Ο (ιστο)"Χωρος" της Ελευθεριακης Κουλτουρας
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026
ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΕΝΟΣ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ
Ακριβώς απέναντι από την είσοδο της στοάς που οδηγεί στην είσοδο του κτιρίου στην οδό Πανεπιστημίου με τον αριθμό 64, υπήρχε μέχρι πρόσφατα ένα περίπτερο, του οποίου η λειτουργία ήταν συνεχής από το 1989, όταν δηλαδή αποφάσισα να εγκαταστήσω εκεί το ατελιέ των γραφικών τεχνών που ήθελα να ανοίξω. Ο πατέρας μου, πάντοτε προνοητικός σε σχέση με την αγορά ακινήτων, είχε αγοράσει (σε πολύ προσιτή τιμή μάλιστα!) το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64, θεωρώντας ότι μετά την αποφοίτησή μου από το Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ύπαρξη ενός χώρου στο κέντρο της πόλης θα με βοηθούσε στην καριέρα μου είτε ως οικονομολόγου είτε ως δικηγόρου (αφού και ως προς το δεύτερο επάγγελμα έδειχνα μια κάποια κλίση και θα μπορούσα να τελειώσω και τα νομικά μετά τα οικονομικά). Τελικά εγώ δεν ασχολήθηκα με τα οικονομικά, αν και πτυχιούχος με πολύ καλό βαθμό, πολύ δε περισσότερο δεν ασχολήθηκα με τα νομικά, παρά μόνο μέσα με την εντρύφησή μου στο δίκαιο αλλά σε ένα εντελώς άλλο, πολιτικό και φιλοσοφικό, επίπεδο. Όμως το γραφείο της Πανεπιστημίου 64 με περίμενε, κι όταν ήταν πλέον προφανές ότι η τυπογραφία θα ήταν η ενασχόληση, επαγγελματική και υπαρξιακή, στη ζωή μου, δεν μπορούσα παρά να στήσω το όλο εγχείρημα εκεί. Ατελιέ γραφικών τεχνών και έδρα των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Εκείνη την πολύ μακρινή πλέον εποχή, μιλάμε για 37 χρόνια πριν, η στοά της Πανεπιστημίου 64 έσφυζε από ζωή, με κύριο χαρακτηριστικό την ύπαρξη δύο μεγάλων καταστημάτων ρουχισμού, κι ένα καφενείο στο βάθος, που τροφοδοτούσε με καφέ, αναψυκτικά, φαγητό κλπ, ολόκληρο το κτίριο. Και, ακριβώς απέναντι από την είσοδο, όπως προείπα, υπήρχε το περίπτερο του κυρίου Κώστα. Με το πέρασμα των χρόνων, όπως είναι φυσικό, έγινα φίλος με όλους τους μαγαζάτορες της στοάς αλλά και της γύρω περιοχής, με αποτέλεσμα η Πανεπιστημίου 64 και τα πέριξ, να αποτελούν έκτοτε τη γειτονιά μου. Καθώς περνούσα στο ατελιέ περισσότερες ώρες απ’ ότι είτε στην κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου, είτε στα Πατήσια όπου μετά έφτιαξα το ατομικό μου σπίτι, θεωρούσα ότι φιγούρες όπως οι θυρωροί του κτιρίου ή τύποι σαν τον κύριο Κώστα, θα ήταν πάντοτε εκεί, όπως κι εγώ άλλωστε, που όπως έχω πει και στο τέκνο μου Ερρίκο, «Όλα να τα πουλήσεις αγόρι μου εκτός από ένα, το γραφείο της Πανεπιστημίου 64, σταθερό οχυρό στο κέντρο της μητρόπολης». Το τι έχω ζήσει σε αυτό το γραφείο θα απαιτούσε ένα πολυσέλιδο βιβλίο για να περιγραφεί και δεν είναι της παρούσης. Εδώ θέλω να μιλήσω γι’ αυτό το περίπτερο, που με ένα περίεργο τρόπο σημάδεψε τη ζωή μου. Κατ’ αρχήν κι επειδή εγώ πήγαινα στο γραφείο πολύ «περίεργες» ώρες, η καθημερινή μου καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα, γινόταν πάντοτε με τον κύριο Κώστα, ο οποίος δούλευε το περίπτερο απίστευτες ώρες, κάνοντάς με να πιστεύω ότι μπορεί και να κοιμόταν εκεί μέσα, όπως έκανα κι εγώ άλλωστε στο γραφείο μου. Κάτι αδύνατο βέβαια, αφού το μεν δικό μου γραφείο είναι μια μικρή γκαρσονιέρα, με τουαλέτα κλπ, το να κοιμάται κάποιος μέσα σε ένα κλασικό περίπτερο είναι πέραν κάθε φαντασίας. Όμως εμένα επειδή μου άρεσε και ακόμη συνεχίζει να μου αρέσει να φαντάζομαι απίθανα πράγματα, δεν θεωρούσα και τόσο αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από τον κύριο Κώστα ψώνιζα τα τσιγάρα μου, «Καρέλια Αγρινίου», μπαταρίες, τσατσάρες, προφυλακτικά, σοκολάτες, πατατάκια, αναψυκτικά, τα μικροπράγματα δηλαδή που μπορεί να ψωνίσει κανείς σε ένα περίπτερο. Μια συνήθεια που τη συνέχισα κι όταν άλλαξε η ιδιοκτησία του περιπτέρου. Ένα πρωί είδα ένα συμπαθητικό ζευγάρι να μιλάει με τον κύριο Κώστα και λίγες μέρες μετά, ήταν εκείνος που μου ανακοίνωσε ότι είχε βγει στη σύνταξη και είχε πουλήσει το περίπτερο στον Βασίλη και στη σύζυγό του. Όντας πλέον «παράγοντας» της Πανεπιστημίου 64, σύντομα έγινα φίλος με τον νέο ιδιοκτήτη, ο οποίος, έχοντάς με δει να περνάω επανειλημμένως με τις διαδηλώσεις του αναρχικού χώρου, είχε καταλάβει το «ποιον» μου, χωρίς ποτέ να κάνει ένα προσβλητικό ή απορριπτικό σχόλιο. Μετά μάλιστα τα γεγονότα του 2008, όταν με τον παντοτινό σύντροφο και αδελφό Ηλία και τον τότε θυρωρό της μεσαίας βάρδιας Πλάτων, σώσαμε το κτίριο από μια πυρκαγιά που ξέσπασε μετά από ρίψη μολότωφ στο κατάστημα ρούχων «Γιαννακόπουλος» που βρισκόταν στο ισόγειο, κι αυτό ακριβώς απέναντι από το περίπτερο, το άγχος του Βασίλη για την περιουσία του που έτσι κι αλλιώς ήταν μεγάλο, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κι έτσι πάντοτε πριν από μια μεγάλη διαδήλωση και κυρίως αυτές που συντάραξαν τη μητρόπολη Αθήνα τη διετία 210-2012, με ρωτούσε αν θα γίνουν φασαρίες και μου ζητούσε να μεσολαβήσω στους διαδηλωτές να μην του το κάψουν, γιατί ήταν ο μοναδικός πόρος στη ζωή του. Ματαίως του εξηγούσα ότι οι αναρχικοί δεν λεηλατούν ούτε καίνε περίπτερα, ότι το καλύτερο που θα είχε να κάνει ήταν να το κλείνει όταν γίνονταν «επικίνδυνες» διαδηλώσεις για να έχει το κεφάλι του ήσυχο, ότι δεν είχα τέτοια δύναμη ώστε να μπορώ να αποτρέψω πιθανή εκτροπή από πιθανώς «ανεγκέφαλα» στοιχεία κλπ, κλπ. Ο Βασίλης, σχεδόν εμμονικά, δεν το έκλεινε, περίμενε ανήσυχος μαζί με τη γυναίκα του να περάσει η διαδήλωση και μετά, την επόμενη μέρα, όταν του έλεγα «είδες Βασίλη, τίποτα δεν έγινε», αυτός με ευχαριστούσε για την κατανόηση των αναρχικών! Απίθανα πράγματα. Ακόμη και την περίφημη νύχτα της 12ης Φλεβάρη 2012, με τις εκτεταμένες ταραχές και φωτιές στο κέντρο της μητρόπολης, αλλά και τις λεηλασίες σε καταστήματα της γύρω περιοχής, το περίπτερο του Βασίλη, όπως και το καπνοπωλείο του φίλτατου Θανάση (όπου πλέον αγοράζω τα πούρα Τοσκάνο που από τις αρχές του 2000 καπνίζω πλέον συστηματικά, έχοντας κόψει τα «Καρέλια Αγρινίου») και το φαρμακείο του κυρίου Μάκη, έμειναν αλώβητα, κάτι που οι ιδιοκτήτες τους θεωρούσαν, λανθασμένα βέβαια, ότι οφειλόταν στη σχέση που είχαν με μένα κι εγώ με τον αναρχικό χώρο. Ο Βασίλης είχε γνωρίσει την Άννα και τον Ερρίκο, τον οποίο πάντοτε κάτι κερνούσε όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Μας θεωρούσε το «τέλειο» ζευγάρι και μου το είχε πει επανειλημμένως. Έτσι δεν μπορώ να ξεχάσω το απορημένο και έκπληκτο βλέμμα του όταν ένα απριλιάτικο βράδυ του 2024 με είδε να καταφτάνω αγκαλιά με τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα μετά τον χωρισμό μου με την Άννα, λίγο πριν κλείσει το μαγαζάκι του. Η δε έκπληξή του έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάνα χρόνο μετά, με είδε να αγκαλιάζω, πάλι ένα μαγιάτικο απόγευμα του 2025, τον επόμενο μεγάλο μου έρωτα, που ήρθε τρέχοντας προς το μέρος μου να με συναντήσει μετά από μια σύντομη απουσία από την Αθήνα. Ποτέ δεν μου είπε τίποτα, ποτέ δεν με ρώτησε τι είχε συμβεί στα οικογενειακά μου, αλλά πάντοτε με κοιτούσε με απορία και συνέχισε να κερνάει κάτι τις τον Ερρίκο όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Και να, τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 2026, όταν είδα το περίπτερο κλειστό μετά από πολλά-πολλά χρόνια και ρώτησα τον εναπομείνοντα θυρωρό του κτιρίου της Πανεπιστημίου 64, άλλο αγαπημένο φίλο, τον Παντελή, τι συμβαίνει, εκείνος μου είπε ότι ο Βασίλης είχε κλείσει το περίπτερό του. Ένιωσα πολύ παράξενα, εγώ πλέον στη σύνταξη, ο Παντελής κι αυτός σε λίγο θα μας αποχαιρετίσει, ο Βασίλης έφυγε, οι παλιοί καταστηματάρχες την είχαν κάνει από καιρό, η σύνθεση του πληθυσμού του γραφείου έχει αλλάξει ριζικά, οι έρωτες μου με την Άννα και τις επόμενες κυρίες κι αυτοί οριστικά τελειωμένοι. Σήμερα, που πήγα στο γραφείο και δεν είπα τη συνηθισμένη μου καλημέρα στον Βασίλη, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πλέον σε ένα τέλος εποχής. Κι έτσι κάθισα να γράψω αυτό το κείμενο, σαν έναν αποχαιρετισμό σε μια περίοδο της ζωής μου που ήταν και η πλέον γόνιμη στο μέχρι τώρα βίο μου. Ο Βασίλης δεν θα με ξανακοιτάξει ποτέ πλέον απορημένος, ο Παντελής δεν θα μου δώσει την αλληλογραφία μου και δεν θα εισπράξει τα κοινόχρηστα, εγώ στο γραφείο πάω ολοένα και λιγότερο, το τηλέφωνο σπανίως χτυπάει (όλοι και όλες πια με παίρνουν στο καταραμένο κινητό), ο Ερρίκος τελειώνει σε λίγους μήνες το δημοτικό και θα πάει γυμνάσιο. Κοινοτοπία, αλλά πώς περνούν τα χρόνια! Υ.Γ. Το καλοκαίρι του 2024 είχα ανεβάσει στο blogspot ένα κείμενο για την απώλεια. Συνεχώς με βασανίζει το ερώτημα για τη σχέση της απώλειας με τον χρόνο, αν το πέρασμα του τελευταίου απαλύνει τον πόνο της πρώτης, όπως συνήθως λέγεται, ή αν, αντιθέτως, όσο περνάει ο χρόνος τόσο πιο έντονος γίνεται ο πόνος από το χάσιμο πραγμάτων, καταστάσεων, προσώπων που κάνουν τη ζωή, έστω και με έναν αναπάντεχο τρόπο, μαγική. Δεν ξέρω αν μπορεί κάποια ή κάποιος να δώσει μια οριστική απάντηση, μάλλον όχι, όμως εμένα, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η απώλεια ειδικά κάποιων ανθρώπων που έκαναν το σύντομο ή μεγαλύτερο πέρασμά τους από το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64. Θεωρώ πως θα είμαι ο τελευταίος που θα φύγει από το κτίριο, αλλά ποιος ξέρει, η ζωή είναι απρόβλεπτη, πάντοτε υπάρχουν όμορφα πράγματα που μπορεί να ζήσει κανείς ακόμη κι όταν θεωρεί πως ο κύκλος ενός ατελιέ γραφικών τεχνών και η έδρα ενός εκδοτικού οίκου έχει κλείσει οριστικά.
