Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

Η κληρονομιά της εποχής μας - Giorgio Agamben



Ο στοχασμός σε σχέση με την ιστορία και την παράδοση που η Χάνα Άρεντ δημοσίευσε το 1964, έχει ως τίτλο, σαφώς όχι τυχαία, Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Επρόκειτο, για την εβραιο-γερμανίδα φιλόσοφο που για μια εικοσιπενταετία είχε βρει καταφύγιο στη Νέα Υόρκη, για τη διερώτηση σχετικά με το κενό που δημιουργήθηκε στην κουλτούρα της Δύσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, δηλαδή για τη ρήξη, τώρα πια ανεπίστρεπτη, της συνέχειας που υπάρχει σε κάθε παράδοση. Γι’ αυτόν τον λόγο η εισαγωγή του βιβλίου ξεκινά με τον αφορισμό του Ρενέ Σαρ, héritage nest précédé daucun testament. Έβαζε, δηλαδή, προς συζήτηση, το κρίσιμο ιστορικό πρόβλημα της πρόσληψης μιας κληρονομιάς η οποία με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να μεταφερθεί.

Περίπου είκοσι χρόνια πριν, ο Ερνστ Μπλοχ, εξόριστος στη Ζυρίχη, δημοσίευσε με τον τίτλο Η κληρονομιά της εποχής μας τις σκέψεις του σχετικά με την κληρονομιά που προσπαθούσε να ανακαλύψει στα υπόγεια και στις αποθήκες μιας αστικής κουλτούρας τώρα πια σε αποσύνθεση («η εποχή μας βρίσκεται σε σήψη και ταυτοχρόνως περνάει ωδίνες τοκετού», ήταν η φράση που άνοιγε την εισαγωγή στο βιβλίο). Είναι δυνατόν μια κληρονομιά απρόσιτη ή ανέγγιχτη, που οι δύο συγγραφείς, ο καθένας με τον τρόπο του, θεωρούσαν κάθε άλλο παρά απαρχαιωμένη και η οποία μπορεί να αναδειχθεί μόνο μέσω μισοκρυμμένων, κακοτράχαλων και σπειροειδών δρόμων, να μας αφορά, και μάλιστα σε τόσο  μεγάλο βαθμό, ώστε ενίοτε μοιάζουμε να το ξεχνάμε. Κι εμείς βιώνουμε ένα κενό και μια ρήξη ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, κι εμείς εντός μιας κουλτούρας που αγωνιά θα πρέπει να αναζητήσουμε αν όχι κάποιες ωδίνες, τουλάχιστον κάτι όπως ένα κομματάκι καλού το οποίο συνεχίζει να επιβιώνει μέσα στην καταστροφή.

Μια προκαταρκτική έρευνα για αυτή την έννοια την άκρως νομική –την κληρονομιά– η οποία, όπως συχνά συμβαίνει στην κουλτούρα μας, εκτείνεται πέραν των γνωστικών της ορίων εμπλέκοντας μέχρι την ίδια τη μοίρα της Δύσης, δεν θα ήταν, ωστόσο, άχρηστη. Όπως οι μελέτες του μεγάλου ιστορικού του δικαίου –του Γιάν Τόμας– έχουν δείξει με σαφήνεια, η λειτουργία της κληρονομιάς είναι να εξασφαλίζει το continuation dominii, δηλαδή τη συνέχεια της ιδιοκτησίας των αγαθών που περνούν από τον πεθαμένο στον ζωντανό. Όλοι οι μηχανισμοί που έχει βρει το δίκαιο προκειμένου να αναπληρώσει το κενό το οποίο υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί με τον θάνατο του ιδιοκτήτη, δεν έχουν άλλο σκοπό από το να εξασφαλίζουν χωρίς διακοπές τη συνέχεια της ιδιοκτησίας.

Τότε, ίσως η κληρονομιά να μην είναι ο κατάλληλος όρος για να σκεφτούμε το πρόβλημα που τόσο η Άρεντ όσο και ο Μπλοχ είχαν στο μυαλό τους. Από τη στιγμή που στην πνευματική παράδοση ενός λαού κάτι όπως η ιδιοκτησία δεν έχει απλώς νόημα, σε αυτό το περιβάλλον η κληρονομιά ως continuation dominii ούτε υπάρχει ούτε μπορεί, με κάποιον τρόπο, να μας ενδιαφέρει. Η σύνδεση με το παρελθόν, η συζήτηση με τους νεκρούς είναι, αντιθέτως, πιθανή, μόνο διαρρηγνύοντας τη συνέχεια της ιδιοκτησίας και είναι στο διάλειμμα ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον, στο οποίο πρέπει αναγκαστικά να τοποθετείται κάθε άτομο. Είμαστε κληρονόμοι του τίποτα και πουθενά δεν έχουμε κληρονόμους, είναι μόνο υπό αυτόν τον όρο που μπορούμε να ξαναπιάσουμε το νήμα της συζήτησης με το παρελθόν και τους νεκρούς. Το καλό, πράγματι, είναι εξ ορισμού αδέσποτο και δεν επιδέχεται οικειοποίησης, και η πεισματώδης προσπάθεια αποθησαύρισης της ιδιοκτησίας της παράδοσης ορίζει εκείνη την εξουσία την οποία αρνούμαστε σε κάθε πλαίσιο, στην πολιτική όπως και στην ποίηση, στη φιλοσοφία όπως και στη θρησκεία, στα σχολεία όπως στους ναούς και τα δικαστήρια.

31 Ιούλη 2023

 

υ.γ. Ι του μεταφραστή: οι καταλήψεις χώρων είτε για λόγους στέγασης είτε για τη δημιουργία αυτοδιευθυνόμενων κοινωνικών χώρων πολιτικής και κουλτούρας (σε κάποιες περιπτώσεις ίσχυσαν και τα δύο) είναι η κληρονομιά που το αναρχικό/αντιεξουσιαστικό/αυτόνομο κίνημα της γενιάς μου (δηλαδή εκείνης που τη δεκαετία του ’80 έβαλε τις βάσεις γι’ αυτό που σήμερα αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιο) θέλησε να αφήσει στις επερχόμενες γενιές, οι οποίες, αυτή την κληρονομιά την τίμησαν δεόντως. Σήμερα, η δεξιά κυριαρχία, με μοχλό το τυπικό σύνταγμα και τις υπέρτερες (σε εξοπλισμό και άνευ όρων χρήση της βίας) αστυνομικές (πραιτωριανού τύπου) δυνάμεις, αυτήν ακριβώς την κληρονομιά θέλει να ξεριζώσει και να αφανίσει. Εναπόκειται σε όλους/ες μας να ακυρώσουμε αυτό το τυπικό σύνταγμα και να επιβάλλουμε το υλικό σύνταγμα της ισότητας, ελευθερίας και αλληλεγγύης. Έργο δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο, όπως δείχνουν προσπάθειες σαν αυτή της κατάληψης «Ζιζάνια», στην οδό Φυλής και Φερών στην Αθήνα, ακριβώς σε έναν χώρο που από το 1991 δίνει μιαν άτυπη σκυτάλη σε διαδοχικά καταληψιακά εγχειρήματα. Και μια επισήμανση: η εικόνα που συνοδεύει τα κείμενα του Τζόρτζο Αγκάμπεν είναι του Γιάκοπο Ρομπούστι ή Τιντορέτο και αφορά την απελευθέρωση ενός σκλάβου από τον Άγιο Μάρκο, προστάτη της Βενετίας.      

 

 

 

Γι’ αυτό που πλησιάζει

 

Ο Καβάφης, ως προοίμιο σε ένα από τα πρώτα ποιήματά του, μετεγγράφει μια φράση του Φιλόστρατου, που λέει: «Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα. Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων. Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται». Οι σοφοί αφήνουν στους θεούς –ή στους ειδικούς– τη πρόβλεψη του μέλλοντος, που είναι πάντοτε μακρινό και υπό κατεργασία, και στους δημοσιογράφους τη γνώση –γενικά πολύ μπερδεμένη– του παρόντος: μόνο αυτό που πλησιάζει, μόνο το επικείμενο τους αφορά και τους αγγίζει.

Η αποφασιστική στιγμή, αυτή που πραγματικά μας ενδιαφέρει και μας συγκινεί, δεν είναι εκείνη κατά την οποία προβλέπουμε ένα μελλοντικό γεγονός, τοποθετημένο σε κάποιο συγκεκριμένο χρονολογικό σημείο, όσο σοβαρό κι αν μπορεί να είναι (ίσως ακόμη και το τέλος του κόσμου, που οι άνθρωποι δεν έχουν πάψει να προαναγγέλλουν και μέχρι να του δίνουν μια συγκεκριμένη ημερομηνία), αλλά, μάλλον, αυτή που  αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι πλησιάζει.

«Η βασιλεία πλησιάζει (ήγγικεν)» αναγγέλλει ο Μπατίστα σχετικά με τον ερχομό του Μεσσία. Το ελληνικό ρήμα εγγίζω προέρχεται από την αρχαία ονομασία του χεριού και δείχνει κάτι που μπορεί να φέρει ένα χέρι, που μπορεί σχεδόν να το αγγίξουμε. Όλα αυτά που μας κινητοποιούν και μας συγκινούν έχουν τη μορφή του πλησιάσματος, αυτού που γίνεται κοντινό.

Η εγγύτητα που εδώ διερευνούμε δεν είναι, όμως, αντικειμενικά μετρήσιμη, δεν είναι απλώς κάτι το οποίο είναι λιγότερο μακρινό μέσα στον χρονολογικό χρόνο. Αν ήταν έτσι, θα επρόκειτο πάντοτε για μια μορφή του μέλλοντος, εκείνου που οι σοφοί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να νιώσουν. Το κοντινό είναι μάλλον κάτι το οποίο έχουμε φέρει κοντά μας, που έχει καταστεί κοντινό. Η σκέψη είναι η ικανότητα να καθιστούμε κάτι κοντινό, το να σκεφτόμαστε κάτι –δεν έχει σημασία αν είναι λίγο ή πολύ μακρινό στον χρόνο– σημαίνει να το καθιστούμε κοντινό, να το πλησιάζουμε. Η εγγύτητα δεν είναι ένα μέτρο του χρόνου, αλλά ο μετασχηματισμός του, δεν έχει να κάνει με τους αιώνες ή με τις ημέρες, αλλά με μια ξενότητα και μια αλλαγή στην εμπειρία της διάρκειας.

Έναν τέτοιο μη υπολογίσιμο και, ωστόσο, πάντοτε προσεχή χρόνο, οι Έλληνες τον διέκριναν από τον χρόνο, τον χρόνο που μπορεί να μετρηθεί και να υπολογιστεί, λέγοντάς τον καιρό, και τον αναπαριστούσαν σαν ένα παιδί που τρέχει έχοντας φτερά στα πόδια του και το οποίο μπορεί να πιαστεί μονάχα από το τσουλούφι που πέφτει στο μέτωπό του. Γι’ αυτό οι Λατίνοι τον έλεγαν occasio, «τη σύντομη ευκαιρία των πραγμάτων· αν αδράξεις την ευκαιρία, την κρατάς, αλλά αν τη χάσεις, ούτε ο Δίας δεν μπορεί να σου την ξαναδώσει»,  Στους φαρισαίους που ζητούν από τον Ιησού «ένα σημάδι από τον ουρανό», αυτός απαντάει θυμωμένος, «είστε ικανοί να κρίνετε τι σημαίνουν τα σημάδια της βροχής ή της νηνεμίας, όμως τα σημάδια του καιρού, των κοντινών χρόνων, δεν μπορείτε να τα δείτε». Και όταν ο Παύλος θέλει να ορίσει τη μεταμόρφωση της μεσσιανικής ζωής, γράφει: «Ο χρόνος, ο καιρός, είναι συντομευμένος, έχει συσταλεί» (το ρήμα που χρησιμοποιεί σκιαγραφεί τόσο την υστέρηση της βούλησης όσο και τη συστολή των μελών ενός ζώου πριν πηδήξει).

Καθώς είναι ακριβώς αυτό για το οποίο, σε τελική ανάλυση, πρόκειται, τόσο στη ζωή όσο και στη σκέψη και στην πολιτική: να ξέρεις να καταλάβεις τα σημάδια αυτού που πλησιάζει, αυτού που δεν είναι πια χρόνος, αλλά τώρα πια μόνο μια ευκαιρία, μια αντίληψη του επείγοντος και της εγγύτητας, που απαιτούν μια αποφασιστική κίνηση ή μια δράση. Η πραγματική πολιτική είναι η σφαίρα αυτής της πρεμούρας και αυτής της ιδιαίτερης εγγύτητας, κι είναι έτσι που πρέπει να βλέπουμε τον πόλεμο στην Ουκρανία ή στο Ναγκόρνο Καραμπάχ: δεν πρόκειται για κάτι που βρίσκεται σε μια λίγο-πολύ μεγάλη απόσταση, αλλά για κάτι που πλησιάζει, που δεν σταματά να είναι κοντινό. Για έναν καιρό, δηλαδή, σύμφωνα με μια ρήση του Ιπποκράτη, «για κάτι στο οποίο υπάρχει λίγος χρόνος, λίγος μετρήσιμος χρόνος»: αλλά είναι ακριβώς αυτό το μικρό κομμάτι χρόνου που πρέπει να είμαστε ικανοί να αδράξουμε.

25 Σεπτέμβρη 2023

 

υ.γ. ΙΙ του μεταφραστή: Ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα άδραξε τον καιρό και τον αξιοποίησε μόνο μία φορά στη μεταπολιτευτική του ιστορία: εκείνον τον Δεκέμβρη του 2008 αλλά και τον Γενάρη του 2009. Τον άδραξε επίσης, αλλά εν μέρει όπως αποδείχτηκε τελικά, το διάστημα των λεγόμενων αντιμνημονιακών αγώνων 2010-2012, με καταληκτική ημερομηνία εκείνη την απίστευτη νύχτα της 12/2/2012. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να συντρίψει σήμερα η δεξιά παλινόρθωση της κυριαρχίας και γι’ αυτό χτυπάει αλύπητα τα μελίσσια του κοινωνικού ανταγωνισμού. Μήπως πρέπει να ξαναφτιαχτούν οι μικρές ορδές της ουτοπίας, που αποτέλεσαν τον προάγγελο και τον φορέα ότι πιο ενδιαφέροντος παρήγαγε ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός από το 1974 μέχρι σήμερα; Ίδωμεν.       

 

Η πολιτική συνείδηση σήμερα

 

Τι καθορίζει σήμερα την πολιτική συνείδηση; Ένα πανούργο πάντρεμα απάρνησης και ελπίδας. Όταν ο Θεός του τον διέταξε να θυσιάσει τον Ισαάκ στο όρος Μορία, ο Αβραάμ απαρνήθηκε χωρίς αντίρρηση τον γιό του και, ωστόσο –τουλάχιστον έτσι υποθέτει ο Κίργκεγκωρ στο Φόβος και Τρόμο – κάπου στην καρδιά του συνέχισε να πιστεύει (η πίστη, ως γνωστόν, δεν είναι παρά μια μορφή ελπίδας) ότι ο Θεός δεν θα έπρεπε να του πάρει τον Ισαάκ, τον οποίο, εν τούτοις, είχε για πάντα απαρνηθεί. Έτσι, στην ακραία συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε, ένα διαυγές μυαλό δεν μπορεί παρά να αφήσει στην άκρη τα προγράμματα, τα σχέδια, μέχρι και την ιδέα για μια πιθανή κοινή πολιτική ευτυχία ανάμεσα στους ανθρώπους και, ωστόσο, την ίδια στιγμή κατά την οποία απαρνείται κάτι τέτοιο, πρέπει να ελπίζει αλάνθαστα σε αυτό που πρέπει να κάνει.

Απάρνηση και ελπίδα, ιδέα και απογοήτευση, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα συγκλίνουν σε ένα μόνο πρόσωπο, διαψευδόμενοι και επαληθευόμενοι αλληλοδιαδόχως. Μόνο μια ελπίδα η οποία, εκκενώνοντας το πεδίο από τις απατηλές βεβαιότητες των δογμάτων και των ιδεολογιών, των εκκλησιών και των κομμάτων, στρέφεται με όλες της τις δυνάμεις σε ότι μόλις δήλωσε αδύνατο, μπορεί να βρει την έξοδο διαφυγής από την πολιορκία των δεδομένων και, χτυπώντας την κυριαρχία στα αδύναμα σημεία της, να πετύχει τελικά το απροσδόκητο. Όπως στην πόλη και στη δημόσια σφαίρα, έτσι και στο λυκόφως της ιδιωτικής ύπαρξης είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει και να ελπίζει μόνο σε εκείνη την ευτυχία την οποία ήξερε να απαρνηθεί.

10 Οκτώβρη 2023

 

 

 

Για τα πλεονεκτήματα που έχει το να μην ακουγόμαστε

 

Ανεπίκαιρος είναι προπάντων εκείνος ο λόγος που απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τον προσλάβει. Όμως είναι ακριβώς αυτό που καθορίζει το εύρος του. Αν ένα βιβλίο που αφορά μόνο τους μυημένους αναγνώστες είναι μικρού ενδιαφέροντος και δεν επιβιώνει πέραν του κοινού στο οποίο απευθύνεται, η αξία ενός έργου αποτιμάται, αντιθέτως, μόνο από την απερισκεψία που προκαλεί σε εκείνους οι οποίοι δεν μπορούν να το αποδεχθούν. Προφητεία είναι το όνομα αυτής της ιδιαίτερης απερισκεψίας, προορισμένης να παραμείνει ανείπωτη και ανέγγιχτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί μια μέρα –προς το παρόν μακρινή– να αναγνωριστεί: ένα έργο μένει ζωντανό μόνο στον βαθμό που υπάρχουν αναγνώστες οι οποίοι δεν μπορούν να το αποδεχτούν. Η αγιοποίηση, που καθιστά υποχρεωτική την αποδοχή του, είναι πράγματι η κατ’ εξοχήν μορφή της εκπτώχευσής του. Μόνο όταν διατηρεί μέσα στον χρόνο ένα μέρος ανεπικαιρότητας, το έργο μπορεί να βρει τους αυθεντικούς του αναγνώστες, δηλαδή εκείνους που οφείλουν να εξαλείψουν την αδιαφορία ή την αποστροφή των άλλων. Η τέχνη της συγγραφής δεν συνίσταται, συνεπώς, μονάχα, όπως έχει υποτεθεί, στην απόκρυψη ή στη μη εκφορά των αληθειών τις οποίες κυρίως περιέχει, όσο, προπάντων, στην ικανότητα επιλογής του κοινού που δεν μπορεί να το προσλάβει. Προκύπτει εξ αυτού ότι μια τέτοια επιλογή δεν είναι προϊόν ενός υπολογισμού ή ενός σχεδίου, αλλά μονάχα μια γλώσσα που δεν συνεισφέρει τίποτα στην επικαιρότητα –δηλαδή στους κανόνες που ορίζουν αυτό που μπορεί να λεχθεί, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λέγεται. Όσο κι αν είναι σαφής και δεδομένος –ή, όπως συχνά συμβαίνει, σκοτεινός και ασαφής–, είναι, σε κάθε περίπτωση, προφητικός εκείνος ο λόγος του οποίου η αποτελεσματικότητα έγκειται ακριβώς στη λειτουργία του να παραμένει μη ακουσθείς.

