Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

«Προβοκάτσια»


Ιδού ένα ανυπόγραφο κείμενο που δημοσιεύτηκε το μακρινό 1975 στο περιοδικό “Puzz”, έκφραση εκείνου του ιταλικού ριζοσπαστικού ρεύματος που διαμορφώθηκε μέσα από τη διαδρομή ομάδων όπως εκείνες της Συμβουλιακής Οργάνωσης ή της Λουντ. Πρόκειται για το εισαγωγικό κείμενο της «Προβοκάτσιας», μιας σειράς τετραδίων ριζοσπαστικής κριτικής που περιελάμβανε κείμενα ποικίλης προέλευσης, κοινών, όμως, ως προς την τάση τους να αναζητούν σημεία επίθεσης στην υπαρκτή κυριαρχία του κεφαλαίου. Ένας από τους κύριους συντελεστές αυτού του σχεδίου ήταν ο Τζόρτζο Τσεζαράνο, στον οποίο ανήκει πιθανότατα και το παρόν κείμενο.

Οι πολιτικές συμμορίες της αστυνομίας και των κομμάτων αρέσκονται ολοένα και περισσότερο στο να προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είμαστε. Αφού, όμως, εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να αναγνωριστούμε παρά μόνο μέσα από την κριτική που ξεκαθαρίζει ποιοι δεν είμαστε και τι δεν θέλουμε· αφού εμείς οι ίδιοι μιλάμε τη γλώσσα αυτών που ζουν την αντίφαση και τη μη ταυτότητα· αφού μπορούμε να υπάρχουμε ως πολλαπλό υποκείμενο μόνο υπό τον όρο ότι βιώνουμε συλλογικά τις εν εξελίξει αντιφάσεις μας με τις ίδιες μορφές που βιώνουμε τις πραγματώσεις μας, παρότι υποκείμεθα σταδιακά σε κάθε είδους αφομοίωση· θεωρούμε, συνεπώς,  ότι η προσπάθεια εξακρίβωσης της ταυτότητάς μας μέσα από λογικές δοκιμασμένες εδώ και δύο αιώνες αντεπανάστασης, θα αποδειχθεί γελοία και άδοξη σε όποιον θέλει να μας φυλακίσει σε μια απλή διατύπωση, προκειμένου να μας βάλει πιο εύκολα μέσα στα τείχη της φυλακής. «Προβοκάτορες» είναι ο όρος που αποδίδει  την ταυτότητα μας στα δηλητηριώδη κείμενα του καθεστωτικού τύπου, μέσω εκείνης της σημασιολογικής ενορχήστρωσης που βάζει στην ίδια πλευρά τη «δημοκρατική» δημοσιογραφία και τομ «αγωνιστικό» τύπο. Αποδεχόμαστε, αντιστρέφοντάς τον, αυτόν τον όρο.

Αν «προβοκάτορας» σημαίνει άνδρες και γυναίκες που δεν αποδέχονται τις αθλιότητες του πολιτικού παιχνιδιού· αν σημαίνει άτυπους πυρήνες που διαφεύγουν κάθε σχήματος μιας ιεραρχικοποιημένης συμμορίας· αν χαρακτηρίζει εμπειρίες που δεν μπορούν με τίποτα να μπουν κάτω από τις ταμπέλες «επαναστατικών» θεωριών, ηττημένων τώρα πια από την ίδια την ιστορία και οικειοποιημένων από την αντεπανάσταση· αν διακρίνει αυτόν που δεν υφίσταται την εσωτερίκευση του κεφαλαίου και μάχεται για να υπάρχει κάθε είδους αυτοαξιοποίηση· αν σημαίνει την ανάπτυξη μιας σκέψης και μιας πρακτικής που αρνούνται να συγκροτηθούν σε σφαίρες που διαχωρίζουν το ατομικό από το συλλογικό βίωμα· αν «προβοκάτορας» σημαίνει όλα αυτά, τότε, ναι, είμαστε προβοκάτορες!

