Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2023

Η οργή που σκέφτεται - Giorgio Agamben


Στο εθνικό ρωμαϊκό μουσείο του παλάτσο Αλτέμπς φυλάσσεται ένα μαρμάρινο κεφάλι, που σύμφωνα με την παράδοση παριστάνει μια κοιμώμενη Ειρήνη. Τα μάτια κλειστά, τα τσουλούφια των μαλλιών πεσμένα στο μέτωπο και στα μάγουλα, τα χείλη μισάνοιχτα, το πρόσωπο της Οργής –πρόκειται για μια Οργή, είτε αυτή είναι η Αληκτώ είτε η Μέγαιρα είτε η Τισιφόνη – αναπαύεται ήσυχο σε ένα μαξιλάρι σκοτεινού μάρμαρου, λες και ονειρεύεται. Μια οργή, που αντί να γκρινιάζει και να ουρλιάζει, κουνώντας την κυματιστή της κόμη, κλείνει τα μάτια και ονειρεύεται, αρνούμενη τον ίδιο της τον εαυτό. Όμως είναι ακριβώς το όνειρο ή ο ύπνος μιας οργής αυτό που προσομοιάζει στη σκέψη. Η σκέψη δεν είναι μονάχα στοχασμός, είναι, προπάντων, οργή. Υπάρχει σκέψη, υπάρχει στοχασμός, μονάχα αν προηγουμένως υπάρξει οργή, αν κοιτώντας τη βδελυρότητα των ανθρώπων και του κόσμου το μυαλό, όπως έλεγε ο Μπρούνο, κατερχόμενο «στα πιο ενδόμυχα βάθη… νιώθει να σκίζεται και να σπαράσσεται». Και μόνο αν μέσα στην ηρωική μας οργή καταφέρουμε να κλείσουμε τα μάτια και να ονειρευτούμε, πραγματικά ησυχάζουμε, αποκτώντας ενόραση και θεωρία. Τότε τα όνειρά μας δεν είναι μόνο ονειροφαντασίες με ανοιχτά τα μάτια, που ξέρουμε πως είναι παραπλανητικές και μάταιες, αλλά μια πραγματικότητα την οποία, ακόμη κι αν τα μάτια μας είναι κλειστά, δεν μπορούμε παρά να την πιστέψουμε, αφού έχουμε μπροστά μας την εκδίκηση και το λάθος. Η σκέψη είναι αυτή η ηρεμία της οργής, είναι μια Ειρήνη που ονειρεύεται.

13 Νοέμβρη 2023

 

Υ.γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Στις 25 Νοέμβρη πέθανε ο Γιώργος Μερτίκας. Εκδότης του περιοδικού «Λεβιάθαν», που στη συνέχεια έγινε επιθεώρηση, μαζί με εξαίρετους συνεργάτες και συνεργάτιδες, έκανε γνωστή στην Ελλάδα, με τρόπο άρτιο και συγκροτημένο, τη σκέψη μιας «αιρετικής» αριστεράς, που ακόμη και σήμερα μοιάζει περιθωριακή ή, τουλάχιστον, δεν έχει βρει τη θέση που της αξίζει στους στοχασμούς και τα πεπραγμένα των κινημάτων του κοινωνικού ανταγωνισμού. Και όχι μόνο αυτό. Μέσα από τις σελίδες του περιοδικού, αλλά, στη συνέχεια, μέσα από τις εκδόσεις του ομώνυμου εκδοτικού οίκου και τις ποικίλες μεταφράσεις του Γιώργου για λογαριασμό άλλων σοβαρών εκδοτικών εγχειρημάτων, έκανε γνωστή και τη σκέψη θεωρητικών της δεξιάς, όπως για παράδειγμα αυτή του Καρλ Σμιτ, που αξίζει τον κόπο να διαβάζεται, αφού αν δεν ξέρεις τις σκέψεις του εχθρού δεν μπορείς να τον αντιμετωπίσεις καταλλήλως. Τον θυμάμαι στα μικρά γραφεία του περιοδικού κοντά στην πλατεία Κάνιγγος, να κάνει σελιδοποίηση με το χέρι μπροστά στη μικρή του μονταζιέρα, πάντοτε γελαστός και με ένα τσιγάρο στο χέρι, ή στο σπίτι του, γεμάτο βιβλία, ελληνικά και ξενόγλωσσα, στην οδό Μηθύμνης. Η σχέση μας είχε ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν γίναμε φίλοι και με ένα άλλο εκλιπόν τώρα πια στέλεχος του «Λεβιάθαν», τον Αττίλα Λέξιππο-Ματεριάδη (κατά κόσμο Λεωνίδα Μερκουρέα). Συναντιόμασταν τον τελευταίο καιρό συνήθως στα βιβλιοπωλεία-στέκια της περιοχής των Εξαρχείων, όπως ο «Ναυτίλος» ή το «Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο», με τη σύντροφό του Σοφία να μας έχει βοηθήσει τα μέγιστα όταν χρειαστήκαμε τη βοήθειά της. Θα γραφτούν πολλά για τον Γιώργο, το άξιζε. Ο υπογράφων, θα τον θυμάται πάντοτε με σεβασμό, αγάπη και θαυμασμό. Ένας ακόμη εκείνης της ελάσσονος (δηλαδή αυτής πέραν της κλασικής ΚΚΕ, ΚΚΕ-εσ, μαοϊκοί) ριζοσπαστικής γενιάς της μεταπολίτευσης, που χωρίς τέτοιες φιγούρες, ιδίως στον εκδοτικό χώρο, θα μιλούσαμε μονάχα για Αλτουσέρ, ρετσίνα κι αντάρτικα: Νικόλας Άσιμος, Κατερίνα Γώγου, Παύλος Σιδηρόπουλος, Τζίμης Πανούσης, Νίκος Σπυρόπουλος, Χρήστος Ζυγομαλάς, Άγγελος Μαστοράκης, Νίκος Μπαλής, Χρήστος Κωνσταντινίδης, Σύλβια Παπαδοπούλου, Θέμις Μιχαήλ, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Γιάννης Μπουκετσίδης, Θεόφιλος Βανδώρος, Θεόδωρος Μπασιάκος, Χρήστος Νάσιος, Μάκης Σέρβος, Γιώργος Κολέμπας, Βασίλης Καραπλής, Γιώργος Βλασσόπουλος, Κατερίνα Ιατροπούλου, Λεωνίδας Χρηστάκης, Βλάσης Ρασσιάς, Ηλίας Λάγιος, μακρύς ο κατάλογος και όσο περνάει ο καιρός θα μακραίνει και άλλο.

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

Η σιωπή της Γάζας - Giorgio Agamben


Αυτές τις μέρες, επιστήμονες της School of Plant Sciences του πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, ανακοίνωσαν ότι κατέγραψαν με ειδικά μικρόφωνα ευαίσθητα στους υπερήχους, τις κραυγές πόνου που βγάζουν τα φυτά όταν τα κόβουν ή όταν τους λείπει το νερό. Στην Γάζα δεν υπάρχουν μικρόφωνα.

 

30 Οκτώβρη 2023

 

Υ.γ 1 (του μεταφραστή): Ο αναρχικός «χώρος» της γενιάς μου βίωσε και ωρίμασε με τις σφαγές στη Σάμπρα και Σατίλα, αλλά και με τα κείμενα του Ζαν Ζενέ σχετικά με αυτά τα γεγονότα. Η υποστήριξη στον αγώνα των καταπιεσμένων παντού στη γη είναι ένα απαράβατο και άνευ όρων καθήκον για όσες και όσους εμφορούνται από τις βασικές αξίες της αναρχίας-αντιεξουσίας-αυτονομίας: ελευθερία/ισότητα/αδελφοσύνη/αλληλεγγύη. Σε αυτούς που βάζουν αστερίσκους, είτε πρόκειται για τις απεργίες πείνας (και τον θάνατο) των μαχητών του IRA, είτε για τους αντάρτες πόλης της Νότιας Αμερικής, είτε για τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές στη Ροτζάβα, το μόνο που μπορούμε να πούμε μιλώντας από τη σχετική ασφάλεια των δυτικών μητροπόλεων (εφόσον δεν είσαι «λαθρομετανάστης», Ρομά, αναρχικός, εκμεταλλευόμενη γυναίκα, μέλος της LBGTQ κοινότητας, απείθαρχος δεκαπεντάχρονος) είναι αφουγκραστείτε τον πόνο, γιατί όταν χτυπήσει τη δική σας πόρτα, ίσως να μην υπάρχει κανείς να τον ακούσει και να τον συναισθανθεί.

 

Υ.γ 2 (του μεταφραστή): Το σχέδιο που συνοδεύει το κείμενο είναι του αρχιτέκτονα Αλμπέρτο Μανιάγκι, φτιαγμένο στη φυλακή της Ρεμπίμπια που «φιλοξένησε» για κάμποσα χρόνια μια από τις σημαντικότερες φιγούρες της ιταλικής εργατικής αυτονομίας και ο οποίος έφυγε από αυτόν τον κόσμο στις 21 Σεπτέμβρη 2023.

 

Υ.γ. 3 (του μεταφραστή): Αναζητείστε και δείτε το σύντομο αλλά περιεκτικότατο βίντεο του Michael Hardt για τα τεκταινόμενα στη Γάζα.

 

 


Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

Η κληρονομιά της εποχής μας - Giorgio Agamben



Ο στοχασμός σε σχέση με την ιστορία και την παράδοση που η Χάνα Άρεντ δημοσίευσε το 1964, έχει ως τίτλο, σαφώς όχι τυχαία, Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Επρόκειτο, για την εβραιο-γερμανίδα φιλόσοφο που για μια εικοσιπενταετία είχε βρει καταφύγιο στη Νέα Υόρκη, για τη διερώτηση σχετικά με το κενό που δημιουργήθηκε στην κουλτούρα της Δύσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, δηλαδή για τη ρήξη, τώρα πια ανεπίστρεπτη, της συνέχειας που υπάρχει σε κάθε παράδοση. Γι’ αυτόν τον λόγο η εισαγωγή του βιβλίου ξεκινά με τον αφορισμό του Ρενέ Σαρ, héritage nest précédé daucun testament. Έβαζε, δηλαδή, προς συζήτηση, το κρίσιμο ιστορικό πρόβλημα της πρόσληψης μιας κληρονομιάς η οποία με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να μεταφερθεί.

Περίπου είκοσι χρόνια πριν, ο Ερνστ Μπλοχ, εξόριστος στη Ζυρίχη, δημοσίευσε με τον τίτλο Η κληρονομιά της εποχής μας τις σκέψεις του σχετικά με την κληρονομιά που προσπαθούσε να ανακαλύψει στα υπόγεια και στις αποθήκες μιας αστικής κουλτούρας τώρα πια σε αποσύνθεση («η εποχή μας βρίσκεται σε σήψη και ταυτοχρόνως περνάει ωδίνες τοκετού», ήταν η φράση που άνοιγε την εισαγωγή στο βιβλίο). Είναι δυνατόν μια κληρονομιά απρόσιτη ή ανέγγιχτη, που οι δύο συγγραφείς, ο καθένας με τον τρόπο του, θεωρούσαν κάθε άλλο παρά απαρχαιωμένη και η οποία μπορεί να αναδειχθεί μόνο μέσω μισοκρυμμένων, κακοτράχαλων και σπειροειδών δρόμων, να μας αφορά, και μάλιστα σε τόσο  μεγάλο βαθμό, ώστε ενίοτε μοιάζουμε να το ξεχνάμε. Κι εμείς βιώνουμε ένα κενό και μια ρήξη ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, κι εμείς εντός μιας κουλτούρας που αγωνιά θα πρέπει να αναζητήσουμε αν όχι κάποιες ωδίνες, τουλάχιστον κάτι όπως ένα κομματάκι καλού το οποίο συνεχίζει να επιβιώνει μέσα στην καταστροφή.

Μια προκαταρκτική έρευνα για αυτή την έννοια την άκρως νομική –την κληρονομιά– η οποία, όπως συχνά συμβαίνει στην κουλτούρα μας, εκτείνεται πέραν των γνωστικών της ορίων εμπλέκοντας μέχρι την ίδια τη μοίρα της Δύσης, δεν θα ήταν, ωστόσο, άχρηστη. Όπως οι μελέτες του μεγάλου ιστορικού του δικαίου –του Γιάν Τόμας– έχουν δείξει με σαφήνεια, η λειτουργία της κληρονομιάς είναι να εξασφαλίζει το continuation dominii, δηλαδή τη συνέχεια της ιδιοκτησίας των αγαθών που περνούν από τον πεθαμένο στον ζωντανό. Όλοι οι μηχανισμοί που έχει βρει το δίκαιο προκειμένου να αναπληρώσει το κενό το οποίο υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί με τον θάνατο του ιδιοκτήτη, δεν έχουν άλλο σκοπό από το να εξασφαλίζουν χωρίς διακοπές τη συνέχεια της ιδιοκτησίας.

