Τρίτη 13 Αυγούστου 2024

DEEP TO THE DEEP ή βαθιά στο Βαθύ, ένα καλοκαιρινό διήγημα


Ο Ερωτόκριτος Καλογερίδης ήξερε καλά πως αυτό το καλοκαίρι θα ήταν κάτι το πρωτόγνωρο στη ζωή του, αφού για πρώτη φορά θα το περνούσε μόνος του με τον γιό του τον Αίαντα. Καλοκαίρια μόνος του είχε περάσει κάμποσα ο Ερωτόκριτος, στα εξήντα του και με δεδομένο ότι είχε αρχίσει να ταξιδεύει από τα 18 του, μπορούσε να μετρήσει τουλάχιστον έξη τέτοια, σίγουρα μια όχι και τόσο απογοητευτική επίδοση. Βέβαια, όταν έλεγε μόνος του εννοούσε χωρίς ερωμένη, αφού πάντοτε στις διακοπές είχε φίλους γύρω του και μάλιστα πιστούς και άκρως ενδιαφέροντες. Ότι αυτό το καλοκαίρι θα ζούσε κάτι πρωτόγνωρο είχε την έννοια πως όχι μόνο δεν είχε μαζί του ερωμένη, αλλά δεν είχε ούτε και σύζυγο, όμως είχε έναν γιό που είχε ακριβώς αποκτήσει με την τέως σύζυγό του (και παρότι το παιδί ήταν τώρα πια δέκα χρονών, υπήρχαν στιγμές που ακόμη δεν πίστευε ότι είχε γίνει πατέρας). Αν και για πολύ κόσμο αυτό είναι πλέον κάτι το συνηθισμένο, για τον Ερωτόκριτο ήταν εντελώς περίεργο και του προκαλούσε, ήδη από το ξεκίνημα του ταξιδιού, μια κάποια αμηχανία. Ένα ταξίδι που όμως, τουλάχιστον τυπικά, κι αυτό δεν το έκανε μόνος του, καθώς πέρα από τον Αίαντα, θα ταξίδευε στο Βαθύ Γυθείου μαζί με τον κολλητό φίλο του Αίαντα, τον Άρη και τη μητέρα του Φωτεινή, που ήταν παντρεμένη τον Αριστοτέλη και τα περνούσε μια χαρά, απλώς αυτός ήταν υποχρεωμένος να δουλέψει για τη λεγόμενη «σεζόν», οπότε για να μη χάσει τα μπάνια το παιδί τους, αποφάσισαν να πάνε με αυτή τη σύνθεση στο συγκεκριμένο μέρος, καθώς γνωρίζονταν από χρόνια και είχαν περάσει πολλά μαζί.

Όταν ο Ερωτόκριτος έφτασε στο νοικιαζόμενο δωμάτιο που είχε κλείσει τηλεφωνικώς, χωρίς δηλαδή να ακολουθήσει τη γνωστή μέθοδο του booking, αμέσως ένιωσε ότι αυτή του η επιλογή τον γύριζε πολλά χρόνια πίσω, τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν πρωτοέκανε μόνος του, δηλαδή χωρίς τους γονείς του, διακοπές στην Κεφαλονιά, μένοντας στην πανσιόν «Δελφίνι». Το κτιριακό συγκρότημα που βρισκόταν το δωμάτιο του ήταν φτιαγμένο σίγουρα εκείνη την εποχή και το πέρασμα του χρόνου δεν το είχε αγγίξει, προφανώς οι ιδιοκτήτες του είχαν αρκεστεί στην αρχική ιδέα και κατασκευή και όλα τα επόμενα χρόνια δεν είχαν προχωρήσει σε κάποιου είδους ανακαίνιση. Το μόνο καινούργιο που υπήρχε μέσα ήταν η τηλεόραση, ενώ ακόμη και το ψυγείο ήταν ίδιο με εκείνο της ΙΖΟΛΑ που είχε στο πατρικό του. «Ωραία ξεκινάμε», σκέφτηκε ο Ερωτόκριτος, πάλι από την αρχή, σε έναν χώρο που του θύμιζε έντονα εκείνο το άλλο ξεκίνημά του, το πέρασμα στη δεκαετία των είκοσι, σίγουρα την πιο ενδιαφέρουσα περίοδο της ζωής του κάθε ανθρώπου. Όταν μάλιστα άνοιξε και την ξύλινη μπαλκονόπορτα και είδε μπροστά του έναν ωραίο κήπο και λίγο παρακάτω τη θάλασσα, η ανάμνηση εκείνου του δωματίου στην Κεφαλονιά έγινε ακόμη εντονότερη.

Όμως ο Ερωτόκριτος δεν ήταν και στην καλύτερη ψυχική διάθεση αυτή την εποχή. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχε χωρίσει από την κατά τον νόμο σύζυγό του, ακόμη λιγότερος είχε περάσει από έναν μετασυζυγικό τρελό αλλά τελειωμένο έρωτα, αμέσως μόλις βγήκε στο μπαλκόνι τις σκέφτηκε αμφότερες, τι ωραία θα ήταν να περνούσε μαζί τους και μάλιστα σε ένα τέτοιο δωμάτιο μια βδομάδα διακοπών, δηλαδή τι ωραία θα ήταν αν βρισκόταν εκεί με την πρώην σύζυγό του όταν τα είχαν πρωτοφτιάξει και τι ωραία θα ήταν αν βρισκόταν με την προσφάτως χαμένη ερωμένη του, που πραγματικά τον είχε βγάλει από τη συζυγική ρουτίνα. «Τι να κάνουμε», σκέφτηκε, «κοινοτοπία, αλλά η ζωή, ενίοτε, δεν μας τα φέρνει όπως θέλουμε».  Στο δωμάτιο θα έμενε μόνος του, αφού η Φωτεινή με τα παιδιά θα έμενε στο παραδίπλα κάμπινγκ, που προσφερόταν πολύ για διακοπές κοντά στη φύση, καθώς πέρα από τη θάλασσα υπήρχε κι ένα παρακείμενο ποτάμι, στο οποίο τα πιτσιρίκια θα έπαιζαν ασύστολα. Ο Ερωτόκριτος δεν τα πολυγούσταρε τα κάμπινγκ, τα έβλεπε μόνο ως λύση έκτακτης ανάγκης, αυτού του άρεσαν οι άνετες διακοπές, δωμάτιο, μπάνιο, διάβασμα, σεξ, ξενύχτι, επιστροφή, ξεκούραση. Είχε φάει πολλά λεφτά για την ικανοποίηση αυτής του της επιθυμίας, αλλά δεν το είχε μετανιώσει ποτέ. Για εκείνον αυτές ήταν οι τέλειες διακοπές.

Αλλά το δωμάτιο του είχε κάνει εντύπωση και για έναν άλλο λόγο. Ο Ερωτόκριτος ήταν πιστός θαυμαστής του Γιάννη Μαρή, κι αυτό το δωμάτιο ήταν λες και ήταν βγαλμένο από τα μυθιστορήματα του αγαπημένου του συγγραφέα. Μια καμπάνα σε λουτρόπολη, με περίεργους γείτονες και παράξενες ιστορίες. Βέβαια οι πρώτοι γείτονες που είδε και καλημέρισε ο Ερωτόκριτος δεν ήταν και τόσο περίεργοι, μια Ουκρανή σαρανταπεντάρα και άκρως καλοστεκούμενη, κι ένας Έλληνας εργολάβος πολυκατοικιών, λαϊκός και συμπαθέστατος τύπος. Αμέσως ο Ερωτόκριτος σκέφτηκε δύο πράγματα: Πώς θα ήταν αν η Ουκρανή είχε και μια φίλη που θα ήθελε να σκοτώσει τη μοναξιά της με έναν συμπαθητικό Έλληνα κύριο και, δεύτερον, πως δεν θα ήταν παράξενο αν σε έναν τέτοιο σκηνικό δεν συνέβαινε κάτι το συνταρακτικό αλά Γιάννη Μαρή, όπως ένας απροσδόκητος φόνος!

Από τις σκέψεις του τον έβγαλε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Η Φωτεινή είχε φτάσει στο κάμπινγκ με τα παιδιά και έστηνε τη σκηνή. Του έδωσε ραντεβού σε μισή ώρα σε μια παρακείμενη ταβέρνα για φαγητό, καθώς είχε αρχίσει να βραδιάζει και τα παιδιά, όπως κι αυτή, πεινούσαν. Ο Ερωτόκριτος συμφώνησε, αν και τον τελευταίο καιρό, ιδίως μετά την ερωτική του απογοήτευση, μάλλον είχε κόψει το φαγητό. Πάντοτε το πάθαινε αυτό και του έβγαινε σε καλό, καθώς είχε πάντοτε τα παραπανίσια κιλάκια του, οπότε μια δίαιτα τον προετοίμαζε και σωματικά για την επόμενη ερωτική περιπέτεια. Από την άλλη ήταν μια καλή ευκαιρία να κάνει μια πρώτη ανίχνευση του μέρους, για το οποίο είχε ακούσει πολλά καλά λόγια από την πρώην γυναίκα του, αλλά ήθελε να έχει και τη δική του γνώμη. Οπότε θα πήγαινε παραλιακά μέχρι το κάμπινγκ, θα έπαιρνε τους άλλους και όλοι μαζί θα πήγαιναν φαγητό στη μοναδική ταβέρνα του μέρους. Ήταν μια καλή ευκαιρία, δηλαδή, να κάνει μια πρώτη ανίχνευση του μέρους, τόσο ως προς τη χωροταξία και τους δημόσιους χώρους του όσο και ως προς τη σύνθεση του κόσμου.

Πέρα λοιπόν από το κάμπινγκ και το απαραίτητο μπαρ του, υπήρχε ένα άλλο μπαρ, πιο mainstream θα έλεγε κάποιος, που είχε τοποθετήσει και μια τεράστια τηλεόραση για τη θέαση των Ολυμπιακών Αγώνων από τους ενδιαφερόμενους θαμώνες, όπως και η κλασική ταβέρνα που βρίσκει κανείς σε τέτοια μέρη. Η πρώτη εντύπωση από τη σύντομη περιήγησή του ήρθε να επιβεβαιώσει αυτή που είχε σχηματίσει ο Ερωτόκριτος όταν πρωτοαντίκρυσε το δωμάτιο του. Το μέρος ήταν σαν να είχε μείνει κολλημένο στη δεκαετία του ’80, ήταν λες και ο χρόνος δεν είχε περάσει από πάνω του και μάλιστα αυτό ίσχυε και για τις πρώτες φάτσες που συνάντησε. Ήταν κυρίως μεγάλοι άνθρωποι, όχι απαραίτητα στην ηλικία του Ερωτόκριτου, που φαινόταν ότι ερχόντουσαν σε αυτό το μέρος για χρόνια. Νεαρόκοσμος υπήρχε, αλλά όχι πολύς. Για έναν περίεργο λόγο το μέρος του θύμιζε την Αιγιάλη της δεκαετίας του ’80, μόνο που τα τότε «φρικιά», όπως και ο ίδιος άλλωστε, είχαν πλέον μεγαλώσει. Είχε το ενδιαφέρον του, αλλά του Ερωτόκριτου του έφερε και μια κάποια μελαγχολία, από την οποία τον έβγαλαν αμέσως τα γέλια των παιδιών, που είχαν ήδη αρχίσει να παίζουν και να περνάνε καλά.

Κάθισαν και μέχρι να έρθει το φαγητό τα παιδιά απομακρύνθηκαν για να παίξουν στην παραλία. Η Φωτεινή ήξερες μέσες άκρες τα τελευταία τεκταινόμενα στη ζωή του Ερωτόκριτου, όμως δεν ήταν αδιάκριτη και περίμενε εκείνον να ξεκινήσει την κουβέντα, ο οποίος, βέβαια, δεν άργησε να πάρει μπρος, καθώς ένιωθε ακόμη έντονη την ανάγκη να εξιστορεί τις περιπέτειες του, ήταν ένας είδος λύτρωσης γι’ αυτόν. Έτσι της μίλησε για το τέλος της συζυγικής του σχέσης, της είπε για τον τρελό αλλά σύντομο έρωτα με μια κοπέλα που είχε γνωριστεί τυχαία, της ανέφερε το άγχος και την περιέργεια που είχε για την καινούργια του ζωή από τον Σεπτέμβρη και μετά, και άλλα πολλά. Η Φωτεινή τον άκουγε με προσοχή και όποτε τον διέκοπτε το έκανε με μαεστρία, οδηγώντας τον σε περαιτέρω εξομολογήσεις, που έκαναν τον Ερωτόκριτο να αισθάνεται διαρκώς και καλύτερα. Το φαγητό ήρθε, ήρθαν και τα παιδιά, και άρχισαν όλοι, πλην του Ερωτόκριτου να τρώνε με όρεξη. Κάτι τσίμπαγε κι αυτός, αλλά το μυαλό του ήταν μακριά, είχε κολλήσει σε εκείνο το πολύ μακρινό πλέον καλοκαίρι του 1980, στην Κεφαλονιά, στην πανσιόν «Δελφίνι». Αλλά και στον Γιάννη Μαρή.