Είμαστε προβοκάτορες εκείνης της διαδικασίας απομυθοποίησης που αναγκάζει τους αστυνομικούς, τους καθεστωτικούς πολιτικούς και τους αρχισυμμορίτες της πλαστής αντιπολίτευσης να αποκαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα συμμαχώντας δημοσίως εναντίον μας, υιοθετώντας τις ίδιες πρακτικές κατάδοσης, τρομοκρατίας, συκοφάντησης, χρησιμοποιώντας την ίδια γλώσσα και την ίδια λογική και ανατρέχοντας στις ίδιες προστυχιές και στα ίδια χυδαία ψέματα. Είμαστε προβοκάτορες εκείνης της διαδικασίας ξεπεράσματος που οδηγεί τους ειλικρινείς επαναστάτες να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν τους και να σταθούν στο ύψος της ιστορικής στιγμής και της ριζοσπαστικής έντασης της εποχής μας, διαμορφώνοντας εκείνη την τάση που αναζητεί μια οπτική της ολότητας, η οποία, αυτή και μόνο αυτή, οδηγεί την κριτική από τις σημερινές μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας στην κατάφαση της σύνθεσης κάθε κατακερματισμένης και ιδιαίτερης αποξένωσης, στη σύνοψη και στο σημείο έκρηξης κάθε ξεπεράσματος της καταπίεσης. Είμαστε και θα μείνουμε μέχρι τέλος οι προβοκάτορες της επαναστατικής διαδικασίας.

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Την 1η Μάρτη τρέχοντος έτους, έφυγε από τη ζωή ο Φώτης Πάλλας, ηγετική μορφή του κινήματος ενάντια στον 815 στο μετερίζι της Νομικής σχολής της Αθήνας. Ήταν κάποια μέρα μετά την 19η Δεκέμβρη 1979, την ημέρα δηλαδή που μετά τη ψηφοφορία στη συνέλευση του Νομικού, τη λειτουργία της κατάληψης ανέλαβε η γενική συνέλευση της σχολής και τα όργανά της, ενάντια στη λογική της ανάθεσης του αγώνα στο διοικητικό συμβούλιο των φοιτητών (ελεγχόμενο από τους σταλινικούς, τους εναπομείναντες πασόκους και τους κρυπτοσταλινικούς, που αργότερα κάποιοι από αυτούς έγιναν υπουργοί με τα γνωστά  αποτελέσματα), όταν κάποιοι από εμάς, τους τότε λεγόμενους αυτόνομους του Οικονομικού (ή «επισήμως», «Παρέα του Οικονομικού»), ενώ τριγυρνούσαμε στο υπόγειο της Νομικής, κάπου εκεί έξω από το τότε αμφιθέατρο «Τριανταφυλλόπουλου», πέσαμε πάνω σε ένα συνεργείο της σουηδικής τηλεόρασης, το οποίο έψαχνε εναγωνίως τον «Κόκκινο Φώτη» για να του πάρει συνέντευξη. Εκπλαγήκαμε και τους είπαμε ότι εμείς ξέραμε μόνο τον «Κόκκινο Ντάνι», του οποίου μάλιστα έτυχε να διαβάζουμε εκείνη την εποχή το βιβλίο «Το μεγάλο παζάρι», εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος. Τελικά του έμεινε το παρατσούκλι του Πάλλα, ενός τύπου που κινήθηκε ανάμεσα στον «προβοκάτορα» και στο αναγνωρισμένο «ακραίο πολιτικά» στέλεχος της Β΄Πανελλαδικής. Αυτός, μαζί με τα τότε συντρόφια του, «συνεδρίαζαν» στον «Ιπποπόταμο» (που τότε δεν σέρβιρε μπύρα αλλά μόνο «σκληρό» οινόπνευμα), εμείς, κυρίως στο καφενείο «Δωδώνη», απέναντι από τη Νομική, αλλά και στη «Δεξαμενή» και στο «Λούκι». Η τελευταία εμφάνιση επί κινηματικής σκηνής του Φώτη Πάλλα έγινε στην απαγορευμένη πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου 1980, εκείνη την πορεία των «δέκα χιλιάδων προβοκατόρων», που τελείωσε με τη δολοφονία από τους μπάτσους των Κουμή-Κανελλοπούλου και την περιφρούρηση του Πολυτεχνείου από τα «ταραχοποιά στοιχεία» από τα ΚΝΑΤ και τους οικοδόμους της ΕΣΑΚ-σ, δηλαδή το σιδερένιο χέρι των σταλινικών μπάτσων. Συνέχισε τον αγώνα του από άλλα μετερίζια, κυρίως αυτό της μαχόμενης δικηγορίας, τριγυρνώντας πάντα στα αγαπημένα του Εξάρχεια (όντας γνήσιο τέκνο τους). Θα έπινα μια μπύρα στην υγειά του στον «Ιπποπόταμο»(που τώρα πια σερβίρει μπύρα), αλλά καθώς δεν με βγάζει πλέον ο δρόμος προς τα εκεί, προτίμησα να μεταφράσω ένα κειμενάκι στη μνήμη του, αλλά και στην υγειά των βετεράνων «προβοκατόρων» που ξαναβρεθήκαμε στην Πανεπιστημίου στις 28 Φλεβάρη στη συγκέντρωση για τα Τέμπη, φωνάζοντας μαζί με χιλιάδες άλλους, νέους «προβοκάτορες», Μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Η Αλληγορία της πολιτικής - Giorgio Agamben