Τότε, ίσως η κληρονομιά να μην είναι ο κατάλληλος όρος για να σκεφτούμε το πρόβλημα που τόσο η Άρεντ όσο και ο Μπλοχ είχαν στο μυαλό τους. Από τη στιγμή που στην πνευματική παράδοση ενός λαού κάτι όπως η ιδιοκτησία δεν έχει απλώς νόημα, σε αυτό το περιβάλλον η κληρονομιά ως continuation dominii ούτε υπάρχει ούτε μπορεί, με κάποιον τρόπο, να μας ενδιαφέρει. Η σύνδεση με το παρελθόν, η συζήτηση με τους νεκρούς είναι, αντιθέτως, πιθανή, μόνο διαρρηγνύοντας τη συνέχεια της ιδιοκτησίας και είναι στο διάλειμμα ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον, στο οποίο πρέπει αναγκαστικά να τοποθετείται κάθε άτομο. Είμαστε κληρονόμοι του τίποτα και πουθενά δεν έχουμε κληρονόμους, είναι μόνο υπό αυτόν τον όρο που μπορούμε να ξαναπιάσουμε το νήμα της συζήτησης με το παρελθόν και τους νεκρούς. Το καλό, πράγματι, είναι εξ ορισμού αδέσποτο και δεν επιδέχεται οικειοποίησης, και η πεισματώδης προσπάθεια αποθησαύρισης της ιδιοκτησίας της παράδοσης ορίζει εκείνη την εξουσία την οποία αρνούμαστε σε κάθε πλαίσιο, στην πολιτική όπως και στην ποίηση, στη φιλοσοφία όπως και στη θρησκεία, στα σχολεία όπως στους ναούς και τα δικαστήρια.

31 Ιούλη 2023

 

υ.γ. Ι του μεταφραστή: οι καταλήψεις χώρων είτε για λόγους στέγασης είτε για τη δημιουργία αυτοδιευθυνόμενων κοινωνικών χώρων πολιτικής και κουλτούρας (σε κάποιες περιπτώσεις ίσχυσαν και τα δύο) είναι η κληρονομιά που το αναρχικό/αντιεξουσιαστικό/αυτόνομο κίνημα της γενιάς μου (δηλαδή εκείνης που τη δεκαετία του ’80 έβαλε τις βάσεις γι’ αυτό που σήμερα αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιο) θέλησε να αφήσει στις επερχόμενες γενιές, οι οποίες, αυτή την κληρονομιά την τίμησαν δεόντως. Σήμερα, η δεξιά κυριαρχία, με μοχλό το τυπικό σύνταγμα και τις υπέρτερες (σε εξοπλισμό και άνευ όρων χρήση της βίας) αστυνομικές (πραιτωριανού τύπου) δυνάμεις, αυτήν ακριβώς την κληρονομιά θέλει να ξεριζώσει και να αφανίσει. Εναπόκειται σε όλους/ες μας να ακυρώσουμε αυτό το τυπικό σύνταγμα και να επιβάλλουμε το υλικό σύνταγμα της ισότητας, ελευθερίας και αλληλεγγύης. Έργο δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο, όπως δείχνουν προσπάθειες σαν αυτή της κατάληψης «Ζιζάνια», στην οδό Φυλής και Φερών στην Αθήνα, ακριβώς σε έναν χώρο που από το 1991 δίνει μιαν άτυπη σκυτάλη σε διαδοχικά καταληψιακά εγχειρήματα. Και μια επισήμανση: η εικόνα που συνοδεύει τα κείμενα του Τζόρτζο Αγκάμπεν είναι του Γιάκοπο Ρομπούστι ή Τιντορέτο και αφορά την απελευθέρωση ενός σκλάβου από τον Άγιο Μάρκο, προστάτη της Βενετίας.      

 

 

 

Γι’ αυτό που πλησιάζει

 

Ο Καβάφης, ως προοίμιο σε ένα από τα πρώτα ποιήματά του, μετεγγράφει μια φράση του Φιλόστρατου, που λέει: «Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα. Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων. Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται». Οι σοφοί αφήνουν στους θεούς –ή στους ειδικούς– τη πρόβλεψη του μέλλοντος, που είναι πάντοτε μακρινό και υπό κατεργασία, και στους δημοσιογράφους τη γνώση –γενικά πολύ μπερδεμένη– του παρόντος: μόνο αυτό που πλησιάζει, μόνο το επικείμενο τους αφορά και τους αγγίζει.

Η αποφασιστική στιγμή, αυτή που πραγματικά μας ενδιαφέρει και μας συγκινεί, δεν είναι εκείνη κατά την οποία προβλέπουμε ένα μελλοντικό γεγονός, τοποθετημένο σε κάποιο συγκεκριμένο χρονολογικό σημείο, όσο σοβαρό κι αν μπορεί να είναι (ίσως ακόμη και το τέλος του κόσμου, που οι άνθρωποι δεν έχουν πάψει να προαναγγέλλουν και μέχρι να του δίνουν μια συγκεκριμένη ημερομηνία), αλλά, μάλλον, αυτή που  αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι πλησιάζει.

«Η βασιλεία πλησιάζει (ήγγικεν)» αναγγέλλει ο Μπατίστα σχετικά με τον ερχομό του Μεσσία. Το ελληνικό ρήμα εγγίζω προέρχεται από την αρχαία ονομασία του χεριού και δείχνει κάτι που μπορεί να φέρει ένα χέρι, που μπορεί σχεδόν να το αγγίξουμε. Όλα αυτά που μας κινητοποιούν και μας συγκινούν έχουν τη μορφή του πλησιάσματος, αυτού που γίνεται κοντινό.

Η εγγύτητα που εδώ διερευνούμε δεν είναι, όμως, αντικειμενικά μετρήσιμη, δεν είναι απλώς κάτι το οποίο είναι λιγότερο μακρινό μέσα στον χρονολογικό χρόνο. Αν ήταν έτσι, θα επρόκειτο πάντοτε για μια μορφή του μέλλοντος, εκείνου που οι σοφοί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να νιώσουν. Το κοντινό είναι μάλλον κάτι το οποίο έχουμε φέρει κοντά μας, που έχει καταστεί κοντινό. Η σκέψη είναι η ικανότητα να καθιστούμε κάτι κοντινό, το να σκεφτόμαστε κάτι –δεν έχει σημασία αν είναι λίγο ή πολύ μακρινό στον χρόνο– σημαίνει να το καθιστούμε κοντινό, να το πλησιάζουμε. Η εγγύτητα δεν είναι ένα μέτρο του χρόνου, αλλά ο μετασχηματισμός του, δεν έχει να κάνει με τους αιώνες ή με τις ημέρες, αλλά με μια ξενότητα και μια αλλαγή στην εμπειρία της διάρκειας.

Έναν τέτοιο μη υπολογίσιμο και, ωστόσο, πάντοτε προσεχή χρόνο, οι Έλληνες τον διέκριναν από τον χρόνο, τον χρόνο που μπορεί να μετρηθεί και να υπολογιστεί, λέγοντάς τον καιρό, και τον αναπαριστούσαν σαν ένα παιδί που τρέχει έχοντας φτερά στα πόδια του και το οποίο μπορεί να πιαστεί μονάχα από το τσουλούφι που πέφτει στο μέτωπό του. Γι’ αυτό οι Λατίνοι τον έλεγαν occasio, «τη σύντομη ευκαιρία των πραγμάτων· αν αδράξεις την ευκαιρία, την κρατάς, αλλά αν τη χάσεις, ούτε ο Δίας δεν μπορεί να σου την ξαναδώσει»,  Στους φαρισαίους που ζητούν από τον Ιησού «ένα σημάδι από τον ουρανό», αυτός απαντάει θυμωμένος, «είστε ικανοί να κρίνετε τι σημαίνουν τα σημάδια της βροχής ή της νηνεμίας, όμως τα σημάδια του καιρού, των κοντινών χρόνων, δεν μπορείτε να τα δείτε». Και όταν ο Παύλος θέλει να ορίσει τη μεταμόρφωση της μεσσιανικής ζωής, γράφει: «Ο χρόνος, ο καιρός, είναι συντομευμένος, έχει συσταλεί» (το ρήμα που χρησιμοποιεί σκιαγραφεί τόσο την υστέρηση της βούλησης όσο και τη συστολή των μελών ενός ζώου πριν πηδήξει).

Καθώς είναι ακριβώς αυτό για το οποίο, σε τελική ανάλυση, πρόκειται, τόσο στη ζωή όσο και στη σκέψη και στην πολιτική: να ξέρεις να καταλάβεις τα σημάδια αυτού που πλησιάζει, αυτού που δεν είναι πια χρόνος, αλλά τώρα πια μόνο μια ευκαιρία, μια αντίληψη του επείγοντος και της εγγύτητας, που απαιτούν μια αποφασιστική κίνηση ή μια δράση. Η πραγματική πολιτική είναι η σφαίρα αυτής της πρεμούρας και αυτής της ιδιαίτερης εγγύτητας, κι είναι έτσι που πρέπει να βλέπουμε τον πόλεμο στην Ουκρανία ή στο Ναγκόρνο Καραμπάχ: δεν πρόκειται για κάτι που βρίσκεται σε μια λίγο-πολύ μεγάλη απόσταση, αλλά για κάτι που πλησιάζει, που δεν σταματά να είναι κοντινό. Για έναν καιρό, δηλαδή, σύμφωνα με μια ρήση του Ιπποκράτη, «για κάτι στο οποίο υπάρχει λίγος χρόνος, λίγος μετρήσιμος χρόνος»: αλλά είναι ακριβώς αυτό το μικρό κομμάτι χρόνου που πρέπει να είμαστε ικανοί να αδράξουμε.

25 Σεπτέμβρη 2023

 

υ.γ. ΙΙ του μεταφραστή: Ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα άδραξε τον καιρό και τον αξιοποίησε μόνο μία φορά στη μεταπολιτευτική του ιστορία: εκείνον τον Δεκέμβρη του 2008 αλλά και τον Γενάρη του 2009. Τον άδραξε επίσης, αλλά εν μέρει όπως αποδείχτηκε τελικά, το διάστημα των λεγόμενων αντιμνημονιακών αγώνων 2010-2012, με καταληκτική ημερομηνία εκείνη την απίστευτη νύχτα της 12/2/2012. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να συντρίψει σήμερα η δεξιά παλινόρθωση της κυριαρχίας και γι’ αυτό χτυπάει αλύπητα τα μελίσσια του κοινωνικού ανταγωνισμού. Μήπως πρέπει να ξαναφτιαχτούν οι μικρές ορδές της ουτοπίας, που αποτέλεσαν τον προάγγελο και τον φορέα ότι πιο ενδιαφέροντος παρήγαγε ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός από το 1974 μέχρι σήμερα; Ίδωμεν.       

 

Η πολιτική συνείδηση σήμερα

 

Τι καθορίζει σήμερα την πολιτική συνείδηση; Ένα πανούργο πάντρεμα απάρνησης και ελπίδας. Όταν ο Θεός του τον διέταξε να θυσιάσει τον Ισαάκ στο όρος Μορία, ο Αβραάμ απαρνήθηκε χωρίς αντίρρηση τον γιό του και, ωστόσο –τουλάχιστον έτσι υποθέτει ο Κίργκεγκωρ στο Φόβος και Τρόμο – κάπου στην καρδιά του συνέχισε να πιστεύει (η πίστη, ως γνωστόν, δεν είναι παρά μια μορφή ελπίδας) ότι ο Θεός δεν θα έπρεπε να του πάρει τον Ισαάκ, τον οποίο, εν τούτοις, είχε για πάντα απαρνηθεί. Έτσι, στην ακραία συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε, ένα διαυγές μυαλό δεν μπορεί παρά να αφήσει στην άκρη τα προγράμματα, τα σχέδια, μέχρι και την ιδέα για μια πιθανή κοινή πολιτική ευτυχία ανάμεσα στους ανθρώπους και, ωστόσο, την ίδια στιγμή κατά την οποία απαρνείται κάτι τέτοιο, πρέπει να ελπίζει αλάνθαστα σε αυτό που πρέπει να κάνει.

Απάρνηση και ελπίδα, ιδέα και απογοήτευση, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα συγκλίνουν σε ένα μόνο πρόσωπο, διαψευδόμενοι και επαληθευόμενοι αλληλοδιαδόχως. Μόνο μια ελπίδα η οποία, εκκενώνοντας το πεδίο από τις απατηλές βεβαιότητες των δογμάτων και των ιδεολογιών, των εκκλησιών και των κομμάτων, στρέφεται με όλες της τις δυνάμεις σε ότι μόλις δήλωσε αδύνατο, μπορεί να βρει την έξοδο διαφυγής από την πολιορκία των δεδομένων και, χτυπώντας την κυριαρχία στα αδύναμα σημεία της, να πετύχει τελικά το απροσδόκητο. Όπως στην πόλη και στη δημόσια σφαίρα, έτσι και στο λυκόφως της ιδιωτικής ύπαρξης είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει και να ελπίζει μόνο σε εκείνη την ευτυχία την οποία ήξερε να απαρνηθεί.