Ο Ερωτόκριτος είχε από την πλευρά του πατέρα του έναν θείο που ήταν μπάτσος. Περίεργος μπάτσος θα έλεγε κανείς, αφού το τελευταίο που τον ενδιέφερε ήταν η τήρηση της τάξεως. Μπον βιβέρ για την εποχή του, τού άρεσαν τα αυτοκίνητα, οι γυναίκες, τα ταξίδια, δεν είχε παιδιά και αυτό τον διευκόλυνε να επιδίδεται με υπερβολή στα άλλα. Τα τελευταία χρόνια της «καριέρας» του στην αστυνομία, που συνέπεσαν με τα τέλη της δεκαετίας του ’70, για να συμπληρώνει τον μισθό του, δούλευε security στην «Απογευματινή», στα γραφεία της στην οδό Φειδίου. Οπότε ερχόταν στο πατρικό του Ερωτόκριτου για να δει τον πατέρα και αδελφό του, αλλά και τα ανίψια του, πάντοτε κουβαλούσε μαζί του βιβλία που τα έδινε στον Ερωτόκριτο, αφού ήξερε το πάθος του για το διάβασμα. Βιβλία που τα έδινε ο Γιάννης Μαρής, στον οποίο τα έδιναν οι εκδοτικοί οίκοι της εποχής για βιβλιοκριτική και βιβλιοπαρουσίαση ακριβώς στην «Απογευματινή». Το ωραίο στην ιστορία ήταν και άρεσε συχνά στον Ερωτόκριτο να το λέει, πως δεν ήταν οι γονείς του που τον μύησαν στην κριτική σκέψη και πράξη, αλλά ο θείος του ο μπάτσος!, αφού μπορεί να φανταστεί κανείς τι βιβλία έστελναν στον Γιάννη Μαρή εκείνη την εποχή της μεταπολίτευσης. Μαζί με αυτά ο Ερωτόκριτος διάβασε και πάρα πολλά του ίδιου του Μαρή, με τα ταξιδιωτικο-αστυνομικά να τον συναρπάζουν λίαν ιδιαιτέρως. Από τότε έβαζε τον εαυτό του στη θέση του ήρωα και σκεφτόταν πως θα ήταν αν συνέβαινε και σε εκείνον κάτι ανάλογο. Κάτι που, βεβαίως, δεν περίμενε ότι θα του συμβεί τώρα στα εξήντα του και με τη ζωή του αναστατωμένη μεν προς το παρόν, αλλά όχι και τόσο ανήσυχη όπως ας πούμε στα είκοσί του.

Τέλειωσαν το φαγητό τους και η Φωτεινή με τα παιδιά κίνησαν για τη σκηνή, καθώς ήταν πολύ κουρασμένοι. Εκείνος επέστρεψε στο δωμάτιο να περάσει την πρώτη του νύχτα, μόλις άνοιξε την πόρτα ένιωσε πως είχε υπερένταση και για να του περάσει αποφάσισε να πιει μια τελευταία μπύρα, να καπνίσει ένα τοσκάνο και, επιτέλους, να διαβάσει. Επιτέλους, γιατί τον τελευταίο καιρό, με την ένταση που τον διαπερνούσε, είχε κόψει, ποιος αυτός;, το διάβασμα, δεν μπορούσε με τίποτα να συγκεντρωθεί στις τυπωμένες σελίδες, το μυαλό του έτρεχε συνεχώς αλλού και κυρίως στην Αντωνία, τη σύντομη αλλά τόσο όμορφη ερωτική του περιπέτεια. Βγήκε στο μπαλκόνι και πριν προλάβει να ανοίξει το φως, τον καλησπέρισε από δίπλα του η όμορφη Ουκρανή με τα σπαστά της ελληνικά. Ο Ερωτόκριτος ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, είπε μέσα του «τυχερός ο εργολάβος» και ξεκίνησε να καπνίζει, να πίνει μπύρα και να διαβάζει ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που είχε αγοράσει στο πρόσφατο ταξίδι φυγής στο Μιλάνο, «Η κρίση της αφήγησης» λεγόταν, του Γερμανο-κορεάτη φιλόσοφου Μπιουνγκ Τσιουλ Χαν. «Σκέψου να αρχίσουν το σεξ» είπε μέσα του, αλλά από το διπλανό δωμάτιο δεν ακουγόταν τίποτα, απόλυτη ησυχία. Όταν τέλειωσε πούρο, μπύρα και τα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, τα μάτια του έκλειναν. Η πρώτη του μέρα στο Βαθύ είχε τελειώσει, κουρασμένος καθώς ήταν, κοιμήθηκε βαθιά.

Τίποτα δεν προμήνυε αυτά που θα συνέβαιναν τη δεύτερη μέρα. Η μέρα ξεκίνησε τυπικά, υποτυπώδες πρωινό, πορτοκαλάδα, καφές, η απαραίτητη γυμναστική με τα λάστιχα, άραγμα στο μπαλκόνι και συνέχιση της ανάγνωσης. Ο Ερωτόκριτος σκέφτηκε ότι αφού είχε αρχίσει και πάλι να διαβάζει, τα πράγματα είχαν αρχίσει να μπαίνουν σε έναν καλό δρόμο. «Άμα πετύχω και καμιά ωραία κυρία, μοναχική ψυχή όπως εγώ, μπορεί και να πάνε πρίμα». Είδε την Ουκρανή και τον εργολάβο να κατεβαίνουν στη θάλασσα και καλημερίστηκαν ευγενικά. Ο Ερωτόκριτος, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, είχε σκεφτεί ότι το δωμάτιο και το όλο σκηνικό προσφερόταν για ένα έγκλημα αλά Μαρή και το ζεύγος του φάνηκε το πλέον κατάλληλο για μια τέτοια ιστορία, αλλά αμέσως έδιωξε αυτές του τις σκέψεις, «μην γκαντεμιάσω τους ανθρώπους, μια χαρά φαίνονται να περνάνε». Το τηλέφωνο χτύπησε, ήταν η Φωτεινή που έπαιρνε πρωινό με τα παιδιά στο μπαρ του κάμπινγκ. Ο Ερωτόκριτος της είπε ότι σε λίγα λεπτά θα ήταν εκεί. Έβαλε το μαγιό του μπας και έκανε κάνα μπάνιο, πήρε τα απαραίτητα συμπράγκαλα, πετσέτα, βιβλίο, γυαλιά ηλίου, καπέλο, πορτοφόλι, έριξε μια τελευταία ματιά στα μηνύματα ελπίζοντας πως θα του είχε στείλει κάποιο μήνυμα η Αντωνία, αλλά που τέτοια τύχη, κλείδωσε και έφυγε.

Το μπαρ του κάμπινγκ είχε κάμποσο καιρό, στο παρακείμενο ποτάμι έπαιζαν ένα σωρό παιδιά, ανάμεσά τους ο Αίαντας και ο Άρης. Ο Ερωτόκριτος χαιρέτισε από μακριά τον Αίαντα, που του έριξε ένα γλυκό χαμόγελο και συνέχισε να παίζει με τον φίλο του. «Σε λίγο ούτε που θα μου μιλάει ο μάγκας», σκέφτηκε, αλλά δεν τον πείραζε κάτι τέτοιο, τα παιδιά θέλουν παιδιά, όσο πιο γρήγορα απογαλακτιστούν τόσο το καλύτερο για όλους, αν και είχε μια πολύ καλή σχέση με τον Αίαντα, πάντα πίστευε και υποστήριζε πως τα παιδιά δεν πρέπει να έχουν φίλους τους γονείς τους, πρέπει να κάνουν φίλους, αυτό είναι το ωραίο, απολαυστικό και ελπιδοφόρο στη ζωή. Κάθισε με τη Φωτεινή για να πιει έναν δεύτερο καφέ και τότε την είδε. Η κοπέλα στο μπαρ ήταν ίδια η Αντωνία, η ίδια κατατομή προσώπου, τα χρώματα, η σωματοδομή, το γενικότερο στυλ. «Πάει, βλέπω φαντάσματα», σκέφτηκε, έστρεψε αλλού το βλέμμα του αλλά ξαναγύρισε στην κοπέλα, η Φωτεινή κατάλαβε την αναστάτωσή του και τον ρώτησε τι συμβαίνει. Της είπε την αλήθεια και μάλιστα της τόνισε ότι αν ήθελε να πάρει μια ιδέα για τη γυναίκα που του είχε πάρει τα μυαλά, μπορούσε να την έχει από εκείνη που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά τους.

Επειδή κατάλαβε ότι η κοπέλα κάποια στιγμή τον κοίταξε απορημένη, πιθανότατα διερωτώμενη γιατί αυτός ο τύπος την κοιτούσε τόσο έντονα, όταν πήγε να πάρει τον καφέ του της ζήτησε συγγνώμη αν την είχε ενοχλήσει, «μου θυμίζεις έντονα ένα αγαπημένο μου πρόσωπο» της είπε, της ζήτησε και πάλι συγγνώμη, και ξαναγύρισε στο τραπέζι του. «Κουφά πράγματα», σκέφτηκε από μέσα και ξεκίνησε μια κοινότοπη κουβέντα για το μέρος, το κάμπινγκ, τα παιδιά κλπ. Ώσπου, σε κάποια στιγμή, ένιωσε τα αγαπημένα του μαύρα γυαλιά Σέρτζο Τακίνι να χαλαρώνουν από τη μια πλευρά, είχε λασκάρει μια βίδα και έπρεπε να τη σφίξει για να μη διαλυθούν. Γνωστό το πρόβλημα, γνωστή και η λύση, έπρεπε να βρει ένα αιχμηρό όργανο, ένα κατσαβίδι για να σφίξει τη βίδα, και αφού κατσαβίδι δεν είχε, έπρεπε να πάρει ένα μαχαίρι με αιχμηρή μύτη για να κάνει τη δουλειά. «Καλή ευκαιρία για να ξαναμιλήσω στην τύπισσα», σκέφτηκε και όντως πήγε και της ζήτησε ένα αιχμηρό μαχαίρι. Εκείνη τον κοίταξε περίεργα και τον ρώτησε τι το θέλει. Ο Ερωτόκριτος έκανε συχνά αστεία, οπότε της είπε ότι το ήθελε για να σκοτώσει τη γυναίκα που καθόταν μαζί του, εκείνη τον κοίταξε απορημένη, του είπε ότι μαχαίρι δεν του δίνει, με τις γυναικοκτονίες που συνέβαιναν τελευταία σίγουρα θα της πέρασε από το μυαλό ότι ο τύπος είναι τρελός μπορεί και να το εννοεί, ο Ερωτόκριτος κατάλαβε ότι το αστείο δεν ήταν πετυχημένο, της εξήγησε αμέσως τι ήθελε το μαχαίρι και εκείνη, γελώντας πια και αυτή με τη σειρά της, πήγε και του το έφερε. Ο Ερωτόκριτος έσφιξε τη βίδα και επέστρεψε στο τραπέζι του.

Η υπόλοιπη μέρα πέρασε ωραία, μπάνιο στη θάλασσα, το ποτάμι που να το πλησιάσει, ήταν παγωμένο, συζήτηση με κάποιους άλλους φίλους από τα παλιά που παραθέριζαν και εκείνοι εκεί, κουβεντούλα με τη Φωτεινή, παιχνίδι με τον Αίαντα για να μην ξεχνάει και τις πατρικές του υποχρεώσεις, επιστροφή στο δωμάτιο όλοι μαζί για να κάνουν το απαραίτητο μπάνιο, φαγητό στην ταβέρνα και μια τελευταία μπύρα και πάλι στο μπαρ του κάμπινγκ. Η ώρα είχε περάσει, καληνύχτισε τη Φωτεινή, τα παιδιά και κάποιους από τους φίλους που κι αυτοί ετοιμάζονταν για τη νυχτερινή κατάκλιση και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς μόλις είχε τελειώσει η πανσέληνος, ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια, τα λίγα φώτα του διευκόλυναν την επιστροφή. Άρχισε να ανεβαίνει τα λίγα σκαλιά που οδηγούσαν στο δωμάτιο του και τότε είδε πως η πόρτα του διπλανού δωματίου ήταν ανοιχτή, όμως από μέσα δεν ακουγόταν τίποτα, δεν φαινόταν να υπάρχει κανείς.

«Η περιέργεια σκοτώνει τη γάτα» λένε οι Αγγλοσάξωνες και ο Ερωτόκριτος αγνοώντας τη σοφή ρήση, κατευθύνθηκε στο διπλανό δωμάτιο. Και έμεινε ξερός. Πάνω στο κρεβάτι, ξαπλωμένη ανάσκελα, η Ουκρανή ήταν γεμάτη στα αίματα, με ένα μαχαίρι καρφωμένο στο στήθος. Ο Ερωτόκριτος δεν μπορούσε να το πιστέψει, ανοιγόκλεισε τα μάτια λες και ήθελε να ξυπνήσει από ένα κακό όνειρο, όμως το θέαμα δεν άλλαξε, η Ουκρανή μισόγυμνη, μέσα στα αίματα και με ένα μαχαίρι καρφωμένο στο στήθος. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να πάει μέσα να δει τι έχει συμβεί και αυτό έκανε, άνοιξε την πόρτα και πήγε προς το κρεβάτι. Η Ουκρανή ήταν νεκρή, το κατάλαβε αμέσως, ασυναίσθητα άγγιξε το μαχαίρι, τραβήχτηκε απότομα και ξαναβγήκε έξω. Τι να κάνει; Το αυτονόητο. Πήρε αμέσως τηλέφωνο την οικοδέσποινα και όταν ξαφνιασμένη εκείνη τον ρώτησε τι συμβαίνει, εκείνος, μπερδεύοντας τα λόγια του της είπε τι είχε συμβεί. Καθώς μιλούσε δυνατά, ξύπνησε ένα ζευγάρι που έμενε στο παραδίπλα δωμάτιο και όλοι μαζί περίμεναν την οικοδέσποινα που δεν άργησε να φτάσει. Βεβαίως, μετά από κάμποση ώρα έφτασαν και οι μπάτσοι.