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026
Και πάλι για τους μάγειρες και την πολιτική - Giorgio Agamben
Είναι καλό να σκεφτούμε τη φράση, αποδιδόμενη στον Λένιν –αν και δεν φαίνεται να την εκστόμισε ποτέ– σύμφωνα με την οποία «κάθε μαγείρισσα μπορεί και πρέπει να μάθει να κυβερνάει το κράτος». Η Χάνα Άρεντ, σχολιάζοντας το ψευτολενινικό ρηθέν, έγραψε ότι στην αταξική κοινωνία «η διοίκηση της κοινωνίας θα έχει γίνει τόσο απλή, ώστε οποιαδήποτε μαγείρισσα θα έχει τα προσόντα να την αναλάβει». Ο Λούτσο Μάγκρι είχε παρατηρήσει δικαίως, χρόνια μετά, ότι η φράση του Λένιν θα πρέπει να αντιστραφεί, με την έννοια ότι «το κράτος θα μπορεί να κυβερνηθεί από μια μαγείρισσα μόνο στον βαθμό στον οποίο δεν θα υπάρχουν πια μαγείρισσες».
Στο μοναδικό απόσπασμα που μια μαγείρισσα εμφανίζεται στα γραπτά του, ο Λένιν είπε, στην πραγματικότητα, κάτι διαφορετικό και αλλιώς αρθρωμένο. «Δεν είμαστε ουτοπιστές», έγραψε σε ένα άρθρο του το 1917, «ξέρουμε ότι μια μαγείρισσα ή ένας οποιοσδήποτε χειρώνακτας δεν θα είναι σε θέση να συμμετάσχουν αμέσως στη διοίκηση του κράτους. Ως προς αυτό συμφωνούμε με τους Καντέτους, με την Μπρεσκόφσκαγια, με τον Τσερετέλι. Όμως διαφοροποιούμαστε από αυτούς τους πολίτες αφού ζητάμε την άμεση ρήξη με την προκατάληψη ότι μόνο οι πλούσιοι ή οι προερχόμενοι από μια πλούσια οικογένεια λειτουργοί, μπορούν να κυβερνούν το κράτος, να διεκπεραιώνουν τις τρέχουσες, καθημερινές εργασίες της διοίκησης. Εμείς θέλουμε οι συνειδητοποιημένοι εργάτες και στρατιώτες να κάνουν τη μαθητεία τους στη διοίκηση του κράτους κι αυτή η μελέτη πρέπει να ξεκινήσει αμέσως ή, με άλλα λόγια, πρέπει να ξεκινήσει αμέσως η συμμετοχή όλων των εργαζομένων, όλων των φτωχών σε μια τέτοια μαθητεία».
Όπως υποθέτουν τα λόγια του Λένιν, το παράδειγμα που κρύβεται πίσω από την ουτοπική κυβέρνηση της μαγείρισσας είναι αυτό του διοικητικού κράτους, σύμφωνα με το οποίο μόλις εξαλειφθεί η κυριαρχία του καπιταλισμού, η πολιτική θα καταστεί, όπως είχε επαναλάβει και ο Ένγκελς, η απλή «διαχείριση των πραγμάτων». Ή, αν θέλετε, η πολιτική θα εμφανίζεται με τη μορφή της «αστυνομίας» η οποία, ξεκινώντας από τους θεωρητικούς της αστυνομίας τον 18ο αιώνα, είναι ο όρος με τον οποίο μεταφράζεται η ελληνική λέξη «πολιτεία». «Αστυνομία», διαβάζουμε επίσης στη μετάφραση του Πλούταρχου από τον Μαρτσέλο Αντριάνι, δημοσιευμένη στη Φλωρεντία του 1819, «σημαίνει την τάξη με την οποία κυβερνιέται μια πόλη και διοικούνται οι δήμοι ανάλογα με τις ανάγκες τους· κι έτσι λέμε ότι υπάρχουν τρεις αστυνομίες, η μοναρχική, η ολιγαρχική και η δημοκρατία».
Αυτό είναι το παράδειγμα του administrative state, που θεωρητικοποίησαν ο Σανστάιν και ο Βερμιούλ και το οποίο επιβάλλεται σήμερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, με το κράτος να μοιάζει να είναι απλώς μια διοίκηση και μια κυβέρνηση, με την «πολιτική» να έχει μετατραπεί εντελώς σε «αστυνομία». Είναι σημαντικό το γεγονός ότι, ακριβώς σε ένα κράτος που γίνεται, με αυτή την έννοια, αντιληπτό σαν «κράτος της αστυνομίας», ο όρος καταλήγει να αποτυπώνει τη λιγότερο εποικοδομητική πλευρά της κυβέρνησης, δηλαδή τα σώματα που είναι προορισμένα να εξασφαλίζουν, σε τελική ανάλυση, μέσω της ισχύος, την κυβερνητική λειτουργία του κράτους. Αυτό που σήμερα βλέπουμε με κτηνώδη διαφάνεια είναι, πράγματι, ότι ακριβώς αυτό το κράτος, το φαινομενικά ουδέτερο, που υποκρίνεται ότι επιδιώκει μονάχα την καλή διαχείριση των πραγμάτων και των ανθρώπων, μπορεί να αποδειχτεί, ακριβώς γι’ αυτό, στερούμενο ορίων οποιασδήποτε φύσης ως προς τη δράση του. Ο μάγειρας είναι σήμερα η κατ’ εξοχήν μορφή του τυράννου.
Σε καμία περίπτωση η πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί στην απλή διοίκηση, ακόμη και με τη μορφή μιας καλής κυβέρνησης που διαβρώνεται μοιραία σε κακή κυβέρνηση. Καθώς συμπίπτει με την ελεύθερη μορφή ζωής των ανθρώπινων όντων, η πολιτική είναι ουσιαστικά ακυβέρνητη και αδιοίκητη. Γι’ αυτό ο πίνακας του Λορεντσέτι στη Σιένα που αναφέρεται στην καλή κυβέρνηση δείχνει σε πρώτο επίπεδο τα παιδιά που χορεύουν. Η «καλή κυβέρνηση» δεν είναι μια κυβέρνηση.
Το μυστήριο της εξουσίας - Giorgio Agamben
Μπορούμε να διαβάσουμε τη δεύτερη επιστολή του Παύλου στους Θεσσαλονικείς σαν μια προφητεία που αφορά τη σημερινή κατάσταση της Δύσης. Ο απόστολος επικαλείται εδώ «ένα μυστήριο της ανομίας», την «απουσία νόμου», που είναι εν ενεργεία αλλά δεν θα οδηγήσει στην πραγμάτωση της δεύτερης έλευσης του Ιησού Χριστού, αν πρώτα δεν εμφανιστεί ο «άνθρωπος της ανομίας, ο γιός της καταστροφής, εκείνος που αντιτίθεται και υψώνεται υπεράνω κάθε όντος που θα αποκληθεί Θεός ή θα είναι ένα αντικείμενο λατρείας, φτάνοντας να εδραιωθεί στον ναό του Θεού, εμφανιζόμενο σαν Θεός». Υπάρχει, λοιπόν, μια εξουσία που συγκρατεί αυτή την αποκάλυψη (ο Παύλος την επικαλείται απλώς, χωρίς να την ορίζει καλύτερα, «αυτό που συγκρατεί, το κατέχον»). Πρέπει, έτσι, αυτή η εξουσία να στερείται μέσου, γιατί μόνο τότε «θα αποκαλυφθεί το άνομο (το χωρίς νόμο) που ο κύριος Ιησούς θα εξαλείψει με μια αναπνοή του στόματός του και θα καταστήσει ανενεργό με την εμφάνιση της άφιξής του». Η θεολογικο-πολιτική παράδοση ταύτισε αυτή την «εξουσία που συγκρατεί» με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία (έτσι έκανε ο Τζιρόλαμο και, πολύ πιο μεά, ο Καρλ Σμιτ) ή με την ίδια την Εκκλησία (ο Τικόνιος και ο Αυγουστίνος). Είναι προφανές, σε κάθε περίπτωση, ότι η εξουσία που συγκρατεί ταυτίζεται με τους θεσμούς που βασιλεύουν και κυβερνούν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Γι’ αυτό η εξάλειψή τους συμπίπτει με την άφιξη του άνομου, του «χωρίς νόμο», που παίρνει τη θέση του Θεού και «με σημάδια και ψευτοθαύματα οδηγεί στην απώλεια «εκείνους που τον απαρνήθηκαν από αγάπη για την αλήθεια».
Μπορούμε να δούμε το μυστήριο της ανομίας όχι τόσο σαν ένα πέρα από τον χρόνο μυστικό, του οποίου το μοναδικό νόημα είναι να δώσει ένα τέλος στην ιστορία, όσο, μάλλον, σαν ένα ιστορικό δράμα («μυστήριον» στα ελληνικά σημαίνει «δραματική δράση»), που ταιριάζει απόλυτα σε αυτό που ζούμε σήμερα. Οι κυρίαρχοι θεσμοί μοιάζουν να έχουν χάσει το νόημά τους και κυριολεκτικά στερούνται κάθε μέσου, αφήνοντας στη θέση τους την ανομία, μια απουσία νόμου, που θέλει να είναι, μπορούμε να πούμε, νόμιμη, αλλά, εν τοις πράγμασι έχει παραιτηθεί κάθε νομιμότητας. Το κράτος (η αρχή που συγκρατεί) και το «χωρίς νόμο» είναι , την πραγματικότητα, οι δύο όψεις του ίδιου μυστήριου: του μυστήριου της εξουσίας. Όπως σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν χωρίς κανέναν δισταγμό, τον «άνθρωπο της ανομίας», το «χωρίς νόμο» σκιαγραφεί τη φιγούρα της κρατικής εξουσίας η οποία, εγκαταλείποντας τις συνταγματικές αρχές και την ηθική που παραδοσιακά την περιόριζαν και, μαζί τους, «την αγάπη για την αλήθεια», αφήνεται στα «σημάδια και τα ψευδοθαύματα» των όπλων και της τεχνολογίας. Είναι αυτή η σύγχυση της αναρχίας και της νομιμότητας σε μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία έχει γίνει διαρκές, που οφείλουμε να ξεμασκαρέψουμε και να καταστήσουμε σε κάθε πλαίσιο ανενεργή.
7 Γενάρη 2026
Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Ο Αγκάμπεν, για μια ακόμη φορά, επικαλείται τον Παύλο και τον «κατέχοντα» για να μιλήσει για μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία, πριν καλά καλά μπει η καινούργια χρονιά, έδειξε τα δόντια της στη Βενεζουέλα. Όμως αν ο Αγκάμπεν πιθανώς προσμένει έναν θεό για να δώσει λύσει στο πρόβλημα της ανομίας, που εμφανίζεται τόσο ωμά μπροστά στα μάτια μας (και το ωραίο είναι ότι την ανομία την επικαλούνται αυτοί που την ασκούν και επωφελούνται από αυτή όταν θέλουν να χτυπήσουν τα κινήματα του κοινωνικού ανταγωνισμού), τι μπορούμε να περιμένουμε εμείς που δεν πιστεύουμε σε έναν τέτοιο θεό; Η αδυναμία μας είναι πρόδηλη, κι αυτό έχει φανεί όχι μόνο σε περιπτώσεις όπως η Γάζα ή η Βενεζουέλα, αλλά και στην πολύ μικρότερη κλίμακα των αντιστάσεών μας όταν χτυπιούνται κοινωνικοί χώροι με μακρά ιστορία όπως, για παράδειγμα, η κατάληψη Ασκατασούνα στο Τορίνο, ή, στη δική μας περίπτωση, τα αναρχικά στέκια παντού στην Ελλάδα ή οι πορείες του αντιεξουσιαστικού χώρου όπως συνέβη στις 6 Δεκέμβρη 2025. Αμηχανία, λοιπόν, το λιγότερο και προσμονή καλύτερων ημερών, οι οποίες όμως περνούν μόνο από τα δικά μας χέρια ή, τα χέρια αυτών που πιστεύουν ότι μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δύσκολα τα πράγματα, έτσι όπως έχουν αυτή τη στιγμή, με την ευχή για μια καλή χρονιά να ακούγεται κάπως γκροτέσκα. Όμως δεν μας μένει τίποτα άλλο, πέρα από τον συνεχή, με πείσμα αγώνα, ίσως μέχρι τελικής πτώσεως. Αλλά τουλάχιστον να μην ξεφτιλιστούμε για ένα κοστούμ’ στο γιουσουρούμ.
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025
Για μια κριτική του ατόμου-μάζα - Gigi Roggero
![]() |
| Chad Gadya (Η ιστορία μιας κατσίκας), 1919, El Lissitzky |
Σε ένα βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε λίγα χρόνια πριν, Per la critica della libertà, Derive Approdi 2023, προσπαθήσαμε να αποδιαρθρώσουμε την προϋπόθεση της φιλελεύθερης λατρείας, το τοτέμ της μοντερνικότητας στο σύνολό του: την ελευθερία, ακριβώς. Τώρα, πρέπει συγχρόνως τόσο να εμβαθύνουμε στο ζήτημα όσο και να κάνουμε ένα βήμα παρακάτω. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, οφείλουμε να ασχοληθούμε με το θέμα του ατόμου. Από τις απαρχές της, ξέρουμε ότι η καπιταλιστική μοντερνικότητα γεννιέται γύρω από αυτό το υποκείμενο, παρουσιασμένο με την ιδιαίτερη μορφή του πολίτη. Από τον Λοκ και πέρα, το άτομο-πολίτης είναι το άτομο-ιδιοκτήτης. Χωρίς το άτομο δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε το κράτος ούτε η αγορά, ούτε ο ανταγωνισμός ούτε η εκμετάλλευση, ούτε η ελεύθερη επιχείρηση ούτε η ελεύθερη πώληση της εργατικής δύναμης. Χωρίς το άτομο, καμία καπιταλιστική μοντερνικότητα.
