Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

ΕΝΑ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ ΠΡΩΙΝΟ ΣΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΖΑΛΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ


Ένα δάκρυ που κυλάει

Το άγαλμα στην πλατεία

Η ζωή που διαλέγεις

Είναι το όνειρο μιας τρέλας

Έχει ήδη πέσει το βράδυ

Άρχισα να περπατάω

Ελπίζοντας να συναντήσω

Κάποια σαν και σένα

Λυπημένο, πολύ λυπημένο είναι αυτό το βράδυ

Αυτό το βράδυ, το μακρύ βράδυ

Βρήκα ένα πλοίο που σάλπαρε

Και ρώτησα που πήγαινε

Στο λιμάνι των ψευδαισθήσεων

Μου είπε εκείνος ο καπετάνιος

Γη, γη

Ίσως ψάχνω μια χίμαιρα,

Εκείνο το βράδυ, το αιώνιο βράδυ

Piero Ciampi, Livorno

 

Ο Δημήτρης ξύπνησε νωρίς εκείνο το πρωί στο ξενοδοχείο Καζάλι στη Ρώμη. Λίγο παρακμιακό ξενοδοχείο, για να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, ήδη μόλις έφτασαν το είχε μετανιώσει που το επέλεξε. Μετά από πολύ καιρό με μια ωραία κυρία στη Ρώμη και πήγαν σε ένα τέτοιο μέρος. Τέλος πάντων, η κατάρα του booking. Το φως είχε αρχίσει να περνάει από τα πατζούρια, κοίταξε την ώρα στο παλιακό κινητό του. Εφτάμισι. Η Αθηνά κοιμόταν ήρεμη στο πλάι του. Έκανε ακόμη λίγη ψύχρα, αρχές Απρίλη ήταν. Του ήρθε να της δώσει ένα φιλί πριν σηκωθεί, όμως φοβήθηκε μήπως την ξυπνήσει και προτίμησε απλώς να τη σκεπάσει. Αποφάσισε να πάει για πρωινό μόνος του, πήρε και το βιβλίο που του είχε πάρει δώρο από το ιστορικό αναρχικό βιβλιοπωλείο της Ρώμης, τη Libreria Anomalia. Ήταν οι αναμνήσεις μιας φιγούρας της μιλανέζικης αυτονομίας του ’70, του Μαουρίτσιο Γκίμπο Γκιμπερτίνι. Ο Δημήτρης ήταν ευτυχισμένος. Είχε περάσει δύσκολα τα τελευταία χρόνια. Ένα επώδυνο διαζύγιο, επιστροφή στο πατρικό του (οι γονείς του είχαν πια πεθάνει), το κίνημα σε ύφεση, τα παλιά συντρόφια μεγαλωμένα και χαμένα. Και να, ξαφνικά, άναψαν κάποια φώτα στη ζωή του, μια νέα γνωριμία με μια πολύ νεώτερη γυναίκα,  επαναφορά της όρεξης για την έκδοση νέων βιβλίων, παρότι είχε βγει πια στη σύνταξη, συμμετοχή στα τεκταινόμενα στο κατειλημμένο στέκι της γειτονιάς του. Σε αυτό ακριβώς το στέκι είχε γνωρίσει την Αθηνά, σε μια εκδήλωση για την υπεράσπιση των βουνών από τις ανεμογεννήτριες και μάλιστα μέσω ενός παλιού συντρόφου, του Παναγιώτη. Έπιασαν την κουβέντα και κάποια στιγμή, όταν αυτή έπρεπε να φύγει  για να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο, της πρότεινε να ανταλλάξουν τηλέφωνα, εκείνη έβαλε τα γέλια όταν της είπε ότι δεν θυμόταν το δικό του απέξω και έπρεπε να συμβουλευτεί το σημείωμα που το είχε γραμμένο. Ήταν στοιχειώδης η σχέση του Δημήτρη με την κινητή τηλεφωνία, καλά καλά δεν ήξερε να στέλνει μηνύματα. Πάντως, σκέφτηκε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω του, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν του είχε κοστίσει, η Αθηνά ανταποκρίθηκε στο μήνυμά του, βγήκαν, τα είπαν, τα βρήκαν που λέμε. Αν και η κοπέλα είχε ενίοτε μια σκοτεινιά που ο Δημήτρης δεν ήξερε που οφειλόταν, αλλά όλοι οι άνθρωποι δεν έχουμε τις σκοτεινές πλευρές μας; Μάλιστα ο Δημήτρης πίστευε ότι όσο κοντά κι αν έρθουν δυο άνθρωποι, όχι μόνο εραστές αλλά και φίλοι ή συνεργάτες σε μια δουλειά ή σύντροφοι σε ένα πολιτικό εγχείρημα, πάντοτε θα έχουν ένα μυστικό που ποτέ δεν θα το εξομολογηθούν στους συνοδοιπόρους τους.

 

Καλημέρισε τον Πακιστανό ρεσεψιονίστ της πρωινής βάρδιας και πήγε στην τραπεζαρία του πρωινού. Όλα τα τραπέζια ήταν πιασμένα, εντυπωσιακό για τέτοια ώρα, όμως ο χώρος ήταν μικρός και οι ταξιδιώτες φαίνεται πως βιάζονταν να δουν την Αιώνια Πόλη. Σε ένα τραπέζι καθόταν μόνος του ένας τύπος, Ιταλός μάλλον, αλλά αν ήταν Ιταλός ήταν σίγουρα νότιος, το πρόδιδε η κοψιά και οι κινήσεις του. Τον ρώτησε αν μπορούσε να καθίσει και εκείνος του απάντησε ευγενικά, «ναι, βεβαίως, ευχαρίστησή μου». Από τα βαριά ιταλικά του ο Δημήτρης κατάλαβε πως σίγουρα ήταν νότιος, δεν έμοιαζε με τουρίστα, είχε κάτι από εμπορικό αντιπρόσωπο ή, γέλασε μέσα του, με κάποιον που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει μια δύσκολη δουλειά, ένα φόνο ας πούμε και ο Δημήτρης το σταμάτησε εκεί, πολύ Σιμενόν διαβάζω τελευταία, σκέφτηκε. Πήγε να πάρει τον καπούτσο του από το μηχάνημα, πορτοκαλάδα, μέλι με βούτυρο. Καλή αρχή μέχρι να ξυπνήσει και η Αθηνά και να φάνει κάτι παραπάνω, αν και το μενού δεν ήταν και πολύ πλούσιο. Μαλακία επιλογή, ξανασκέφτηκε ο Δημήτρης, καλά που είχαν περάσει τόσο όμορφα το πρώτο τους βράδυ στη Ρώμη, μετά από μια τέτοια φάση θα είναι σίγουρα πιο ανεκτική χαμογέλασε μόνος του. Όταν κάθισε για να αρχίσει να πίνει τον καφέ του και να ψιλοδιαβάσει το βιβλίο του, είδε κάτι ασυνήθιστο μπροστά του. Ο συνδαιτημόνας του είχε πάρει τρεις καφέδες και μάλιστα διαφορετικούς! Έναν εσπρέσο στρέτο, έναν αμερικάνο και έναν καπούτσο, τοποθετημένους στη σειρά. Τον είδε να τους πίνει τελετουργικά, τον έναν μετά τον άλλο. Όταν τελείωσε, σηκώθηκε και του είπε ευγενικά «ευχαριστώ για την παρέα, να και η κυρία σας». Πράγματι, η Αθηνά είχε ξυπνήσει και είχε έρθει να τον βρει. Ο τύπος χαιρέτισε κι αυτή και έφυγε. Ο Δημήτρης είχε εντυπωσιαστεί από την κίνησή του, τρεις καφέδες στη σειρά και μάλιστα διαφορετικοί! Παράξενες συνήθειες έχουν κάποιοι άνθρωποι, σκέφτηκε, αλλά το ξέχασε αμέσως καθώς κάθισε απέναντι του η νέα του φίλη.

 

Η μέρα ήταν πολύ ωραία, πραγματικά ανοιξιάτικη, περιπλανήθηκαν στη Ρώμη για πολλές ώρες, έκαναν μια μικρή στάση το απόγευμα στο ξενοδοχείο και μετά νέες βόλτες, με τελική κατάληξη την αγαπημένη πλατεία του Δημήτρη, το Κάμπο ντε Φιόρι. Μπύρα στο ιστορικό τζαζ μπαρ απέναντι από το άγαλμα του Τζορντάνο Μπρούνο, μισοφέγγαρο στον ανοιχτό ουρανό, μια ωραία ρωμαϊκή νύχτα που δεν μπορούσαν να διαταράξουν οι φωνές της διπλανής παρέας. Αν υπάρχει ευτυχία, κάπως έτσι θα είναι σκέφτηκε ο Δημήτρης και άρχισε να λέει ιστορίες για τη δική του Ρώμη στην Αθηνά, που τον κοίταζε γοητευμένη. Γύρισαν περπατώντας στο ξενοδοχείο, δίπλα ακριβώς στον σταθμό Τέρμινι, ήταν και οι δύο πολλοί κουρασμένοι και κοιμήθηκαν σχεδόν αμέσως.

 

Το επόμενο πρωί και πάλι ο Δημήτρης ξύπνησε νωρίς. Τα ίδια με χθες στην τραπεζαρία. Σε ένα τραπέζι καθόταν μόνος του ο χθεσινός συνδαιτημόνας. Και πάλι είχε τρεις καφέδες μπροστά του, με την ίδια σειρά βαλμένους. Πήρε τον δικό του, τον καλημέρισε και αυτή τη φορά έπιασαν την κουβέντα χωρίς να συστηθούν. Ο τύπος του είπε ότι όντως ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος από το Μπάρι, χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς αντιπροσώπευε και ο Δημήτρης του είπε πως ήταν από τα Πατήσια από την Αθήνα και ότι είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την Ιταλία γι’ αυτό και μιλούσε ιταλικά. Όταν τον είδε να αρχίζει να πίνει τους καφέδες του, ο Δημήτρης δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε τι ακριβώς σήμαινε για εκείνον αυτή η ιεροτελεστία με τον καφέ. Και ο τύπος του είπε την ιστορία του.

 

«Έχω, λοιπόν, μια θεωρία, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος θέλει στη ζωή του τρία πράγματα που τα θεωρεί θεμελιώδη. Ας πούμε μια τέτοια τριάδα μπορεί να είναι του τύπου λεφτά-οικογένεια-ήσυχος θάνατος, μια άλλη του τύπου γρήγορο αυτοκίνητο-έντονη σεξουαλική ζωή-ανεξαρτησία, και πάει λέγοντας. Αν δεν έχουν κανένα από αυτά τα τρία πράγματα,  οι άνθρωποι νιώθουν δυστυχισμένοι, απογοητευμένοι, συντριμμένοι,  σίγουρα δεν είναι ικανοποιημένοι με τη ζωή τους. Αν τους λείπει ένα ή δύο από τα τρία, μπορεί να είναι ικανοποιημένοι εν μέρει, όμως πάντοτε αυτό που τους λείπει, και ενίοτε είναι το πιο σημαντικό,  τους τρώει καθημερινά και τους βασανίζει μέχρι να πεθάνουν, καθώς δεν παύουν να το αναζητούν μέχρι το τέλος, που, δυστυχώς, είναι και απρόβλεπτο πότε θα συμβεί». «Και οι καφέδες»; τον ρώτησε ο Δημήτρης. «Α, οι καφέδες, οι καφέδες αντιπροσωπεύουν ακριβώς αυτή την τριάδα, πίνεις τον πρώτο, τον δεύτερο και τέλος τον τρίτο. Όταν τελειώσεις κάνεις τον απολογισμό. Τους ευχαριστήθηκες και τους τρεις; Είσαι ικανοποιημένος και μπορείς μέχρι και να κόψεις τον καφέ και να αρχίσεις να πίνεις τσάι. Αν ευχαριστήθηκες τον ένα, σου μένουν άλλοι δύο που συνεχίζεις να τους πίνεις τις επόμενες μέρες μέχρι να τους ευχαριστηθείς κι αυτούς.  Αν κάποια στιγμή σου μείνει μόνο ένας, συνεχίζεις να τον πίνεις μέχρι να τον ευχαριστηθείς κι αυτόν και τότε έρχεται η στιγμή, όπως σου είπα και προηγουμένως, που κόβεις τον καφέ και αρχίζεις να πίνεις κάτι άλλο. Συνήθως, βέβαια, όπως σου είπα, σχεδόν πάντοτε μένει κάποιος καφές που δεν τον έχεις ευχαριστηθείς, γι’ αυτό και πάντοτε συνεχίζεις να τον πίνεις κάθε πρωί. Αυτό δείχνει», συνέχισε ο παράξενος συνδαιτημόνας, «δηλαδή το γεγονός ότι συνεχίζεις να πίνεις έναν καφέ κάθε πρωί,  πως πάντοτε σου λείπει κάτι που εσύ θεωρείς πολύ σημαντικό για τη ζωή σου και ψάχνεις εναγωνίως σε μια διαδικασία που μπορεί να συνεχιστεί μέχρι να έρθει το τέλος της ζωής σου. Επίπονη; Εμμονική; Δαπανηρή; Έτσι όμως έχουν τα πράγματα και αυτό θυμίζει λίγο έναν δικό σας αρχαίο μύθο, αυτόν του Σίσυφου». «Κι εσύ»;  τον ρώτησε ο Δημήτρης.  «Εγώ», του είπε ο τύπος και τον κοίταξε κάπως απλανώς, «είμαι εξήντα χρονών και ακόμη συνεχίζω να πίνω τρεις καφέδες το πρωί. Άρα δεν έχω ακόμη ικανοποιήσει τίποτα από την τριάδα πραγμάτων που για μένα είναι θεμελιώδη, έτσι ώστε να μπορώ να μπορέσω να πω ότι έζησα κάποια θεμελιώδη πράγματα που ήθελα, κι έτσι να κόψω έναν ή δυο από τους καφέδες». Ο Δημήτρης τον κοίταξε αμήχανα, δεν περίμενε να κάνει μια τέτοια κουβέντα σε ένα μέρος όπως η τραπεζαρία για το πρωινό σε ένα ξενοδοχείο και μάλιστα όπως ήταν αυτό το Καζάλι στη Ρώμη. Όμως δεν πρόλαβε να το καλοσκεφτεί, γιατί εμφανίστηκε η Αθηνά, με το ωραίο κίτρινο φορεματάκι της, τα γελαστά πρασινογάλαζα μάτια της και με εμφανή την καλή της διάθεση. Και πάλι ο τύπος χαιρέτισε ευγενικά, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε χωρίς να πει κάτι επιπλέον. Η Αθηνά  ρώτησε τον Δημήτρη τι έλεγαν και αυτός, χωρίς να ξέρει γιατί, δεν της είπε την αλήθεια, «κοινοτοπίες συζητούσαμε, τι δουλειά κάνουμε, τι ήρθε να κάνει ο καθένας στη Ρώμη, τέτοια πράγματα», κουβέντα για την παράξενη εξομολόγηση του τύπου. Και πάλι βόλταραν στην πόλη, επίσκεψη στο Τραστέβερε, κάνα δυο μουσεία, μεσημεριανός καφές, απόγευμα ξεκούραση στο ξενοδοχείο ,το βράδυ συναυλία σε μια ιστορική κατάληψη της πόλης, μετά επιστροφή στο ξενοδοχείο περπατώντας κατά μήκος της βία Τιμπουρτίνα και συζητώντας για τη Ρώμη του Παζολίνι, έναν σκηνοθέτη και συγγραφέα που τόσο αγαπούσε η Αθηνά. Το επόμενο πρωί ο τύπος δεν ήταν στην τραπεζαρία, ούτε και το μεθεπόμενο, προφανώς είχε φύγει και άλλωστε, μετά από τέσσερις μαγικές μέρες στη Ρώμη έφυγαν κι αυτοί.