13 Οκτώβρη 2023

 

Όταν το ψευδές γίνεται αληθές

 

Μου είπαν ότι στο Facebook υπάρχουν ένα ή περισσότερα προφίλ με το όνομα και τη φωτογραφία μου, στα οποία δημοσιεύονται κείμενα, φωτογραφίες και ανταλλάσσονται –αν και δεν ξέρω τι σημαίνει κάτι τέτοιο– φιλίες. Αυτά τα προφίλ είναι ψευδή, κι εγώ δεν είμαι με κανέναν τρόπος υπεύθυνος γι’ αυτά.

Είναι και αυτά, με τον δικό τους τρόπο, μέρος μιας προσπάθειας που γίνεται εδώ και καιρό αλλά έχει επιταχυνθεί άνευ ορίων τα τελευταία τρία χρόνια, να αλλάξει η συνθήκη του αληθούς και του ψευδούς στις ανθρώπινες σχέσεις. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, η αντίθεση μεταξύ ενός συνειδητού σχεδίου και των αποτελεσμάτων του, δείχνει πως όποιος σήμερα πιστεύει ότι θα κυβερνήσει τον κόσμο, δεν ξέρει πλέον τι κάνει. Όπως ήδη έχουμε υποθέσει σε αυτή τη στήλη, αν η αντικατάσταση του αληθούς από το ψευδές γίνεται ολοκληρωτική, όποιος ψεύδεται δεν ξέρει πλέον ότι ψεύδεται και αλήθεια και ψεύδος, καλοπιστία και κακοπιστία μπερδεύονται στο μυαλό του, μέχρι να γίνουν δυσδιάκριτα. Αυτό σημαίνει ότι το ψεύδος ξεφεύγει από τον έλεγχό του και μπορεί να στραφεί, πρωτίστως, ενάντια στον ίδιο, υποχρεώνοντάς τον να δράσει ενάντια στα συμφέροντά του, φτάνοντας τελικά μέχρι την αυτοκαταστροφή του. Δεν είναι σίγουρα εύκολο να καταλάβουμε με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να επικοινωνούν μεταξύ τους άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι πλέον σε θέση να διακρίνουν το ψευδές από το αληθές. Οφείλουμε, ωστόσο, χωρίς να τρέφουμε αυταπάτες, να το προσπαθούμε με επιμονή.

13  Οκτώβρη 2023

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΝΝΑ ΤΣΟΥΛΟΥΦΗ-ΛΑΓΙΟΥ | WOMAN CASE [ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ]

H Θεία ΒΜΧΡΦAΜ συναντά την Wendy OWilliams –– Συνεχίζοντας την αφήγηση – Ένα ρέκβιεμ για δυο γυναίκες που χάθηκαν

 


H θεία ΒΜΧΡΦAΜ βρίσκεται ενώπιον της Εύας, ή την παραμονή της καταστροφής

 

Κεφάλαιο 1ο

Το έργο ξεκίνησε με την προσπάθεια διαχείρισης μιας ανθρώπινης απώλειας… ίσως και πολλών από την άλλη. Ανθρώπων, ζώων, ζωών γενικά. Μέσα στο υπαρξιακό κενό, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Και φυσικά, με μια προσπάθεια να θυμόμαστε. Να θυμόμαστε αυτές κι εκείνους γενικά, που πέρασαν από αυτή τη ζωή και μετά ταξίδεψαν για κάπου αλλού, ένας θεός, ή και μία θεά ξέρει για που. Και το γεγονός είναι ότι οι τέχνες πάντα βοηθούν  εμάς τους ανθρώπους. Και γνωρίζοντας ότι ο ανθρώπινος χρόνος είναι σχετικά λίγος πάνω στον πλανήτη, και δυστυχώς δεν επαναλαμβάνεται, πολλές και πολλοί από εμάς έχουμε την τάση, με νέες πράξεις να προσπαθούμε να «διορθώσουμε» τα κακώς κείμενα του παρελθόντος. Αν όχι να τα «διορθώσουμε», να διεκδικήσουμε από την πραγματικότητα μια ελάχιστη «αποζημίωση» για το κακό που έγινε. «Να μην επαναλάβουμε τα λάθη της προηγούμενης γενιάς, των παλιών γυναικών της μικροαστικής (και όχι μόνο) τάξης, να κάνουμε την εξέγερσή μας». Με μια τέτοια διάθεση λοιπόν έγινε αυτό το «έργο». Αποκατάσταση ενός συναισθήματος, μιας ιδέας και η δική μας συμμετοχή στο αιώνιο και το άφθαρτο. Μια προσπάθεια αλλαγής της αφήγησης δυο ζωών. Φαινομενικά. Διότι αυτό κάνει η τέχνη, δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Από την άλλη όμως επηρεάζει τις συνειδήσεις όσων την γεύονται. Αν είχα λοιπόν έναν κοσμικό ρόλο θα ήθελα να ήμουν «Η Επιδιορθώτρια του Χρόνου και των Πραγμάτων».

 

Και τί μας κάνει να θυμόμαστε (τις πιο πολλές φορές με πόνο), τί ενεργοποιεί την μνήμη, εκτός από ξεθωριασμένες φωτογραφίες; Όσον αφορά τη θεία τα αντικείμενα που έμειναν πίσω. Η θεία έφυγε από τη ζωή, αλλά η τσάντα της με τα γυαλιά της το σουτιέν της και τη στέκα της έμειναν εκεί να την περιμένουν να τα ξαναβάλει. Το ίδιο και τα 50 ζευγάρια υποδήματα, γοβάκια και παντοφλάκια… καθώς και οι ηλεκτρικές συσκευές που την βοηθούσαν να έχει ένα «καλύτερο βιοτικό επίπεδο»…

 

Κεφάλαιο 2ο…

Ακόμα κι αν την κάνουμε, ή την κάναμε την εξέγερσή μας, η βιολογία δεν μας αφήνει να αλλάξουμε και πολύ τη φάση μας όταν αρχίσουμε να γινόμαστε «θείτσες». Φυσικά και αναφέρομαι σε στερεότυπα μια πατριαρχικής, συντηρητικής και σχολαστικής κοινωνίας. Μήπως και ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού; Αναρωτιέμαι συνεχώς! Ακόμη λοιπόν κι αν περάσουμε, ή περνάμε την φάση της «Θείας» και γίνουμε κάποια στιγμή η θεία Β, η θεία Χ, η θεία Α, η θεία Μ και ούτω καθ’ εξής, ακόμη και τότε, ωραία θα είναι να έχουμε αγαπήσει τη φύση μας. Η φύση μας είναι ζωντανή! Είναι ακόμα επιθυμητική, λιβιδινική, σωματική, ζωντανή. Άσχετα αν το είθισται «θάβει» τις θείτσες μέσα στην εστία ενός λιγότερο, ή περισσότερο μικροαστικού «Κουκλόσπιτου».

 

Γι αυτό λοιπόν γίνεται αυτό εδώ τώρα! Και ο νοών νοείτω!

 

Κεφάλαιο 3ο

Ποια ήταν η Wendy Ο’ Williams; Ετούτη η γυναίκα έβαλε σαν στόχο της ζωής της την έκφραση της διαμαρτυρίας με τα τραγούδια της πάνω στη σκηνή, ως frontwoman στο trash-punk-metal συγκρότημα The Plasmatics. Κι αυτή επίσης παράτησε οικογένεια, σχολείο και παράδοση για μια ελεύθερη ζωή, ταξιδεύοντας και διακινδυνεύοντας, και αντίθετα με την πρώτη, άφησε πίσω της μια υπόκωφη εξεγερσιακή παρακαταθήκη για τις /τους επόμενες/ους. Αλλά πήρε πολλά ρίσκα, και πολλές φορές έγινε «Η jester που κάνει τον βασιλιά να γελά» (*Ως σύντροφος του Rod Swenson, σε αντιστοιχία με τον «τρελό», ή τον γελωτοποιό του Βασιλιά Ληρ). Πάντως σίγουρα «ξεντροπιάστηκε».

 

Κεφάλαιο 4ο

Τι κοινό μπορεί να έχει, λοιπόν, η Θεία ΒΜΧΡΦAΜ με την Wendy Ο’ Williams; Δύο σίγουρα: είναι και οι δύο νεκρές γυναίκες που απεχθάνονταν πολλά στον περίγυρό τους, μα αγαπούσαν και φρόντιζαν πολύ τους δικούς τους ανθρώπους ή/και τα ζώα, τον πλανήτη. Και σίγουρα δεν έζησαν όλη τους τη ζωή περιμένοντας τον θάνατο. Αλλά και οι δύο έζησαν σε μια κατάσταση αναμονής προς μιαν άλλη επίγεια ζωή, και ενώ η καθεμιά την αναζήτησε με τον δικό της μοναδικό τρόπο, μάλλον δεν την βρήκαν. Δεν εξέλιξαν όπως θα ήθελαν την προσωπική τους αφήγηση. Η Θεία ΒΜΧΡΦAΜ δεν το έκανε σίγουρα, αν και κάποια στιγμή προσπάθησε να το σκάσει από την παραδοσιακή οικογένεια, έως τη στιγμή που την γύρισαν με το ζόρι πίσω… Και μετά τί; Έζησε μια ωραία ήρεμη ζωή... Παρέμεινε κλεισμένη μέσα στην θαλπωρή της κουζίνας του «κουκλόσπιτού» της, απόλυτα εξαρτημένη από ένα απόντα-παρόντα σύζυγο και παιδιά, χωρίς προσωπικό εισόδημα, με πολύ ασθενές σώμα, ελπίζοντας όλη της την ζωή ότι θα την άλλαζε, ότι θα κατάφερνε να χειραφετηθεί, ώσπου έσβησε αργά, όχι πολύ μεγάλη. Ενώ, η Wendy έκανε ακριβώς το αντίθετο, απόλυτα απελευθερωμένη και χειραφετημένη αλλά και τελείως «τρελαμένη», μια αμερικάνα πανκ-μέταλ-ρόκερ περσόνα, της δεκαετίας των 80ς-90ς. Έκανε απολύτως ότι μπορούσε για να σπάσει τα στερεοτυπικά ταμπού που «σκότωσαν» και σκοτώνουν καθημερινά την Γυναίκα και την γυναικεία φύση, ακόμη και αυτήν την στιγμή, μέχρι το σημείο που δεν άντεξε την απλή καθημερινή ζωή και βρήκε σωστό, στα 48 της, να βάλει μια σακούλα στο κεφάλι της, και ταΐζοντας σκιουράκια στο κοντινό της δάσος, να τινάξει τα μυαλά της μ’ ένα όπλο.

 

Μπορούμε να βρούμε όλες τις αντιδιαμετρικές διαφορές μεταξύ τους. Σίγουρα, όμως, παραμένουν δύο νεκρές γυναίκες. Τί θα συνέβαινε αν αυτές οι δύο περνούσαν χρόνο μαζί; Ποια θα ήταν η στιχομυθία τους;

 

Κεφάλαιο 5ο

Η δράση που σχεδίασα για το project Woman Case είναι ένα «αφελές» εικαστικό σκηνοθέτημα. Είναι μια επιτελεστική πράξη πάνω σε έναν φανταστικό διάλογο, ανάμεσα σε δύο νεκρές γυναίκες. Ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά, φτιάχνοντας έναν μεταβατικό χώρο «λεκτικού παιχνιδιού» και αντικειμένων, μια χωρική και ηχητική εγκατάσταση. Ίσως ένα καθαρτήριο; Αναζητώντας το εδώ-και-τώρα, ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο, στο μέσα και στο έξω, στο φαινόμενο και στο γίγνεσθαι, το έργο αυτό έρχεται να επανενεργοποιήσει, να φωτίσει και

ίσως να αλλάξει την αφήγηση της ζωής αυτών των δυο νεκρών γυναικών (ή/και όσων γυναικών μπορέσουν να αλλάξουν σημείο εστίασης). Όλα αυτά γίνονται μέσα από τον λόγο των δύο γυναικών, εκείνον που άφησαν και δεν άφησαν, αλλά κι εκείνο το λόγο που φανταζόμαστε ότι θα μπορούσαν, και μπορούν να έχουν στην φανταστική μου ιστορία.

 

Αυτός ο διάλογος, ίσως μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποια κομβικά τραύματα που οδηγούν τον γυναικείο πληθυσμό εδώ και τόσους αιώνες στη δυστυχία της καταπίεσης, της απαξίωσης και της λησμονιάς της πραγματικής άγριας φύσης του ανθρώπου. Η ντροπή, τα ταμπού, ο διαχωρισμός, το δέντρο της γνώσης, το πέπλο της παρθενίας, το τραύμα, και πολλά άλλα.

 

Κεφάλαιο 6ο

Όλο το εγχείρημα αναδεικνύει αντιθέσεις. Μέσα από αυτό δεν θέλησα, προφανώς, να κατασκευάσω απλώς ένα καλλιτεχνικό έργο πάνω στην γυναικεία γραφή, αλλά και να αποδείξω ότι μέσα από το ίδιο το έργο δημιουργείται ένας μεταβατικός χώρος, ένα πέρασμα. Ένα πέρασμα από το μέσα στο έξω, από το ιδιωτικό στο δημόσιο, από την απόλυτη ησυχία της γυναίκας που στοχάζεται, στη φασαρία του κόσμου, στη δράση της γυναίκας που αναλαμβάνει. Ένα πέρασμα που οδηγεί από την υποταγμένη και δέσμια ζωή που δεν έχει ομολογηθεί σε κανένα, στην ώθηση για εξέγερση και για απελευθέρωση. Μια καθημερινή γυναίκα που με το ζόρι έβγαλε το σχολείο και που δεν άφησε πίσω της καμιά απόδειξη σκέψης, έρχεται σε διάλογο με μια γυναίκα-δαίμονα. Και οι δύο γυναίκες ήταν χαμογελαστές μέδουσες, δύο μητιοέσσες*(γεμάτες με το πνεύμα της πρακτικής γνώσης), μέδουσες που μας χαμογελάν εδώ με σημασία, δείχνοντας μας τους κυνόδοντές τους μέσα από τον λόγο τους. Εδώ η αναλογία μεταξύ τους είναι προφανής. Και το παράδειγμά τους επίσης. Η πραγματική γραφή τους βέβαια είτε δεν υπάρχει, είτε είναι απλοϊκή. Με έναυσμα την Hélène Cixous, έρχομαι να «δανειστώ» τα πραγματικά ίχνη των δύο γυναικών και να φτιάξω ένα δικό μου φανταστικό «τεκμήριο-διάλογο» που διαδραματίζεται μεταξύ τους, φτιάχνοντας κ αυτόν τον μεταβατικό χώρο-καθαρτήριο, στον υπόγειο χώρο της έκθεσης. Εκεί μέσα προσπαθούμε να «ξεπλύνουμε τους φόβους, θα διακρίνουμε τις μορφές από το σκιώδες ημίφως και θα τις φωτίσουμε με φως ηλεκτρικό». Θα δούμε τι ήθελαν τελικά να πουν και να κάνουν. Η Wendy λέει: είναι η ζωή μου και θα κάνω αυτό που μ’ ευχαριστεί, και δεν σας πέφτει λόγος! Θα γκρεμίσω το μικροαστικό σπίτι, θα σπάσω τη TV με μια βαριοπούλα, θα βάλω εκρηκτικά στο αυτοκίνητο… θα μας απελευθερώσω από αυτήν την εικόνα που μας έχουν εγκλωβίσει.* (Πράξεις που διαδραματίστηκαν στις ζωντανές της παραστάσεις και στα βιντεοκλίπ της.)

 

-Θεία ΒΧΡΜΦΑΜ: Wendy οι στίχοι σου είναι πολύ απλοϊκοί και λίγο «trashy»…

-Wendy: Θεία ΒΧΡΜΦΑΜ, όλη σου η ζωή είναι σίγουρα πολύ πιο απλοϊκή από τη δική μου. Αγριεύω! [Im going wild]* (τίτλος μουσικού κομματιού)

-Θεία ΒΧΡΜΦΑΜ: Καταστρέφει το σπίτι…*(σκηνή από βιντεοκλίπ των Plasmatics)

-Wendy: Wendy O’ Rules! Posers fuck off! Butcher Baby they're Gonna Put You Away! *(τίτλος μουσικού κομματιού)



Για τη δράση χρησιμοποίησα: φωτογραφικό και βιντεοσκοπημένο αρχειακό υλικό, καθώς και στίχους από τραγούδια και συνεντεύξεις της
Wendy OWilliams (Chainshows, Shotguns and RocknRoll), αποσπάσματα από τα κείμενα της Hélène Cixous (Το γέλιο της Μέδουσσας) και της Toni Morisson (βιβλίο Η διεκδίκηση της Barbie, συνέντευξη στην Anne Koennen 1980); κομμάτια από ηλεκτρικές συσκευές (τηλεόραση, ποδόλουτρο για πεντικιούρ, ηλεκτρική βούρτσα για μπούκλες, ηλ. Σκούπα, μασαζομηχανή), καθρέπτη, γυναικείες τσάντες, 50 ζευγάρια υποδήματα, κούκλα θεάτρου σε φυσικό μέγεθος, γυναικεία ρούχα, 10 κιλά αλάτι (για την συντήρηση), 6 αυγά βραστά (για την αναπαραγωγή του όφεως), κ.άλ.

