Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

Για το δικαίωμα της αντίστασης - Giorgio Agamben


Θα προσπαθήσω να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις για την αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο. Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι ένα δικαίωμα της αντίστασης υπήρχε ήδη στον αρχαίο κόσμο, που είχε μια παράδοση επαίνου της τυραννοκτονίας. Ο Θωμάς Ακινάτης είχε συνοψίσει τη θέση της σχολαστικής θεολογίας στην αρχή σύμφωνα με την οποία το τυραννικό καθεστώς, στον βαθμό που αντικαθιστά το κοινό καλό με ένα μερικό συμφέρον, δεν μπορεί να είναι iustum. Η αντίσταση –ο Θωμάς την ονομάζει perturbation– ενάντια σε αυτό το καθεστώς, δεν είναι, έτσι, μια seditio.

Από αυτό προκύπτει ότι η υπάρχει αναγκαστικά μια κάποια αμφισημία όσον αφορά τον χαρακτηρισμό ενός συγκεκριμένου καθεστώτος ως τυραννικού, όπως δείχνουν άλλωστε και οι παρατηρήσεις του Μπάρτολο, ο οποίος στο κείμενό του Trattato sul guelfi e I ghibellini, ναι μεν διακρίνει έναν τύραννο ex defectu tituli από έναν τύραννο ex parte exercitii, όμως αντιμετωπίζει δυσκολία στο να διακριβώσει μια iusta causa resistendi.

Αυτή η αμφισημία επανεμφανίζεται στις συζητήσεις του 1947 όσον αφορά τη συμπερίληψη του δικαιώματος της αντίστασης στο ιταλικό σύνταγμα. Ο Ντοσέτι είχε προτείνει, όπως ξέρετε, ότι στο κείμενο θα υπήρχε ένα άρθρο που θα έλεγε: «Η ατομική και συλλογική αντίσταση απέναντι σε ενέργειες της δημόσιας εξουσίας οι οποίες παραβιάζουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τα δικαιώματα που εγγυάται αυτό το σύνταγμα, είναι δικαίωμα και υποχρέωση των πολιτών».

Το άρθρο, που υποστηρίχθηκε και από τον Άλντο Μόρο, δεν εισήχθη και ο Μεούτσο Ρουίνι, που προήδρευε στη λεγόμενη Επιτροπή των 75 (που έπρεπε να ετοιμάσει το τελικό κείμενο του συντάγματος) και ο οποίος, μερικά χρόνια μετά, ως πρόεδρος της Γερουσίας, θα γίνει γνωστός για τον τρόπο με τον οποίο εμπόδισε την κοινοβουλευτική συζήτηση σε σχέση με τον λεγόμενο νόμο-απάτη, προτίμησε να παραπέμψει την τελική απόφαση σε ψηφοφορία στην ολομέλεια της συνέλευσης, γνωρίζοντας ότι η απόφαση της τελευταίας θα ήταν αρνητική.

Ωστόσο, δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι οι δισταγμοί και οι αντιρρήσεις των νομικών –ανάμεσά τους και του Κοσταντίνο Μορτάτι– δεν φείδονταν επιχειρημάτων, καθώς επεσήμαναν ότι δεν μπορεί να ρυθμιστεί νομικά η σχέση μεταξύ θετικού δικαίου και επανάστασης. Είναι ένα πρόβλημα το οποίο, αναφορικά με τη φιγούρα του αντάρτη, αναδεικνύεται εξαιρετικά σημαντικό στη νεωτερικότητα και που ο Σμιτ όριζε ως πρόβλημα «ρύθμισης του αρρύθμιστου». Είναι περίεργο που οι νομικοί μιλούν για μια σχέση μεταξύ θετικού δικαίου και «επανάστασης»: μου φαίνεται ότι θα ήταν πιο κατάλληλο να μιλούν για μια σχέση μεταξύ θετικού δικαίου και «εμφυλίου πολέμου». Πώς ανιχνεύουμε, πράγματι, το όριο μεταξύ δικαιώματος της αντίστασης και εμφυλίου πολέμου; Δεν είναι ίσως ο εμφύλιος πόλεμος η αναπόφευκτη έκβαση ενός δικαιώματος της αντίστασης, αναληφθέν στα σοβαρά;

Αυτό που θέλω να σας προτείνω σήμερα, είναι πως αυτός ο τρόπος να τίθεται το πρόβλημα της αντίστασης αφήνει να διαφεύγει το ουσιώδες, δηλαδή, εκείνη τη ριζική αλλαγή που αφορά την ίδια τη φύση του σύγχρονου κράτους –δηλαδή, για να συνεννοούμαστε, της μεταναπολεοντικής συνθήκης. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντίσταση αν δεν σκεφτούμε προηγουμένως αυτόν τον μετασχηματισμό.

Το ευρωπαϊκό δημόσιο δίκαιο είναι ουσιαστικά είναι δίκαιο του πολέμου. Το σύγχρονο κράτος ορίζεται όχι μόνο γενικά, μέσω του μονοπωλίου της βίας, αλλά και συγκεκριμένα, μέσω του μονοπωλίου του jus belli. Αυτό το δίκαιο, το κράτος δεν μπορεί να το απαρνηθεί, ακόμη και με το τίμημα, όπως βλέπουμε σήμερα, της επινόησης νέων μορφών πολέμου.

Το jus belli  δεν αφορά μόνο το δικαίωμα κήρυξης και διεξαγωγής πολέμου, αλλά και αφορά και τη νομική ρύθμιση του πολέμου. Προβαίνει, έτσι, στη διάκριση μεταξύ συνθήκης πολέμου και συνθήκη ειρήνης, μεταξύ δημόσιου εχθρού και εγκληματία, μεταξύ άμαχου πληθυσμού και μάχιμου στρατού, μεταξύ στρατιώτη και αντάρτη.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι τώρα πια αυτά ακριβώς τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του jus belli έχουν εδώ και καιρό ξεθωριάσει και η υπόθεσή μου είναι ακριβώς ότι κάτι τέτοιο συνεπάγεται μια άλλο τόσο ουσιαστική αλλαγή της φύσης του κράτους.

Ήδη κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, η διάκριση μεταξύ άμαχου πληθυσμού και μάχιμου στρατού προοδευτικά εξαλείφθηκε.

Ένα σημάδι αυτής της κατάστασης αποτέλεσε το γεγονός ότι η σύμβαση της Γενεύης του 1949 αναγνωρίζει ένα νομικό καθεστώς στον πληθυσμό που συμμετέχει στον πόλεμο χωρίς να ανήκει στον τακτικό στρατό, με την προϋπόθεση όμως, ότι θα μπορούσε να διακριβωθεί σε αυτόν η ύπαρξη αξιωματικών, μια φανερή παρουσία όπλων και κάποιο άλλο ορατό σημάδι.

Για μια ακόμη φορά, αυτές οι διατάξεις δεν με ενδιαφέρουν επειδή οδηγούν σε μια αναγνώριση του δικαιώματος της αντίστασης –το οποίο, άλλωστε, όπως είδατε, θα είναι πολύ περιορισμένο: ένας αντάρτης που επιδεικνύει τα όπλα του δεν είναι ένας αντάρτης, είναι ένας αναίσθητος αντάρτης– αλλά γιατί συνεπάγονται έναν μετασχηματισμό του ίδιου του κράτους ως φορέα του jus belli.

Όπως είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε, το κράτος, από μια αυστηρά νομική οπτική γωνία, έχει περάσει πλέον σταθερά στην κατάσταση εξαίρεσης, μην καταργώντας το ius bell αλλά χάνοντας ipso facto τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ κανονικού πολέμου και εμφυλίου πολέμου. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κράτος που διεξάγει ένα είδος πλανητικού εμφυλίου πολέμου, τον οποίο με τίποτα δεν μπορεί να αναγνωρίσει ως τέτοιον.

Αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος αναφέρονται σαν πράξεις τρομοκρατίας και θα ήταν καλό εδώ να θυμηθούμε ότι η πρώτη εμφάνιση της τρομοκρατίας μεταπολεμικά ήταν έργο ενός στρατηγού του γαλλικού στρατού, του Ραούλ Σαλάν, γενικού διοικητή των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων στην Αλγερία, ο οποίος το 1961 έφτιαξε τον OAS, που σημαίνει Οργάνωση Μυστικός Στρατός. Σκεφτείτε τη διατύπωση «Μυστικός στρατός»: ο τακτικός στρατός γίνεται άτακτος, ο στρατιώτης συγχέεται με τον τρομοκράτη.

Μου φαίνεται σαφές ότι μπροστά σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούμε να μιλάμε για «δικαίωμα της αντίστασης», εντέλει κωδικοποιημένο στο σύνταγμα ή εκπορευόμενο από αυτό. Τουλάχιστον για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν μπορεί να ρυθμιστεί, όπως, αντιθέτως, το κράτος από την πλευρά του προσπαθεί να κάνει μέσω μιας απροσδιόριστης σειράς διαταγμάτων, που έχουν αλλάξει από την κορυφή έως τα νύχια την αρχή της σταθερότητας του νόμου. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κράτος που διεξάγει και προσπαθεί να κωδικοποιήσει μια μεταμφιεσμένη μορφή εμφυλίου πολέμου.

Ο δεύτερος, που συνιστά για μένα μια αδιαπραγμάτευτη θέση, είναι ότι στις παρούσες συνθήκες η αντίσταση δεν μπορεί να είναι μια διαχωρισμένη δραστηριότητα: αυτή δεν μπορεί να γίνει παρά μια μορφή της ζωής.

Θα υπάρχει στ’ αλήθεια αντίσταση μόνο όταν και εφόσον ξέρει ο καθένας να αναλαμβάνει, βάσει αυτής της θέσης, τις συνέπειες που του αναλογούν.

 

2 Ιούνη 2022

 

Άρθρο αλιευθέν από τη στήλη που διατηρεί ο Τζόρτζο Αγκάμπεν στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

Κατάσταση εξαίρεσης και εμφύλιος πόλεμος - Giorgio Agamben



Σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε μερικά χρόνια πριν, Στάσις. Ο εμφύλιος πόλεμος ως πολιτικό παράδειγμα [στα ελληνικά εκδόσεις Κουκκίδα], προσπάθησα να δείξω το γεγονός ότι στην κλασική Ελλάδα η πιθανότητα –υπογραμμίζω τη λέξη «πιθανότητα»– του εμφυλίου πολέμου, λειτουργούσε ως ένα κατώφλι πολιτικοποίησης μεταξύ οίκου και πόλεως, χωρίς το οποίο η πολιτική ζωή θα ήταν αδιανόητη. Χωρίς τη στάση, τον ξεσηκωμό των πολιτών με την πιο ακραία μορφή διαφωνίας, η πόλις δεν είναι πλέον τέτοια. Αυτός ο συντακτικός δεσμός μεταξύ στάσεως και πολιτικής ήταν σε τέτοιο βαθμό αδιαπραγμάτευτος, ώστε ακόμη και ο στοχαστής που θεωρείται ότι θεμελίωσε την ιδέα του περί πολιτικής μέσω του αποκλεισμού του εμφυλίου πολέμου, δηλαδή ο Χομπς, τον άφησε, αντιθέτως, μέχρι το τέλος εν δυνάμει πιθανό.

