κράτους» όσο και με την «κυβέρνηση, διοίκηση». Είτε περιγράφεται με το δίδυ-μο σύσταση/κυβέρνηση είτε με εκείνο κράτος/διοίκηση, η θεμελιώδης έννοια της δυτικής πολιτικής είναι μια διπλή έννοια, ένα είδος διπρόσωπου Ιανού, που δείχνει τώρα τόσο την αυστηρή και επίσημη όψη του θεσμού όσο και εκείνη την πιο σκιώδη και άτυπη της διοικητικής πράξης, χωρίς να μπορούμε πλέον είτε να τις ταυτίσουμε είτε να τις διαχωρίσουμε.

   Στο δοκίμιο του 1932 Νομιμοφροσύνη και νομιμότητα, ο Καρλ Σμιτ ξεχωρίζει τέσσερις τύπους κράτους. Αφήνοντας στην άκρη την ενδιάμεση μορφή του δικαιοκρατικού κράτους, εκείνη δηλαδή στην οποία την τελευταία λέξη έχει ο δικαστής που αποφασίζει τόσο για μια νομική διαμάχη όσο και για και την κυβερνητική μορφή, την οποία ο Σμιτ την ταυτίζει με τη δικτατορία, μας ενδιαφέρουν εδώ οι δύο ακραίοι τύποι, το νομοθετικό κράτος και το διοικητικό κράτος. Στο πρωτότυπο, το νομοθετικό κράτος ή κράτους δικαίου, «η πιο υψηλή και αποφασιστική έκφραση της κοινής βούλησης» γίνεται μέσω τυποποιήσεων που παίρνουν τον χαρακτήρα του νόμου. «Η δικαιολόγηση ενός κρατικού συστήματος τέτοιου τύπου ένα-πόκειται στη γενική νομιμοφροσύνη σε κάθε άσκηση εξουσίας από την πλευρά του κράτους». Όποιος ασκεί την εξουσία δρα εδώ στη βάση ενός νόμου ή «στο όνομα ενός νόμου», με τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, τον νόμο και την εφαρμογή του, συνεπώς, να διαχωρίζονται. Με αυτόν τον τύπο κράτους ταυτίζονται, ολοένα και λιγότερο δικαιολογημένα, οι μοντέρνες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.

   Ο τύπος που καταλαμβάνει ίσως όχι τυχαία την τελευταία θέση στον κατάλογο, λες και οι άλλες κρατικές μορφές να τείνουν, σε τελική ανάλυση, να συγκλίνουν σε αυτόν, είναι το διοικητικό κράτος. Εδώ «προσταγή και απόφαση δεν εμφανίζονται με αυταρχικό και προσωπικό τρόπο, αλλά ούτε μπορούν να αναχθούν σε απλές εφαρμογές των ανώτερων τυποποιήσεων»· έχουν, μάλλον, τη μορφή συγκεκριμένων μηχανισμών, ενεργοποιημένων ενίοτε στη βάση της κατάστασης των πραγμάτων αναφορικά με πρακτικές τελικότητες ή αναγκαιότητες. Κάτι που μπορούμε επίσης να το εκφράσουμε λέγοντας ότι στο διοικητικό κράτος «ούτε οι άνθρωποι κυβερνούν ούτε οι κανόνες αξιολογούνται σαν κάτι ανώτερο, αλλά, σύμφωνα με την περίφημη έκφραση, “τα πράγματα κυβερνώνται μόνα τους’’».

   Όπως είναι σήμερα παντελώς προφανές, αλλά και ο Σμιτ είχε ήδη μπορέσει να συμπεράνει εκείνα τα χρόνια που στην Ευρώπη παγιώνονταν τα ολοκληρωτικά κράτη, το νομοθετικό κράτος τείνει προοδευτικά να μετασχηματίζεται σε διοικητικό κράτος. «Το δικό μας κρατικό σύστημα βρίσκεται σε μια φάση μετασχηματισμού και “η τάση προς το ολοκληρωτικό κράτος”, χαρακτηριστική της παρούσας στιγμής… εμφανίζεται σήμερα τυπικά ως μια τάση προς το διοικητικό κράτος». Ενώ οι πολιτειολόγοι μοιάζουν σήμερα να το έχουν ξεχάσει, ο Σμιτ δηλώνει ανεπιφύλακτα  ως «ένα γεγονός γενικά αναγνωρισμένο», ότι ένα «οικονομικό κράτος» δεν μπορεί να λειτουργήσει με την μορφή ενός κοινοβουλευτικού νομοθετικού κράτους και πρέπει αναγκαστικά να μετασχηματιστεί σε ένα διοικητικό κράτος, στο οποίο ο νόμος έχει δώσει τη θέση του σε διατάγματα και βουλεύματα.