Βιβλιογραφία: Το γέλιο της Μέδουσσας, της Hélène Cixous, εκδόσεις Τοποβόρος / Η Διεκδίκηση της Barbie-Δοκίμια για Γυναικεία Γραφή, συλλογικό, σε επιμέλεια Χριστιάνας Λαμπρινίδη, εκδόσεις Κοχλίας / Η λευκή Θεά, του Robert Graves, εκδόσεις Κάκτος / Οι Πηγές του Νείλου, έρευνα για την καταγωγή της πατριαρχίας, της Rossella Di Leo, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα / Women in Rock, συλλογικό, σε επιμέλεια Barbara ODair, εκδόσεις Οξύ.

Σύνδεσμοι: https://plasmatics-com.3dcartstores.com/  https://en.wikipedia.org/wiki/Plasmatics / https://open.spotify.com/artist/4kf4d3tN0MZGpEP6BacY8j / https://www.discogs.com/artist/294222-Plasmatics-2 / https://underground-england.com/the-plasmatic/


Παραλειπόμενες σημειώσεις:

Η Μενεστρέλα (αοιδός, ή ραψωδός), η γραφή, η αρχή της αφήγησης, το γέλιο, το τέρας, η ντροπή, η Νιόβη, ο διαχωρισμός, το δέντρο της γνώσης, το πέπλο, τα ταμπού, οι απαγορεύσεις, η φιδίσια γυναίκα. Ο κώδικας ευγένειας, η επιδιόρθωση των υποκειμένων από αντικείμενα μετάβασης σε υποκείμενα, η κούκλα.

Αφήγηση-Απόγνωση-Μοναξιά / Συντήρηση-Παλιές δομές / Το κουκλόσπιτο

Τοτέμ από συσκευές / Περιήγηση σε γνωστά μέρη που αλλάζουν / Η Κυνηγός

Playlist με μουσικά κομμάτια που αλλάζουν / Το σερνόμενο πτώμα

Αξιακό δέντρο, ή δίπολο; Αρρενωπότητα-θηλύκοτητα γυναικεία γραφή-ανδρική γραφή, ντροπή=κάλυψη-αποκάλυψη, ξεντόπιασμα-θάρρος απόκτησης σταθερής θέσης στον τόπο-νεφέλωμα.

Παρθένος=προστασία / Παιδί=ασπίδα=τρόμος / Αθηνά+Τυφώνας / Wendy O’ Williams

Η έλλειψη ενσυναισθητικής πολιτικής «τυφλώνει». Η ενσυναισθητική αναγνώριση της αντίθεσης, μας βάζει στην θέση να την ονοματίσουμε. Μια προφορική εκφορά αναγνώρισης αυτής της αντίθεσης, έχει ως λόγο την πραγματολογική ακριβή θέση του υποκειμένου που την ονοματίζει. Η θέση αυτή βρίσκεται σ’ έναν κοινωνικό και συνάμα ιδιωτικό, μη φαντασιακό τόπο. Εκεί δηλαδή που μπορεί κάποια να δει από τα ψηλά της σπείρας, να εποπτεύσει την θέση της σε σχέση με τον τόπο εξέλιξης των δρώμενων της ζωής. Από εκεί ψηλά μπορούμε να διακρίνουμε τις εμπλεκόμενες μορφές που σχηματίζονται στο νου του υποκειμένου. Η εκφορά του λόγου που έχει πια σηματοδοτηθεί στην κοιλιά, βγαίνει από το διάφραγμα δυνατά!  

Το έργο "H Θεία ΒΜΧΡΦAΜ συναντά την Wendy O’ Williams –– Συνεχίζοντας την αφήγηση – Ένα ρέκβιεμ για δυο γυναίκες που χάθηκαν - H θεία ΒΜΧΡΦAΜ βρίσκεται ενώπιον της Εύας, ή την παραμονή της καταστροφής", είναι συγχρόνως, ένα εικαστικά σκηνοθετημένο αφήγημα, μια παραστατική δράση, ή και μια επιτελεστική διάλεξη, η οποία εμπεριέχει χωρική και ηχητική εγκατάσταση, αντικείμενα, κείμενα και στίχους, μουσική και αρχειακό υλικό, μετά από εικαστική έρευνα. Παρουσιάστηκε στις 26 Ιουνίου στον χώρο της ΑΣΚΤ, Circuits and Currents, στα Εξάρχεια στην Αθήνα, ανάμεσα σε 10 ακόμη τέτοιες δράσεις, μέσα στο πλαίσιο της έκθεσης/συμβάντος/εργαστηρίου Woman Case, σε διοργάνωση και επιμέλεια της Ελένης Τζιρτζιλάκη.

Υ.γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Η μητέρα μου, Αγγελική Μακαρόνα-Καλαμαρά έφυγε από αυτόν τον κόσμο στις 7/7/2017 σε ηλικία 90 ετών. Στην πάντοτε ζωντανή ανάμνησή της συμβάλει, με τις ιδιαιτερότητες αλλά και κάποια κοινά που έχουν τα αναφερόμενα πρόσωπα με τη μαμά μου, το παραπάνω έργο της Άννας Τσουλούφη-Λάγιου, η οποία και μόνο που μου δώρισε τον Ερρίκο αξίζει την αιώνια ευγνωμοσύνη μου.  


Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

Το χιόνι στη Ρουμανία - Giorgio Agamben


Σε τι πράγμα είμαστε πιστοί, τι σημαίνει να πιστεύουμε; Να πιστεύουμε σε έναν κώδικα αξιών, σε ένα σύστημα ιδεών διατυπωμένων υπό μορφή ιδεολογία, ή το να έχουμε  μια θρησκευτική ή πολιτική «πίστη»; Αν έτσι είχαν τα πράγματα, πιστότητα και πίστη θα ήταν μια θλιβερή ιστορία, τίποτ’ άλλο από ένας ζόφος, ένα δυσάρεστο καθήκον εκτέλεσης συνταγών, στο οποίο για κάποιο λόγο νιώθουμε προσδεμένοι και υποχρεωμένοι. Μια τέτοια πίστη δεν θα ήταν κάτι το ζωντανό, θα ήταν ένα νεκρό γράμμα όπως εκείνο που ο δικαστής ή ο μπάτσος θέλουν να εφαρμόσουν κατά την εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Η ιδέα ότι ο πιστός είναι ένα είδος λειτουργού της πίστης του είναι τόσο απεχθής ώστε μια κοπέλα, που είχε αντέξει τα βασανιστήρια και δεν μαρτύρησε τα ονόματα των συντρόφων της, σε εκείνους που εξυμνούσαν την πιστότητά της στις ιδέες της, απαντούσε απλά: «Δεν το έκανα γι’ αυτό, το έκανα από καπρίτσιο».

Τι ήθελε να πει η κοπέλα, τι είδους βίωση της πιστότητας ήθελε να εκφράσει προφέροντας αυτά τα λόγια; Μια διερώτηση σχετικά με εκείνη την κατ’ εξοχήν πίστη, που μέχρι καμιά δεκαετία πριν θεωρούνταν πως είναι η θρησκευτική πίστη, μπορεί να μας προμηθεύσει ενδείξεις και συγκρίσεις προκειμένου να δώσουμε μιαν απάντηση. Πολύ περισσότερο καθώς ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο η Εκκλησία, ξεκινώντας από τη Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.), υποστηρίζει ότι πρέπει να παγιωθεί με μια σειρά δογμάτων, δηλαδή αληθινών προτάσεων, το περιεχόμενο της πίστης, απέναντι στο οποίο κάθε διαφωνία συνιστά μια καταδικαστέα αίρεση. Στην Επιστολή προς Ρωμαίους ο Παύλος μοιάζει να μας λέει ακριβώς το αντίθετο. Αυτός συνδέει, προπάντων, τη πίστη με τον λόγο («η πίστη έρχεται από το άκουσμα του λόγου του Χριστού») και περιγράφει τη βίωση του λόγου που είναι υπό συζήτηση στην πίστη, μέσω της άμεσης εγγύτητας στόματος και καρδιάς: «Πλησίον σου (εγγύς, στην κυριολεξία στα χέρια σου) είναι ο λόγος, στο στόμα και στην καρδιά σου, αυτός είναι ο λόγος της πίστης… Με την καρδιά, πράγματι, πιστεύεις στη δικαιοσύνη, με το στόμα την εκφέρεις για τη σωτηρία». Ο Παύλος παραθέτει  εδώ ένα χωρίο από το Δευτερονόμιο, στο οποίο καταφάσκεται αυτή η ίδια εγγύτητα: «Ο λόγος είναι πάρα πολύ κοντά στο στόμα και την καρδιά σου, και είναι με τα χέρια σου που τον ενεργοποιείς».