Έτσι, η υπόθεση που θα ήθελα να προτείνω, είναι πως αν έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση απόλυτης αποπολιτικοποίησης σαν κι αυτή που βρισκόμαστε σήμερα, αυτό οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η ίδια η πιθανότητα της στάσεως τις τελευταίες δεκαετίες, προοδευτικά και ολοκληρωτικά, αποκλείστηκε από την πολιτική σκέψη, ακόμη και μέσω της δόλιας ταύτισής της με την τρομοκρατία. Μια κοινωνία στην οποία η πιθανότητα του εμφυλίου πολέμου, δηλαδή της ακραίας μορφής διαφωνίας, αποκλείεται, είναι μια κοινωνία που δεν μπορεί παρά να διολισθαίνει στον ολοκληρωτισμό. Αποκαλούμε ολοκληρωτική μια σκέψη που δεν διαβλέπει την πιθανότητα να αντιπαρατεθεί με την ακραία μορφή διαφωνίας, μια σκέψη, δηλαδή, που δέχεται μόνο την πιθανότητα συναίνεσης. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ακριβώς μέσω της συγκρότησης της συναίνεσης σαν μοναδικού κριτηρίου της πολιτικής οι δημοκρατίες, όπως διδάσκει η ιστορία, πέφτουν στον ολοκληρωτισμό.

Όπως συμβαίνει συχνά, αυτό που απομακρύνεται από τη συνείδηση, επανεμφανίζεται με μορφές παθολογικές, κι αυτό που συμβαίνει σήμερα γύρω μας είναι ότι η λήθη και η αβλεψία, σε σχέση με τη στάση, συμβαδίζουν, όπως έχει παρατηρήσει και ο Roman Schnur σε μία από τις λίγες σοβαρές μελέτες αναφορικά με αυτό το ζήτημα, προωθώντας ένα είδος παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου. Δεν πρόκειται μονάχα για το γεγονός, αν και δεν πρέπει να το παραβλέψουμε, ότι οι πόλεμοι, όπως νομικοί και πολιτειολόγοι έχουν ήδη από καιρό επισημάνει, δεν κηρύσσονται τυπικά και, μεταμορφωμένοι σε επιχειρήσεις της αστυνομίας, αποκτούν χαρακτηριστικά που συνήθως αποδίδονται στους εμφύλιους πολέμους. Αυτό που είναι κρίσιμο σήμερα είναι το γεγονός ότι ο εμφύλιος πόλεμος, φτιάχνοντας ένα σύστημα με την κατάσταση εξαίρεσης, μεταμορφώνεται όπως η δεύτερη, σε ένα εργαλείο της κυβέρνησης.

Αν αναλυθούν τα διατάγματα και οι μηχανισμοί που ενεργοποίησαν οι κυβερνήσεις τα τελευταία δύο χρόνια, γίνεται σαφές ότι αυτά στρέφονται στη διαίρεση των ανθρώπων σε δύο αντιτιθέμενες ομάδες, ανάμεσα στις οποίες παγιώνεται ένα είδος ανεξάλειπτης σύγκρουσης. Μολυσμένοι και υγιείς, εμβολιασμένοι και μη εμβολιασμένοι, εφοδιασμένοι με greenpass και μη εφοδιασμένοι με greenpass, ενσωματωμένοι στην κοινωνική ζωή ή αποκλεισμένοι από αυτή: σε κάθε περίπτωση, η ενότητα μεταξύ των πολιτών, όπως συμβαίνει σε έναν εμφύλιο πόλεμο, εξασθενίζει. Αυτό, δηλαδή, που συνέβη μπροστά στα μάτια μας χωρίς να το καταλάβουμε, είναι το γεγονός ότι οι δύο μορφές-όρια του δικαίου και της πολιτικής, χρησιμοποιήθηκαν ανενδοίαστα σαν κανονικές μορφές κυβέρνησης. Και ενώ στην κλασική Ελλάδα, η στάσις, εφόσον σηματοδοτούσε μια διακοπή της πολιτικής ζωής, δεν μπορούσε για κανέναν λόγο να κρυφτεί και να μεταμορφωθεί σε κανόνα, αυτή, γίνεται σήμερα, όπως η κατάσταση εξαίρεσης, το κατ’ εξοχήν παράδειγμα της κυβέρνησης των ανθρώπων.

 

9/4/2022

 

Κείμενο αλιευθέν από τη στήλη που διατηρεί ο Τζόρτζο Αγκάμπεν στον δικτυακό τόπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet.            


Τρίτη 17 Μαΐου 2022

Προσοχή! Προβοκάτορας

Από δημοσίευμα στο left.gr στις 11/5/2022

Ελεύθεροι οι δύο συλληφθέντες μετά τα επεισόδια ωμής αστυνομικής βίας στο ΑΠΘ



Ελεύθεροι αφέθηκαν οι δύο συλληφθέντες για τα χθεσινά επεισόδια στο ΑΠΘ, όπου τα ΜΑΤ επιτέθηκαν σε φοιτητές και φοιτήτριες, καθώς οι υποθέσεις τους στα αυτόφωρα αναβλήθηκαν και ήρθη η κράτησή τους.

Ο 24χρονος, που είχε προσαχθεί μπροστά από τη Σχολή Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου και διώκεται για διατάραξη οικιακής ειρήνης, απόπειρα πρόκλησης σωματικής βλάβης, απείθεια, βία κατά υπαλλήλων (αντίσταση) και παράνομη οπλοφορία (κατείχε ένα κοπίδι), παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Λόγω απουσίας όμως, του μάρτυρα αστυνομικού οι δικαστές ανέβαλαν την υπόθεση για την επόμενη εβδομάδα.

Από την άλλη ο 46χρονος, ο οποίος είχε προσαχθεί για επεισόδιο με αστυνομικό στο Κτίριο Διοίκησης του ΑΠΘ και κατηγορείται για εξύβριση, ζήτησε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο (όπου παραπέμφθηκε) τη νόμιμη αναβολή και η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για το τέλος της εβδομάδας.

Έξω από τα Δικαστήρια έλαβε χώρα παράσταση διαμαρτυρίας σε ένδειξη συμπαράστασης στους συλληφθέντες.

Υπενθυμίζεται ότι οι φοιτητικοί σύλλογοι εναντιώθηκαν στην αστυνομική παρουσία εντός του ΑΠΘ, καθώς τα ΜΑΤ βρίσκονται εκεί αρκετό καιρό με πρόσχημα τις οικοδομικές εργασίες στο τμήμα Βιολογίας.

Βίντεο και φωτογραφίες που κοινοποιήθηκαν από το ΑΠΘ δείχνουν ξεκάθαρα τα ΜΑΤ να πετούν χημικά, κρότου λάμψης και να χτυπούν τους φοιτητές. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα φοιτητή που σέρνεται στο έδαφος από αστυνομικούς φωνάζοντας «Πονάω». 

Από δημοσίευμα στο left.gr στις 13/5/2022

ΑΠΘ: Έξι μήνες με αναστολή στον 48χρονο που προκάλεσε τα ΜΑΤ - Τι ισχυρίστηκε ο ίδιος

Έξι μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή η ποινή του 48χρονου που κατά την διάρκεια των επεισοδίων στο ΑΠΘ την περασμένη Τρίτη φαίνεται ότι προσπάθησε να προκαλέσει τους άνδρες των ΜΑΤ - Ισχυρίστηκε ότι στόχος του ήταν να προκαλέσει τις αντιμαχόμενες πλευρές



Ποινή φυλάκισης 6 μηνών, με τριετή αναστολή, επέβαλε το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης στον 48χρονο για την εξύβριση αστυνομικού, κατά την διάρκεια επεισοδίων στο ΑΠΘ. Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος σε άνδρα των ΜΑΤ είπε «δεν φοράτε παντελόνια ρε;» ενώ πήγε να του τραβήξει το σακίδιο με τα δακρυγόνα. Όπως φαινόταν σε βίντεο που δημοσιεύτηκαν, ο 48χρονος που δήθεν διαμαρτυρόταν για την κατάσταση που επικρατούσε στο ΑΠΘ, αφέθηκε ανενόχλητος από  τους άνδρες των ΜΑΤ, οι οποίοι κατευθύνθηκαν αμέσως στους φοιτητές και τις φοιτήτριες «απαντώντας» με χημικά και ξύλο. Παράλληλα, φοιτητές, καθηγητές και δημοσιογράφοι ρωτούσαν διαρκώς με ποια ιδιότητα βρισκόταν εκεί κι εκείνος αρχικά ισχυρίστηκε ότι είναι καθηγητής δημοσιογραφίας αλλά ύστερα είπε πως ήταν απόφοιτος του ΑΠΘ και τραπεζικός υπάλληλος. 

Σύμφωνα με όσα ανέφερε στην απολογία του ο κατηγορούμενος: «Η μόνη πρόθεση μου ήταν να διαλυθούν οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Αυτό από ενδιαφέρον ως απόφοιτος του ΑΠΘ και ως πολίτης. Ως πατέρας προέτρεψα τους φοιτητές να πάνε να διαβάσουν και τα ΜΑΤ να μην τα βάζουν με πιο αδύναμους, όπως είναι οι φοιτητές. Συγγνώμη που έθιξα τον ανδρισμό των ανθρώπων της αστυνομίας. Αν ξανά εμπλακώ, θα το κάνω μόνο με εποικοδομητικό διάλογο για να λύσω τα προβλήματα των αντιμαχόμενων παρατάξεων.Σε ερώτηση της προέδρου αν έχει να προσθέσει κάτι άλλο ο 48χρονος είπε: «ειρηνη υμιν»».

Από δημοσίευμα στο left.gr στις11/5/2022

Σοβαρά ερωτήματα για τον άγνωστο μεσήλικα στο ΑΠΘ - Στη Βουλή ζήτησε απαντήσεις ο Δ. Κουτσούμπας

Στη Βουλή έφτασε το βίντεο με τον άνδρα που προκαλεί τα MAT προσπαθώντας να αποσπάσει μέρος της εξάρτυσης τους και στη συνέχεια αποχωρεί σαν κύριος, ενώ οι δυνάμεις καταστολής ορμούν προς τους φοιτητές και αρχίζουν να τους χτυπούν αλύπητα



Ο Δημήτρης Κουτσούμπας, έκανε ειδική αναφορά στο χθεσινό όργιο αστυνομικής βίας, για το οποίο αφορμή έγινε η δράση αγνώστου ατόμου. Ο γγ του ΚΚΕ έθεσε το ερώτημα για το αν «θα τοποθετηθεί κάποιος από την κυβέρνηση, από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη για τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας με σειρά βίντεο που τουλάχιστον προκαλούν ερωτηματικά και ταυτόχρονα οργή και αγανάκτηση για τη δράση ενός "κυρίου", εντός εισαγωγικών, "μπροστινού" των δυνάμεων των ΜΑΤ που πρώτα προκαλεί δήθεν τις δυνάμεις των ΜΑΤ και μετά περιθάλπεται από αυτές και φυγαδεύεται ανενόχλητος. Κράτος ή παρακράτος;».

 «Φυσιολογικά ερωτήματα που ζητούν απάντηση γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι υπάρχει και ανοιχτή γραμμή και σχέδιο ανάμεσα σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες και προβοκατόρικες ομάδες που παρουσιάζονται και ως φοιτητές» επισήμανε.