   Για μας, που παραβρεθήκαμε στην πλήρη ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, είναι το νόημα αυτού του μετασχηματισμού –αν πρόκειται όντως για μετασχηματισμό– που πρέπει να εξετάσουμε. Ο Σμιτ ξέρει άριστα ότι «στην ιστορική πραγματικότητα εμφανίζονται συνεχώς αναμείξεις και συνδυασμοί» και πως σε κάθε κράτος ανήκουν τόσο η νομοθεσία, η διοίκηση όσο και η κυβέρνηση. Είναι δυνατόν, ωστόσο –και αυτή είναι η δική μας υπόθεση– ότι η ανάμειξη να είναι ακόμη πιο βαθιά και ότι το νομοθετικό κράτος και το διοικητικό κράτος, η νομοθεσία και η διοίκηση, η σύσταση και η κυβέρνηση, είναι τα ουσιαστικά και αδιαχώριστα μέρη ενός ενιαίου συστήματος, το οποίο είναι το μοντέρνο κράτος που γνωρίζουμε. Αν, ωστόσο, είναι τακτικά δυνατό να στοιχηματίσουμε υπέρ του ενός στοιχείου ενάντια στο άλλο, θα ήταν εντελώς παραπλανητικό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να απομονώσουμε σε μόνιμη βάση αυτό που είναι αναπόσπαστο μέρος του ίδιου διπολικού συστήματος.

   Κάτι σαν μια άλλη πολιτική θα είναι δυνατό μόνο ξεκινώντας από τη γνώση ότι κράτος και διοίκηση, σύσταση και κυβέρνηση, είναι οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας, που πρέπει να τεθούν ριζικά υπό αμφισβήτηση. Δεν υπάρχει μια εξουσία που μπορεί να νομιμοποιήσει μέσω νόμων την άσκησή της χωρίς να προϋποθέτει μια εξωνομική τάξη που τη θεμελιώνει, ούτε μπορεί να υπάρξει μια καθαρή διοικητική πρακτική που θέλει να παριστάνει ότι παραμένει νομιμόφρων βασιζόμενη σε διατάγματα που εκδίδονται εν ονόματι μιας κάποιας αναγκαιότητας. Πρόκειται, όπως υπέθετε ο ίδιος ο Σμιτ, για δύο διαφορετικούς τρόπους να καταστεί υποχρεωτική η υπακοή. Όπως σήμερα βλέπουμε με σαφήνεια, η αλήθεια αμφοτέρων είναι, πράγματι, η κατάσταση εξαίρεσης. Είτε δρα στο όνομα του νόμου είτε στο όνομα της διοίκησης, το ζήτημα, σε τελική ανάλυση, θα είναι πάντοτε η υπέρτατη άσκηση του μονοπωλίου της βίας. Και είναι αυτός ο κύριος, ο κρυμμένος κυρίαρχος που, με τα λόγια του Αριστοτέλη, συνδέει σε ένα σύστημα τις δύο ορατές όψεις της κρατικής εξουσίας.

 

8 Μάρτη 2023      


Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Απολογισμός του πρώτου χρόνου του πολέμου στην Ουκρανία - Gianfranco Sanguinetti





Υπάρχει μια παλιά ρωσική ιστοριούλα, που μου αφηγούνταν η μητέρα μου, η Τερέζα Ματέι: Ένας μουζίκος συνάντησε στη χιονισμένη τάιγκα ένα πουλάκι, που τερέτιζε απελπισμένα στο κρύο. Μην ξέροντας πώς να το σώσει από την παγωνιά της νύχτας, αφού αν το πήγαινε στην καλύβα του τα πεινασμένα παιδιά του θα το καταβρόχθιζαν, το σκέπασε με μερικά ζεστά κουρέλια, μέχρι να περάσει η νύχτα. Το πουλάκι, ευχαριστημένο από τη ζέστη, τερέτιζε ακόμη πιο δυνατά. Ένας λύκος το άκουσε και το έφαγε.