Ο Ερωτόκριτος κάθισε στο πίσω μπαλκόνι του δωματίου του, αμήχανος και έκπληκτος. «Ρε συ», σκέφτηκε, «το είπα και έγινε, ο Γιάννης Μαρής στο Βαθύ Γυθείου». Σε λίγο έφτασε και ένα νοσοκομειακό, πήραν το πτώμα και στο δωμάτιο έμεινε ένας μπάτσος να το φιλάει μέχρι να έρθει συνεργείο σήμανσης από τη Σπάρτη. Στο μεταξύ όλοι οι ένοικοι είχαν βγει από τα δωμάτια τους, είχε πια ξημερώσει όταν επήλθε μια κάποια ησυχία. Ο Ερωτόκριτος είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα του και τον ξύπνησε η φασαρία από τον ερχομό της σήμανσης, παντού μπάτσοι, κι ένας εισαγγελέας, που καθώς ήταν ο Ερωτόκριτος ήταν ο πρώτος που είχε βρει το πτώμα, έπρεπε να τον ακολουθήσει στο Γύθειο για να δώσει κατάθεση. Ο Ερωτόκριτος πήρε τη Φωτεινή να της εξηγήσει τι είχε συμβεί, εκείνη έμεινε άλαλη, στην αρχή νόμιζε ότι της έκανε πλάκα, αλλά μετά κατάλαβε ότι τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. Του είπε να μην ανησυχεί, θα έμενε με τα παιδιά στα οποία, βεβαίως, δεν θα έλεγε τίποτα και θα τον περίμενε να επιστρέψει. Ο Ερωτόκριτος μπήκε στο περιπολικό μαζί με τον εισαγγελέα και σε λίγο βρέθηκε στο τμήμα του Γυθείου.

Έδωσε μια τυπική ανάκριση, και ο ίδιος προσπαθούσε να καταλάβει πού ήταν η αλήθεια και πού το ψέμα, όμως το γεγονός παρέμενε: είχε βρει ένα πτώμα στο διπλανό του δωμάτιο. Ένας μπάτσος τον έβαλε να υπογράψει την κατάθεσή του και μετά, με ένα μπατσικό με συμβατικές πινακίδες επέστρεψε στο Βαθύ. Πήγε κατευθείαν στο μπαρ του κάμπινγκ όπου τον περίμεναν η Φωτεινή και κάμποσος κόσμος, ξαφνικά ο Ερωτόκριτος είχε γίνει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Παρατήρησε ότι η κοπέλα στο μπαρ τον κοιτούσε κάπως παράξενα όταν της ζήτησε έναν καφέ, δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, το θεώρησε φυσιολογικό, δεν συναντάς εύκολα έναν αυτόπτη μάρτυρα ενός εγκλήματος σε ένα ήσυχο τουριστικό θέρετρο. Οι φίλοι του τού έκαναν και τη σχετική πλάκα, μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Ερωτόκριτος είχε βρεθεί σε αστυνομικό τμήμα λόγω της ένταξής του στον αναρχικό «χώρο», κάτι πολύ διαφορετικό από το είναι μάρτυρας σε έναν φόνο. Ο Ερωτόκριτος από τη μια ήταν συγκλονισμένος με ότι είχε συμβεί, από την άλλη σκεφτόταν ότι το παράξενο καλοκαίρι που ζούσε έπαιρνε και μιαν άλλη τροπή, αντί για γνωριμία με μια ωραία κυρία που θα του έφτιαχνε τη διάθεση, είχε γνωρίσει τον θάνατο. Η μέρα κύλησε χωρίς άλλα απρόοπτα, οι πληροφορίες ήταν συγκεχυμένες, όταν επέστρεψε στο δωμάτιο το βράδυ, ένας βλοσυρός βλαχόμπατσος τον καλησπέρισε ψυχρά, ήταν σκοπιά έξω από το διπλανό δωμάτιο που ήταν αναστατωμένο από τη δουλειά της σήμανσης, παντού η γνωστή άσπρη σκόνη για τα αποτυπώματα. Έπεσε ξερός για ύπνο, ουσιαστικά δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, καλά καλά δεν πρόλαβε να βγάλει τα ρούχα του και να πλύνει τα δόντια του.

Τον ξύπνησε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν 12 το μεσημέρι. Άνοιξε και είδε μπροστά του δύο κλασικές μπατσόφατσες, ο ένας φορούσε στολή, ο άλλος με πολιτικά. Τον ρώτησαν πώς λέγεται και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο Γύθειο. Ρώτησε γιατί και εκείνοι του απάντησαν ότι έπρεπε να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Ζήτησε χρόνο να ετοιμαστεί, έπρεπε να τηλεφωνήσει στη Φωτεινή για να την ενημερώσει ότι θα έλειπε για λίγο. Του έκανε εντύπωση ότι οι μπάτσοι δεν τον άφησαν να ντυθεί και να τηλεφωνήσει μόνος του, ενώ από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα είδε να στέκεται κι ένας ακόμη μπάτσος με στολή κάτω από το μπαλκόνι του. Του Ερωτόκριτου δεν του άρεσε το σκηνικό, έμπειρος από ιστορίες με μπάτσους, αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όπως του είχε διδάξει ο έτερος αδελφός του πατέρα του, παλιός ελασίτης με μεγάλες περιπέτειες στη διάρκεια του εμφυλίου, δεν είπε τίποτα, όσα λιγότερα λες με τους μπάτσους τόσο καλύτερα, τους ακολούθησε ήσυχα στο περιπολικό. Σε λίγη ώρα έφταναν και πάλι στο τμήμα του Γυθείου, όπου τον οδήγησαν σε ένα δωμάτιο και τον άφησαν για λίγη ώρα μόνο του.

Πρώτος μπήκε ο μπάτσος με τη στολή. «Γιατί ρε μαλάκα τη σκότωσες την κοπέλα, δεν σου κάθισε να τη γαμήσεις κι εσύ τη σκότωσες;». Ο Ερωτόκριτος έμεινε άναυδος, όμως κράτησε την ψυχραιμία του, μέτρησε από μέσα του μέχρι το δέκα και είπε: «Δεν καταλαβαίνω τι λες», αμέσως στον ενικό για να του δείξει ότι δεν τον φοβάται, επίσης παλιό κόλπο του θείου του, «την κοπέλα τη βρήκα νεκρή, σας το είπα, ούτε καν τη γνώριζα, απλώς είχαμε ανταλλάξει μια καλημέρα και μια καλησπέρα». Δεν είχε προλάβει να τελειώσει την κουβέντα του και μπήκε ο άλλος μπάτσος με τα πολιτικά. «Κύριε Καλογερίδη», του είπε, «θέλετε καφέ, τσιγάρο, να τα πούμε λιγάκι με την ησυχία μας». Ο Ερωτόκριτος ακολούθησε την τρίτη συμβουλή του θείου του, «ποτέ μην πίνεις καφέ και μην καπνίζεις σε μια ανάκριση, είναι κλασικό κόλπο των μπάτσων, ο καφές και ο καπνός διευκολύνουν τη συζήτηση, άσε που αν σου έρθει κατούρημα οι μπάτσοι δεν σε αφήνουν να πας στην τουαλέτα, σου σπάνε τα νεύρα κι έτσι γίνεσαι ευάλωτος στις ορέξεις τους». Είπε ήρεμα ότι δεν καταλαβαίνει γιατί τον κατηγορούν και ο «ευγενικός» μπάτσος του το ξεφούρνισε: «Θα κατηγορηθείτε για φόνο κύριε Καλογρίδη, τα αποτυπώματά σας βρέθηκαν τόσο στο δωμάτιο όσο, κυρίως, στο μαχαίρι του φόνου. Εξάλλου υπάρχει μαρτυρία ότι ζητήσατε μαχαίρι στο μπαρ και είπατε ότι το θέλατε για να σκοτώσετε κάποιαν». Ο Ερωτόκριτος πάλι τα έχασε, αλλά και πάλι δεν άφησε να φανεί. Σκέφτηκε ότι αυτή τη φορά το αστείο του μπορεί να αποδεικνυόταν τραγικό, απ’ ότι φαινόταν τον περίμενε μεγάλη ταλαιπωρία. Ζήτησε να επικοινωνήσει με Φωτεινή, καθώς στο μέρος δεν ήταν μόνος του, συνόδευε το παιδί του και ο ένστολος μπάτσος του απάντησε επιθετικά «αυτό μαλάκα να το σκεφτόσουν πριν φας την τύπισσα», όμως αμέσως ο άλλος επενέβη και του είπε «κάντε το κύριε Καλογερίδη, όπως καταλαβαίνετε θα μείνετε σήμερα εδώ». Αμέσως τον ρώτησε αν θέλει να επικοινωνήσει και με έναν δικηγόρο, όμως ο Ερωτόκριτος δεν τσίμπησε, δεν ήθελε να δείξει ότι φοβάται, ζήτησε απλώς να μιλήσει με τη Φωτεινή και να της εξηγήσει το πρόβλημα, είπε «πως δεν ένιωθε προς το παρόν την ανάγκη να επικοινωνήσει με δικηγόρο, το ζήτημα θα λυθεί ταχέως, πρόκειται για παρεξήγηση».

Τον άφησαν και πάλι μόνο του και τότε ο Ερωτόκριτος μπόρεσε να βάλει σε κάποια τάξη τις σκέψεις του. Είχε κάνει ένα αστείο και τώρα βρισκόταν αντιμέτωπος με την κατηγορία του φόνου. Από την άλλη η Ουκρανή δεν ήταν μόνη της, υπήρχε και ο εργολάβος που είχε εξαφανιστεί, ή, τουλάχιστον, αυτός δεν τον είχε δει πουθενά. Γιατί οι υποψίες να βάραιναν αυτόν και όχι εκείνον; Αμέσως το μυαλό του πήγε στο γεγονός ότι όντας σεσημασμένος αναρχικός, άλλο που δεν ήθελαν οι μπάτσοι να τον βάλουν σε περιπέτειες. «Τα καθίκια», σκέφτηκε, «αφού δεν μπορούσαν τόσα χρόνια να με δέσουν με πολιτικές κατηγορίες, να τώρα που πάνε να με τυλίξουν με έναν φόνο». Εκείνη τη στιγμή η πόρτα ξανάνοιξε και ο μπάτσος με τα πολιτικά μπήκε μέσα. «Διάβασα τον φάκελο σας κύριε Καλογερίδη, είστε ενδιαφέρουσα περίπτωση. Από μικρός στους αναρχικούς, καταλήψεις, φασαρίες, βιβλία, ομιλίες, ενδιαφέρουσα περίπτωση, έχω δουλέψει στην αντιτρομοκρατική για χρόνια, ξέρω για σας, ειλικρινά το μόνο που δεν περίμενα από έναν τύπο όπως εσείς να σκοτώνατε για την καύλα σας». Ο Ερωτόκριτος τον κοίταξε στα μάτια, μολονότι ο μπάτσος φορούσε μαύρα γυαλιά μπορούσε να διακρίνει το βλέμμα του, κατάλαβε ότι δεν ήταν τόσο σίγουρος για την κατηγορία που του απέδιδε. «Κύριε αστυνόμε», του είπε, «φασίστα ή μπάτσο μπορεί να σκότωνα και δεν θα είχα τύψεις συνειδήσεως γι’ αυτό, θα πλήρωνα το τίμημα της επιλογής μου, αλλά να σκοτώσω μια γυναίκα, άγνωστη, που μάλιστα είναι και με τον εραστή της είναι τελείως εκτός της πραγματικότητάς μου, το καταλαβαίνετε κι εσείς. Παρεμπιπτόντως, πού είναι ο εραστής, Τον πιάσατε ή όχι ακόμη;». Ο μπάτσος γέλασε και έβγαλε τα γυαλιά του. «Από την Αθήνα μου είπαν ότι είστε ένας πολύ ευφυής άνθρωπος και το διαπίστωσα κι εγώ. Είστε ελεύθερος κύριες Καλογερίδη, αν και πολύ θα ήθελα να σας κρατούσα και να σας χαλούσα τις διακοπές. Πολλά μας έχετε κάνει εσείς και το σινάφι σας, μια κάποια ταλαιπωρία μπορεί και να σας έβαζε μυαλό. Ο εραστής είναι ο δολοφόνος, συνελήφθη περιπλανώμενος στον αυτοκινητόδρομο Βαθύ-Γύθειο, ομολόγησε ότι την σκότωσε με ένα μαχαίρι που είχε πάρει από το μπαρ του κάμπινγκ, επειδή τη ζήλευε και πίστευε ότι τα είχε φτιάξει με τον συνεταίρο του. Κοινότυπη περίπτωση, αλλά κι εσείς να κόψετε τα πολλά αστεία γιατί μπορεί να σας βγουν κάποτε ξινά».

Ο Ερωτόκριτος σηκώθηκε να φύγει και ζήτησε να τον πάνε πίσω με ένα περιπολικό. Ο μπάτσος γέλασε και πάλι και του είπε «κύριε Καλογερίδη, έχετε επανειλημμένως φωνάξει το γνωστό σύνθημα που όλους σας ενώνει και ζητάτε εξυπηρέτηση από την αστυνομία, υπάρχουν και ταξί στο Γύθειο». Ο Ερωτόκριτος δεν είπε τίποτα, ούτε καν χαιρέτισε, βγήκε στην αποβάθρα και κάθισε για λίγο να ρεμβάζει τη θάλασσα. Πήρε τη Φωτεινή και της είπε ότι όλα είχαν τελειώσει, όλα καλά, θα επέστρεφε σε λίγο, επρόκειτο για μια μεγάλη παρεξήγηση. Πήγε σε ένα παρακείμενο μπαρ, παρήγγειλε καφέ και άναψε ένα τοσκάνο, που ευτυχώς είχε μαζί του. Αμέσως σκέφτηκε την Αντωνία. Ούτε την πρώην γυναίκα του, ούτε τον Αίαντα, ούτε τον Γιάννη Μαρή. Αν δεν είχε γνωρίσει την Αντωνία, δεν θα εντυπωσιαζόταν από τη γυναίκα στο μπαρ, δεν θα έψαχνε τρόπο να της πιάσει κουβέντα πέρα από τις συνηθισμένες ατάκες, δεν, δεν, δεν… Τον πλησίασε ένας μαύρος που πουλούσε διάφορα μπιχλιμπίδια, αποφάσισε να πάρει έναν φακό γιατί δεν είχε μαζί του κάποιον. «Με αυτόν θα ρίξω φως στο επόμενο μυστήριο που θα μου συμβεί στο Βαθύ, δεν μπορεί, κάτι άλλο θα γίνει». Όμως, τίποτα άλλο δεν συνέβη τελικά. Οι μέρες πέρασαν, συνηθισμένες διακοπές ενός χωρισμένου πατέρα με τον γιό και τις φίλες/του, κάποιες ενδιαφέρουσες συζητήσεις, βόλτες στο διπλανό κάμπινγκ και φαγητό σε ένα ωραίο χωριό της περιοχής, μπάνιο, μοναχικό ποτάκι στο μπαρ, τέλειωσε και το βιβλίο του, κλασικά πράγματα. Πριν φύγει ζήτησε από την κοπέλα στο μπαρ τη διεύθυνσή της για να της στείλει το επόμενο βιβλίο του που θα έβγαινε στον Σεπτέμβρη και καθώς σε αυτό περιεχόταν η ιστορία του με την Αντωνία, της είπε πως διαβάζοντάς το θα καταλάβαινε καλύτερα πως είχαν ξεκινήσει όλα αυτά. Η κοπέλα δέχθηκε αμήχανη, ο Ερωτόκριτος σκέφτηκε πως θα είπε μέσα της «ένας ακόμη τρελός χωρισμένος στο κάμπινγκ», όμως από την άλλη μπορεί και να είπε «ρε ιστορίες που έχουν οι άνθρωποι και πού μπορεί να τους οδηγήσουν».

