Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Για μια κριτική του ατόμου-μάζα - Gigi Roggero

Chad Gadya (Η ιστορία μιας κατσίκας), 1919,  El Lissitzky

Σε ένα βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε λίγα χρόνια πριν, Per la critica della libertà, Derive Approdi 2023, προσπαθήσαμε να αποδιαρθρώσουμε την προϋπόθεση της φιλελεύθερης λατρείας, το τοτέμ της μοντερνικότητας στο σύνολό του: την ελευθερία, ακριβώς. Τώρα, πρέπει συγχρόνως τόσο να εμβαθύνουμε στο ζήτημα όσο και να κάνουμε ένα βήμα παρακάτω. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, οφείλουμε να ασχοληθούμε με το θέμα του ατόμου. Από τις απαρχές της, ξέρουμε ότι η καπιταλιστική μοντερνικότητα γεννιέται γύρω από αυτό το υποκείμενο, παρουσιασμένο με την ιδιαίτερη μορφή του πολίτη. Από τον Λοκ και πέρα, το άτομο-πολίτης είναι το άτομο-ιδιοκτήτης. Χωρίς το άτομο δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε το κράτος ούτε η αγορά, ούτε ο ανταγωνισμός ούτε η εκμετάλλευση, ούτε η ελεύθερη επιχείρηση ούτε η ελεύθερη πώληση της εργατικής δύναμης. Χωρίς το άτομο, καμία καπιταλιστική μοντερνικότητα.

Η διαλεκτική καπιταλισμού-σοσιαλισμού, πιο απλά, ήταν η αντίθεση ανάμεσα στην ηγεμονία του ατόμου και στην ηγεμονία της μάζας. Σήμερα, φτάνοντας στη φάση της υπερ-πραγματοποίησής της, η μοντερνικότητα ξεπέρασε τη θέση-αντίθεση, οδηγώντάς τη σε μια Aufhebung, στην οποία μπορούμε να πιστοποιήσουμε την ύπαρξη ενός νέου ατόμου: του ατόμου-μάζα. Η σοσιαλιστική ουτοπία για ένα απο-υποκειμενοποιημένο και ξένο ως προς το κράτος άτομο, πραγματοποιήθηκε στον καπιταλισμό με το απο-υποκειμενοποιημένο και ξένο ως προς τους αυτοματισμούς της συστημικής μηχανής άτομο. Ένα σύστημα του οποίου η ουτοπία έγκειται στη δυνατότητα λειτουργίας του χωρίς τα άτομα.

Πιο συγκεκριμένα: η καπιταλιστική μοντερνικότητα, γεννημένη από την εξύμνηση του ατόμου ως κεντρικό υποκείμενο, αποξένωσε ακριβώς το άτομο, διαλύοντάς το στη μάζα. Το άτομο-μάζα είναι η άρνηση του ατόμου, ένα ξεπέρασμα που εγελιανά συντηρεί και εξυμνεί έναν ατομικισμό χωρίς ατομικότητα.

Η σε τέτοιο βαθμό απομαγευμένη ελευθερία του ατόμου-μάζα είναι το αντίθετο της ελευθερίας με την ακριβή έννοια του όρου, δηλαδή ως ένας χώρος που προσφέρει ακραίες δυνατότητες. Εδώ δεν υπάρχει καμία δυνατότητα, αλλά μόνο ανάγκη και επανάληψη. Γιατί μια προβλέψιμη, αναμφίβολα προεξοφλημένη ελευθερία, όντας αλγοριθμική, απλά δεν είναι ελευθερία. Αρκεί να κοιτάξουμε γύρω μας και το βλέπουμε παντού. Στην κατανάλωση, για να ξεκινήσουμε από κάπου, πίσω από τη φαινομενική μοναδικοποίηση του γούστου και του στυλ ζωής, κρύβεται η τυποποίηση της μόδας, που μεταφέρεται με μια τρελή επιτάχυνση και με μια παγκόσμια ακαριαία ροή μέσω των social network. Πόσες φορές την ημέρα νιώθουμε αγανάκτηση για τα εμπορεύματα που μας προτείνονται από την Άμαζον και ανακαλύπτουμε ενοχλημένοι την ικανότητά της να μας γοητεύει; Δεν πρόκειται απλά για μια δημιουργία αναγκών: το κεφάλαιο έχει μεταμορφωθεί πλήρως σε μια τεράστια μηχανή παραγωγής επιθυμιών. Η ατομικότητα στο ποδόσφαιρο, για παράδειγμα, έχει πεθάνει: οι ικανότητες στο παιχνίδι έχουν γίνει ανεξάρτητες από τους φορείς τους, η αγορά λειτουργεί μέσω των αλγορίθμων, ο αγώνας ανάγεται πλέον σε στατιστικά δεδομένα. Και, αν θέλουμε να πάμε στη μουσική, ποιο είναι η εξέλιξη του ταλέντου στον καιρό των autotune και των ψηφιακών συνθετών; Ή μήπως να μιλήσουμε για τη γραφή ή τη μετάφραση στην εποχή της ChatGpt;

Εν συντομία, στη διαδικασία της αλγοριθμοποίησης της υποκειμενικότητας, αν από τη μια πλευρά υπάρχει μια ταχεία απαρχαίωση και αντικατάσταση της εργατικής δύναμης, από την άλλη πεθαίνει ο σουμπετερικός επιχειρηματίας. Το άτομο-μάζα, άλλωστε, φοβάται την τεχνητή νοημοσύνη γιατί ξέρει πως τώρα πια παίζει εντελώς στο δικό της γήπεδο και η ΤΧ είναι σαφώς πιο ευφυής και αξιόπιστη. Η τόσο διαδεδομένη κατάθλιψη, ασυνήθιστος παραγωγικός πόρος για τη βιομηχανία της θεραπείας, είναι η αποξένωση του ατόμου-μάζα από την ίδια την ατομικότητά του.

Ήδη εδώ και καμιά τριανταριά χρόνια ο Ρομάνο Αλκουάτι υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός είναι μια πλοκή ρόλων πριν καν γίνει πλοκή ανθρώπινων ηθοποιών. Θεωρητικά, έλεγε,  μπορούν να υπάρχουν οι πρώτοι χωρίς τους δεύτερους. Έμοιαζε με μια κυβερνοπάνκ πρόκληση και ο ίδιος ο Ρομάνο επεσήμανε ότι υπήρχε και πιθανώς θα συνέχιζε να υπάρχει για μια πολύ μακρά περίοδο, ένα «ανεπίλυτο υπόλειμμα». Ήταν σε εκείνο το υπόλειμμα που συγκεντρώνονταν όχι μόνο οι συμβασιακές δυνατότητες της εργατικής δύναμης, αλλά και οι προοπτικές εξόδου από τον καπιταλισμό. Πόσο είναι ακόμη ανεπίλυτο αυτό το υπόλειμμα και πόσο είναι άλυτο;

Για να σταθούμε στο ύψος αυτού του ερωτήματος, τρομερού και ουσιώδους, δεν είναι χρήσιμος ένας νέος ανθρωπισμός, αλίμονο. Θα βρώμαγε νοσταλγία για έναν άνθρωπο που οι ίδιοι οι αγώνες έχουν ευρέως αμφισβητήσει. Αλλά και το να αγνοήσουμε σήμερα πως εκείνο το «υπόλειμμα», όπως μας έχει εξηγήσει η Ρόζι Μπραϊντότι, δεν μπορεί παρά να είναι μετα-ανθρώπινο, δηλαδή μια διαδικασία αναπόφευκτα συγκρουσιακή στη σύγκλιση ανάμεσα σε ανθρώπινα και μηχανικά στοιχεία. Το general intellect έτσι όπως το υπέθεσε ο Μαρξ στα Grundrisse –«ένα αυτοματοποιημένο σύστημα μηχανών […] που μπαίνει σε κίνηση από ένα αυτόματο, μια κινητήρια δύναμη που κινείται από μόνη της· αυτό το αυτόματο συντίθεται από πολυάριθμα μηχανικά και διανοητικά όργανα, έτσι ώστε οι ίδιοι οι εργάτες προσδιορίζονται μονάχα σαν συνειδητά όργανά του»έχει, στην πραγματικότητα, πραγματωθεί, όμως με μια αντίστροφη μορφή σε σχέση με αυτό που κάποιοι είχαν επιθυμήσει της δεκαετία του 1990. Δεν είναι ένα πλήθος μοναδικοτήτων, αλλά ένα αρθρωμένο αλγοριθμικό πρωτόκολλο, στο οποίο τα άτομα-μάζα είναι κόμβοι εξατομικευμένοι, εξαρτημένοι από τα ψηφιακά όργανα. Ιδωμένα στη μάζα, για να παραφράσουμε τον Ρίσμαν. Η δημοκρατία, μακράν από το να αποτελεί μια αντίφαση, είναι, αντιθέτως, το κατάλληλο πολιτικό σύστημα για αυτό το αυτοματοποιημένο σύστημα, μια παγκόσμια πλατφόρμα των ατόμων-μάζα που στερούνται την ατομικότητά τους. Η αυταρχική τάση δεν είναι μια παρέκκλιση, αλλά μια συνέπεια της δημοκρατικής τυραννίας. Ο Τραμπ πραγματώνει αυτή τη δημοκρατία στην Αμερική, που τόσο τρόμαζε τον οξυδερκή Τοκβίλ.