Ο κ. Κουτσούμπας στην αρχή της σημερινής του ομιλίας στη Βουλή απευθυνόμενος στην κυβέρνηση είπε ότι «όσο και αν επιδιώκετε να καλλιεργήσετε το φόβο δεν θα τα καταφέρετε κι ας χρησιμοποιείτε παλιά και γνωστά κόλπα συκοφάντησης και έντασης ακόμα και μέσα στα πανεπιστήμια, στους χώρους δηλαδή που πρέπει οι φοιτητές, τα παιδιά μας, να μορφώνονται, να συναναστρέφονται, να συζητούν συλλογικά και να αγωνίζονται για να βελτιώσουν το παρόν και το μέλλον τους».

«Τέτοιο σχέδιο εξελίχθηκε και χθες με την απαράδεκτη εισβολή πάνοπλων αστυνομικών δυνάμεων μέσα στη Σχολή Θετικών Επιστημών του ΑΠΘ την ώρα που διεξάγονταν μαθήματα και χιλιάδες φοιτητές και εκπαιδευτικοί βρίσκονταν στο χώρο του πανεπιστημίου και έφθασαν στο σημείο να κάνουν χρήση χημικών, χειροβομβίδων, επίσης, κρότου-λάμψης μέσα σε εσωτερικούς χώρους, σε διαδρόμους του πανεπιστημίου και βεβαίως οι φοιτητές και οι πανεπιστημιακοί δεν είχαν καμία σχέση με τα επεισόδια και μην κρύβεστε πίσω από στημένα σκηνικά ομάδων που δεν έχουν καμία σχέση με φοιτητές και τους αγώνες τους» είπε.

«Την άλλη εβδομάδα που διεξάγονται οι φοιτητικές εκλογές θα πάρετε καθαρό μήνυμα: Οι φοιτητές θα δυναμώσουν τους φοιτητικούς τους συλλόγους, θα κουρελιάσουν τα σχέδια έντασης της καταστολής και διάλυσης των σπουδών τους» υπογράμμισε ο Δ. Κουτσούμπας.

 

Εμείς, λοιπόν, από τα ανωτέρω δημοσιεύματα και τοποθετήσεις, μπορούμε να προβούμε στις παρακάτω σκέψεις:

 

1. Πολίτης, μπροστινός των ΜΑΤ, «προκαλεί» τις ειρηνικές αν και πάνοπλες αστυνομικές δυνάμεις, έτσι ώστε αυτές να επιτεθούν και να ξυλοκοπήσουν ανελέητα φοιτήτριες και φοιτητές. Δηλαδή τα ΜΑΤ προκλήθηκαν και μετά, απαντώντας στην πρόκληση, ξυλοκόπησαν αγρίως ανθρώπους πεσμένους στο έδαφος και  ανίκανους να υπερασπίσουν τον εαυτό τους έστω και στοιχειωδώς. Οπότε για μια ακόμα φορά φταίει το θύμα επειδή προκάλεσε τον θύτη, ο οποίος θύτης, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αστυνομικός, μέλος, δηλαδή, της δημόσιας δύναμης η οποία είναι επιφορτισμένη με την προστασία του πολίτη. Όμως επειδή στα μέχρι τότε αντίστοιχα επεισόδια στο ΑΠΘ εξαιτίας της εκκένωσης του «Βιολογικού», τέτοιο φαινόμενο δεν είχε παρατηρηθεί, δηλαδή να υπάρχει κάποιος που να προκαλεί τις αστυνομικές δυνάμεις και μετά αυτές, προκληθείσες, να ξυλοκοπούν τους προκαλούντες (καθώς τέτοιο ξυλοκόπημα συνέβη επανειλημμένως τους τελευταίους μήνες στον ίδιο χώρο και με την ίδια αφορμή, χωρίς να υπάρχει τέτοιου είδους πρόκληση εκ μέρους των διαμαρτυρομένων), αναρωτιέται κανείς γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε ανάγκη η αστυνομία να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο κόλπο.

2. Ο ίδιος πολίτης, αν και μπροστινός των ΜΑΤ, τελικά συλλαμβάνεται, οδηγείται στο αυτόφωρο, κατ’ αρχήν αφήνεται ελεύθερος και στη συνέχεια καταδικάζεται σε έξι μήνες φυλακή. Μιλάμε δηλαδή για ένα τύπου «ξεκάρφωμα», έτσι ώστε να μην εκτεθεί η αστυνομία ότι χρησιμοποιεί τέτοιες μεθόδους; Ενδιαφέρον θα είχε τότε να μάθουμε πότε ακριβώς συνελήφθη ο πολίτης, μετά ή πριν την καταγγελία Κουτσούμπα, αν τον υπερασπίστηκε κανείς ως αρωγό του έργου της αστυνομίας έστω και με έναν μη πρόσφορο τρόπο και κυρίως αν στη δίκη εμφάνισε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη σχέση του με τις δυνάμεις προστασίας του πολίτη.

3, Σύμφωνα με τον γραμματέα του τιμημένου ΚΚΕ, υπάρχουν «στημένα σκηνικά ομάδων που δεν έχουν καμία σχέση με τους φοιτητές και τους αγώνες τους». Οπότε, εφόσον δεχτούμε ότι ο συλληφθείς και καταδικασμένος πολίτης  δεν είχε άμεση ή έμμεση σχέση με την αστυνομία, καλό θα ήταν να διερευνηθεί η σχέση του συλληφθέντα με αυτές «τις προβοκατόρικες ομάδες που παρουσιάζονται και ως φοιτητές», για να ξεσκεπαστεί πλήρως ο ρόλος του παρακράτους. Επίσης θα ήταν καλό να αναζητηθεί και η πολιτική (και όχι μόνο) ταυτότητα του έτερου συλληφθέντα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν κι αυτός είναι όντως φοιτητής και συμμετείχε νομίμως, με την άδεια δηλαδή του ΚΚΕ, στα γεγονότα, ή είναι μέλος τέτοιων «προβοκατόρικων ομάδων».

4. Λαμβάνοντας υπόψη και τη δήλωση του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα γεγονότα, όπου αναφέρεται ότι «αυτό που είναι επικίνδυνο για την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους φοιτητές και τα δημόσια Πανεπιστήμια είναι οι πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη και αστυνομικοί που δέρνουν φοιτητές, ταυτίζοντάς τους επίτηδες με μικρές μειοψηφίες παρατρεχάμενων και προβοκατόρων», γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι για την κοινοβουλευτική αριστερά, εφόσον δεν είσαι μέλος της, δεν μπορεί παρά να είσαι παρατρεχάμενος και προβοκάτορας όταν διεκδικείς να υπάρχουν αυτοδιευθυνόμενοι χώροι στα πανεπιστήμια και η αστυνομία είτε να μην τους εκκενώνει είτε να μην επεμβαίνει, να ξυλοκοπεί και να συλλαμβάνει αυτές και αυτούς που διαμαρτύρονται τόσο για την εκκένωση αυτών των χώρων όσο και για τη γενικότερη επιτηρητική-κατασταλτική παρουσία της αστυνομίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όμως όταν η αριστερά μιλάει για μικρές μειοψηφίες, καλό θα ήταν να σκεφτεί, ιδίως η κουκουέδικη εκδοχή της, ότι και η ίδια δεν είναι πλειοψηφική τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στα πανεπιστήμια. Οπότε λίγη ταπεινότης και περισσότερη σκέψις περί πλειοψηφίας-μειοψηφίας δεν θα την έβλαπτε.

5. Αυτό το έργο περί προβοκατόρων παίζεται τουλάχιστον εξήντα χρόνια (ουσιαστικά από το 1965), και συνεπώς θα έπρεπε να είχε εμπεδωθεί στη συνείδηση των αριστερών (μη παρατρεχάμενων και προβοκατόρων) αμφισβητιών του υπάρχοντος συστήματος. Ωστόσο η συνεχής επαναπροβολή του από τις πλειοψηφικές δυνάμεις εντός της αριστεράς (και ενίοτε και από τις μειοψηφικές, δηλαδή, όπως έλεγε και ο Τζιμάκος, ΚΚΕ, ΣΕΛΕΤΕ, ΚΑΤΕΕ), το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να οδηγήσει στο ασφαλές πλέον συμπέρασμα ότι παρόλο που γι’ αυτές συνεχίζει να ισχύει το πας μη οργανωμένος λενινιστής-σταλινικός είναι προβοκάτορας, συνεχίζουν να υπάρχουν άνθρωποι, σε βάθος εξηκονταετίας πλέον, που όχι μόνο σκέφτονται αλλά και πράττουν στο όνομα άλλων ιδεών και αντιλήψεων περί ελευθερίας, ισότητας, αλληλεγγύης, αμφισβήτησης της υπάρχουσας κατάστασης των πραγμάτων και επιλογής άσκησης του  δικαιώματος αντίστασης απέναντι στα έργα της κρατικής εξουσίας. Όμως μπορεί να οδηγήσει και σε ένα άλλο ασφαλές συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη κάποια φαινόμενα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια γύρω ή εντός του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου: πως όποιες και όποιοι, προερχόμενες-οι από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, κλείνουν το μάτι στην αριστερά και κυρίως στη σταλινική εκδοχή της, ονειρευόμενοι ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ-ΔΣΕ, κινδυνεύουν να βρεθούν και δαρμένοι ως διαδηλωτές και ξεφτιλισμένοι σαν πράκτορες της ασφάλειας…

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ-ΙΟΥ - Gigi Roggero


«Είχαν μια αίσθηση ευλαβικού φόβου οι γερμανοί διοικητές όταν εξαπέλυσαν ενάντια στη Ρωσία το πιο τρομερό όπλο. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία με ένα σιδερόφρακτο τρένο, λες και ήταν ένας βάκιλος της πανούκλας».

Ουίνστον Τσώρτσιλ

 

Κάνα χρόνο πριν, στο βιβλίο Το τρένο ενάντια στην ιστορία, γράψαμε ότι ο επαναστάτης αγωνιστής είναι για τον οργανισμό του κεφαλαίου όπως ένας βάκιλος της πανούκλας. Σε αντιστοιχία με αυτή τη μεταφορά, από την αρχή της σύγχρονης πανδημίας είπαμε ότι ο ιός κάνει αυτό που δεν είμαστε εμείς σε θέση να κάνουμε: να ριζώσουμε σε νευραλγικά σημεία του σώματος, να επικεντρώσουμε τη δύναμή μας εκεί όπου ο εχθρός είναι αδύναμος, να βλάψουμε σοβαρά την ανοσοποιητική του άμυνα αιφνιδιάζοντάς τον, αποσταθεροποιώντας τον, προκαλώντας του κρίση και ρήξεις. Σήμερα, που μετά από δύο χρόνια φαίνεται πως βρισκόμαστε στην καθοδική φάση του πανδημικού κύκλου (ο υποθετικός λόγος είναι υποχρεωτικός, αφού το να ασχολείσαι με τις επιδημιολογικές έρευνες είναι όπως το να παρεμβαίνεις στην πραγματικότητα μέσω του facebook: συχνά άχρηστο, ενίοτε βλαβερό, πάντοτε χαζό), μπορούμε να προσθέσουμε νέες μεταφορές για να περιγράψουμε το τέλος εκείνης που υπήρξε η φιγούρα-αγωνιστής με την οποία μεγαλώσαμε, προχωρήσαμε και δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε.