Η διαλεκτική καπιταλισμού-σοσιαλισμού, πιο απλά, ήταν η αντίθεση ανάμεσα στην ηγεμονία του ατόμου και στην ηγεμονία της μάζας. Σήμερα, φτάνοντας στη φάση της υπερ-πραγματοποίησής της, η μοντερνικότητα ξεπέρασε τη θέση-αντίθεση, οδηγώντάς τη σε μια Aufhebung, στην οποία μπορούμε να πιστοποιήσουμε την ύπαρξη ενός νέου ατόμου: του ατόμου-μάζα. Η σοσιαλιστική ουτοπία για ένα απο-υποκειμενοποιημένο και ξένο ως προς το κράτος άτομο, πραγματοποιήθηκε στον καπιταλισμό με το απο-υποκειμενοποιημένο και ξένο ως προς τους αυτοματισμούς της συστημικής μηχανής άτομο. Ένα σύστημα του οποίου η ουτοπία έγκειται στη δυνατότητα λειτουργίας του χωρίς τα άτομα.
Πιο συγκεκριμένα: η καπιταλιστική μοντερνικότητα, γεννημένη από την εξύμνηση του ατόμου ως κεντρικό υποκείμενο, αποξένωσε ακριβώς το άτομο, διαλύοντάς το στη μάζα. Το άτομο-μάζα είναι η άρνηση του ατόμου, ένα ξεπέρασμα που εγελιανά συντηρεί και εξυμνεί έναν ατομικισμό χωρίς ατομικότητα.
Η σε τέτοιο βαθμό απομαγευμένη ελευθερία του ατόμου-μάζα είναι το αντίθετο της ελευθερίας με την ακριβή έννοια του όρου, δηλαδή ως ένας χώρος που προσφέρει ακραίες δυνατότητες. Εδώ δεν υπάρχει καμία δυνατότητα, αλλά μόνο ανάγκη και επανάληψη. Γιατί μια προβλέψιμη, αναμφίβολα προεξοφλημένη ελευθερία, όντας αλγοριθμική, απλά δεν είναι ελευθερία. Αρκεί να κοιτάξουμε γύρω μας και το βλέπουμε παντού. Στην κατανάλωση, για να ξεκινήσουμε από κάπου, πίσω από τη φαινομενική μοναδικοποίηση του γούστου και του στυλ ζωής, κρύβεται η τυποποίηση της μόδας, που μεταφέρεται με μια τρελή επιτάχυνση και με μια παγκόσμια ακαριαία ροή μέσω των social network. Πόσες φορές την ημέρα νιώθουμε αγανάκτηση για τα εμπορεύματα που μας προτείνονται από την Άμαζον και ανακαλύπτουμε ενοχλημένοι την ικανότητά της να μας γοητεύει; Δεν πρόκειται απλά για μια δημιουργία αναγκών: το κεφάλαιο έχει μεταμορφωθεί πλήρως σε μια τεράστια μηχανή παραγωγής επιθυμιών. Η ατομικότητα στο ποδόσφαιρο, για παράδειγμα, έχει πεθάνει: οι ικανότητες στο παιχνίδι έχουν γίνει ανεξάρτητες από τους φορείς τους, η αγορά λειτουργεί μέσω των αλγορίθμων, ο αγώνας ανάγεται πλέον σε στατιστικά δεδομένα. Και, αν θέλουμε να πάμε στη μουσική, ποιο είναι η εξέλιξη του ταλέντου στον καιρό των autotune και των ψηφιακών συνθετών; Ή μήπως να μιλήσουμε για τη γραφή ή τη μετάφραση στην εποχή της ChatGpt;
Εν συντομία, στη διαδικασία της αλγοριθμοποίησης της υποκειμενικότητας, αν από τη μια πλευρά υπάρχει μια ταχεία απαρχαίωση και αντικατάσταση της εργατικής δύναμης, από την άλλη πεθαίνει ο σουμπετερικός επιχειρηματίας. Το άτομο-μάζα, άλλωστε, φοβάται την τεχνητή νοημοσύνη γιατί ξέρει πως τώρα πια παίζει εντελώς στο δικό της γήπεδο και η ΤΧ είναι σαφώς πιο ευφυής και αξιόπιστη. Η τόσο διαδεδομένη κατάθλιψη, ασυνήθιστος παραγωγικός πόρος για τη βιομηχανία της θεραπείας, είναι η αποξένωση του ατόμου-μάζα από την ίδια την ατομικότητά του.
Ήδη εδώ και καμιά τριανταριά χρόνια ο Ρομάνο Αλκουάτι υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός είναι μια πλοκή ρόλων πριν καν γίνει πλοκή ανθρώπινων ηθοποιών. Θεωρητικά, έλεγε, μπορούν να υπάρχουν οι πρώτοι χωρίς τους δεύτερους. Έμοιαζε με μια κυβερνοπάνκ πρόκληση και ο ίδιος ο Ρομάνο επεσήμανε ότι υπήρχε και πιθανώς θα συνέχιζε να υπάρχει για μια πολύ μακρά περίοδο, ένα «ανεπίλυτο υπόλειμμα». Ήταν σε εκείνο το υπόλειμμα που συγκεντρώνονταν όχι μόνο οι συμβασιακές δυνατότητες της εργατικής δύναμης, αλλά και οι προοπτικές εξόδου από τον καπιταλισμό. Πόσο είναι ακόμη ανεπίλυτο αυτό το υπόλειμμα και πόσο είναι άλυτο;
Για να σταθούμε στο ύψος αυτού του ερωτήματος, τρομερού και ουσιώδους, δεν είναι χρήσιμος ένας νέος ανθρωπισμός, αλίμονο. Θα βρώμαγε νοσταλγία για έναν άνθρωπο που οι ίδιοι οι αγώνες έχουν ευρέως αμφισβητήσει. Αλλά και το να αγνοήσουμε σήμερα πως εκείνο το «υπόλειμμα», όπως μας έχει εξηγήσει η Ρόζι Μπραϊντότι, δεν μπορεί παρά να είναι μετα-ανθρώπινο, δηλαδή μια διαδικασία αναπόφευκτα συγκρουσιακή στη σύγκλιση ανάμεσα σε ανθρώπινα και μηχανικά στοιχεία. Το general intellect έτσι όπως το υπέθεσε ο Μαρξ στα Grundrisse –«ένα αυτοματοποιημένο σύστημα μηχανών […] που μπαίνει σε κίνηση από ένα αυτόματο, μια κινητήρια δύναμη που κινείται από μόνη της· αυτό το αυτόματο συντίθεται από πολυάριθμα μηχανικά και διανοητικά όργανα, έτσι ώστε οι ίδιοι οι εργάτες προσδιορίζονται μονάχα σαν συνειδητά όργανά του»– έχει, στην πραγματικότητα, πραγματωθεί, όμως με μια αντίστροφη μορφή σε σχέση με αυτό που κάποιοι είχαν επιθυμήσει της δεκαετία του 1990. Δεν είναι ένα πλήθος μοναδικοτήτων, αλλά ένα αρθρωμένο αλγοριθμικό πρωτόκολλο, στο οποίο τα άτομα-μάζα είναι κόμβοι εξατομικευμένοι, εξαρτημένοι από τα ψηφιακά όργανα. Ιδωμένα στη μάζα, για να παραφράσουμε τον Ρίσμαν. Η δημοκρατία, μακράν από το να αποτελεί μια αντίφαση, είναι, αντιθέτως, το κατάλληλο πολιτικό σύστημα για αυτό το αυτοματοποιημένο σύστημα, μια παγκόσμια πλατφόρμα των ατόμων-μάζα που στερούνται την ατομικότητά τους. Η αυταρχική τάση δεν είναι μια παρέκκλιση, αλλά μια συνέπεια της δημοκρατικής τυραννίας. Ο Τραμπ πραγματώνει αυτή τη δημοκρατία στην Αμερική, που τόσο τρόμαζε τον οξυδερκή Τοκβίλ.
Εδώ υπάρχει μια πρόκληση, πιθανώς κρίσιμη: πώς μπορούμε να σκεφτούμε μια επανα-υποκειμενοποίηση του ατόμου, δηλαδή μια υποκειμενοποίηση της general intellect ή, ακόμη, ένα μετα-ανθρώπινο κοινωνικό άτομο; Ο Μάριο Τρόντι έλεγε ότι «πρέπει να ξαναξεκινήσουμε από τα πάνω, γιατί από τα κάτω δεν υπάρχει πλέον δρόμος προς τα πάνω». Να οικοδομήσουμε μια νέα αριστοκρατία, έλεγε, με την αρχική έννοια του όρου, δηλαδή μια κυβέρνηση των αρίστων. Μια αριστοκρατία της επανα-υποκειμενοποίησης ενάντια στον αστό-μάζα. Για δική μας ευκολία, θα την αποκαλούσαμε πρωτοπορία της έρευνας. Σε κάθε περίπτωση, αυτούς τους επείγοντες καιρούς όπου πρέπει να τα σκεφτούμε όλα από την αρχή, δεν πρέπει να φοβόμαστε τη ριζοσπαστικότητα των λέξεων. Κατά βάθος, τι έχουμε να χάσουμε εκτός από τα device μας;
Δημοσιεύτηκε στον ιταλικό ιστότοπο Machina στις 16 Δεκέμβρη 2025
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025
Να πιστεύεις και να μην πιστεύεις - Giorgio Agamben
Το 1973, γράφοντας το βιβλίο του La convivialità [στα ελληνικά Εργαλεία για την καλή ζωή, εκδ. νησίδες], ο Ίλιτς προέβλεπε ότι η καταστροφή του βιομηχανικού συστήματος θα μετατρεπόταν σε μια κρίση η οποία θα εγκαινίαζε μια νέα εποχή. «Η συνεργική παράλυση του συστήματος που τον εξέθρεψε, θα προκαλέσει μια γενική παράλυση του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής… Σε πολύ σύντομο χρόνο ο πληθυσμός θα χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μονάχα απέναντι στους κυρίαρχους θεσμούς, αλλά και απέναντι σε εκείνους που έχουν αναλάβει συγκεκριμένα να διαχειριστούν την κρίση. Η εξουσία, ακριβώς, των σημερινών θεσμών ως προς τον καθορισμό αξιών (όπως είναι η εκπαίδευση, η ταχύτητα της κίνησης, η υγεία, η ευημερία, η πληροφορία κλπ) θα διαλυθεί ξαφνικά, ενώ παράλληλα θα γίνεται φανερός ο ψευδαισθησιακός της χαρακτήρας. Πυροκροτητής της κρίσης θα είναι ένα απροσδόκητο συμβάν, πιθανόν και μικρής σημασίας, όπως ήταν ο πανικός της Γουώλ Στρητ που οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση… Από τη μια μέρα στην άλλη, σημαντικοί θεσμοί θα χάσουν κάθε είδους σεβασμό, οποιαδήποτε νομιμότητα, μαζί με τη φήμη ότι εξυπηρετούν το κοινό καλό». Είναι καλό να σκεφτούμε για τους λόγους και τους τρόπους που αυτές οι προφητείες, κατ’ ουσίαν ορθές, μετά από σχεδόν μισό αιώνα δεν επαληθεύτηκαν (αν και πολλά συμπτώματα δείχνουν να επιβεβαιώνουν την επικαιρότητα τους). Ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής και η εξουσία που τον συνοδεύει συνεχίζουν να υπάρχουν, αν και έχουν χάσει κάθε σεβασμό και αξιοπιστία. Ο Ίλιτς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένα σύστημα θα μπορούσε να διατηρηθεί ακριβώς μέσω της απώλειας κάθε αξιοπιστίας –ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να δρουν σύμφωνα με μοντέλα και αρχές στις οποίες δεν πιστεύουν πλέον, ότι η έλλειψη πίστης, το ον ολιγόπιστος (Ματθαίος, 14, 31), θα γινόταν η φυσιολογική συνθήκη της ανθρωπότητας (και σαφώς εκείνη που έκανε αποδεκτή την απώλεια πίστης ήταν προπάντων η Εκκλησία, καθώς μεταμόρφωσε σε ένα πακέτο δογμάτων την εγγύτητα μεταξύ καρδιάς και λέξης, κάτι για το οποίο διερωτάτο ο Παύλος, Προς Ρωμαίους, 10, 6-10).
Ένα σύστημα –όπως αυτό που έχουμε ενώπιον μας– που θεωρεί δεδομένο ότι δεν το πιστεύει κανείς, που, συνεπώς θεμελιώνεται ακριβώς στην απιστία και στην έλλειψη πίστης, είναι ένας αντίπαλος ταυτοχρόνως εύθραυστος και ιδιαιτέρως δύσκολος να αντιπαλευτεί. Αυτός συλλέγει, πράγματι, ακατάπαυστα μια πίστη την οποία στερείται, όπως, σε τελική ανάλυση, είναι αδύνατο να συλλεχθούν οι πίστεις στις οποίες οι τράπεζες θεμελιώνουν την εξουσία τους. Το χρήμα λειτουργεί όχι γιατί πιστεύουμε σε αυτό, αλλά ακριβώς γιατί είναι η ίδια η μορφή της έλλειψης πίστης (όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ, ακριβώς αυτή η απουσία πίστης συνιστά τον θεολογικό χαρακτήρα του εμπορεύματος: δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε σε αυτό που μπορεί να πωληθεί και να αγοραστεί). Αντικαθιστώντας την Εκκλησία, οι τράπεζες διαχειρίζονται σοφά αλλά και ανεύθυνα την απουσία πίστης η οποία ορίζει τον κόσμο μας, αυτές είναι οι λεβίτες και οι ιερείς της νέας αθρησκείας της ανθρωπότητας.