Στον δρόμο της επιστροφής, όταν σταμάτησαν για καφέ και τα παιδιά είχαν πάει να παίξουν κάπως μακριά η Φωτεινή του είπε: «Πρέπει να την αγάπησες πολύ την Αντωνία». Και ο Ερωτόκριτος της απάντησε: «Πιο πολύ αγάπησα την περιπέτεια και μάλιστα την αστυνομική. Ίσως γι’ αυτό να έγινα αναρχικός. Αφού τους μπάτσους τους μίσησα από μικρός και η κλασική παραβατικότητα δεν με ενέπνεε, τι μου έμενε να γίνω εκτός από αναρχικός; Βέβαια το να κατηγορηθώ για γυναικοκτόνος είναι μεγάλη ξεφτίλα, αλλά αφού η ιστορία αυτή τελείωσε ανέξοδα, το μόνο που μένει είναι να τη γράψω, μπας και αισθανθώ κι εγώ για λίγο Γιάννης Μαρής». Η Φωτεινή χαμογέλασε, σκέφτηκε πόσο ρομαντικός ήταν κατά βάθος ο φίλος της και απάντησε στο τηλέφωνο στη μαμά του Αίαντα που τη ρωτούσε σε πόση ώρα θα έφταναν στην Αθήνα. Ο Ερωτόκριτος σκέφτηκε ότι η πρώην γυναίκα του δεν είχε πάρει εκείνον στον τηλέφωνο να τον ρωτήσει σχετικά, κατάλαβε ότι όλα είχαν τελειώσει, τον περίμενε ένας μοναχικός Σεπτέμβρης, τουλάχιστον από ερωτική παρέα, αφού από τις άλλες είχε μπόλικη, έσβησε στο τασάκι το τοσκάνο του, άλλαξε γυαλιά επειδή είχε αρχίσει να βραδιάζει και ασυναίσθητα ήλεγξε τις βίδες τους. Όλες στη θέση τους. «Πάμε για άλλα» είπε και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητο αγκαλιάζοντας τον Αίαντα που είχε τρέξει χαρούμενα προς το μέρος του.

 

Παναγιώτης Καλαμαράς

13/8/2024, στο γραφείο της Πανεπιστημίου 64

 

Υ.γ. Αφιερωμένο στη μνήμη του Χ.Π.. Σοφία, αναρχικού ποιητή και ζωγράφου, μια ακόμη απώλεια σε αυτό το ζοφερό καλοκαίρι, η κλάση μας όλο και αραιώνει. Ο Μπάμπης ήταν πιστός επισκέπτης στο βιβλιοπωλείο της Ερεσσού, εξερευνούσε προσεκτικά τις νέες εκδόσεις και πάντοτε έφευγε με κάποιο βιβλίο ή έντυπο. Συνέχισα να τον βλέπω σποραδικά, κυρίως τον συναντούσα στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο της Θεμιστοκλέους, έδρα των εκδόσεων Κουκίδα, όπου είχε εκδώσει κάμποσα πονήματά του, αλλά και σε διάφορες διαδηλώσεις. Ο Μπάμπης εκτός από ποιητής, ήταν και καλός ζωγράφος, όπως και ένας ευφυής αναρχικός, που διέθετε την απαραίτητη κριτική ματιά, οδηγό πάντοτε για σοβαρές συζητήσεις. Φαινόταν μοναχικός, αλλά ήταν επικοινωνιακός και ευγενικός, όπως πολλές και πολλοί από τη γενιά μας. Η φιγούρα του, η περσόνα του, θα μας λείψει.        


Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

ΠΕΡΙ ΑΠΩΛΕΙΑΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Στις 22 και 23 Ιούλη τρέχοντος έτους, έχασα (χάσαμε) δύο από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου, προστιθέμενες/οι σε μια άλλη σειρά τέτοιων που με (μας) αποχαιρέτισαν τα τελευταία χρόνια και ιδίως αυτή τη χρονιά του 2024. Τη στιγμή που γράφω αυτά, στις 27 Ιούλη, στον αγαπημένο μου Αγρίλη έχοντας απέναντί μου την ομορφιά της ζωής με το όνομα Ερρίκος, σκέφτομαι ότι έχω κουραστεί να γράφω νεκρολογίες προς ανάρτηση σε αυτό το blog. Όμως είναι ο ύστατος και πλέον ανακουφιστικός τρόπος να λες αντίο σε εκείνες και σε εκείνους που κυριολεκτικά σε συντρόφεψαν σε αυτή την περιπέτεια που λέγεται ζωή, σε αυτό το παραμύθι, που αν και για την καθεμιά και τον καθένα είναι διαφορετικό, έχει πάντοτε το ίδιο τέλος, έναν θάνατο, μια μάζωξη φίλων και μια καταγραφή αναμνήσεων, άλλοτε γενικότερων και άλλοτε πιο προσωπικών. Κάμποσες μέρες πριν, συνάντησα τυχαία στη διασταύρωση Πανεπιστημίου και Πατησίων (που ουδέποτε στη ζωή μου θα αποκαλέσω Ελευθερίου Βενιζέλου και 28ης Οκτωβρίου) τις αδελφές Τζούδα, την Έφη και τη Νίκη. Τα είπαμε για λίγοι, τους εκμυστηρεύθηκα «στο πόδι», που λέμε, τη θλίψη μου από μια πρόσφατη συναισθηματική μου αναστάτωση, όπως πάντοτε αυτές μου ευχήθηκαν καλή τύχη, με την υπενθύμιση ότι όλα περνάνε, εμάς ποτέ δεν θα μας πάρει τίποτα οριστικά από κάτω. Και να που τώρα θα πρέπει εγώ να τους δώσω κουράγιο για την απώλεια ενός ανθρώπου, του Γιώργου Σιούνα, με τον οποίο έκαναν πολλά και δημιουργικά πράγματα, να τους δώσω θάρρος, όπως σε μένα και σε πολλές άλλες και άλλους, για μια απώλεια που είναι διαφορετική από όλες τις άλλες, καθότι οριστική και αμετάκλητη, για τον θάνατο δηλαδή ενός συνοδοιπόρου σε εγχειρήματα που σημάδεψαν τη γενιά και την εποχή μας. Την ίδια περίοδο συναντιόμουν ανελλιπώς με τον συμμαθητή, φίλο, σύντροφο και εν κατακλείδι κατ’ επιλογήν αδελφό Χρήστο Βούλη, ο οποίος επίσης με τη μεγάλη του καρδιά και απέραντη κατανόηση, μου συμπαραστάθηκε σε αυτή τη μεγάλη θλίψη που προκαλεί η απώλεια ενός προσώπου που πολύ αγάπησα, εδώ, ευτυχώς, πρόκειται για μια απώλεια «απλώς» συναισθηματικού τύπου. Ποιος θα περίμενε, ότι από τις 22 Ιούλη και μετά, θα έπρεπε να του συμπαρασταθώ εγώ για μια δική του (μας) απώλεια, αυτή της αγαπημένης του (μας) Ανθής Κακογιαννάκη, συνιδρύτριας και ακάματης συνοδοιπόρου στην περιπέτεια που έφερε τον διακριτό τίτλο «Στο νησί της αλφαβήτου», αλλά και στην περιπέτεια της ελευθεριακής εκπαίδευσης εν Ελλάδι εν γένει, όπως και σε αυτή που είναι η ίδια η ζωή του Χρήστου.

Μου είναι δύσκολο να περιγράψω με λίγα λόγια την Ανθή και τον Γιώργο. Δύο ανθρώπους, που από το δικό τους μετερίζι τόσο η μία όσο και ο άλλος, συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε η ζωή, η δική μου αλλά και τόσων πολλών άλλων, να έχει ενδιαφέρον, γνώση, απόλαυση, προσδοκία, ελπίδα. Την Ανθή τη γνώρισα μέσω του Χρήστου στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στο εκδοτικό και πολιτικό εγχείρημα «Η Αρένα και οι μονομάχοι της», η σχέση μαζί της συνεχίστηκε μέσα από την έκδοση του περιοδικού «Στο νησί της αλφαβήτου» και διατηρήθηκε ακέραια και ζωντανή μέχρι σήμερα, με εμβληματικές τις συναντήσεις στο σπίτι του Χρήστου την ημέρα των εκλογών. Μια ρουτίνα, αυτή η τελευταία, που ανανέωνε την πίστη μας ότι παρά τα χαστούκια της ετερόνομης κοινωνία στην οποία ζούμε, εμείς συνεχίζουμε να είμαστε αδιόρθωτα αντίπαλοί της, προσδοκώντας πάντοτε ότι, αφού τελικά έχουμε αποδεδειγμένα δίκιο, άσχετα αν η υποταγμένη πλειοψηφία περί άλλων τυρβάζει, κάποια στιγμή, δεν μπορεί, τα όνειρα και οι πρακτικές μας θα βρουν τη δικαίωση που τους αξίζουν (και για την Ανθή τέτοια δικαίωση ήταν, π.χ., το Μικρό Δέντρο στη Θεσσαλονίκη). Τον Γιώργο τον γνώρισα πάνω-κάτω την ίδια εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, καθώς η κοινή μας αγάπη για τα ανταγωνιστικά κινήματα της δεύτερης πατρίδας μας, της Ιταλίας, μας έκανε αδελφοποιτούς με την υπογραφή του αίματος που συνιστούσαν, κυρίως, οι κινηματικές εκδόσεις γύρω από τον θαυμαστό κόσμο της εργατικής αυτονομίας. Ο Γιώργος ήταν ένας από τους πρώτους που μοιραζόμουν τις σκέψεις για τα βιβλία που έβγαιναν στη γείτονα χώρα σχετικά με τα χρόνια της δεκαετίας του ’70, αλλά και την ευρύτερη κριτική σκέψη και πρακτική γύρω από τον λεγόμενο χώρο της μετα-αυτονομίας, ήταν πάντοτε, μετά από ένα ταξίδι μου εκεί, ένας από τους πρώτους που θα συζητούσα για τα βιβλία που είχα φέρει, χωρίς να παραλείπουμε να συζητάμε για τα βιβλία που είχε ανακαλύψει εκείνος. Και αυτό τόσο στα γραφεία της «Βαβέλ» στη Γενναδίου όσο και στα άλλα της Ζωοδόχου Πηγής και Σόλωνος. Αν και είχαμε χαθεί τα τελευταία κάμποσα χρόνια, πάντοτε σκεφτόμουν ότι κάποια καινούργια έκδοση που ανακάλυπτα θα ενδιέφερε σίγουρα τον Γιώργο και πάντοτε ήλπιζα ότι κάποια στιγμή, δεν μπορεί, θα συζητούσαμε γι’ αυτή. Τώρα πια ξέρω ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, όπως ξέρω ότι ποτέ πια δεν θα συζητήσω με την Ανθή για τη μιζέρια των εκπαιδευτικών κύκλων και τους τρόπους να βγούμε από αυτή, καθώς πλέον έχω και προσωπικό ενδιαφέρον λόγω της ύπαρξης στη ζωή μου του Ερρίκου.

Περί απώλειας ο λόγος λοιπόν. Αυτής της καταληκτικής, ανεπίστρεπτης, τελεσίδικης απώλειας που είναι ο θάνατος. Πάντοτε σκεφτόμουν ότι η απώλεια, λόγω χωρισμού, ενός έρωτα, μιας φιλίας, μιας καλής επαγγελματικής σχέσης έχει παρόλα αυτά κάτι το ελπιδοφόρο. Με την έννοια ότι η άλλη, ο άλλος, συνεχίζει να υπάρχει, να κινείται, να πορεύεται και ίσως, κάποια στιγμή, είτε θα τον δεις κάπου μακριά και θα του κάνεις ένα κρυφό νεύμα, είτε θα τον συναντήσεις και θα ανταλλάξετε έστω και κοινοτοπίες. Θα πληγωθείς, θα στενοχωρηθείς που πια δεν ήσασταν όπως κάποτε, αλλά τουλάχιστον υπάρχει, μπορεί πια να είσαστε πολύ μακριά, αλλά και μόνο η φευγαλέα παρουσία του σου θυμίζει ότι κάποτε κάνατε μαζί κάποια θαυμαστά πράγματα. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση του θανάτου; Εδώ δεν υπάρχει χώρος ούτε για έναν υπαινιγμό σε εκείνο το παρελθόν, ούτε για μια συγγνώμη που δεν ειπώθηκε ποτέ, ούτε για μια ανασκευή κάποιων πραγμάτων που δεν έγιναν όπως θα θέλαμε, ούτε για την υπενθύμιση στιγμών που σημάδεψαν τη ζωή μας έστω και αν δεν είχαν την κατάληξη που σίγουρα προσδοκούσαμε. Ο θάνατος είναι αυτό που κουβαλούμε σταθερά από μικρές και μικροί, είμαστε τα μοναδικά έμβια όντα που ξέρουμε όπως ότι κι αν γίνει, ότι κι αν κάνουμε, στο τέλος μας περιμένει για να μας τυλίξει το ξύλινο παλτό όπως μου είπε κι ένα μεσημέρι αυτού του ίδιου Ιούλη η φίλτατη Θέκλα Τσελεπή, πάλι κατά τη διάρκεια δικών μου σκέψεων περί της θλίψη του έρωτα. Αυτό είναι που δεν μπορούμε να αντέξουμε οι άνθρωποι, αυτό είναι που μας κάνει είτε δημιουργικούς, αγαπητικούς και μαχητικούς για μιαν άλλη προσωπική και κοινωνική ζωή, είτε μνησίκακους, ωμούς και απεχθείς. Εμείς, η μικρή μας άθραυστη φυλή που έλεγε και ο Τζούλιαν Μπεκ, είμαστε πάντοτε με τους πρώτους, αυτή είναι δική μας απάντηση στο ατέρμονο σισύφειο μαρτύριο της ύπαρξης. Με σταθερές αξίες την ισοελευθερία, την αδελφοσύνη, την αλληλεγγύη, προσπαθούμε να ξορκίσουμε το άχθος του θανάτου με την ομορφιά του έρωτα, της αμφισβήτησης, της κριτικής σκέψης και πράξης, ενίοτε χάνουμε τον δρόμο, αλλά ο μπούσουλας της ελευθερίας πάντοτε μας δείχνει τον δρόμο για το βορειοδυτικό πέρασμα. Ώσπου, κάποια στιγμή, ο θάνατος που τόσο απωθήσαμε, έρχεται να μας υπενθυμίσει τη «ματαιότητα» της ύπαρξής μας. Όμως, μια ζωή όπως αυτή της Ανθής και του Γιώργου, δεν άξιζε πράγματι τον κόπο; Σαφώς και τον άξιζε, άλλωστε τέτοιοι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να ζήσουν αλλιώς, κι αν είναι κάτι που σε όλη αυτή την ιστορία θα πρέπει να μας μείνει είναι ότι σημασία δεν έχει ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν, αλλά ότι έζησαν τη ζωή του με έναν τρόπο που τους έκανε πολύτιμους και αξέχαστους. Όχι για λόγους ματαιοδοξίας αλλά για λόγους ουσίας. Εγώ, και τόσες άλλοι και άλλες αυτές τις στιγμές, δεν μπορούν να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς την ύπαρξη ανθρώπων όπως η Ανθή και ο Γιώργος. Και αυτό, σαφώς, τους κάνει αξέχαστους και πολύτιμους ακόμη και τώρα που η απώλειά τους είναι οριστική και αμετάκλητη. Λυπάμαι πολύ που λόγοι «ανωτέρας βίας» δεν μου επέτρεψαν να παραβρεθώ στο τελευταίο αντίο. Αλλά ίσως είναι προτιμότερο να τους θυμάμαι, και θα τους θυμάμαι, μακριά από εκείνο το σάβανο και εκείνες τις λέξεις, το χώμα, τα λουλούδια που συνοδεύουν τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Αρνούμαι να τους αποχαιρετίσω, ξέρω ότι δεν υπάρχει στο «επανιδείν, όμως εγώ, ο πεισματικά υλιστής, τους λέω απλώς γειά, ξέρω ότι δεν θα τους ξανασυναντήσω, αλλά το γεγονός ότι τους συνάντησα, ότι συναντηθήκαμε, είναι για μένα μια τεράστια ανακούφιση, έκαναν τη ζωή μου πιο όμορφη και γι’ αυτό όσο ζω θα τους ευγνωμονώ.

Παναγιώτης Καλαμαράς

 

Υ.γ. Θεώρησα πως μια φωτογραφία από το αντιφασιστικό Παρίσι είναι το καλύτερο κατευόδιο στα φιλαράκια μου (μας).

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Η επινόηση του εχθρού - Giorgio Agamben


Πιστεύω ότι πολλοί διερωτούνται γιατί η Δύση και, πιο συγκεκριμένα, οι ευρωπαϊκές χώρες, αλλάζοντας ριζικά την πολιτική που ακολουθούσαν τις τελευταίες δεκαετίες, αποφάσισαν ξαφνικά να καταστήσουν τη Ρωσία θανάσιμο εχθρό τους. Μπορούμε, το δίχως άλλο, να δώσουμε μιαν απάντηση. Η ιστορία δείχνει πως όταν, για κάποιον λόγο, εξασθενούν οι αρχές που εγγυώνται την ταυτότητά μας, η επινόηση ενός εχθρού είναι εκείνος ο μηχανισμός που επιτρέπει –αν και με έναν ευκαιριακό και, σε τελική ανάλυση, καταστροφικό τρόπο– τη συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου. Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Είναι προφανές ότι η Ευρώπη έχει εγκαταλείψει όλα αυτά που πίστευε εδώ και αιώνες –ή, τουλάχιστον, πίστευε πως πίστευε: τον Θεό της, την ελευθερία, την ισότητα, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη. Αν στη θρησκεία –με την οποία ταυτιζόταν η Ευρώπη– δεν πιστεύουν πλέον ούτε οι παπάδες, και η πολιτική έχει χάσει εδώ και καιρό την ικανότητά της να προσανατολίζει τη ζωή των ανθρώπων και των λαών. Η οικονομία και η επιστήμη, που έχουν πάρει τη θέση τους, δεν είναι σε θέση, με κανέναν τρόπο, να εγγυηθούν μια ταυτότητα που δεν έχει τη μορφή αλγόριθμου. Η επινόηση ενός εχθρού τον οποίο κάποιος αντιμάχεται με κάθε μέσο είναι, σε αυτό το σημείο, ο μόνος τρόπος για να καλμάρει η αυξανόμενη αγωνία μας σε σχέση με όλα αυτά στα οποία δεν πιστεύουμε πλέον. Και δεν είναι σαφώς απόδειξη ύπαρξης φαντασίας η επιλογή ως εχθρού εκείνου που για σαράντα χρόνια, από την ίδρυση του ΝΑΤΟ (1949) μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου (1989), επέτρεψε την παρουσάι σε ολόκληρο τον πλανήτη του λεγόμενου Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος έμοιαζε μέχρι πρόσφατα, τουλάχιστον στην Ευρώπη, να έχει λήξει οριστικά .

Ενάντια σε αυτούς που προσπαθούν ηλιθιωδώς να ξαναβρούν με αυτόν τον τρόπο κάτι στο οποίο να πιστεύουν, πρέπει να θυμίσουμε ότι ο μηδενισμός –η απώλεια κάθε πίστης– είναι ο πιο ανησυχητικός επισκέπτης, που όχι μόνο δεν μας αφήνει να ηρεμήσουμε επικαλούμενοι κάποια ψέματα, αλλά δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην καταστροφή εκείνον που τον έβαλε σπίτι του.

 

31 Μάη

 

Κείμενο αλιευθέν από τη στήλη που διατηρεί ο συγγραφέας-φιλόσοφος στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι του Marco Bongiorni, «Ο άνθρωπος που κλαίει», 2021. 

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Θεός, άνθρωπος, ζώο - Giorgio Agamben


Όταν ο Νίτσε, σχεδόν 150 χρόνια πριν, έκανε τη διάγνωσή του για τον θάνατο του Θεού, πίστευε ότι αυτό το πρωτόγνωρο συμβάν θα άλλαζε ριζικά την ύπαρξη των ανθρώπων επί γης. «Πού κινούμαστε τώρα;» έγραψε, «δεν είναι η δική μας μια συνεχής πτώση; […] υπάρχει ακόμη ένα πάνω κι ένα κάτω; Δεν περιπλανιόμαστε, ίσως, μέσα σε ένα ατέλειωτο τίποτα;». Και ο Κιρίλοφ, ο πρωταγωνιστής των Δαιμονισμένων, του οποίου τα λόγια είχε προσεχτικά μελετήσει ο Νίτσε, σκεφτόταν τον θάνατο του Θεού με το ίδιο εγκάρδιο πάθος και είχε εξάγει, ως αναγκαία συνέπεια, μια χειραφέτηση μιας βούλησης χωρίς πλέον όρια και, ταυτοχρόνως, το μη νόημα και την αυτοκτονία: «Αν υπάρχει Θεός, εγώ είμαι ο Θεός… Αν υπάρχει Θεός, όλη η βούληση είναι δική του, κι εγώ δεν μπορώ να ξεφύγω από τη βούλησή του. Αν δεν υπάρχει Θεός, όλη η βούληση είναι δική μου, κι είμαι υποχρεωμένος να επιβεβαιώσω την ελεύθερη κρίση μου… Είμαι υποχρεωμένος να αυτοπυροβοληθώ, επειδή η πλήρης έκφραση της ελεύθερης κρίσης μου είναι να σκοτώσω τον ίδιο τον εαυτό μου».

Είναι κάτι σε σχέση με το οποίο δεν πρέπει να κουραζόμαστε να σκεφτόμαστε, καθώς ενάμισι αιώνα μετά, αυτό το πάθος μοιάζει σήμερα να έχει εξαφανιστεί εντελώς. Οι άνθρωποι έχουν ήρεμα επιβιώσει του θανάτου του Θεού και συνεχίζουν να ζουν χωρίς να φτιάχνουν, λες και δεν έχει συμβεί τίποτα. Λες και τίποτα –ακριβώς– δεν έχει συμβεί. Ο μηδενισμός, που οι ευρωπαίοι διανοούμενοι είχαν δοξάσει αρχικά τον πιο ανησυχητικό από τους παρευρισκόμενους, έγινε μια καθημερινή συνθήκη ταυτοχρόνως θερμή και αδιάφορη, με την οποία, αντιθέτως με ότι πίστευαν ο Τουργκένιεφ και ο Ντοστογιέφσκι, ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ, είναι δυνατόν να συνυπάρχουμε ήσυχα, συνεχίζοντας να αναζητούμε χρήμα και εργασία, να παντρευόμαστε και να χωρίζουμε, να ταξιδεύουμε και να πηγαίνουμε διακοπές. Ο άνθρωπος περιπλανιέται σήμερα χωρίς να σκέφτεται πλέον μια γη του κανενός, πέρα όχι μόνο από το θεϊκό και το ανθρώπινο, αλλά και (αναπαυόμενων εν ειρήνη εκείνων που θεωρητικοποιούν κυνικά μια επιστροφή των ανθρώπων στη φύση από την οποία προέρχονται) το ζωικό.

Σίγουρα κάποιος θα πει ότι όλα αυτά δεν έχουν νόημα, ότι χωρίς το θεϊκό δεν ξέρουμε πια πώς να σκεφτούμε το ανθρώπινο και το ζωικό, όμως κάτι τέτοιο σημαίνει απλώς ότι τώρα όλα και τίποτα είναι δυνατά. Το τίποτα: δηλαδή πως το όριο δεν βρίσκεται πια στον κόσμο, αλλά μένει η γλώσσα (αυτό είναι, αν το καλοσκεφτούμε, η μόνη σημασία του όρου «τίποτα» –ότι, δηλαδή, η γλώσσα καταστρέφει, κάτι που συμβαίνει, τον κόσμο, πιστεύοντας ότι μπορεί να επιβιώσει αυτής της καταστροφής). Όλα: ίσως και –κι αυτό είναι για μας το κρίσιμο ζήτημα– η εμφάνιση μιας νέας μορφής –νέας, δηλαδή αρχαϊκής και, ταυτοχρόνως, εγγύτατης, τόσο κοντινής που δεν καταφέρνουμε να τη δούμε. Ποιανού και τι πράγματος; Του θεϊκού, του ανθρώπινου, του ζωικού; Σκεφτόμαστε πάντοτε το έμβιο εντός αυτής της τριάδας, ταυτοχρόνως θαυμαστής και αβέβαιης, βάζοντας πάντοτε τα μεν εναντίον των δε, τα μεν μαζί με τα δε. Μήπως έχει έρθει η στιγμή να θυμηθούμε κατά πόσο το έμβιο δεν είναι ακόμη ούτε θεός, ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, αλλά, απλώς, μια ψυχή, δηλαδή μια ζωή;

 

18 Μάρτη 2024

 

Κείμενο από τη στήλη που διατηρεί ο Ιταλός φιλόσοφος στην ιστοσελίδα των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Αφιερωμένο εξαιρετικά στη μνήμη δύο σημαντικών ανθρώπων όχι μόνο στη δική μου ζωή αλλά και σε αυτή πολλών άλλων που τιμούν αυτή την ιδιότητα. Μιλώ για την Τζανιώ Προβελέγγιου, που μου έκανε την τιμή να υλοποιήσει ένα σωρό εξώφυλλα για τις Εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα και τον Θοδωρή Κυβελέα, που πάντοτε φρόντιζε την παρουσία των ανωτέρω εκδόσεων στο αγαπημένο βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ, αν οι εκδόσεις αυτές κράτησαν για 36 χρόνια, το οφείλουν σε μεγάλο βαθμό και σε αυτούς τους δύο ανθρώπους.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Ευρώπη ή η αγυρτεία - GIORGIO AGAMBEN


Είναι πιθανόν ότι λίγοι ανάμεσα σε αυτούς που ετοιμάζονται να πάνε να ψηφίσουν στις ευρωπαϊκές εκλογές, έχουν αναρωτηθεί για την πολιτική σημασία της κίνησής τους. Καθώς καλούνται να εκλέξουν ένα όχι και με τον καλύτερο τρόπο ορισθέν σαν «ευρωπαϊκό κοινοβούλιο», μπορούν να πιστεύουν, λίγο πολύ καλόπιστα, πως θα κάνουν κάτι το οποίο αντιστοιχεί με την εκλογή των κοινοβουλίων των χωρών των οποίων είναι πολίτες. Είναι καλό να ξεκαθαρίσουμε αμέσως ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Όταν μιλάμε σήμερα για Ευρώπη, η μεγάλη αφαίρεση έχει να κάνει κυρίως με την ίδια την πολιτική και νομική πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μια πραγματική και ουσιαστική μεταφορά, αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αποφεύγεται παντοιοτρόπως να καταστεί συνειδητή μια αλήθεια τόσο ενοχλητική όσο και προφανής. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι αν δούμε τα πράγματα από την οπτική γωνία του συνταγματικού δικαίου η Ευρώπη δεν υφίσταται: αυτό που αποκαλούμε «Ευρωπαϊκή Ένωση» είναι τεχνικά ένα σύμφωνο μεταξύ κρατών, που έχει να κάνει αποκλειστικά με το διεθνές δίκαιο. Η συμφωνία του Μάαστριχτ, που τέθηκε εν ισχύ το 1993 και μας έδωσε τη σημερινή μορφή της Ευρώπης, είναι η ακραία κύρωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας σαν απλή διακυβερνητική συμφωνία μεταξύ κρατών. Ξέροντας ότι το να μιλούν για δημοκρατία αναφορικά με την Ευρώπη δεν είχε νόημα, οι λειτουργοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσπάθησαν να καλύψουν αυτό το δημοκρατικό κενό φέρνοντας στο προσκήνιο το σχέδιο για το λεγόμενο ευρωπαϊκό σύνταγμα.

Έχει σημασία το γεγονός ότι το κείμενο που έφερε αυτόν τον τίτλο, επεξεργασμένο από επιτροπές γραφειοκρατών χωρίς καμία λαϊκή επικύρωση και εγκεκριμένο από μια διακυβερνητική διάσκεψη το 2004, όταν εκτέθηκε στη λαϊκή ψήφο, στη Γαλλία και την Ολλανδία το 2005, απορρίφτηκε παταγωδώς. Μπροστά στην αποτυχία να πάρει τη λαϊκή έγκριση, που εκ των πραγμάτων ακύρωνε έτσι το αυτοαποκαλούμενο σύνταγμα, το σχέδιο εγκαταλείφθηκε σιωπηλά –και ίσως θα έπρεπε να πω ντροπιαστικά– και αντικαταστάθηκε από μια νέα διεθνή συμφωνία, τη λεγόμενη Συμφωνία της Λισσαβώνας το 2007. Εξ αυτών προκύπτει, αν το δούμε από μια νομική οπτική γωνία, πως αυτό το κείμενο δεν είναι ένα σύνταγμα, αλλά, για μια ακόμη φορά, μια συμφωνία μεταξύ κυβερνήσεων, που έχει να κάνει μονάχα με το διεθνές δίκαιο, ενώ δεν υπεβλήθη ποτέ σε λαϊκή έγκριση. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι το λεγόμενο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, που πρόκειται να εκλεγεί, δεν είναι, στην πραγματικότητα, ένα κοινοβούλιο, αφού του λείπει η εξουσία να προωθείι νόμους, μια εξουσία που βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Άλλωστε, κάμποσο καιρό πριν το πρόβλημα του ευρωπαϊκού συντάγματος άνοιξε μια συζήτηση μεταξύ ενός Γερμανού νομικού του οποίου κανείς δεν αμφισβητεί την αξιοπιστία, του Ντίτερ Γκριμ και του Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος, όπως η πλειοψηφία εκείνων που αποκαλούνται φιλόσοφοι, στερούνταν πλήρως νομικής κουλτούρας. Ενάντια στον Χάμπερμας, που σε τελική ανάλυση πίστευε πως μπορούσε να θεμελιώσει το σύνταγμα βάσει της δημόσιας γνώμης, ο Ντίτερ Γκριμ είχε δίκιο όταν υποστήριξε την αδυναμία ύπαρξης ενός συντάγματος για τον απλό λόγο ότι δεν υπάρχει ένας ευρωπαϊκός λαός, κι έτσι κάτι όπως η συντακτική εξουσία στερούνταν οποιασδήποτε θεμελίωσης. Αν αληθεύει ότι η συντεταγμένη εξουσία προϋποθέτει μια συντακτική εξουσία, η ιδέα μιας ευρωπαϊκής συντακτικής δύναμης είναι η μεγάλη απούσα στις συζητήσεις για την Ευρώπη.

Αν τη δούμε από την οπτική γωνία των συνταγματικών απαιτήσεων καθιέρωσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν χαίρει καμίας νομιμοποίησης. Γίνεται τότε απολύτως κατανοητό το γεγονός ότι μια πολιτική οντότητα χωρίς νομιμοποιημένο σύνταγμα δεν μπορεί να έχει τη δική της πολιτική. Η μοναδική ομοιότητα με κάτι σαν ενότητα εμφανίζεται όταν η Ευρώπη δρα ως υποτελής των Ηνωμένων Πολιτειών, συμμετέχοντας σε πολέμους που δεν ανταποκρίνονται καθόλου στο κοινό συμφέρον και ακόμη λιγότερο στη λαϊκή βούληση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δρα σήμερα ως παράρτημα του ΝΑΤΟ (το οποίο ΝΑΤΟ είναι με τη σειρά του μια στρατιωτική συμφωνία μεταξύ κρατών). Γι’ αυτό, θυμίζοντας όχι τόσο ειρωνικά τη διατύπωση που ο Μαρξ χρησιμοποιούσε για τον κομμουνισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιδέα μιας ευρωπαϊκής συντακτικής εξουσίας είναι το φάντασμα που πλανιέται σήμερα πάνω από την Ευρώπη και που κανείς δεν τολμά να το επικαλεστεί. Ωστόσο, μόνο μια τέτοια συντακτική εξουσία μπορεί να δώσει νομιμότητα και ουσία στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι –αν, βάσει των λεξικών, αγύρτης είναι «αυτός που επιβάλει στους άλλους να πιστεύουν πράγματα ξένα ως προς την πραγματικότητα και τους κάνει να δρουν σύμφωνα με αυτή την ευπιστία»– στη σημερινή συνθήκη δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια αγυρτεία.

Μια άλλη ιδέα περί την Ευρώπη μπορεί να είναι εφικτή μόνο όταν εκκενώσουμε το πεδίο από αυτή την αγυρτεία. Για να το πούμε άνευ υποκρισιών και επιφυλάξεων: αν θέλουμε να σκεφτούμε πράγματι μια πολιτική Ευρώπη, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να βγάλουμε από τη μέση την Ευρωπαϊκή Ένωση ή, το λιγότερο, να είμαστε έτοιμοι για τη στιγμή όπου αυτή, κάτι που τώρα φαίνεται να επίκειται, θα καταρρεύσει.


20 Μάη 2024


Κείμενο από τη στήλη που διατηρεί ο Ιταλός φιλόσοφος στην ιστοσελίδα των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι από παράσταση του Living Theatre στην Μπολώνια το 1977.



Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Ηθική, πολιτική και κωμωδία - Giorgio Agamben


Χρειάζεται να σκεφτούμε για το ιδιαίτερο γεγονός πως τα δύο αξιώματα που προσπάθησαν να ορίσουν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια το ηθικό και πολιτικό καθεστώς του ανθρώπου στη μοντερνικότητα, προέρχονται από την κωμωδία. Το Homo homini lupus [ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος] –μεντεσές της δυτικής πολιτικής– υπάρχει στον Πλαύτο (Asinaria, στ. 495, όπου, αστειευόμενος, μας προειδοποιεί να προσέχουμε εκείνον που δεν ξέρει ποιος είναι ο άλλος άνθρωπος), ενώ το homo sum, umani nihil a me alienum purto [είμαι άνθρωπος και τίποτα ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο], ίσως η πιο χαρούμενη διατύπωση του θεμελίου κάθε ηθικής, βρίσκεται στον Τερέντιο (Heautontim, στ. 77). Δεν προκαλεί μικρότερη έκπληξη το γεγονός ότι ο ορισμός της αρχής του δικαίου «στον καθένα ότι δικαιούται» (suum cuique tribuere), θεωρούνταν από τους αρχαίους ως ο πλέον κατάλληλος ορισμός αυτού που διακυβεύεται στην κωμωδία, κάτι το οποίο ο Τερέντιος το υποστηρίζει ανεπιφύλακτα, δηλαδή πως κωμικό είναι κατ’ εξοχήν  το να assignare unicuique personae quod proprium est (αποδίδεις στον καθένα αυτό που του αρμόζει). Αν αποδίδουμε στον κάθε άνθρωπο τον χαρακτήρα που τον ορίζει, αυτός γίνεται γελοίος. Ή, γενικότερα, κάθε προσπάθεια ορισμού του ανθρώπινου, καταλήγει αναγκαστικά σε κωμωδία. Είναι αυτό που συμβαίνει με τη γελοιογραφία, στην οποία η προσπάθεια σύλληψης με κάθε κόστος της ανθρωπινότητας του κάθε ατόμου μεταμορφώνεται, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σε κοροϊδία, μας κάνει, ακριβώς, να γελάμε. Ο Πλάτωνας κάτι τέτοιο πρέπει να είχε στον νου του όταν πήρε ως πρότυπα των προσώπων στους διαλόγους του τους σαφώς κωμικούς μίμους  που υπάρχουν στα έργα του Σώφρονος και του Επίχαρμου. «Γνώθι σ’ αυτόν» είναι η αντιθετική αρχή σε κάθε τραγική αλαζονεία και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε ένα παιχνίδι και σε ένα αστείο, αν κι αυτά μπορούν να είναι, και είναι, κάτι το απολύτως σοβαρό. Το ανθρώπινο, πράγματι, δεν είναι μια ουσία της οποίας μπορούμε να βάλουμε άπαξ δια παντός τα όρια –είναι, κυρίως, μια διαδικασία πάντοτε εν εξελίξει, στην οποία ο άνθρωπος δεν παύει να είναι μη άνθρωπος και ζώο, και, ταυτοχρόνως, να γίνεται άνθρωπος και να μιλά. Γι’ αυτό, ενώ η τραγωδία εκφράζει αυτό που δεν είναι ανθρώπινο και, στο σημείο στο οποίο ο ήρωας συνειδητοποιεί απότομα και πικρά τη μη ανθρωπινότητά του, οδηγείται στην αλαλία, η persona, δηλαδή η κωμική μάσκα, δίνει στο γέλιο τη μοναδική δυνατότητα να εκφέρει αυτό που δεν είναι πια και, ωστόσο, παραμένει ανθρώπινο. Και ενάντια στην ακατάπαυστη, μισητή προσπάθεια της Δύσης να αναθέσει στην τραγωδία τον ορισμό της ηθικής και της πολιτικής, χρειάζεται κάθε φορά να θυμόμαστε ότι η διαμονή του ανθρώπου στη γη είναι μια κωμωδία –ίσως όχι θεϊκή, αλλά που προδίδει, μέσω του γέλιου, τη μυστική, ευπειθή αλληλεγγύη της με την ιδέα της ευτυχίας.

11 Μάρτη 2024

 

Αλιευθέν από τη στήλη του συγγραφέα στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι του Luigi Russolo, Ιταλού φουτουριστή που δεν συντάχθηκε με τον φασισμό, όπως έκαναν, δυστυχώς, άλλοι ομότεχνοί του.


Ενώ - Giorgio Agamben


Για να απελευθερώσουμε τη σκέψη μας από τις παγίδες που την εμποδίζουν να πετάξει, είναι καλό, πάνω απ’ όλα, να τη συνηθίσουμε να μην σκέφτεται πια με ουσιαστικά (τα οποία, όπως το ίδιο το όνομά τους απερίφραστα προδίδει, εγκλωβίζονται σε εκείνη την «ουσία», που η προαιώνια παράδοση πίστεψε ότι μπορεί να συλλάβει το είναι της), αλλά, μάλλον (όπως πρότεινε κάποτε να κάνουμε ο Γουίλιαμ Τζέιμς ), με προθέσεις και επιρρήματα. Ότι η σκέψη, το ίδιο το μυαλό [mente] έχει, μπορούμε να πούμε, έναν μη ουσιαστικό αλλά επιρρηματικό χαρακτήρα, μας θυμίζει το ιδιαίτερο γεγονός ότι στη γλώσσα μας [την ιταλική, σ.τ.μ.], για να φτιάξουμε ένα επίρρημα, αρκεί να προσθέσουμε σε ένα επίθετο τη συλλαβή «mente»: amorosamente, crudelmente, meravigliosamente [ερωτικώς, αγρίως, υπέροχα]. Το όνομα –το ουσιαστικό– είναι ποσοτικό και επιβλητικό, το ρήμα είναι ποιοτικό και ανάλαφρο: κι αν βρεθούμε σε δυσκολία, νιώσουμε άβολα, δεν θα πρόκειται σίγουρα για ένα «τι πράγμα», αλλά για ένα «πώς», για ένα επίρρημα και όχι για ένα ουσιαστικό. Το «τι να κάνουμε;» παραλύει και εγκλωβίζει, μόνο το «πώς το κάνουμε;» ανοίγει μια οδό διαφυγής.