 

Ο Δημήτρης πίσω στην Αθήνα ξανασκέφτηκε τα λόγια του τύπου. Ποια ήταν η θεμελιώδης τριάδα γι’ αυτόν; Εύκολη απάντηση: κινηματικές εκδόσεις-έρωτας-ταξίδια. Πόσο το είχε πετύχει; Σχεδόν απόλυτα. Είχε εκδώσει τα βιβλία που ήθελε, είχε και τον είχαν ερωτευτεί πολύ, από ταξίδια άλλο τίποτα. Εκείνη τη στιγμή, όταν μόλις είχαν επιστρέψει από τη Ρώμη, θα έλεγε ότι δεν θα χρειαζόταν πλέον να πίνει καν καφέ, αυτός τους τρεις καφέδες του τους είχε πιει και μάλιστα με το παραπάνω. Το γεγονός ότι συνέχιζε να πίνει έναν κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι, ήταν θέμα συνήθειας και δεν είχε καμία σχέση με το σχήμα του τύπου του ξενοδοχείου. Όμως η ζωή είναι παράξενη και εκεί που λες ότι είσαι ευτυχισμένος, κάτι έρχεται και τα ανατρέπει όλα, και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ήταν ο αναπάντεχος χωρισμός του με την Αθηνά. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί ακριβώς έγινε, ή μπορεί και να μην ήθελε να το καταλάβει, αφού ο Δημήτρης είχε αυτό το πρόβλημα με τις σχέσεις που γούσταρε και τελικά, όπως συνήθως τα περισσότερα ωραία πράγματα στη ζωή,  τελείωναν και μάλιστα σε μια στιγμή που όλα έμοιαζαν να ήταν μια χαρά. Η Αθηνά του είπε σαν λόγο ότι δεν μπορούσε να ξεχάσει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, ένιωθε ότι πρόδιδε και εκείνον και τον Δημήτρη αν θα συνέχιζαν να είναι μαζί, τον αποχαιρέτισε βουρκωμένη και δεν την ξανάδε πια.

 

Είχε περάσει πολύ καιρός από εκείνο το ταξίδι στη Ρώμη και ο Δημήτρης καθόταν στο αγαπημένο του στέκι στο Κολωνάκι, στο «Ντόλτσε» νυν «Φίλιον», έχοντας δώσει ραντεβού με τον αγαπημένο του φίλο τον Χρήστο για να τα πούνε για μια ακόμη φορά. Όπως πάντα τον περίμενε για να παραγγείλουν τον καφέ τους και στο μεταξύ κοίταζε ένα βιβλίο που μόλις είχε εκδώσει και θα το έδινε στον φιλαράκι του. Και τότε τον είδε. Στην αρχή αυτό που του τράβηξε την προσοχή στο απέναντι τραπέζι ήταν ότι ο σερβιτόρος άφησε τρεις καφέδες στο τραπέζι, παρότι εκεί καθόταν ένα μόνο άτομο. Στη συνέχεια είδε αυτό το άτομο να πίνει μόνο του και τους τρεις καφέδες, τον έναν μετά τον άλλο. Και μετά διαπίστωσε ότι αυτό το άτομο ήταν εκείνος ο τύπος που είχε συναντήσει στο ξενοδοχείο Καζάλι κάμποσα χρόνια πριν. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί, σηκώθηκε και τον πλησίασε. Άρχισε να του μιλάει ιταλικά και να του λέει για εκείνη την παλιά γνωριμία τους. Ο τύπος δεν έδειξε ξαφνιασμένος και μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς το αντίθετο. Επιτέλους συστήθηκαν και του Δημήτρη αμέσως του έκανε εντύπωση το όνομα του συνομιλητή του, Μαουρίτσιο, όπως το όνομα του συγγραφέα του βιβλίου που του είχε χαρίσει τότε η Αθηνά. Όπως ήταν φυσικό, ο Δημήτρης τον ρώτησε τι έκανε στην Αθήνα. Ο Μαουρίτσιο του είπε ότι τον είχε στείλει η εταιρία του για κάποιες παραγγελίες, είχε ξανάρθει στην Ελλάδα, δεν ήταν η πρώτη φορά. Και αμέσως μετά τον ρώτησε: «Πόσους καφέδες πίνεις Δημήτρη;» Ο Δημήτρης τα έχασε, γιατί πάντοτε έναν καφέ έπινε, ποτέ δεν είχε υιοθετήσει τη στάση του συνομιλητή του. «Έναν», είπε, «έναν. Εσύ όμως συνεχίζεις να πίνεις τρεις». Ο Μαουρίτσιο γέλασε και του είπε: «Ναι, είμαι από τους άτυχους αυτής της ζωής, δεν κατάφερα να ευχαριστηθώ ούτε ένα από τα πράγματα που θεωρούσα θεμελιώδη στη ζωή μου. Κι εσύ;» Ο Δημήτρης έμεινε για λίγο σκεφτικός και του είπε: «Εγώ γενικά τα ευχαριστήθηκα τα πράγματα που θεωρούσα θεμελιώδη στη ζωή μου, δεν έχω παράπονο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, σε σχέση με ένα θα ήθελα να το είχα απολαύσει περισσότερο». Ο Μαουρίτσιο του γέλασε και πάλι και του είπε: «Να μαντέψω;». «Για να δούμε» του απάντησε ο Δημήτρης. «Τον έρωτα» του είπε ο Μαουρίτσιο, «τον έρωτα δεν έχεις ευχαριστηθεί, γιατί μάλλον δεν έχεις ένα κορίτσι σαν κι αυτό που ήσουν τότε μαζί στη Ρώμη. Σε άφησε ε;». Ο Δημήτρης έμεινε και πάλι για λίγο άφωνος, απίστευτος ο συνομιλητής του. «Ναι», του είπε, «πράγματι έτσι έγινε και μετά, για να είμαι ειλικρινής δεν βρήκα κάτι εξίσου ενδιαφέρον, κι έτσι σήμερα είμαι μόνος μου». Ο Μαουρίτσιο, μάλλον αναπάντεχα σηκώθηκε και του είπε «Δυστυχώς πρέπει να φύγω ,έχω ένα επείγον ραντεβού και ήδη έχω καθυστερήσει, ίσως τα ξαναπούμε φίλε Έλληνα και σου εύχομαι την επόμενη φορά που θα βρεθούμε να πίνεις τσάι». Ο Δημήτρης γέλασε του έσφιξε το προτεταμένο του χέρι και με τη σειρά του τού είπε «χάρηκα πολύ που σε ξαναείδα και εύχομαι και σένα τουλάχιστον να πίνεις έναν καφέ και όχι τρεις κάθε μέρα».

 

Ο Μαουρίτσιο απομακρύνθηκε και ο Δημήτρης ξανακάθισε στη θέση του. Εκείνη τη στιγμή έφτασε και ο Χρήστος. «Σε είδα από μακριά να χαιρετιέσαι με κάποιον, φίλος σου;». «Ναι φίλος από τα παλιά, πολύ παλιά θα έλεγα, ωραία ιστορία αλλά δεν είναι της παρούσης». Όταν επέστρεψε στο σπίτι του πήγε να ψάξει το παλιακό κινητό του. Τώρα πια είχε κι αυτός ένα σύγχρονο, η τεχνολογία τον είχε παρασύρει κι αυτόν. Το άνοιξε και είδε τα μηνύματα της Αθηνάς που τα είχε κρατήσει στη μνήμη του τηλεφώνου. Σε ένα από αυτά του έγραφε το μέρος που θα έπιναν τον μεσημεριανό καφέ τους και δεν ήταν άλλο από το «Ντόλτσε», νυν «Φίλιον». Συγκινήθηκε και αμέσως σκέφτηκε ότι αν και είχε κάνει τόσα πράγματα στη ζωή του σε σχέση με τους άλλους δύο καφέδες, τις εκδόσεις και τα ταξίδια, αυτόν τον καφέ, τον πιο σημαντικό στη ζωή του, δεν είχε σταματήσει να τον πίνει, σημάδι ότι δεν τον είχε ευχαριστηθεί. Αχάριστος; ίσως, όμως ποιος μπορεί να πει ποτέ πως πραγματικά τον έχει χορτάσει τον έρωτα ; Και αμέσως μετά σκέφτηκε ότι δεν είχε ρωτήσει τον Μαουρίτσιο ποια ήταν η δική του θεμελιώδης τριάδα στη ζωή. Όπως σκέφτηκε και τι να είχε απογίνει η Αθηνά και πόσους καφέδες θα έπινε εκείνη. Και μετά Θυμήθηκε ένα παλιό τραγουδάκι του Πιέρο Τσιάμπι για μια lυπημένη, πολύ λυπημένη αιώνια βραδιά. Όμως εκείνα τα βράδια στην αιώνια πόλη ήταν χαρούμενα, πολύ χαρούμενα βράδια. Κι αν τέλειωσαν, ποτέ δεν τα είχε ξεχάσει ούτε ποτέ θα τα ξεχνούσε. Ίσως μάλιστα ο δικός του καφές να μην είχε να κάνει τελικά με τον έρωτα. Αλλά με εκείνη την τρέλα που κάποιες στιγμές κάνει τους ανθρώπους να πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα, που, όπως έλεγε ο Φιτζέραλντ, μας γυρίζει πάντοτε στο παρελθόν και τους οδηγεί να βρίσκονται σε ένα μαγικό παρόν το οποίο, δυστυχώς, δεν προλαβαίνει να γίνει μέλλον.

 

Παναγιώτης Καλαμαράς  

Πατήσια -Ξημερώματα της 17ης Οκτώβρη 2025

 