Εδώ τελειώνει η ιστορία, αλλά υπάρχουν τρία ηθικά διδάγματα σε αυτή: 1) Όσοι σε ρίχνουν στα σκατά δεν το κάνουν όλοι για το κακό σου· 2) όσοι σε βγάζουν από τα σκατά δεν το κάνουν όλοι για το καλό σου· όταν είσαι μέχρι τον λαιμό στα σκατά, σε συμφέρει να μείνεις σιωπηλός. Το πουλάκι, σε αυτή την περίπτωση, είναι ο Ζελένσκι.

Ο απολογισμός του πρώτου χρόνου του πολέμου στην Ουκρανία είναι αρκετά ξεκάθαρος: οι Ρώσοι ξέρουν ότι η Ουκρανία, πέρα από τις ζημιές που είχε υποστεί  από αυτούς τους τελευταίους δώδεκα μήνες, πρέπει να ετοιμαστεί για τον κατακερματισμό και σαφώς για τον διαμελισμό της από όλους τους δυτικούς «φίλους» της που τη «βοηθούν» και στους οποίους είναι χρεωμένη –ή υπάρχει ακόμη κάποιος που πιστεύει ότι οι «βοήθειες» δίνονται εις μάτην; Και δωρεάν; Πότε είδαμε κάτι τέτοιο;

Το χρέος που η Ουκρανία έχει στη Δύση θα πληρωθεί μακροπρόθεσμα από τις μελλοντικές γενεές και βραχυπρόθεσμα με την απόσπαση κομματιών από τη χώρα που οι πεινασμένοι λύκοι, όπως η Πολωνία, θέλουν να φάνε, αλλά και με έναν άλλο τρόπο: η Μπλακ Ροκ και η Τζ.Π. Μόργκαν έχουν ήδη υπογράψει πρωτόκολλα συνεργασίας με τον Ζελένσκι.

Η Ρωσία, δεν βιάζεται: ξέρει ότι μπορεί να αφήσει το τελείωμα του  έργο της κατεδάφισης στους δυτικούς, στους πεινασμένους λύκους, αφού γνωρίζει καλά ότι η πίστωση μπορεί να είναι πιο καταστροφική από τον πόλεμο. Στο σημείο που οδηγούνται τα πράγματα, ο ρωσικός στρατός θα μπορούσε γαλήνια να απέχει από περαιτέρω επιθέσεις, απολαμβάνοντας το θέαμα της καταστροφής και του διαμελισμού αυτού που έχει απομείνει από την Ουκρανία και τον πλούτο της από τους πεινασμένους δυτικούς «φίλους», επιβοηθούμενων από την τοπική διαφθορά, όλοι τους «αντικειμενικοί σύμμαχοι» της Ρωσίας στην κατεδάφιση της Ουκρανίας.

Αυτό που πραγματικά δεν ξέρουμε είναι τι θα γίνει με τα βουνά όπλων με τα οποία θα επιστρέψουν οι απόμαχοι από το μέτωπο: εκείνοι που είδαν και πλήρωσαν σε πρώτο πρόσωπο τις σφαγές και τις κτηνωδίες των ναζιστών Ουκρανών αξιωματικών, τον αποδεκατισμό των στρατευμάτων, την ανείπωτη βία της επιστράτευσης και τα ψέματα ολόκληρου του αφηγήματος της προπαγάνδας. Αυτοί οι απόμαχοι θα μπορούσαν επίσης, όπως στην Ιταλία το 1943, να ξεκινήσουν μια πραγματική Αντίσταση ενάντια στον εσωτερικό εχθρό και ενάντια στους ψεύτικους ξένους φίλους. Κι έτσι θα συνέβαινε η πλήρης αποναζιστικοποίηση της χώρας. Σε κάθε περίπτωση η αποναζιστικοποίηση της Ουκρανίας πρέπει να είναι έργο των ίδιων των Ουκρανών. Κανείς, σε αυτή τη χώρα δεν πιστεύει στον δυτικό παραμύθι ενός δημοκρατικού κράτους. Αν υπάρχει μια σημαία υπό την οποία θα πολεμήσει, αυτή θα είναι η δοξασμένη μαύρη σημαία του ηρωικού Νέστορα Μάχνο, που πάλεψε, την εποχή της Επανάστασης, ενάντια στους Αυστρο-γερμανούς, τους Ρώσους λευκούς και τους μπολσεβίκους. Ένας άβολος Ουκρανός ήρωας, που γι’ αυτό αγνοείται σήμερα συστηματικά. Θα πεθάνεις που θα πεθάνεις, τουλάχιστον ας πεθάνεις τιμημένος.