Έτσι, για να συλλογιστούμε τον χρόνο, κάτι που ανέκαθεν βασάνιζε το μυαλό των φιλοσόφων, τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο από το να εμπιστευτούμε –όπως κάνουν οι ποιητές– τα επιρρήματα: «πάντοτε», «ποτέ», «ήδη», «αμέσως», «ακόμη» και, ίσως το πιο μυστηριώδες από όλα, «ενώ». Το «ενώ» (από το λατινικό dum interim) δεν αναφέρεται σε ένα χρονικό σημείο [tempo], αλλά σε κάτι που υπάρχει «ανάμεσα σε κάποια χρονικά σημεία» [frattempo], δηλαδή στην παράξενη ταυτοχρονία δύο πράξεων ή δύο χρονικών σημείων. Το ισοδύναμό του στις ρηματικές εκφράσεις είναι το γερούνδιο, το οποίο δεν είναι, ακριβώς, ούτε ρήμα ούτε όνομα, αλλά υποθέτει ένα ρήμα ή ένα όνομα, τα οποία συνοδεύει: «αλλά πηγαίνει και καθώς πηγαίνει ακούει» λέει ο Βιργίλιος στον Δάντη, ενώ όλοι θυμόμαστε το Romagna του Πάσκολι, «η χώρα όπου, πηγαίνοντας, μας συνοδεύει/η γαλάζια εικόνα του Σαν Μαρίνο». Ας αναλογιστούμε αυτή την ιδιαίτερη στιγμή, την οποία μπορούμε να σκεφτούμε μόνο μέσω ενός επιρρήματος και ενός γερούνδιου: δεν πρόκειται για ένα μετρήσιμο διάλειμμα ανάμεσα σε δύο χρονικά σημεία, και μάλιστα δεν πρόκειται καν για ακριβώς ένα χρονικό σημείο, αλλά σχεδόν για έναν άυλο τόπο στον οποίο κατά κάποιο τρόπο διαμένουμε, σε ένα είδος παραιτημένης και παρεμπίπτουσας διαχρονικότητας. Η πραγματική σκέψη δεν είναι εκείνη που συνάγει και συμπεραίνει σύμφωνα με ένα πριν και ένα μετά: όχι «σκέφτομαι άρα υπάρχω», αλλά, πιο νηφάλια, «ενώ σκέφτομαι, υπάρχω». Και ο χρόνος στον οποίο ζούμε δεν είναι η αφηρημένη και αγχώδης φυγή από άπιαστες στιγμές: είναι αυτό το απλό, ακίνητο «ενώ», στο οποίο πάντοτε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, βρισκόμαστε –η δική μας μικρή αιωνιότητα, που κανένα καταβεβλημένο ρολόι δεν μπορεί ποτέ να μετρήσει.

14 Μάρτη 2024

 

Αλιευθέν από τη στήλη του συγγραφέα στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι του Gianfranco Baruchello.


Η δαμόκλειος σπάθη - Giorgio Agamben


Είναι καλό να μην ξεχνάμε τον θρύλο του Δαμοκλή, που αφηγείται ο Κικέρων στις Τουσκουλανές Διατριβές. Μια μέρα, ο Δαμοκλής, ένας αυλικός του Διονυσίου, τυράννου των Συρακουσών, τον εξυμνούσε «για τα πλούτη του, το μεγαλείο της δύναμής του, τη μεγαλοπρέπεια του παλατιού του». «Δαμοκλή», του απάντησε ο τύραννος, «αφού σου αρέσει αυτή η ζωή, θα ήθελα να σου δώσω μια γεύση της, απολαμβάνοντας κι εσύ τις χαρές μου». Τον έβαλε να καθίσει σε έναν καναπέ φορώντας μια καλοκεντημένη εσάρπα, τοποθέτησε μπροστά του κάμποσα πολύτιμα σκεύη και έβαλε στην υπηρεσία του νέους ασυνήθιστης ομορφιάς, έτοιμους να εκπληρώσουν κάθε του επιθυμία. Ο Δαμοκλής ένιωθε ευτυχισμένος, έως του αντιλήφθηκε ότι από την οροφή κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του ένα αιχμηρό σπαθί, το οποίο συγκρατούσαν απλώς τρίχες αλόγου. Αμέσως ο απρόσεκτος εγκωμιαστής απαρνήθηκε τα πλούτη και την εξουσία, και παρακάλεσε τον Διονύσιο να τον αφήσει να φύγει, γιατί δεν ήθελε πια να είναι πλούσιος με αυτόν τον τρόπο.

Σήμερα βλέπουμε ότι το σπαθί πάνω από τα κεφάλια των τυράννων είναι έτοιμο να πέσει, οι τρίχες που το συγκρατούν πάνω από το κεφάλι του Ζελένσκι έχουν τώρα πια ξεφτίσει και φθαρεί,  και ίσως αύριο και εκείνα τα σπαθιά που επικρέμονται πάνω από τα κεφάλια των συνενόχων ή των εχθρών του, μπορεί να πέσουν. Όμως για μας δεν είναι αυτό το μάθημα που πρέπει να πάρουμε από εκείνον τον θρύλο. Δεν αρκεί να απέχουμε από τους επαίνους που όλοι επιφυλάσσουν στους τυράννους, χρειάζεται επίσης να θυμόμαστε ότι έγκειται σε μας, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, αν όχι να τους κόψουμε το κεφάλι, τουλάχιστον να φθείρουμε και να διαβρώσουμε τις τρίχες που ακόμη κρατούν το σπαθί το οποίο κρέμεται από πάνω του. Το νήμα με το οποίο είναι πιασμένο το σπαθί –δεν πρέπει να κουραστούμε να του το δείχνουμε, αν και ο πρώτος που το ξέρει είναι ο ίδιος ο τύραννος– είναι λεπτό και μόνο η συναίνεση και ο φόβος των πολλών το εμποδίζει να κοπεί.

21 Φλεβάρη 2024

         

Αλιευθέν από τη στήλη του Τζόρτζο Αγκάμπεν στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet


Τρίτη 5 Μαρτίου 2024

Η δύση της Δύσης; - Giorgio Agamben



Στα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε αυτή τη στήλη, μπαίνει συχνά το ζήτημα του τέλους της Δύσης. Σε σχέση με αυτό, καλό είναι να μην υπάρχει κάποια παρεξήγηση. Δεν πρόκειται για την καρτερική –μολονότι διαυγή και πικρή– ενατένιση μιας δύσης που ο Σπένγκλερ και οι άλλοι ψευδοπροφήτες είχαν αναγγείλει εδώ και πολύ καιρό. Εκείνους δεν τους ενδιέφερε τίποτα άλλο παρά εκείνη η δύση, της οποίας ήταν, κατά βάθος, συνένοχοι και μέχρι που την ευχαριστιούνταν, αφού στα σακίδια και στα χρηματοκιβώτια του πνεύματός τους δεν είχε απομείνει ακριβώς τίποτα, οπότε αυτή ήταν, μπορούμε να πούμε, ο μοναδικός τους πλούτος, τον οποίο δεν ήθελαν, με οποιοδήποτε τίμημα, να αποχωριστούν. Γι’ αυτό ο Σπένγκλερ μπόρεσε να γράψει το 1917 ότι «η μοναδική επιθυμία που έχω είναι αυτό το βιβλίο να μπορέσει να σταθεί δίπλα, χωρίς να είναι εντελώς ανάξιο, των στρατιωτικών επιχειρήσεων της Γερμανίας».

Για μας, αντιθέτως, ο θάνατος της Δύσης είναι η ευτυχής ουτοπία, κάτι όπως η μετακινούμενη άμμος της ερήμου, της οποίας την ελπίδα τη χρειαζόμαστε όχι για να βρούμε εκεί κάποια τροφή, αλλά για να σταθούμε πάνω της, προσμένοντας να τη ρίξουμε, με την πρώτη ευκαιρία, στα μάτια των εχθρών μας. Ο θάνατος της Δύσης δεν μας στερεί, ακριβώς, τίποτα ζωντανό και ουσιαστικό, συνεπώς η νοσταλγία είναι έξω από κάθε συζήτηση. Και η ελπίδα μας ενδιαφέρει μόνο ως ο δρόμος που μας πάει σε κάτι το οποίο ήδη γνωρίζουμε, αφού το έχουμε ανέκαθεν και δεν είμαστε διατεθειμένοι να το απαρνηθούμε. Αυτή είναι η κάθετη ακτίνα φωτός, που έρχεται από τον ομοιόμορφο, ζοφερό ορίζοντα της Δύσης. Εδώ πεθαίνει μόνο όποιος είναι ήδη νεκρός, ζει μόνο όποιος είναι ήδη ζωντανός.

 

19 Φλεβάρη 2024

Αλιευθέν από τη στήλη του Τζόρτζο Αγκάμπεν στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1930 ΕΙΝΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ - Giorgio Agamben

Η εικόνα είναι του Roberto Rup Paolini


Τον Νοέμβρη του 1990, ο Ζεράρ Γκρανέλ, ένα από τα πιο διαυγή μυαλά της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας αυτών των χρόνων, έδωσε στη New School for Social Research της Νέας Υόρκης μια διάλεξη της οποίας ο τίτλος, σαφώς ενδεικτικός, δεν παρέλειψε να προκαλέσει τις σκανδαλισμένες αντιδράσεις κάποιων ορθοφρονούντων: «Τα χρόνια της δεκαετίας του 1930 είναι μπροστά μας». Αν και η ανάλυση του Γκρανέλ ήταν σαφώς φιλοσοφική, οι πολιτικές της επιπτώσεις έγιναν αμέσως αντιληπτές από τη στιγμή κατά την οποία αυτό που αποτελούσε το αντικείμενο της διερώτησής του, παρά τη φαινομενικά ανώδυνη χρονολογική παραπομπή, ήταν, απλά και ξεκάθαρα, ο φασισμός στην Ιταλία, ο ναζισμός στη Γερμανία και ο σταλινισμός στη Σοβιετική Ένωση, δηλαδή οι τρεις ριζοσπαστικές πολιτικές απόπειρες «καταστροφής και αντικατάστασης με μια “νέα τάξη”, εκείνου του πράγματος το οποίο μέχρι τότε αναγνωριζόταν ως Ευρώπη». Ο Γκρανέλ ευλόγως υποστήριξε ότι η πνευματική και πολιτική ευρωπαϊκή τάξη στάθηκε τόσο τυφλή  μπροστά σε εκείνη την τριπλή καινοτομία όσο στέκεται –τη δεκαετία του 1990, αλλά και σήμερα– μπροστά στην ανησυχητική, αν και με διαφορετικό τρόπο, επανεμφάνισή της. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι ο Λεόν Μπλουμ, ηγέτης των Γάλλων σοσιαλιστών, είχε μπορέσει να δηλώσει, σχολιάζοντας τις γερμανικές εκλογές του Ιούλη του 1932, πως σε σχέση με τους αντιπροσώπους της παλιάς Γερμανίας, «ο Χίτλερ είναι το σύμβολο του πνεύματος της αλλαγής, της ανανέωσης και της επανάστασης», και ότι μια νίκη του φον Σλάιχερ θα του προξενούσε «μεγαλύτερη θλίψη από εκείνη του Χίτλερ». Και πώς να κρίνουμε την πολιτική οξυδέρκεια του Ζωρζ Μπατάιγ και του Αντρέ Μπρετόν, οι οποίοι, μπροστά στις διαμαρτυρίες για τη γερμανική κατοχή της Ρηνανίας, μπόρεσαν να γράψουν χωρίς να ντρέπονται: «Προτιμάμε, σε κάθε περίπτωση, την αντιδιπλωματική κτηνωδία του Χίτλερ, πιο ειρηνική εκ των πραγμάτων, από τη σαλιάρικη υπερδιέγερση των διπλωματών και των πολιτικών». Η κεντρική θέση αυτού του δοκιμίου, του οποίου προτείνω ενθέρμως την ανάγνωση, είναι ότι προκειμένου να οριστεί η εν εξελίξει ιστορική διαδικασία, τόσο της δεκαετίας του 1930 όσο και της δεκαετίας του 1990 στην οποία γράφτηκε το συγκεκριμένο δοκίμιο, αυτό που χρειάζεται είναι να δοθεί το πρωτείο στο αόριστο σε σχέση με το τετελεσμένο, επ’ ονόματι μιας εξέλιξης που επιδιώκει, εντελώς χωρίς όρια, την κατάργηση σε κάθε πλαίσιο –οικονομικό, επιστημονικό, πολιτισμικό– των ηθικών, πολιτικών και θρησκευτικών εμποδίων τα οποία μέχρι σήμερα, με κάποιον τρόπο, την περιόριζαν. Και, ταυτοχρόνως, επίσης μέσω των παραδειγμάτων του φασισμού, του ναζισμού και του σταλινισμού, ο Γκρανέλ έδειξε πώς μια παρόμοια διαδικασία απειροστικότητας και ολικής κινητοποίησης κάθε πλευράς της κοινωνικής ζωής, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή.

Χωρίς να υπεισέρχομαι στις λεπτομέρειες αυτής της σαφώς πειστικής ανάλυσης, αυτό που προπάντων με ενδιαφέρει να επισημάνω εδώ, είναι οι αναλογίες σε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα. Το ότι τα χρόνια της δεκαετίας του 1930 του 20ου αιώνα είναι ακόμη μπροστά μας δεν σημαίνει ότι σκοπεύουμε να ξαναδούμε σήμερα, με την ίδια μορφή, τα υπό συζήτηση ανώμαλα γεγονότα. Σημαίνει, μάλλον, αυτό που ο Μπορντίγκα ήθελε να εκφράσει όταν έγραψε, μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, πως οι νικητές θα είναι οι εκτελεστές της διαθήκης των ηττημένων. Παντού οι κυβερνώντες, ασχέτως χρώματος και τοποθέτησης, δρουν ως εκτελεστές εκείνης της διαθήκης, την οποία έχουν αποδεχτεί χωρίς τα χρέη της. Παντού βλέπουμε να συνεχίζεται τυφλά η ίδια απεριόριστη διαδικασία παραγωγικής μεγέθυνσης και τεχνολογικής ανάπτυξης που ο Γκρανέλ κατήγγειλε, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ύπαρξη, αναχθείσα απλώς στη βιολογική της βάση, μοιάζει να απαρνείται κάθε άλλη έμπνευση που δεν έχει να κάνει με τη γυμνή ζωή και, φαίνεται διατεθειμένη να θυσιάσει χωρίς επιφυλάξεις, όπως είδαμε τα τελευταία τρία χρόνια, την πολιτική της ύπαρξη. Με τη διαφορά, ίσως, ότι τα σημάδια της τύφλωσης, της απουσίας σκέψης και μιας πιθανής, επικείμενης αυτοκαταστροφής (την οποία επικαλούνταν ο Γκρενέλ), έχουν ιλιγγιωδώς πολλαπλασιαστεί. Όλα αυτά μας κάνουν να σκεφτόμαστε ότι μπαίνουμε –τουλάχιστον στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες της Δύσης– στην ακραία φάση μιας διαδικασίας που δεν είναι δυνατό να προβλέψουμε με βεβαιότητα το τέλος, της οποίας, όμως, οι συνέπειες, αν η γνώση των ορίων δεν σταθεί ικανή να μας αφυπνίσει, θα μπορούσαν να είναι καταστροφικές.