Η εικόνα είναι του Antonio Ligabue

Είμαστε όλοι στην κόλαση, όμως κάποιοι φαίνεται να σκέφτονται πως εκεί δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν πέρα από το να μελετούν και να περιγράφουν λεπτομερειακά τους διαβόλους, την τρομακτική τους όψη, την άγρια συμπεριφορά τους, τις επίβουλες σκέψεις τους. Ίσως έτσι αυταπατώνται ότι θα μπορέσουν να ξεφύγουν από την κόλαση και δεν αντιλαμβάνονται πως  αυτό που τους κατέχει ολοκληρωτικά δεν είναι παρά η χειρότερη των ποινών που οι διάβολοι έχουν επινοήσει για να τους βασανίζουν. Όπως ο αγρότης στην καφκική παραβολή, έτσι κι αυτοί το μόνο που κάνουν είναι να μετρούν τους ψύλλους στο πέτο του φύλακα.  Εξυπακούεται πως ούτε θα ήταν σωστό να περνούν, αντιθέτως, τον καιρό τους στην κόλαση περιγράφοντας τους αγγέλους του παραδείσου –είναι κι αυτή μια ποινή, προφανώς λιγότερο σκληρή, αλλά όχι λιγότερο μισητή από την άλλη. Η πραγματική πολιτική βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο ποινές. Αυτή ξεκινά προπάντων με τη γνώση του πού βρισκόμαστε και ότι δεν θα ξεφύγουμε τόσο εύκολα από την καταχθόνια μηχανή που μας περιβάλλει. Για τους δαίμονες και τους αγγέλους ξέρουμε αυτό που πρέπει να ξέρουμε, αλλά ξέρουμε επίσης ότι είναι βάσει μιας απατηλής εικόνας του παραδείσου που φτιάχτηκε η κόλαση και ότι κάθε έγερση του τείχους της Εδέμ παραπέμπει στο βάθεμα της αβύσσου της  Γέενα. Για το καλό ξέρουμε λίγα και είναι ένα ζήτημα στο οποίο δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε· για το κακό ξέρουμε μονάχα ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι που κατασκευάσαμε την καταχθόνια μηχανή με την οποία βασανιζόμαστε. Ίσως μια επιστήμη του καλού και του κακού να μην υπάρξει ποτέ και σαφώς δεν μας ενδιαφέρει στο εδώ και τώρα. Η πραγματική γνώση δεν είναι μια επιστήμη –είναι, μάλλον, μια διέξοδος. Και είναι πιθανό σήμερα αυτή να συμπίπτει με μια επίμονη, διαυγή, γρήγορη αντίσταση επί τόπου.