Εδώ υπάρχει μια πρόκληση, πιθανώς κρίσιμη: πώς μπορούμε να σκεφτούμε μια επανα-υποκειμενοποίηση του ατόμου, δηλαδή μια υποκειμενοποίηση της general intellect ή, ακόμη, ένα μετα-ανθρώπινο κοινωνικό άτομο; Ο Μάριο Τρόντι έλεγε ότι «πρέπει να ξαναξεκινήσουμε από τα πάνω, γιατί από τα κάτω δεν υπάρχει πλέον δρόμος προς τα πάνω». Να οικοδομήσουμε μια νέα αριστοκρατία, έλεγε, με την αρχική έννοια του όρου, δηλαδή μια κυβέρνηση των αρίστων. Μια αριστοκρατία της επανα-υποκειμενοποίησης ενάντια στον αστό-μάζα. Για δική μας ευκολία, θα την αποκαλούσαμε πρωτοπορία της έρευνας. Σε κάθε περίπτωση, αυτούς τους επείγοντες καιρούς όπου πρέπει να τα σκεφτούμε όλα από την αρχή, δεν πρέπει να φοβόμαστε τη ριζοσπαστικότητα των λέξεων. Κατά βάθος, τι έχουμε να χάσουμε εκτός από τα device μας;

Δημοσιεύτηκε στον ιταλικό ιστότοπο Machina στις 16 Δεκέμβρη 2025


Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Να πιστεύεις και να μην πιστεύεις - Giorgio Agamben


Το 1973, γράφοντας το βιβλίο του La convivialità [στα ελληνικά Εργαλεία για την καλή ζωή, εκδ. νησίδες], ο Ίλιτς προέβλεπε ότι η καταστροφή του βιομηχανικού συστήματος θα μετατρεπόταν σε μια κρίση η οποία θα εγκαινίαζε μια νέα εποχή. «Η συνεργική παράλυση του συστήματος που τον εξέθρεψε, θα προκαλέσει μια γενική παράλυση του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής…  Σε πολύ σύντομο χρόνο ο πληθυσμός θα χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μονάχα απέναντι στους κυρίαρχους θεσμούς, αλλά  και απέναντι σε εκείνους που έχουν αναλάβει συγκεκριμένα να διαχειριστούν την κρίση. Η εξουσία, ακριβώς, των σημερινών θεσμών ως προς τον καθορισμό αξιών (όπως είναι η εκπαίδευση, η ταχύτητα της κίνησης, η υγεία, η ευημερία, η πληροφορία κλπ) θα διαλυθεί ξαφνικά, ενώ παράλληλα θα γίνεται φανερός ο ψευδαισθησιακός της χαρακτήρας. Πυροκροτητής της κρίσης θα είναι ένα απροσδόκητο συμβάν, πιθανόν και μικρής σημασίας, όπως ήταν ο πανικός της Γουώλ Στρητ που οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση… Από τη μια μέρα στην άλλη, σημαντικοί θεσμοί θα χάσουν κάθε είδους σεβασμό, οποιαδήποτε νομιμότητα, μαζί με τη φήμη ότι εξυπηρετούν το κοινό καλό». Είναι καλό να σκεφτούμε για τους λόγους και τους τρόπους που αυτές οι προφητείες, κατ’ ουσίαν ορθές, μετά από σχεδόν μισό αιώνα δεν επαληθεύτηκαν (αν και πολλά συμπτώματα δείχνουν να επιβεβαιώνουν την επικαιρότητα τους). Ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής  και η εξουσία που τον συνοδεύει συνεχίζουν να υπάρχουν, αν και έχουν χάσει κάθε σεβασμό και αξιοπιστία. Ο Ίλιτς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένα σύστημα θα μπορούσε να διατηρηθεί ακριβώς μέσω της απώλειας κάθε αξιοπιστίας –ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να δρουν σύμφωνα με μοντέλα και αρχές στις οποίες δεν πιστεύουν πλέον, ότι η έλλειψη πίστης, το ον ολιγόπιστος (Ματθαίος, 14, 31), θα γινόταν η φυσιολογική συνθήκη της ανθρωπότητας (και σαφώς εκείνη που έκανε αποδεκτή την απώλεια πίστης ήταν προπάντων η Εκκλησία, καθώς μεταμόρφωσε σε ένα πακέτο δογμάτων την εγγύτητα μεταξύ καρδιάς και λέξης, κάτι για το οποίο διερωτάτο ο Παύλος, Προς Ρωμαίους, 10, 6-10).