10 Οκτώβρη 2023

 

 

 

Για τα πλεονεκτήματα που έχει το να μην ακουγόμαστε

 

Ανεπίκαιρος είναι προπάντων εκείνος ο λόγος που απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τον προσλάβει. Όμως είναι ακριβώς αυτό που καθορίζει το εύρος του. Αν ένα βιβλίο που αφορά μόνο τους μυημένους αναγνώστες είναι μικρού ενδιαφέροντος και δεν επιβιώνει πέραν του κοινού στο οποίο απευθύνεται, η αξία ενός έργου αποτιμάται, αντιθέτως, μόνο από την απερισκεψία που προκαλεί σε εκείνους οι οποίοι δεν μπορούν να το αποδεχθούν. Προφητεία είναι το όνομα αυτής της ιδιαίτερης απερισκεψίας, προορισμένης να παραμείνει ανείπωτη και ανέγγιχτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί μια μέρα –προς το παρόν μακρινή– να αναγνωριστεί: ένα έργο μένει ζωντανό μόνο στον βαθμό που υπάρχουν αναγνώστες οι οποίοι δεν μπορούν να το αποδεχτούν. Η αγιοποίηση, που καθιστά υποχρεωτική την αποδοχή του, είναι πράγματι η κατ’ εξοχήν μορφή της εκπτώχευσής του. Μόνο όταν διατηρεί μέσα στον χρόνο ένα μέρος ανεπικαιρότητας, το έργο μπορεί να βρει τους αυθεντικούς του αναγνώστες, δηλαδή εκείνους που οφείλουν να εξαλείψουν την αδιαφορία ή την αποστροφή των άλλων. Η τέχνη της συγγραφής δεν συνίσταται, συνεπώς, μονάχα, όπως έχει υποτεθεί, στην απόκρυψη ή στη μη εκφορά των αληθειών τις οποίες κυρίως περιέχει, όσο, προπάντων, στην ικανότητα επιλογής του κοινού που δεν μπορεί να το προσλάβει. Προκύπτει εξ αυτού ότι μια τέτοια επιλογή δεν είναι προϊόν ενός υπολογισμού ή ενός σχεδίου, αλλά μονάχα μια γλώσσα που δεν συνεισφέρει τίποτα στην επικαιρότητα –δηλαδή στους κανόνες που ορίζουν αυτό που μπορεί να λεχθεί, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λέγεται. Όσο κι αν είναι σαφής και δεδομένος –ή, όπως συχνά συμβαίνει, σκοτεινός και ασαφής–, είναι, σε κάθε περίπτωση, προφητικός εκείνος ο λόγος του οποίου η αποτελεσματικότητα έγκειται ακριβώς στη λειτουργία του να παραμένει μη ακουσθείς.

13 Οκτώβρη 2023

 

Όταν το ψευδές γίνεται αληθές

 

Μου είπαν ότι στο Facebook υπάρχουν ένα ή περισσότερα προφίλ με το όνομα και τη φωτογραφία μου, στα οποία δημοσιεύονται κείμενα, φωτογραφίες και ανταλλάσσονται –αν και δεν ξέρω τι σημαίνει κάτι τέτοιο– φιλίες. Αυτά τα προφίλ είναι ψευδή, κι εγώ δεν είμαι με κανέναν τρόπος υπεύθυνος γι’ αυτά.

Είναι και αυτά, με τον δικό τους τρόπο, μέρος μιας προσπάθειας που γίνεται εδώ και καιρό αλλά έχει επιταχυνθεί άνευ ορίων τα τελευταία τρία χρόνια, να αλλάξει η συνθήκη του αληθούς και του ψευδούς στις ανθρώπινες σχέσεις. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, η αντίθεση μεταξύ ενός συνειδητού σχεδίου και των αποτελεσμάτων του, δείχνει πως όποιος σήμερα πιστεύει ότι θα κυβερνήσει τον κόσμο, δεν ξέρει πλέον τι κάνει. Όπως ήδη έχουμε υποθέσει σε αυτή τη στήλη, αν η αντικατάσταση του αληθούς από το ψευδές γίνεται ολοκληρωτική, όποιος ψεύδεται δεν ξέρει πλέον ότι ψεύδεται και αλήθεια και ψεύδος, καλοπιστία και κακοπιστία μπερδεύονται στο μυαλό του, μέχρι να γίνουν δυσδιάκριτα. Αυτό σημαίνει ότι το ψεύδος ξεφεύγει από τον έλεγχό του και μπορεί να στραφεί, πρωτίστως, ενάντια στον ίδιο, υποχρεώνοντάς τον να δράσει ενάντια στα συμφέροντά του, φτάνοντας τελικά μέχρι την αυτοκαταστροφή του. Δεν είναι σίγουρα εύκολο να καταλάβουμε με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να επικοινωνούν μεταξύ τους άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι πλέον σε θέση να διακρίνουν το ψευδές από το αληθές. Οφείλουμε, ωστόσο, χωρίς να τρέφουμε αυταπάτες, να το προσπαθούμε με επιμονή.

13  Οκτώβρη 2023

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΝΝΑ ΤΣΟΥΛΟΥΦΗ-ΛΑΓΙΟΥ | WOMAN CASE [ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ]

H Θεία ΒΜΧΡΦAΜ συναντά την Wendy OWilliams –– Συνεχίζοντας την αφήγηση – Ένα ρέκβιεμ για δυο γυναίκες που χάθηκαν

 


H θεία ΒΜΧΡΦAΜ βρίσκεται ενώπιον της Εύας, ή την παραμονή της καταστροφής

 

Κεφάλαιο 1ο

Το έργο ξεκίνησε με την προσπάθεια διαχείρισης μιας ανθρώπινης απώλειας… ίσως και πολλών από την άλλη. Ανθρώπων, ζώων, ζωών γενικά. Μέσα στο υπαρξιακό κενό, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Και φυσικά, με μια προσπάθεια να θυμόμαστε. Να θυμόμαστε αυτές κι εκείνους γενικά, που πέρασαν από αυτή τη ζωή και μετά ταξίδεψαν για κάπου αλλού, ένας θεός, ή και μία θεά ξέρει για που. Και το γεγονός είναι ότι οι τέχνες πάντα βοηθούν  εμάς τους ανθρώπους. Και γνωρίζοντας ότι ο ανθρώπινος χρόνος είναι σχετικά λίγος πάνω στον πλανήτη, και δυστυχώς δεν επαναλαμβάνεται, πολλές και πολλοί από εμάς έχουμε την τάση, με νέες πράξεις να προσπαθούμε να «διορθώσουμε» τα κακώς κείμενα του παρελθόντος. Αν όχι να τα «διορθώσουμε», να διεκδικήσουμε από την πραγματικότητα μια ελάχιστη «αποζημίωση» για το κακό που έγινε. «Να μην επαναλάβουμε τα λάθη της προηγούμενης γενιάς, των παλιών γυναικών της μικροαστικής (και όχι μόνο) τάξης, να κάνουμε την εξέγερσή μας». Με μια τέτοια διάθεση λοιπόν έγινε αυτό το «έργο». Αποκατάσταση ενός συναισθήματος, μιας ιδέας και η δική μας συμμετοχή στο αιώνιο και το άφθαρτο. Μια προσπάθεια αλλαγής της αφήγησης δυο ζωών. Φαινομενικά. Διότι αυτό κάνει η τέχνη, δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Από την άλλη όμως επηρεάζει τις συνειδήσεις όσων την γεύονται. Αν είχα λοιπόν έναν κοσμικό ρόλο θα ήθελα να ήμουν «Η Επιδιορθώτρια του Χρόνου και των Πραγμάτων».

 

Και τί μας κάνει να θυμόμαστε (τις πιο πολλές φορές με πόνο), τί ενεργοποιεί την μνήμη, εκτός από ξεθωριασμένες φωτογραφίες; Όσον αφορά τη θεία τα αντικείμενα που έμειναν πίσω. Η θεία έφυγε από τη ζωή, αλλά η τσάντα της με τα γυαλιά της το σουτιέν της και τη στέκα της έμειναν εκεί να την περιμένουν να τα ξαναβάλει. Το ίδιο και τα 50 ζευγάρια υποδήματα, γοβάκια και παντοφλάκια… καθώς και οι ηλεκτρικές συσκευές που την βοηθούσαν να έχει ένα «καλύτερο βιοτικό επίπεδο»…

 

Κεφάλαιο 2ο…

Ακόμα κι αν την κάνουμε, ή την κάναμε την εξέγερσή μας, η βιολογία δεν μας αφήνει να αλλάξουμε και πολύ τη φάση μας όταν αρχίσουμε να γινόμαστε «θείτσες». Φυσικά και αναφέρομαι σε στερεότυπα μια πατριαρχικής, συντηρητικής και σχολαστικής κοινωνίας. Μήπως και ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού; Αναρωτιέμαι συνεχώς! Ακόμη λοιπόν κι αν περάσουμε, ή περνάμε την φάση της «Θείας» και γίνουμε κάποια στιγμή η θεία Β, η θεία Χ, η θεία Α, η θεία Μ και ούτω καθ’ εξής, ακόμη και τότε, ωραία θα είναι να έχουμε αγαπήσει τη φύση μας. Η φύση μας είναι ζωντανή! Είναι ακόμα επιθυμητική, λιβιδινική, σωματική, ζωντανή. Άσχετα αν το είθισται «θάβει» τις θείτσες μέσα στην εστία ενός λιγότερο, ή περισσότερο μικροαστικού «Κουκλόσπιτου».

 

Γι αυτό λοιπόν γίνεται αυτό εδώ τώρα! Και ο νοών νοείτω!

 

Κεφάλαιο 3ο

Ποια ήταν η Wendy Ο’ Williams; Ετούτη η γυναίκα έβαλε σαν στόχο της ζωής της την έκφραση της διαμαρτυρίας με τα τραγούδια της πάνω στη σκηνή, ως frontwoman στο trash-punk-metal συγκρότημα The Plasmatics. Κι αυτή επίσης παράτησε οικογένεια, σχολείο και παράδοση για μια ελεύθερη ζωή, ταξιδεύοντας και διακινδυνεύοντας, και αντίθετα με την πρώτη, άφησε πίσω της μια υπόκωφη εξεγερσιακή παρακαταθήκη για τις /τους επόμενες/ους. Αλλά πήρε πολλά ρίσκα, και πολλές φορές έγινε «Η jester που κάνει τον βασιλιά να γελά» (*Ως σύντροφος του Rod Swenson, σε αντιστοιχία με τον «τρελό», ή τον γελωτοποιό του Βασιλιά Ληρ). Πάντως σίγουρα «ξεντροπιάστηκε».

 

Κεφάλαιο 4ο

Τι κοινό μπορεί να έχει, λοιπόν, η Θεία ΒΜΧΡΦAΜ με την Wendy Ο’ Williams; Δύο σίγουρα: είναι και οι δύο νεκρές γυναίκες που απεχθάνονταν πολλά στον περίγυρό τους, μα αγαπούσαν και φρόντιζαν πολύ τους δικούς τους ανθρώπους ή/και τα ζώα, τον πλανήτη. Και σίγουρα δεν έζησαν όλη τους τη ζωή περιμένοντας τον θάνατο. Αλλά και οι δύο έζησαν σε μια κατάσταση αναμονής προς μιαν άλλη επίγεια ζωή, και ενώ η καθεμιά την αναζήτησε με τον δικό της μοναδικό τρόπο, μάλλον δεν την βρήκαν. Δεν εξέλιξαν όπως θα ήθελαν την προσωπική τους αφήγηση. Η Θεία ΒΜΧΡΦAΜ δεν το έκανε σίγουρα, αν και κάποια στιγμή προσπάθησε να το σκάσει από την παραδοσιακή οικογένεια, έως τη στιγμή που την γύρισαν με το ζόρι πίσω… Και μετά τί; Έζησε μια ωραία ήρεμη ζωή... Παρέμεινε κλεισμένη μέσα στην θαλπωρή της κουζίνας του «κουκλόσπιτού» της, απόλυτα εξαρτημένη από ένα απόντα-παρόντα σύζυγο και παιδιά, χωρίς προσωπικό εισόδημα, με πολύ ασθενές σώμα, ελπίζοντας όλη της την ζωή ότι θα την άλλαζε, ότι θα κατάφερνε να χειραφετηθεί, ώσπου έσβησε αργά, όχι πολύ μεγάλη. Ενώ, η Wendy έκανε ακριβώς το αντίθετο, απόλυτα απελευθερωμένη και χειραφετημένη αλλά και τελείως «τρελαμένη», μια αμερικάνα πανκ-μέταλ-ρόκερ περσόνα, της δεκαετίας των 80ς-90ς. Έκανε απολύτως ότι μπορούσε για να σπάσει τα στερεοτυπικά ταμπού που «σκότωσαν» και σκοτώνουν καθημερινά την Γυναίκα και την γυναικεία φύση, ακόμη και αυτήν την στιγμή, μέχρι το σημείο που δεν άντεξε την απλή καθημερινή ζωή και βρήκε σωστό, στα 48 της, να βάλει μια σακούλα στο κεφάλι της, και ταΐζοντας σκιουράκια στο κοντινό της δάσος, να τινάξει τα μυαλά της μ’ ένα όπλο.

 

Μπορούμε να βρούμε όλες τις αντιδιαμετρικές διαφορές μεταξύ τους. Σίγουρα, όμως, παραμένουν δύο νεκρές γυναίκες. Τί θα συνέβαινε αν αυτές οι δύο περνούσαν χρόνο μαζί; Ποια θα ήταν η στιχομυθία τους;

 

Κεφάλαιο 5ο

Η δράση που σχεδίασα για το project Woman Case είναι ένα «αφελές» εικαστικό σκηνοθέτημα. Είναι μια επιτελεστική πράξη πάνω σε έναν φανταστικό διάλογο, ανάμεσα σε δύο νεκρές γυναίκες. Ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά, φτιάχνοντας έναν μεταβατικό χώρο «λεκτικού παιχνιδιού» και αντικειμένων, μια χωρική και ηχητική εγκατάσταση. Ίσως ένα καθαρτήριο; Αναζητώντας το εδώ-και-τώρα, ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο, στο μέσα και στο έξω, στο φαινόμενο και στο γίγνεσθαι, το έργο αυτό έρχεται να επανενεργοποιήσει, να φωτίσει και

ίσως να αλλάξει την αφήγηση της ζωής αυτών των δυο νεκρών γυναικών (ή/και όσων γυναικών μπορέσουν να αλλάξουν σημείο εστίασης). Όλα αυτά γίνονται μέσα από τον λόγο των δύο γυναικών, εκείνον που άφησαν και δεν άφησαν, αλλά κι εκείνο το λόγο που φανταζόμαστε ότι θα μπορούσαν, και μπορούν να έχουν στην φανταστική μου ιστορία.

 

Αυτός ο διάλογος, ίσως μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποια κομβικά τραύματα που οδηγούν τον γυναικείο πληθυσμό εδώ και τόσους αιώνες στη δυστυχία της καταπίεσης, της απαξίωσης και της λησμονιάς της πραγματικής άγριας φύσης του ανθρώπου. Η ντροπή, τα ταμπού, ο διαχωρισμός, το δέντρο της γνώσης, το πέπλο της παρθενίας, το τραύμα, και πολλά άλλα.

 

Κεφάλαιο 6ο

Όλο το εγχείρημα αναδεικνύει αντιθέσεις. Μέσα από αυτό δεν θέλησα, προφανώς, να κατασκευάσω απλώς ένα καλλιτεχνικό έργο πάνω στην γυναικεία γραφή, αλλά και να αποδείξω ότι μέσα από το ίδιο το έργο δημιουργείται ένας μεταβατικός χώρος, ένα πέρασμα. Ένα πέρασμα από το μέσα στο έξω, από το ιδιωτικό στο δημόσιο, από την απόλυτη ησυχία της γυναίκας που στοχάζεται, στη φασαρία του κόσμου, στη δράση της γυναίκας που αναλαμβάνει. Ένα πέρασμα που οδηγεί από την υποταγμένη και δέσμια ζωή που δεν έχει ομολογηθεί σε κανένα, στην ώθηση για εξέγερση και για απελευθέρωση. Μια καθημερινή γυναίκα που με το ζόρι έβγαλε το σχολείο και που δεν άφησε πίσω της καμιά απόδειξη σκέψης, έρχεται σε διάλογο με μια γυναίκα-δαίμονα. Και οι δύο γυναίκες ήταν χαμογελαστές μέδουσες, δύο μητιοέσσες*(γεμάτες με το πνεύμα της πρακτικής γνώσης), μέδουσες που μας χαμογελάν εδώ με σημασία, δείχνοντας μας τους κυνόδοντές τους μέσα από τον λόγο τους. Εδώ η αναλογία μεταξύ τους είναι προφανής. Και το παράδειγμά τους επίσης. Η πραγματική γραφή τους βέβαια είτε δεν υπάρχει, είτε είναι απλοϊκή. Με έναυσμα την Hélène Cixous, έρχομαι να «δανειστώ» τα πραγματικά ίχνη των δύο γυναικών και να φτιάξω ένα δικό μου φανταστικό «τεκμήριο-διάλογο» που διαδραματίζεται μεταξύ τους, φτιάχνοντας κ αυτόν τον μεταβατικό χώρο-καθαρτήριο, στον υπόγειο χώρο της έκθεσης. Εκεί μέσα προσπαθούμε να «ξεπλύνουμε τους φόβους, θα διακρίνουμε τις μορφές από το σκιώδες ημίφως και θα τις φωτίσουμε με φως ηλεκτρικό». Θα δούμε τι ήθελαν τελικά να πουν και να κάνουν. Η Wendy λέει: είναι η ζωή μου και θα κάνω αυτό που μ’ ευχαριστεί, και δεν σας πέφτει λόγος! Θα γκρεμίσω το μικροαστικό σπίτι, θα σπάσω τη TV με μια βαριοπούλα, θα βάλω εκρηκτικά στο αυτοκίνητο… θα μας απελευθερώσω από αυτήν την εικόνα που μας έχουν εγκλωβίσει.* (Πράξεις που διαδραματίστηκαν στις ζωντανές της παραστάσεις και στα βιντεοκλίπ της.)