Η βίωση του λόγου που είναι υπό συζήτηση στην πίστη δεν έχει να κάνει με τον δηλωτικό της χαρακτήρα, με την αντιστοίχησή της με τα γεγονότα και τα εξωτερικά πράγματα: είναι, μάλλον, μια βίωση μιας εγγύτητας, που εντοπίζεται στη βαθύτερη αντιστοιχία στόματος και καρδιάς. Το να ομολογείς την πίστη σου δεν σημαίνει να προβαίνεις σε δηλώσεις γεγονικά αληθείς (ή ψευδείς), όπως συμβαίνει σε μια δίκη. Δεν είμαστε πιστοί, όπως στη δήλωση πίστης ή στον όρκο, σε μια σειρά εκφορών που αντιστοιχούν ή δεν αντιστοιχούν στα γεγονότα. Είμαστε πιστοί σε μια βίωση του λόγου που τη νιώθουμε τόσο κοντινή μας, ώστε δεν μας αφήνει χώρο για να τη χωρίσουμε από αυτό που λέγεται. Η πίστη είναι, δηλαδή, πάνω απ’ όλα μια άλλη βίωση του λόγου σε σχέση με εκείνο που πιστεύουμε ότι μας χρησιμεύει προκειμένου να επικοινωνήσουμε μηνύματα και σημασίες, εξωτερικά ως προς αυτή. Σε αυτού του είδους τον λόγο είμαστε πιστοί γιατί, στον βαθμό που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το στόμα από την καρδιά, ζούμε σε αυτόν και αυτός ζει σε μας. Είναι μια τέτοια βίωση που έπρεπε να έχει στο μυαλό της εκείνη η κοπέλα από τη Μπαρμπαριά, που όταν μια μέρα τη ρώτησαν τι πράγμα τη συνέδεε τόσο δυνατά με έναν άνδρα που έλεγε πως την αγαπούσε και με τον οποίο είχε ζήσει για ένα χρόνο σε μια καλύβα στα ρουμανικά βουνά, απάντησε:  «Δεν ήμουν πιστή σε αυτόν, ήμουν πιστή στο χιόνι της Ρουμανίας».

30 Αυγούστου 2023

 

Υ.γ. Στις 7 Σεπτέμβρη 2023 πέθανε ο πατέρας μου, γεννημένος στις 15 Γενάρη 1928, δηλαδή πλήρης ημερών. Ένας συντηρητικός άνθρωπος, θρησκευόμενος, αφοσιωμένος, με τον δικό του τρόπο, ενίοτε κτητικό, στην οικογένειά του. Αλλά και που διέθετε μια τεράστια αίσθηση του δίκαιου, κάτι τον οποίο τον οδήγησε να ζει έτσι ώστε, όπως μου είπε κάποτε η γυναίκα ενός από τα αδέλφια του, ποτέ δεν έδωσε κάτι σε κάποιον που δεν το δικαιούνταν, αλλά και ποτέ δεν πήρε κάτι που δεν το δικαιούνταν ο ίδιος. Αγαπούσε λοιπόν το δίκαιο, αλλά δεν είχε αναπτυγμένο το αίσθημα της ελευθερίας, κάτι που ακριβώς τον κατέτασσε, εκ των πραγμάτων, στη συντηρητική πλευρά αυτού του κόσμου. Αφού μπορεί να υπάρχει δίκαιο χωρίς ελευθερία, αλλά σαφώς δεν υπάρχει πραγματική δικαιοσύνη όταν δεν προάγει και δεν υποστηρίζει την ελευθερία (και είναι αυτό ακριβώς για το οποίο παλεύει η ριζοσπαστική πλευρά αυτού του κόσμου). Από την άλλη, αυτός ο συντηρητικός, δεξιός, άνθρωπος, μου έδωσε, στον βαθμό που μπορούσε, τη δυνατότητα να αγωνιστώ για τη δική μου ελευθερία και μάλιστα χωρίς να μου βάζει προϋποθέσεις. Κάτι που θα του το χρωστάω για πάντα. Και για να παραπέμψω με κάποιον τρόπο στο παραπάνω κείμενο του Αγκάμπεν, ποτέ δεν κατάλαβα σε τι πραγματικά πίστευε ο πατέρας μου. Ίσως στο τραγούδι των πουλιών που άκουγε στο ψυχορράγημά του, ανάμνηση των παιδικών του χρόνων στον αγαπημένο του Αγρίλη Μεσσηνίας.

Σάββατο 19 Αυγούστου 2023

Το εργατίστικο στυλ



Μια συνέντευξη του Μάριο Τρόντι στην Ίντα Ντομινιγιάνι


Ερώτηση: Το Εργάτες και κεφάλαιο, που αυτές τις μέρες επανεκδόθηκε από το Derive Approdi, σαράντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία από τον Einaudi, έχει θεωρηθεί το λατρευτικό βιβλίο του εργατισμού. Μπορούμε, με λίγα λόγια, να προσπαθήσουμε να ανακεφαλαιώσουμε το μήνυμα και την αναστάτωση που προκάλεσε αυτό το βιβλίο;

Απάντηση: Πράγματι, το αποτέλεσμα υπερέβη κατά πολύ των προσδοκιών. Επρόκειτο για μια εξαιρετικά απομονωμένη θέση, που, ωστόσο, έσπασε το τείχος της αδιαφορίας. Όλα οφείλονται στα μαγικά χρόνια του ’60. Το μήνυμα ήταν εκείνο που είχε τραγουδήσει ο Μπομπ Ντύλαν: οι καιροί αλλάζουν. Που σημαίνει: πρέπει να επαναστατικοποιήσουμε το βήμα της κοινωνικής έρευνας και της πολιτικής πρακτικής. Άλλωστε η γλώσσα, όπως είχε πει κάποιος, είναι το ον. Αυτό πρώτα απ’ όλα έκανε αυτό το βιβλίο, τα έσπασε με την παράδοση. Το Εργάτες και κεφάλαιο είναι η εποχή του δικού μου πολιτικού ρομαντισμού. Και οι ρομαντικοί ποιητές πάντοτε αρέσουν.

Ερώτηση: Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1966, όταν τα δύο έντυπα του εργατισμού, τα «Κόκκινα Τετράδια» του Παντσιέρι και η «Εργατική Τάξη», είχαν ήδη κλείσει. Τι σχέση είχε το δικό σου κείμενο με τη συλλογική πορεία του εργατισμού;

Απάντηση: Το βιβλίο δεν θα υπήρχε χωρίς την εργατίστικη εμπειρία, κατατεθειμένη στο περιοδικό και την εφημερίδα. Στο βιβλίο υπήρχαν δοκίμια και άρθρα που προέρχονταν από εκεί και υπέστησαν κατόπιν μια θεωρητική επεξεργασία. Είναι η συνήθης κουκουβάγια της Αθηνάς που πετάει το σούρουπο.

Ερώτηση: Αναφορικά με τον ιταλικό εργατισμό και τις διάφορες εκφράσεις του, έχει επανέλθει σήμερα έντονο το ενδιαφέρον τόσο  στην Ιταλία και το εξωτερικό, και μάλιστα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Κοιτώντας πίσω, τι ήταν για σένα ο εργατισμός;

Απάντηση: Τρία πράγματα: ένα ρομάντσο πνευματικής διαμόρφωσης, ένα επεισόδιο της ιστορίας του εργατικού κινήματος, μια πολιτισμική επανάσταση ενάντια στην ορθόδοξη ιταλική και όχι μόνο μαρξιστική παράδοση. Όμως πάνω απ’ όλα, ήταν η εμπειρία και η πρακτική μιας ομάδας ατόμων ασυνήθιστης ανθρώπινης και πολιτικής ποιότητας, που κινούνταν με αποκλίνουσα συμφωνία, σφυρηλατημένη από έναν δεσμό ακατάλυτης φιλίας –όποιος κι αν ήταν ο δρόμος που ο καθένας από εμάς πήρε στη συνέχεια. Με μια κουβέντα, θα έλεγα ότι εκείνη η εμπειρία μας άφησε ένα απαράμιλλο «στυλ»: από τον τρόπο γραψίματος, που ακολουθούσε τον ρυθμό στο εργοστάσιο  και τον τρόπο σκέψης, έξω από τους κανόνες, σε μια κάπως «διαρκή κατάσταση πνευματικής εξαίρεσης». Σε επαφή με το εργοστάσιο και με το μοντέλο των εργατικών αγώνων, γεννιέται ένας νέος τύπος διανοουμένου, οργανικού όχι πλέον του κόμματος αλλά της τάξης, όπως κι ένας νέος τρόπος να κάνεις θεωρία, όχι βιβλίο προς βιβλίο αλλά σώμα προς σώμα με την ιστορία, προκειμένου να ανατραπεί η υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Μια πρακτική πολιτικής σκέψης ξένη, μη αναγώγιμη σε σχολές και παραδόσεις, η οποία, ωστόσο, γονιμοποίησε στη συνέχεια και μια γνωσιακή καινοτομία στη φιλοσοφία, στην κοινωνιολογία, στην ιστοριογραφία.