Εκείνη η φιγούρα-αγωνιστής μπορεί να καταλογραφηθεί σαν ένας ιός, σεβόμενοι την ταυτότητα που απέκτησε ή επέλεξε. Όμως είναι ένας ιός ο οποίος, χάνοντας τη μολυσματικότητά του, είναι αβλαβής ή, αναμφιβόλως, λειτουργεί προς ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Είναι γνωστό ότι αμέσως μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση, ο κόσμος χτυπήθηκε από την ισπανική πανδημία. Σε εκείνη την περίπτωση, αναμφιβόλως, ο επαναστατικός ιός αποτέλεσε ένα στοιχείο απειλής και αποσταθεροποίησης πολύ πιο ισχυρό και διαρκές από τον ιό της γρίπης. Έναν αιώνα μετά, ο ισπανικός ιός κυκλοφορεί ακόμη αλλά χωρίς την ικανότητα να προκαλεί οποιαδήποτε σοβαρή βλάβη και μάλιστα ούτε που αναφέρεται. Το ίδιο πράγμα, δυστυχώς, οφείλουμε να πούμε και για τον επαναστατικό ιό.

Ο ίδιος ο covid-19, όπως δείχνει ο αριθμός, είναι ένας ιός που έχει αλλάξει πολλές φορές προκειμένου να φτάσει στον ίδιο στόχο. Συνεπώς, κάθε φορά που ο ανοσοποιητικός μηχανισμός δεχόμενος επίθεση λαμβάνει τα μέτρα του απέναντι στον ιό, εξουδετερώνοντάς τον, ο ιός μεταμορφώνεται προκειμένου να ξαναρχίσει την επίθεση. Το ίδιο πράγμα κάνει και ο αγωνιστής: κάθε φορά που το κεφάλαιο αναδομείται προκειμένου να απαντήσει στους αγώνες, ο επαναστάτης μεταμορφώνεται και ξαναρχίζει από την αρχή. Τι συμβαίνει με τον ιό που σταματάει να αλλάζει; Εξαφανίζεται, δηλαδή επιβιώνει εν τη αχρηστία του. Τι συμβαίνει με τον αγωνιστή που σταματάει να αλλάζει; Το ίδιο πράγμα. Ο μέσος αγωνιστής του κάποτε «κινήματος» είναι, εδώ και χρόνια, ένας αγωνιστής-ισπανική γρίπη: αβλαβής ή, αναμφιβόλως, λειτουργικός για το σώμα στο οποίο θα ήθελε –ιδεολογικά– να επιτεθεί. Η συνέχεια των διαδικασιών επαναστατικής υποκειμενικοποίησης, πράγματι, περνά μέσα από την ασυνέχεια των μορφών της στράτευσης και της οργάνωσης. Το αναλλοίωτο αυτών των μορφών σημαίνει την εξάντληση των αντίστοιχων διαδικασιών. Πολλά κοινωνικά κέντρα, για παράδειγμα, θεωρούν τη χρονική διάρκεια πλεονέκτημά τους: είμαστε εδώ δέκα, δεκαπέντε, τριάντα χρόνια! Ιδού, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Είναι πάντοτε εδώ όπως τα θρανία με τα ροδάκια στα σχολεία: αντικείμενα ξεχασμένα στις πόλεις ή το πολύ-πολύ να ξυπνούν σε κάποιους ρομαντικές μνήμες και σε άλλους να συνιστούν μια ξεθωριασμένη ανάμνηση κινδύνου.

Φτάνοντας σε αυτό το σημείο του κειμένου, κάποιος θα έλεγε: οκ, πάει καλά, όλα αυτά είναι λίγο-πολύ σωστά, όμως για μια ακόμα φορά δεν μας λες τι να κάνουμε. Εν συντομία, φτάνει με την κριτική αυτού που δεν είναι πλέον ζωντανό, αν στη ζωή αποδίδουμε ένα πλήρες νόημα γεμάτο με ανοιχτές και αντιφατικές δυνατότητες και δεν τη θεωρούμε μια άχρωμη επιβίωση  βασισμένη σε ένα θεραπευτικό πείσμα. Ήδη στη «Machina» γράφτηκε, ορθώς, πως οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους. Αυτός ο κάποιος, συνεπώς, δεν θα έκανε λάθος αλλά ίσως δεν θα είχε και εντελώς δίκιο. Κατά πρώτο λόγο γιατί ακόμη και στο διάσημο τι να κάνουμε με ερωτηματικό, αναλυόταν με συγκεκριμένο πολεμικό πνεύμα κάθε ιδιαίτερη πλευρά των μορφών της στράτευσης και των υπαρκτών οργανώσεων, λέγοντας τελικά ότι εκείνη η φάση έπρεπε να ξεπεραστεί οριστικά. Ιδού, ξεπέρασμα αυτής της φάσης, απελευθέρωση του πεδίου, ξεκίνημα και πάλι από την αρχή, προκειμένου να καταλάβουμε τι πρέπει να κάνουμε. Όμως για να ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή, για να θέσουμε το πρόβλημα του πώς αλλάζουν τα πράγματα και πώς αλλάζουμε εμείς, οφείλουμε να αλλάξουμε τη χρονικότητά μας, δηλαδή να πάρουμε τις αποστάσεις μας από την εποχή μας. Όχι για να αρνηθούμε να δράσουμε σε αυτή, αλλά, αντιθέτως, για να μπορέσουμε να της επιτεθούμε καλύτερα. Οφείλουμε, συνεπώς, να γυρίσουμε την πλάτη στην κοινή γνώμη, γιατί όσο πιο πολύ εμβαπτιζόμαστε σε αυτή τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τον στόχο μας. Αν συνεχίσουμε να σχολιάζουμε στις άχρηστες κοινωνικές μας φούσκες τα στιγμιαία θέματα της επικαιρότητας –από τα εμβόλια μέχρι το φεστιβάλ του Σανρέμο, από τον πάπα Φραγκίσκο μέχρι τον τελευταίο τύπο των ζυμαρικών Μολιζάνα, από το παρμιτζάνο ρετζάνο μέχρι το πλέον ασήμαντο–, μπορεί να νομίζουμε ότι είμαστε στο κέντρο της επικαιρότητας απλώς και μόνο επειδή δεν καταλαβαίνουμε ότι αυτή η επικαιρότητα μας καθιστά εντελώς περιθωριακούς και ασήμαντους. Να αποσπαστούμε από τη μάζα, όχι να συμμετέχουμε σε αυτή. Εν συντομία, γράφοντας «πάμε» και «ok boomer» δεν μας πάει κοντά στον λαό (εφόσον αποδεχτούμε ότι είναι αυτός είναι ένας επιθυμητός στόχος), ενώ μας πάει κοντά στο γηροκομείο, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Ηρεμήστε, σταματήστε να χαλάτε τον κόσμο. Δεν περιμένουμε την άφιξη ενός μεσσία ή την αντικειμενική ωρίμανση των συνθηκών. Αντιθέτως. Λέμε, έχοντας επίγνωση του επείγοντος, ότι ο δικός μας χρόνος πρέπει να γρυλίσει και να δαγκώσει τον χρόνο που μας επιβάλλει ο εχθρός μας. Ένας εχθρός που ενσαρκώνεται σε μας και μας παρουσιάζεται, ακριβώς, σαν η κοινή γνώμη. Τα post, τα tweet, τα like –ιδού η μετρική μονάδα του χρόνου μας. Να μη φτάσουμε ένα instangram μετά, ιδού ποια είναι η επιτακτική ανάγκη. Για να φτάσουμε πού; Πουθενά, ιδού το δράμα μας. Κινούμαστε μια μέρα πριν ή μια μέρα μετά, ο ένας χρόνος γίνεται μια γεολογική εποχή, γενεαλογίες και ιστορικές διαδικασίες ακυρώνονται. Ο χρόνος της γνώμης δεν είναι το παρόν: είναι η στιγμή. Και η στιγμή δεν είναι το ενδεχόμενο στο οποίο θα χτυπήσουμε, το λενινικό πολύ νωρίς και πολύ αργά, αλλά η εξουδετέρωσή του, μια καθημερινότητα εύπλαστη και ακαθόριστη.

Τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, λέγαμε στην αρχή της πανδημίας, έτσι όπως έχουμε πει σε χίλιες δυο άλλες περιπτώσεις και όπως θα πούμε επίσης σε χίλιες δυο άλλες περιπτώσεις. Αν αφεθούμε να παρασυρθούμε από την επικαιρότητα, θα χάσουμε τη δυνατότητα να δούμε πέρα από αυτή. Θα χάσουμε, δηλαδή, μια προφητική ικανότητα, το να βλέπουμε στο παρόν αυτό που οι άλλοι δεν βλέπουν, το να λέμε αυτό που άλλοι δεν μπορούν να νιώσουν. Από την άλλη πλευρά, αντίθετα με το γοητευτικό σύνθημα των χιλιάνικων κινημάτων, αυτό που επικρατεί στην πανδημική κρίση είναι μια επιθυμία επιστροφής στην κανονικότητα. Όχι, όχι βεβαίως σε μια κανονικότητα πάντοτε ίδια, αλλά σε μια καινοτόμο κανονικότητα, που για να διατηρήσει αναλλοίωτες τις σχέσεις κυριαρχίας αλλάζει τα υποκείμενα επίπεδα. Μια πραγματικότητα που παρουσιάζει και θα παρουσιάζει ιδιαίτερες αντιφάσεις, προπάντων αν πέρα από τις εν αφθονία ρητορείες ανοίξει μια πραγματική μετά την κρίση φάση, με προοπτικές με τις οποίες –μετά από μια μηδενική δεκαπενταετία– μπορούμε να επιστρέψουμε στην ανασυγκρότηση και στην ανάταση. Για να καταλάβουμε και να δράσουμε μέσα σε αυτές τις αντιφάσεις χρειάζεται έρευνα, θα μπορούσαμε να πούμε με ένα μάντρα τόσο αληθινό ώστε να κινδυνεύει να καταστεί κοινότοπο, δηλαδή κενό. Είναι χρήσιμο ακριβώς, και μας ευχαριστεί να το λέμε, το να γυρίσουμε την πλάτη στην κοινή γνώμη, το να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε τη ρίζα των πραγμάτων, που θα πρέπει πάντοτε να είναι η προτεραιότητά μας. Μόνο έτσι μπορεί ο αγωνιστής να είναι έτοιμος για το τυχαίο, για το απρόβλεπτο, για την άκαιρη εισβολή των αγώνων και των κινημάτων –που, όπως ξέρουμε, μπορούν να οργανωθούν αλλά όχι να προβλεφθούν.