Υ.Γ. Στην είσοδο του νεκροταφείου Ζωγράφου, το πρωί της 9ης Οκτώβρη 2025, ο καλός φίλος Άγγελος με ρώτησε αν θυμάμαι το πώς τελειώνει η ταινία Τέλος εποχής: οι παλιές φίλες και φίλοι ξανασυναντώνται στην κηδεία ενός από την παρέα τους στα σχολικά τους χρόνια. Δηλαδή, η κηδεία του φίλου τους αποτελεί την αφορμή για να σημάνει για όλες/ους αυτές/ους το τέλος εποχής. Ποιας εποχής; Της εποχής της νεότητας, της ανεμελιάς, των προσδοκιών, των μεγάλων υποσχέσεων… Απάντησα στον Άγγελο,  βλέποντας το τεράστιο πλήθος που μαζευόταν για την κηδεία του Χρηστάρα και, κυρίως, βλέποντας την ηλικιακή και ενδυματολογική (!) σύνθεση αυτού του πλήθους, πως ναι, ο θάνατος του Χρήστου Σπήλιου είναι το τέλος μιας εποχής, που θα μπορούσε να μπορούσε να συνοψιστεί με το τρίπτυχο «ουσίες, συνουσίες και κόντρα σε όλες τις εξουσίες». Όχι πως αυτό το τρίπτυχο δεν υπάρχει και δεν εκφράζεται και σήμερα, όμως αυτό που εμβληματικά ενσάρκωσε ο Χρήστος είχε κάποια δικά του, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά που είχαν να κάνουν και με τη γεωγραφία της μητρόπολης Αθήνα και ειδικότερα τα Εξάρχεια. Αν λέω λοιπόν ότι μιλάμε για τέλος εποχής, είναι ακριβώς γιατί πλέον τα Εξάρχεια του Χρήστου και πάμπολλων άλλων, είτε το θέλουμε είτε όχι, δεν υπάρχουν πια. Και δεν υπάρχουν όχι γιατί έχει καταστραφεί η πλατεία, έχουν κλείσει στέκια και εμβληματικά μαγαζιά, αλλά γιατί έχει χαθεί εκείνη η αύρα της περιοχής, που παρά τα προβλήματα που υπήρχαν και άλλοτε, της έδιναν μια ξεχωριστή ποιότητα. Μια ποιότητα που ενσάρκωναν ακριβώς άνθρωποι όπως ο Χρήστος, αεικίνητος με το μηχανάκι του, πάντα στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων και των διαδηλώσεων, να παρακολουθεί και να συμμετέχει ανελλιπώς στις ποικίλου είδους εκδηλώσεις και συνελεύσεις,  μόνιμος θαμώνας των «εντευκτηρίων» της περιοχής με κινηματικό άρωμα. Και ακριβώς επειδή ο Χρήστος ενσάρκωνε αυτή την ποιότητα, μαζεύτηκε τόσος κόσμος στον τελευταίο του αποχαιρετισμό, πετυχαίνοντας με τον θάνατό του ο Χρήστος να μαζέψει όλες τις φυλές της πλατείας Εξαρχείων: μπαχαλιακοί και σοβαροί εξεγερτικοί, αεκτζήδες, ολυμπιακοί και φίλαθλοι του Αστέρα Εξαρχείων, μαγαζάτορες, υπάλληλοι και πελάτες, μεγάλες/οι και μικρές/οι (με τις μεγαλύτερες ηλικίες να πλειοψηφούν, αλλά έκανε εντύπωση η παρουσία πολλών νεότερων ατόμων), διανοούμενοι και άνθρωποι περισσότερο της πράξης, αναρχικοί και κομμουνιστές. Είναι κρίμα που τόσοι άνθρωποι πέρασαν από αυτόν τον «χώρο» και την πλατεία του, και δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την οικειοποίηση της περιοχής από τις δυνάμεις του θεάματος. Μπορούσε να γίνει αλλιώς; Άνθρωποι σαν τον Χρηστάρα το πίστευαν και το πάλεψαν μέχρι το τέλος της ζωής του. Άλλοι προτίμησαν να την κάνουν για άλλες πολιτείες (όχι και τόσο αναρχικές). Αρκετοί προσπάθησαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην εμπορευματοποίηση και το κίνημα. Όμως η πλατεία χάθηκε και το τέλος εποχής ήρθε. Κρίμα και που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου που το σηματοδότησε. Αλλά κάπως έτσι δεν τελειώνουν τα πράγματα; Οι καταλήψεις κλείνουν, ενίοτε χωρίς την επέμβαση των μπάτσων, οι ομάδες διαλύονται, σχεδόν πάντοτε από τις αξεπέραστες διχογνωμίες  των ατόμων που τις απαρτίζουν, φιλικές και ερωτικές σχέσεις τελειώνουν γιατί όλα τελικά έχουν ένας τέλος. Δύο ερωτήματα προκύπτουν τότε: Πρώτον, πώς χειρίζεσαι τον πόνο που προκαλεί ένα τέλος σε κάτι που αγάπησες πολύ και δεύτερον τι κάνεις μετά, συνεχίζεις η αναπολώντάς τα να κλαις; Ο Νέγκρι έλεγε ότι όποιος θυμάται δεν ζει και όποιος ζει δεν θυμάται. Οπότε όχι στη μνήμη που γίνεται θηλιά και θλίψη, και ναι στη ζωή που μπορεί να μην την αλλάξαμε αλλά τουλάχιστον δεν την εξευτελίσαμε. Το προηγούμενο βράδυ της κηδείας, μιλούσα για πολύ ώρα με την καλή μου φίλη Χριστίνα, παλιά καραβάνα της πλατείας και αυτή μου είπε ότι, έτσι, σαν όνειρο, θα ήθελε να δει όλες και όλους αυτές και αυτούς που πέρασαν από αυτή την πλατεία, ζωντανές/ους και νεκρές/ους να κατεβαίνουν ξαφνικά από τον λόφο του Στρέφη και να τη γεμίζουν, αυτή και όλους τους γύρω της δρόμους. Δεν ξέρω για τις νεκρές/ους, αλλά θα ήταν ωραίο να συνέβαινε με τους ζωντανούς/ες. Και ποιος ξέρει, ίσως τότε να ξανάτρεχαν οι μάγκες να πιάσουν τα γιοφύρια και οι μπάτσοι να μας έκλαναν τ’ αρχίδια.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Για τον Τζανφράνκο Σανγκουϊνέτι - Gianni Giovannelli


Το 1948 στην Ιταλία δεν υπήρχε το διαζύγιο· ο Μπρούνο Σανγκουϊνέτι, ο πατέρας του Τζανφράνκο ήταν παντρεμένος, αλλά όχι με την πραγματική συντρόφισσά του, την Τερέζα (Κίκι) Ματέι. Ωστόσο περίμεναν να γεννηθεί το πρώτο παιδί της σχέσης τους. Ο Μπρούνο ήταν ένα σημαντικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος, η Τερέζα ήταν η πιο νέα αντιπρόσωπος στη Συντακτική Συνέλευση, πάντοτε στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Εκείνα τα χρόνια μια σταθερή σχέση ανάμεσα σε μια νεαρή γυναίκα και έναν παντρεμένο λεγόταν στη γλώσσα των ποινικολόγων μπλέξιμο, ένα αδίκημα που τιμωρούνταν μέχρι έναν χρόνο εγκλεισμό (εκείνος) και μέχρι δύο χρόνια (εκείνη). Τα παιδιά αυτών των συνευρέσεων ονομάζονταν νόθα, απαγορευόταν η αναγνώρισή τους, όποιος το έκανε αντιμετώπιζε την επιβολή μιας ποινής, κατέληγε στη φυλακή. Για αυτόν τον λόγο το ζευγάρι πήγε να μείνει στη Βουδαπέστη, στην Ουγγαρία του σοβιετικού μπλοκ, πρόθυμη να τους μαζέψει για πολιτικούς λόγους.

Η εγκυμοσύνη προχωρούσε παρά τους ιταλικούς νόμους και τον Ιούλη δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Για να αποφύγουν τα γραφειοκρατικά προβλήματα, εξαιρέθηκαν η Ιταλία και η Ουγγαρία, και η επιλογή έπεσε στην Ελβετία. Νοίκιασαν ένα μικρό αεροσκάφος για να περάσουν το σιδηρούν παραπέτασμα. Όμως οι ουγγρικές αρχές έβαλαν έναν όρο για να επιτρέψουν την απογείωση, οι Σανγκουϊνέτι έπρεπε να πάρουν στον θάλαμο έναν ιδιαίτερο επιβάτη, έναν αποδεδειγμένα τρελό για να τον παραδώσουν στις ελβετικές αρχές. Του είχαν δώσει μια σύριγγα για να τον ηρεμήσουν στην περίπτωση που περνούσε μια κρίση. Το αεροπλάνο έφτασε στη Ζυρίχη χωρίς προβλήματα κατά τη διάρκεια της πτήσης· το παράξενο πλήρωμα εξετάστηκε από τους προσεκτικούς τελωνειακούς της Ομοσπονδίας, αλλά όλα πήγαν καλά. Η Τερέζα, ασυνήθιστα πνευματώδης γυναίκα, μου είπε ότι δήλωσαν κατά την προσγείωση τρεισήμισι τρελοί. Γνωρίζοντάς την είναι πιθανό να το είπε ακριβώς έτσι!

Το ήμισυ ήταν ο Τζανφράνκο Σανγκουϊνέτι· γεννήθηκε στις 16 Ιούλη στη Clinique de Chamblades, στο Πουλύ (Λωζάννη), εν μέσω των ταραχών που συγκλόνιζαν την Ιταλία μετά την απόπειρα εναντίον του Τολιάτι η οποία συνέβη δύο μέρες πριν, στις 14. Κάνα μήνα μετά μεταφέρθηκε λαθραία στην Ιταλία με ένα ουγγρικό διαβατήριο. Στη συνέχεια, ξέρουμε ότι η γραφειοκρατία έχει τις αποτυχίες της, αναγνωρίστηκε χάρη στις σοφές συμβουλές ικανών δικηγόρων. Αυτή η περιπετειώδης γέννηση ήταν  η πρώτη πράξη μιας ύπαρξης που κινούνταν, με συνέπεια, πάντοτε έξω από κάθε κανόνα και από κάθε εύλογη πρόβλεψη. Έπειτα ήρθε η Καταστασιακή Διεθνής, η φιλία με τον Γκυ Ντεμπόρ, η απέλαση από τη Γαλλία ως ανατρεπτικού, η δημοσίευση της  μεγάλης πλάκας με την υπογραφή Censor, που αποκάλυπτε προκαταβολικά εκείνο που θα ήταν στη συνέχεια ο ιστορικός συμβιβασμός ανάμεσα σε κομμουνιστές και χριστιανοδημοκράτες, υποκρινόμενος ότι κατείχε μεγάλη θέση στα παλάτια της εξουσίας  και κάνοντας να τσιμπήσουν όλοι οι ευφυείς δημοσιογράφοι, καθηγητές, κοινωνιολόγοι, που έγραψαν τόνους ανοησίες και έτσι κάλυψαν τη γελοιότητά τους, μέχρι που βγήκε η μπροσούρα Αποδείξεις για την ανυπαρξία του Censor παρουσιασμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα. Και μετά τη διάλυση της Καταστασιακής Διεθνούς δεν έπαψε ποτέ να επικρίνει την εξουσία, την κοινωνία του θεάματος. Ο ιστότοπος Effimera έχει δημοσιεύσει κάποιες από τις παρεμβάσεις του, για τον πόλεμο στην Ουκρανία και για την αυξανόμενη επιβεβαίωση ενός νέου δεσποτισμού. Τα γραπτά του ήταν σπάνια, μελετημένα σε κάθε τους λεπτομέρεια, ουδέποτε κοινότοπα. Το προσωπικό του αρχείο υπάρχει, χάρη στη μεγάλη δουλειά του φίλου του Κέβιν Ρεπ, στην Beinecke Library, στο πανεπιστήμιου του Γέιλ. Είναι προσβάσιμο: σε εκείνα τα χαρτιά (φωτογραφίες, βιβλία, χειρόγραφα) υπάρχει η ιστορία του, η ζωή του.

Σε αυτά τα πενήντα χρόνια φιλίας, ξεκινούσαμε μαλώνοντας, μετά ακολουθούσαν συμφωνίες και ασυμφωνίες, όμως πάντοτε καταλήγαμε να σφίγγουμε περισσότερο τον δεσμό μας. Κάποτε μου είπε (παραθέτοντας τον Μονταίν) ότι ήταν φίλος μου επειδή αυτός ήταν αυτός και εγώ ήμουν εγώ. Θα μου λείψει και μάλιστα μου λείπει ήδη. Έφυγε τη νύχτα, σε ένα νοσοκομείο της Πράγας, την πόλη που είχε επιλέξει να ζει αφήνοντας το Μιλάνο, περίεργος για το πώς οι κοινότητες που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του υπαρκτού σοσιαλισμού θα συμπεριφέρονταν μετά την πτώση του Τείχους. Μακάρι να κοιμόταν, έτσι ώστε να μην έδωσε στην αρρώστια την ικανοποίηση ότι τον νίκησε. Από την άλλη μεριά το ξέρουμε: αυτό που έμεινε και θα μείνει από τους καταστασιακούς είναι ένας συνεκτικός εξτρεμισμός.

Υ.Γ. Στις 5 Οκτώβρη στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Effimera ο Τζάνι Τζοβανέλι αποχαιρέτισε τον φίλο του Τζανφράνκο Σανγκουϊνέτι, πασίγνωστο και στους ελληνικούς κινηματικούς κύκλους και μάλιστα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κυρίως, πολύ επιδραστικό. Αυτό το βροχερό απόγευμα, εδώ στη μητρόπολη Αθήνα, αποχαιρετούμε κι εμείς μια ακόμη φιγούρα που μας συνόδεψε στην κινηματική μας νιότη αλλά και στη συνέχεια στη φάση της ωριμότητάς μας (μάλλον ηλικιακής παρά ψυχολογικής). Καθώς σιγά-σιγά φεύγουν από τη ζωή τέτοιες φιγούρες κι εγώ, όπως έγραψα και σε μια άλλη περίπτωση, αισθάνομαι πλέον μια παράξενη ορφάνια που πάει πέρα από την απώλεια των φυσικών γονέων, θα ήθελα να θυμίσω σε όλους και όλους μας ότι ο εξτρεμισμός δεν είναι μόνο προϊόν λογικής αλλά κυρίως έκφραση οργής και επειδή όπως λένε και στην πατρίδα του Σανγκουϊνέτι, «οι λύκοι όταν γεράσουν βάζουν νόμους», εμείς θα συνεχίσουμε να μη βάζουμε, να πηγαίνουμε against all odds που λένε οι Αγγλοσάξονες, ακόμη και αν ξέρουμε πως θα το πληρώσουμε ακριβά (και τελικά, πάντοτε το πληρώνουμε). Και αυτό ισχύει για όλες τις πλευρές της ζωής μας, τις επαγγελματικές, τις πολιτικές, τις φιλικές και, μπορεί και περισσότερο από τις άλλες, τις ερωτικές. Γιατί ο εξτρεμισμός είναι το δίδυμο αδελφάκι του έρωτα, δηλαδή της ζωής ενάντια στον θάνατο.  

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Νόμισμα και μνήμη - Giorgio Agamben


Το νόμισμα [moneta], ο λατινικός όρος από τον οποίο προέρχεται ο δικός μας, έρχεται από το moneo, «θυμάμαι, σκέφτομαι» και αρχικά ήταν η μετάφραση του ελληνικού Μνημοσύνη, που σημαίνει «μνήμη». Έτσι το νόμισμα έγινε στη Ρώμη το όνομα του ναού όπου γιορταζόταν η θεά μνήμη και κοβόταν το νόμισμα. Είναι ξεκινώντας από αυτόν τον ετυμολογικό δεσμό μεταξύ νομίσματος και μνήμης που πρέπει  να δούμε σήμερα το ξαναφούντωμα των συζητήσεων για την κατάργηση του ευρωπαϊκού ενιαίου νομίσματος και την επαναφορά της κάθε χώρας στο παραδοσιακό της νόμισμα. Κάτω από το επείγον «νομισματικό» ζήτημα υπάρχει ένα όχι λιγότερο επείγον ζήτημα της μνήμης, δηλαδή όχι κάτι λιγότερο από την εκ νέου ανακάλυψη της ξεχωριστής μνήμης κάθε ευρωπαϊκού κράτους τα οποία,  παραιτούμενα της κυριαρχίας επί του νομίσματός τους, χωρίς να το καταλάβουν, κατήργησαν, κατά κάποιο τρόπο, την κληρονομιά των αναμνήσεών τους. Αν το νόμισμα είναι προπάντων ο τόπος της μνήμης, αν στο νόμισμα, καθώς μπορεί να πληρώσει για όλα και να μπει στη θέση όλων, είναι ο φορέας, για το άτομο και τη συλλογικότητα, της μνήμης του παρελθόντος και των νεκρών, τότε δεν μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στη ρήξη της σχέσης μεταξύ παρελθόντος και παρόντος που ορίζει την εποχή μας, αναδύεται αναπόφευκτα ως επείγον το νομισματικό πρόβλημα. Όταν ένας διάσημος οικονομολόγος δηλώνει ότι ο μόνος τρόπος που έχει η Γαλλία (όπως, ίσως, κάθε ευρωπαϊκή χώρα) να βγει από την κρίση της είναι να ξαναποκτήσει την κυριαρχία του δικού της νομίσματος, αυτό που στην πραγματικότητα  προτείνει σε εκείνη τη χώρα είναι να ξαναβρεί τη σχέση με τη μνήμη της. Η κρίση της ευρωπαϊκής κοινότητας και του νομίσματός της, που είναι πια προ των θυρών, είναι μια κρίση της μνήμης και η μνήμη –είναι καλό να μην το ξεχνάμε– είναι για κάθε χώρα ένας  τόπος κατ’ εξοχήν πολιτικός. Δεν υπάρχει πολιτική χωρίς μνήμη, αλλά μια ευρωπαϊκή μνήμη είναι τόσο ανακόλουθη όσο το ενιαίο της νόμισμα.