8 Μάρτη 2025


«Εκείνη την νύχτα το κράτος θα μπορούσε να σώσει τον Άλντο Μόρο» - Συνέντευξη με τον Φράνκο Πιπέρνο


Ξεκινάμε από τη διαπραγμάτευση, εκείνη που προσπάθησες να κάνεις εσύ και ο Λανφράνκο Πάτσε [επιφανές μέλος της Εργατικής Αυτονομίας, σ.τ.μ.].

Η ιδέα ήταν του Πάολο Μιέλι [επιφανής Ιταλός δημοσιογράφος, τότε στην αρχή της καριέρας του, αλλά και πρώην μέλος της Εργατικής Εξουσίας, σ.τ.μ.] και του Λίβιο Ζανέτι, τότε διευθυντή του «Espresso», του μοναδικού εντύπου που είχε παρακολουθήσει τις διάφορες φάσεις του κινήματος και με το οποίο πολλοί από εμάς είχαμε μια κάποια οικειότητα. Ο Ζανέτι με φώναξε και μου είπε ότι ήθελε να με συναντήσει ο Κλαούντιο Σινιορίλε [επιφανές τότε μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, σ.τ.μ.].

Όλα αυτά συνέβησαν με την ενθάρρυνση του Μπετίνο Κράξι [επικεφαλής τότε του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και μετέπειτα πρωθυπουργός, σ.τ.μ.];

Υποθέτω πως ναι, αν και δεν έχω αποδείξεις. Εκείνη την εποχή, τον Απρίλη του 1978, εγώ βρισκόμουν ήδη στην Καλαβρία και η γυναίκα που είχα παντρευτεί –η Φιόρα Πίρι– είχε συλληφθεί εδώ και λίγο καιρό. Γι’ αυτό στην αρχή προέβαλα ισχυρή αντίσταση στο να αποδεχτώ εκείνη τη συνάντηση, φοβόμουν την εμπλοκή μου σε κάτι που θα είχε ως συνέπεια την επιδείνωση της θέσης της Φιόρα, κατηγορούμενης –μαζί με έναν μεγάλο αριθμό ατόμων– ότι βρισκόταν στην οδό Φάνι.

Όμως στη συνέχεια αποφάσισες να συναντηθείς με τον Σινιορίλε.

Αυτό που με έπεισε ήταν ένα νέο τηλεφώνημα του Πάολο Μιέλι, αλλά και η επιδείνωση της κατάστασης της Φιόρα. Σκέφτηκα πως αν ο Μόρο σκοτωνόταν, θα ήταν δυσάρεστο για όλους μας. Έτσι πήγα στη Ρώμη και συνάντησα τον Σινιορίλε κάμποσες φορές –πρώτα μόνος μου, μετά με τον Λανφράνκο Πάτσε, που πριν από εμένα είχε τον τρόπο να φτάσουν γρήγορα στις Ερυθρές Ταξιαρχίες οι προτάσεις εκείνης της πλευράς του Σοσιαλιστικού Κόμματος που ηγούνταν ο Κράξι και όχι ο Τζάκομο Μαντσίνι –σε ένα σπίτι στην οδό Κόρσο που έμενε ένας από τους χρηματοδότες του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ήμασταν σε καλό σημείο. Το πίστευα εγώ, το πίστευε και ο Σινιορίλε.

Ποια ήταν η πρόταση;

Ένας εκπρόσωπος της Χριστιανοδημοκρατίας και πιο συγκεκριμένα ο Αμίντορε Φανφάνι, θα αναλάμβανε δημοσίως την ευθύνη των διαπραγματεύσεων με τους ταξιαρχίτες, στη βάση της αποφυλάκισης κάποιων από εκείνους που είχαν συλληφθεί, αλλά, προπάντων, στη βάση του κλεισίματος της φυλακής της Αζινάρα, μιας ιδιαιτέρως σκληρής φυλακής, θα έλεγα στα όρια του βασανιστηρίου. Αυτός ο εκπρόσωπος της Χριστιανοδημοκρατίας, θα έπρεπε να δείξει διατεθειμένος να προτείνει και να υλοποιήσει ένα γενικό μέτρο που θα ήταν ενταγμένο στο πλαίσιο της νομιμότητας. Το πιο συγκεκριμένο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης θα προσδιοριζόταν στη συνέχεια. Εκείνη τη στιγμή αυτό που είχε τη μεγαλύτερη σημασία ήταν να σταματήσει εκείνη η διαδικασία που θα οδηγούσε στην εκτέλεση του Μόρο και να υπάρξει μια ένδειξη για το ποια από τα αιτήματα των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά νομίμως από το κράτος. Και όλα αυτά θα γίνονταν όχι από κάποιον που θα αναλάμβανε την ευθύνη εκ μέρους του κράτους, αλλά από τον Φανφάνι, που θα αναλάμβανε μονάχα την πολιτική ευθύνη.

Είπες ότι η διαπραγμάτευση έμοιαζε σχεδόν ολοκληρωμένη. Τι την εμπόδισε;

Το βράδυ της Παρασκευής πριν την εκτέλεση του Μόρο, πήγαν στον Σινιορίλε ο στρατιωτικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας και ένας καραμπινιέρος μοτοσυκλετιστής, οι οποίοι θα έπρεπε να μεταφέρουν αυτές τις «ενδείξεις» στον Φανφάνι. Έτσι εγώ εκείνη την Παρασκευή το βράδυ  ήμουν πεισμένος ότι οι πιθανότητες να σωθεί ο Μόρο ήταν μεγάλες. Ομολογώ τίμια ότι δεν συμπαθούσα καθόλου τον Μόρο και δεν είχα καμία ιδιαίτερη αγωνία αν θα τον εκτελούσαν ή όχι. Όμως εκείνο που μου φαινόταν προφανές, ήταν το γεγονός πως αν εκτελούνταν ο Μόρο, πέρα από έγκλημα, επρόκειτο για ένα γιγαντιαίο λάθος λόγω των συνεπειών που θα είχε όχι τόσο για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που έτσι κι αλλιώς ήταν παράνομες, αλλά, προπάντων, για το κίνημα.

Ήταν ο Κοσίγκα [τότε υπουργός Εσωτερικών, κατόπιν πρωθυπουργός αλλά και πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, σ.τ.μ.] αυτός που οδήγησε στην αποτυχία της διαπραγμάτευσης;

Δεν είμαι σε θέση να πω κάτι τέτοιο. Σαφώς ένα από τα λάθη ήταν πως αντί για τον Φανφάνι μιλούσαμε με έναν άνθρωπο του κύκλου του, που λεγόταν Μπαρτολομέι. Θυμάμαι εκείνη τη δήλωση που μεταδόθηκε στις νυχτερινές ειδήσεις: μπερδεμένη και ντροπαλή. Δεν μπορούσε να έχει καμία επίδραση στις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Ας επιστρέψουμε στον Κοσίγκα.

Ο Κοσίγκα είχε αποφασίσει πως θα ήταν καλύτερο να θυσιαστεί ο Μόρο. Θα το πει και ο ίδιος κάμποσα χρόνια μετά. Και πιστεύω ότι στην απόφασή του είχε καθοριστική επίδραση στη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πιστεύω ότι αυτοί που έθεσαν απολύτως βέτο σε κάθε πιθανότητα διαπραγμάτευσης ήταν ακριβώς τα διευθυντικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Κοσίγκα συμπαρατάχθηκε μαζί τους για κρατήσει όρθια τη σχέση με το Κομμουνιστικό Κόμμα και να σώσει τον ιστορικό συμβιβασμό. Και σε σχέση με αυτό υπήρχε και η συναίνεση του τότε γραμματέα της Χριστιανοδημοκρατίας, του Μπενίνιο Ζακανίνι. Ενώ ο Φανφάνι, σύμφωνα με όσα μου είπε ο ίδιος ο Σινιορίλε, ήθελε να δοκιμάσει.

Συνεπώς υπήρξε μια σύγκρουση ανάμεσα στα δύο ρεύματα της Χριστιανοδημοκρατίας.