Ο αγωνιστής διαμορφώνεται στους αγώνες, θα αντικρούσει κάποιος. Όμως, αν δεν υπάρχουν αγώνες πώς θα διαμορφωθεί ένας αγωνιστής έτοιμος να δράσει στους αγώνες; Ο φαύλος κύκλος πρέπει να διαρρηχθεί. Θα ήταν ωραίο αν οι λεγόμενες συνωμοσιολογικές θέσεις είχαν δίκιο και ο ιός είχε κατασκευαστεί σε ένα εργαστήριο. Με αυτόν τον τρόπο, ποιος ξέρει, ίσως σε κάποιο μυστικό εργαστήριο θα μπορούσαμε να παράγουμε κι εμείς τον δικό μας αγωνιστή-ιό. Όμως, δυστυχώς, δεν πιστεύουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα. Η διαμόρφωση είναι μια μακρά, σύνθετη, αντιφατική διαδικασία. Μια μειοψηφική διαδικασία, προκειμένου να ανατραπεί η πλειοψηφία. Ωστόσο, αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει μια διαδικασία αγωνιστικής διαμόρφωσης που δεν μιλάει για μια ρήξη. Ρήξη με το έξω, ρήξη με μας τους ίδιους και –σήμερα περισσότερο από ποτέ– με αυτό που είμαστε μέχρι σήμερα. Ρήξη με αυτό που είμαστε, για να ανακαλύψουμε εκείνο που μπορούμε να γίνουμε. Απαραίτητη συνθήκη, ωστόσο, για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε να αντιμετωπίσουμε το ερώτημα.

 

Post scriptum: ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, αναμφιβόλως επίκαιρο

Φτάνοντας στο τέλος του άρθρου, ίσως ο αναγνώστης μας πει: οκ, όμως τώρα γίνεται πόλεμος, κι εσύ μας ζητάς να γυρίσουμε την πλάτη; Λοιπόν, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε σε ποιο επίπεδο μιλάμε.

Είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε χρήσιμες γεωπολιτικές αναλύσεις, όμως τέτοιες βρίσκουμε ελάχιστες. Μας κάνουν να βαριόμαστε τρομακτικά ιδεολογικά γεωπολιτικά σχόλια, που αντιθέτως αφθονούν ακριβώς επειδή είναι άχρηστα. Οποιοδήποτε άτομο κατέχει έστω τη σχολική γνώση των ιστορικών δεδομένων, ξέρει, σε γενικές γραμμές, το υπόστρωμα της σημερινής σύγκρουσης Ρωσίας-Ουκρανίας. Ξέρει ότι είναι μια συνέπεια, πιθανή αν όχι αναπόφευκτη, αυτού που συνέβη μετά το 1989/1991, με έναν άγριο καπιταλισμό που συνόδευσε τη ρητορική περί ελευθερίας στην Ανατολική Ευρώπη, με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ για την περικύκλωση της Ρωσίας, με την πολιτική του Πούτιν που στοχεύει στην ανασυγκρότηση μιας συνέχειας με το τσαρικό καθεστώς και την ισχύ του παρελθόντος. Το έχει πει με ακρίβεια: σε έναν από τους τελευταίους του λόγους πριν τον πόλεμο, με μια ασυνήθιστη ιστορική βαθύτητα για τη σημερινή εποχή (μπορούμε ακόμη να λέμε ότι ένας εχθρός είναι ευφυής ή θα θεωρηθούμε συνεργάτες του;), ο Πούτιν αντιπαράθεσε τον Στάλιν με τον Λένιν, παρουσιάζοντας τον πρώτο σαν φίλο και τον δεύτερο σαν εχθρό. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε, απεναντίας αυτή είναι η τάξη του λόγου του. Ήδη κατά τη διάρκεια των ισχνών εορτασμών για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Πούτιν είχε υποδείξει τον Γεωργιανό σαν τον άνθρωπο της σταθερότητας και της συνέχειας με την παράδοση της Μεγάλης Ρωσίας, ενώ τον ομώνυμό του Βλαδίμηρο σαν την καταραμένη φιγούρα της ρήξης και της ανατροπής της συντεταγμένης τάξης. Αν τύχει να πάτε στο πρώην μουσείο της επανάστασης στη σημερινή Αγία Πετρούπολη, φτιαγμένο στη βάση δυτικών γούστων βγαλμένων από το μαύρο βιβλίο του κομμουνισμού, θα βρείτε μια παρόμοια τάξη λόγου: από το 1861 το τσαρικό καθεστώς είχε προχωρήσει σε μια προοδευτική πολιτική, που όδευε στη δημοκρατία και την ελευθερία, και η οποία διακόπηκε βιαίως από τον μπολσεβίκικο Οκτώβρη. Από το 1989/1991, επιτέλους, το βέλος της ιστορίας ξαναβρήκε την τροχιά του. Ιδού λοιπόν, αυτό το βέλος της ιστορίας, το τόσο επαινεμένο στη Δύση, κατέληξε στον πόλεμο στην Ουκρανία. Και αμέσως, σαν παβλοφική αντίδραση, οι μικρές φούσκες των κοινωνικών μας δικτύων φούσκωσαν με την ανάγκη να πάρουμε θέση, με τις διάφορες γνώμες και σχόλια (που ανάμεσά τους, προς θεού, συγκαταλέγεται και αυτό εδώ). Δεν θα ασχοληθούμε με τον βαθμό αχρηστίας τους, γιατί για έναν μέσο υλιστή οι συσχετισμοί δύναμης θα πρέπει να είναι, αν όχι μια επιστήμη, τουλάχιστον ένα δεδομένο της πραγματικότητά του. Όποιος, ωστόσο, θέλει να αναλάβει ένα σχέδιο πολιτικής ενεργοποίησης ενός λόγου και μιας πρακτικής στραμμένης, προοπτικά, στο να αποστάξει κάτι, περισσότερο από την άμεση παύση του πολέμου, πρέπει να αποφύγει να πέσει στην παγίδα του με ποιον είμαι; Με τον κακό, με τον λιγότερο κακό, ούτε-ούτε; Ξέρουμε όλοι ότι ο δικός μας Βλαδίμηρος, εκείνος ο καταραμένος του σήμερα, έλεγε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος πρέπει να μεταμορφωθεί σε εμφύλιο πόλεμο. Σήμερα, μολονότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος έχει αλλάξει βαθιά και κυρίως ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι στη διάταξη της ημέρας όσον αφορά τις δυνατότητές μας, ας περιοριστούμε να υιοθετήσουμε εκείνη τη συγκεκριμένη θέση, δηλαδή την πολιτική πρακτική της, τη μέθοδο. Αν δεν είναι διαμορφωτές γνώμης ή μέλη ενός κοινοβουλίου, οι αγωνιστές μπροστά σε έναν πόλεμο μαφήνουν στους άλλους τις ομιλίες για το ποιος είναι σωστός και ποιος λάθος, και σκέφτονται σε ποιον μπορούν να κάνουν το μεγαλύτερο κακό. Ότι ο τσάρος Βλαδίμηρος είναι ένα δήμιος είναι προφανές και άλλο τόσο προφανές είναι ότι τέτοιος είναι και ο Μπάιντεν. Ότι η κουβέντα για τους ουκρανούς ναζιστές είναι εργαλειακή, είναι κάτι πέραν πάσης αμφιβολίας, έτσι όπως είναι πέραν κάθε αμφιβολίας το γεγονός ότι ουκρανοί ναζιστές υπάρχουν στ’ αλήθεια και δεν είναι λίγοι. Εμείς πρέπει να επιτεθούμε σε αυτόν που είναι πλησιέστερα μας. Αν ήμασταν στη Ρωσία θα επιτιθέμεθα στον Πούτιν, όμως είμαστε στην Ιταλία και πρέπει να επιτεθούμε στην ιταλική και ευρωπαϊκή κυβέρνηση, αποτελούμενη από τραπεζίτες, κατεργάρηδες και τζαμπατζήδες, που παίζουν πόλεμο στην πλάτη αυτών που όντως υφίστανται τον πόλεμο, αλλά και στην πλάτη όλων ημών (αφού εκείνοι δεν πληρώνουν τη βενζίνη και τους λογαριασμούς τους). Κάποιος κακόπιστος βλάκας θα μπορούσε να δει σε αυτή τη θέση κάποιου είδους συνενοχής ή διαχωρισμού από την καταδίκη του Πούτιν (όμως ποιος νοιάζεται για τις καταδίκες μας;), ακριβώς όπως ο Λένιν κατηγορείται από τον Πούτιν και από τους κακοήθεις του τότε ότι δωροδοκήθηκε από τον γερμανό κάιζερ.       

Το πρόβλημα, όχι καινούργιο, βρίσκεται στο γεγονός ότι σε συνθήκες έντονης κρίσης οι δυσοίωνοι και κυρίως οι πολύ δυσοίωνοι, πέφτουν θύματα της συνείδησής τους: εντάξει με τις κριτικές σε φυσιολογικές φάσεις, όμως σε φάσεις εξαίρεσης δεν μπορούμε πια να τις επιτρέψουμε. Ισχύει το ακριβώς το αντίθετο. Αν δεν είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε έναν ισχυρό λόγο, η αδύναμη γνώμη καταπίνεται από την τάξη του κυρίαρχου λόγου, που εσχάτως αποκαλείται προπαγάνδα, χωρίς αν και χωρίς αλλά.

Κάποιος θα μπορούσε να πει: μα δεν καταλαβαίνετε ότι τώρα γίνεται πόλεμος και το ζήτημα είναι να τον σταματήσουμε; Εμείς όμως, εν κατακλείδι, ρωτάμε: πιστεύετε πράγματι ότι μπορούμε από τις φούσκες μας να σταματήσουμε τον πόλεμο; Δεν σας μπήκε ποτέ η αμφιβολία ότι είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία να έχουμε μια προοπτική, το να μην καταφάσκουμε μια αυτόνομη χρονικότητα, το να αφήνουμε να μας καταπίνει η καθημερινή ειδησεογραφία επιβάλλοντάς μας την ατζέντα της κοινής γνώμης, που μας φυλακίζει στις άχρηστες φούσκες μας, βρίσκοντας διέξοδο σε γκροτέσκο παραληρήματα παντοδυναμίας;

Αυτού λεχθέντος, επιτρέψτε μας να πούμε ότι θα ήμασταν ευχαριστημένοι αν κάναμε λάθος. Και να υποστηρίζαμε ότι ο πόλεμος θα σταματήσει από ένα ποστ του Τζεροκαλκάρε ή από την μπλούζα της Rappresentante di lista[ιταλικό μουσικό συγκρότημα σ.τ.μ.], που, αποφεύγοντας τις αντιστοιχίες, είναι τέλειες στο να μας δίνουν δύναμη, όπως λέει μια δοξασία αυτών των μπερδεμένων χρόνων.