23 Σεπτέμβρη 2025

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Στις 19-20 Σεπτέμβρη συμμετείχα στο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Ιωαννίνων και στις 23-24 του ίδιου μήνα στο αντίστοιχο στη Θεσσαλονίκη. Πήρα μέρος (ως ομιλητής) σε δύο συζητήσεις που στην ουσία αφορούσαν την κινηματική μνήμη και τις δυνατότητες εξόδου από τον ζόφο που ζούμε σήμερα, με αφορμή δύο κόμικς και μια συλλογή κειμένων από το παρελθόν. Η ελπίδα, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται όχι τόσο σε αυτά που είπαμε σε εκείνες τις βραδιές, όσο στην αγαπητική και συντροφική ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών και στις κουβέντες στο περιθώριο, που πάντοτε γίνονται σε τέτοια event. Αν και έμεινε κενή η θέση του πέτρινου συνδαιτημόνα που μας πάντοτε μας δείχνει το δρόμο προς ένα άλλο, ελπιδοφόρο, μέλλον και μόνο το γεγονός ότι η μικρή μας φυλή παραμένει άθραυστη (αν και πολλαπλώς ραγισμένη), μας κάνει να προχωράμε στην αναζήτηση του βορειοδυτικού περάσματος, αταλάντευτα άθεοι, απάτριδες και αναρχικοί.       


Πού βρισκόμαστε; - Giorgio Agamben


Στην κόλαση. Κάθε συζήτηση που δεν ξεκινά από αυτή τη γνώση, απλώς στερείται βάσης. Οι κύκλοι στους οποίους βρισκόμαστε δεν είναι τοποθετημένοι κάθετα, αλλά είναι διάσπαρτοι στον κόσμο. Οπουδήποτε οι άνθρωποι συνενώνονται, δημιουργούν κόλαση. Οι κύκλοι και οι λάκκοι είναι παντού γύρω μας, κι εμείς αναγνωρίζουμε, όπως στα caprichos του Γκόγια, τα τέρατα και τους διαβόλους που τους κυβερνούν

Τι μπορούμε να κάνουμε σε αυτή την κόλαση; Όχι τόσο και όχι μόνο, όπως έλεγε ο Ίταλο, να φυλάμε ένα κομμάτι του καλού, εκείνο που στην κόλαση δεν είναι κόλαση. Αφού κι αυτό, όλο ή εν μέρει, είναι μολυσμένο –σε κάθε περίπτωση no te escaparas. Μάλλον σταμάτα, σιώπησε, παρατήρησε και, τη σωστή στιγμή, σκίσε την κουρτίνα των ψεμάτων πίσω από την οποία αναπαύεται η κόλαση. Γιατί η ίδια η κόλαση είναι ένα ψέμα, το ψέμα των ψεμάτων, που εμποδίζει το πέρασμα στη μη κόλαση, στο ευτυχισμένά, απλά, αναρχικά υπαρκτόν.  Στο ουδέποτε υπαρκτό που η κόλαση κάθε φορά καλύπτει με το δικό της υπαρκτό, λες και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα ύπαρξης έξω από τους λάκκους και τους κύκλους στους οποίους ήδη σε έχουν εγγράψει υποχρεωτικά. Να είσαι εσύ το σημείο, το κατώφλι στο οποίο το υπαρκτό εξασθενεί, στο οποίο αναβλύζει συνεχώς το πιθανό, η μοναδική αληθινή πραγματικότητα. Η σκέψη δεν συνίσταται στην υλοποίηση του πιθανού, όπως σε καλούν οι δαίμονες να κάνεις, αλλά στο να καταστεί πιθανό το πραγματικό, στο να βρεθεί μια διέξοδος στο αναπόφευκτο των δεδομένων που η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να επιβάλλει σε κάθε πλαίσιο –και προπάντων στην πολιτική. Ενώ στα κολασμένα ουρλιαχτά που ακούγονται γύρω σου όλοι προσπαθούν να πραγματώσουν διαβολικά, τεχνικά και με οποιοδήποτε κόστος το πιθανό, για σένα κάθε υπαρκτό, κάθε πράγμα, κάθε λεπίδα χόρτου, αν τα αντιληφθείς στην αλήθειά τους, γίνονται εκ νέου, σιωπηλά, διαυγώς, πιθανά.

15 Σεπτέμβρη 2025

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

ΓΙΑ ΤΙΣ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - Giorgio Agamben


Ένας καλός ορισμός της πολιτικής εξουσίας είναι αυτός που τη χαρακτηρίζει ως την τέχνη να βάζει τους ανθρώπους σε ψεύτικες σχέσεις. Αυτό και τίποτα άλλο κάνει προπάντων η εξουσία για να μπορεί να κυβερνάει όπως θέλει. Μόλις αφεθούν να μπουν σε έμμεσες σχέσεις τις οποίες δεν μπορούν να αναγνωρίσουν, οι άνθρωποι είναι εν τοις πράγμασι χειραγωγίσιμοι και κατευθυνόμενοι ανάλογα με την ευχαρίστηση της. Αν αυτοί πιστεύουν τόσο εύκολα στα ψέματα που τους προτείνονται, αυτό οφείλεται στο ότι είναι βασικά  ψεύτικες οι σχέσεις στις οποίες, χωρίς να το καταλαβαίνουν, ήδη βρίσκονται. Η πρώτη κίνηση μιας πολιτικής στρατηγικής άξιας αυτού του ονόματος έχει να κάνει προπάντων με την αναζήτηση μιας διεξόδου από τις ψεύτικες σχέσεις στις οποίες βάζει η εξουσία τους ανθρώπους για να μπορεί να τους κυβερνάει. Όμως αυτό δεν είναι κάτι το εύκολο, γιατί μια ψεύτικη σχέση είναι ακριβώς εκείνο στο οποίο δεν διαφαίνεται μια διέξοδος. Κάτι όπως μια διέξοδος γίνεται δυνατό μόνο αν καταλάβουμε ότι μια ψεύτικη σχέση είναι η ίδια η μορφή της εξουσίας, ότι το να βρίσκεσαι σε μια ψεύτικη σχέση σημαίνει να βρίσκεσαι σε μια σχέση εξουσίας. Ότι ψεύτικη, δηλαδή, δεν είναι μια σχέση στην οποία λέμε ψέματα, αλλά μια σχέση στην οποία λείπει η συνείδηση του ουσιαστικά πολιτικού χαρακτήρα της. Το να αντιληφθούμε ότι οι σχέσεις που είναι προφανώς βαθιές και ιδιωτικές ή εκείνες που τεχνικά ή κοινωνικά είναι καθορισμένες, είναι στην πραγματικότητα πάντοτε πολιτικές, το να αντιληφθούμε, δηλαδή, ότι είμαστε από την αρχή σε μια ψεύτικη σχέση, καθιστά αυτή τη γνώση τον μοναδικό δρόμο για να αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο μας να τη βιώνουμε.

1η Σεπτέμβρη 2025

Υ.Γ. (του μεταφραστή). Το 2025 ο Τζόρτζο Αγκάμπεν κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του με τίτλο Φιλίες. Σε αυτό ο ιταλός διανοητής παρουσιάζει μερικές/ους από τις αγαπημένες/ους του φίλες/ους, δείχνοντας ακριβώς ποιες είναι οι μη ψεύτικες σχέσεις. Μου το χάρισε η Δήμητρα στο Μιλάνο τον Ιούνη του 2025 και το απήλαυσα διαβάζοντάς το στον κήπο του ξενοδοχείου που μας φιλοξένησε σε εκείνο το απίστευτα όμορφο ταξίδι μας. Και καθώς αυτό το καλοκαίρι μίλησα επανειλημμένως με δικές/ους μου αγαπημένες/ους φίλες/ους για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα ακριβώς με τις ψεύτικες σχέσεις στις οποίες μας υποβάλλει συνειδητά η εξουσία, νομίζω ότι το κειμενάκι του Αγκάμπεν συνεισφέρει τα μάλα στην κατανόηση αυτού του τόσο σοβαρού προβλήματος.  

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Η παντοδύναμη αστυνομία - Joseph Roth


Μετά από δύο μέρες ο θυρωρός του ρωμαϊκού ξενοδοχείου μου έγινε αντιπαθής. Η επαγγελματική του εγκαρδιότητα ανακατευόταν με εκείνη την κακοκρυμμένη περιέργεια, που προδίδει τον μέτριο πληροφοριοδότη. Εκείνον που δεν είναι γεννημένος για να υπηρετεί την αστυνομία. Δούλευε εδώ και είκοσι χρόνια –μου το είπε ο ίδιος– στον ξενοδοχειακό κλάδο και ήταν ήδη θυρωρός ξενοδοχείου σε μια εποχή που στην Ιταλία κάθε ξένος ήταν απλώς φιλοξενούμενος και όχι αντικείμενο υποψιών εκ μέρους των αρχών. Ο ξένος καταλαβαίνει την αλλαγή του καθεστώτος πρώτα απ’ όλα από τον θυρωρό. Μετά το καλωσόρισμα, του ζητάει αμέσως το διαβατήριο. Ομολογώ ότι τρέφω μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στα κράτη που στα ξενοδοχεία πρέπει να δίνεις το διαβατήριο σου (υπάρχουν ταξιδιώτες που κάτι τέτοιο τους είναι εντελώς αδιάφορο). Όλη η παραδοσιακή φιλοξενία μιας χώρας που εδώ και πολλά χρόνια ζει από τον τουρισμό, χωρίς τον οποίο, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, δεν θα μπορέσει να ζήσει πολλά χρόνια ακόμη, μου φαίνεται ύποπτη όταν το προσωπικό του ξενοδοχείου αρχίζει να επιτελεί τις λειτουργίες των αρχών και μου παίρνει, έστω και για μια μέρα, το διαβατήριο, δηλαδή την ελευθερία κίνησής μου.

Όμως ο θυρωρός του ξενοδοχείου έκανε και κάτι παραπάνω. Όταν του ζήτησα γραμματό-σημα, βιάστηκε να διαβάσει το όνομα του αποδέκτη της επιστολής μου και, ανησυχώντας  δήθεν μη μου χαλάσει  την άνεση, με εμπόδισε να κάνω εκείνο το μοναδικό βήμα προς την τρύπα του ταχυδρομικού κουτιού. Επέμενε να στείλει ο ίδιος την επιστολή. Κατά συνέπεια  η ανταπόκρισή μου καθυστέρησε να φτάσει μια δυο μέρες απ’ ότι θα χρειαζόταν κανονικά.

Έχει παράξενους φίλους ο θυρωρός του ξενοδοχείου.  Στο πόστο του συναντά κάνα δυο φορές τη μέρα δύο με τρία άτομα που σίγουρα δεν ανήκουν στους φιλοξενούμενους του ξενοδοχείου. Άνθρωποι περίεργοι, που αμέσως πέφτουν σε μια εύγλωττη σιωπή όταν του δίνω το κλειδί. Καθώς απομακρύνομαι, νιώθω το βλέμμα τους στον αυχένα μου. Κάποια στιγμή  συνάντησα στο μπαρ έναν άνδρα που μισή ώρα πριν τον είχα δει να μιλάει με τον θυρωρό. Γνωριζόμαστε! Αλαλά! Το ξέρω, υπάρχουν ξένοι που μπροστά στα ερείπια ξεχνούν την ύπαρξη πληροφοριοδοτών. Αλλά η ευαισθησία μου, έμπειρη και μαθημένη από την παραμονή μου σε αστυνομικά κράτη –δηλαδή σε κράτη που έχουν μια τρομερή αστυνο-μία– δεν αφήνει να αποσπαστεί η προσοχή μου από εκείνη την κυκλοφορία σπιούνων λόγω της  οποιαδήποτε έλξης μπορεί να ασκούν τα αρχαία σε έναν τουρίστα.

Όταν πήγα να βρω τον κύριο τον οποίο μου είχε γνωρίσει ο φίλος μου από το Μιλάνο, ο θυρωρός του μας παρατήρησε προσεκτικά. Εκείνος ο άνδρας, ένας έμπορος, πιστός καθολικός, για μια συγκεκριμένη περίοδο ήταν ύποπτος για την αστυνομία. Όταν φύγαμε μαζί από το σπίτι, χαιρέτισε γελώντας και με υπερβολική ευγένεια τον θυρωρό, στον οποίο ενίοτε δίνει κάποιες συμβουλές. «Επικίνδυνος άνθρωπος», μου είπε ο φίλος μου, «μπορεί να με κακολογήσει ανά πάσα στιγμή». «Για τι πράγμα;». «Ποιος ξέρει;».

Στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να ξέρει για ποιο λόγο μπορεί να γίνει κανείς ύποπτος στα μάτια ενός θυρωρού, έμπιστου της αστυνομίας. Ο πολίτης ζει συνεχώς με τον φόβο ότι θα καταστεί ύποπτος. Χρειάζεται σε αυτό το σημείο να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ολική αδυναμία του πολίτη στη σημερινή Ιταλία.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Μουσολίνι (26 Μάη 1927) στη φασιστική Ιταλία υπάρχουν 60.000 καραμπινιέροι και 15.000 αστυνομικοί. 5.000 αστυνομικοί στη Ρώμη, 10.000 στρατιωτικοί στο ταχυδρομείο, στον τηλέγραφο και στον σιδηρόδρομο. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν οι τελωνοφύλακες και οι 30.000 εθελοντές της φασιστικής πολιτο-φυλακής, επιφορτισμένοι με την εθνική ασφάλεια.