Ένα σύστημα –όπως αυτό που έχουμε ενώπιον μας– που θεωρεί δεδομένο ότι δεν το πιστεύει κανείς, που, συνεπώς θεμελιώνεται ακριβώς στην απιστία και στην έλλειψη πίστης, είναι ένας αντίπαλος ταυτοχρόνως εύθραυστος και ιδιαιτέρως δύσκολος να αντιπαλευτεί. Αυτός συλλέγει, πράγματι, ακατάπαυστα μια πίστη την οποία στερείται, όπως, σε τελική ανάλυση, είναι αδύνατο να συλλεχθούν οι πίστεις στις οποίες οι τράπεζες θεμελιώνουν την εξουσία τους. Το χρήμα λειτουργεί όχι γιατί πιστεύουμε σε αυτό, αλλά ακριβώς γιατί είναι η ίδια η μορφή της έλλειψης πίστης (όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ, ακριβώς αυτή η απουσία πίστης συνιστά τον θεολογικό χαρακτήρα του εμπορεύματος:  δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε σε αυτό που μπορεί να πωληθεί και να αγοραστεί). Αντικαθιστώντας την Εκκλησία, οι τράπεζες διαχειρίζονται σοφά αλλά και ανεύθυνα την απουσία πίστης η οποία ορίζει τον κόσμο μας, αυτές είναι οι λεβίτες και οι ιερείς της νέας αθρησκείας της ανθρωπότητας.

Πώς μπορούμε να σκεφτούμε μια στρατηγική απέναντι σε ένα τέτοιο αντίπαλο; Είναι σαφώς μάταιο να καταγγέλλουμε την αναξιοπιστία και τη μη νομιμότητα, από τη στιγμή που –όπως φάνηκε ξεκάθαρα κατά τη διάρκεια της λεγόμενης πανδημίας– αυτές είναι το πρώτο πράγμα που δείχνει και διεκδικεί. Το αδύνατο σημείο του δεν είναι τόσο η έλλειψη πίστης, όσο, μάλλον, το ψεύδος στο οποίο αυτός φαίνεται υποχρεωμένος να λέει. Ανίκητη, πράγματι, θα είναι μόνο μια εξουσία η οποία, θεμελιωμένη στην απιστία, αποφασίζει να μη μιλά και αφιερώνεται στη σιωπή. Οι εξουσίες που θέλουν σήμερα να μας κυβερνούν δεν κάνουν, αντιθέτως, τίποτα άλλο από το να μιλούν και να προχωρούν σε κρίσεις, και, αντιφάσκοντας έτσι με τη βαθύτερη φύση τους, μοιάζουν, κατά κάποιο τρόπο, τόσο πως πιστεύουν όσο και ότι απαιτούν πίστη. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει εδώ κάτι πιο πολύπλοκο και λεπτό. Για όποιον δεν πιστεύει, κάθε λόγος είναι ψευδής, αφού στην έλλειψη πίστης αντιστοιχεί μονάχα η σιωπή. Όπως εκείνη η προσωπικότητα στους Δαιμονισμένους, αυτός δεν πιστεύει ότι πιστεύει, ούτε πιστεύει πως δεν πιστεύει. Αν πιστεύει, αντιθέτως, όπως μοιάζει σήμερα να συμβαίνει παντού, στη δυσπιστία του, καταστρέφει το ίδιο το θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται. Το να πιστεύεις ότι δεν πιστεύεις είναι το χειρότερο από όλα τα ψεύδη, στο οποίο εκείνος που το λέει δεν μπορεί παρά να μένει φυλακισμένος. Και είναι αυτό το ψεύδος –και όχι, όπως υπέθετε ο Ίλιτς, το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον– που θα οδηγήσει το σύστημα στην καταστροφή του.

15 Δεκέμβρη 2025

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Καθώς αυτή η χρονιά φτάνει στο τέλος της, δεν μπορώ παρά να τη σκεφτώ όχι νοσταλγικά, αλλά, ελπίζω, δημιουργικά. Μέσα στον γενικευμένο ζόφο, που καταστρέφει συστηματικά τις ζωές τόσων πολλών ανθρώπων, δεν μπορούμε να μη δούμε, ως έσχατη ελπίδα πίστης, τις αντιστάσεις που γεννιούνται παρά την απίστευτη καταστολή που περιμένει όσες και όσους συνεχίζουν να πιστεύουν πως αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, παρά τις αντίθετες προβλέψεις. Θερμή αλληλεγγύη λοιπόν, στα συντρόφια της ιστορικής κατάληψης Askatasuna στο Τορίνο, για πολλά χρόνια καρφί στο μάτι της νεοφασιστικής εξουσίας στην Ιταλία, που είμαι σίγουρος ότι θα συνεχίσουν τον επίπονο αγώνα τους. Αλλά και θερμή αλληλεγγύη στα συντρόφια που δέχτηκαν την κτηνώδη καταστολή στις 6 Δεκέμβρη στην πορεία μνήμης για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου 17 χρόνια πριν (που λες και ήταν χθες όταν για κάμποσο καιρό νιώθαμε ότι αυτή η πόλη ήταν δική μας). Δεν ξέρω ποια είναι τελικά η δική μας πίστη, αυτή που μας κάνει να συνεχίζουμε να τρέχουμε σε μια πορεία, που πραγματικά δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Όμως θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά;              


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Ζωή ή επιβίωση - Giorgio Agamben


Εκείνοι που σήμερα κυβερνούν, προσπαθούν να οργανώσουν την επιβίωση της ανθρωπότητας, προσπαθούν, δηλαδή, να μετατρέψουν τους ζωντανούς σε επιβιώσαντες. Όμως αυτό που επιβιώνει δεν ζει, ζει στ’ αλήθεια μόνο όποιος δεν επιβιώνει στον δικό του τρόπο ζωής και στον δικό του κόσμο. Μια γυμνή ζωή δεν υπάρχει –είναι μόνο μια αφαίρεση του δικαίου και της εξουσίας. Οι επιβιώσαντες που μας περιβάλλουν, δεν έχουν ούτε στόμα ούτε αυτιά, ούτε μιλούν ούτε ακούν, μονάχα μετρούν. Δεν χρησιμεύει σε τίποτα να τους μιλάμε. Οι ποιητές και οι φιλόσοφοι έχουν πεθάνει –γι’ αυτό με αυτούς μπορούμε να μιλάμε.

10 Δεκέμβρη 2025

 

Πεζό και κεφαλαίο

Μου συνέβαινε στο παρελθόν να γράφω με κεφαλαίο μια λέξη στην οποία ήθελα να δώσω μια ιδιαίτερη σημασία ή νόημα.  Τώρα ξέρω ότι έκανα λάθος. Είναι καλό να τα βλέπουμε όλα με πεζά, τα κεφαλαία εμποδίζουν το βλέπειν. Και να καταλάβουμε, ότι όταν ενίοτε επισημαίνουμε την προτεραιότητα ή τη σημασία, το να κατανοήσουμε δεν είναι πλέον αναγκαίο. Γενικότερα, αν κάτι –ακόμη και ο όρος θεός ή, ακόμη χειρότερα, η λέξη κράτος– έχει ανάγκη το κεφαλαίο, σημαίνει ότι δεν πιστεύουμε αρκούντως στο πρωτείο της. Όπως έγραψε υπέροχα η Ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά: «Αν βροχή πέφτει με κεφαλαίο/την κοιτάζω· αν η πέφτει με μικρό/την αγαπώ». Με το πεζό βλέπουμε, με το πεζό ζούμε και, αν ο θεός και το κράτος  δεν μας το επιβάλλουν, χωρίς κεφαλαία θα φύγουμε από την πεζή, αξιαγάπητη γη.

12 Δεκέμβρη 2025

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Βλέποντας μια αγαπημένη φιγούρα να χάνεται στο σούρουπο μιας χειμωνιάτικης μέρας στη Χαριλάου Τρικούπη, δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς για τη διάκριση μεταξύ ζωής και επιβίωσης, για τη διάκριση του να ζεις με πάθος και να επιβιώνεις απλά. Αν μάλιστα αυτή η φιγούρα σου είχε στείλει κάποτε ένα ποίημα της Κικής Δημουλά για σε συνοδεύσει σε έναν άλλο αποχαιρετισμό, δεν μπορείς παρά να νιώσεις μια έσχατη συγκίνηση με αυτά που γράφει ο Αγκάμπεν. Δεν ξέρω πώς θα φύγω από αυτή την αξιαγάπητη γη, αλλά είτε με πεζό ή κεφαλαίο γραμμένη αυτή η μοναδική ζωή που έχουμε, είναι σαφές ότι χωρίς πάθος και πόνο, χωρίς απόλαυση και θλίψη, δεν αξίζει τον κόπο να την έχουμε ζήσει.