 

Δημοσιεύθηκε στο ιταλικό κινηματικό διαδικτυακό περιοδικό «Machina» στις 28 Φλεβάρη 2022    


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΖΑΝ ΜΠΩΝΤΡΙΓΙΑΡ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΚΟ


Ερώτηση:
Ζαν Μπωντριγιάρ, πιστεύεις ότι η πλήρης εμβάπτιση του υποκειμένου στην οθόνη και στον υπολογιστή, μπορεί να σημαίνει ότι πιθανώς η πραγματικότητα χάνεται σε έναν γενικό μη-τόπο;

Μπωντριγιάρ: Ναι, βεβαίως, η πραγματικότητα έχει ήδη χαθεί κατά κάποιον τρόπο, όμως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, τελικά, δεν υπήρξε ποτέ κάτι άλλο πέρα από το αποτέλεσμα ενός κινήτρου, ενός μοντέλου. Υπάρχει ένα μοντέλο της πραγματικότητας, μια αρχή της πραγματικότητας, η οποία έχει κατασκευαστεί και μπορεί να εξαφανιστεί πολύ γρήγορα. Είναι, όντως, ένας είδος κατασκευής αυτή η πραγματικότητα που κομματιάζεται μέσω της ώθησης των σύγχρονων τεχνολογιών, των νέων τεχνολογιών πιο συγκεκριμένα. Αυτό που αποκαλείται εικονική πραγματικότητα, έχει αναμφίβολα έναν γενικό χα-ρακτήρα και κατά κάποιον τρόπο έχει απορροφήσει, έχει αντικαταστήσει την πραγματικότητα στον βαθμό που στην εικονικότητα το καθετί είναι αποτέλεσμα μιας παρέμβασης, το αντι-κείμενο διαφόρων ενεργειών. Εν συντομία, μπορούν όντως να πραγματωθούν τα πάντα, ακόμη και πράγματα που στο παρελθόν αντιμάχονταν το ένα το άλλο: από τη μια πλευρά υπήρχε ο πραγματικός κόσμος και από την άλλη η μη πραγματικότητα, το φανταστικό, το όνειρο κλπ. Στην εικονική διάσταση όλα αυτά απορροφούνται στον ίδιο βαθμό, τα πάντα πραγματώνο-νται, υπερ-πραγματώνονται. Σε αυτό το σημείο, η πραγματικότητα καθαυτή χάνει κάθε της θεμέλιο, μπορούμε στ’ αλήθεια να πούμε ότι δεν υπάρχουν πια αναφορές στον πραγματικό κόσμο. Και τελικά τα πάντα κατά κάποιο τρόπο προγραμ-ματίζονται ή προωθούνται εντός μιας υπερ-διατύπωσης, η ο-ποία είναι ακριβώς αυτή του εικονικού, των ψηφιακών και συνθετικών τεχνολογιών. Αυτό που όντως συμβαίνει είναι ότι σε ένα συγκεκριμένο σημείο το πραγματικό βρίσκεται πάντοτε απέναντι μας και εμείς αντιπαρατιθέμεθα μαζί του, ενώ με το εικονικό δεν υπάρχει αντιπαράθεση. Στο εικονικό εμβαπτιζόμαστε, βουτάμε μέσα στην οθόνη. Η οθόνη είναι ένας τόπος εμβάπτισης και προφανώς διαδραστικότητας, αφού εντός της μπορεί να γίνει αυτό που θέλουμε· όμως εμβαπτιζόμαστε, δεν υπάρχει πλέον η απόσταση του βλέμματος, της αντίθεσης που είναι ίδιον της πραγματικότητας. Κατά βάθος όλα αυτά που υπήρχαν στο πραγματικό, βρισκόντουσαν εντός ενός διαφοροποιημένου σύμπαντος, ενώ το εικονικό είναι ένα ολοκληρωμένο σύμπαν. Εδώ, σαφώς, οι παλιές αγαπημένες αντιφάσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, το αληθές και το ψευδές κ.ο.κ., κατά κάποιον τρόπο εξαχνώνονται μέσα σε έναν χώρο υπερ-πραγματικότητας που ενσωματώνει τα πάντα, συ-μπεριλαμβανομένων και κάποιων πραγμάτων που έμοιαζαν ουσιώδη, όπως η σχέση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο. Θέλω να πω ότι στην εικονική διάσταση δεν υπάρχει πλέον ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, αλλά αμφότερα, για λόγους αρχής, είναι διαδραστικά στοιχεία.

Ερώτηση: Υποστηρίζεις ότι στο μέλλον θα μπορούν να συμβούν τα πάντα σε έναν κόσμο που θα είναι προϊόν εικονικών ενεργειών και δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη για έναν χώρο πραγματικό και συμβολικό. Σε τι τύπο κόσμου θα λαμβάνουν χώρα τα πράγματα;

Μπωντριγιάρ: Δεν μπορώ να τον περιγράψω. Είναι μια διά-σταση της οποίας σαφώς έχω μια προαίσθηση, μέσω διαφόρων ενδείξεων. Δεν ξέρω. Με όρους χώρου δεν έχουμε κάτι παραπάνω από τις φαντασίες της επιστημονικής φαντασίας, που όμως προσφέρουν εικόνες ενός φανταστικού χώρου. Όλη η επιστημονική φαντασία μας έχει κατά κάποιο τρόπο συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε άλλους χώρους με διαφορετικές συντεταγμένες, πολυ-χώρους κ.ο.κ. Σε σχέση με τον χρόνο, αυτόν είναι ακόμη πιο δύσκολο να τον φανταστούμε, όμως έχουμε τέλος πάντων μια ιδέα για τον χειρισμό του πραγματικού χρόνου. Πράγματι, ο εικονικός χρόνος είναι ο πραγματικός χρόνος και άλλωστε είναι εντελώς παράδοξο και αντιφατικό το γεγονός ότι αποκαλούμε πραγματικό χρόνο ακριβώς τον χρόνο της εικονικότητας, ο οποίος δεν είναι πλέον με κανέναν τρόπο ο χρόνος της πραγματικότητας, αυτό δηλαδή που σε κάθε περίπτωση σηματοδοτεί τη διάρκεια της εξέλιξης μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Καμία από αυτές τις τρεις κατηγορίες του χρόνου δεν έχει πλέον αξία: ο πραγματικός χρόνος ταυτίζεται με το ακαριαίο της ενέργειας, είναι ο ίδιος ο χρόνος της ενέργειας και γι’ αυτό κάθε ενέργεια έχει κατά κάποια έννοια τον δικό της χρόνο, που όμως δεν αντιστοιχεί πλέον σε μια χρονολογία. Πράγματι, δεν υπάρχει πλέον μνήμη, δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα ούτε πρόβλεψης, ακριβώς, του μέλλοντος μέσω της χρήσης δεδομένων της πραγματικότητας, ούτε πολύ περισσότερο ενατένισης της ζωντανής μνήμης αυτού που έλαβε χώρα, αφού στον πραγματικό χρόνο δεν υπάρχει πλέον η ιστορική διάσταση, ούτε όλα αυτά εκτυλίσσο-νται στην ιστορία, στον χρόνο εντός του οποίου υπήρχε η ι-στορία. Όλα αυτά δεν είναι πλέον διαθέσιμα ή οικειοποιήσιμα στο επίπεδο του πραγματικού χρόνου, κι αυτό θέτει πολλά προβλήματα επειδή ακριβώς τώρα, στο τέλος του 20ου αιώνα, καταβάλουμε μια μέγιστη προσπάθεια προκειμένου να οικειοποιηθούμε ολόκληρη την ιστορία του, προκειμένου να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη και κάνουμε τους λογαριασμούς μας, προχωρώντας σε έναν απολογισμό. Πράγματι, δεν καταφέρνουμε κάτι τέτοιο, προσπαθούμε να αναβιώσουμε τα πάντα αλλά χωρίς επιτυχία, αφού τώρα πια δεν βρισκόμαστε πλέον στον ιστορικό χρόνο αλλά σε μια διαφορετική χρονική διά-σταση, αυτή του πραγματικού χρόνου και ο πραγματικός χρόνος μπορούμε να πούμε ότι στερείται συντεταγμένων. Και, συνεπώς, ίσως και να μην είναι ο μοναδικός, δεν μπορεί να είναι ένα οριστικό μοντέλο και θα είμαστε εμείς αυτοί που θα τον εγκαθιδρύσουμε, όμως σε κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει μια ρήξη της έννοιας του χρόνου, αυτό είναι βέβαιο. Σε σχέση με τον χώρο έχω την εντύπωση ότι αυτός πολλαπλασιάζεται στον εικονικό κόσμο, ότι έχει την ικανότητα να αγκαλιάζει όλους τους πιθανούς χώρους· σε ότι αφορά τον χρόνο, αντιθέτως, αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει μια ασυνήθιστη συστολή, η οποία λειτουργεί έτσι ώστε τα πάντα να ανάγονται στη στιγμή της ενέργειας που συμβαίνει εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή και της οποίας αμέσως μετά δεν υπάρχει ανάμνηση. Εννοείται πως αυτό το λέω όχι λόγω της νοσταλγίας για ένα χαμένο αντικείμενο, αν και από μια υπαρξιακή οπτική γωνία το έχουμε όντως χάσει, αλλά στη βάση όρων που έχει θέσει μια διαφορετική συνθήκη, καθόλα αυθεντική, της οποίας όμως δεν έχουμε τα μέσα για να μπορέσουμε να προδιαγράψουμε ολοκληρωτικά τις συνέπειες.

Ερώτηση: Στο βιβλίο σου Το τέλειο έγκλημα βρίσκουμε την αναπαράσταση ενός εγκλήματος, δηλαδή τον θάνατο της πραγματικότητας και την εξάλειψη των ψευδαισθήσεων μέσω των μέσων και των νέων τεχνολογιών. Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτό το βιβλίο;

Μπωντριγιάρ: Είναι δύσκολο να μιλήσω για το βιβλίο ή για το ζήτημα που αντιμετωπίζω σε αυτό. Αναφορικά με τον τίτλο, πρόκειται στην ουσία για τη δολοφονία της πραγματικότητας και ακόμη περισσότερο από την πραγματικότητα, κατά τη γνώμη μου, για τη δολοφονία των ψευδαισθήσεων. Θέλω να πω ότι η πιο σοβαρή απώλεια είναι δίχως άλλο αυτή της ψευδαί-σθησης, δηλαδή ενός μέρους διαφορετικού από τη σχέση μας με το υπάρχον. Η έννοια της πραγματικότητας είναι σχετικά πρόσφατη, εμπεριέχει ένα σύστημα αξιών μόνο προσφάτως αποκρυσταλλωμένων. Αντιθέτως, μου φαίνεται ότι η ψευδαί-σθηση είναι αναπόσπαστο μέρος της συμβολικής οργάνωσης του κόσμου και γι’ αυτό είναι πολύ πιο δυναμική. Είναι η ζωτική ψευδαίσθηση για την οποία μιλάει ο Νίτσε, αποτελούμενη από φαινόμενα, φαντασιώσεις και όλα αυτά που μπορούν να πάρουν τη μορφή μιας προβολής, σαν μια σκηνή διαφορετική από αυτή της πραγματικότητας. Και μου φαίνεται ότι αυτή έχει εντελώς εξαλειφθεί από αυτή τη λειτουργία του εικονικού την οποία, με απλά λόγια, αποκαλώ «έγκλημα», αλλά που κατά βάθος δεν είναι παρά μια μεταφορά κάπως υπερβολική και ίσως όχι πολύ σωστή, στον βαθμό στον οποίο δεν πρόκειται στην ουσία για ένα έγκλημα ή για μια δολοφονία με τη συμβολική έννοια του όρου. Όταν ο Νίτσε έλεγε, για παράδειγμα, «ο θεός είναι νεκρός», ήθελε να ταυτίσει τη δολοφονία του θεού με μια θετική επανάσταση, αν μπορώ να το πω έτσι, ενώ στην άλλη περίπτωση δεν έχουμε μια δολοφονία αλλά μια εξάλειψη, μια εξαφάνιση, μια κατάργηση, κάτι άλλωστε πολύ πιο σοβαρό. Όσον αφορά το ουσιαστικό «έγκλημα», αυτό αντηχεί ως το πραγματικό έγκλημα, σαν να λέμε αυτό που συνίσταται στην τελειοποίηση, γιατί θέλω να πω ότι αυτή η τελευταία είναι το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό το πραγματικό σύμπαν, ατελές και αντιφατικό, γεμάτο αρνητικότητα, θάνατο, αποκαθαίρεται, καθίσταται «clean», καθαρό· το αναπαράγουμε κατά τρόπο μοναδικό αλλά εντός μιας τέλειας διατύπωσης. Έτσι έχουμε τέ-λεια παιδιά χάρη στη γενετική χειραγώγηση, έχουμε τέλεια σκέψη χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη, κ.ο.κ. Η τελειοποίηση είναι συνεπώς αυτό το διεστραμμένο κατά κάποιο τρόπο ιδανικό, το οποίο αντιπροσωπεύει το πραγματικό έγκλημα. Κατά τη γνώμη μου, εν συντομία, το έγκλημα συνίσταται στην τελειοποίηση αυτού του είδους ιδανικού μοντέλου που θέλει να α-ντικαταστήσει την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως την ψευδαίσθηση.