Θα αρκούσε η ύπαρξη αυτών των ένοπλων δυνάμεων για να περιοριστεί η ατομική ελευθερία των ιταλών πολιτών. Όμως υπάρχουν και οι φασιστικοί νόμοι, που την έχουν καταργήσει ολοκληρωτικά.

Ο Ιταλός δεν μπορεί να ταξιδέψει στην ίδια του τη χώρα αν δεν του έχουν δώσει οι αστυνομικές αρχές  του τόπου κατοικίας του το προβλεπόμενο έγγραφο. Δεν υπάρχει ξενοδοχείο που να μπορεί να τον φιλοξενήσει. Δεν μπορεί καν να πάει σε ένα νοσοκομείο. Η μετανάστευση είναι πρακτικά αδύνατη. Οι αρχές δεν δίνουν διαβατήρια για το εξωτερικό. 22 χιλιάδες λίρες πρόστιμο και ελάχιστη ποινή τρία χρόνια φυλάκιση για όποιον προσπαθήσει να περάσει τα σύνορα χωρίς διαβατήριο.

Επιπλέον στην Ιταλία υπάρχει η έννοια  του «κακόφημου» πολίτη. Ένας πολίτης τέτοιου τύπου δεν έχει πια καμία ατομική ελευθερία.  Η αστυνομία και οι καραμπινιέροι τον έχουν υπό αυστηρή επιτήρηση. Του έχουν καθορίσει τις ώρες που μπορεί να βγαίνει από το σπίτι του. Μια επιτροπή της αστυνομίας μπορεί να του επιβάλλει τον τόπο διαμονής του –στην Ιταλία ή στις αποικίες. Μόνο η αστυνομία αποφασίζει για το πώς θα περάσει τη μέρα του, για την εργασία του, για τον ύπνο του, για τις βόλτες του, για την ανάπαυσή του. Η εξήγηση του Μουσολίνι για αυτά τα μέτρα είναι: «Απομακρύνουμε αυτά τα άτομα από τη φυ-σιολογική ζωή ακριβώς όπως οι γιατροί απομονώνουν τους αρρώστους με μολυσματικές ασθένειες».

Και μένοντας στη μεταφορά που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο δικτάτορας, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι είναι αρκετή η απομόνωση των άρρωστων από αντιφασισμό, ενώ οι υγιείς μπορούν να κάνουν ότι θέλουν! Αλαλά! Δεν μπορούν! Κάθε δημόσια εκδήλωση –είτε είναι για επιστημονικούς, αθλητικούς ή αναμφίβολα για ωφέλιμους  λόγους– πρέπει να δηλώνεται στην αστυνομία τουλάχιστον έναν μήνα πριν. Αυτή εγκρίνει τον τόπο και την ώρα διεξαγωγής της, ενώ μπορεί μέχρι να απαγορεύσει την εκδήλωση. Μια επιτροπή  τη βοηθά για να λάβει την απόφασή της. Και ποιος συμμετέχει σε αυτή την επιτροπή; Ο γραμματέας της φασιστικής επιτροπής της ενδιαφερόμενης περιοχής και, μαζί με τον «άρχοντα» της πόλης, ο διοικητής της φρουράς. Καθηγητές, επαγγελματίες, δάσκαλοι διαφόρων εκπαιδευτικών βαθμίδων δεν μπορούν να φτιάξουν ενώσεις –ούτε καν για επιστημονικούς σκοπούς (στην τσαρική Ρωσία και στη σημερινή Ρωσία δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ένας τέτοιου είδους νόμος). Ούτε καν ένας εορτασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς την άδεια της αστυνομίας. Η αστυνομία έχει το δικαίωμα να καθορίζει την ώρα και τον τόπο μιας δημόσιας εκδήλωσης. Και είναι εύκολο να φανταστούμε ότι η αστυνομία, εκεί όπου για συγκεκριμένους λόγους δεν θέλει ή δεν μπορεί να την απαγορέψει, βάζει μια ώρα και έναν τόπο τέτοιους ώστε η εκδήλωση είτε να είναι αδύνατη είτε αναποτελεσματική. Καταλαβαίνουμε, συνεπώς, γιατί ο φίλος μου φοβάται τον θυρωρό του. Ο θυρωρός, μέσω της αστυνομικής δράσης του, έχει γίνει ένα είδος διαμορφωτή της κοινής γνώμης. Ο νόμος αναγνωρίζει πολίτες «τους οποίους η κοινή γνώμη θεωρεί κακόφημους» και καθώς οι εκτελεστές αυτού του νόμου δεν μπορούν να μπουν στα σπίτια και να ακούσουν και να επιβεβαιώσουν τις αιτίες αυτής της κακοφημίας, εμπιστεύονται τους καταδότες. Από την εποχή του Μέτερνιχ οι θυρωροί είναι τα μάτια και τα αυτιά της αστυνομίας.

Ο ιταλός πολίτης φοβάται τον εφημεριδοπώλη στη γωνία, τον καπνοπώλη και τον κομμωτή, τον θυρωρό και τον ζητιάνο, τον διπλανό του στο τραμ και τον οδηγό του οχήματος. Και ο εφημεριδοπώλης στη γωνία, ο καπνοπώλης και ο κομμωτής, ο θυρωρός και ο ζητιάνος, ο διπλανός στο τραμ και ο οδηγός του οχήματος, φοβούνται ο ένας τον άλλο. Όταν επρόκειτο να έρθει ο Νόμπιλε [ο Ουμπέρτο Νόμπιλε ήταν επιφανής ιταλός αεροπόρος και εξε-ρευνητής σ.τ.μ.] ζήτησα από τον μιλανέζο φίλο μου, χωρίς να περιμένω μια σοβαρή απάντηση αλλά μόνο για να σπάσω τη σκοτεινή του εμπιστευτικότητα, «τι πιστεύεις για τον Νόμπιλε;», κι αυτός μου απάντησε αμέσως «εγώ δεν ενδιαφέρομαι για την πολιτική». «Εννοείς για τον Βόρειο Πόλο;». «Όχι», επέμεινε, «για την πολιτική» και ανοίγοντας την εφημερίδα του βυθίστηκε σε μια αναφορά για τους ελιγμούς του εξερευνητή.

Στο μεταξύ ξεφυλλίζω τους Λόγους του Μουσολίνι και το βλέμμα μου πέφτει στις παρακάτω φράσεις: «Πρέπει να είσαστε πεπεισμένοι ότι σε ένα φασιστικό κράτος όλοι οι υπουργοί και όλοι οι γραμματείς δεν είναι παρά στρατιώτες. Πηγαίνουν όπου ο επικεφαλής τους διατάζει να πάνε και σταματούν αν εγώ τους διατάξω να σταματήσουν». Σηκώνω τα μάτια και βλέπω μια πολύ γνωστή φυσιογνωμία. Δύο τραπέζια πιο κει, με τη γραβάτα του με τις λευκές και κόκκινες ρίγες να κρέμεται στον λαιμό του, με το κεφάλι γερμένο στην προσπάθειά του να ακούσει καλύτερα, ένα ελαφρύ μπαστούνι στο διπλανό κάθισμα, ακουμπώντας στο μπράτσο της ένα χέρι με αστραφτερά ροζ νύχια και με ένα μοχθηρό χαμόγελο –το θεωρεί υποχρεωτικό– στα χείλη, ποιος;, ο φίλος του ξενοδοχείου. Άκουσε ότι συζητούσαμε σε μια ξένη γλώσσα. Τι σημαντική στιγμή! Για δυόμισι λίρες θα δώσει πληροφορίες στην αστυνομία. Αλαλά!

(Frankfurter Zeitung, 11/11/1928)

Υ.Γ. (του μεταφραστή): Ο Γιόζεφ Ροτ ταξίδεψε στην ΕΣΔΔ, στη Γαλλία και στην Ιταλία το 1928 ως ανταποκριτής της γερμανικής φιλελεύθερης εφημερίδας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης Frankfurter Zeitung η οποία, ωστόσο, λογόκρινε τα κείμενα του, προς μεγάλη απογοήτευση και πικρία του Ροτ. Τι έχει αλλάξει σήμερα στην Ιταλία, με τη κρυπτονεοφασιστική κυβέρνηση Μελόνι; Αφήνουμε την αναγνώστρια και τον αναγνώστη να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Η εκκένωση του ιστορικού κοινωνικού κέντρου Λεονκαβάλο για δεύτερη φορά μέσα σε πενήντα χρόνια και πάλι τις «ήσυχες μέρες» του Αυγούστου, δίνει ένα ακόμη στίγμα της νεοφασιστικής εκδικητικότητας όταν βρεθεί στην εξουσία. Ελπίζοντας ότι και αυτή τη φορά τα συντρόφια στο Μιλάνο θα δώσουν την αρμόζουσα απάντηση, δεν μπορώ παρά να συγκρίνω (τηρουμένων πάντοτε των κινηματικών αναλογιών) αυτή την εκκένωση με εκείνη της Βίλλας Αμαλίας δεκατρία χρόνια πριν, εννοώντας κυρίως τον συμβολικό της χαρακτήρα για τα κινήματα του κοινωνικού ανταγωνισμού. 

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Η αδιάλλακτη αλλά γόνιμη αναρχική αντίφαση - Tomás Ibáñez


Σίγουρα, μπορούμε να καλλιεργήσουμε την επιθυμία ότι ο αναρχισμός είναι προικισμένος με μια εσωτερική συνοχή και να απωθήσουμε το γεγονός πως εμπεριέχει αντιφάσεις, όμως κάτι τέτοιο σημαίνει ότι απομακρυνόμαστε από αυτό που συνιστά τη μοναδικότητα και τον πλούτο του. Για καλή μας τύχη, ο αναρχισμός είναι αντιφατικός και ατελής, και είναι ακριβώς η γνώση της ατέλειάς του που εξηγεί σε αυτόν την απουσία δογματισμού, την έλλειψη ακαμψίας, το άνοιγμα στην αλλαγή, την ικανότητα αυτοκριτικής και τη σταθερή ικανότητα διόρθωσης των λαθών του. Γιατί δεν είναι η πίστη πως κατέχει την αλήθεια αυτό που του επιτρέπει να ανανεώνεται αμφισβητώντας ότι θεωρείται δεδομένο, αλλά η αβεβαιότητα, η αμφιβολία και η γνώση ότι οι θέσεις μας συνδέονται με την ανθρώπινη ευθραυστότητα.

Μια από τις βασικές αντιφάσεις του αναρχισμού έγκειται στην προφανή ασυμβατότητα ανάμεσα σε δύο στοιχεία τα οποία, ωστόσο, είναι ουσιώδη για να οριστεί ως προς τη μοναδικότητά του, αλλά  εξαιτίας της  αναγκαίας συνύπαρξής τους, ο ίδιος ο αναρχισμός  σε μια κατάσταση κυριολεκτικά διλημματική.

Από τη μια πλευρά έχουμε το ηθικό αίτημα να μη γεννιούνται σχέσεις και να μην υπάρχουν φαινόμενα κυριαρχίας στον αγώνα ενάντια στην ίδια την κυριαρχία, γιατί τότε ο αναρχισμός θα γίνει το αντίθετο από αυτό που θέλει να είναι. Αυτό το αίτημα γεννιέται από την αναρχική επιμονή στην αναγκαία αντιστοίχιση μεταξύ του λέγειν και του πράττειν, μεταξύ των μέσων και των σκοπών, αφού τα μέσα που χρησιμοποιούμε για να φτάσουμε στους σκοπούς που επιδιώκουμε δεν μπορούν ποτέ να έρχονται σε αντίθεση με αυτούς τους σκοπούς. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία με μέσα που συνιστούν την άρνησή της ή, για να το πούμε με πιο σύγχρονους όρους, τα μέσα πρέπει πάντοτε να προεικονίζουν τους σκοπούς που θέλουν να πετύχουν ή, τουλάχιστον να μην αντιφάσκουν με εκείνους.

Για να αποφύγω τις περιφράσεις θα χρησιμοποιήσω έναν νεολογισμό που μου φαίνεται αρκετά χρήσιμος: ο αναρχισμός πρέπει να είναι ακυριαρχικός , με την έννοια ότι για να είναι σύμφωνος με τις αξίες του πρέπει να είναι ελεύθερος από φαινόμενα κυριαρχίας: με άλλα λόγια, ο αναρχισμός  ή είναι ακυριαρχικός ή, αλλιώς, προδίδει τον ίδιο του τον εαυτό, γινόμενος πηγή κυριαρχίας.

Από την άλλη πλευρά, ως πολιτικό κίνημα βασισμένο σε ένα σύνολο αξιών και ιδεών, ο αναρχισμός δεν μπορεί να απαρνηθεί τα συστατικά χαρακτηριστικά που τον καθιστούν τέτοιο. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να απαρνηθεί την ουτοπική του διάσταση, το να ακολουθεί σχέδια χειραφέτησης, το  να αναλαμβάνει προεικονιστικές ενέργειες, το να προσανατολίζει τους αγώνες στη βάση των αξιών και των αρχών του, εν συντομία μια ολόκληρη σειρά στοιχείων που είναι ομοούσια με αυτόν, αλλά τον εμποδίζουν να είναι ακυριαρχικός γιατί γεννούν φαινόμενα κυριαρχίας.

Το δίλημμα είναι αδιέξοδο γιατί, λόγω της ίδιας του της σύστασης, ο αναρχισμός πρέπει να είναι ταυτοχρόνως ακυριαρχικός και μη ακυριαρχικός, ειδάλλως εξευτελίζει για τον ίδιο λόγο πάντοτε, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, την αναρχική συνθήκη.

