Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

Όταν τα αστέρια πέφτουν στη γη - Gigi Roggero


Κι έτσι, αγαπητέ Φράνκο, έφυγες κι εσύ. Μια μέρα, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στην Κοσέντσα, την υιοθετημένη πόλη σου, στο τέλος μιας έντονης και πανέμορφης κουβέντας, στην οποία τίποτα δεν θεωρούνταν δεδομένο, όπως συνέβαινε πάντοτε στις κουβέντες  μαζί σου, μου είπες ότι μια μέρα θα αναγκαζόμουν να σου δώσω δίκιο. Το είχες ξεστομίσει με ένα ύφος ήρεμο και ειρωνικό, χωρίς την ανάγκη να αποδείξεις κάτι, με εκείνο το ανεπανάληπτο χαμόγελό σου, ανεπανάληπτο γιατί ζωγραφιζόταν πρώτα απ’ όλα στα μάτια σου. Δεν θυμάμαι πια το αντικείμενο της κουβέντας. Θυμάμαι, όμως, ότι όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, με το πέρασμα του χρόνου σου είχα δώσει δίκιο.

Η ικανότητα να διδάσκει κανείς συζητώντας, είναι προνόμιο πολύ λίγων. Δασκάλων θα τολμούσαμε να τους πούμε, αν τον όρο δεν τον είχαν καταχραστεί και βρωμίσει με αγενή επίθετα πένες οι οποίες, όπως ακριβώς συνέβη και στη δική σου περίπτωση, γράφουν γιατί δεν μπορούν να σκεφτούν. Σε εκείνες τις κουβέντες μαζί σου, συνέβαινε συχνά να τσαντιζόμουν, όμως αυτός ήταν ο στόχος σου. Όχι για να αιφνιδιάσεις ή να προκαλέσεις, όπως κάνουν πολλοί άλλοι προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο να πρέπει να υπερασπίσουν τις ιδέες ή το εγώ τους, αλλά γιατί μόνο αν είναι κανείς όντας θυμωμένος μπορεί  να αρχίσει να σκέφτεται, απελευθερωμένος από τις αγκυλώσεις του μυαλού, από ιδεολογίες ή εύκολες βεβαιότητες που, αν δεν προσέξουμε, μας καταλαμβάνουν, κάνοντάς μας αιχμάλωτους της τεμπελιάς. Όχι της σχόλης, που πάντοτε διεκδικούσες ως τον χρόνο τον απελευθερωμένο από την εργασία, αλλά της κοινοτοπίας μιας αλήθειας βγαλμένης χωρίς κόπο. Το αντίθετο του αληθινού δεν είναι το ψεύτικο αλλά το κοινότοπο, έλεγε κάποιος. Έτσι, λοιπόν, μας δίδαξες να ψάχνουμε πάντοτε το αληθινό και, συνεπώς, να διαφεύγουμε από την κοινοτοπία. Το δίδαξες χωρίς να θέλεις να το διδάξεις. Και όποια/ος δεν έχει χρησιμοποιήσει τον θυμό του για να σκεφτεί, αλλά για να γυρίσει για μια ακόμη φορά το κλειδί στην κλειδαριά του μυαλού του, τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν και γι’ αυτόν.

Γνωριστήκαμε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2000 όταν, μαζί με τον Γκουίντο και την Φραντσέσκα, ήρθαμε στη Ρώμη για να σου πάρουμε μια συνέντευξη στο πλαίσιο ενός σχεδίου «συνέρευνας», όπως λέγαμε με κάμποση προσοχή, το οποίο θα κατέληγε σε βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Derive Approdi, Futuro anteriore. Dai “Quaderni rossi” ai movimenti globali: ricchezze e limiti dell’ operaismo italiano. Όχι μια ιστορικού τύπου καταγραφή, αλλά μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το παρελθόν ως ένα εικονικό παρόν, ξεκινώντας από τα περιθώρια που υπάρχουν για να μετασχηματιστεί ο αποκτημένος πλούτος σε μιας πηγή πολιτικής σκέψης προς άμεση χρήση. Όχι εύκολο εγχείρημα γιατί με το πέρασμα του χρόνου εκείνες οι εμπειρίες, στα μυαλά των πρωταγωνιστών, ενίοτε βουλιάζουν σε μια κακής ποιότητας νοσταλγική μελάσα  και στην πληκτική αναμνησιακή  ρητορεία. Και ακόμη περισσότερο σήμερα, μπροστά στις δυσκολίες του παρόντος, η θλιβερή οδός διαφυγής είναι το αντίθετο εκείνου που εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε:  τώρα πια το παρόν χρησιμοποιείται σαν ένα εικονικό παρελθόν. Έτσι το Facebook έχει καταστεί η παθητική χρονομηχανή στην οποία εμφανίζονται απίθανες μυθολογίες και παραληρηματικές διατριβές, κυρίως για να βρουν διέξοδο οι ματαιώσεις της μοναξιάς. Είναι το διεστραμμένο αποτέλεσμα της ανικανότητας να κάνουμε τους λογαριασμούς μας με τα χρόνια που περνούν και την κατανόηση του κόσμου που βρίσκεται πίσω τους. Η δεκαετία του ’70 γίνεται εβδομηντακισμός, γεροντική ασθένεια του κομμουνισμού.

Αυτή η ασθένεια δεν σε χτύπησε ποτέ αγαπητέ Φράνκο. Αντιθέτως, όπως σε λίγους άλλους, δηλαδή στους μεγάλους της ανατρεπτικής μας πατερικής παράδοσης, ο εβδομηντακισμός σου προκαλούσε πάντοτε γέλιο. Όταν κάποιος προσπαθούσε να μας ξαναβάλει σε εκείνο το κλουβί, εσύ δεν έτρεχες να ψωνίσεις. Όπως εκείνη τη φορά στο Τριέστε, το 2005, όταν επανήλθε και πάλι στο προσκήνιο η πολεμική σχετικά με το Πριμαβάλε. «Εσύ τι πιστεύεις γι’ αυτό;» σε ρώτησε σε ένα διάλειμμα ένας δημοσιογράφος, ανοίγοντας ύπουλα την κάμερα και δείχνοντάς σου μια προκήρυξη των τοπικών φασιστών στην οποία σε κατηγορούσαν ότι είσαι δολοφόνος και πως πρέπει να φύγεις αμέσως από την πόλη. Εσύ δεν ξαφνιάστηκες ούτε τα έχασες έστω και για μια στιγμή,  με μια σκηνική ηρεμία και σοβαρότητα κοίταξες το χαρτί και χωρίς να σηκώσεις το βλέμμα, άρχισες να ρίχνεις σφαλιάρες: «Διαβάζοντας αυτή την προκήρυξη, σκέφτομαι πως μπορώ να πω ότι δεν απέτυχα στη ζωή μου». Τέλος του αγώνα με νοκ άουτ στο πρώτο λεπτό του πρώτου γύρου.

Είναι ακριβώς αυτό που σου επέτρεψε να ζήσεις τον κομμουνισμό ως συμπεριφορά, τρόπο σχέσεων, στάση ζωής. «Το ενδιαφέρον μου, ακόμη και το ανθρώπινο, το συναισθηματικό, αφορά όλες τις μορφές συνεργασίας, τις οποίες  μπορούμε να ενεργοποιήσουμε χωρίς πριν να έχουμε κάνει την επανάσταση και κυνηγήσει τους εχθρούς μας. Αν εμείς, για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι ο κομμουνισμός είναι πρώτα απ’ όλα μια εναλλακτική που αφορά την καθημερινότητά μας και, όχι ένα διακηρυγμένο ιδανικό, αλλά ένας τρόπος ζωής, ανθρώπινης θα έλεγα, και θα τολμούσα να προσθέσω πιο γλυκιάς, πιο ζεστής, τότε, αν έχουν έτσι τα πράγματα, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι να πειραματιστούμε με εκείνο που σε μας μοιάζει το πιο κατάλληλο σε σχέση με όλα αυτό, ανάγοντάς το σε έναν τύπο εμπειρίας». Ο κομμουνισμός σαν κάτι το βιωμένο και όχι σαν κάτι που θα θεσμιστεί από ένα κυρίαρχο ον, ή, καλύτερα, ένας κομμουνισμός που θεσμίζεται βιώνοντας  τη ριζική ρήξη με κάθε οικουμενιστική και κρατιστική σκέψη. Είναι αυτό που μας οδηγεί στο ενδιαφέρον μας για το genius loci, για την κοινότητα –όρος τρομακτικά αμφίσημος και, γι’ αυτό, θεωρούμενος από εσένα τρομακτικής σημασίας. Η θεμελίωση μιας πόλης, ιδού ένα μεγάλο πλαίσιο αγώνα. Να μην περιμένουμε την επουράνια ή κόκκινη πόλη, αλλά να τη θεμελιώσουμε εδώ και τώρα, αυτό είναι ο κομμουνισμός.

Βέβαια δεν ήταν πάντοτε εύκολο να σε παρακολουθήσουμε. Πάντοτε, ωστόσο, άξιζε τον κόπο. Ξεκινώντας από την κριτική σου στην επιστήμη, μια σκευή ανεκτίμητης αξίας η οποία, όπως ισχύει για όλους τους μεγάλους φιλοσόφους μέχρι τον και τον Σωκράτη, βρίσκει στην προφορική μετάδοση μια μορφή άκρως πιο συνεκτική απ’ ότι ο σχετικισμός ενός γραπτού κειμένου. Προσοχή, δεν αναφερόμαστε απλώς στην καπιταλιστική χρήση της επιστήμης για την άντληση κέρδους και τη διεξαγωγή των πολέμων, αλλά για μια κριτική στην επιστήμη καθαυτή, αντάξια του καλύτερου Μούζιλ, σε μια τη διαδικασία που παραπέμπει στους fach-idiot, τους εξειδικευμένους βλάκες «που ξέρουν τα πάντα για το τίποτα». Ακριβώς το αντίθετο από το κοινωνικό άτομο, δηλαδή «το άτομο που στέκεται στο ύψος του είδους του», μια από τις μαρξικές προτάσεις τις πλέον αγαπητές στον Φράνκο, έναν φυσικό που, εν συντομία, κριτίκαρε την επιστήμη. Όχι με μια αντι-επιστημονική στάση αλλά ως αντι-επιστήμονας, δηλαδή ενάντια σε εκείνη τη διαδικασία θεολογικοποίησης της επιστήμης και ενάντια στην τεχνο-επιστήμη, κάτι που σήμερα είναι μπροστά στα μάτια όλων μας.