Πώς μπορούμε να σκεφτούμε μια στρατηγική απέναντι σε ένα τέτοιο αντίπαλο; Είναι σαφώς μάταιο να καταγγέλλουμε την αναξιοπιστία και τη μη νομιμότητα, από τη στιγμή που –όπως φάνηκε ξεκάθαρα κατά τη διάρκεια της λεγόμενης πανδημίας– αυτές είναι το πρώτο πράγμα που δείχνει και διεκδικεί. Το αδύνατο σημείο του δεν είναι τόσο η έλλειψη πίστης, όσο, μάλλον, το ψεύδος στο οποίο αυτός φαίνεται υποχρεωμένος να λέει. Ανίκητη, πράγματι, θα είναι μόνο μια εξουσία η οποία, θεμελιωμένη στην απιστία, αποφασίζει να μη μιλά και αφιερώνεται στη σιωπή. Οι εξουσίες που θέλουν σήμερα να μας κυβερνούν δεν κάνουν, αντιθέτως, τίποτα άλλο από το να μιλούν και να προχωρούν σε κρίσεις, και, αντιφάσκοντας έτσι με τη βαθύτερη φύση τους, μοιάζουν, κατά κάποιο τρόπο, τόσο πως πιστεύουν όσο και ότι απαιτούν πίστη. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει εδώ κάτι πιο πολύπλοκο και λεπτό. Για όποιον δεν πιστεύει, κάθε λόγος είναι ψευδής, αφού στην έλλειψη πίστης αντιστοιχεί μονάχα η σιωπή. Όπως εκείνη η προσωπικότητα στους Δαιμονισμένους, αυτός δεν πιστεύει ότι πιστεύει, ούτε πιστεύει πως δεν πιστεύει. Αν πιστεύει, αντιθέτως, όπως μοιάζει σήμερα να συμβαίνει παντού, στη δυσπιστία του, καταστρέφει το ίδιο το θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται. Το να πιστεύεις ότι δεν πιστεύεις είναι το χειρότερο από όλα τα ψεύδη, στο οποίο εκείνος που το λέει δεν μπορεί παρά να μένει φυλακισμένος. Και είναι αυτό το ψεύδος –και όχι, όπως υπέθετε ο Ίλιτς, το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον– που θα οδηγήσει το σύστημα στην καταστροφή του.
15 Δεκέμβρη 2025
Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Καθώς αυτή η χρονιά φτάνει στο τέλος της, δεν μπορώ παρά να τη σκεφτώ όχι νοσταλγικά, αλλά, ελπίζω, δημιουργικά. Μέσα στον γενικευμένο ζόφο, που καταστρέφει συστηματικά τις ζωές τόσων πολλών ανθρώπων, δεν μπορούμε να μη δούμε, ως έσχατη ελπίδα πίστης, τις αντιστάσεις που γεννιούνται παρά την απίστευτη καταστολή που περιμένει όσες και όσους συνεχίζουν να πιστεύουν πως αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, παρά τις αντίθετες προβλέψεις. Θερμή αλληλεγγύη λοιπόν, στα συντρόφια της ιστορικής κατάληψης Askatasuna στο Τορίνο, για πολλά χρόνια καρφί στο μάτι της νεοφασιστικής εξουσίας στην Ιταλία, που είμαι σίγουρος ότι θα συνεχίσουν τον επίπονο αγώνα τους. Αλλά και θερμή αλληλεγγύη στα συντρόφια που δέχτηκαν την κτηνώδη καταστολή στις 6 Δεκέμβρη στην πορεία μνήμης για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου 17 χρόνια πριν (που λες και ήταν χθες όταν για κάμποσο καιρό νιώθαμε ότι αυτή η πόλη ήταν δική μας). Δεν ξέρω ποια είναι τελικά η δική μας πίστη, αυτή που μας κάνει να συνεχίζουμε να τρέχουμε σε μια πορεία, που πραγματικά δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Όμως θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά;
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025
Ζωή ή επιβίωση - Giorgio Agamben
Εκείνοι που σήμερα κυβερνούν, προσπαθούν να οργανώσουν την επιβίωση της ανθρωπότητας, προσπαθούν, δηλαδή, να μετατρέψουν τους ζωντανούς σε επιβιώσαντες. Όμως αυτό που επιβιώνει δεν ζει, ζει στ’ αλήθεια μόνο όποιος δεν επιβιώνει στον δικό του τρόπο ζωής και στον δικό του κόσμο. Μια γυμνή ζωή δεν υπάρχει –είναι μόνο μια αφαίρεση του δικαίου και της εξουσίας. Οι επιβιώσαντες που μας περιβάλλουν, δεν έχουν ούτε στόμα ούτε αυτιά, ούτε μιλούν ούτε ακούν, μονάχα μετρούν. Δεν χρησιμεύει σε τίποτα να τους μιλάμε. Οι ποιητές και οι φιλόσοφοι έχουν πεθάνει –γι’ αυτό με αυτούς μπορούμε να μιλάμε.
10 Δεκέμβρη 2025
Πεζό και κεφαλαίο
Μου συνέβαινε στο παρελθόν να γράφω με κεφαλαίο μια λέξη στην οποία ήθελα να δώσω μια ιδιαίτερη σημασία ή νόημα. Τώρα ξέρω ότι έκανα λάθος. Είναι καλό να τα βλέπουμε όλα με πεζά, τα κεφαλαία εμποδίζουν το βλέπειν. Και να καταλάβουμε, ότι όταν ενίοτε επισημαίνουμε την προτεραιότητα ή τη σημασία, το να κατανοήσουμε δεν είναι πλέον αναγκαίο. Γενικότερα, αν κάτι –ακόμη και ο όρος θεός ή, ακόμη χειρότερα, η λέξη κράτος– έχει ανάγκη το κεφαλαίο, σημαίνει ότι δεν πιστεύουμε αρκούντως στο πρωτείο της. Όπως έγραψε υπέροχα η Ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά: «Αν βροχή πέφτει με κεφαλαίο/την κοιτάζω· αν η πέφτει με μικρό/την αγαπώ». Με το πεζό βλέπουμε, με το πεζό ζούμε και, αν ο θεός και το κράτος δεν μας το επιβάλλουν, χωρίς κεφαλαία θα φύγουμε από την πεζή, αξιαγάπητη γη.
12 Δεκέμβρη 2025
Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Βλέποντας μια αγαπημένη φιγούρα να χάνεται στο σούρουπο μιας χειμωνιάτικης μέρας στη Χαριλάου Τρικούπη, δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς για τη διάκριση μεταξύ ζωής και επιβίωσης, για τη διάκριση του να ζεις με πάθος και να επιβιώνεις απλά. Αν μάλιστα αυτή η φιγούρα σου είχε στείλει κάποτε ένα ποίημα της Κικής Δημουλά για σε συνοδεύσει σε έναν άλλο αποχαιρετισμό, δεν μπορείς παρά να νιώσεις μια έσχατη συγκίνηση με αυτά που γράφει ο Αγκάμπεν. Δεν ξέρω πώς θα φύγω από αυτή την αξιαγάπητη γη, αλλά είτε με πεζό ή κεφαλαίο γραμμένη αυτή η μοναδική ζωή που έχουμε, είναι σαφές ότι χωρίς πάθος και πόνο, χωρίς απόλαυση και θλίψη, δεν αξίζει τον κόπο να την έχουμε ζήσει.
Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025
Στον αναγνώστη εξομολογούμαι ένα μυστικό - Marco Mazzeo
Στο ακροατήριο εξομολογούμαι ένα μυστικό. Ο Πάολο Βίρνο ήταν μανιώδης καπνιστής. Προτιμούσε τις αμαξοστοιχίες intercity από τα τρένα υψηλής ταχύτητας, γιατί οι περισσότεροι σταθμοί σήμαιναν περισσότερες στάσεις και κάθε στάση επέτρεπε ένα τσιγάρο. Όμως ποτέ δεν άναβε τσιγάρο στην τουαλέτα: ακόμη και η εξάρτηση πρέπει να έχει ένα στυλ, η υπερβολή απαιτεί κάποιο μέτρο αν θέλει να είναι τέτοια.
Επιστρέφοντας από τα μακρινά ταξίδια στην Καλαβρία, ο Πάολο σταματούσε τα αστεία, τα καυστικά σχόλια και τη συζήτηση γύρω από τη σχέση της ανθρώπινης φύσης και της γλώσσας, για να ρίξει μια ματιά έξω από το παράθυρο. Αμέσως μόλις διαγραφόταν ο «κροκόδειλος», έτσι το αποκαλούσε, το έδειχνε με το δάχτυλο, θυμίζοντάς μου: «Αυτό είναι το Ανακάπρι». Το έκανε πάντοτε και πάντοτε με εντυπωσίαζε να βλέπω τον Πάολο να παίζει στην παραλία τσαλαβουτώντας στην άμμο, αλλά με τις τσέπες του σακακιού του πάντοτε να φουσκώνουν από τα Camel. «Είναι μια χαμένη μέρα»: αυτή η φράση ήταν αναπόφευκτη αν δεν κατέβαινε στη Νάπολη για να τρέξει στο πορθμείο.
Γυρίζαμε από την Καλαβρία γιατί δουλεύαμε εκεί. Ο Πάολο Βίρνο ήταν ένας αντι-ακαδημαϊκός, συνεπώς αγαπούσε το πανεπιστήμιο. Δεν μπέρδευε το σφύριγμα [fischio] με το φιάσκο [ fiasco], τον καινοτόμο χαρακτήρα του τελετουργικού με την κούραση της τελετής. «Και αυτή τη χρονιά τους την έφερα», έλεγε γελώντας. Στους φοιτητές δίδασκε αντί για 63 ώρες 72, ενίοτε 84 αν δεν τον έπαιρναν είδηση, για να αποφεύγει εκ συστήματος τις συνελεύσεις των μικροεξουσιών και τις εκκλήσεις του μικροσκοπικού τοπικού κυρίαρχου. Καλά έκανε: μια από τις λίγες φορές που παρέκλινε από την εντολή που τον οδηγούσε στην έξοδο, κινδύνεψε να πιαστεί στα χέρια με έναν εμμονικό καθηγητάκο με μεγαλόστομη και εμμονική ευγλωττία. «Ντρέπομαι» μου είπε κοιτώντας, για πρώτη φορά αφότου τον γνώρισα, καταγής και όχι στα μάτια.
Ο Πάολο ήταν ενάντια στη μισθωτή εργασία και συνεπώς όχι μόνο ήξερε να μετράει τα ευρώ, αλλά και γνώριζε πως τα ευρώ μετράνε. Τελειώνοντας το διδακτορικό μου, βρέθηκα με μεγάλη μου χαρά να παραδίδω ένα κομματάκι από τα μαθήματά του. Ήταν 15/20 λεπτά μέσα σε δύο ώρες, ελάχιστη μονάδα της συλλογικής πανεπιστημιακής προφορικής σκέψης, ήταν πεισμένος γι’ αυτό. Μάθημα μιας ώρας δεν είναι μάθημα. Σε εκείνες τις περιπτώσεις, έμαθα σχεδόν τα πάντα από αυτά που ξέρω.
Κάθε βράδυ πηγαίναμε να δειπνήσουμε σε ένα εστιατόριο για φορτηγατζήδες μ ε το εκλεπτυσμένο όνομα «Ri-stop». Κοντά στον αυτοκινητόδρομο Σαλέρνο-Ρέτζο Καλάμπρια, αποστράγγιζε την κούραση και μερικά ψιλά από τους εξαντλημένους οδηγούς. Στη χρυσή περίοδο, είχε στη διάθεσή του ένα κόκκινο Φίατ Πούντο, δανεισμένο από έναν γενναιόδωρο σύντροφο. Οδηγούσε εκείνος κι αυτό ήταν ένα πρόβλημα: πάντοτε με το πόδι στο γκάζι, δεν κατάφερνε να κατέβει ποτέ κάτω από τα 60 την ώρα. Σπινιάριζε ακόμη και όταν πάρκαρε. «Ξέρεις, αυτό το έμαθα στις ληστείες». Αστειευόταν, όμως για να είμαι ειλικρινής, εκείνο το χαμόγελο άφηνε κάποια υπονοούμενα. Έχοντας χάσει το μεσημεριανό, ο Πάολο παράγγελνε «δύο απ’ όλα». Το αστείο του πράγματος ήταν προφανές, γιατί το δείπνο ήταν τηγανητές αντζούγιες, λιγκουίνι με θαλασσινά, πίτσα, μύδια με πιπέρι. Ένα δοξασμένο βράδυ ο εστιάτορας, ενθουσιασμένος, προσπάθησε να τον προκαλέσει, προσφέροντάς του σαν επιδόρπιο σπαγγέτι με σκόρδο και λάδι. Περιττό να πούμε ποιος κέρδισε το στοίχημα.
Κατά τον Γενάρη, ενώ το εξάμηνο πλησίαζε το τέλος του, τον πέτυχα στη βιβλιοθήκη. Εκεί, όπως και στο φοιτητικό εστιατόριο, πιστεύω πως δεν είχε μπει ποτέ. Πάντοτε θεωρούσα πως επρόκειτο για ένα κατάλοιπο από τη φυλακή, αλλά ποτέ δεν τον είχα ρωτήσει σχετικά. Τον κοίταξα με έκπληξη και ευχαρίστηση. Αυτός δεν μου είπε τίποτα ή ίσως μου είπε κάτι ελάχιστο. Έβαλε σε ένα τραπέζι δίπλα τις Φιλοσοφικές έρευνες του Βιτγκενστάιν, κάτι που έμοιαζε με φύλλο του πόκερ. Ήταν μια επιταγή 600 ευρώ: «Είναι για τη δουλειά που έκανες, το πανεπιστήμιο δεν σε πληρώνει, το ξέρω πως δεν είναι πολλά». Το πανεπιστήμιο δεν πλήρωνε, αυτός ναι και μάλιστα από την τσέπη του.
Διαβάζω στο περιοδικό «Nature»: από τις 7 Νοέμβρη ο κόσμος φαίνεται να έχει μετατοπίσει τον άξονα του κατά μερικές μοίρες. Η περιστροφική κίνηση της Γης δεν είναι η ίδια. Το περιοδικό δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί. Εμείς μπορούμε.
Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά, 12/12/2025) Ο Μάρκο Ματσέο διδάσκει φιλοσοφία της γλώσσας στο πανεπιστήμιο της Καλαβρίας και στο πανεπιστήμιο Σαπιέντσα της Ρώμης. Το παραπάνω κείμενο το ανάρτησε στον κινηματικό ιστότοπο «Machina», θέλοντας να αποτίσει έναν μεταθανάτιο φόρο τιμής στον αγαπημένο του σύντροφο που έφυγε για πάντα στις 7 Νοέμβρη τρέχοντος έτους. Κι εγώ θυμήθηκα ότι το τελευταίο βιβλίο του Βίρνο που έχω διαβάσει, ήταν το Περί Αδυναμίας, το οποίο είχα αγοράσει στη Ρώμη το 2021, σε ένα ταξίδι μου εκεί εν μέσω απαγορεύσεων λόγω του Covid 19. Έχω γράψει κάτι σχετικό με αυτό σε αυτό εδώ το blogspot και δεν θέλω να επανέλθω στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε (αν και κάποια στιγμή θα έπρεπε να επανέλθουμε όλες και όλοι σε αυτές και στο τι τελικά σήμαναν για τη ζωή μας). Όμως με αφορμή τον θάνατο αυτού του υπέροχου ανθρώπου, του οποίου είχα την τιμή να εκδώσω κάποια κείμενα, θα ήθελα να κοινολογήσω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με την αδυναμία, με αυτό που θέλουμε αλλά αδυνατούμε να κάνουμε. Αφού το ζήτημα της αδυναμίας γίνεται κομβικό για τον άνθρωπο μετά από μια ηλικία και πέρα (αυτό το γράφω για την πλειοψηφία των ανθρώπων που δεν υποφέρει εκ γενετής ή ένεκα κάποιου πρόωρου ατυχήματος από αδυναμία να κάνει, ή να προσπαθήσει να κάνει, αυτό που επιθυμεί), όταν δηλαδή «δεν τον βαστάνε πλέον τα πόδια του» που λέει και ο λαός! Είναι εκεί που μπαίνει στην προβληματιζόμενη/ο το ερώτημα αν η ζωή της/του έχει πλέον νόημα, ειδικά αν η διερωτώμενη/ος έχει ζήσει έναν έντονο βίο, στηριγμένο ακριβώς στη δύναμη να πραγματοποιεί τις επιθυμίες της/του. Γιατί αν δεν ονειρεύεσαι και αν δεν μπορείς να πραγματώσεις τα όνειρα και τις επιθυμίες σου λόγω μιας φυσικής αδυναμίας, τι νόημα μπορεί να έχει πλέον η ζωή σου; Τι νόημα μπορεί να έχει η ζωή μου αν δεν μπορώ να κατέβω στο ατελιέ μου, να πάω στα βιβλιοπωλεία, στις διαδηλώσεις, στις συνελεύσεις του στεκιού μου, στα ελευθεριακά φεστιβάλ, αν δεν μπορώ να πηγαίνω να πιω μπύρες με τα συντροφάκια μου (όπως καλή ώρα χθες το βράδυ στο «Μικρό Καφέ» με τον Άκη και τον Χρήστο, που είπαμε πράγματα μαγικά), αν δε ταξιδεύω στο Μιλάνο με την εκάστοτε αγαπημένη μου, αν δεν δύναμαι να βολτάρω με τον Ερρίκο στο κέντρο της μητρόπολης για κόμικς και σουβλάκι; Δεν θέλω να δώσω μια οριστική απάντηση, γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη και δεν ξέρεις από τα πριν πώς θα αντιμετωπίσεις μια απροσδόκητη κατάσταση. Είναι αυτό που λέει ο Μέγας Ναπολέων, δηλαδή πως στον έρωτα και στη μάχη δεν ισχύουν οι αρχικές διαταγές. Όμως μια προσωρινή απάντηση μπορώ να τη δώσω: Αν μια φυσική αδυναμία δεν μου επέτρεπε να κάνω αυτά και κάποια άλλα όπως εκείνα στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω, για μένα η ζωή δεν θα είχε κανένα νόημα, πολύ απλά αυτή τη νέα ζωή δεν θα την άντεχα. Και τότε έρχεται το αναπόφευκτο ερώτημα: Και τι μπορείς να κάνεις γι’ αυτό; Αμηχανία και πάλι ως προς την απάντηση. Δεν ξέρω τι θα έκανα. Όμως ξέρω ότι θα ήμουν πολύ θλιμμένος, αν και έχω ζήσει μια πλούσια ζωή (και εννοώ πλούσια ως προς τις εμπειρίες, τις πραγματώσεις των επιθυμιών, τα συναισθήματα), που ίσως μου έχει δώσει αρκετό λίπος να κάψω όταν η τροφή μπορεί να γίνει δυσεύρετη. Όπως επίσης ξέρω ότι δεν θα ήθελα αυτή η νέα ζωή να κρατήσει πολύ, γιατί, ακριβώς, είναι μια ζωή που πάντοτε μου ήταν ξένη.
Υ.Γ. (2) Τον τελευταίο καιρό, επειδή έχω παραβρεθεί σε κάμποσες κηδείες, σκέπτομαι λίγο και τη δική μου. Ε λοιπόν, δεν θα ήθελα κόσμο στην κηδεία μου, θα ήθελα να με χαιρετίσουν μόνο οι απολύτως απαραίτητοι (ποιοι άραγε να είναι αυτοί, η αδελφούλα μου, η πρώην γυναίκα μου, ο γιός μου;), όπως επίσης δεν θα ήθελα να γραφτεί τίποτα για μένα, του τύπου «ο αγαπημένος σύντροφος», ο «διακεκριμένος εκδότης» κλπ, κλπ, ή να τελεστεί κάποιου είδους «πολιτικό μνημόσυνο». Γιατί όπως έλεγε και ο Τόνι Νέγκρι, «όποιος θυμάται δεν ζει και όποιος ζει δεν θυμάται». Και εγώ θα ήθελα οι αγαπημένες και οι αγαπημένοι μου να ζουν και να μη θυμούνται την αφεντιά μου. Όμως θα μου άρεσε αν οι άνθρωποι που αγάπησα και με αγάπησαν διάβαζαν ένα απόσπασμα από το πιο αγαπημένο βιβλίο που έβγαλα, τη Συμμορία Μπελίνι, πίνοντας μια γουλιά μπύρα και τραβώντας, έστω και μια τζούρα, από ένα πούρο τοσκάνο.Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025
Μάγειρες, ηθοποιοί και καπετάνιοι - Giorgio Agamben
Μια φράση του Κίργκεγκωρ περιγράφει τέλεια την ιστορική μας κατάσταση: «Προσέξτε: το πλοίο είναι πια στα χέρια του μάγειρα και τα λόγια που λέει το μεγάφωνο του πλοιάρχου δεν αφορούν πλέον τη ρότα, αλλά αυτό που θα φαγωθεί αύριο». Ενίοτε, αυτός που οδηγεί το πλοίο δεν είναι ο μάγειρας, αλλά ένας ηθοποιός ο οποίος, αντί για τη ρότα, μας μιλάει για την κωμωδία που θα παίξει. Σε κάθε περίπτωση, το πλοίο δεν μπορεί παρά να ναυαγήσει.
3 Νοέμβρη 2025
Ο πόλεμος είναι ειρήνη
Ανάμεσα στις φρίκες του πολέμου που συχνά ξεχνάμε, είναι
η επιβίωσή του εν καιρώ ειρήνης, μέσω των βιομηχανικών του μεταμορφώσεων. Είναι
γνωστό –αλλά το ξεχνάμε– ότι τα συρματοπλέγματα με τα οποία ακόμη περικλείονται
τα στρατόπεδα και οι ιδιότητές τους, προέρχονται από τα χαρακώματα του 1ου
Παγκοσμίου Πολέμου και είναι κηλιδωμένα από τους αναρίθμητους νεκρούς
στρατιώτες· είναι γνωστό –αλλά το ξεχνάμε– ότι τα
φουσκωτά σκάφη που αφθονούν στις παραλίες μας, επινοήθηκαν για τη μεταφορά των
στρατευμάτων στη Νορμανδία στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο· είναι γνωστό –αλλά το ξεχνάμε– ότι τα ζιζανιοκτόνα που
χρησιμοποιούνται στη γεωργία, προέρχονται από εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν για
την καταστροφή των δασών στο Βιετνάμ· και τελευταία
συνέπεια και χειρότερη όλων, είναι τα πυρηνικά εργοστάσια με τις άφθαρτες
σκωρίες τους, είναι η «ειρηνική» μετατροπή των ατομικών βομβών. Και είναι καλό
να θυμόμαστε, όπως είχε ήδη καταλάβει η Σιμόν Βέιγ, ότι ο εξωτερικός πόλεμος
είναι πάντοτε ένας εμφύλιος πόλεμος, ότι η εξωτερική πολιτική είναι, στην
πραγματικότητα, μια εσωτερική πολιτική. Αντιστρέφοντας τη διατύπωση του
Κλαούζεβιτς, σήμερα η πολιτική δεν είναι παρά η εξακολούθηση του πολέμου με
άλλα μέσα.
23 Οκτώβρη 2025
Για την τεχνητή νοημοσύνη
και τη φυσική ηλιθιότητα
«Ξεκινά μια εποχή βαρβαρότητας και οι επιστήμονες θα
είναι στην υπηρεσία της». Η εποχή της βαρβαρότητας δεν έχει ακόμη τελειώσει και
η διάγνωση του Νίτσε επιβεβαιώνεται σήμερα με ακρίβεια. Οι επιστήμες προσέχουν σε
τέτοιο βαθμό να εκπληρώσουν και μέχρι και να ικανοποιήσουν κάθε απαίτηση της
εποχής, ώστε όταν αυτή αποφάσισε να μην έχει τη βούληση ούτε την ικανότητα να
σκέπτεται, αμέσως την προμήθεψαν με έναν μηχανισμό που βαπτίστηκε «τεχνητή
νοημοσύνη» (για λόγους συντομίας ΤΝ). Η ονομασία της με αυτόν τον τρόπο δεν
αποσαφηνίζει τα πράγματα, γιατί το πρόβλημα της ΤΝ δεν έγκειται στο ότι είναι
τεχνητή (η σκέψη, όντας αδιαχώριστη από τη γλώσσα, συνεπάγεται πάντοτε μια
τέχνη ή κάτι το τεχνητό), αλλά ότι τίθεται πέραν του νου του υποκειμένου που
σκέπτεται ή οφείλει να σκέπτεται. Σε αυτό ταιριάζει η χωριστή νόηση του Αβερρόη,
που σύμφωνα με τον ευφυή Ανδαλουσιανό φιλόσοφο, είναι ενιαία σε όλους τους
ανθρώπους. Για τον Αβερρόη το πρόβλημα ήταν, συνεπώς, εκείνο της σχέσης μεταξύ
της χωριστής νόησης και του μεμονωμένου ατόμου. Αν η ευφυΐα είναι χωριστή από
τα μεμονωμένα άτομα, με ποιον τρόπο μπορούν αυτά να αποταθούν σε αυτή για να
σκεφτούν; Η απάντηση του Αβερρόη είναι ότι
τα μεμονωμένα άτομα επικοινωνούν με τη χωριστή σκέψη μέσω της φαντασίας,
που παραμένει ατομική. Είναι σαφώς σύμπτωμα της βαρβαρότητας της εποχής, όπως
επίσης η πλήρης έλλειψη φαντασίας εκ μέρους της, ότι αυτό το πρόβλημα δεν
τίθεται για την τεχνητή νοημοσύνη. Αν αυτή ήταν απλώς ένα εργαλείο, όπως οι αριθμομηχανές,το
πρόβλημα, στην πραγματικότητα, δεν θα υφίστατο. Αν αντιθέτως υποθέσουμε, όπως
όντως συμβαίνει, ότι όπως η χωριστή σκέψη του Αβερρόη, η ΤΝ σκέφτεται, τότε
το πρόβλημα της σχέσης με το σκεπτόμενο
υποκείμενο δεν μπορεί να μην τεθεί. Ο
Μπάλτζεν είπε κάποτε ότι στην εποχή μας η ευφυΐα έχει πέσει στα χέρια ηλιθίων. Μπορεί
το κρίσιμο πρόβλημα της εποχής μας να πάρει τότε αυτή τη μορφή: με ποιον τρόπο
ένας ηλίθιος –δηλαδή ένας μη σκεπτόμενος – μπορεί να σχετιστεί με μια ευφυΐα
που δηλώνει ότι σκέπτεται έξω από αυτόν;
12 Οκτώβρη 2025
Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025
Οι τελευταίες μέρες της ανθρωπότητας - Giorgio Agamben
Όπως κάθε λόγος αδυσώπητα διαυγής, η διάγνωση του Κράους ταιριάζει απόλυτα με την κατάσταση την οποία βιώνουμε. Οι τελευταίες μέρες της ανθρωπότητας είναι οι μέρες μας, αν είναι αλήθεια ότι κάθε μέρα είναι η τελευταία, εφόσον η εσχατολογία είναι, για όποιον είναι σε θέση να την καταλάβει, η κατ’ εξοχήν ιστορική συνθήκη. Ιδιαιτέρως σε ότι αφορά τον πόλεμο, μπορούμε να πούμε για την εποχή μας, όπως έκανε ο Κράους, ότι όντας «ανίκανη να ζήσει κάτι και να το αναπαραστήσει, δεν ταρακουνιέται ούτε από την ίδια της την κατάρρευση». Και δεν αληθεύει ίσως και σήμερα, όταν τα ψέματα για τον εν εξελίξει πόλεμο θέλουν να νομιμοποιήσουν κάθε μελλοντικό πόλεμο, «ότι το γεγονός πως θα γίνει πόλεμος εμφανίζεται κατανοητό ακριβώς σε εκείνους που το σύνθημα “θα γίνει πόλεμος” επέτρεψε και κάλυψε κάθε ντροπή»; Και είναι πιθανό ότι, όπως στην Αυστρία το 1919, και η Ευρώπη να μην επιβιώσει των ψεμάτων της και των ντροπών της, και τελικά θα μπορεί μονάχα να επαναλάβει τα λόγια του Κάιζερ που κλείνουν το βιβλίο: Ich habe es nicht gewolt, «εγώ δεν το θέλησα».