Δεν υπάρχει ένα tertium quid και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο αναρχισμός είναι παγιδευμένος σε ένα είδος συντακτικής απορίας: ή είναι ακυριαρχικός προκειμένου να είναι αναρχικός, όμως τότε παύει να είναι αναρχικός γιατί είναι υποχρεωμένος να απαρνηθεί μεγάλο μέρος αυτού που συνιστά τον αναρχισμό: δηλαδή, για να διατηρήσει την ουσία του αναρχισμού δεν είναι ακυριαρχικός προδίδοντας, έτσι, αυτό που συνιστά μια συνθήκη sine qua non του αναρχισμού. Είναι δύο αντιφατικά αιτήματα, που ορίζουν δύο τρόπους ύπαρξης κυριολεκτικά ασύμβατους στον ίδιο κόσμο και οι οποίοι μπορούν να υπάρχουν ταυτοχρόνως μόνο κατά έναν τρόπο αναπόφευκτα αντιφατικό, σε μια σαφή αμοιβαία αντίθεση.          

Ωστόσο, λες και πρόκειται για έναν παράξενο συμβιωτικό ανταγωνισμό μεταξύ αυτού που βρίσκεται ταυτοχρόνως σε μια έκδηλη αντίθεση και σε μια στενή συμμαχία, αυτές οι δύο όψεις θεμελιώνονται σε μια συντεθειμένη ενότητα, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι ταυτοχρόνως ακυριαχική, στερούμενη, δηλαδή, φαινομένων κυριαρχίας και κυριαρχική, καθώς γεννά τέτοια φαινόμενα. Έγκειται ακριβώς στη διατήρηση αυτών των δύο όψεων, που βρίσκονται σε μια συνεχή ένταση μεταξύ τους, η μοναδικότητα και ο πλούτος του αναρχισμού. Αυτή η αντίφαση πάλλει στην καρδιά του αναρχισμού και δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να ακυρωθεί ο ίδιος ο αναρχισμός, γιατί τότε δεν θα έμενε κάτι άλλο πέα από τη μόνο μία όψη του, που αν παρθεί  ξεχωριστά, καμία τους δεν ανταποκρίνεται στον αναρχισμό.

Ο Αμεντέο Μπέρτολο έγραψε, ήδη πολύ καιρό πριν, ότι ο αναρχισμός στην καθαρή του κατάσταση θα ήταν όπως ένα ποτό πολύ αλκοολικό για να αρέσει χωρίς να προκαλεί μια κάποια δυσανεξία, έτσι ώστε προκειμένου να πίνεται πιο εύκολα, πρέπει να μειωθεί η δόση του αλκοόλ. Με τον ίδιο τρόπο ο ακυριαρχικός αναρχισμός είναι μια μορφή πολύ λιτή και πολύ εξασθενημένη για να μπορέσει να αποτελέσει μια ευχάριστη παρέα, και τότε οφείλουμε  να αποδεχτούμε ότι δεν πρέπει να είναι απολύτως ακυριαρχικός προκειμένου να είναι ευχάριστος, γοητευτικός , μέχρι και ενθουσιαστικός.

Ο αέρας που πνέει εκεί ψηλά όπου καταφεύγει ο ακυριαρχικός αναρχισμός είναι χωρίς αμφιβολία πιο καθαρός, στερείται μολυσματικών στοιχείων, όμως είναι και πολύ φτωχός σε οξυγόνο για να μπορέσει να τον αναπνεύσει κανείς άνετα, κάτι που μας υποχρεώνει να λογαριαστούμε με την καθαρότητα του αναρχισμού και να ψάξουμε έναν αναρχισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, για να μην πούμε πολύ ανθρώπινο.

Χωρίς προς στιγμή να ασχολούμαστε με το εκλεπτυσμένο ερώτημα αν είναι στ’ αλήθεια δυνατό να είναι πλήρως ακυριαρχικός ο αναρχισμός, παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι είναι αρκετά εύκολο να εξηγήσουμε και να καταλάβουμε το νόημα και τους λόγους αυτού του ηθικού αιτήματος.

Αντιθέτως είναι πολύ πιο δύσκολο να καταλάβουμε γιατί ένα σύνολο συμπεριφορών, τις οποίες ο αναρχισμός δεν μπορεί να απαρνηθεί χωρίς να αρνηθεί τον ίδιο τον εαυτό του, γεννούν συχνά φαινόμενα κυριαρχίας. Για να συλλέξουμε όλα αυτά τα φαινόμενα, πρέπει να πάμε λίγο πίσω στην ιστορία και να εξετάσουμε, έστω και επιφανειακά, την ύπαρξη της αρχής και τη μη αρχή [ελληνικά στο πρωτότυπο, σ.τ.μ] στην ελληνική φιλοσοφία. Εννοώντας  ως αρχή την παρουσία και την άσκηση εξουσίας, και ως μη αρχή ή αναρχία [ελληνικά στο κείμενο, σ.τ.μ.], την απουσία εξουσίας, κάτι που σημαίνει πως ξεχνάμε ότι η αρχή είναι ένας συνδυασμός εξουσίας και θεμελιωδών πρώτων αρχών. Αυτές οι αρχές ήταν οι ίδιες γενεσιουργοί φαινομένων εξουσίας, εφόσον, τιθέμενες από την αρχή, υποτάσσουν όλα όσα έπονται. Η μη αρχή, η αναρχία, είναι, συνεπώς, η απουσία εξουσίας, σαφώς, αλλά είναι επίσης απουσία θεμελιωδών αρχών και αυτό είναι που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη μεταμορφώνει την αναρχία στον χειρότερο κίνδυνο ο οποίος μπορεί να απειλήσει μια κοινωνία.

Το να λάβουμε υπόψη αυτό το ξεχασμένο συστατικό της αναρχίας και εμβαθύνοντας  στο ζήτημα των αρχών, είναι κάτι που μας επιτρέπει να ξεδιπλώσουμε μια μορφή αναρχισμού που φαίνεται πρόσφορο να ορίσω, προς στιγμή, ως «μη θεμελιακό αναρχισμό». Και σκεφτόμενοι ακριβώς τις πλευρές της κυριαρχίας που εμφανίζονται στον μη θεμελιακό αναρχισμό, είναι δυνατό να καταλάβουμε γιατί τα πιο κοινά και συχνά πιο ελκυστικά συστατικά του αναρχισμού αντιφάσκουν με το αίτημα της απουσίας κυριαρχίας.

Ανάμεσα σε αυτά τα στοιχεία βρίσκουμε τις ουτοπίες που τρέφουν τις ελπίδες και τη φαντασία, τις αρχές που πρέπει να γίνονται σεβαστές, τις αξίες προς υπεράσπιση, τους στόχους που πρέπει να επιδιώκουμε κλπ. Πώς μπορούμε να είμαστε αναρχικοί χωρίς να θεωρούμε δικά μας όλα αυτά τα στοιχεία, με τις αποχρώσεις που έχουν στους προσφιλείς  μας αναρχισμούς; Και, ωστόσο, πώς μπορούμε να τα υιοθετούμε χωρίς να παραβιάζουμε τον σεβασμό της αυτονομίας που υποστηρίζει ο αναρχισμός;

Ο σεβασμός της αυτονομίας, πράγματι, προϋποθέτει την άρνηση οποιασδήποτε προσπάθειας εισαγωγής θεωρητικών στοιχείων ξένων στους αγώνες, όπως, για παράδειγμα, οι καθοδηγητικές αρχές, οι οργανωτικές μορφές ή οι επιδιωκόμενοι στόχοι. Όλα αυτά πρέπει να γεννιούνται μέσα από τους ίδιους τους αγώνες, χωρίς τίποτα να τα προσανατολίζει ή να τα διευθύνει από τα έξω, γιατί η αυτονομία δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω της ίδιας της άσκησής της και αυτό στερεί τη νομιμότητα οποιαδήποτε εξωτερικής παρέμβασης στην ίδια την αυτόνομη διαδικασία, δείχνοντας  τον άχρηστο και ελευθεροκτόνο χαρακτήρα κάθε είδους πρωτοπορίας.

Σαφώς, ο αναρχισμός πάντοτε υποστήριζε ότι η θεωρία –ο τόπος στον οποίο ανήκουν οι αρχές, αυτό να μην το ξεχνάμε– έχει κάποια νομιμότητα προκειμένου να ανιχνεύσει τις διαδρομές της πράξης και ότι αυτή η τελευταία πρέπει να υποτάσσεται γλυκά στις υποδείξεις της.

Είναι αλήθεια ότι ενάντια σε αυτές τις απόψεις ο αναρχισμός αξιολογεί πάντοτε τις πρακτικές βάσει της θεωρίας, παγιώνοντας έναν αμοιβαίο αιτιακό δεσμό μεταξύ αυτών των δύο οντοτήτων, γνωρίζοντας ότι οι πρακτικές γεννούν στοιχεία που ενσωματώνονται στη θεωρητική σφαίρα τροποποιώντάς τη και ότι από εκεί αυτή επιδρά στις πρακτικές τροποποιώντας τις με τη σειρά τους. Αυτού λεχθέντος, ο μη θεμελιακός αναρχισμός δίνει έναν περαιτέρω γύρο ζωής, ενισχύοντας την αποφασιστική σημασία των πρακτικών και, με όρους μιας «a priori πράξης», υπογραμμίζει το πρωτείο που πρέπει ο αναρχισμός να δίνει στην πράξη.

Άπαξ και εκκενωθεί η μη  αρχή από την εξουσία και τις αρχές [principi]που ανήκουν στην αρχή,  η ανθρώπινη πράξη στερείται των αναγκαίων φώτων της θεωρίας για να προσανατολιστεί και δεν θεμελιώνεται παρά στον ίδιο τον εαυτό της, χωρίς να υπάρχει πιθανότητα να ξαναστραφεί σε εξωτερικές αρχές, δηλαδή σε αρχές που δεν προέρχονται άμεσα από αυτό που οι ίδιες οι πρακτικές δημιουργούν και αναπτύσσουν σε κάθε κατάσταση και σε κάθε ιδιαίτερο αγώνα.

Αυτό σημαίνει ότι οι αναρχικοί αγώνες ενάντια στην εξουσία πρέπει να στερούνται αρχών; Όχι, κάθε άλλο, όμως αναγνωρίζονται ως νόμιμες αρχές μόνο εκείνες που έχουν σφυρηλατηθεί στην καρδιά αυτών των αγώνων, εκείνες που είναι εγγενείς σε συγκεκριμένες συνθήκες και δεν προβάλλονται σε ανταγωνιστικές πρακτικές επιβεβλημένες από τα πάνω από θεωρίες εξωτερικές ως προς αυτές τις συνθήκες. Η μη υπακοή σε αρχές δεν σημαίνει να στριφογυρίζεις τυφλά στη ζωή αγνοώντας κάθε αρχή, αλλά μόνο ότι οι υιοθετημένες αξίες δεν είναι υπερβατικές, οικουμενικές, αμετάβλητες ή απόλυτες, αλλά συγκυριακές και εγγενείς σε πρακτικές κοινωνικά και ιστορικά τοποθετημένες.

Αυτού λεχθέντος, ο μη θεμελιακός αναρχισμός δεν έχει να κάνει μόνο με την απουσία καθοδηγητικών αρχών τοποθετημένων στην υπερκείμενη σφαίρα της θεωρίας, αλλά και με την απουσία μιας προκαθορισμένης τελικότητας, της οποίας η επίτευξη θα πρέπει να καθοδηγεί τις πρακτικές. Πρέπει, πράγματι, να προχωρήσουμε χωρίς την αυθεντία των αρχών, αλλά και με την απουσία ενός τέλους. Δηλαδή χωρίς να υποτάσσουμε τις πρακτικές στο αίτημα της επίτευξης στόχων που έχουν καθοριστεί έξω από τις ίδιες τις πρακτικές.

Όταν ο μη θεμελιακός αναρχισμός υποστηρίζει την άποψη ότι οι πρακτικές δεν πρέπει να καθοδηγούνται από τη βούληση να επιτευχθούν καθορισμένοι στόχοι, δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι πρέπει να είναι προεικονιστικές, αφού πρόκειται πάντοτε για πράξεις που εμφορούνται από προθέσεις, κάτι που τις διαχωρίζει από τους απλούς συμπεριφορικούς αυτοματισμούς. Απλώς περιορίζεται στο να υποστηρίξει ότι η προσπάθεια επίτευξης ενός προκαθορισμένου σκοπού δεν πρέπει να είναι το κίνητρο της ανάπτυξης μιας πρακτικής, αλλά αυτή πρέπει να επεξεργάζεται τον στόχο της στην πορεία της ανάπτυξής της, λειτουργώντας σε συνθήκες πάντοτε συγκυριακές, έτσι όπως αυτές εμφανίζονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεπώς, πρέπει να προσπαθούμε να πραγματοποιήσουμε κάποιους στόχους; Ναι, σαφώς, οι οποίοι, όμως, δεν θα έχουν οριστεί προκαταβολικά, έξω από τις συγκεκριμένες και ιδιαίτερες συνθήκες, αλλά και ούτε ξεκινώντας από ένα άλλο επίπεδο πέρα από αυτό της ίδιας της πρακτικής στην πορεία της ανάπτυξής της.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα του τι σημαίνει απουσία τέλους, μπορούμε να επικαλεστούμε μια θεώρηση του αναρχισμού ως εργαλείο για να κάνουμε πράγματα όπως, για παράδειγμα, η αποδόμηση κληρονομημένων βεβαιοτήτων, η επίθεση σε μηχανισμούς κυριαρχίας, η οικοδόμηση χώρων και σχέσεων ελεύθερων από ιεραρχικές σχέσεις κ.ο.κ., ένα εργαλείο χρήσιμο, ανάμεσα στα άλλα και στον βαθμό που είναι δυνατό να αναρχοποιηθεί ο κόσμος.

Δεν πρέπει ,όμως, να αναρχοποιηθεί ο κόσμος σαν απάντηση σε ένα σχέδιο, διατυπώνοντάς το σαν ένας στόχος προς επίτευξη, αλλά ως ένα αποτέλεσμα, ως μια συνέπεια της ανάπτυξης των αναρχικών πρακτικών που είναι οι ίδιες ένας σκοπός. Αυτές οι πρακτικές δεν αναπτύσσονται με στόχο να αναρχοποιηθεί ο κόσμος, αλλά τον αναρχοποιούν εκ των πραγμάτων ως αποτέλεσμα της ίδιας τους της ανάπτυξης, της σύγκρουσής τους με την κυριαρχία. Πρέπει, εν συντομία, να αναρχοποιηθεί ο κόσμος και όχι να υπάρξει μια εγγύηση για τη νίκη του αναρχισμού, πρέπει να ενεργοποιηθούν πρακτικές που είναι αναρχοποιητικές καθαυτές. Για παράδειγμα, ο κόσμος αλλάζει φτιάχνοντας οριζόντια δίκτυα ελεύθερης συνένωσης, όμως αυτά τα δίκτυα δεν φτιάχνονται για να αλλάξει ο κόσμος, αλλά γιατί περικλείουν τις αξίες ενός νέου κόσμου, ξένου ως προς την αρχή.