Και εδώ βρίσκεται η νιτσεϊκή σου προσέγγιση. Στο να στρέφεις το βλέμμα στον ουρανό όχι για να βρεις τον θεό, αλλά για να βρεις τα αστέρια. Για να διαβάσεις εκεί τον χάρτη των γενεαλογιών μας, για να δεις ένα παρελθόν που συνεχώς μας κοιτάζει και εμείς κουραζόμαστε να το κοιτάμε. Σε ρήξη με τον γραμμικό χρόνο, επιστήλιο της σκέψης του διαφωτισμού, δικό σου και δικό μας μεγάλο εχθρό. «Ο χρόνος είναι μια μεταβλητή η οποία εξαρτάται από τις συλλογικές απαιτήσεις· δεν ισχύει το αντίστροφο, που είναι ένας χρόνος ο οποίος διατρέχει ότι κάνουμε και συνεπώς είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων». Κι έτσι, «κοιτάζοντας τα αστέρια (έχοντας φυσικά τη δεξιότητα να τα κοιτάμε, κι όχι να παρατηρούμε αφηρημένα τον ουρανό), ή παρατηρώντας ένα δέντρο ή ένα ζώο που γεννά, έχεις αυτή την αίσθηση του ανήκειν σε κάτι, που είναι ένα πράγμα το οποίο υπάρχει πριν από κάθε κουλτούρα ή, αν θέλετε, είναι η πρώτη κουλτούρα». Σε εκείνες τις ασυνήθιστες νύχτες του παρελθόντος, μαγεμένοι από την πράσινη αχτίδα σου που διαπερνούσε τη σκοτεινιά του ουρανού και από τις παράξενες αφηγήσεις σου για να τον μπορέσουμε να τον διαβάσουμε.  Στην αναζήτηση των χαμένων ικανοτήτων: «Πιστεύω ότι ένας πολίτης που ξέρει κάτι από τον ουρανό και ένας πολίτης που αγνοεί τα πάντα για τον ουρανό, είναι σε μεγάλο βαθμό διαφορετικά άτομα. Ο πρώτος έχει την ευκαιρία να σκεφτεί για ζητήματα που προκύπτουν από την απεραντοσύνη του ουρανού και για την ασημαντότητα –όχι μόνο της Ιταλίας– αλλά ολόκληρου του ηλιακού συστήματος· γνωρίζοντας κάτι τέτοιο, φτάνει να το αποδεχτεί ως ολοκληρωμένο γεγονός. Είναι το ίδιο άλμα που έγινε στην αρχαιότητα, όταν στην Αθήνα, την εποχή του Περικλή, ένα μελετηρό παιδί ήξερε (σύμφωνα με τον Βιγκέ) καμιά ογδονταριά αστέρια και καμιά σαρανταριά αστερισμούς, σαφώς ευνοημένο από τον πολύ καθαρό νυχτερινό ουρανό». Για να κοιμηθεί μετά από το πρωί μέχρι αργά το μεσημέρι, όπως ήταν μία από τις συνήθειές του («παρακολουθούσα πυρηνική φυσική που δεν μου άρεσε και όχι κάτι άλλο, γιατί ήταν ο μόνος επιστημονικός κλάδος  που τα μαθήματά του γίνονταν το μεσημέρι!»).

Το καινούργιο δεν υπάρχει, επαναλάμβανες συχνά ενάντια στην επικρατούσα ιδεολογία πλήρους αποδοχής του καινούργιου. Γιατί αυτό είναι απλώς ένας ανασυνδυασμός ήδη υπαρχόντων στοιχείων. Αλλά και το μέλλον δεν υπάρχει, ήταν κι αυτό ένα από τα πρώτα πράγματα, που κριτικάροντάς με, μου δίδαξες. Είναι αλήθεια, κι εδώ είχες δίκιο. Και η κριτική σου, όπως πάντοτε καταιγιστική στη μορφή και γλυκιά στην ουσία της, μου φώτιζε τη διαδρομή. Ακριβώς όπως ένα αστέρι. Μέσα από σένα συλλάβαμε πολιτικά τον Κοσέλεκ. Το μέλλον είναι ένα ψέμα που συμμερίζονται η χριστιανική και η σοσιαλιστική ηθική: με τη μορφή του παραδείσου ή του επερχόμενου ήλιου, χρησιμεύει στο να απομακρύνει συνεχώς τη σωτηρία, μας κάνει, δηλαδή, να αποδεχόμαστε τη θυσία στην υπηρεσία είτε του θεού είτε του κόμματος. Ξεκινώντας από εδώ, μας είπες, υπάρχει μια ριζική διαφορά μεταξύ μέλλοντος και προοπτικής, εννοούμενη αυτή η τελευταία ως η ικανότητα να μη μας φθείρει η λατρεία του παρόντος. Και εδώ, με το μεγάλο οργανωτικό στέλεχος που ήσουν,  ξαναβρεθήκαμε σε ένα υψηλότερο επίπεδο.

Αγαπητέ Φράνκο, όπως έγραψες επ’ ευκαιρία της απώλειας του φίλου και συντρόφου Αλμπέρτο Μανιάγκι, ο θάνατός σου μας μικραίνει. Και όμως, νιώθουμε έντονη τη δύναμη της ζωής σου, της σκέψης σου, της κοφτερής σου ειρωνείας. Της φιλίας σου, ωριμασμένης αυτά τα 25 χρόνια, ακόμη κι αν πέρασε κάμποσος χρόνος πριν συναντηθούμε. Γιατί με σένα συναντιόμασταν ανέκαθεν. Θα θέλαμε να κλείσουμε με μια από τις κεραυνοβόλες σου ατάκες, που μαζί με τόσα άλλα πράγματα, σε έκαναν διάσημο. Όμως, καθώς ο χώρος μας είναι περιορισμένος, σταματάμε εδώ. Αν και συνεχίζουμε να προσπαθούμε, με την πράσινη αχτίδα σου, να βρούμε το φως στη σκοτεινιά της γης στην οποία ζούμε.

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Δημοσιεύτηκε στο δικτυακό ιταλικό περιοδικό «Machina» στις 15 Γενάρη 2025, μετά τον θάνατο στις 13 Γενάρη του Φράνκο Πιπέρνο, μιας από τις μεγάλες μορφές του ιταλικού ανταγωνιστικού κινήματος, του οποίου είχαμε τη χαρά να δημοσιεύσουμε μια συλλογή κειμένων με αφορμή την πανδημία και τις επιπτώσεις της στις εκδόσεις Παρέγκλισις, μερικά χρόνια πριν. Καθώς θα ακολουθήσει σύντομα μια συλλογή με «επιστημονικά» κείμενα του ίδιου, σκεφτόμαστε την ωραία φιγούρα του σε ένα φεστιβάλ των εκδόσεων Derive Approdi, στη Ρώμη, στο Σαν Λορέντσο, στον κατειλημμένο κινηματογράφο που δεν υπάρχει πια, παρέα με τον Τόνι Νέγκρι, τον Νάνι Μπαλεστρίνι, τον Σέρτζο Μπιάνκι και κάμποσες και κάμποσους ακόμη από εκείνη την τρομερή γενιά. Ωραίες συναντήσεις με ωραίους ανθρώπους, φοβάμαι ανεπανάληπτους, που μεγαλώσαμε μαζί τους και μας δίδαξαν τόσα πολλά με τη ζωή και το έργο τους. Εμείς εδώ, από το δικό μας «οχυρό» εδώ και 37 χρόνια της Πανεπιστημίου 64, τον χαιρετούμε μια γλυκιά αθηναϊκή νύχτα του Γενάρη του 2025…

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Συγκυρία και επανάσταση - Giorgio Agamben


Υπάρχει ένα δεδομένο σε σχέση με το οποίο δεν πρέπει ποτέ να κουραζόμαστε να σκεφτόμαστε, ότι, δηλαδή, ένας από τους όρους-κλειδιά του πολιτικού μας λεξιλόγιου –η επανάσταση– προέρχεται από την αστρονομία, μέσω του οποίου περιγράφεται η κίνηση ενός πλανήτη που  ταξιδεύει ακολουθώντας την τροχιά του. Όμως ένας άλλος όρος ο οποίος, στη γενική τάση που χαρακτηρίζει την εποχή μας να αντικαθίστανται οι πολιτικές κατηγορίες από οικονομικές, έχει πάρει τη θέση της επανάστασης, επίσης προέρχεται από το αστρονομικό λεξικό.  Αναφερόμαστε στον όρο «συγκυρία» [congiuntura], στον οποίο έχει ρίξει την προσοχή της μια εμβληματική μελέτη του Davide Stimilli. Αυτός ο όρος,  ο οποίος περιγράφει «τη φάση του οικονομικού κύκλου που η οικονομική δραστηριότητα περνά σε μια δεδομένη σύντομη χρονική περίοδο», είναι, στην πραγματικότητα, μια τροποποίηση του όρου  «σύνδεση» [congiunzione], που σημαίνει τη σύμπτωση της θέσης των άστρων σε μια δεδομένη στιγμή.

Ο Stimilli παραθέτει ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Warburg για την «Αρχαία παγανιστική μαντεία σε κείμενα και εικόνες της εποχής του Λούθηρου», όπου σύνδεση και επανάσταση συγκλίνουν: «Μόνο μέσα σε μεγάλα περάσματα του χρόνου, που αποκαλούνται επαναστάσεις, μπορούμε να προσδοκούμε τέτοιες συνδέσεις. Σε ένα σύστημα προσεκτικά μελετημένο, διακρίνουμε μεγάλες και μέγιστες συνδέσεις· αυτές οι τελευταίες είναι οι πιο επικίνδυνες, λόγω της συνάντησης των ανώτερων πλανητών Κρόνου, Δία και Άρη. Όσες περισσότερες συνδέσεις συμβαίνουν, τόσο πιο τρομακτικό εμφανίζεται το γεγονός, καθώς ο πλανήτης με τον πιο ισχυρό χαρακτήρα μπορεί να επηρεάζει τον ασθενέστερο». Και είναι σημαντικό το γεγονός ότι ακριβώς ένας επαναστάτης όπως ο Auguste Blanqui, απογοητευμένος από τις προσδοκίες του, κατάφερε να αντιληφθεί, στο τέλος της ζωής του, την ιστορία των ανθρώπων ως κάτι το οποίο, όπως η κίνηση των άστρων, επαναλαμβάνεται αενάως, ανεβάζοντας πάντοτε τα ίδια έργα.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα μπροστά στα μάτια μας είναι ακριβώς ένα φαινόμενο αυτού του είδους, στο οποίο η οικονομική συγκυρία, εκ φύσεως τυχαία και αυθαίρετη, προσπαθεί να επιβάλλει την τρομακτική της κυριαρχία σε ολόκληρη την κοινωνική ζωή. Θα ήταν καλό, λοιπόν, να αφήσουμε να διακοπεί, χωρίς επιφυλάξεις, η σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική και τα αστέρια, όπως και το να διαρρήξουμε τον δεσμό που θέλει να ενώνει το αστρονομικό πεπρωμένο με την επανάσταση, την αναγκαιότητα με την οικονομική συγκυρία, την επιστήμη της φύσης με την πολιτική. Η πολιτική δεν είναι εγγεγραμμένη ούτε στην επουράνια σφαίρα ούτε στους νόμους της οικονομίας: βρίσκεται στα δικά μας αδύναμα χέρια και στη σαφήνεια με την οποία διαψεύδουμε κάθε πρόθεση να φυλακιστεί σε συνδέσεις και επαναστάσεις.

15 Γενάρη 2025


Δημοσιεύθηκε στη στήλη που διατηρεί ο συγγραφέας στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι του El Lissitzky.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2025

Ο αριθμός των δολοφονημένων - Giorgio Agamben


Χρειάζεται να σκεφτούμε εκ νέου το χωρίο από την Αποκάλυψη (6,9-11), στο οποίο διαβάζουμε: «Και όταν (το αρνί) άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα, είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις ψυχές των σφαγμένων για τον λόγο του Θεού και τη μαρτυρία που έδωσαν για το αρνί. Και έκραξαν μεγαλοφώνως λέγοντας: Μέχρι ποτέ, ω κύριε άγιε και αληθινέ, δεν θα προβαίνεις στην κρίση σου και δεν θα πάρεις εκδίκηση για το αίμα μας από εκείνους που κατοικούν στη γη; Και δόθηκε στον καθένα από αυτούς ένα λευκό φόρεμα και τους ειπώθηκε να αναπαυτούν ακόμα λίγο χρόνο, μέχρις ότου συμπληρωθεί ο αριθμός των συνυπηρετών και των αδελφών τους, που όφειλαν να δολοφονηθούν όπως αυτοί». 