 

-Θεία ΒΧΡΜΦΑΜ: Wendy οι στίχοι σου είναι πολύ απλοϊκοί και λίγο «trashy»…

-Wendy: Θεία ΒΧΡΜΦΑΜ, όλη σου η ζωή είναι σίγουρα πολύ πιο απλοϊκή από τη δική μου. Αγριεύω! [Im going wild]* (τίτλος μουσικού κομματιού)

-Θεία ΒΧΡΜΦΑΜ: Καταστρέφει το σπίτι…*(σκηνή από βιντεοκλίπ των Plasmatics)

-Wendy: Wendy O’ Rules! Posers fuck off! Butcher Baby they're Gonna Put You Away! *(τίτλος μουσικού κομματιού)



Για τη δράση χρησιμοποίησα: φωτογραφικό και βιντεοσκοπημένο αρχειακό υλικό, καθώς και στίχους από τραγούδια και συνεντεύξεις της
Wendy OWilliams (Chainshows, Shotguns and RocknRoll), αποσπάσματα από τα κείμενα της Hélène Cixous (Το γέλιο της Μέδουσσας) και της Toni Morisson (βιβλίο Η διεκδίκηση της Barbie, συνέντευξη στην Anne Koennen 1980); κομμάτια από ηλεκτρικές συσκευές (τηλεόραση, ποδόλουτρο για πεντικιούρ, ηλεκτρική βούρτσα για μπούκλες, ηλ. Σκούπα, μασαζομηχανή), καθρέπτη, γυναικείες τσάντες, 50 ζευγάρια υποδήματα, κούκλα θεάτρου σε φυσικό μέγεθος, γυναικεία ρούχα, 10 κιλά αλάτι (για την συντήρηση), 6 αυγά βραστά (για την αναπαραγωγή του όφεως), κ.άλ.

Βιβλιογραφία: Το γέλιο της Μέδουσσας, της Hélène Cixous, εκδόσεις Τοποβόρος / Η Διεκδίκηση της Barbie-Δοκίμια για Γυναικεία Γραφή, συλλογικό, σε επιμέλεια Χριστιάνας Λαμπρινίδη, εκδόσεις Κοχλίας / Η λευκή Θεά, του Robert Graves, εκδόσεις Κάκτος / Οι Πηγές του Νείλου, έρευνα για την καταγωγή της πατριαρχίας, της Rossella Di Leo, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα / Women in Rock, συλλογικό, σε επιμέλεια Barbara ODair, εκδόσεις Οξύ.

Σύνδεσμοι: https://plasmatics-com.3dcartstores.com/  https://en.wikipedia.org/wiki/Plasmatics / https://open.spotify.com/artist/4kf4d3tN0MZGpEP6BacY8j / https://www.discogs.com/artist/294222-Plasmatics-2 / https://underground-england.com/the-plasmatic/


Παραλειπόμενες σημειώσεις:

Η Μενεστρέλα (αοιδός, ή ραψωδός), η γραφή, η αρχή της αφήγησης, το γέλιο, το τέρας, η ντροπή, η Νιόβη, ο διαχωρισμός, το δέντρο της γνώσης, το πέπλο, τα ταμπού, οι απαγορεύσεις, η φιδίσια γυναίκα. Ο κώδικας ευγένειας, η επιδιόρθωση των υποκειμένων από αντικείμενα μετάβασης σε υποκείμενα, η κούκλα.

Αφήγηση-Απόγνωση-Μοναξιά / Συντήρηση-Παλιές δομές / Το κουκλόσπιτο

Τοτέμ από συσκευές / Περιήγηση σε γνωστά μέρη που αλλάζουν / Η Κυνηγός

Playlist με μουσικά κομμάτια που αλλάζουν / Το σερνόμενο πτώμα

Αξιακό δέντρο, ή δίπολο; Αρρενωπότητα-θηλύκοτητα γυναικεία γραφή-ανδρική γραφή, ντροπή=κάλυψη-αποκάλυψη, ξεντόπιασμα-θάρρος απόκτησης σταθερής θέσης στον τόπο-νεφέλωμα.

Παρθένος=προστασία / Παιδί=ασπίδα=τρόμος / Αθηνά+Τυφώνας / Wendy O’ Williams

Η έλλειψη ενσυναισθητικής πολιτικής «τυφλώνει». Η ενσυναισθητική αναγνώριση της αντίθεσης, μας βάζει στην θέση να την ονοματίσουμε. Μια προφορική εκφορά αναγνώρισης αυτής της αντίθεσης, έχει ως λόγο την πραγματολογική ακριβή θέση του υποκειμένου που την ονοματίζει. Η θέση αυτή βρίσκεται σ’ έναν κοινωνικό και συνάμα ιδιωτικό, μη φαντασιακό τόπο. Εκεί δηλαδή που μπορεί κάποια να δει από τα ψηλά της σπείρας, να εποπτεύσει την θέση της σε σχέση με τον τόπο εξέλιξης των δρώμενων της ζωής. Από εκεί ψηλά μπορούμε να διακρίνουμε τις εμπλεκόμενες μορφές που σχηματίζονται στο νου του υποκειμένου. Η εκφορά του λόγου που έχει πια σηματοδοτηθεί στην κοιλιά, βγαίνει από το διάφραγμα δυνατά!  

Το έργο "H Θεία ΒΜΧΡΦAΜ συναντά την Wendy O’ Williams –– Συνεχίζοντας την αφήγηση – Ένα ρέκβιεμ για δυο γυναίκες που χάθηκαν - H θεία ΒΜΧΡΦAΜ βρίσκεται ενώπιον της Εύας, ή την παραμονή της καταστροφής", είναι συγχρόνως, ένα εικαστικά σκηνοθετημένο αφήγημα, μια παραστατική δράση, ή και μια επιτελεστική διάλεξη, η οποία εμπεριέχει χωρική και ηχητική εγκατάσταση, αντικείμενα, κείμενα και στίχους, μουσική και αρχειακό υλικό, μετά από εικαστική έρευνα. Παρουσιάστηκε στις 26 Ιουνίου στον χώρο της ΑΣΚΤ, Circuits and Currents, στα Εξάρχεια στην Αθήνα, ανάμεσα σε 10 ακόμη τέτοιες δράσεις, μέσα στο πλαίσιο της έκθεσης/συμβάντος/εργαστηρίου Woman Case, σε διοργάνωση και επιμέλεια της Ελένης Τζιρτζιλάκη.

Υ.γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Η μητέρα μου, Αγγελική Μακαρόνα-Καλαμαρά έφυγε από αυτόν τον κόσμο στις 7/7/2017 σε ηλικία 90 ετών. Στην πάντοτε ζωντανή ανάμνησή της συμβάλει, με τις ιδιαιτερότητες αλλά και κάποια κοινά που έχουν τα αναφερόμενα πρόσωπα με τη μαμά μου, το παραπάνω έργο της Άννας Τσουλούφη-Λάγιου, η οποία και μόνο που μου δώρισε τον Ερρίκο αξίζει την αιώνια ευγνωμοσύνη μου.