Για να αναρχοποιηθεί ο κόσμος, για να αλλάξει σε μια αναρχική κατεύθυνση, δεν χρειάζεται να θέλουμε να τον αλλάξουμε, βάζοντας μια ταμπέλα στην πορεία που θα τον πάει σε εκείνη την κατεύθυνση, αλλά απλά κάνοντας πράγματα που έχουν ως ένα από τα αποτελέσματά τους αυτή την αλλαγή και τα οποία, όμως, θα βρεθούν σε αυτά τα ίδια και όχι στον προς επίτευξη στόχο, στην τελικότητα και την αξία του.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε το δίχως άλλο να επικαλεστούμε αυτά που έλεγε ο Μαξ Στίρνερ όταν υποστήριζε ότι δεν χρειάζεται να στοχεύουμε στη θέσμιση ενός νέου κόσμου μέσω ενός σχεδίου και μιας επαναστατικής διαδικασίας, αλλά πρέπει να ξεδιπλώσουμε τη διαρκή εξέγερση ενάντια στον κόσμο όπως αυτός είναι, αντιστεκόμενοι στην κυριαρχία και αναπτύσσοντας αποσυντακτικές πρακτικές των θεσμών, με στόχο την αμφισβήτηση της εξουσίας και όχι την αντικατάστασή της με ένα άλλο μοντέλο, γιατί όποιος την αντικαθιστά θα βρεθεί να είναι ο ίδιος στόχος της επαναστάσης.

Αντί για μια επανάσταση εμπνευσμένη από τη βούληση ή από το σχέδιο υλοποίησης ενός κοινωνικού μετασχηματισμού που θα ανατρέψει την υπάρχουσα πολιτική θέσμιση αντικαθιστώντάς τη με μιαν άλλη, η διαρκής εξέγερση περιορίζεται στο να μην την αποδέχεται, στο εξεγείρεται  απέναντι στην υπάρχουσα καταπίεση γιατί τη θεωρεί, απλώς, απαράδεκτη. Εκ των πραγμάτων, η ανάπτυξη πρακτικών αντίστασης σημαίνει ήδη μια αλλαγή στον κόσμο. Η αντίσταση είναι άμεσα μετασχηματιστική καθαυτή, χωρίς να χρειάζεται την υποστήριξη ενός σχεδίου μετασχηματισμού.

Σε αυτό το σημείο, έχει φτάσει αναμφίβολα η στιγμή για να διατυπώσουμε μια από τις πιθανές απαντήσεις σχετικά με το ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο «θα προχωρήσουμε σε μια αυτοκριτική του αναρχισμού», αλλά και για να ανταποκριθούμε στην πρόκληση την οποία αντιμετωπίζουμε, δηλαδή πώς θα τον βγάλουμε από τη σχετική του στασιμότητα. Από πλευράς μου, προωθώ την υπόθεση ότι αν ο αναρχισμός δεν έχει εξελιχθεί με έναν πιο σημαντικό τρόπο αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων λόγων, στο γεγονός ότι καταλαμβάνεται από κάποιου είδους ίλιγγο μπροστά στον απορητικό του χαρακτήρα.

Εκ των πραγμάτων, θα παραμείνει ακίνητος μέχρις ότου αποφασίσει να αντιμετωπίσει την πρόκληση που του θέτει αυτή η αντίφαση, μέχρις ότου δεν αποφασίζει να εγκολπωθεί την απορία που ο ίδιος αντιπροσωπεύει και να εξερευνήσει με τόλμη το μεταφορικό ισοδύναμο της κρυμμένης πλευράς του φεγγαριού, δηλαδή αυτού που έχει μείνει στη σκιά και συνίσταται στο ριζικό αίτημα της ακυριαρχίας. Δεν θα μπορέσει να κάνει βήματα μπροστά έως ότου δεν αποφασίζει να διασχίσει τον δρόμο της αναγκαίας και δυνατής  ύπαρξης ακυριαρχίας στον αναρχισμό. Το ξεπέρασμα αυτής της απορίας απαιτεί τη διερεύνηση νέων τρόπων του βλέπειν, του σκέπτεσθαι και του δραν, που θα τινάξουν στον αέρα τα δεδομένα του αναρχισμού.

Υπό την προϋπόθεση ότι ο νέος τύπος ολοκληρωτισμού που εγκαθιδρύεται καταναγκαστικά σε ολόκληρο τον κόσμο δεν θα τον εμποδίσει, είναι δυνατό, θα έλεγα λίαν πιθανό, ότι σε μια όχι τόσο μακρινή εποχή θα πάρει μορφή ένα εργαλείο το οποίο θα είναι πραγματικά και πλήρως ακυριαρχικό.

Όμως δεν θα είναι πια ο αναρχισμός, θα είναι κάτι άλλο. Κάτι άλλο το οποίο, όχι σε αντίθεση με τον αναρχισμό, θα εναντιώνεται σε κάθε μορφή κυριαρχίας, δημιουργώντας χώρους και σχέσεις ελεύθερες από την κυριαρχία, αλλά έχοντας ξεπεράσει την εσωτερική αντίφαση του αναρχισμού –τη συντακτική του απορία μεταξύ του αιτήματος της ακυριαρχίας και την αναγκαία άρνησή της– θα είναι αναγκαστικά κάτι το διαφορετικό.

 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του Τομάς Ιμπάνιεθ στην αναρχική έκθεση στην Μπολώνια τον Σεπτέμβρη του 2025. 

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

Μια μιλανέζικη καλοκαιρινή ιστορία - Παναγιώτης Καλαμαράς


Ο Σώτος ένιωσε ότι ξυπνούσε. Καθισμένος σε ένα παγκάκι έξω από την κατάληψη της βία Τράνζιτι στο Μιλάνο, κουρασμένος καθώς ήταν από την πολύωρη συνέλευση, τον είχε πάρει ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει. Η συζήτηση ήταν έντονη στο μπαρ της κατάληψης, σε δυο μέρες θα πήγαιναν στην Τζένοβα για τη συνάντηση των G8 και εκεί γινόταν μια από τις τελευταίες συνελεύσεις της τάσης autonomia di classe για το τι μέλλει γενέσθαι στις πορείες ενάντια στη summit της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Είχε προηγηθεί μια συνέλευση σε μιαν άλλη ιστορική κατάληψη της πόλης, στην Γκαριμπάλντι, χωμένη μέσα στη γειτονιά της Μπρέρα, που σιγά σιγά έχανε τον χαρακτήρα της, υποκείμενη σε ένα γοργό  και αδυσώπητο geintrification. Καθώς ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια για να καταλάβει τα μιλανέζικα ιταλικά των ομιλητών, ο Σώτος είχε αρχίζει να τα παίζει, γι’ αυτό βγήκε έξω από το μπαρ και την έπεσε σε ένα παγκάκι που βρισκόταν σε μια μικρή πλατεία ακριβώς απέναντι, ευτυχώς γι’ αυτόν άδεια από τους  vu compra και τους punk a bestia, που η ζέστη και η υγρασία της καλοκαιρινής νύχτας, τους είχε οδηγήσει να αναζητήσουν ένα πιο κατάλληλο κατάλυμα για να την αράξουν, να πιουν τη νιοστή μπύρα και να κάνουν ένα ακόμη «γάρο». Μετατόπισε δύο άδεια αφημένα μπουκάλια μπύρας Μορέττι, king size παρακαλώ, και μια τσαλακωμένη έκδοση του il manifesto, με ένα αφιέρωμα στα επερχόμενα γεγονότα. Ήταν 9 το βράδυ. Σκέφτηκε να πιει καμιά μπύρα, αλλά βαριόταν να πάει και πάλι στο μπαρ της κατάληψης για να πάρει μία, θα έπρεπε να μετακινήσει ένα σωρό κόσμο και, από την άλλη, φοβόταν μήπως χάσει την καβάτζα του. Μια συντρόφισσα που την ήξερε από το Cox 18, η Μάρτα, στάθηκε μπροστά του και του πρότεινε να πιει μαζί της από την μπύρα της. Γιατί όχι, σκέφτηκε ο Σώτος, και ήπιε κάνα δυο γουλιές. Όμως η Μάρτα γούσταρε και τα «γάρα», οπότε άναψε ένα, είπε salute και του το πέρασε μετά από δύο μεγάλες τζούρες. Ο Σώτος σκέφτηκε τη «Μάρτα» του τραγουδιού των  Nomadi, με τα κόκκινα μαλλιά και το χάσιμο στη μητρόπολη. Τα βλέφαρά του βάραιναν, η Μάρτα τον χαιρέτισε και κατευθύνθηκε στη συνέλευση. Δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος, και μάλιστα σε μια άβολη στάση, αλλά η κούρασή του ήταν μεγάλη. Στο όνειρό του είδε τη Λυδία, έναν από τους μεγάλους του έρωτες, που όμως ποτέ δεν είχαν πάει μαζί στο Μιλάνο, να του λέει πιανιστικές ιστορίες ενώ κάθονταν στο στέκι του Πίπο στους Δημόσιους Κήπους της πόλης. Ωραίο όνειρο για έναν έρωτα που χάθηκε έτσι , ξαφνικά, ακριβώς όπως είχε έρθει, πρωτοχρονιά του 1987 στην οδό Πραξιτέλους 1, στο πρώτο του ατελιέ γραφικών τεχνών, που είχε στήσει μαζί με δυο συντρόφια από την πολιτική κολεκτίβα στην οποία συμμετείχε τότε, που επίσης είχε χαθεί απρόσμενα μέσα σε εγωισμούς και μεταεφηβικές αλαζονείες.

 Έπιασε ασυναίσθητα το μούσι του και έσφιξε τον κώτσο με τα μακριά μαλλιά του. Σκέφτηκε ότι είχε να κουρευτεί από το καλοκαίρι του 1991, ακριβώς δέκα χρόνια πριν είχε κόψει τα μαλλιά του λίγο πριν περιπλανηθεί στην Αμοργό και στην Ερεσσό με μερικά από τα συντρόφια της κατάληψης που έμενε τότε. Μαλακία, σκέφτηκε, τα μακριά μαλλιά είναι μάλλον προβληματικά σε μια πορεία που σίγουρα θα γίνουν μπάχαλα, εύκολα σε βουτάνε οι μπάτσοι από αυτά, όμως δεν ήθελε να αποχωριστεί ακόμη την αγαπημένη του χαίτη. Έβαλε ασυναίσθητα το χέρι του στην αριστερή τσέπη του εκδρομικού παντελονιού του και έβγαλε από ένα πακέτο Καρέλια Αγρινίου ένα τσιγάρο. Όταν το άναψε και τράβηξε την πρώτη τζούρα του φάνηκε μπαγιάτικο, περίεργο, δεν έλειπε πολλές μέρες από την Αθήνα, κανονικά θα πρέπει να ήταν ακόμη φρέσκο, όμως, σκέφτηκε, η άτιμη υγρασία του Μιλάνου το είχε καταστρέψει. Δεν πειράζει, θα έπαιρνε έτσι και αλλιώς τα αγαπημένα του τοσκάνο, που πάντοτε κάπνιζε όταν βρισκόταν στην Ιταλία, απλά με το τρέξιμο στο Μιλάνο από συνέλευση σε συνέλευση δεν είχε προλάβει ακόμη να αγοράσει.  Ένιωσε ότι και τα παπούτσια του τον στένευαν λίγο, περίεργο, ήταν από τα πιο άνετα που διέθετε, τα είχε διαλέξει ακριβώς για να είναι κατάλληλα για τον ποδαρόδρομο που σίγουρα τον περίμενε στην Τζένοβα. Έφταιγε και πάλι η υγρασία; Περιέργως ο δρόμος τώρα ήταν ήσυχος, έξω από το μπαρ ελάχιστα άτομα, κοίταξε το ρολόι του, δώρο του πατέρα του που είχε εμμονή με τα ρολόγια, η ώρα ήταν μόνο 10, τι είχε γίνει όλος ο κόσμος;  Ασυναίσθητα κοίταξε την ημερομηνία: 18/7/2025. Γούρλωσε τα μάτια, ξανακοίταξε πιο προσεκτικά, 18/7/2025. Ώπα μάγκα μου, είπε σχεδόν φωναχτά, το «γάρο» της Μάρτα με έστειλε κανονικά, αλλά όχι μόνο εμένα αλλά και το ρολόι! Μπροστά του περνούσε μια κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά, αδύνατη, με ωραία πόδια, η γυμνή μέση της διαγραφόταν, ανάμεσα σε ένα μικρό μπουστάκι και ένα κοντό σορτς. Αστραπιαία τη ρώτησε στα ιταλικά: Τι μέρα είναι σήμερα; Η κοπέλα τον κοίταξε παραξενεμένη, συγγνώμη του είπε στα αγγλικά, δεν μιλάω ιταλικά, δεν είμαι από εδώ. Ο Σώτος τη ρώτησε τότε στα αγγλικά ποια μέρα ήταν, κι αυτή, τώρα πια έκπληκτη του είπε 18 Ιούλη 2025. Ο Σώτος έμεινε ξερός, εκείνη έκανε να φύγει και τότε αυτός της είπε και πάλι στα αγγλικά: Από πού είσαι; Αυτή του απάντησε, μετά από έναν ελαφρύ δισταγμό, από την Ελλάδα, από την Αθήνα. Ο Σώτος έβαλε τα γέλια και της είπε με τη σειρά του, στα ελληνικά πλέον, κι εγώ από εκεί είμαι, από τα Πατήσια συγκεκριμένα και ξέρεις, από τα Πατήσια όχι από την Ελλάδα. Η κοπέλα γέλασε και του είπε πως πρέπει να ήταν πολύ πιωμένος ή μαστουρωμένος για να μην ξέρει τι μέρα ήταν σήμερα, αλλά αυτός ήξερε ότι δεν ήταν ούτε τόσο πιωμένος ούτε τόσο μαστουρωμένος, δυο τζούρες είχε τραβήξει από τον μπάφο της Μάρτα και δυο τρεις γουλιές είχε πιει από την μπύρα της. Πώς σε λένε; τη ρώτησε. Θάλεια του είπε εκείνη, κι αυτός συνέχισε, τι κάνεις στο Μιλάνο και μάλιστα στην οδό Τράνζιτι; Ένα-ένα του είπε αυτή, κατ’ αρχήν εσένα πώς σε λένε και κατά δεύτερον δεν είσαι κάπως μεγάλος για να την αράζεις σε ένα παγκάκι έξω από μια κατάληψη; Ο Σώτος είπε το όνομά του και μετά τη ρώτησε, γιατί λες πως είμαι μεγάλος, είμαι σαράντα χρονών, εντάξει εσύ φαίνεσαι πως είσαι πιτσιρίκα αλλά και εμένα δεν με πήραν δα τα χρόνια! Η επονομαζόμενη Θάλεια, με ένα κάπως απολογητικό ύφος, του είπε, εντάξει, συγγνώμη, απλώς με τόσο άσπρα μαλλιά και μούσια, ε, φαίνεσαι κάπως μεγάλος! Κι εγώ άλλωστε δεν είμαι και τόσο νέα, ας μικροδείχνω, σε λίγο γίνομαι σαράντα.

Ο Σώτος δεν κατάλαβε αυτό που του είπε για τα άσπρα μαλλιά και μούσια, ήταν όλα κατάμαυρα, σίγουρα τα φώτα του δήμου θα έδιναν μια λανθασμένη εικόνα, για να σιγουρευτεί, όμως, σηκώθηκε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του αυτοκινήτου που ήταν παρκαρισμένο μπροστά στο παγκάκι. Η κοπέλα είχε δίκιο, όλα ήταν άσπρα! Κοίταξε στα τζάμια και τα ρούχα του, η μπλούζα με μια φωτογραφία από τις συγκρούσεις στην Νάπολη που είχαν συμβεί στις αρχές της χρονιάς ήταν ξεθωριασμένη, το καινούργιο του εκδρομικό παντελόνι είχε χάσει το χρώμα του, τα παπούτσια του είχαν φθαρεί. Μα τι συνέβαινε; Ή, μάλλον, τι του συνέβαινε. Ξαναρώτησε την κοπέλα: έχουμε στ’ αλήθεια 18 Ιούλη 2025; Μα ναι του είπε αυτή χαμογελώντας και πάλι, αν δεν με πιστεύεις κοίτα το ρολόι σου, αλήθεια πού τη βρήκες αυτήν την παλιατζούρα; Ο Σώτος κατάλαβε ότι δεν του έκανε πλάκα, φαινόταν σοβαρή κοπέλα και μάλιστα πατριώτισσα! Για να μην τον πάρει για τρελό τη ρώτησε: Τέλος πάντων, εσύ τι κάνεις στο Μιλάνο; Α είσαι περίεργος, αλλά εντάξει, να σου το πω  κι αυτό, έχω έρθει βόλτα με τον νέο μου φίλο, τρελαμένο με την Ιταλία και ειδικά με το Μιλάνο, είναι αυτό που λέμε κινηματικός, καταλαβαίνεις αν κρίνω από την μπλούζα σου τι εννοώ! Ο Σώτος γέλασε και της είπε, δηλαδή κάνετε κινηματική βόλτα στις καταλήψεις και στα στέκια στο Μιλάνο; Όχι ακριβώς, του είπε η Θάλεια, κάνουμε κι αυτό, αλλά έχουμε πάει και σε κάνα δυο εκθέσεις, αράξαμε και στα όπως το «Τζαμάικα» και το «Ματζέντα», τα ξέρεις; Πώς δεν τα ήξερε ο Σώτος, το πρώτο παλιό αγαπημένο στέκι των «άλλων» καλλιτεχνών και λογοτεχνών  στο Μιλάνο τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα πριν η Μπρέρα γίνει τουριστικό αξιοθέατο, το άλλο στέκι της Εργατικής Αυτονομίας τη δεκαετία του ογδόντα, δεν μπόρεσε να μην πει στην κοπέλα, μορφωμένος ο φίλος σου, δεν υπάρχουν πολλοί σήμερα που θα πάνε σε αυτά να πιουν καφέ και μπύρα με το κορίτσι τους στο Μιλάνο ερχόμενοι από την Αθήνα. Ναι, είπε η Θάλεια, να σου πω είναι κι αυτός λίγο μεγάλος, έχει φάει την Ιταλία και μάλιστα την κινηματική με το κουτάλι, ξέρει πολλά και έχει φάση να σου λέει ιστορίες δικές του και της πόλης, είναι ο καλύτερος guide για τις ιταλικές πόλεις. Πήγαμε μαζί και στη Ρώμη, και εκεί με γύρισε σε κάμποσα κινηματικά μέρη, σε αυτά που τουλάχιστον έχουν απομείνει ακόμη, μάλιστα μεταφράζει και από τα ιταλικά, έχει κάτι μικρές εκδόσεις, κυρίως αναρχικές, έχει βγάλει πολλά για το ιταλικό αναρχικό κίνημα και αυτό της αυτονομίας. Ο Σώτος έμεινε με ανοιχτό το στόμα, όλα αυτά του θύμιζαν τον εαυτό του, κι αυτός, πέρα από τυπογράφος, ήταν και εκδότης και μάλιστα έβγαζε τέτοιου τύπου βιβλία. Και πού είναι τώρα ο φίλος σου; τη ρώτησε. Να, πριν λίγο μπήκε στο μπαρ της κατάληψης μπας και βρει κανέναν παλιό του σύντροφο, μάλλον θα βρήκε τελικά, γιατί έχει αργήσει λίγο. Και εσύ, συνέχισε την «ανάκριση» ο Σώτος. Εγώ δεν ξέρω ιταλικά και είπα να κάνω μια μικρή βόλτα στη γειτονιά, να δω τι παίζει ένα γύρω.  Δεν είχε προλάβει να τελειώσει τα λόγια της και ένας τύπος ήρθε και την αγκάλιασε και της είπε «ούτε πέντε λεπτά δεν έκανα και βλέπω την έκανες τη γνωριμία σου!». Η Θάλεια γέλασε και του είπε ο φίλος εδώ μιλάει ελληνικά αφού είναι από την Ελλάδα, συγγνώμη από τα Πατήσια! Ο φίλος της Θάλειας ήταν ένας μετρίου αναστήματος εξηντάρης, φορούσε μια μαύρη μπλούζα με ένα κόκκινο σήμα που στο κέντρο είχε μια σφεντόνα και ένα σφυρί και έγραφε στα αγγλικά Patissia not Greece.  Φορούσε κι αυτός γυαλιά όπως ο Σώτος, ήταν κοντοκουρεμένες, ασπρομάλλη θα τον έλεγες, αλλά κρατιόταν καλά για την ηλικία του και ήταν και ξυρισμένος. Συγγνώμη φίλε του είπε, αλλά πρέπει να προλάβουμε το μετρό, πάμε βόλτα στα Ναβίλι, είναι η δεύτερη μέρα μας στο Μιλάνο και θέλω να της δείξω την πόλη by night, εσύ τι θα κάνεις; Ο Σώτος ένιωσε πως του έκανε μια αδιόρατη πρόσκληση, αλλά ήταν τόσο ταραγμένος που είπε αμήχανα, εγώ θα πάω προς το ξενοδοχείο μου, είναι κοντά, στη βία Λούλι, λίγο πουτανόδρομος, αλλά είναι φτηνό και άλλωστε φεύγω κι εγώ αύριο για Τζένοβα. Για την Τζένοβα; είπε χαμογελώντας ο φίλος της Θάλειας, α, ήμουν κι εγώ στην Τζένοβα στα γεγονότα του 2001, απίστευτες μέρες. Όμως, συγγνώμη, εσύ τι κάνεις εδώ στο Μιλάνο; Ο Σώτος πήγε να πει μα έχω έρθει για τη διαδήλωση ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, είμαι ήδη δυο μέρες εδώ για να δω τι παίζει και μετά βουρ για τη μεγάλη φάση, αλλά σκέφτηκε ότι θα τον έπαιρναν για τρελό, κι έτσι απλά είπε, τίποτα ιδιαίτερο, μια βόλτα επειδή το αγαπάω το Μιλάνο, έρχομαι και παίρνω κάνα βιβλίο, βλέπω παλιές φίλες και φίλους, καμιά έκθεση, τίποτα το συγκεκριμένο. Α έχουμε τα ίδια γούστα είπε ο φίλος της Θάλειας, όμως είμαι πιο τυχερός από εσένα γιατί τώρα έχω αυτήν εδώ που μου έχει πάρει τα μυαλά, αξίζει τον κόπο δεν συμφωνείς; Ο Σώτος κοίταξε τη Θάλεια, τα πρασινογάλαζα μάτια της, το αεράτο στυλάκι της και δεν μπόρεσε να κρατηθεί, έριξε ματιά και στα δάχτυλα των ποδιών της, παλιό του φετίχ, ήταν υπέροχα! Ναι, έχεις δίκιο, καλά να περάσετε στα Ναβίλι.

Το ζευγάρι τον χαιρέτισε και απομακρύνθηκε αγκαλιά. Ο Σώτος έμεινε μόνος του στο παγκάκι και αμέσως θυμήθηκε την ιστορία του Ριπ βαν Ουίνκλ που αποκοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο και όταν ξύπνησε ήταν πια γέρος και όλα είχαν αλλάξει γύρω του. Ένας πάνκης τον πλησίασε του ζήτησε τσιγάρο κι αυτός του, πήγε να βγάλει ένα από το πακέτο του και να του δώσει, όμως είδε ότι το πακέτο είχε εξαφανιστεί, το μόνο που είχε ήταν ένα κομμένο «Ιτάλικο», του είπε πως δεν καπνίζει τσιγάρα, μόνο τοσκάνο και τον κέρασε το τελευταίο του. Εκείνος το πήρε έκπληκτος με τη γαλαντομία του, το περιεργάστηκε και του είπε έχεις άλλο; είναι ακριβό, και ο Σώτος του απάντησε δεν πειράζει, μπορεί να μην είναι το τσιγάρο που θα ήθελες αλλά κάνει δουλειά, άλλωστε εγώ δεν θα κάνω άλλο απόψε, και δίνοντάς του ένα δίευρο του είπε πιες και μια μπύρα για μένα. Ο πάνκης απομακρύνθηκε αθόρυβα έτσι όπως είχε έρθει και ο Σώτος έμεινε και πάλι μόνος του. Τι  του συνέβαινε, τι ήταν αυτό που ζούσε, αχ ρε Μάρτα με τα «γάρα» σου, κοίτα τι με κάνεις και βλέπω, μέχρι και τα Αγρινίου εξαφάνισες σκέφτηκε, όμως ο άγριος θόρυβος από τη σιδεριά που έκλεινε το μπαρ της κατάληψης τον επανέφερε οριστικά στην πραγματικότητα. Τώρα ήταν για τα καλά ξύπνιος και κατάλαβε ότι αυτό που είχε συμβεί ήταν απλώς πως είχε δει στο όνειρό του τον εαυτό του εικοσιτέσσερα χρόνια πριν. Πω, πω, σκέφτηκε, τα παιδιά θα με πήραν για τρελό, ήταν η κούραση που τον είχε αποκοιμίσει στο παγκάκι, δύο μέρες στο Μιλάνο ακατάπαυστης περιπλάνησης, λογικό ήταν να καταρρεύσει κάποια στιγμή. Όμως τι παράξενο, εκείνος ο τύπος του έμοιαζε σε τόσα πολλά, όχι μόνο εμφανισιακά αλλά και, πώς να πούμε, πολιτισμικά, μόνο που αυτός γυρνοβολούσε στο Μιλάνο με ένα ωραίο κορίτσι, ενώ ο Σώτος ήταν μόνος του, προσπαθώντας να ξεχάσει τον τελευταίο ματαιωμένο του έρωτα. Ωστόσο, είχε φάση, είναι ωραίο να βλέπεις ευτυχισμένους ανθρώπους, σου δίνουν κουράγιο και ελπίδα, δεν μπορεί κάποια στιγμή θα έρθει και η σειρά μου, σκέφτηκε ο Σώτος και κίνησε να επιστρέψει στο ξενοδοχείο του.  Λίγο πριν αποκοιμηθεί σκέφτηκε πόσο τον είχε εντυπωσιάσει όταν ήταν μικρός η ιστορία του Ριπ βαν Ουίνκλ. Και να που την έζησα στο Μιλάνο και μάλιστα σχετικά νηφάλιος! Καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος σκέφτηκε τα όμορφα άκρα της Θάλειας και είπε μέσα του, τυχερός ο μάγκας, βόλτα στα Ναβίλι με μισοφέγγαρο, μπυρίτσα, πίτσα στο χέρι, κάνα παγωτάκι, μετά βόλτα στις στήλες του Σαν Λορέντσο και τελικά στο δωμάτιο για αγάπες και φιλάκια! Που να έμεναν άραγε, μήπως στο αγαπημένο του hotel San Guido στην Πόρτα Γκαριμπάλντι;

Ο Σώτος είδε ένα παράξενο όνειρο εκείνο το βράδυ. Καθόταν στο Ανάρες, ένα κινηματικό μπαρ κοντά στη βιάλε Μόντσα και εκεί που έπινε μια τοπική μπύρα, διάβαζε για τον Μπιαντσάρντι και κάπνιζε το τοσκάνο του, κάθισε δίπλα του ο θείος του ο Περικλής και του είπε με το σαρδόνιο χαμόγελό του: Όρεξη να έχεις αγόρι μου και όλα γίνονται!

Υ.Γ. Γράφτηκε απνευστί στις 14/8/2025, διορθώθηκε ελάχιστα ανήμερα το Ferragosto, λίγο πριν την τρίτη ημέρα της Τεμπελιάδας 2025 στο στέκι «Άνω-Κάτω» στα Πατήσια.