Ερώτηση: Ποια ήταν τα πιο σκληρά σημεία της πολεμικής με την ιταλική κομμουνιστική παράδοση;

Απάντηση: Ο ιστορικισμός της γραμμής Ντε Σάνκτις-Λαμπριόλα-Κρότσε-Γκράμσι, ενισχυμένο σκυρόδεμα της τολιατικής διευθυντικής ομάδας του ΙΚΚ μεταπολεμικά και τη δεκαετία του ’50. Ο εθνο-λαϊκισμός που ο Αλμπέρτο Άζορ Ρόζα αποδόμησε το ’64 –ήταν τριάντα χρονών– στο Συγγραφείς και λαός. Η ανάλυση του νεοκαπιταλισμού και του δεσμού εργοστάσιο-κοινωνία-πολιτική: ενώ ο εργάτης-μάζα, ο ταιηλορισμός, ο φορντισμός εισέβαλαν στη σκηνή, το ΙΚΚ είχε μείνει στάσιμο στη διάγνωση περί καθυστέρησης του ιταλικού καπιταλισμού. Και επίσης, η εργασιακή ρητορική, που την τινάξαμε στον αέρα με το σύνθημα περί «άρνησης της εργασίας», αλλά και η σωτηριολογική θέαση της εργατικής τάξης, που στο λεξικό του ΙΚΚ όφειλε να είναι πάντοτε «γενική τάξη», να δρα υπέρ των συμφερόντων όλων, να χειραφετηθεί η ίδια προκειμένου να χειραφετήσει την ανθρωπότητα, να σώσει τη χώρα, την ειρήνη, τον Τρίτο Κόσμο…

Ερώτηση: Αντιθέτως η «παγανιστική αγενής φυλή», σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό σου, έπρεπε να σώσει μόνο την ίδια… Τι ήταν η παγανιστική αγενής φυλή; Και δεν κινδυνεύατε να την κάνετε κι εσείς έναν σωτήριο μύθο, επαναπροτείνοντας μια φιλοσοφία της ιστορίας με το εργατικό Υποκείμενο στη θέση του χεγκελιανού Πνεύματος;

Απάντηση: Η παγανιστική αγενής τάξη ήταν εκείνη που μπροστά στα κάγκελα του εργοστασίου μας έπαιρνε από τα χέρια τα φυλλάδια και γελώντας ρωτούσε: «Τι είναι; Φράγκα;». Μισθός ενάντια στο κέρδος, να τι ήταν η τάξη. Όχι το γενικό συμφέρον, αλλά ένα μερικό συμφέρον, που ξεμασκάρευε τον μπουρζουάδικο οικουμενισμό και έβαζε σε κρίση τη γενική σχέση του κεφαλαίου: «Ο μισθός ως ανεξάρτητη μεταβλητή» δεν ήταν ένα οικονομικό σύνθημα, ήταν ένα πολιτικό σύνθημα, όπως έδειξε το ’69. Όμως πολύ πριν το θερμό φθινόπωρο, από τους αγώνες του ’62 στο Τορίνο, είχε ξεδιπλωθεί η εργατική επινοητικότητα ανταγωνιστικών πρακτικών στον καθημερινό πόλεμο θέσεων ενάντια στο αφεντικό: οι άγριες απεργίες, οι επιβραδύνσεις, τα σαμποτάζ της αλυσίδας συναρμολόγησης, η ανυπότακτη χρήση των ταιηλοριστικών χρόνων παραγωγής. Εκεί μάθαμε ότι στο κεφάλαιο που ήθελε να επεκτείνει το μοντέλο του εργοστασίου στην κοινωνία, εμείς απαντούσαμε επεκτείνοντας το μοντέλο της εργατικής ανυποταξίας στην πολιτική.

Ερώτηση: Μίλησες για τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60, που όλη η κομμουνιστική αναμνησιολογία, ακόμη και θέσεων διαφορετικών από τη δική σου –σκέφτομαι τα πρόσφατα βιβλία του Ινγκράο και της Ροσάντα– θεωρούν ως τα πλέον κρίσιμα της ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας. Όμως εκείνα τα χρόνια σημαδεύτηκαν από δύο ημερομηνίες: πίσω τους υπήρχε το ’56 και μπροστά τους το ’68. Πού τοποθετείται η εργατίστικη εμπειρία ανάμεσα σε αυτές τις δύο ημερομηνίες;

Απάντηση: Το ’56 ήταν μια στρατηγική ημερομηνία: το άγαλμα του Στάλιν έπεσε στα κεφάλια μας και στα κεφάλια μας τίποτα πια δεν ήταν όπως πριν. Οι όμορφοι και προοδευτικοί καιροί είχαν τελειώσει, ο κομμουνισμός δεν μας παρέπεμπε πλέον στο μέλλον, απαιτούσε την αυτοκριτική του παρόντος. Όμως ενώ οι περισσότεροι, μπροστά στα γεγονότα της Βουδαπέστης, ανακάλυπταν και πάλι την αξία των μπουρζουάδικων ελευθεριών, για μας τώρα πια άνοιγε ο ορίζοντας της κομμουνιστικής ελευθερίας. Βρίσκω, διανοητικά και πολιτικά, άχρηστες πολλές a posteriori αυτοκριτικές του σήμερα: για να κοπεί ο γόρδιος δεσμός, έπρεπε να ανοικοδομηθούν οι συνθήκες για μια επανάσταση στη νεοκαπιταλιστική δύση, προωθώντας τόσο το πεδίο της εργατικής σύγκρουσης όσο και της πολιτικής οργάνωσης, χωρίς να διαχωρίζεται η μία από την άλλη. Προσωπικά –όμως εδώ μιλάω για τον εαυτό μου, γιατί αυτό ήταν το επίδικο σημείο στο εσωτερικό του εργατισμού– ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορούσαμε εμείς να οργανώσουμε τους εργάτες για να τους εξαπολύσουμε, σκληρούς και αγνούς, ενάντια στο κεφάλαιο. Ενδιαμέσως υπήρχε ένα πολιτικό πέρασμα που δεν μπορούσαμε να πηδήξουμε –αν και το να είμαστε εργατιστές σήμαινε πάντοτε, τότε και μετά, το πήδημά του.

Ερώτηση: Ποιο ήταν αυτό το πέρασμα;

Απάντηση: Η διαμόρφωση, εντός της ταξικής εμπειρίας, μιας εναλλακτικής διευθυντικής ομάδας σε σχέση με την τολιατική, που θα ήξερε να παίξει εντός της «αταξίας» η οποία έμελλε να έρθει και εξερράγη το ‘68-’69. Η κρίση του μετα-τολιατικού ΙΚΚ, που θα εκδηλωνόταν στο ΧΙ συνέδριο του ’66, ίσως θα μπορούσε να ενθαρρύνει «τη μακρά πορεία εντός της οργάνωσης», που σε μένα φαινόταν απαραίτητη: ο Πρίγκιπας παρέμενε η τάξη, το πρωτείο παρέμενε στους αγώνες, όμως για να δοκιμάσουμε να τους δώσουμε μια νικηφόρα έκβαση ήταν αναγκαίο το εργαλείο του κόμματος. Όμως αυτή η πρόταση του «εντός και ενάντια» δεν πέρασε, κυριάρχησε εκείνη του «ή εντός ή εκτός»: μια λογική για το κίνημα, μια άλλη για το κόμμα. Με τις ήττες των χρόνων του ’70 και πέρα.

Ερώτηση: Αλλά ενδιαμέσως υπήρξε το εξηνταοκτώ, που άλλαξε όχι λίγα πράγματα, αναφορικά με το κόμμα και την οργάνωση… τι σχέση είχε ο εργατισμός με το εξηνταοκτώ;

Απάντηση: Σου απαντώ για λογαριασμό μου, με έναν τρόπο που πολλοί σύντροφοι του τότε αμφισβήτησαν έντονα, ανάμεσά τους κι εσύ. Ο εργατισμός ήταν ένας πρόλογος του ’68 και την ίδια στιγμή η προλεγόμενη κριτική του. Στην Ιταλία το ’68 έλαβε από το εργατικό ’69 έναν χαρακτήρα διαφορετικό και μεγαλύτερης διάρκειας απ’ ότι αλλού, αντικαπιταλιστικό και όχι μόνο αντιαυταρχικό. Εργάτες και κεφάλαιο βρέθηκαν υλικά οι μεν απέναντι στο δε: σε εκείνο το σημείο χρειαζόταν να μετατοπιστεί η εξουσία, όχι μόνο να αμφισβητηθεί. Πρόκειται για μια ιστορική κανονικότητα: αν στο σεισμό που προκαλούν οι αγώνες δεν ανοίξει μια επαναστατική διαδικασία καθοδηγούμενη και οργανωμένη, που θα μετατοπίζει τον συσχετισμό δύναμης, η καπιταλιστική ανάπτυξη καταλήγει να χρησιμοποιεί τους εργατικούς αγώνες για τους σκοπούς της και ο ολόκληρος ο μηχανισμός της κυριαρχίας αποκαθίσταται εκδημοκρατισμένος. Ακριβώς αυτό συνέβη μετά το ’68. Από τους απελευθερωτικούς αγώνες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα έλειπε η ισχύς του οργανωμένου εργατικού κινήματος που δρούσε στο πρώτο χειραφετησιακό μισό του ίδιου αιώνα. Πολύ μεγάλο μέρος της ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας των χρόνων του ’60 διαμορφώθηκε έξω και αναπτύχθηκε ενάντια στα κόμματα και τα συνδικάτα, λειτουργώντας υπέρ της επιτάχυνσης της κρίσης. Για να έρθει το ’77, όπου επήλθε ο οριστικός διαχωρισμός.