11 Οκτώβρη 2025
Υ.Γ. (του μεταφραστή): Την Τρίτη 21 Οκτώβρη, μάθαμε από ανάρτηση του συγκροτήματος Magic de Spell, τον θάνατο του Γιώργου Ψωμόπουλου. Οι σχετικές αναρτήσεις μίλησαν, ορθώς, για τη συμβολή του Γιώργου στην ελληνική ροκ σκηνή. Υπάρχει όμως και μια άλλη του πλευρά, στην οποία οφείλω να αναφερθώ. Τον Γιώργο τον γνώρισα το 1985 στις συνελεύσεις ενάντια στην καθιέρωση του Ενιαίου Αριθμού Ταυτότητας (ΕΚΑΜ), ενός δυστοπικού σχεδίου ηλεκτρονικού ελέγχου των ζωών μας, που αν και τότε ακυρώθηκε με τη συμβολή ενός μικρού αριθμού ατόμων που καταλάβαιναν πού θα οδηγούσε κάτι τέτοιο, τελικά καθιερώθηκε 40 χρόνια μετά, κυριολεκτικά χωρίς να ανοίξει μύτη. Στη συνέχεια συμπορευτήκαμε για λίγο στο ιστορικό κινηματικό περιοδικό “Convoy”, όπου συνέβαλε αποφασιστικά μέσα από μεταφράσεις και κείμενα εμφορούμενα από το πνεύμα της Σχολής της Φρανκφούρτης, την οποία τόσο εκτιμούσε ο Γιώργος, μια σκέψη στην οποία είχε εντρυφήσει ο αγαπημένος σύντροφος και φίλος από τα χρόνια του στη Γερμανία τη δεκαετία του ’70. Μια σκέψη ρηξικέλευθη, την οποία προωθούσε με πείσμα ο «θάμνος» μαζί με κάποιους άλλους, όπως η θαυμαστή παρέα των «Σημειώσεων» και ο άλλος εξαιρετικός άνθρωπος, που έφυγε κι αυτός, ο Γιώργος Μερτίκας με το περιοδικό του «Λεβιάθαν». Τότε τις μεταφράσεις και τα κείμενα του τα υπέγραφε σαν Γ.Ν. Ρουσσέας. Μεγάλο «τρελλοκομείο» ο Γιώργος, ακατάβλητος στη γραφή και φοβερή παρέα, πάντα γελαστός και ανοιχτός σε οποιαδήποτε πρόκληση. Τον έχασα με τα χρόνια, αλλά όποτε τον έβλεπα ήταν πάντοτε ίδιος και ευγενικός. Μάλωνε διαρκώς με τον Χρήστο Νάσιο, με τον Γιώργο Κώτσου να προσπαθεί ακαταπόνητος να συμβιβάσει τις πολλές ψυχές του «Convoy». Θα μου (μας) λείψει, όπως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν για να γίνει αυτός ο κόσμος όχι απλά πιο υποφερτός, αλλά καλύτερος.
Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025
Γκίνια
Ο Μιχάλης άναψε το τέταρτο τσιγάρο της μέρας. Στη φυλακή, που τα τσιγάρα ήταν δυσεύρετο είδος, είχε μάθει να καπνίζει μέχρι έξι τη μέρα. Το έκανε με έναν τελετουργικό τρόπο ανάλογο με το ωράριο που είχε επιβάλλει η διεύθυνση. Τώρα που ήταν έξω, αυτή τη συνήθεια την είχε κρατήσει. Δύο με τον μεσημεριανό καφέ, δύο με τον απογευματινό και άλλα δύο με το βραδινό του ποτάκι, συνήθως μπύρα, σπανίως κάνα κρασί, αλλά ποτέ Μαρτίνι Μπιάνκο και Καμπάρι Σόδα. Τα πούρα εννοείται πως τα είχε κόψει εδώ και πολλά χρόνια, αν τα οικονομικά του δεν του επέτρεπαν τέτοιες πολυτέλειες πριν τη φυλακή, τώρα τέτοιες απολαύσεις ήταν εντελώς απαγορευμένες. Όπως είχε κόψει και το πολύ φαγητό, περισσότερο τάιζε τις δύο γάτες του παρά έτρωγε ο ίδιος. Ο Μιχάλης ήταν μόνος, πληγωμένος και με προβλήματα υγείας. Τα ζωντανά του έδιναν ένα απάγκιο και ίσως έναν λόγο να ζει, έπρεπε κάποιος να τα φροντίζει. Του τα είχε αφήσει η μητέρα του, η οποία είχε πεθάνει, υπέργηρη, έναν χρόνο πριν και μέχρι να αποφυλακιστεί τα τάιζε μια γειτόνισσα. Φοβόταν πολύ τι θα απογίνονταν χωρίς αυτόν. Ο Μιχάλης ήταν ένας αποτυχημένος, τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά. Χωρισμένος με γυναίκες που δεν ήθελαν να τον βλέπουν στα μάτια τους και παιδιά που ναι μεν τον αγαπούσαν αλλά τον κρατούσαν σε απόσταση, ενώ επαγγελματικά, αν και γνώριζε άριστα την τυπογραφική τέχνη, δεν είχε καταφέρει να στήσει αυτή που λέμε «υγιή» επιχείρηση, έμπλεξε με την παραχάραξη και την πλαστογραφία, κι αυτό του στοίχισε ακριβά. 7 χρόνια φυλακή στην Κέρκυρα. Γάμησέ τα. Κι όλα αυτά γιατί έψαχνε τη «συνοικία το όνειρο», όπως του έλεγε πάντοτε ο παλιός του φίλος και ενίοτε συνεργάτης, ο Χρήστος.
Με τον Χρήστο είχαν γνωριστεί στο τυπογραφείο του, όταν
ακόμη δούλευε «κανονικά», την πρώτη χρονιά της δεκαετίας του ’90. Από τους
καλούς τυπογράφους του κέντρου, είχε μαγαζί στην Τσιμισκή, στα σύνορα
Νεάπολης-Εξαρχείων. Ο Χρήστος τότε ξεκινούσε την εκδοτική του καριέρα, στον
Μιχάλη τον είχε στείλει ένας κοινός τους γνωστός, βιβλιοδέτης το επάγγελμα, ο
Μάκης. Αν και δεν είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας, ο Μιχάλης αποκαλούσε πάντοτε
τον Χρήστο «μικρούλη». Ίσως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Μιχάλης ήταν ήδη
φτασμένος τυπογράφος και ο Χρήστος μόλις τότε είχε αρχίσει να μαθαίνει τα
μυστικά των γραφικών τεχνών, έχοντας ανοίξει και το δικό του ατελιέ. Ο Χρήστος
ήξερε φωτοσύνθεση, σελιδοποίηση, φιλμ, μοντάζ, αλλά αγνοούσε τα μυστικά της
τυπογραφίας, κάτι που ανέλαβε να του μάθει ο Μιχάλης. Και του το έμαθε πολύ
καλά. Μετά από ένα διάστημα, μαζί «ανέβαιναν» στη μηχανή, φόρτωναν το χαρτί,
έστρωναν τα μελάνια και, με τον Μιχάλη να φωνάζει «χέρια!», ξεκινούσε η
εκτύπωση. Η φωνή «χέρια» ήταν η ειδοποίηση του μάστορα προς τους βοηθούς ότι η
μηχανή αρχίζει να δουλεύει, οπότε έπρεπε να απομακρύνουν τα χέρια τους για να
μη τα χάσουν. Είχε συμβεί κάτι τέτοιο μπροστά στον Μιχάλη, είχε δει να παίρνει
η μηχανή το χέρι ενός βοηθού και δεν ήθελε να ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Ο Χρήστος
τηρούσε ευλαβικά τις εντολές του Μιχάλη, σιγά σιγά έμαθε κι αυτός να τυπώνει
κάποιες από τις μπροσούρες με αναρχικό περιεχόμενο του μικρού εκδοτικού του
οίκου.
Ο Μιχάλης ήθελε να πιάσει την καλή και να ξεκόψει από ένα
επάγγελμα που το αγαπούσε μεν, αλλά τον κούραζε πολύ. Έτρεχε σαν τον Βέγγο,
δούλευε πολλές ώρες, αλλά ποτέ δεν του έμεναν λεφτά στην τσέπη, είτε γιατί τα
σπαταλούσε ενίοτε βλακωδώς είτε γιατί οι απαιτήσεις από τις προσωπικές του
επιλογές τού έτρωγαν πολλά. Και όταν λέμε βλακωδώς εννοούμε τις πολλές βόλτες,
τα άπειρα ξενύχτια με χαμένους εκ των προτέρων έρωτες, που όμως τον πλήγωναν
βαθιά τόσο συναισθηματικά όσο και υλικά, αλλά και τον τζόγο. Του άρεσαν τα
χαρτιά του Μιχάλη, του άρεσε ο συνδυασμός τύχης και τεχνικής, αλλά επειδή δεν
τηρούσε το ιταλικό ρητό «Στον έρωτα και στα χαρτιά πρέπει να ξέρεις πότε πρέπει
να φεύγεις», συνεχώς έμενε ρέστος. Είχε κάνει δύο γάμους, είχε χωρίσει ισάριθμες
φορές, είχε τρία παιδιά και πλήρωνε τις ανάλογες διατροφές. Πού να του φτάσουν
τα λεφτά του Μιχάλη, που ναι μεν είχε πελατεία, αλλά όχι τόσο μεγάλη για να
ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις που είχε δημιουργήσει. Κάποια βράδια κάθονταν με
τον Χρήστο στο τυπογραφείο μετά τη δουλειά και πίναν μπύρες, και τότε άρχιζε
τις ιστορίες για τους παλιούς μάστορες, τις τυπογραφικές μηχανές αλλά και τα
ταξίδια που ήθελε να κάνει και δεν έκανε ποτέ. Ο Χρή-στος, πολύ πιο ορθολογικός
και γνώστης των οικονομικών, του έκανε συγκεκριμένες προτάσεις για να βελτιώσει
το εισόδημά του και να ανοίξει τον κύκλο των εργασιών του, ο Μιχάλης, όμως,
άναβε ένα ακόμη τσιγάρο, Μάρλμπορο κάπνιζε τότε και του έλεγε: «Μικρούλη τα
ξέρω κι εγώ αυτά, όμως δεν είμαι φτιαγμένος για τέτοια». Κι έτσι περνούσαν τα
χρόνια, ο Μιχάλης μεγάλωνε, μεγάλωνε και ο Χρήστος, περνούσαν μέρες στο
τυπογραφείο και πάντοτε κάθε Πάσχα στο σπίτι που έμενε ο Μιχάλης μαζί με τη
μητέρα του και κάμποσες γάτες στις Κουκουβάουνες. Ήταν τόσο άκαμπτο το
πασχαλιάτικο ραντεβού, που μια φορά ο Χρήστος είχε μαλώσει άσχημα με έναν
μεγάλο του έρωτα που ήθελε να πάνε στη Ρώμη το Πάσχα επειδή τότε η κοπέλα είχε
άδεια, και ο Χρήστος της είχε πει ότι κάτι τέτοιο αποκλειόταν, αφού κάθε Πάσχα
το περνάει με τον Μιχάλη ψήνοντας και πίνοντας στη μικρή του αυλή, παρέα με τη
μαμά του και τις γάτες.
Ο Χρήστος είχε μπλέξει με τα πολιτικά και μάλιστα με τους
αναρχικούς, και από παράνομες ενέργειες κάτι ήξερε. Παράνομες όμως κλασικού
αναρχικού τύπου, δηλαδή πέσιμο στους μπάτσους με καμιά μολότωφ, γκαζάκι στο
μοτοσακό ενός φασίστα, ξυλίκι σε κανένα πρεζέμπορο κλπ. Στη δουλειά του ήταν
άψογος, τιμολόγια πάντοτε εντάξει, συνεπής στις φορολογικές και συνταξιοδοτικές
του υποχρεώσεις, ναι μεν βγάζουμε αναρχικά βιβλία αλλά όχι και να μας πάνε μέσα
για φοροδιαφυγή! Δεν είχε ιδέα για τη σκοτεινή πλευρά του φίλου του τυπογράφου,
που ήταν, τι άλλο, η πλαστογραφία και η παραχάραξη. Ο Μιχάλης δεν του είχε
μιλήσει ποτέ γι’ αυτό, κι όταν εκείνον τον μακρινό Οκτώβρη του ’97, του έκανε
μια πρώτη νύξη, ο Χρήστος νόμιζε πως του έκανε πλάκα. Όμως ο Μιχάλης δεν έκανε
καθόλου πλάκα και τα πράγματα σοβάρεψαν όταν του πρότεινε να κάνουν μια δουλειά
με πλαστά εισιτήρια. Καθώς ο Χρήστος ήταν φιλματζής, θα μπορούσαν να φτιάξουν
τα φιλμ στο ατελιέ του και μετά να τα τυπώσουν σε μια μικρή Roland
που είχε ο Μιχάλης. Ο Χρήστος στην αρχή ήταν διστακτικός, αλλά μετά,
σκεφτόμενος λαμβάνοντας υπόψη την παράδοση των αναρχικών στην πλαστογραφία αλλά
και τις επείγουσες ανάγκες του φίλου του δέχθηκε. Το κόλπο έγινε και βγήκαν
κάμποσα γκαφρά, όμως ο Χρήστος το μεγαλύτερο μέρος του μεριδίου του το έδωσε
στον Μιχάλη, αυτός δεν είχε ανάγκη τα λεφτά, όσα έβγαζε από το ατελιέ και τα
βιβλία του τού έφταναν και του περίσσευαν. Μετά έκαναν και κάποιες άλλες
δουλειές, αλλά το όλο πράγμα σταμάτησε, για τον Χρήστο τουλάχιστον, όταν ένα
απόγευμα έσκασαν στο τυπογραφείο δύο μπράβοι, που απαιτούσαν κάποια χρήματα που
τους χρωστούσε ο Μιχάλης από μια παράνομη δουλειά που είχε κάνει με τους
εντολοδόχους τους και δεν τους είχε αποδώσει τα οφειλόμενα. Μόλις τους είδε ο
Μιχάλης να πλησιάζουν το μαγαζί, φώναξε στον Χρήστο «τώρα τρέχουμε» και πριν
προλάβουν οι μπράβοι να μπουν μέσα με όλα τα κακά παρεπόμενα, οι δύο φίλοι
βρέθηκαν να τρέχουν την Ιπποκράτους, βρίσκοντας καταφύγιο σε μια πιτσαρία εκεί
κοντά που την είχε ένας γνωστός του Μιχάλη. Τη γλίτωσαν εκείνη τη φορά, ο
Μιχάλης έδωσε τα οφειλόμενα, αλλά ο Χρήστος αποφάσισε να κόψει αυτές τις
παρτίδες με τον τυπογράφο-δάσκαλό του.