 

15 Γενάρη 2024, δημοσιευθέν στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ - Giorgio Agamben

Η εικόνα είναι του Sergio Bianchi


Με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να αλλάξουμε πραγματικά την κοινωνία και την κουλτούρα εντός των οποίων ζούμε; Οι μεταρρυθμίσεις, μέχρι και οι επαναστάσεις, αν και μεταμορφώνουν τους θεσμούς και τους νόμους, τις σχέσεις παραγωγής και τα αντικείμενα, δεν αμφισβητούν εκείνα τα βαθύτερα στρώματα που διαμορφώνουν την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο και τα οποία θα πρέπει να προσεγγίσουμε προκειμένου η αλλαγή να είναι πραγματικά ριζική. Ωστόσο, εμείς έχουμε καθημερινά την εμπειρία κάποιου πράγματος που υπάρχει με διαφορετικό τρόπο από όλα τα άλλα πράγματα και τους θεσμούς που μας περιβάλλουν, αλλά που όλα τα επηρεάζει και τα καθορίζει: αυτό είναι η γλώσσα. Ασχολούμαστε, πρωτίστως, με πράγματα γνωστά, κι όμως συνεχίζουμε να μιλάμε στον αέρα και, όπως συχνά συμβαίνει, χωρίς ποτέ να αναρωτιόμαστε τι κάνουμε όταν μιλάμε. Με αυτόν τον τρόπο είναι ακριβώς η αρχική μας εμπειρία της γλώσσας που παραμένει πεισματικά κρυμμένη και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, είναι αυτή η αδιαφανής ζώνη, μέσα και έξω από εμάς, που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και δρούμε. Η φιλοσοφία και οι γνώσεις της Δύσης, αντιμέτωπες με αυτό το πρόβλημα, πίστεψαν ότι θα  το λύσουν υποθέτοντας πως αυτό που κάνουμε όταν μιλάμε, είναι ότι ενεργοποιούμε ένα γλωσσικό σύστημα, ότι, δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει η γλώσσα είναι μια γραμματική, ένα λεξικό και ένα σύνολο κανόνων, προκειμένου να συντεθούν τα ονόματα και οι λέξεις σε έναν λόγο. Εξ αυτού προκύπτει ότι ο καθένας γνωρίζει πως αν πρέπει κάθε φορά να επιλέγουμε συνειδητά τις λέξεις ενός λεξικού και να φτιάχνουμε από αυτές, άλλο τόσο συνειδητά, μια φράση, εμείς δεν θα μπορούμε με κανέναν τρόπο να μιλάμε. Εν τούτοις, στην πορεία της προαιώνιας διαδικασίας επεξεργασίας και διδασκαλίας, το γλωσσικό σύστημα-γραμματική έχει διεισδύσει μέσα μας και έχει γίνει ο ισχυρός μηχανισμός μέσω του οποίου η Δύση έχει επιβάλει τη γνώση και την επιστήμη της σε όλον τον πλανήτη. Ένας μεγάλος γλωσσολόγος έγραψε κάποτε ότι κάθε αιώνας έχει τη γραμματική της φιλοσοφίας του: θα ήταν άλλο τόσο σωστό, και ίσως πιο αληθινό, το αντίθετο, ότι δηλαδή κάθε αιώνας έχει τη φιλοσοφία της γραμματικής του, ότι ο τρόπος με τον οποίο αρθρώνουμε τη γλωσσική μας εμπειρία σε ένα γλωσσικό σύστημα και σε μια γραμματική καθορίζει μοιραία και τις συνάψεις της σκέψης μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η διδασκαλία της γραμματικής γίνεται στο δημοτικό: το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθει ένα παιδί είναι πως αυτό που κάνει όταν μιλάει έχει μια συγκεκριμένη δομή και ότι αυτή η τάξη [ordine] πρέπει να συμμορφώνεται με τη σκέψη του. Συνεπώς είναι μόνο στον βαθμό στον οποίο καταφέρνουμε να αμφισβητήσουμε αυτή τη θεμελιώδη παραδοχή, που ένας πραγματικός μετασχηματισμός της κουλτούρας μπορεί να είναι δυνατός. Οφείλουμε να δοκιμάσουμε να σκεφτούμε εξ υπαρχής τι κάνουμε όταν μιλάμε πέφτοντας σε εκείνη την αδιαφανή ζώνη και να διερωτηθούμε όχι για τη γραμματική και το λεξικό, αλλά για τη χρήση που κάνουμε του σώματος και της φωνής μας, ενώ οι λέξεις μοιάζουν να βγαίνουν σχεδόν μόνες τους από τα χείλη μας. Θα δούμε, τότε, ότι σε αυτή την εμπειρία υπάρχει ένα άνοιγμα στον κόσμο και στις σχέσεις μας με τους ομοίους μας, και πως, τουλάχιστον, η εμπειρία της γλώσσας είναι, με αυτή την έννοια, η πιο ριζική πολιτική εμπειρία.

 

16 Φλεβάρη 2024, δημοσιευθέν στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodibet

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Ο Μιχάλης και (στην) η κατάληψη Κεραμεικού 46 και Μυλλέρου



Δεν θυμάμαι πώς μοιράστηκαν τα δωμάτια στην κατάληψη στέγης Κεραμεικού 46 και Μυλλέρου. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι τα συντρόφια μου έδωσαν ένα από τα καλύτερα (και μεγαλύτερα), το ανατολικομεσημβρινό επί της Κεραμεικού στον 1ο όροφο. Δίπλα μου, δεξιά, ήταν το δωμάτιο του Φάνη και αριστερά εκείνο του Σωκράτη (στο οποίο με είχε φιλοξενήσει το πρώτο διάστημα της παραμονής μου στην κατάληψη, μέχρι να ετοιμαστεί το δικό «μου»). Ακριβώς δίπλα από τον Σωκράτη, ήταν αυτό της Ντίνας και του Μιχάλη, του πιο «επεισοδιακού» ζεύγους του κατειλημμένου σπιτιού. Η «Κεραμεικού» υπήρξε εμβληματική στο κίνημα της αυτο-οργανωμένης στέγασης στην Αθήνα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Εμβληματική λόγω της λογικής που έβγαζε προς τα έξω, όχι μόνο ως κατάληψη στέγης αλλά και ως ένα ιδιότυπο αυτοδιευθυνόμενο κοινωνικό κέντρο, τόπος συνεύρεσης και συμβίωσης όχι μόνο των μελών του αλλά και πολλών φίλων, όλων των φύλων, που το επισκέπτονταν σε τακτική βάση, διοργανώνοντας μάλιστα εκεί κάποια κορυφαία γιορταστικά συμβάντα, όπως, για παράδειγμα, τα πρωτοχρονιάτικα πάρτι του 1991 και του 1992, από τα οποία είχε περάσει μεγάλο μέρος της τότε «κινηματικής» Αθήνας. Όμως καθώς η συλλογική λογική τέτοιου είδους μητροπολιτικών εστιών αντίστασης και αμφισβήτησης της υπάρχουσας κατάστασης των πραγμάτων είναι αλληλένδετη με την ατομική λογική των υποκειμένων που τις συγκροτούν, συνδιαμορφώνουν και συν-προβάλουν, εξίσου εμβληματικές ήταν και οι προσωπικότητες που έτυχε (;) να ζήσουν σε εκείνο το σπίτι στην «παρεκκλίνουσα» πλευρά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας. Ανάμεσά τους, σαφώς, ο Μιχάλης. Πατησιώτης, πρώην χουλιγκάνος του Ολυμπιακού, με την ΧΤ Γιαμάχα του, το πέτσινο μπουφάν, τα ολσταράκια παντός καιρού, πάντοτε πρώτη γραμμή στις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις του «χώρου», πλήρως ενημερωμένος σε σχέση με τα μουσικά πράγματα του καιρού του (δεν άφηνε εύκολα τη θέση του στα ντεκ, ιδίως σε εκείνα τα πρωτοχρονιάτικα πάρτι που προαναφέραμε), διαβαστερός (με ιδιαίτερη κλίση στην πολιτική επιστημονική φαντασία και τα κόμικς), ικανότατος χειρωνάκτης (με αποδεδειγμένες ικανότητες στις εφαρμοσμένες γραφικές τέχνες) αλλά και επαρκώς σκεπτόμενος (αξέχαστα τα κείμενά του στο περιοδικό «Οι πειρατές της ημισελήνου», που αν και φτιαχνόταν μέσα στην κατάληψη, δεν ήταν περιοδικό της κατάληψης), μιλάμε, δηλαδή, για μια κλασική φιγούρα είτε της λεγόμενης «άγριας νεολαίας» είτε του (πιο επίκαιρου ως όρος) «σχιζοειδούς μητροπολιτικού προλεταριάτου». Όντας ικανότατος μάγειρας, ήταν εγγύηση όταν είχε βάρδια στη συλλογική κουζίνα του σπιτιού, αλλά και πάντοτε πρόθυμος (αρκεί να ξυπνούσε εγκαίρως!) να συμμετάσχει στις απαραίτητες επισκευαστικές εργασίες της κατάληψης, αρκούντως ριψοκίνδυνος για να αναλάβει μερικές από τις πιο επικίνδυνες σε ένα σπίτι που χρονολογούνταν από τον 19ο αιώνα. Ακάματος περιπλανητής, δεν υπήρχε βόλτα της «ατρόμητης» παρέας μας στη μητρόπολη που να μη συμμετείχε (είτε μηχανοκίνητη είτε με τα πόδια), η παρουσία του ήταν πάντοτε επιθυμητή (αλλά και απαραίτητη) στις εξορμήσεις των μελών της κατάληψης είτε για ντου σε συναυλίες στο «Ρόδον», είτε για την κλασική βόλτα Κεραμεικού-Φυλής και Φερρών-Βίλλα Αμαλίας-μπαρότσαρκα στα Εξάρχεια και το Θησείο-φαγητό τα ξημερώματα στην πλατεία Κουμουνδούρου, είτε στις αντιναζιστικές περιπολίες, είτε στα πάρτυ στου Στρέφη, είτε στις κινηματικές αφισοκολλήσεις, είτε στην έμπρακτη αλληλεγγύη στις καταπιεζόμενες/ους «με όλα τα απαραίτητα». Η νύχτα ήταν το φυσικό περιβάλλον του Μιχάλη αλλά ίσως και όλων μας, το πρωί μας φαινόταν κάπως αδιάφορο, είτε δουλεύαμε (όπως συνέβαινε με τις περισσότερες/ους) είτε όχι. Η πραγματική μέρα ξεκινούσε πάντοτε από το απόγευμα και μετά, όταν όλες και όλοι είχαμε επιστρέψει στο σπίτι και ετοιμαζόμασταν για τις νυχτερινές τσάρκες παντός τύπου. Υπήρχε μεγάλη ανησυχία αν κάποια/ος έλειπε για κάποια δυσάρεστη αιτία από τα άτυπα ραντεβού μας, με τη μεγαλύτερη στενοχώρια που θυμάμαι να ήταν αυτή του μισο-άδειου σπιτιού λόγω των συλλήψεων των 33 αφισοκολλητών μετά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο το 1991 (που ανάμεσά τους ήταν ο Μιχάλης και κάμποσα άλλα μέλη της κατάληψης), ενώ μια από τις μεγάλες χαρές ήταν η εβδομαδιαία σαββατιάτικη συνέλευση του σπιτιού στο μεγάλο σαλόνι του 1ου ορόφου, που παρά τις αντιγνωμίες, τους μικροτσακωμούς και τις διαφωνίες επί παντός επιστητού, στο τέλος μετατρεπόταν σε μια μεγάλη αγκαλιά με κανονίσματα και προπόσεις. Η μικρή μας φυλή μας φαινόταν αύθραυστη, ποτέ δεν πιστέψαμε ότι θα έρθει κάποια στιγμή που θα χαθούμε και, στην πραγματικότητα, δεν χαθήκαμε ποτέ. Ακόμη κι αν τώρα πια λείπουν οριστικά ο Αποστόλης, ο Κωστής, ο Μιχάλης… Λείπουν όμως; Κάποια βράδια που με πιάνει νοσταλγία για τα παλιά, ιδίως όταν βρίσκομαι στο «οχυρό» μου, Πανεπιστημίου 64 (που για ένα σοβαρό διάστημα ήταν και οχυρό του Μιχάλη), μου ’ρχεται να κάνω μια βόλτα μέχρι το σπίτι της Κεραμεικού 46 και Μυλλέρου, έτσι, για να πετύχω τον Μιχάλη να παρκάρει τη μηχανή του στην αυλή του σπιτιού και να τον πάρω, μαζί με όσα από τα άλλα συντρόφια είναι διαθέσιμα, για να κάνουμε κάποια από τις παλιές μας βόλτες. Το αλλαγμένο περιβάλλον με προσγειώνει απότομα, λίγο πριν φτάσω το σπίτι ανακρούω πρύμναν. «Ε, μούσια, έχασες τον δρόμο», ακούω μια βροντερή φωνή πίσω μου, γειά σου Μιχάλη, σύντροφε του δρόμου σύντροφε για πάντα, όσα  είπαμε παλιά ισχύουν.

 

Παναγιώτης Καλαμαράς

Υ.γ Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο, αφιερωμένο στη μνήμη του αδελφού και συντρόφου Μιχάλη Μπαξεβάνη,  είναι του φίλτατου Γιώργου Νικολαΐδη από το Χημείο του 1985.