Ερώτηση: Η θέση σου απέναντι στα μέσα είναι άκρως επικριτική: Ποιοι είναι κατά τη γνώμη σου οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι σε μια κοινωνία της πληροφορίας όπως η δική μας;

Μπωντριγιάρ: Ναι, η στάση μου είναι επικριτική και βεβαίως την υπερασπίζομαι ως αυτό που έχουμε δοκιμάσει περισσότερο σε βάθος χρόνου, παραπέμποντας κάπως στην κληρονομιά της κριτικής σκέψης· κατά βάθος, όλη η παραδοσιακή κριτική σκέψη δεν μπορεί παρά να είναι ενάντια στα μέσα, δεν μπορεί παρά να εγείρει αντιρρήσεις σε σχέση με τα μέσα. Κι εγώ έχω διατυπώσει ένα είδος ριζοσπαστικής κριτικής, όμως τώρα πια είναι πολύ γνωστό ότι δεν αξίζει τον κόπο να γυρίσουμε πίσω για μια ακόμη φορά. Κατά κάποιο τρόπο είναι αλήθεια ότι τα μέσα κάνουν τη δουλειά τους και συνιστούν ένα ουσιώδες στοιχείο στη στρατηγική του τέλειου εγκλήματος, στο οποίο με έναν συγκεκριμένο τρόπο ανήκουν: όμως κάτι τέτοιο είναι ακόμη πολύ απλό. Εγώ θα έλεγα, αντιθέτως, ότι η δική μου θέση είναι μάλλον ειρωνική σε σχέση με τα μέσα. Τα μέσα παρεμβάλλονται με τέτοιον τρόπο ανάμεσα στην πραγματικότητα και το υποκείμενο ώστε, έτσι νομίζω, δεν υπάρχουν πια πιθανές ερμηνείες καθώς η πληροφορία καθιστά ακατανόητο αυτό που συμβαίνει. Αυτό είναι σαφώς ένα σημαντικό δεδομένο· όμως, τελικά, υπάρχει πράγματι ανάγκη για αλήθεια; Στο κάτω-κάτω της γραφής, το αντικείμενο των μέσων δεν είναι ίσως η αποτελεσματική εξάλειψη της ηθικής και φιλοσοφικής αρχής της αλήθειας, προκειμένου να μπει στη θέση της μια εντελώς μη υποκείμενη σε κρίση πραγματικότητα, μια συνθήκη αβεβαιότητας η οποία, αν θέλετε, μπορεί να είναι ανήθικη και δύσκολα ανεκτή, αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι ειρωνική; Αν κάτι τέτοιο το δούμε με ειρωνική διάθεση, ανακαλύπτουμε ότι τα μέσα είναι αφιερωμένα στην αποσυναρμολόγηση αυτής της αρχής της αλήθειας, της αυθεντίας και της βεβαιότητας που αντιπροσωπεύουν άλλωστε, πρέπει να το πούμε, το θεμέλιο ενός ολόκληρου πολιτισμού αυταρχικού και ηθικά αυστηρού χαρακτήρα. Συνεπώς τα μέσα έχουν και αυτή τη λειτουργία αποσύνθεσης και μπορούν να ερμηνευτούν με μιαν άλλη έννοια. Με τον ίδιο τρόπο ολόκληρη η τεχνική εν γένει, όχι μόνο τα μέσα, αλλά και τα τεχνικά εργαλεία, οι μηχανές, κλπ, είναι κι αυτά κατά κάποια έννοια μέσα για να αποσπάται η αλήθεια από τον κόσμο και, επιπλέον, όπως έχω πει, για να εγκαθιδρυθεί ένα είδος αβεβαιότητας, παιχνιδιού και τελικά ανηθικότητας των πραγμάτων. Και ίσως έτσι μας απελευθερώνουν από την υποχρέωση να ακολουθούμε τις αρχές της αλήθειας, της αντικειμενικότητας, αλλά και όλες τις αρχές επί των οποίων έχει θεμελιωθεί η ηθική μας. Όλα αυτά, προφανώς, είναι για μας αποσταθεροποιητικά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, όμως πρόκειται πάντοτε για την ίδια ιστορία: από τη μια πλευρά χάνουμε, σε τεράστιο βαθμό, όμως αν αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση με μια κάποια προοπτική, μπορεί να οδηγηθούμε σε μια ειρωνική ερμηνεία, με την έννοια ότι η ειρωνεία μπορεί να εμπνεύσει μια οπτική εντελώς σχετική και αποσταθεροποιητική. Μπορεί να χάσουμε, σαφώς, όμως ίσως μπορεί και να βρούμε νέους κανόνες για να παίξουμε. Γι’ αυτό είμαι ριζικά επικριτικός απέναντι στα μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος ανθρωπιστικών αξιών, δηλαδή ενός πλαισίου που γνωρίζουμε και το οποίο είναι δικό μας: σε αυτό το επίπεδο χρειάζεται να είμαστε απολύτως επικριτικοί και αναμφιβόλως αδίστακτοι. Αν, όμως, αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα διαφορετικά και πάμε πέρα από τον σκοπό, πέρα από αυτή την αρχή, σε ένα ενδεχομένως άλλο σύμπαν, τότε ίσως να μπορού-με να πούμε ότι τα μέσα, η τεχνική, κλπ, δεν είναι παρά οι χειριστές κάποιου πράγματος που δεν μπορώ να περιγράψω, ενός παιχνιδιού, μιας ειρωνείας, δεν ξέρω.

Ερώτηση: Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η πραγματική σαγήνη του Ίντερνετ;

Μπωντριγιάρ: H σαγήνη; Λοιπόν, ποτέ δεν έχω μιλήσει για τη σαγήνη αναφορικά με το Ίντερνετ και θα εκπλησσόμουν αν το είχα κάνει. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει κάποιο ίχνος της, με κανέναν τρόπο, αφού η σαγήνη προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση ακριβώς μία σχέση, μια σχέση ανάμεσα σε δύο· όποιος κι αν είναι ο χαρακτήρας της σαγήνης, υπάρχει πάντοτε εντός μια δυαδικής ανταλλαγής. Στο Ίντερνετ, οριακά, υπάρχει μια αλληλεπίδραση, που με κανέναν τρόπο δεν είναι μια δυαδική σχέση, αφού δεν θεμελιώνεται στην ετερότητα, αλλά δεν είναι και μια σχέση αντιπαράθεσης, πρόκλησης, κλπ. Έχουμε, αντιθέτως, μια σχέση εμβάπτισης, αλληλεπίδρασης: εκεί μέσα δεν υπάρχει σαγήνη, το πολύ να προκαλείται, προφανώς σε συλλογικό επίπεδο, μια αντίδραση γοητείας, όμως συμβαίνει όπως όταν έχουμε την παρουσία ενός φετιχιστικού σύμπαντος, ενός λατρευτικού αντικειμένου. Δεν το λέω αυτό για να αρνηθώ αυτή την πραγματικότητα, αν και είναι αλήθεια ότι δεν συμμετέχω, δεν ανήκω σε αυτή και, συνεπώς, κατά μία έννοια είμαι κακός κριτής και μιλώ προκατειλημμένα· όμως αυτό που μου φαίνεται ξεκάθαρο είναι ότι για να υπάρχει σαγήνη χρειάζεται να υπάρχει μια σκηνή της σαγήνης και πραγματικοί, όχι απλώς διαδραστικοί ηθοποιοί, ηθοποιοί που διακυβεύουν την ταυτότητά τους με στόχο τη σαγήνη. Είτε στην ερωτική σαγήνη είτε σε οποιουδήποτε άλλου είδους σαγήνη, καλλιτεχνική, αισθητική ή άλλη, διακυβεύεται μια ταυτότητα, φτάνοντας μέχρι την απώλεια της, όμως πάντοτε στο πλαίσιο μιας δυαδικής σχέσης. Υπάρχει έπειτα μια απόλαυση στη σαγήνη που δεν έχει καμία σχέση με τη γοητεία της οθόνης και τη λειτουργία του Ίντερνετ. Γι’ αυτό όχι, κάνω μια απόλυτη διάκριση ανάμεσα σε αυτά τα δύο πράγματα και σαφώς ποτέ δεν μίλησα για τη σαγήνη σε σχέση με το Ίντερνετ, για την ακρίβεια εκεί δεν είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Υπάρχει, ωστόσο, μια σχέση έλξης, κι αυτό είναι προφανές, η λεγόμενη συλλογική γοητεία, ναι, κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρχει. Όμως επιστρέφουμε και πάλι στην προηγούμενη συζήτηση, δηλαδή πρέπει να μεταφερθούμε στο επίπεδο της ειρωνείας και να πούμε: «Όλα αυτά δεν είναι ίσως μια άλλη σκηνή, πάνω στην οποία αναπαρίσταται η κωμωδία του Ίντερνετ και όλου του εικονικού κόσμου, της κυβερνητικής, κλπ; Σε συλλογικό επίπεδο ίσως κι αυτό να είναι μονάχα ένα μεγάλο παιχνίδι, που δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να το πάρουμε στα σοβαρά, έτσι όπως καθημερινά έχουμε την κωμωδία της πολιτικής κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Λοιπόν, υπάρχει μια σκηνή της πολιτικής, η οποία, όμως, τώρα πια έχει γίνει η έδρα ενός θεάτρου αν όχι κωμικού, τουλάχιστον, σε κάθε περίπτωση, πολύ λιγότερου δραματικού, χωρίς αμφιβολία. Το Ίντερνετ είναι κάτι το καινούργιο, το αυθεντικό αν προτιμάτε, όμως όπως λέω, υπάρχει ήδη κάτι πανομοιότυπο στα μέσα. Το ίδιο το Ίντερνετ είναι ήδη διαιρεμένο στο μηντιακό σχόλιο που κάνει και στην παγκόσμια κατανάλωσή του, και μάλιστα το ίδιο το Ίντερνετ δεν είναι πλέον Ίντερνετ, αλλά έχει προσελκυστεί στο σύστημα της προσομοίωσης και κατά βάθος έχει ήδη μεταμορφωθεί. Ανήκει στην κουλτούρα του web, του net και ταυτοχρόνως βρίσκεται ήδη στην υπερ-πραγματικότητα αυτών των οντοτήτων, γιατί με αυτή την έννοια δεν σταματά, κι είναι αυτό είναι καλό: θέλω να πω ότι διαφορετικά θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι το Ίντερνετ είναι η έσχατη, η οριστική τεχνική επανάσταση και θα μπορούσαμε να σκεφτούμε «να φτάσαμε, αυτή είναι πραγματικά η απόλυτη, η ολοκληρωμένη πρόοδος». Λοιπόν, αυτό, κατά κάποια έννοια, θα ήταν ο θάνατος, αλλά ευτυχώς το Ίντερνετ ξανάγινε το αντικείμενο ενός παιχνιδιού και, στο κάτω-κάτω της γραφής, καταναλώνεται κάπως με τον τρόπο που κάποια άτομα πληρώνουν για να από-κτήσουν ένα κινητό τηλέφωνο μόνο για να δείξουν στους άλ-λους ότι το έχουν. Μπορεί να είναι εκατομμύρια τα άτομα που φέρονται έτσι, μπορεί με αυτόν τον τρόπο να έχει δημιουργηθεί μια νέα κουλτούρα, ένα νέο περιβάλλον, όμως παρόλα αυτά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να μην παίρνουμε πολύ στα σοβαρά την ιδέα ότι οι βάσεις του ανθρώπου και του πολιτισμού του θα επαναστατικοποιηθούν από μια τεχνική, όποια κι αν είναι αυτή, ακόμη και από το Ίντερνετ.