Με το γύρισμα του αιώνα, οι δύο φίλοι χάθηκαν. Ο Μιχάλης
συνέχισε να βολοδέρνει ανάμεσα σε παρανομία και νομιμότητα, ο Χρήστος κάποια
στιγμή έκλεισε το ατελιέ και έπιασε δουλειά σε έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο ως
υπεύθυνος μιας φιλοσοφικής σειράς. Τα πασχαλιάτικα ραντεβού ξεχάστηκαν, ο
Χρήστος τα ξαναθυμήθηκε ένα απόγευμα του Απρίλη του 2007 όταν ετοιμαζόταν να
πάει στη Σίφνο να βρει την τότε αγαπημένη του και μετέπειτα γυναίκα του, και
ξαφνικά στο τηλέφωνο που χτύπησε ήταν ο Μιχάλης. Του εξήγησε ότι δεν μπορούσε
να ακυρώσει το ραντεβού, ήταν όλα κανονισμένα και το κορίτσι που τότε έψηνε θα
θύμωνε πολύ αν δεν πήγαινε στο νησί, ο Μιχάλης κατάλαβε, θυμήθηκε και την
προηγούμενη φορά που ο Χρήστος είχε τσακωθεί γι’ αυτό το περίφημο πασχαλιάτικο
ραντεβού, του είπε ότι θα τα έλεγαν με την πρώτη ευκαιρία, αλλά αυτή η ευκαιρία
δεν ήρθε ποτέ. Οι δύο φίλοι δεν ξαναβρέθηκαν έκτοτε, ο Μιχάλης σκεφτόταν πάντα
τον «μικρούλη» και τι να απέγινε, ο Χρήστος σκεφτόταν επίσης πάντοτε τον
«μέντορα» του και τι να είχε συμβεί στη ζωή του. Σε κόσμο που τον ρωτούσε πώς
έμαθε τυπογραφία πάντοτε τον ανέφερε με αγάπη και στεναχωριόταν που δεν τον
έβλεπε πλέον, αλλά κάπως έτσι τα είχε φέρει η ζωή.
Είχε πέσει το βράδυ και ο Μιχάλης άνοιξε το ψυγείο και πήρε
μια μπύρα Henninger. Η μάρκα του θύμιζε τα νιάτα του και γι’ αυτό
επέμενε να την πίνει και τώρα. Τα ισχνά οικονομικά του δεν του επέτρεπαν έτσι
κι αλλιώς ακριβότερες μάρκες, για δε Καμπάρι και Μαρτίνι, όπως είπαμε, ούτε
λόγος. Αυτά τα ποτά, όπως και τα πούρα, του τα είχε μάθει ο Χρήστος, ο οποίος
με τη σειρά του τα είχε μάθει στην Ιταλία. Ο Μιχάλης θυμήθηκε που ο Χρήστος
πάντοτε του υπενθύμιζε πως πίνουμε ένα Μαρτίνι Μπιάνκο ή ένα Καμπάρι Σόδα πριν
το φαγητό για να μας ανοίξει η όρεξη και μετά ένα Μαρτίνι Ρόσο ή μια Γκράπα για
την χώνεψη. Μαζί με το δεύτερο ποτό ένα πούρο Ιτάλικο ή Γκαριμπάλντι και μετά
όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα. Χάιδεψε τον «Γουργούρη», έναν από τους δύο
γάτους του και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά μπύρα και καπνού. Και τότε του ήρθε
για μια ακόμη φορά στο μυαλό ο Χρήστος και αμέσως σκέφτηκε να τον πάρει
τηλέφωνο. Το είχε σκεφτεί και άλλες φορές και αυτή τη φορά το έκανε πράξη. Η
ώρα ήταν 10, δεν ήξερε καν αν ο Χρήστος διατηρούσε ακόμη το ατελιέ του,
φαινόταν μάλλον απίθανο ακόμη και να το είχε να βρισκόταν εκεί τέτοια ώρα, αλλά
καθώς ήξερε το αλλοπρόσαλλο ωράριο του φίλου του, αποφάσισε να κάνει μια προσπάθεια.
Και ως εκ θαύματος, ο Χρήστος απάντησε. Τα είπαν για κάμποση ώρα, ο Χρήστος δεν
μπορούσε να το πιστέψει ότι του είχε τηλεφωνήσει ο παλιός του φίλος, έδωσαν τις
βασικές πληροφορίες της ζωής τους στα βιαστικά και ο Χρήστος έμεινε για κάμποσα
δευτερόλεπτα σιωπηλός όταν ο Μιχάλης του είπε ότι μόλις είχε βγει από τη φυλακή
μετά από 7 χρόνια. Κανόνισαν να τα πούνε από κοντά και έδωσαν ραντεβού σε ένα
μπαρ στην Ξενοφώντος που λεγόταν Πομπιντού. Το μέρος το επέλεξε ο Χρήστος, εκεί
τον είχε αποχαιρετίσει ένας πρόσφατος έρωτάς του και σκέφτηκε ότι θα είχε φάση
να συναντήσει και πάλι τον παλιόφιλο του σε εκείνο το μέρος.
Το ραντεβού ήταν προγραμματισμένο για μια Τρίτη βράδυ του
Οκτώβρη του 2025 στις 8. Ο Χρήστος είχε πάει ήδη από τις 7.30, η αδημονία του
ήταν μεγάλη, μετά από 18 χρόνια θα ξανάβλεπε τον παλιό του φίλο. Ακριβώς στις 8
έφτασε και ο Μιχάλης, ο οποίος παρά την τρέλα του ήταν πάντοτε συνεπής στο
ραντεβού με την ακρίβεια δευτερολέπτου, κάτι που ο Χρήστος το απέδιδε στη σχέση
του με την τυπογραφία. Το είχε και ο ίδιος αυτό το «βίτσιο» και το απέδιδε στον
ίδιο λόγο, οι χρόνοι πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα στην παράδοση της δουλειάς
στον πελάτη. Οι δύο παλιό-φιλοι έμειναν
ακίνητοι για λίγα δευτερόλεπτα και μετά αγκαλιάστηκαν ένθερμα. Σχεδόν ταυτόχρονα
έβαλαν τα κλάματα, η συγκίνησή τους ήταν μεγάλη, είχαν και οι δύο μεγαλώσει, ο
Μιχάλης φαινόταν πιο καταβεβλημένος, τα 7 χρόνια στη «στενή» τον είχαν
σημαδέψει ανεπανόρθωτα. Άλλωστε είχε βγει από εκεί λόγω του εμφράγματος που
είχε υποστεί, η καρδιά του δεν είχε αντέξει τις τόσες ταλαιπωρίες. Ο Μιχάλης
είπε στον Χρήστο, που τον ρώτησε σχετικά, ότι η μητέρα του είχε πεθάνει και
μάλιστα δεν του είχαν δώσει άδεια να παραστεί στην κηδεία της λόγω μη επίδειξης
μεταμέλειας, κι αυτό ήταν κάτι που το έφερε βαρέως. «Γαμώ τη δικαιοσύνη τους»
είπε ο Χρήστος, ο Μιχάλης χαμογέλασε και του απάντησε «μια ζωή αναρχικός
“μικρούλη”, μπράβο που δεν άλλαξες ιδέες». Ο Χρήστος του είπε κι αυτός τα δικά
του, είχε παντρευτεί, είχε χωρίσει, είχε κι έναν γιό που τώρα βρισκόταν στην εφηβεία.
«Με ποια τον έκανες;» τον ρώτησε ο Μιχάλης και ο Χρήστος του είπε «με εκείνη
που για χάρη της δεν ήρθα να γιορτάσουμε μαζί εκείνο του Πάσχα του 2007».
«Τουλάχιστον άξιζε τον κόπο;» του είπε ο Μιχάλης κι ο Χρήστος του απάντησε
«άξιζε και με το παραπάνω, ο κούκλος μας είναι η τρανή επιβεβαίωση. Απλώς μας
σάρωσε το μέλλον Μιχάλη, όλα τα ωραία πράγματα κάπου τελειώνουν». «Πάλι με τις
ατάκες σου ρε Χρήστο, δεν θα βαρεθείς ποτέ;». Ο Χρήστος χαμογέλασε και τον
αγκάλιασε.
Ήπιαν Μαρτίνι Ρόσο, κάπνισαν τα πούρα των συντρόφων, τα
Γκαριμπάλντι που κόβονται στη μέση για να τα μοιραστούν αυτοί που αγαπιούνται,
είπαν πολλά εκείνο το βράδυ που δεν ήθελε κανείς να τελειώσει. Και όταν
αποφάσισαν να χωριστούν, συνέβη το αναπάντεχο. Μια φίλη του Χρήστου που περνούσε
τυχαία από την Ξενοφώντος τον είδε και ήρθε να του πει ένα γειά. Ήταν η Ειρήνη.
Καμιά σαρανταριά χρονών, καστανή, αδύνατη, με δύο υπέροχα μάτια, γκριζογάλανα.
Ο Μιχάλης την κοίταζε αποσβολωμένος. Πάντα του άρεσαν οι γυναίκες αν και είχε
πολύ καιρό να πλαγιάσει με μία. Η κοπέλα ρώτησε τον Χρήστο ποιος ήταν ο φίλος
του και εκείνος της είπε εν συντομία για τη σημασία που είχε για τη ζωή του.
Εκείνη γέλασε και είπε με τη σειρά της ότι πολύ θα ήθελε να ξανασυναντηθούν και
να τα πουν πιο αναλυτικά, είχε πολύ ενδιαφέρον η ιστορία τους, τώρα όμως
βιαζόταν, έπρεπε να πάει να βρει κάποια φιλαράκια της, αλλά το να ξαναβρεθούν
φάνηκε να το θεωρούσε δεδομένο. Όταν έφυγε ο Μιχάλης ρώτησε τον «μικρούλη» ποια
ήταν η φίλη του. Ο Χρήστος του είπε ότι επρόκειτο για μια πολύ ωραία περιπέτειά
τους μετά τον χωρισμό με τη γυναίκα του, είχαν περάσει ωραία, αλλά κάτι η διαφορά
της ηλικίας, κάτι η διαφορά των αντιλήψεων ως προς τον τρόπο ζωής τους, έφερε
το αναπόφευκτο τέλος. «Κρίμα ρε Χρήστο, ωραία τύπισσα φαίνεται, όμως κράτα τα
καλά και άσε τα άλλα, όλα τα ωραία πράγματα έτσι κι αλλιώς πάντοτε τελειώνουν.
Άλλωστε εμείς δεν είμαστε τζαμπατζήδες, πάντοτε πληρώνουμε το τίμημα, τίποτα
ωραίο δεν είναι χωρίς κόστος». Ο Χρήστος πλήρωσε τον λογαριασμό, έδωσε και ένα
εικοσάρικο στον φίλο του και κίνησαν να πάρουν το τελευταίο λεωφορείο. «Και το
Μιτσουμπίσι σου τι έγινε ρε Μιχάλη;», τον ρώτησε ο Χρήστος, ενθυμούμενος το
παλιό αμάξι του φίλου του, που πάντοτε τον πήγαινε σπίτι του όταν τέλειωναν τις
περιπέτειες του καθώς ο ίδιος δεν οδηγούσε. «Παλιοσίδερα, φίλε μου, το
κατέσχεσαν όταν με μπουζούριασαν, προϊόν εγκλήματος είπαν, κι ας το είχα πάρει
κάμποσα χρόνια πριν».
Κανόνισαν να τα ξαναπούν, αυτή τη φορά παρέα με την Ειρήνη.
Ο Χρήστος στεναχωριόταν που θα ξανάβλεπε την Ειρήνη, τον πλήγωνε ακόμη ο
χωρισμός τους παρότι είχε περάσει πολύς καιρός και είχε μπλέξει και με άλλες
ωραίες κυρίες, όμως βλέποντας τη χαρά του φίλου του, δεν ήθελε να του χαλάσει
το χατίρι. Και καλά έκανε, όπως αποδείχθηκε στη συνάντησή τους σε ένα μπαρ στα
Εξάρχεια. Ο Μιχάλης και η Ειρήνη έπιασαν αμέσως την κουβέντα και κάποια στιγμή
ο Χρήστος άρχισε να νιώθει παρείσακτος. Όταν η Ειρήνη σηκώθηκε για να πάει
τουαλέτα, ο Χρήστος έδωσε ένα πενηντάρι στον φίλο του, πλήρωσε τα ποτά και του
είπε: «Κωλόγερε, δεν ξέχασες την άλλη τέχνη σου, το γοήτευσες το κορίτσι». «Άσε
τις μαλακίες ρε Χρήστο, απλώς η Ειρήνη γουστάρει να ακούει ιστορίες από
μπαρμπάδες, σιγά μην κοιτάξει ένα ραμολί όπως εγώ», αλλά έκοψαν αμέσως τη
συζήτηση γιατί η Ειρήνη μόλις είχε επανέλθει. Ο Χρήστος είπε σαν δικαιολογία
ότι έπρεπε να φύγει γιατί αύριο είχε να πάει με τον γιο του στο σχολείο για να
μιλήσει με τον διευθυντή για κάποια θέματα του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων,
και κανόνισαν να μιλήσουν και πάλι αύριο. «Καθίστε εσείς, τα ποτά είναι
πληρωμένα, αυτά και τα δύο επόμενα, βιάζομαι, έχω υποχρεώσεις εγώ» είπε
γελώντας και τους αποχαιρέτισε. Καθώς κατηφόριζε την Μπενάκη για να πάρει το
τρόλεϊ από την Πατησίων, ένιωσε ωραία για τον φίλο του, ζήλεψε λίγο που δεν
έφυγε παρέα με την Ειρήνη όπως έκαναν παλιά, αλλά το ξεπέρασε γρήγορα, ο φίλος
του άξιζε να περάσει ακόμη λίγη ώρα με ένα όμορφο κορίτσι μετά από τόσα χρόνια
στέρησης.