Ερώτηση: Αφού εκείνη η μορφή οργάνωσης δεν αντιστοιχούσε πλέον σε εκείνη την ορμή για ελευθερία… Αλλά ας επιστρέψουμε βλέποντας τα πράγματα με τα γυαλιά του τότε. Εν συντομία, το επίδικο σημείο στον εργατισμό ήταν η οργάνωση, το κόμμα, ο ρόλος του πολιτικού. Ας πάρουμε δύο εμβληματικές συνεισφορές, το εκδοτικό σημείωμα «Η εργατική τάξη χωρίς συμμάχους» του Τόνι Νέγκρι στην «Εργατική Τάξη» του ’64 και το δικό σου δοκίμιο «Για την αυτονομία του πολιτικού» (Feltrinelli) του ’77.

Απάντηση: Ο Τόνι Νέγκρι οφείλει πολλά στην εμπειρία της «Εργατικής Τάξης». Η ανάλυση και κατόπιν η κριτική του φορντιστικού-ταιηλορικού εργάτη, που ωρίμασε στο στρατηγικό εργαστήριο του Πόρτο Μαργκέρα, βρίσκεται στη βάση ολόκληρης της ερευνητικής του διαδρομής στη συνέχεια. Και στη θεωρία του περάσματος από τον εργάτη-μάζα στον κοινωνικό εργάτη, στα μισά της δεκαετίας του ’70, υπάρχει όλη η ευφυΐα του. Όμως το «εργάτες χωρίς συμμάχους» ήταν λάθος. Το σύστημα συμμαχιών που υποστήριζε το ΙΚΚ –εξαρτημένοι εργαζόμενοι-μεσαίες τάξεις-κόκκινη Εμίλια– αποδομήθηκε και αμφισβητήθηκε, αλλά χρειαζόταν να οικοδομηθεί ένα άλλο, με τις νέες επαγγελματικές φιγούρες που αναδύθηκαν στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, με τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση, τους πολιτειακούς μετασχηματισμούς και το πολιτισμικό άλμα στη χώρα· και να μετατοπιστεί πιο μετά ολόκληρο το πεδίο της πολιτικής από τη σύγκρουση στην αντιπροσώπευση. Ο εργατισμός των πρώτων χρόνων του ’60 αντελήφθη ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της πραγματικότητας. Βλέποντάς τη σήμερα, η «Εργατική Τάξη» μοιάζει πιο κοντινή στα «Κόκκινα Τετράδια» και πιο μακρινή από την Εργατική Εξουσία και από εκείνο που περιπλανήθηκε φτάνοντας στην Εργατική Αυτονομία: οι δύο πρώτες εμπειρίες ένιωθαν κριτικά εντός του εργατικού κινήματος, οι δεύτερες τοποθετήθηκαν ενάντια του. Όσον αφορά την αυτονομία του πολιτικού, που πολλοί σύντροφοι του τότε μέχρι και σήμερα μου την καταλογίζουν σαν μια απροσδόκητη στροφή, εγώ αντιλέγω ότι η θεωρητική της ανακάλυψη μου συνέβη εντός της πρακτικής εμπειρίας του εργατισμού, έστω κι αν η επεξεργασία της έγινε στη συνέχεια. Και θα ήθελα επισημάνω το γεγονός ότι μπροστά στην προδιαγραφή της ήττας, ο ρόλος και η αναγκαιότητα του πολιτικού μου φαίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρες. Ωστόσο, αν εκείνο το «άλμα» στο πολιτικό δεν είχε γίνει, δεν θα είχε γίνει όχι τόσο ή όχι μόνο λόγω των ορίων εκείνου του πειράματός μας, αλλά λόγω των ορίων της εποχής: με τη δεκαετία του ’70 η εποχή της μεγάλης πολιτικής δεν ανοίγει, αλλά κλείνει.

Ερώτηση: Είναι μια γνωστή σου θέση από το βιβλίο Η πολιτική σε δύση και μετά. Όμως αν εκείνη η εποχή έχει κλείσει και ο εργατισμός εγγράφεται σε εκείνη την εποχή, τελικά τι μένει από τον εργατισμό;

Απάντηση: Μιλάω, όχι τυχαία, για ένα εργατίστικο «στυλ»: έναν νέο τρόπο να είμαστε διανοούμενοι, με μια σκέψη συνδεδεμένη με την πρακτική. Υπάρχει ένας πατέρας και μια μητέρα: ο πρώτος είναι η μεγάλη ιστορία του εργατικού κινήματος, η δεύτερη είναι η μεγάλη κουλτούρα της κρίσης του 20ου αιώνα. Μια θαυμάσια αντίφαση, βιωμένη. Το λέω ως εξής: να δοθεί φωνή σε εκείνους που είναι κάτω. Μια ανήσυχη διαδρομή: αλλά προκαλώ οποιονδήποτε να βρει μία έστω σκιά υποχώρησης.

Ερώτηση: Γιατί ο εργατισμός συνάντησε την κουλτούρα της κρίσης, καθιστώντάς την τον πολιτισμικό του ορίζοντα;

Απάντηση: Γιατί το εργατικό υποκείμενο, το τόσο κεντρικό, σε μας εμφανιζόταν σαν ένα κοινωνικό υποκείμενο που προερχόταν από την κρίση της παραδοσιακής πολιτικής του μορφής. Κι αυτό εγγραφόταν εντός μιας γενικότερης μεγάλης κρίσης των μορφών, που μετά τη ρήξη των πρωτοποριών στις αρχές του 20ου αιώνα, ποτέ πια δεν ανασυντέθηκε. Είναι του ’69, στο «Αντισχέδιο», το δοκίμιο του Κατσάρι «Για τη γέννηση της αρνητικής σκέψης», ένας ορίζοντας που εντεύθεν ποτέ δεν εγκαταλείψαμε. Και που οδηγεί σε ένα επόμενο πέρασμα, της καταστροφικής κριτικής της ιδεολογίας της ανασύστασης των πολιτικών κατηγοριών ως εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς από την παγανιστική αγενή ράτσα φτάσαμε στην πολιτική θεολογία, όμως ο δεσμός υπάρχει και είναι ισχυρός. Και όσον αφορά εμένα, υπάρχει κι ένα νήμα συνέχειας μεταξύ του Εργάτες και κεφάλαιο και του Πολιτική και πεπρωμένο, το τελευταίο μου έργο που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Sossella.

Ερώτηση: «Ο Λένιν στην Αγγλία» και «Ο Μαρξ στο Ντητρόιτ», δύο τίτλοι που δοξάστηκαν στο Εργάτες και κεφάλαιο. Πού θα στέλναμε σήμερα τον Λένιν και τον Μαρξ; Στα εργοστάσια στη Σαγκάη, στις ιταλικές συνεργατικές, στους ξένους-πολίτες των γαλλικών προαστίων, στα σούπερ μάρκετ της Wallmart στο Άρκανσας; Το υστερόγραφο του ’70 στη δεύτερη έκδοση του Εργάτες και κεφάλαιο ήταν προϊόν μιας πρόσκλησης να μάθουμε από τους αμερικανικούς εργατικούς αγώνες της δεκαετίας του ’70, ενώ σήμερα είναι λες και έχεις στρέψει την τηλεκάμερα μόνο στην Ευρώπη, όπως ο Γούντι Άλλεν…

Απάντηση: Είναι ο κόσμος που καταγράφουν οι τηλεκάμερες. Σήμερα οι καιροί έχουν αλλάξει, περισσότερο λόγω αντικειμενικών λόγων παρά λόγω υποκειμενικών βουλήσεων. Όσο αυτές είναι γενναιόδωρες και αδύναμες τόσο εκείνοι είναι αλαζονικοί και δυνατοί. Υποστηρίζω ότι έχει χάσει την κεντρικότητά της η γεωπολιτική. Ο πολιτικός χώρος δεν είναι πια εκείνος των μικρών εθνών, αλλά αυτός των μεγάλων ηπείρων. Η αλήθεια είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες φοβούνται αυτόν τον κόσμο που αλλάζει. Εμείς οι Ευρωπαίοι έχουμε συνηθίσει στην παρακμή, οι Αμερικανοί όχι. Δεν καταφέρνουν να τη σκεφτούν: αυτό εξηγεί τη διεθνή τους νεύρωση. Ναι, τον Μαρξ θα τον πήγαινα στην Κίνα και στην Ινδία. Τον Λένιν, αντιθέτως, το βλέπω εύκολα να καταπιάνεται με τα προβλήματα της πολιτικής οργάνωσης του προσωρινού εργαζόμενου. Μήπως δεν είναι αυτή η φιγούρα του μεταφορντιστικού εργάτη; Και πώς μεταφέρεις από τα έξω σε ένα call-center την πολιτική συνείδηση; Και σε ένα προάστιο την ιδέα ότι χρειάζεται να φτιαχτεί ένα συνδικάτο κι ένα κόμμα; Και σε ένα κέντρο προσωρινής κράτησης την πρακτική όχι της ενσωμάτωσης αλλά της ανυποταξίας; Συνεχίζει ο Μαρξ να είναι αυτός που μπορεί να μας κάνει να καταλαβαίνουμε ακόμη. Ο Λένιν, ως προς το να μας κάνει ακόμη να δρούμε, ακούγεται κάπως δύσκολο. Όμως υπάρχει πάντοτε εκείνη η μυστηριώδης στροφή στην πορεία του…


«il manifesto», 20 Ιούνη 2006