Όσον αφορά την άτιμη και πολεμοχαρή επίσημη Ευρώπη, άθροισμα της πομπώδους αδυναμίας των κρατών μελών της –της οποίας οι διευθυντές είναι απολύτως ευθυγραμμισμένοι, λόγω της τρομερής βλακείας και της σκανδαλώδους διαφθοράς τους, με τη μαφία που είναι στην εξουσία στην Ουκρανία και με τις εντολές πέραν του ωκεανού–, αυτή δείχνει στους πληθυσμούς της ποιοι είναι και που βρίσκονται οι εχθροί τους. Μετά τον έναν χρόνο αυτού του πολέμου και  τα δύο χρόνια λοκντάουν, καταστολής των διαφωνιών και ανοιχτού κυνηγητού των λεγόμενων no-vax, υπάρχει ίσως κανείς στην Ευρώπη που είναι έτοιμος να πεθάνει για μια συμμορία που δεν κρύβει τους δεσμούς της με εγκληματικές ομάδες και αναγνωρίζεται στο πρόσωπο της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν;

Αυτός ο σύντομος απολογισμός του πρώτου χρόνου του πολέμου στη ζώνη τριβής, στην crush zone* όπου εφάπτονται οι δύο δεσποτισμοί, ο Ανατολικός και ο Δυτικός, δεν χάνει από τα μάτια του την τεράστια παγκόσμια σύγκρουση που μόλις έχει ξεκινήσει στην καρδιά της Ευρώπης. Θα πάει σε μάκρος: αυτό προδιαγράφεται ήδη και θα διαμορφώσει τον 21ο αιώνα, και ίσως και τους επόμενους. Ο κόσμος είναι πολύ μικρός για τις φιλοδοξίες και τις ορέξεις των αντιτιθέμενων δεσποτισμών**

 

*Αυτή είναι η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε το 1917 από τον Τζέιμς Φαίργκριβ για να περιγράψει την κεντρική και ανατολική Ευρώπη στο Geography and World Power (1917).

** Βλ. Τζανφράνκο Σανγκουϊνέτι, «Ο δυτικός δεσποτισμός», Απρίλης 2020.

 

Στη φωτογραφία που ανοίγει το κείμενο, Ουκρανός πρωθυπουργός Ντενίς Σμιχάλ στις 5/8/2022 στο Λουγκάνο της Ελβετίας και στο Συνέδριο για την Ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, παρουσίασε έναν χάρτη για το πώς θα μοιραστεί το έδαφος προς ανοικοδόμηση της χώρας στις διάφορες δυτικές χώρες. Η δημόσια υπόσχεση του είχε, ωστόσο, ένα ελάττωμα: μεγάλο μέρος των προς παράδοση περιοχών βρίσκεται σήμερα στα χέρια των Ρώσων, που δεν φαίνονται να έχουν οποιαδήποτε πρόθεση να τις ανοικοδομήσουν (σημείωση του συγγραφέα).

24 Φλεβάρη 2023

 

Δημοσιεύτηκε στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Effimera.   


Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023

Για την αναρχία, σήμερα - Giorgio Agamben


Αν για όποιον θέλει να σκέφτεται την πολιτική, της οποίας συνιστά κατά κάποιον τρόπο την ακραία φλόγα ή το έσχατο σημείο διαφυγής, η αναρχία δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρη, το ίδιο ισχύει σήμερα για την άδικη, κτηνώδη καταδίωξη στην οποία υπόκειται ένας αναρχικός στις ιταλικές φυλακές. Το να μιλάμε όμως για αναρχία, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο επίπεδο του δικαίου σημαίνει, αναγκαστικά, ένα παράδοξο, αφού είναι το λιγότερο αντιφατικό να ζητάμε από το κράτος να αναγνωρίσει το δικαίωμα άρνησης του κράτους, έτσι όπως, αν θέλουμε να φτάσουμε το δικαίωμα της αντίστασης μέχρι τις έσχατες συνέπειές του, δεν μπορούμε ευλόγως να ζητάμε να κατοχυρωθεί νομικά η πιθανότητα ενός εμφυλίου πολέμου.

Για να σκεφτούμε την αναρχία σήμερα, θα χρησίμευε, ωστόσο, να τη θέταμε σε μιαν άλλη προοπτική και να διερευνούσαμε μάλλον τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόταν ο Ένγκελς, όταν κατηγορούσε τους αναρχικούς ότι θέλουν να αντικαταστήσουν το κράτος με τη διαχείρισή του. Σε αυτή την κατηγορία κρυβόταν, πράγματι, ένα κρίσιμο πολιτικό πρόβλημα, που ούτε οι μαρξιστές ούτε, ίσως, οι ίδιοι οι αναρχικοί δεν είχαν θέσει σωστά. Ένα πρόβλημα που καθίσταται τόσο πιο επείγον στον βαθμό που παρευρισκόμαστε σήμερα στην προσπάθεια να υλοποιηθεί με κάποιον τρόπο παρωδιακά εκείνο που για τον Ένγκελς ήταν ο δηλωμένος σκοπός της αναρχίας και μάλιστα όχι τόσο η απλή αντικατάσταση του κράτους με τη διαχείρισή του, όσο, μάλλον, η ταύτιση κράτους και διαχείρισης σε ένα είδος Λεβιάθαν, που φοράει την καλοπροαίρετη μάσκα της διαχείρισης. Συμβαίνει αυτό που θεωρητικοποίησαν ο Sunstein και ο Vermuele σε ένα βιβλίο τους (το Law and Leviathan, Redeeming the Administrative State), όπου η governance, δηλαδή η άσκηση της κυβέρνησης, ξεπερνώντας και μολύνοντας τις παραδοσιακές εξουσίες (νομοθετική, εκτελεστική, νομική, ασκεί στο όνομα της διαχείρισης και με έναν διακριτικό τρόπο τις λειτουργίες και τις εξουσίες που ανατίθενται σε αυτή.

Τι είναι η διαχείριση [amministrazione]; Ο Minister, από τον οποίο προέρχεται αυτός ο όρος, είναι ο υπηρέτης ή ο βοηθός σε αντίθεση με τον magister, τον αφέντη, τον κάτοχο της εξουσίας. Η λέξη προέρχεται από τη ρίζα *men, που σημαίνει τη μείωση και τη μικρότητα. Ο minister είναι για τον magister ότι το minus στο magis, το λίγο σε σχέση με το περισσότερο, το μικρό σε σχέση με το μεγάλο, αυτό που μικραίνει σε σχέση με αυτό που μεγαλώνει. Η ιδέα της αναρχίας συνίσταται, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Ένγκελς, στην προσπάθεια να σκεφτούμε ένα minister χωρίς έναν magister, έναν υπηρέτη χωρίς έναν αφέντη. Προσπάθεια σαφώς ενδιαφέρουσα, από τη στιγμή που μπορεί σε τακτικό επίπεδο να συνιστά πλεονέκτημα στο να παίξει με αυτόν τον τρόπο ο υπηρέτης απέναντι στον αφέντη, το λίγο απέναντι στο πολύ, αλλά και να σκεφτούμε μια κοινωνία στην οποία άπαντες θα είναι ministri και κανείς magister ή αρχηγός. Είναι, σε κάποιον βαθμό, αυτό που έκανε ο Χέγκελ, δείχνοντας στη διαβόητη διαλεκτική του ότι ο υπηρέτης καταλήγει να κυριαρχεί στο αφεντικό του. Και είναι άλλωστε αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι δύο φιγούρες-κλειδιά της δυτικής πολιτικής παραμένουν με αυτόν τον τρόπο συνδεδεμένες μεταξύ τους σε μια ακούραστη  σχέση, από την οποία είναι αδύνατον, άπαξ δια παντός, να διαφύγουν.

