Οφείλουμε να αμφισβητούμε διαρκώς την πρωτοκαθεδρία της γνώσης στον πολιτισμό μας και να διερωτόμαστε, σύμφωνα με τα λόγια που ανοίγουν τα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη, αν αυτό που, πάνω απ’ όλα, πραγματικά οι άνθρωποι επιθυμούν, είναι το να γνωρίζουν. Αν, πράγματι, δούμε την αλήθεια σε σχέση με την ετυμολογική της σημασία ως «μη-απόκρυψη» δηλαδή, τότε η υπό συζήτηση αλήθεια δεν έχει να κάνει με τη γνώση, αλλά με τη γνωσιμότητα, το άνοιγμα, που μονάχα ξεκινώντας από εκείνο γίνεται δυνατό κάτι όπως η γνώση. Αν ονομάσουμε «πρόσωπο» αυτό που έχει γίνει φανερό, την αυτο-παρουσίαση και την εμφάνιση οποιουδήποτε πράγματος, τότε η αλήθεια κατοικεί σε αυτό το πρωταρχικό άνοιγμα, έχει να κάνει με τη ννήμη του προσώπου των πραγμάτων και όχι με την αναγωγή τους σε αντικείμενα της γνώσης και της επιστήμης. Και εφόσον αντλούμε ευχαρίστηση και ερωτευόμαστε τις εμφανίσεις και τα πρόσωπα, κάθε γνώση που θέλει να τα βάλει σε δεύτερη μοίρα, με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να συμβάλει στην ευτυχία μας. Αν η τέχνη και η φιλοσοφία συνεχίζουν να μας ενδιαφέρου, είναι γιατί έχουν να κάνουν όχι με τη γνώση, αλλά με τη γνωσιμότητα των πραγμάτων και των ανθρώπων. Μια κουλτούρα όπως αυτή στην οποία ζούμε, που ξεχνά τα πρόσωπα και επιδιώκει τη γνώση με κάθε κόστος, δεν μπορεί παρά να καταλήξει, όπως έχει σήμερα καταστεί προφανές, σε μια τυφλή και καταστροφική κυριαρχία πάνω στον κόσμο μιας επιστήμης, η οποία έχει μεταμορφωθεί στην πλέον μισαλλόδοξη των θρησκειών.
5 Οκτώβρη 2026
Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Στις 3 Οκτώβρη τρέχοντος έτους, παραβρέθηκα στο Μιλάνο, μαζί με την εκλεκτή παρέα της Α., στα τεσσαρακοστά γενέθλια των ιταλικών εκδόσεων Eléuthera. Όμως αυτή τη χρονιά του 2026, γιόρτασα και τα σαράντα χρόνια αφότου πρωτοπήγα σε αυτή την πόλη, στην οποία, έκτοτε, έχω περάσει μερικές από τις πιο όμορφες, αλλά και τις πιο «παράξενες» μέρες της ζωής μου. Πέρα από τη γνωσιμότητα κινηματικών χώρων, εκδόσεων και απίστευτων ανθρώπων, στο Μιλάνο, από μια παράξενη σύμπτωση, βρίσκομαι όταν τελειώνουν κάποιες σημαντικές φάσεις της ζωής μου, προσδοκώντας πάντοτε τον ερχομό των επόμενων. Έτσι και τώρα. Με την Α. την Παρασκευή και μόλις φτάσαμε στην πόλη, περάσαμε από την Transiti 18 και μετά σπεύσαμε στο Cox 18, προκειμένου να γνωρίσει και εκείνη δύο από τους πιο σημαντικούς (και εναπομείναντες) τόπους της μιλανέζικης αυτονομίας από τα χρόνια της δεκαετίας του ’70 του 20ου αιώνα. Την επόμενη μέρα, στο «Scomodo», εκείνη γνώρισε τους ανθρώπους και τα βιβλία των εορταζουσών εκδόσεων, ενώ εγώ ανανέωσα τις επαφές μου με ανθρώπους που είχα γνωρίσει ήδη εδώ και σαράντα χρόνια. Με τον τρόπο πάντοτε που θέτει το ζήτημα παραπάνω ο Αγκάμπεν, σε σχέση με τη διαφορά γνώσης και γνωσιμότητας. Και την τελευταία μέρα, ενώ πίναμε το μεσημεριανό μας ρόφημα στους Τζαρντίνι Πούμπλιτσι, καφέ εγώ τσάι εκείνη, σκέφτηκα ότι όταν χάνουμε κάποιους ανθρώπους από τη ζωή μας, αυτό που μας στεναχωρεί περισσότερο είναι πως δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε νέα όνειρα μαζί, θυμόμαστε μόνο το παρελθόν και επιστρέφουμε στα όνειρα που είχαμε κάνει τότε, τα οποία όμως, τώρα πια, μάλλον δεν έχουν νόημα. Ας είναι. Πάντα θα αγαπώ το Μιλάνο και τους κινηματικούς ανθρώπους του και θα χαίρομαι αφάνταστα όποτε επιστρέφω και τους ξανασυναντώ, ιδίως όταν αυτό συμβαίνει μαζί με άτομα που τόσο πολύ θέλουν να γνωρίσουν αυτόν τον μικρόκοσμο, έστω και μέσα από τα μυωπικά μου μάτια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου