Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

«Προβοκάτσια»


Ιδού ένα ανυπόγραφο κείμενο που δημοσιεύτηκε το μακρινό 1975 στο περιοδικό “Puzz”, έκφραση εκείνου του ιταλικού ριζοσπαστικού ρεύματος που διαμορφώθηκε μέσα από τη διαδρομή ομάδων όπως εκείνες της Συμβουλιακής Οργάνωσης ή της Λουντ. Πρόκειται για το εισαγωγικό κείμενο της «Προβοκάτσιας», μιας σειράς τετραδίων ριζοσπαστικής κριτικής που περιελάμβανε κείμενα ποικίλης προέλευσης, κοινών, όμως, ως προς την τάση τους να αναζητούν σημεία επίθεσης στην υπαρκτή κυριαρχία του κεφαλαίου. Ένας από τους κύριους συντελεστές αυτού του σχεδίου ήταν ο Τζόρτζο Τσεζαράνο, στον οποίο ανήκει πιθανότατα και το παρόν κείμενο.

Οι πολιτικές συμμορίες της αστυνομίας και των κομμάτων αρέσκονται ολοένα και περισσότερο στο να προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είμαστε. Αφού, όμως, εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να αναγνωριστούμε παρά μόνο μέσα από την κριτική που ξεκαθαρίζει ποιοι δεν είμαστε και τι δεν θέλουμε· αφού εμείς οι ίδιοι μιλάμε τη γλώσσα αυτών που ζουν την αντίφαση και τη μη ταυτότητα· αφού μπορούμε να υπάρχουμε ως πολλαπλό υποκείμενο μόνο υπό τον όρο ότι βιώνουμε συλλογικά τις εν εξελίξει αντιφάσεις μας με τις ίδιες μορφές που βιώνουμε τις πραγματώσεις μας, παρότι υποκείμεθα σταδιακά σε κάθε είδους αφομοίωση· θεωρούμε, συνεπώς,  ότι η προσπάθεια εξακρίβωσης της ταυτότητάς μας μέσα από λογικές δοκιμασμένες εδώ και δύο αιώνες αντεπανάστασης, θα αποδειχθεί γελοία και άδοξη σε όποιον θέλει να μας φυλακίσει σε μια απλή διατύπωση, προκειμένου να μας βάλει πιο εύκολα μέσα στα τείχη της φυλακής. «Προβοκάτορες» είναι ο όρος που αποδίδει  την ταυτότητα μας στα δηλητηριώδη κείμενα του καθεστωτικού τύπου, μέσω εκείνης της σημασιολογικής ενορχήστρωσης που βάζει στην ίδια πλευρά τη «δημοκρατική» δημοσιογραφία και τομ «αγωνιστικό» τύπο. Αποδεχόμαστε, αντιστρέφοντάς τον, αυτόν τον όρο.

Αν «προβοκάτορας» σημαίνει άνδρες και γυναίκες που δεν αποδέχονται τις αθλιότητες του πολιτικού παιχνιδιού· αν σημαίνει άτυπους πυρήνες που διαφεύγουν κάθε σχήματος μιας ιεραρχικοποιημένης συμμορίας· αν χαρακτηρίζει εμπειρίες που δεν μπορούν με τίποτα να μπουν κάτω από τις ταμπέλες «επαναστατικών» θεωριών, ηττημένων τώρα πια από την ίδια την ιστορία και οικειοποιημένων από την αντεπανάσταση· αν διακρίνει αυτόν που δεν υφίσταται την εσωτερίκευση του κεφαλαίου και μάχεται για να υπάρχει κάθε είδους αυτοαξιοποίηση· αν σημαίνει την ανάπτυξη μιας σκέψης και μιας πρακτικής που αρνούνται να συγκροτηθούν σε σφαίρες που διαχωρίζουν το ατομικό από το συλλογικό βίωμα· αν «προβοκάτορας» σημαίνει όλα αυτά, τότε, ναι, είμαστε προβοκάτορες!

Είμαστε προβοκάτορες εκείνης της διαδικασίας απομυθοποίησης που αναγκάζει τους αστυνομικούς, τους καθεστωτικούς πολιτικούς και τους αρχισυμμορίτες της πλαστής αντιπολίτευσης να αποκαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα συμμαχώντας δημοσίως εναντίον μας, υιοθετώντας τις ίδιες πρακτικές κατάδοσης, τρομοκρατίας, συκοφάντησης, χρησιμοποιώντας την ίδια γλώσσα και την ίδια λογική και ανατρέχοντας στις ίδιες προστυχιές και στα ίδια χυδαία ψέματα. Είμαστε προβοκάτορες εκείνης της διαδικασίας ξεπεράσματος που οδηγεί τους ειλικρινείς επαναστάτες να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν τους και να σταθούν στο ύψος της ιστορικής στιγμής και της ριζοσπαστικής έντασης της εποχής μας, διαμορφώνοντας εκείνη την τάση που αναζητεί μια οπτική της ολότητας, η οποία, αυτή και μόνο αυτή, οδηγεί την κριτική από τις σημερινές μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας στην κατάφαση της σύνθεσης κάθε κατακερματισμένης και ιδιαίτερης αποξένωσης, στη σύνοψη και στο σημείο έκρηξης κάθε ξεπεράσματος της καταπίεσης. Είμαστε και θα μείνουμε μέχρι τέλος οι προβοκάτορες της επαναστατικής διαδικασίας.

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Την 1η Μάρτη τρέχοντος έτους, έφυγε από τη ζωή ο Φώτης Πάλλας, ηγετική μορφή του κινήματος ενάντια στον 815 στο μετερίζι της Νομικής σχολής της Αθήνας. Ήταν κάποια μέρα μετά την 19η Δεκέμβρη 1979, την ημέρα δηλαδή που μετά τη ψηφοφορία στη συνέλευση του Νομικού, τη λειτουργία της κατάληψης ανέλαβε η γενική συνέλευση της σχολής και τα όργανά της, ενάντια στη λογική της ανάθεσης του αγώνα στο διοικητικό συμβούλιο των φοιτητών (ελεγχόμενο από τους σταλινικούς, τους εναπομείναντες πασόκους και τους κρυπτοσταλινικούς, που αργότερα κάποιοι από αυτούς έγιναν υπουργοί με τα γνωστά  αποτελέσματα), όταν κάποιοι από εμάς, τους τότε λεγόμενους αυτόνομους του Οικονομικού (ή «επισήμως», «Παρέα του Οικονομικού»), ενώ τριγυρνούσαμε στο υπόγειο της Νομικής, κάπου εκεί έξω από το τότε αμφιθέατρο «Τριανταφυλλόπουλου», πέσαμε πάνω σε ένα συνεργείο της σουηδικής τηλεόρασης, το οποίο έψαχνε εναγωνίως τον «Κόκκινο Φώτη» για να του πάρει συνέντευξη. Εκπλαγήκαμε και τους είπαμε ότι εμείς ξέραμε μόνο τον «Κόκκινο Ντάνι», του οποίου μάλιστα έτυχε να διαβάζουμε εκείνη την εποχή το βιβλίο «Το μεγάλο παζάρι», εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος. Τελικά του έμεινε το παρατσούκλι του Πάλλα, ενός τύπου που κινήθηκε ανάμεσα στον «προβοκάτορα» και στο αναγνωρισμένο «ακραίο πολιτικά» στέλεχος της Β΄Πανελλαδικής. Αυτός, μαζί με τα τότε συντρόφια του, «συνεδρίαζαν» στον «Ιπποπόταμο» (που τότε δεν σέρβιρε μπύρα αλλά μόνο «σκληρό» οινόπνευμα), εμείς, κυρίως στο καφενείο «Δωδώνη», απέναντι από τη Νομική, αλλά και στη «Δεξαμενή» και στο «Λούκι». Η τελευταία εμφάνιση επί κινηματικής σκηνής του Φώτη Πάλλα έγινε στην απαγορευμένη πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου 1980, εκείνη την πορεία των «δέκα χιλιάδων προβοκατόρων», που τελείωσε με τη δολοφονία από τους μπάτσους των Κουμή-Κανελλοπούλου και την περιφρούρηση του Πολυτεχνείου από τα «ταραχοποιά στοιχεία» από τα ΚΝΑΤ και τους οικοδόμους της ΕΣΑΚ-σ, δηλαδή το σιδερένιο χέρι των σταλινικών μπάτσων. Συνέχισε τον αγώνα του από άλλα μετερίζια, κυρίως αυτό της μαχόμενης δικηγορίας, τριγυρνώντας πάντα στα αγαπημένα του Εξάρχεια (όντας γνήσιο τέκνο τους). Θα έπινα μια μπύρα στην υγειά του στον «Ιπποπόταμο»(που τώρα πια σερβίρει μπύρα), αλλά καθώς δεν με βγάζει πλέον ο δρόμος προς τα εκεί, προτίμησα να μεταφράσω ένα κειμενάκι στη μνήμη του, αλλά και στην υγειά των βετεράνων «προβοκατόρων» που ξαναβρεθήκαμε στην Πανεπιστημίου στις 28 Φλεβάρη στη συγκέντρωση για τα Τέμπη, φωνάζοντας μαζί με χιλιάδες άλλους, νέους «προβοκάτορες», Μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Η Αλληγορία της πολιτικής - Giorgio Agamben

Η εικόνα είναι του Antonio Ligabue

Είμαστε όλοι στην κόλαση, όμως κάποιοι φαίνεται να σκέφτονται πως εκεί δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν πέρα από το να μελετούν και να περιγράφουν λεπτομερειακά τους διαβόλους, την τρομακτική τους όψη, την άγρια συμπεριφορά τους, τις επίβουλες σκέψεις τους. Ίσως έτσι αυταπατώνται ότι θα μπορέσουν να ξεφύγουν από την κόλαση και δεν αντιλαμβάνονται πως  αυτό που τους κατέχει ολοκληρωτικά δεν είναι παρά η χειρότερη των ποινών που οι διάβολοι έχουν επινοήσει για να τους βασανίζουν. Όπως ο αγρότης στην καφκική παραβολή, έτσι κι αυτοί το μόνο που κάνουν είναι να μετρούν τους ψύλλους στο πέτο του φύλακα.  Εξυπακούεται πως ούτε θα ήταν σωστό να περνούν, αντιθέτως, τον καιρό τους στην κόλαση περιγράφοντας τους αγγέλους του παραδείσου –είναι κι αυτή μια ποινή, προφανώς λιγότερο σκληρή, αλλά όχι λιγότερο μισητή από την άλλη. Η πραγματική πολιτική βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο ποινές. Αυτή ξεκινά προπάντων με τη γνώση του πού βρισκόμαστε και ότι δεν θα ξεφύγουμε τόσο εύκολα από την καταχθόνια μηχανή που μας περιβάλλει. Για τους δαίμονες και τους αγγέλους ξέρουμε αυτό που πρέπει να ξέρουμε, αλλά ξέρουμε επίσης ότι είναι βάσει μιας απατηλής εικόνας του παραδείσου που φτιάχτηκε η κόλαση και ότι κάθε έγερση του τείχους της Εδέμ παραπέμπει στο βάθεμα της αβύσσου της  Γέενα. Για το καλό ξέρουμε λίγα και είναι ένα ζήτημα στο οποίο δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε· για το κακό ξέρουμε μονάχα ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι που κατασκευάσαμε την καταχθόνια μηχανή με την οποία βασανιζόμαστε. Ίσως μια επιστήμη του καλού και του κακού να μην υπάρξει ποτέ και σαφώς δεν μας ενδιαφέρει στο εδώ και τώρα. Η πραγματική γνώση δεν είναι μια επιστήμη –είναι, μάλλον, μια διέξοδος. Και είναι πιθανό σήμερα αυτή να συμπίπτει με μια επίμονη, διαυγή, γρήγορη αντίσταση επί τόπου.

8 Μάρτη 2025


«Εκείνη την νύχτα το κράτος θα μπορούσε να σώσει τον Άλντο Μόρο» - Συνέντευξη με τον Φράνκο Πιπέρνο


Ξεκινάμε από τη διαπραγμάτευση, εκείνη που προσπάθησες να κάνεις εσύ και ο Λανφράνκο Πάτσε [επιφανές μέλος της Εργατικής Αυτονομίας, σ.τ.μ.].

Η ιδέα ήταν του Πάολο Μιέλι [επιφανής Ιταλός δημοσιογράφος, τότε στην αρχή της καριέρας του, αλλά και πρώην μέλος της Εργατικής Εξουσίας, σ.τ.μ.] και του Λίβιο Ζανέτι, τότε διευθυντή του «Espresso», του μοναδικού εντύπου που είχε παρακολουθήσει τις διάφορες φάσεις του κινήματος και με το οποίο πολλοί από εμάς είχαμε μια κάποια οικειότητα. Ο Ζανέτι με φώναξε και μου είπε ότι ήθελε να με συναντήσει ο Κλαούντιο Σινιορίλε [επιφανές τότε μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, σ.τ.μ.].

Όλα αυτά συνέβησαν με την ενθάρρυνση του Μπετίνο Κράξι [επικεφαλής τότε του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και μετέπειτα πρωθυπουργός, σ.τ.μ.];

Υποθέτω πως ναι, αν και δεν έχω αποδείξεις. Εκείνη την εποχή, τον Απρίλη του 1978, εγώ βρισκόμουν ήδη στην Καλαβρία και η γυναίκα που είχα παντρευτεί –η Φιόρα Πίρι– είχε συλληφθεί εδώ και λίγο καιρό. Γι’ αυτό στην αρχή προέβαλα ισχυρή αντίσταση στο να αποδεχτώ εκείνη τη συνάντηση, φοβόμουν την εμπλοκή μου σε κάτι που θα είχε ως συνέπεια την επιδείνωση της θέσης της Φιόρα, κατηγορούμενης –μαζί με έναν μεγάλο αριθμό ατόμων– ότι βρισκόταν στην οδό Φάνι.

Όμως στη συνέχεια αποφάσισες να συναντηθείς με τον Σινιορίλε.

Αυτό που με έπεισε ήταν ένα νέο τηλεφώνημα του Πάολο Μιέλι, αλλά και η επιδείνωση της κατάστασης της Φιόρα. Σκέφτηκα πως αν ο Μόρο σκοτωνόταν, θα ήταν δυσάρεστο για όλους μας. Έτσι πήγα στη Ρώμη και συνάντησα τον Σινιορίλε κάμποσες φορές –πρώτα μόνος μου, μετά με τον Λανφράνκο Πάτσε, που πριν από εμένα είχε τον τρόπο να φτάσουν γρήγορα στις Ερυθρές Ταξιαρχίες οι προτάσεις εκείνης της πλευράς του Σοσιαλιστικού Κόμματος που ηγούνταν ο Κράξι και όχι ο Τζάκομο Μαντσίνι –σε ένα σπίτι στην οδό Κόρσο που έμενε ένας από τους χρηματοδότες του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ήμασταν σε καλό σημείο. Το πίστευα εγώ, το πίστευε και ο Σινιορίλε.

Ποια ήταν η πρόταση;

Ένας εκπρόσωπος της Χριστιανοδημοκρατίας και πιο συγκεκριμένα ο Αμίντορε Φανφάνι, θα αναλάμβανε δημοσίως την ευθύνη των διαπραγματεύσεων με τους ταξιαρχίτες, στη βάση της αποφυλάκισης κάποιων από εκείνους που είχαν συλληφθεί, αλλά, προπάντων, στη βάση του κλεισίματος της φυλακής της Αζινάρα, μιας ιδιαιτέρως σκληρής φυλακής, θα έλεγα στα όρια του βασανιστηρίου. Αυτός ο εκπρόσωπος της Χριστιανοδημοκρατίας, θα έπρεπε να δείξει διατεθειμένος να προτείνει και να υλοποιήσει ένα γενικό μέτρο που θα ήταν ενταγμένο στο πλαίσιο της νομιμότητας. Το πιο συγκεκριμένο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης θα προσδιοριζόταν στη συνέχεια. Εκείνη τη στιγμή αυτό που είχε τη μεγαλύτερη σημασία ήταν να σταματήσει εκείνη η διαδικασία που θα οδηγούσε στην εκτέλεση του Μόρο και να υπάρξει μια ένδειξη για το ποια από τα αιτήματα των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά νομίμως από το κράτος. Και όλα αυτά θα γίνονταν όχι από κάποιον που θα αναλάμβανε την ευθύνη εκ μέρους του κράτους, αλλά από τον Φανφάνι, που θα αναλάμβανε μονάχα την πολιτική ευθύνη.

Είπες ότι η διαπραγμάτευση έμοιαζε σχεδόν ολοκληρωμένη. Τι την εμπόδισε;

Το βράδυ της Παρασκευής πριν την εκτέλεση του Μόρο, πήγαν στον Σινιορίλε ο στρατιωτικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας και ένας καραμπινιέρος μοτοσυκλετιστής, οι οποίοι θα έπρεπε να μεταφέρουν αυτές τις «ενδείξεις» στον Φανφάνι. Έτσι εγώ εκείνη την Παρασκευή το βράδυ  ήμουν πεισμένος ότι οι πιθανότητες να σωθεί ο Μόρο ήταν μεγάλες. Ομολογώ τίμια ότι δεν συμπαθούσα καθόλου τον Μόρο και δεν είχα καμία ιδιαίτερη αγωνία αν θα τον εκτελούσαν ή όχι. Όμως εκείνο που μου φαινόταν προφανές, ήταν το γεγονός πως αν εκτελούνταν ο Μόρο, πέρα από έγκλημα, επρόκειτο για ένα γιγαντιαίο λάθος λόγω των συνεπειών που θα είχε όχι τόσο για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που έτσι κι αλλιώς ήταν παράνομες, αλλά, προπάντων, για το κίνημα.

Ήταν ο Κοσίγκα [τότε υπουργός Εσωτερικών, κατόπιν πρωθυπουργός αλλά και πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, σ.τ.μ.] αυτός που οδήγησε στην αποτυχία της διαπραγμάτευσης;

Δεν είμαι σε θέση να πω κάτι τέτοιο. Σαφώς ένα από τα λάθη ήταν πως αντί για τον Φανφάνι μιλούσαμε με έναν άνθρωπο του κύκλου του, που λεγόταν Μπαρτολομέι. Θυμάμαι εκείνη τη δήλωση που μεταδόθηκε στις νυχτερινές ειδήσεις: μπερδεμένη και ντροπαλή. Δεν μπορούσε να έχει καμία επίδραση στις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Ας επιστρέψουμε στον Κοσίγκα.

Ο Κοσίγκα είχε αποφασίσει πως θα ήταν καλύτερο να θυσιαστεί ο Μόρο. Θα το πει και ο ίδιος κάμποσα χρόνια μετά. Και πιστεύω ότι στην απόφασή του είχε καθοριστική επίδραση στη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πιστεύω ότι αυτοί που έθεσαν απολύτως βέτο σε κάθε πιθανότητα διαπραγμάτευσης ήταν ακριβώς τα διευθυντικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Κοσίγκα συμπαρατάχθηκε μαζί τους για κρατήσει όρθια τη σχέση με το Κομμουνιστικό Κόμμα και να σώσει τον ιστορικό συμβιβασμό. Και σε σχέση με αυτό υπήρχε και η συναίνεση του τότε γραμματέα της Χριστιανοδημοκρατίας, του Μπενίνιο Ζακανίνι. Ενώ ο Φανφάνι, σύμφωνα με όσα μου είπε ο ίδιος ο Σινιορίλε, ήθελε να δοκιμάσει.

Συνεπώς υπήρξε μια σύγκρουση ανάμεσα στα δύο ρεύματα της Χριστιανοδημοκρατίας.

Ακριβώς. Η αριστερή πτέρυγα της Χριστιανοδημοκρατίας είχε συμπαραταχθεί με τις θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, που δεν ήθελε με τίποτα την έμμεση αναγνώριση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, λόγω των συνεπειών που θα είχε κάτι τέτοιο στο επίπεδο της οργάνωσης του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος, ξεκινώντας από τα μεγάλα εργοστάσια. Άλλωστε, το απέδειξε όταν την επόμενη χρονιά ο Ντάλα Κιέζα συνέλαβε μέσα σε μια νύχτα μόνο 80 εργάτες και δεν έκανε τίποτα. Στα εργοστάσια υπήρχε ταξιαρχίτικη παρουσία που το Κομμουνιστικό Κόμμα την έβλεπε ως «ανταγωνιστική».

Εν συντομία, εσύ λες ότι η Χριστιανοδημοκρατία, ή τουλάχιστον ένα μέρος της, ήθελε τη διαπραγμάτευση και ότι η γραμμή της αδιαλλαξίας ήταν ένα «δώρο» στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Και εκείνη η πλευρά δεν ήταν η πλευρά του Κοσίγκα.

Ήταν ένα επεισόδιο που αποκάλυπτε την κακή συνείδηση της ιταλικής πολιτικής τάξης, σε αυτή την τάξη όλοι έλεγαν ψέματα. Η Χριστιανοδημοκρατία θα διαπραγματευόταν όπως είχε κάνει σε άλλες περιπτώσεις και όπως, άλλωστε, είχε συμβεί σε άλλες χώρες πριν και μετά τον Μόρο. Δεν λέω ότι ο Μπερλινγκουέρ ήθελε την εκτέλεση του Μόρο. Λέω ότι ακόμη κι αν είχε απαχθεί ένα δικό τους στέλεχος, ο σύντροφος Παγιέτα για παράδειγμα, θα τον είχαν θυσιάσει. Ήταν στη λογική του κόμματος. Με τίποτα δεν ήθελε να δεχτούν ένα αίτημα που θα χρησίμευε στη νομιμοποίηση του τρομοκρατικού-ανατρεπτικού ρεύματος. Οι κομμουνιστές εκείνη την εποχή ήταν σαφώς προσανατολισμένοι σε μια πολιτική ξεπεράσματος της «παραδοσιακής αντίθεσης» και της ιδέας ότι το κόμμα έπρεπε να οδηγήσει σε μια κοινωνική ανατροπή.

Η απαγωγή του Μόρο ως η στιγμή της αλήθειας λοιπόν;

Ναι, η κρίση της Δημοκρατίας άρχισε τότε, γιατί οι κομμουνιστές είχαν γίνει πλέον οι στυλοβάτες της καθεστηκυίας τάξης, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν. Ήταν εκείνοι που είχαν καταγγείλει σαφώς τους συντρόφους. Σκέψου ότι στο Τορίνο, ο Τζουλιάνο Φεράρα ως ο εκεί επικεφαλής του κόμματος, μαζί με τον Φασίνο, προωθούσαν τις ανώνυμες καταγγελίες. 

Όμως τους ειδικούς νόμους τους έφτιαξε ο Κοσίγκα.

Ο Κοσίγκα ήταν ένας εκτελεστής, σαφώς όχι ένας ωμός εκτελεστής, αλλά σε εκείνη την περίπτωση στην ουσία υλοποίησε τις απαιτήσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος. Κι αυτός ήξερε ότι είχε φτάσει στον πάτο του βαρελιού της νομιμότητας με τους ειδικούς νόμους, σε αντίθεση με τους κομμουνιστές που ψεύδονταν. Θυμάμαι όταν είχε έρθει στον Καναδά και ζήτησε να με δει μέσω μιας καλόγριας που τώρα έχει πεθάνει, της καλόγριας Τερεζίλα. Μιλήσαμε για την αμνηστία. Ήταν παρών και ο Πάτσε. Βλέπεις ότι ο Κοσίγκα ήταν ένας από εκείνους που πίστευαν ότι με την αμνηστία θα έκλειναν οι πιο φρικτές πλευρές εκείνων των χρόνων. Εκείνοι οι νόμοι, το ήξερε, είχαν αλλάξει σε βάθος τα νομικά ήθη της Ιταλίας. Η παρουσία των δικαστών στις πολιτικές υποθέσεις ξεκίνησε τότε. Ο Κοσίγκα ήξερε ότι είχε προκαλέσει ένα βαθύ τραύμα στη ιταλική νομική παράδοση, συνεπώς θεωρούσε την αμνηστία σαν έναν από τους τρόπους για να επουλώσει εκείνο το τραύμα.

Όμως ενώ αναγνώρισε τις Ερυθρές Ταξιαρχίες ως πολιτικό υποκείμενο, μακέλεψε το κίνημα.

Τις αναγνώρισε μετά. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών ήταν αδίστακτος. Σκέψου –κι αυτό είναι αποκαλυπτικό της σχιζοφρένειάς του– ότι αρνήθηκε πως οι επιστολές του Μόρο ήταν αυθεντικές. Έλεγε πράγματα που παραδέχθηκε, μιλώντας με μένα, πως ήξερε ήταν ψευδή. Σαφώς υπήρξε μια σημαντική προσωπικότητα αλλά ήταν Σαρδηνός και οι Σαρδηνοί έχουν δύο ψυχές, την υποτελή και την εξεγερμένη. Σκέψου την Ταξιαρχία Σάσαρι που αυτός ήθελε να ανασυστήσει σε όποιο μέρος μιλούσαν σαρδηνικά και στην οποία ο Σαρδηνός πήγαινε να πεθάνει στη θέση του κυρίαρχου. Αυτό που συνέβαινε την εποχή των Σαβοΐα, ο Κοσίγκα το επανέφερε στην επικαιρότητα. Στον Κοσίγκα συνυπήρχαν και τα δύο αυτά στοιχεία. Όταν είχε την ευθύνη της κυβέρνησης και ασκούσε μια άμεση και λειτουργική επιρροή στη χώρα, φερνόταν όπως ένας υποτελής και μάλιστα σαν στρατηγός των υποτελών.

Υποτελής στο κίνημα και μετά εξεγερμένος;

Ακριβώς. Ήταν αδίστακτος και μάλιστα άφηνε να γίνονται διαδηλώσεις γιατί τα πράγματα θα οξύνονταν. Σκέψου το επεισόδιο με τον θάνατο της Τζορτζάνα Μάζι: μια παγίδα. Έπειτα ξαναβρήκε την εξεγερμένη φύση του φτάνοντας μέχρι να τονίζει την καταγωγή του από μια οικογένεια βοσκών, σε αντίθεση με την αριστοκρατική καταγωγή του Μπερλινγκουέρ. Ο Κοσίγκα ήταν μια ακραία περίπτωση και στο τέλος καταλήφθηκε από την ελευθερία των τρελών:  να λέει την αλήθεια όντας στα πρόθυρα του θανάτου.

Συνέντευξη στην Ιάια Βαντατζάτο, εφημερίδα «il manifesto», 19 Αυγούστου 2010

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Στις 16 Μάρτη 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν στην οδό Φάνι τον Άλντο Μόρο, μια από τις επιφανέστερες μορφές της ιταλικής μεταπολιτικής σκηνής, τον οποίο στη συνέχεια εκτέλεσαν. Μέχρι και σήμερα συνεχίζεται στην Ιταλία η συζήτηση για την υπόθεση αυτή (κυρίως από συνωμοσιολογική οπτική). Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη του συντρόφου Πιπέρνο κυρίως για να αναδείξουμε τη στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, μια στάση που μας θύμισε για πολλοστή φορά με αφορμή τις διαδηλώσεις για τα Τέμπη, αυτή του «δικού» μας κομμουνιστικού κόμματος απέναντι σε οποιοδήποτε ανατρεπτικό ρεύμα της υπάρχουσας κατάστασης των πραγμάτων, στο οποίο μάλιστα κόμμα ο Έλληνας ηγέτης της δεξιάς και πρωθυπουργός απένειμε τα εύσημα για την ορθή «αντιπολιτευτική» του συμπεριφορά.


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

Το καλό και το κακό - Giorgio Agamben



Η παλιά θεωρία σύμφωνα με την οποία το κακό δεν είναι παρά η στέρηση του καλού και συνεπώς δεν υπάρχει καθαυτό, πρέπει να διορθωθεί και να συμπληρωθεί, με την έννοια ότι αυτό δεν είναι τόσο η στέρηση όσο, μάλλον, η διαστροφή του καλού (με τον κωδίκελο, διατυπωμένο από τον Ιβάν Ίλιτς, corruption optima pexima, «δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από ένα διεφθαρμένο καλό»). Με αυτόν τον τρόπο ο οντολογικός δεσμός με το καλό παραμένει, όμως μένει να σκεφτούμε πώς και με ποια έννοια ένα καλό μπορεί να διαστραφεί και να διαφθαρεί. Αν το κακό είναι ένα διεστραμμένο καλό, αν σε αυτό αναγνωρίζουμε ακόμη την κατεστραμμένη και ανατραπείσα μορφή του καλού, πώς μπορούμε να το αντιπαλέψουμε όταν το βρίσκουμε σήμερα μπροστά μας σε όλες τις σφαίρες του ανθρώπινου ζην;

Μια διαφθορά του καλού ήταν οικεία στην πολιτική θεωρία της κλασικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία η κάθε μία από τις τρεις μορφές κυβέρνησης –η μοναρχία, η αριστοκρατία και η δημοκρατία (η κυβέρνηση του ενός, των λίγων ή των πολλών)– εκφυλίζεται μοιραία σε τυραννίδα, ολιγαρχία και οχλοκρατία. Ο Αριστοτέλης (που θεωρούσε την ίδια τη δημοκρατία μια διαφθορά της κυβέρνησης των πολλών) χρησιμοποιούσε τον όρο παρέκβασις, παρέκκλιση (από το παραβαίνω, μπαίνω στο πλάι, παρά). Αν διερωτηθούμε τώρα προς τα πού έχουν παρεκκλίνει, ανακαλύπτουμε πως μπορούμε να πούμε ότι έχουν παρεκκλίνει προς αυτές τις ίδιες. Οι μορφές των διεφθαρμένων καθεστώτων μοιάζουν, πράγματι, με τις υγιείς, όμως το καλό που υπήρχε αυτές (το κοινό συμφέρον, το κοινόν) τώρα έχει στραφεί στο ίδιον και το ιδιαίτερο. Το κακό, δηλαδή, είναι μια συγκεκριμένη χρήση του καλού, με τη δυνατότητα αυτής της διεστραμμένης χρήσης να είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το καλό, το οποίο, έτσι,  βγαίνει από τον εαυτό του, μπαίνει, μπορούμε να πούμε, στο πλάι του ίδιου του εαυτού του.

Είναι μια παρόμοια προοπτική που οφείλουμε να δούμε στο θεώρημα corruptio optima pexima, που καθορίζει τη μοντερνικότητα. Η χειρονομία του σαμαρείτη, που τρέχει αμέσως να βοηθήσει τον πλησίον του που υποφέρει, βγαίνει από τον εαυτό της και μεταμορφώνεται στην οργάνωση των νοσοκομείων και των υπηρεσιών αρωγής, οι οποίες, στραμμένες σε εκείνο που θεωρείται πως είναι το καλό, καταλήγουν να προσηλυτιστούν σε ένα κακό. Το κακό που έχουμε μπροστά μας προέρχεται, δηλαδή, από την προσπάθεια να υψωθεί το καλό σε ένα αντικειμενικό κοινωνικό σύστημα. Η φιλοξενία [ospitalità] που ο καθένας μπορεί και οφείλει να παρέχει στον πλησίον του,  μετατρέπεται έτσι σε νοσηλεία [ospedalizzazione], διευθυνόμενη από την κρατική γραφειοκρατία.

Το κακό είναι, δηλαδή, ένα είδος παρωδίας (κι εδώ υπάρχει ένα παρά, μια απόκλιση στο πλάι) του καλού, μια υπερτροφική αντικειμενοποίηση που το μεταθέτει μια για πάντα έξω από εμάς. Και δεν είναι ακριβώς μια τέτοια θανάσιμη παρωδία το γεγονός ότι  προοδευτισμοί κάθε είδους επιβάλλονται σήμερα παντού σαν η μοναδική δυνατή τροπικότητα συμβίωσης των ανθρώπων; Το «διοικητικό κράτος» και το «κράτος ασφάλειας», όπως τα αποκαλούν οι πολιτειολόγοι, προτίθενται να κυβερνήσουν το καλό, παίρνοντάς το από τα χέρια μας και αντικειμενοποιώντας το σε μια διαχωρισμένη σφαίρα. Και η λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη είναι ίσως κάτι άλλο εκτός από μια μετάθεση έξω από εμάς του «καλού της νόησης», λες και θα μπορούσε η σκέψη, σε ένα είδος υπερβάλλοντος αβερροϊσμού, να υπάρχει χωρίς καμία σχέση με το σκεφτόμενο υποκείμενο; Μπροστά σε αυτές τις διαστροφές, χρειάζεται κάθε φορά να αναγνωρίζουμε το μικρό καλό που μας πήραν από τα χέρια, προκειμένου να το απελευθερώσουμε από τη θανατηφόρα μηχανή στο οποίο, «για χάρη του ίδιου του καλού», έχει πιαστεί.

21 Γενάρη 2025

(Υ.Γ. του Παναγιώτη Καλαμαρά: Αυτό που ζούμε σήμερα είναι ο δεξιός μηδενισμός που διαστρέφει στο εντελώς αντίθετό του το παλιό, καλό σύνθημα «Εδώ και Τώρα». Αδιαφορώντας παντελώς για οποιαδήποτε ηθική διάσταση υπάρχει στα πράγματα και εμφορούμενοι από έναν μισανθρωπισμό και μια κτηνωδία (αρκεί να μην αφορά τους ίδιους, ούτε καν τους οικείους τους, τους οποίους ενίοτε βασανίζουν και δολοφονούν) ίσως πρωτοφανή στην ανθρωπότητα, μπορούν να ονειρεύονται μια μετατροπή της Γάζας σε γαλλική Ριβιέρα χωρίς τα μελαμψά μιάσματα,  μια Ροτζάβα κατεστραμμένη από τους ισλαμοφασίστες που πριν λίγο καιρό θεωρούσαν εχθρούς της ανθρωπότητας, μια κοινωνία που θα αδιαφορεί γιατί ένα κωλότρενο δεν μπορεί να χαλάει την εικόνα του αλάνθαστου και ψηφισμένου από μερικά εκατομμύρια ηγέτη. Να μπορούν άραγε τα πλήθη που επιστρέφουν περπατώντας στην κατεστραμμένη Γάζα και τα πλήθη που μαζεύτηκαν σε πολλές πόλεις της Ελλάδας διαμαρτυρόμενα για το έγκλημα (και κυρίως για τη συγκάλυψή του) στα Τέμπη, να αντιστρέψουν αυτή τη διαστροφή του καλού και να τουλάχιστον να αποκαταστήσουν τη σημασία του, που έχει να κάνει με τις αδιαπραγμάτευτες αξίες της ισότητας, της αδελφότητας και της ελευθερίας; Ίδωμεν…

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

Όταν τα αστέρια πέφτουν στη γη - Gigi Roggero


Κι έτσι, αγαπητέ Φράνκο, έφυγες κι εσύ. Μια μέρα, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στην Κοσέντσα, την υιοθετημένη πόλη σου, στο τέλος μιας έντονης και πανέμορφης κουβέντας, στην οποία τίποτα δεν θεωρούνταν δεδομένο, όπως συνέβαινε πάντοτε στις κουβέντες  μαζί σου, μου είπες ότι μια μέρα θα αναγκαζόμουν να σου δώσω δίκιο. Το είχες ξεστομίσει με ένα ύφος ήρεμο και ειρωνικό, χωρίς την ανάγκη να αποδείξεις κάτι, με εκείνο το ανεπανάληπτο χαμόγελό σου, ανεπανάληπτο γιατί ζωγραφιζόταν πρώτα απ’ όλα στα μάτια σου. Δεν θυμάμαι πια το αντικείμενο της κουβέντας. Θυμάμαι, όμως, ότι όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, με το πέρασμα του χρόνου σου είχα δώσει δίκιο.

Η ικανότητα να διδάσκει κανείς συζητώντας, είναι προνόμιο πολύ λίγων. Δασκάλων θα τολμούσαμε να τους πούμε, αν τον όρο δεν τον είχαν καταχραστεί και βρωμίσει με αγενή επίθετα πένες οι οποίες, όπως ακριβώς συνέβη και στη δική σου περίπτωση, γράφουν γιατί δεν μπορούν να σκεφτούν. Σε εκείνες τις κουβέντες μαζί σου, συνέβαινε συχνά να τσαντιζόμουν, όμως αυτός ήταν ο στόχος σου. Όχι για να αιφνιδιάσεις ή να προκαλέσεις, όπως κάνουν πολλοί άλλοι προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο να πρέπει να υπερασπίσουν τις ιδέες ή το εγώ τους, αλλά γιατί μόνο αν είναι κανείς όντας θυμωμένος μπορεί  να αρχίσει να σκέφτεται, απελευθερωμένος από τις αγκυλώσεις του μυαλού, από ιδεολογίες ή εύκολες βεβαιότητες που, αν δεν προσέξουμε, μας καταλαμβάνουν, κάνοντάς μας αιχμάλωτους της τεμπελιάς. Όχι της σχόλης, που πάντοτε διεκδικούσες ως τον χρόνο τον απελευθερωμένο από την εργασία, αλλά της κοινοτοπίας μιας αλήθειας βγαλμένης χωρίς κόπο. Το αντίθετο του αληθινού δεν είναι το ψεύτικο αλλά το κοινότοπο, έλεγε κάποιος. Έτσι, λοιπόν, μας δίδαξες να ψάχνουμε πάντοτε το αληθινό και, συνεπώς, να διαφεύγουμε από την κοινοτοπία. Το δίδαξες χωρίς να θέλεις να το διδάξεις. Και όποια/ος δεν έχει χρησιμοποιήσει τον θυμό του για να σκεφτεί, αλλά για να γυρίσει για μια ακόμη φορά το κλειδί στην κλειδαριά του μυαλού του, τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν και γι’ αυτόν.

Γνωριστήκαμε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2000 όταν, μαζί με τον Γκουίντο και την Φραντσέσκα, ήρθαμε στη Ρώμη για να σου πάρουμε μια συνέντευξη στο πλαίσιο ενός σχεδίου «συνέρευνας», όπως λέγαμε με κάμποση προσοχή, το οποίο θα κατέληγε σε βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Derive Approdi, Futuro anteriore. Dai “Quaderni rossi” ai movimenti globali: ricchezze e limiti dell’ operaismo italiano. Όχι μια ιστορικού τύπου καταγραφή, αλλά μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το παρελθόν ως ένα εικονικό παρόν, ξεκινώντας από τα περιθώρια που υπάρχουν για να μετασχηματιστεί ο αποκτημένος πλούτος σε μιας πηγή πολιτικής σκέψης προς άμεση χρήση. Όχι εύκολο εγχείρημα γιατί με το πέρασμα του χρόνου εκείνες οι εμπειρίες, στα μυαλά των πρωταγωνιστών, ενίοτε βουλιάζουν σε μια κακής ποιότητας νοσταλγική μελάσα  και στην πληκτική αναμνησιακή  ρητορεία. Και ακόμη περισσότερο σήμερα, μπροστά στις δυσκολίες του παρόντος, η θλιβερή οδός διαφυγής είναι το αντίθετο εκείνου που εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε:  τώρα πια το παρόν χρησιμοποιείται σαν ένα εικονικό παρελθόν. Έτσι το Facebook έχει καταστεί η παθητική χρονομηχανή στην οποία εμφανίζονται απίθανες μυθολογίες και παραληρηματικές διατριβές, κυρίως για να βρουν διέξοδο οι ματαιώσεις της μοναξιάς. Είναι το διεστραμμένο αποτέλεσμα της ανικανότητας να κάνουμε τους λογαριασμούς μας με τα χρόνια που περνούν και την κατανόηση του κόσμου που βρίσκεται πίσω τους. Η δεκαετία του ’70 γίνεται εβδομηντακισμός, γεροντική ασθένεια του κομμουνισμού.

Αυτή η ασθένεια δεν σε χτύπησε ποτέ αγαπητέ Φράνκο. Αντιθέτως, όπως σε λίγους άλλους, δηλαδή στους μεγάλους της ανατρεπτικής μας πατερικής παράδοσης, ο εβδομηντακισμός σου προκαλούσε πάντοτε γέλιο. Όταν κάποιος προσπαθούσε να μας ξαναβάλει σε εκείνο το κλουβί, εσύ δεν έτρεχες να ψωνίσεις. Όπως εκείνη τη φορά στο Τριέστε, το 2005, όταν επανήλθε και πάλι στο προσκήνιο η πολεμική σχετικά με το Πριμαβάλε. «Εσύ τι πιστεύεις γι’ αυτό;» σε ρώτησε σε ένα διάλειμμα ένας δημοσιογράφος, ανοίγοντας ύπουλα την κάμερα και δείχνοντάς σου μια προκήρυξη των τοπικών φασιστών στην οποία σε κατηγορούσαν ότι είσαι δολοφόνος και πως πρέπει να φύγεις αμέσως από την πόλη. Εσύ δεν ξαφνιάστηκες ούτε τα έχασες έστω και για μια στιγμή,  με μια σκηνική ηρεμία και σοβαρότητα κοίταξες το χαρτί και χωρίς να σηκώσεις το βλέμμα, άρχισες να ρίχνεις σφαλιάρες: «Διαβάζοντας αυτή την προκήρυξη, σκέφτομαι πως μπορώ να πω ότι δεν απέτυχα στη ζωή μου». Τέλος του αγώνα με νοκ άουτ στο πρώτο λεπτό του πρώτου γύρου.

Είναι ακριβώς αυτό που σου επέτρεψε να ζήσεις τον κομμουνισμό ως συμπεριφορά, τρόπο σχέσεων, στάση ζωής. «Το ενδιαφέρον μου, ακόμη και το ανθρώπινο, το συναισθηματικό, αφορά όλες τις μορφές συνεργασίας, τις οποίες  μπορούμε να ενεργοποιήσουμε χωρίς πριν να έχουμε κάνει την επανάσταση και κυνηγήσει τους εχθρούς μας. Αν εμείς, για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι ο κομμουνισμός είναι πρώτα απ’ όλα μια εναλλακτική που αφορά την καθημερινότητά μας και, όχι ένα διακηρυγμένο ιδανικό, αλλά ένας τρόπος ζωής, ανθρώπινης θα έλεγα, και θα τολμούσα να προσθέσω πιο γλυκιάς, πιο ζεστής, τότε, αν έχουν έτσι τα πράγματα, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι να πειραματιστούμε με εκείνο που σε μας μοιάζει το πιο κατάλληλο σε σχέση με όλα αυτό, ανάγοντάς το σε έναν τύπο εμπειρίας». Ο κομμουνισμός σαν κάτι το βιωμένο και όχι σαν κάτι που θα θεσμιστεί από ένα κυρίαρχο ον, ή, καλύτερα, ένας κομμουνισμός που θεσμίζεται βιώνοντας  τη ριζική ρήξη με κάθε οικουμενιστική και κρατιστική σκέψη. Είναι αυτό που μας οδηγεί στο ενδιαφέρον μας για το genius loci, για την κοινότητα –όρος τρομακτικά αμφίσημος και, γι’ αυτό, θεωρούμενος από εσένα τρομακτικής σημασίας. Η θεμελίωση μιας πόλης, ιδού ένα μεγάλο πλαίσιο αγώνα. Να μην περιμένουμε την επουράνια ή κόκκινη πόλη, αλλά να τη θεμελιώσουμε εδώ και τώρα, αυτό είναι ο κομμουνισμός.

Βέβαια δεν ήταν πάντοτε εύκολο να σε παρακολουθήσουμε. Πάντοτε, ωστόσο, άξιζε τον κόπο. Ξεκινώντας από την κριτική σου στην επιστήμη, μια σκευή ανεκτίμητης αξίας η οποία, όπως ισχύει για όλους τους μεγάλους φιλοσόφους μέχρι τον και τον Σωκράτη, βρίσκει στην προφορική μετάδοση μια μορφή άκρως πιο συνεκτική απ’ ότι ο σχετικισμός ενός γραπτού κειμένου. Προσοχή, δεν αναφερόμαστε απλώς στην καπιταλιστική χρήση της επιστήμης για την άντληση κέρδους και τη διεξαγωγή των πολέμων, αλλά για μια κριτική στην επιστήμη καθαυτή, αντάξια του καλύτερου Μούζιλ, σε μια τη διαδικασία που παραπέμπει στους fach-idiot, τους εξειδικευμένους βλάκες «που ξέρουν τα πάντα για το τίποτα». Ακριβώς το αντίθετο από το κοινωνικό άτομο, δηλαδή «το άτομο που στέκεται στο ύψος του είδους του», μια από τις μαρξικές προτάσεις τις πλέον αγαπητές στον Φράνκο, έναν φυσικό που, εν συντομία, κριτίκαρε την επιστήμη. Όχι με μια αντι-επιστημονική στάση αλλά ως αντι-επιστήμονας, δηλαδή ενάντια σε εκείνη τη διαδικασία θεολογικοποίησης της επιστήμης και ενάντια στην τεχνο-επιστήμη, κάτι που σήμερα είναι μπροστά στα μάτια όλων μας.

Και εδώ βρίσκεται η νιτσεϊκή σου προσέγγιση. Στο να στρέφεις το βλέμμα στον ουρανό όχι για να βρεις τον θεό, αλλά για να βρεις τα αστέρια. Για να διαβάσεις εκεί τον χάρτη των γενεαλογιών μας, για να δεις ένα παρελθόν που συνεχώς μας κοιτάζει και εμείς κουραζόμαστε να το κοιτάμε. Σε ρήξη με τον γραμμικό χρόνο, επιστήλιο της σκέψης του διαφωτισμού, δικό σου και δικό μας μεγάλο εχθρό. «Ο χρόνος είναι μια μεταβλητή η οποία εξαρτάται από τις συλλογικές απαιτήσεις· δεν ισχύει το αντίστροφο, που είναι ένας χρόνος ο οποίος διατρέχει ότι κάνουμε και συνεπώς είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων». Κι έτσι, «κοιτάζοντας τα αστέρια (έχοντας φυσικά τη δεξιότητα να τα κοιτάμε, κι όχι να παρατηρούμε αφηρημένα τον ουρανό), ή παρατηρώντας ένα δέντρο ή ένα ζώο που γεννά, έχεις αυτή την αίσθηση του ανήκειν σε κάτι, που είναι ένα πράγμα το οποίο υπάρχει πριν από κάθε κουλτούρα ή, αν θέλετε, είναι η πρώτη κουλτούρα». Σε εκείνες τις ασυνήθιστες νύχτες του παρελθόντος, μαγεμένοι από την πράσινη αχτίδα σου που διαπερνούσε τη σκοτεινιά του ουρανού και από τις παράξενες αφηγήσεις σου για να τον μπορέσουμε να τον διαβάσουμε.  Στην αναζήτηση των χαμένων ικανοτήτων: «Πιστεύω ότι ένας πολίτης που ξέρει κάτι από τον ουρανό και ένας πολίτης που αγνοεί τα πάντα για τον ουρανό, είναι σε μεγάλο βαθμό διαφορετικά άτομα. Ο πρώτος έχει την ευκαιρία να σκεφτεί για ζητήματα που προκύπτουν από την απεραντοσύνη του ουρανού και για την ασημαντότητα –όχι μόνο της Ιταλίας– αλλά ολόκληρου του ηλιακού συστήματος· γνωρίζοντας κάτι τέτοιο, φτάνει να το αποδεχτεί ως ολοκληρωμένο γεγονός. Είναι το ίδιο άλμα που έγινε στην αρχαιότητα, όταν στην Αθήνα, την εποχή του Περικλή, ένα μελετηρό παιδί ήξερε (σύμφωνα με τον Βιγκέ) καμιά ογδονταριά αστέρια και καμιά σαρανταριά αστερισμούς, σαφώς ευνοημένο από τον πολύ καθαρό νυχτερινό ουρανό». Για να κοιμηθεί μετά από το πρωί μέχρι αργά το μεσημέρι, όπως ήταν μία από τις συνήθειές του («παρακολουθούσα πυρηνική φυσική που δεν μου άρεσε και όχι κάτι άλλο, γιατί ήταν ο μόνος επιστημονικός κλάδος  που τα μαθήματά του γίνονταν το μεσημέρι!»).

Το καινούργιο δεν υπάρχει, επαναλάμβανες συχνά ενάντια στην επικρατούσα ιδεολογία πλήρους αποδοχής του καινούργιου. Γιατί αυτό είναι απλώς ένας ανασυνδυασμός ήδη υπαρχόντων στοιχείων. Αλλά και το μέλλον δεν υπάρχει, ήταν κι αυτό ένα από τα πρώτα πράγματα, που κριτικάροντάς με, μου δίδαξες. Είναι αλήθεια, κι εδώ είχες δίκιο. Και η κριτική σου, όπως πάντοτε καταιγιστική στη μορφή και γλυκιά στην ουσία της, μου φώτιζε τη διαδρομή. Ακριβώς όπως ένα αστέρι. Μέσα από σένα συλλάβαμε πολιτικά τον Κοσέλεκ. Το μέλλον είναι ένα ψέμα που συμμερίζονται η χριστιανική και η σοσιαλιστική ηθική: με τη μορφή του παραδείσου ή του επερχόμενου ήλιου, χρησιμεύει στο να απομακρύνει συνεχώς τη σωτηρία, μας κάνει, δηλαδή, να αποδεχόμαστε τη θυσία στην υπηρεσία είτε του θεού είτε του κόμματος. Ξεκινώντας από εδώ, μας είπες, υπάρχει μια ριζική διαφορά μεταξύ μέλλοντος και προοπτικής, εννοούμενη αυτή η τελευταία ως η ικανότητα να μη μας φθείρει η λατρεία του παρόντος. Και εδώ, με το μεγάλο οργανωτικό στέλεχος που ήσουν,  ξαναβρεθήκαμε σε ένα υψηλότερο επίπεδο.

Αγαπητέ Φράνκο, όπως έγραψες επ’ ευκαιρία της απώλειας του φίλου και συντρόφου Αλμπέρτο Μανιάγκι, ο θάνατός σου μας μικραίνει. Και όμως, νιώθουμε έντονη τη δύναμη της ζωής σου, της σκέψης σου, της κοφτερής σου ειρωνείας. Της φιλίας σου, ωριμασμένης αυτά τα 25 χρόνια, ακόμη κι αν πέρασε κάμποσος χρόνος πριν συναντηθούμε. Γιατί με σένα συναντιόμασταν ανέκαθεν. Θα θέλαμε να κλείσουμε με μια από τις κεραυνοβόλες σου ατάκες, που μαζί με τόσα άλλα πράγματα, σε έκαναν διάσημο. Όμως, καθώς ο χώρος μας είναι περιορισμένος, σταματάμε εδώ. Αν και συνεχίζουμε να προσπαθούμε, με την πράσινη αχτίδα σου, να βρούμε το φως στη σκοτεινιά της γης στην οποία ζούμε.

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Δημοσιεύτηκε στο δικτυακό ιταλικό περιοδικό «Machina» στις 15 Γενάρη 2025, μετά τον θάνατο στις 13 Γενάρη του Φράνκο Πιπέρνο, μιας από τις μεγάλες μορφές του ιταλικού ανταγωνιστικού κινήματος, του οποίου είχαμε τη χαρά να δημοσιεύσουμε μια συλλογή κειμένων με αφορμή την πανδημία και τις επιπτώσεις της στις εκδόσεις Παρέγκλισις, μερικά χρόνια πριν. Καθώς θα ακολουθήσει σύντομα μια συλλογή με «επιστημονικά» κείμενα του ίδιου, σκεφτόμαστε την ωραία φιγούρα του σε ένα φεστιβάλ των εκδόσεων Derive Approdi, στη Ρώμη, στο Σαν Λορέντσο, στον κατειλημμένο κινηματογράφο που δεν υπάρχει πια, παρέα με τον Τόνι Νέγκρι, τον Νάνι Μπαλεστρίνι, τον Σέρτζο Μπιάνκι και κάμποσες και κάμποσους ακόμη από εκείνη την τρομερή γενιά. Ωραίες συναντήσεις με ωραίους ανθρώπους, φοβάμαι ανεπανάληπτους, που μεγαλώσαμε μαζί τους και μας δίδαξαν τόσα πολλά με τη ζωή και το έργο τους. Εμείς εδώ, από το δικό μας «οχυρό» εδώ και 37 χρόνια της Πανεπιστημίου 64, τον χαιρετούμε μια γλυκιά αθηναϊκή νύχτα του Γενάρη του 2025…

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Συγκυρία και επανάσταση - Giorgio Agamben


Υπάρχει ένα δεδομένο σε σχέση με το οποίο δεν πρέπει ποτέ να κουραζόμαστε να σκεφτόμαστε, ότι, δηλαδή, ένας από τους όρους-κλειδιά του πολιτικού μας λεξιλόγιου –η επανάσταση– προέρχεται από την αστρονομία, μέσω του οποίου περιγράφεται η κίνηση ενός πλανήτη που  ταξιδεύει ακολουθώντας την τροχιά του. Όμως ένας άλλος όρος ο οποίος, στη γενική τάση που χαρακτηρίζει την εποχή μας να αντικαθίστανται οι πολιτικές κατηγορίες από οικονομικές, έχει πάρει τη θέση της επανάστασης, επίσης προέρχεται από το αστρονομικό λεξικό.  Αναφερόμαστε στον όρο «συγκυρία» [congiuntura], στον οποίο έχει ρίξει την προσοχή της μια εμβληματική μελέτη του Davide Stimilli. Αυτός ο όρος,  ο οποίος περιγράφει «τη φάση του οικονομικού κύκλου που η οικονομική δραστηριότητα περνά σε μια δεδομένη σύντομη χρονική περίοδο», είναι, στην πραγματικότητα, μια τροποποίηση του όρου  «σύνδεση» [congiunzione], που σημαίνει τη σύμπτωση της θέσης των άστρων σε μια δεδομένη στιγμή.

Ο Stimilli παραθέτει ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Warburg για την «Αρχαία παγανιστική μαντεία σε κείμενα και εικόνες της εποχής του Λούθηρου», όπου σύνδεση και επανάσταση συγκλίνουν: «Μόνο μέσα σε μεγάλα περάσματα του χρόνου, που αποκαλούνται επαναστάσεις, μπορούμε να προσδοκούμε τέτοιες συνδέσεις. Σε ένα σύστημα προσεκτικά μελετημένο, διακρίνουμε μεγάλες και μέγιστες συνδέσεις· αυτές οι τελευταίες είναι οι πιο επικίνδυνες, λόγω της συνάντησης των ανώτερων πλανητών Κρόνου, Δία και Άρη. Όσες περισσότερες συνδέσεις συμβαίνουν, τόσο πιο τρομακτικό εμφανίζεται το γεγονός, καθώς ο πλανήτης με τον πιο ισχυρό χαρακτήρα μπορεί να επηρεάζει τον ασθενέστερο». Και είναι σημαντικό το γεγονός ότι ακριβώς ένας επαναστάτης όπως ο Auguste Blanqui, απογοητευμένος από τις προσδοκίες του, κατάφερε να αντιληφθεί, στο τέλος της ζωής του, την ιστορία των ανθρώπων ως κάτι το οποίο, όπως η κίνηση των άστρων, επαναλαμβάνεται αενάως, ανεβάζοντας πάντοτε τα ίδια έργα.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα μπροστά στα μάτια μας είναι ακριβώς ένα φαινόμενο αυτού του είδους, στο οποίο η οικονομική συγκυρία, εκ φύσεως τυχαία και αυθαίρετη, προσπαθεί να επιβάλλει την τρομακτική της κυριαρχία σε ολόκληρη την κοινωνική ζωή. Θα ήταν καλό, λοιπόν, να αφήσουμε να διακοπεί, χωρίς επιφυλάξεις, η σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική και τα αστέρια, όπως και το να διαρρήξουμε τον δεσμό που θέλει να ενώνει το αστρονομικό πεπρωμένο με την επανάσταση, την αναγκαιότητα με την οικονομική συγκυρία, την επιστήμη της φύσης με την πολιτική. Η πολιτική δεν είναι εγγεγραμμένη ούτε στην επουράνια σφαίρα ούτε στους νόμους της οικονομίας: βρίσκεται στα δικά μας αδύναμα χέρια και στη σαφήνεια με την οποία διαψεύδουμε κάθε πρόθεση να φυλακιστεί σε συνδέσεις και επαναστάσεις.

15 Γενάρη 2025


Δημοσιεύθηκε στη στήλη που διατηρεί ο συγγραφέας στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι του El Lissitzky.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2025

Ο αριθμός των δολοφονημένων - Giorgio Agamben


Χρειάζεται να σκεφτούμε εκ νέου το χωρίο από την Αποκάλυψη (6,9-11), στο οποίο διαβάζουμε: «Και όταν (το αρνί) άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα, είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις ψυχές των σφαγμένων για τον λόγο του Θεού και τη μαρτυρία που έδωσαν για το αρνί. Και έκραξαν μεγαλοφώνως λέγοντας: Μέχρι ποτέ, ω κύριε άγιε και αληθινέ, δεν θα προβαίνεις στην κρίση σου και δεν θα πάρεις εκδίκηση για το αίμα μας από εκείνους που κατοικούν στη γη; Και δόθηκε στον καθένα από αυτούς ένα λευκό φόρεμα και τους ειπώθηκε να αναπαυτούν ακόμα λίγο χρόνο, μέχρις ότου συμπληρωθεί ο αριθμός των συνυπηρετών και των αδελφών τους, που όφειλαν να δολοφονηθούν όπως αυτοί». 

Η ιστορία δεν θα τελειώσει και η τελική κρίση δεν θα εκφωνηθεί έως ότου δεν έχει συμπληρωθεί ο αριθμός των δολοφονημένων δικαίων. Είναι ίσως αυτό που συμβαίνει γύρω μας; Και πόσοι άλλοι δίκαιοι πρέπει να δολοφονηθούν, όπως κάθε μέρα τους βλέπουμε να πεθαίνουν; Σίγουρα η ιστορία είναι η ιστορία των πολέμων, των θανάτων και των δολοφονιών. Όμως το νόημα του ανοίγματος της πέμπτης σφραγίδας δεν είναι, την εποχή που ζούμε, ότι οφείλουμε να περιμένουμε αδρανείς να συμπληρωθεί ο αριθμός των δολοφονημένων. Αν και οι εφημερίδες δεν σταματούν να τους μετρούν καθημερινά, εμείς αγνοούμε ποιος είναι αυτός ο αριθμός, όπως αγνοούμε πότε θα έλθει η κρίση, αλλά κι αν θα έρθει κάποτε. Ζούμε σε μια ενδιάμεση εποχή και όπως εκείνοι που σφάχτηκαν, οφείλουμε να μαρτυρήσουμε εκείνο που βλέπουμε και εκείνο που πιστεύουμε. Δεν είναι άλλο το καθήκον μας πριν συμπληρωθεί  ο αριθμός των δολοφονημένων.

7 Γενάρη 2025

Υ.Γ. του Παναγιώτη Καλαμαρά: Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στη στήλη του συγγραφέα στον ιστότοπο των ιταλικών εκδόσεων Quodlibet. Η εικόνα είναι του Enrico Baj, «Guernica», 1972, του οποίου είχα τη χαρά να απολαύσω την έκθεση στο Παλάτσο Ρεάλε στο Μιλάνο στις 11 Γενάρη τρέχοντος έτους. Ήταν η πρώτη φορά που είδα ζωντανά έργα του αναρχικού καλλιτέχνη και πραγματικά ενθουσιάστηκα, παρά το ζοφερό περιεχόμενο μερικών εξ αυτών, όπως η δολοφονία του αναρχικού Πινέλι, σκηνές από την αποκάλυψη και κάποιοι στρατηγοί του. Όπως ενθουσιάστηκα και από την έκθεση που είδα την ίδια μέρα του Ιταλού φωτογράφου Ugo Mulas, που μαζί με τον Baj και άλλες μεγάλες φιγούρες της ιταλικής κριτικής σκηνής, σύχναζαν στο περίφημο μπαρ Τζαμάικα στην οδό Μπρέρα, εκεί δηλαδή που την επόμενη μέρα ήπια τον μεσημεριανό καφέ μου καπνίζοντας το απαραίτητο τοσκάνο μου. Καμία σχέση, βεβαίως, με τότε οι σημερινοί θαμώνες του περίφημου μπαρ, όπως και ο περιβάλλων χώρος δίπλα από την ακαδημία της Μπρέρα. Οι καιροί άλλαξαν σε βάρος μας, όμως πάντοτε ελπίζω και ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα έρθουν εκείνες και εκείνοι που θα πάρουν εκδίκηση για τους σφαγιασθέντες αυτού του πλανήτη και κυρίως για τα παιδιά, όπως σήμερα συμβαίνει καθημερινά στην πολύπαθη Γάζα, από το χέρι εκείνων που δεν διδάχτηκαν τίποτα από την αιματηρή ιστορία τους.