Ερώτηση: Όμως είναι αλήθεια ότι φοβίζει ο Bug της χιλιετίας, ή όχι;

Μπωντριγιάρ: Ναι, στο βάθος υπάρχει κι αυτός ο φόβος, όμως ταυτοχρόνως είναι και όπως μια γοητεία, όταν την ίδια στιγμή φοβόμαστε αλλά λέμε: «Ναι, μου αρέσει που θα συμβεί κάτι στην πραγματικότητα». Παραδόξως, πράγματι, βρισκόμαστε σε έναν κόσμο που έχει υπεραφθονία συμβάντων και πληροφοριών, ωστόσο έχει κανείς την εντύπωση ότι τώρα πια δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και γι’ αυτό αναζητεί αναμφιβόλως ένα ολικό συμβάν, κάτι που θα μπορούσε να αναπληρώσει ενός είδους κάθαρση. Κι έτσι η συμβολική λήξη της χιλιετίας χρησιμεύει ακριβώς στην αποκρυστάλλωση αυτή της αναζήτησης του φαντασιακού. Λοιπόν, εν τη παρουσία μιας ισχυρής αποκρυστάλλωσης, παράγονται αποτελέσματα άκρως θετικά και άκρως αρνητικά. Τρέφουμε δηλαδή ένα είδος ελπίδας για το έτος 2000, για την ιδέα ότι θα σβήσουν όλοι οι υπολογιστές, ότι θα ξεπλυθούν όλες οι αμαρτίες του 20ου αιώνα, τόσο γεμάτου με βία, πολέμους κλπ και ότι θα ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή με μια μορφή συλλογικής αθωότητας. Αυτή η ελπίδα υπάρχει, όμως, ταυτοχρόνως, πιστεύω ότι συνοδεύεται από μια αντίστροφη ελπίδα, ότι δηλαδή, ακριβώς, δεν θα καταρρεύ-σουν τα πάντα, αλλά ότι θα υπάρξει μια πραγματική κατά-στροφή, ένα ατύχημα δεν ξέρω κι εγώ τι είδους, το οποίο θα δώσει ζωή σε ένα συμβάν πραγματικά κρίσιμο και καθοριστικό. Ιδού λοιπόν γιατί όλα τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με αυτό το τέλος του αιώνα είναι, στο κάτω-κάτω της γραφής, μεγάλα ψευδο-συμβάντα, μεγάλες παγκόσμιες παραγωγές, είτε πρόκειται για τη λαίδη Νταϊάνα είτε για τον Κλίντον είτε για οτιδήποτε άλλο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν δεδομένα αλλά είδη σεναρίων για μαζική κατανάλωση, όχι απλά γεγονότα. Εν συντομία, δεν ξέρω να πω τι ελπίζει ο κόσμος: περιμένει, ταυτοχρόνως, το χειρότερο και το καλύτερο, και είμα-στε τυχεροί, γιατί αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη χώρος για το φαντασιακό.

Ερώτηση: Έχεις υποστηρίξει ότι η σημερινή κοινωνία θα μπορούσε να καταστείλει ακόμη και την ίδια την ιδέα του θανάτου. Τι αντιπροσωπεύει τότε για σένα η κλωνοποίηση;

Μπωντριγιάρ: Αντιπροσωπεύει, αν θέλετε, μια τροπικότητα αυτής της τεχνητής αθανασίας, έναν δρόμο για να πάμε πέρα από τον θάνατο, έχοντας σαν στόχο το να μην υποστούμε την πλέον θλιβερή μοίρα των έμβιων όντων, δηλαδή όντας σεξουαλικοί και θνητοί να φτάσουμε να βρούμε ένα πλήρες υποκατάστατο του να είμαστε νεκροί. Μπορούμε να αναπαράγουμε με έναν μοναδικό τρόπο αυτό που είμαστε και μάλιστα επ’ άπειρον, αφού τελικά βρήκαμε την αθανασία των πρωτοζωικών όντων, των οργανισμών που υπάρχουν χωρίς τη σεξουαλική αναπαραγωγή, των χρόνων της αναπαραγωγής με ένα μοναδικό αντίγραφο. Αυτή είναι, συνεπώς, μια μορφή αθανασίας και όχι ότι δεν θα υπάρχει πλέον ο ατομικός θάνατος, αλλά στη θέση του θα έχουμε ένα τεχνικό εγχείρημα, το οποίο μπορεί να γίνει μέχρι και φαντασιακό. Δεν ξέρω καλά ποιος από τους δύο όρους προηγείται, αν είναι η τεχνική που σέρνει το φαντασιακό ή το αντίστροφο, αν είναι το φαντασιακό που κατευθύνει την τεχνική· όμως η ιδέα της αποβολής του θανάτου, της εξάλειψής του από το περιβάλλον της ζωής και τελικά η διατήρηση από τη ζωή το δίχως άλλο των καλών πλευρών της, ακυρώνοντας όλες τις αρνητικές της, όλα αυτά είναι ήδη παρόντα, θέλω να πω, στην ιδέα, στη φανταστική προβολή. Έτσι αυτή η ιδέα υλοποιείται στη συνέχεια με τις τεχνικές, που θα γίνουν αυτό που θα γίνουν, όμως είναι βέβαιο ότι αναγκαστικά θα μπουν στην πράξη: κάτι τέτοιο είναι προφανές, αφού η έλξη είναι πολύ έντονη και ακόμη και αν κάποιες επιτροπές ηθικής και πάει λέγοντας κινητοποιηθούν, η συλλογική έλξη είναι ανίκητη. Συνεπώς θα συμβεί, θα γίνει πράγματι μια προσπάθεια να εξαλειφθεί ο θάνατος, ο ατομικός: για κάτι τέτοιο μιλάω, αφού, ωστόσο, από τον θάνατος ως τέτοιο θα μείνει ένα φά-ντασμα, ένα φάντασμα που διαπερνά τις διάφορες εποχές και είναι τόσο παλιό όσο ο κόσμος και ανήκει στον ίδιο τον πολιτισμό μας, αφότου αυτός είναι ο πρώτος που μας παρέχει τα εργαλεία για να προκαλούμε τον θάνατο. Όσο ένα φάντασμα παραμένει φάντασμα, έχει καλώς, ανήκει στο φανταστικό, όμως όταν έχουμε τα εργαλεία για να το κάνουμε πραγματικότητα, τότε, θα έλεγα, ο κίνδυνος είναι μέγιστος, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, γιατί πράγματι κινδυνεύουμε να τον συναντήσουμε όπως εκείνο το φάντασμα που είναι το ίδιο θνητό, με τη χειρότερη έννοια του όρου. Αυτό μπορεί πράγματι να σημαίνει τίποτα λιγότερο από την εξαφάνιση του είδους, όμως αυτό είναι το διακύβευμα.

Ερώτηση: Από όλα αυτά μπορεί να προέλθει μια νέα ηθική;

Μπωντριγιάρ: Πιστεύω πως όχι. Σαφώς, κάθε προσπάθεια αντίθεσης σε αυτή τη διαδικασία, να ξαναδημιουργηθεί, να βρεθεί σε αυτή ένα ηθικό νόημα, δηλαδή να υπάρξει μια ηθική της επαναρρύθμιση, μου φαίνεται προορισμένη να ηττηθεί. Δεν βλέπω την ελάχιστη πιθανότητα οικειοποίησης μιας ηθικής ανάλογης με αυτό το νέο φαινόμενο, γιατί η ηθική προϋποθέτει, κατά βάθος, μια ουσία του ανθρώπου ως τέτοια, μια αρχή, πώς να το πούμε;, ελευθερίας, ευθύνης, κλπ. Το άτομο με την ελευθερία του, σε σχέση με την κοινωνική διάσταση και πάει λέγοντας –όλα αυτά τα στοιχεία έχουν σε μεγάλο βαθμό περιθωριοποιηθεί στο πλαίσιο αυτού του νέου εγχειρήματος. Δεν βλέπω πια μια ηθική, αλλά δεν πιστεύω πως κάτι τέτοιο πρέπει να μας οδηγήσει στην απόγνωση. Αυτό το εγχείρημα είναι πράγματι θεμελιωδώς ανήθικο και δεν πιστεύω πως οποιαδήποτε ηθική επιτροπή μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Άλλωστε, αν δούμε καλύτερα όλες αυτές τις ηθικές επιτροπές, θα διαπιστώσουμε αμέσως και εκ των προτέρων πως είναι προορισμένες να ηττηθούν, όμως θα συνεχίσουν να δημιουργούνται αφού υπάρχει ανάγκη σωτηρίας της ψευδαίσθησης για την ύπαρξη μιας ηθικής: πρέπει, παρά το γεγονός ότι όλη αυτή η κοινωνία αντανακλάται σε κάποιο είδος ηθικού και φιλοσοφικού καθρέφτη, αφού δεν μπορεί να αφιερωθεί ηθικά σε ένα τέτοιου τύπου εγχείρημα αλλά οφείλει να ενατενίζεται μια εικόνα όμοια με την ίδια, να θρέφει, θα μπορούσα να πω, μια κάποιου είδους νο-σταλγία για ένα σύστημα αξιών. Όμως ένα τέτοιο σύστημα αξιών κομματιάζεται από αυτό το επιστημονικό ή ίσως παρα-επιστημονικό εγχείρημα. Δεν μπορώ να κρίνω την επιστημονική αρχή αυτής της ιστορίας ούτε την αντικειμενική φύση των πραγμάτων. Όμως,  αναλογιζόμενοι τις συνέπειες, είναι αλή-θεια ότι προπάντων το ηθικό, το φιλοσοφικό αλλά και το κοινωνικό σύμπαν, βρίσκονται σε μεγάλη καθυστέρηση.

 

(26 Απρίλη 1999)