Η ιστορία δεν θα τελειώσει και η τελική κρίση δεν θα εκφωνηθεί έως ότου δεν έχει συμπληρωθεί ο αριθμός των δολοφονημένων δικαίων. Είναι ίσως αυτό που συμβαίνει γύρω μας; Και πόσοι άλλοι δίκαιοι πρέπει να δολοφονηθούν, όπως κάθε μέρα τους βλέπουμε να πεθαίνουν; Σίγουρα η ιστορία είναι η ιστορία των πολέμων, των θανάτων και των δολοφονιών. Όμως το νόημα του ανοίγματος της πέμπτης σφραγίδας δεν είναι, την εποχή που ζούμε, ότι οφείλουμε να περιμένουμε αδρανείς να συμπληρωθεί ο αριθμός των δολοφονημένων. Αν και οι εφημερίδες δεν σταματούν να τους μετρούν καθημερινά, εμείς αγνοούμε ποιος είναι αυτός ο αριθμός, όπως αγνοούμε πότε θα έλθει η κρίση, αλλά κι αν θα έρθει κάποτε. Ζούμε σε μια ενδιάμεση εποχή και όπως εκείνοι που σφάχτηκαν, οφείλουμε να μαρτυρήσουμε εκείνο που βλέπουμε και εκείνο που πιστεύουμε. Δεν είναι άλλο το καθήκον μας πριν συμπληρωθεί  ο αριθμός των δολοφονημένων.

7 Γενάρη 2025

Υ.Γ. του Παναγιώτη Καλαμαρά: Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στη στήλη του συγγραφέα στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα είναι του Enrico Baj, «Guernica», 1972, του οποίου είχα τη χαρά να απολαύσω την έκθεση στο Παλάτσο Ρεάλε στο Μιλάνο στις 11 Γενάρη τρέχοντος έτους. Ήταν η πρώτη φορά που είδα ζωντανά έργα του αναρχικού καλλιτέχνη και πραγματικά ενθουσιάστηκα, παρά το ζοφερό περιεχόμενο μερικών εξ αυτών, όπως η δολοφονία του αναρχικού Πινέλι, σκηνές από την αποκάλυψη και κάποιοι στρατηγοί του. Όπως ενθουσιάστηκα και από την έκθεση που είδα την ίδια μέρα του Ιταλού φωτογράφου Ugo Mulas, που μαζί με τον Baj και άλλες μεγάλες φιγούρες της ιταλικής κριτικής σκηνής, σύχναζαν στο περίφημο μπαρ Τζαμάικα στην οδό Μπρέρα, εκεί δηλαδή που την επόμενη μέρα ήπια τον μεσημεριανό καφέ μου καπνίζοντας το απαραίτητο τοσκάνο μου. Καμία σχέση, βεβαίως, με τότε οι σημερινοί θαμώνες του περίφημου μπαρ, όπως και ο περιβάλλων χώρος δίπλα από την ακαδημία της Μπρέρα. Οι καιροί άλλαξαν σε βάρος μας, όμως πάντοτε ελπίζω και ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα έρθουν εκείνες και εκείνοι που θα πάρουν εκδίκηση για τους σφαγιασθέντες αυτού του πλανήτη και κυρίως για τα παιδιά, όπως σήμερα συμβαίνει καθημερινά στην πολύπαθη Γάζα, από το χέρι εκείνων που δεν διδάχτηκαν τίποτα από την αιματηρή ιστορία τους.