Ακριβώς. Η αριστερή πτέρυγα της Χριστιανοδημοκρατίας είχε συμπαραταχθεί με τις θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, που δεν ήθελε με τίποτα την έμμεση αναγνώριση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, λόγω των συνεπειών που θα είχε κάτι τέτοιο στο επίπεδο της οργάνωσης του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος, ξεκινώντας από τα μεγάλα εργοστάσια. Άλλωστε, το απέδειξε όταν την επόμενη χρονιά ο Ντάλα Κιέζα συνέλαβε μέσα σε μια νύχτα μόνο 80 εργάτες και δεν έκανε τίποτα. Στα εργοστάσια υπήρχε ταξιαρχίτικη παρουσία που το Κομμουνιστικό Κόμμα την έβλεπε ως «ανταγωνιστική».

Εν συντομία, εσύ λες ότι η Χριστιανοδημοκρατία, ή τουλάχιστον ένα μέρος της, ήθελε τη διαπραγμάτευση και ότι η γραμμή της αδιαλλαξίας ήταν ένα «δώρο» στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Και εκείνη η πλευρά δεν ήταν η πλευρά του Κοσίγκα.

Ήταν ένα επεισόδιο που αποκάλυπτε την κακή συνείδηση της ιταλικής πολιτικής τάξης, σε αυτή την τάξη όλοι έλεγαν ψέματα. Η Χριστιανοδημοκρατία θα διαπραγματευόταν όπως είχε κάνει σε άλλες περιπτώσεις και όπως, άλλωστε, είχε συμβεί σε άλλες χώρες πριν και μετά τον Μόρο. Δεν λέω ότι ο Μπερλινγκουέρ ήθελε την εκτέλεση του Μόρο. Λέω ότι ακόμη κι αν είχε απαχθεί ένα δικό τους στέλεχος, ο σύντροφος Παγιέτα για παράδειγμα, θα τον είχαν θυσιάσει. Ήταν στη λογική του κόμματος. Με τίποτα δεν ήθελε να δεχτούν ένα αίτημα που θα χρησίμευε στη νομιμοποίηση του τρομοκρατικού-ανατρεπτικού ρεύματος. Οι κομμουνιστές εκείνη την εποχή ήταν σαφώς προσανατολισμένοι σε μια πολιτική ξεπεράσματος της «παραδοσιακής αντίθεσης» και της ιδέας ότι το κόμμα έπρεπε να οδηγήσει σε μια κοινωνική ανατροπή.

Η απαγωγή του Μόρο ως η στιγμή της αλήθειας λοιπόν;

Ναι, η κρίση της Δημοκρατίας άρχισε τότε, γιατί οι κομμουνιστές είχαν γίνει πλέον οι στυλοβάτες της καθεστηκυίας τάξης, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν. Ήταν εκείνοι που είχαν καταγγείλει σαφώς τους συντρόφους. Σκέψου ότι στο Τορίνο, ο Τζουλιάνο Φεράρα ως ο εκεί επικεφαλής του κόμματος, μαζί με τον Φασίνο, προωθούσαν τις ανώνυμες καταγγελίες. 

Όμως τους ειδικούς νόμους τους έφτιαξε ο Κοσίγκα.

Ο Κοσίγκα ήταν ένας εκτελεστής, σαφώς όχι ένας ωμός εκτελεστής, αλλά σε εκείνη την περίπτωση στην ουσία υλοποίησε τις απαιτήσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος. Κι αυτός ήξερε ότι είχε φτάσει στον πάτο του βαρελιού της νομιμότητας με τους ειδικούς νόμους, σε αντίθεση με τους κομμουνιστές που ψεύδονταν. Θυμάμαι όταν είχε έρθει στον Καναδά και ζήτησε να με δει μέσω μιας καλόγριας που τώρα έχει πεθάνει, της καλόγριας Τερεζίλα. Μιλήσαμε για την αμνηστία. Ήταν παρών και ο Πάτσε. Βλέπεις ότι ο Κοσίγκα ήταν ένας από εκείνους που πίστευαν ότι με την αμνηστία θα έκλειναν οι πιο φρικτές πλευρές εκείνων των χρόνων. Εκείνοι οι νόμοι, το ήξερε, είχαν αλλάξει σε βάθος τα νομικά ήθη της Ιταλίας. Η παρουσία των δικαστών στις πολιτικές υποθέσεις ξεκίνησε τότε. Ο Κοσίγκα ήξερε ότι είχε προκαλέσει ένα βαθύ τραύμα στη ιταλική νομική παράδοση, συνεπώς θεωρούσε την αμνηστία σαν έναν από τους τρόπους για να επουλώσει εκείνο το τραύμα.

Όμως ενώ αναγνώρισε τις Ερυθρές Ταξιαρχίες ως πολιτικό υποκείμενο, μακέλεψε το κίνημα.

Τις αναγνώρισε μετά. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών ήταν αδίστακτος. Σκέψου –κι αυτό είναι αποκαλυπτικό της σχιζοφρένειάς του– ότι αρνήθηκε πως οι επιστολές του Μόρο ήταν αυθεντικές. Έλεγε πράγματα που παραδέχθηκε, μιλώντας με μένα, πως ήξερε ήταν ψευδή. Σαφώς υπήρξε μια σημαντική προσωπικότητα αλλά ήταν Σαρδηνός και οι Σαρδηνοί έχουν δύο ψυχές, την υποτελή και την εξεγερμένη. Σκέψου την Ταξιαρχία Σάσαρι που αυτός ήθελε να ανασυστήσει σε όποιο μέρος μιλούσαν σαρδηνικά και στην οποία ο Σαρδηνός πήγαινε να πεθάνει στη θέση του κυρίαρχου. Αυτό που συνέβαινε την εποχή των Σαβοΐα, ο Κοσίγκα το επανέφερε στην επικαιρότητα. Στον Κοσίγκα συνυπήρχαν και τα δύο αυτά στοιχεία. Όταν είχε την ευθύνη της κυβέρνησης και ασκούσε μια άμεση και λειτουργική επιρροή στη χώρα, φερνόταν όπως ένας υποτελής και μάλιστα σαν στρατηγός των υποτελών.

Υποτελής στο κίνημα και μετά εξεγερμένος;

Ακριβώς. Ήταν αδίστακτος και μάλιστα άφηνε να γίνονται διαδηλώσεις γιατί τα πράγματα θα οξύνονταν. Σκέψου το επεισόδιο με τον θάνατο της Τζορτζάνα Μάζι: μια παγίδα. Έπειτα ξαναβρήκε την εξεγερμένη φύση του φτάνοντας μέχρι να τονίζει την καταγωγή του από μια οικογένεια βοσκών, σε αντίθεση με την αριστοκρατική καταγωγή του Μπερλινγκουέρ. Ο Κοσίγκα ήταν μια ακραία περίπτωση και στο τέλος καταλήφθηκε από την ελευθερία των τρελών:  να λέει την αλήθεια όντας στα πρόθυρα του θανάτου.

Συνέντευξη στην Ιάια Βαντατζάτο, εφημερίδα «il manifesto», 19 Αυγούστου 2010

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Στις 16 Μάρτη 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν στην οδό Φάνι τον Άλντο Μόρο, μια από τις επιφανέστερες μορφές της ιταλικής μεταπολιτικής σκηνής, τον οποίο στη συνέχεια εκτέλεσαν. Μέχρι και σήμερα συνεχίζεται στην Ιταλία η συζήτηση για την υπόθεση αυτή (κυρίως από συνωμοσιολογική οπτική). Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη του συντρόφου Πιπέρνο κυρίως για να αναδείξουμε τη στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, μια στάση που μας θύμισε για πολλοστή φορά με αφορμή τις διαδηλώσεις για τα Τέμπη, αυτή του «δικού» μας κομμουνιστικού κόμματος απέναντι σε οποιοδήποτε ανατρεπτικό ρεύμα της υπάρχουσας κατάστασης των πραγμάτων, στο οποίο μάλιστα κόμμα ο Έλληνας ηγέτης της δεξιάς και πρωθυπουργός απένειμε τα εύσημα για την ορθή «αντιπολιτευτική» του συμπεριφορά.