Μια ριζική ιδέα της αναρχίας δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να διαφεύγει από την ασταμάτητη διαλεκτική σχέση μεταξύ υπηρέτη και δούλου, minister και magister, βασισμένη αποφασιστικά στην απόσταση που τους χωρίζει. Το tertium που εμφανίζεται σε αυτή τη διέξοδο, δεν θα είναι πια ούτε η διαχείριση ούτε το κράτος, ούτε το minus ούτε το magis: είναι, μάλλον, η ύπαρξη ανάμεσά τους κάτι σαν διαφορά, η οποία εκφράζει την αδυναμία σύμπτωσής τους. Η αναρχία είναι δηλαδή, πάνω απ’ όλα, η ριζική άρνηση όχι τόσο του κράτους ούτε απλώς της διαχείρισης, όσο ριζική άρνηση της απαίτησης της εξουσίας να ταυτίζει κράτος και διαχείριση στην κυβέρνηση των ανθρώπων. Είναι ενάντια σε αυτή την απαίτηση που μάχεται ο αναρχικός, στο όνομα, σε τελική ανάλυση, εκείνης της ακυβερνησίας που είναι το σημείο διαφυγής κάθε ανθρώπινης κοινότητας.

 

Δημοσιεύθηκε στη στήλη του Τζόρτζο Αγκάμπεν στον δικτυακό τόπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet στις 26 Φλεβάρη 2023.

 

υ.γ. [του μεταφραστή]. Ήταν το 1982 που στο βιβλίο του Εγκώμιο της διαφυγής [υπό έκδοση από την Ελευθεριακή Κουλτούρα], έγραψε ο Henri Laborit: «Όταν δεν μπορεί να αντιπαλέψει τον άνεμο και τη θάλασσα, και να κρατήσει την πορεία του, ο ξάγρυπνος τιμονιέρης έχει δύο δυνατότητες: είτε να αφεθεί στον άνεμο […] που θα τον παρασύρει, είτε τη διαφυγή μες στην καταιγίδα, με την πρύμνη να σκίζει τα κύματα […]. Η διαφυγή είναι συχνά, όταν βρισκόμαστε μακριά από την ακτή, ο μόνος τρόπος για να σωθεί το πλοίο και το πλήρωμά του. Και, επιπλέον, επιτρέπει την ανακάλυψη νέων άγνωστων παραλιών […] που θα έμεναν για πάντα άγνωστες σε όποιον έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να κρατήσει την πορεία του […] χωρίς απρόοπτα […]. Ίσως έτσι γνωρίσουμε εκείνη τη βάρκα που αποκαλείται επιθυμία». Μπροστά στις επικείμενες εκλογές ο αναρχικός «χώρος» έχει δύο επιλογές: είτε να απέχει, για λόγους αρχής, από κάτι που ανέκαθεν κατήγγειλε, είτε να ψηφίσει το μικρότερο κακό, δηλαδή ΣΥΡΙΖΑ (αφού κάθε άλλη κομματική επιλογή είναι είτε παράδοση άνευ όρων στον σταλινισμό είτε λέρωμα των χεριών χωρίς ουσιαστικό κέρδος, πέρα από μια κάποια υποστήριξη σε δύσκολες για τους αναρχικούς-ες συνθήκες). Η επιλογή, αν και για κάποιους από τον αναρχικό «χώρο» μπορεί να φαίνεται εύκολη, είναι, εν τούτοις, πολύ δύσκολη και δεν μπαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του αναρχικού κινήματος (εδώ και διεθνώς). Ίσως, μάλιστα, να αποδειχτεί και μη καίρια, λαμβάνοντας υπόψη τις ενθάδε δυνάμεις του. Όμως παραμένει η ουσία του στρατηγικού προβλήματος: αν δεν μπορούμε να ανατρέψουμε την υπάρχουσα (ζοφερή) κατάσταση των πραγμάτων, τι μας «συμφέρει»; Συνέχισή της ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστούν οι άγνωστες (αν και επιθυμητές) παραλίες, ή μικρή άμβλυνσή της για να ανακτηθούν χαμένες δυνατότητες και τρόποι αντιπαράθεσης με την εξουσία που τώρα μοιάζουν περίπου αδύνατοι;