Το επόμενο μεσημέρι ο Μιχάλης τον πήρε τηλέφωνο. «Ρε συ»
του είπε, «πέρασα υπέροχα με το κορίτσι, δεν μείναμε πολύ αφού έφυγες, αλλά τι
να σου πω, μου έδειξε ένα παράξενο ενδιαφέρον». Τσίμπησε ο Χρήστος και του είπε
«δηλαδή;». Και ο Μιχάλης του είπε ότι όχι μόνο η κοπέλα του είπε πόσο είχε
απολαύσει την παρέα του, αλλά του ζήτησε και το τηλέφωνο του και μάλιστα έβαλε
τα γέλια όταν ο Μιχάλης της είπε ότι δεν είχε κινητό και της έδωσε τον αριθμό
του σταθερού τηλεφώνου στο σπίτι της μανούλας του που έμενε. «Και μάλιστα
λατρεύει και τις γάτες, ενθουσιάστηκε όταν της είπα πως έχω κι εγώ δύο». Ο
Χρήστος έβαλε τα γέλια και του είπε «πρόσεχε Μιχάλη, η Ειρήνη δεν είναι τόσο
αθώα όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά». «Ναι, Χρήστο, εμένα θα κοιτάξει η κοπέλα
ερωτικά μια τέτοια γυναίκα, απλώς της αρέσουν οι παλιές ιστορίες αυτό είναι
όλο». Όταν έκλεισαν το τηλέφωνο ανανεώνοντας το ραντεβού τους, ο Χρήστος σκέφτηκε
ότι ωραία φάση θα ήταν να έμπλεκαν οι δυο τους, αν και του φαινόταν απίθανο,
μια σαράντα με έναν εβδομηντάρη, εντελώς κουφό, όμως δεν είχε μπλέξει και μαζί
του που είχε πατήσει τα εξήντα;
Και όπως όλα μπορούν να συμβούν στη ζωή, έτσι ο Μιχάλης και
η Ειρήνη έμπλεξαν τις ζωές τους. Ο Μιχάλης δεν μπορούσε να το πιστέψει, δεν
μπορούσε να πιστέψει στην τύχη του, ξαφνικά η ζωή του είχε αποκτήσει και πάλι
νόημα, η γκίνια είχε σπάσει, άρχισε να κάνει σχέδια για το μέλλον, να
ξαναπιάσει δουλειά, να φτιάξει και πάλι το σπίτι του, με τα πρώτα λεφτά να
πάρει κι ένα αυτοκινητάκι να πηγαίνουν καμιά βόλτα. Όμως τα πράγματα δεν ήταν
εύκολα για έναν πρώην φυλακισμένο τυπογράφο και μάλιστα για παραχάραξη. Οι
πόρτες των παλιών του συναδέλφων έκλειναν γρήγορα μετά το πρώτο καλοσώρισμα,
στο μεταξύ είχε αλλάξει και η τυπογραφία, ψηφιακή πλέον δεν είχε θέση για έναν
σαν κι αυτόν που είχε μείνει στην παλιά αναλογική εποχή. Ο Μιχάλης είδε και
αποείδε, δεν ήθελε να κάνει και τράκα από τον «μικρούλη» και η «συνοικία το
όνειρο» ξανάρθε μπροστά του. Η μόνη λύση ήταν να απευθυνθεί στα παράνομα
κυκλώματα και μάλιστα σε ανθρώπους που την κρίσιμη στιγμή τον είχαν πουλήσει
για να τη βγάλουν καθαρή. Όταν το είπε στον Χρήστο, αυτός τον έπιασε από τον
λαιμό, του είπε να αφήσει τις μαλακίες, αλλά ο Μιχάλης το είχε πάρει απόφαση.
Ήθελε να περάσει κι άλλες ωραίες στιγμές με την Ειρήνη και τα γκαφρά ήταν
απαραίτητα. Είπε στον Χρήστο να ηρεμήσει, απλώς το είχε σκεφτεί δεν θα το έκανε
πράξη. Όμως το έκανε και όπως πάντα την πάτησε.
Η δουλειά δεν πήγε καλά, οι μπάτσοι που ήξεραν πρόσωπα και
πράγματα κατάλαβαν σχεδόν αμέσως ποιος είχε κάνει τη δουλειά, κι ένα βράδυ που
ο Μιχάλης τάιζε τις γάτες της γειτονιάς, όταν είδε ένα αυτοκίνητο με συμβατικές
πινακίδες να τριγυρνάει έξω από το σπίτι του, κατάλαβε ότι τα ψέματα είχαν
τελειώσει. Αργά ή γρήγορα θα τον τσιμπούσαν και πάλι, με τη γνωστή κατάληξη.
Μάζεψε γρήγορα τα ελάχιστα υπάρχοντά του, έβγαλε έξω τον «Γουργούρη» και τον
«Ραβδούλη», γέμισε τα μπολάκια τους ξερή τροφή και τους φίλησε κλαίγοντας.
Ήξερε ότι πλέον δύσκολα θα τους ξανάβλεπε. Πήρε το λεωφορείο και κατέβηκε στο
κέντρο. Προηγουμένως είχε πάρει τηλέφωνο τον Χρήστο, ξέροντας το ρίσκο της
κίνησής του, αλλά θέλοντας να τον δει για μια τελευταία φορά πριν την
απελπισμένη προσπάθεια διαφυγής του, του έδωσε ραντεβού στο Πομπιντού να πιουν
ένα ποτάκι, λέγοντας του να ειδοποιήσει και την Ειρήνη για τη συνάντηση, γιατί
έπρεπε να πάει σε μια δουλειά και επειδή αυτή έλειπε την ώρα που της τηλεφώνησε
από το σπίτι, αν μπορούσε να την έπαιρνε αυτός τηλέφωνο. Το ραντεβού τους ήταν
στις 10 το βράδυ. «Αν δεν έλθω», είπε στον Χρήστο, «να πιείτε το ποτό σας και
να μη με περιμένετε, προφανώς δεν θα έχω τελειώσει μια εκτύπωση που έχω
αναλάβει για λογαριασμό ενός παλιού μου συναδέλφου, που είναι άρρωστος». Ο
Χρήστος παραξενεύτηκε με τα λεγόμενα του φίλου του, αλλά σκέφτηκε ότι ο Μιχάλης
ήταν και μεγάλος άνθρωπος, το πνεύμα μεν ισχυρό αλλά η σαρξ αδύνατη. Πήρε
τηλέφωνο την Ειρήνη και της είπε για τη συνάντηση, εκείνη παραξενεύτηκε που δεν
την είχε ξαναπάρει ο ίδιος ο Μιχάλης για να τα κανονίσουν, όμως δεν έδωσε
ιδιαίτερη σημασία, έχει μάθει και από τον Χρήστο για τις εμμονές των μεγάλων με
τον χρόνο και αυτός, άλλωστε, δεν ήταν ένας από τους λόγους που είχαν χωρίσει;
Ο Χρήστος έφτασε πρώτος στο ραντεβού, πάντα το έκανε αυτό,
δεν είχε συνηθίσει το κινητό τηλέφωνο που με μια κλήση ή ένα μήνυμα αλλάζουν οι
σημερινοί άνθρωποι τον τόπο και την ώρα συνάντησής τους και μετά από λίγο
έφτασε και η Ειρήνη. «Βρε παλιοκόριτσο, τι κάνεις με τον γερο-μπερμπάντη» της είπε
γελώντας. «Όχι πολλά», απάντησε εκείνη, «αλλά πάντως καλά περνάω μαζί του όταν
βρισκόμαστε». Ο Χρήστος, παλιά αναρχική καραβάνα, κατάλαβε αμέσως ότι κάποιοι
από τους θαμώνες μύριζαν από μακριά πως ήταν ασφαλίτες, ενώ απέναντι από το
μπαρ είχε σταθμεύσει κι ένα ασφαλίτικο. Επειδή η περιοχή ήταν καρά κέντρο, σκέφτηκε ότι ήταν κάτι το συνηθισμένο, στην οδό
Ξενοφώντος είμαστε, σκέφτηκε μέσα του, αν δεν υπήρχαν ασφαλίτες θα ήταν το
περίεργο. Παρήγγειλαν ένα πρώτο ποτό και είδε στο κινητό του ότι η ώρα ήταν ακριβώς
10. Εκείνη τη στιγμή είδε και τον Μιχάλη να πλησιάζει στο μπαρ, αλλά ταυτόχρονα
είδε και τους ασφαλίτες στο μπαρ και άλλους δυο που στέκονταν έξω από το
παρκαρισμένο αυτοκίνητο να κινούνται γρήγορα προς τον Μιχάλη. Αυτός, βλέποντας
τους ασφαλίτες να τον πλησιάζουν, τους πέταξε την τσάντα τους, και με μια
ταχύτητα που δεν ταίριαζε με την ηλικία του έτρεξε προς τη Φιλελλήνων.
Το θηρίο Τέσλα τον χτύπησε αμέσως μόλις βγήκε στον δρόμο. Ο
Χρήστος είδε το σώμα του φίλου του να σηκώνεται στον αέρα και μετά να πέφτει με
πάταγο στην άσφαλτο. Πρό-λαβε τους ασφαλίτες και έσκυψε πάνω από τον φίλο του.
Η Ειρήνη ουρλιάζοντας έτρεξε πίσω του. Ο Χρήστος έσκυψε πάνω από τον φίλο του
και είδε το αίμα να κυλάει στο στόμα του. «Μιχάλη, Μιχάλη», ψιθύρισε χαμένος
και άκουσε για τελευταία φορά τον φίλο του να του λέει: «Μικρούλη, κλείσε τη
μηχανή, τυπώσαμε και το τελευταίο τυπογραφικό, τελειώσαμε για σήμερα, άντε πάμε
σπίτι». Ξεψύχησε στα χέρια του, με την Ειρήνη να κλαίει ασταμάτητα από πάνω
τους. Οι μπάτσοι ψυχροί τους περικύκλωσαν. «Στην άκρη» τους είπαν, «μπλέξατε σε
λάθος έργο».
Μετά από δυο μέρες ήταν η κηδεία του Μιχάλη. Οι δυο τους
δεν είχαν περαιτέρω προβλήματα με την αστυνομία, ήταν απλώς δυο φίλοι του
θανόντος, δεν είχαν στοιχεία σε βάρος τους. Ο Μιχάλης στο τελευταίο του ταξίδι
φορούσε τα παπούτσια που του είχε χαρίσει ο Χρήστος σε μια επίσκεψή του λίγες
μέρες πριν στο ατελιέ του. Ελάχιστοι αυτοί που είχαν έρθει να αποχαιρετίσουν
τον Μιχάλη, μεταξύ τους και κάποιοι παλιοί συνάδελφοι. Όταν έφυγαν από το
νεκροταφείο, ο Χρήστος ρώτησε την Ειρήνη αν θα την ξανάβλεπε. Εκείνη του είπε
ότι θα προτιμούσε πως όχι, δεν είχε νόημα τώρα όπως δεν είχε νόημα να τα
ξαναπούν και όταν χώρισαν. Αποχαιρετίστηκαν με μια όχι και τόσο θερμή αγκαλιά.
Ο Χρήστος δεν την ξαναείδε ποτέ, όπως ποτέ δεν ξαναπέρασε από την Ξενοφώντος
και το μπαρ Πομπιντού.
Παναγιώτης Καλαμαράς
Το δύσκολο βράδυ της 20ης Οκτώβρη
2025
Υ.Γ. Στο παιχνίδι των χαρτιών «Κούπες» το ζήτημα είναι ο
παίκτης να πάρει όσο γίνεται λιγότερους πόντους ποινής, που είναι οι δεκατρείς
κούπες και η ντάμα μπαστούνι, η οποία δίνει και τους περισσότερους, 50. Γι’
αυτό όσοι ξέρουν «Κούπες», όταν συμβεί σε κάποιον ένα αναπάντεχο, δυσάρεστο
γεγονός, λένε «έφαγε την ντάμα μπαστούνι». Να πούμε ότι όποιος παίκτης πάρει
όλους τους πόντους πάνω του, δεν γράφει κανέναν και φορτώνει με 150 όλους τους
υπόλοιπους. Αυτό λέγεται «καπότο». Σε περίπτωση που κάποιος, χωρίς να έχει
κανέναν πόντο με την πρώτη μοιρασιά, καταφέρει να τους πάρει όλους, μιλάμε για
το «καπότο-φάντασμα». Ο γράφων έμαθε το συγκεκριμένο παιχνίδι σε καφενεία πέριξ
της Νομικής όταν φοιτούσε στο ευαγές ίδρυμα και συνεχίζει μέχρι σήμερα να το
παίζει, δυστυχώς μόνο ηλεκτρονικά.









