Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΕΝΟΣ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ


Ακριβώς απέναντι από την είσοδο της στοάς που οδηγεί στην είσοδο του κτιρίου στην οδό Πανεπιστημίου με τον αριθμό 64, υπήρχε μέχρι πρόσφατα ένα περίπτερο, του οποίου η λειτουργία ήταν συνεχής από το 1989, όταν δηλαδή αποφάσισα να εγκαταστήσω εκεί το ατελιέ των γραφικών τεχνών που ήθελα να ανοίξω. Ο πατέρας μου, πάντοτε προνοητικός σε σχέση με την αγορά ακινήτων, είχε αγοράσει (σε πολύ προσιτή τιμή μάλιστα!) το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64, θεωρώντας ότι μετά την αποφοίτησή μου από το Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ύπαρξη ενός χώρου στο κέντρο της πόλης θα με βοηθούσε στην καριέρα μου είτε ως οικονομολόγου είτε ως δικηγόρου (αφού και ως προς το δεύτερο επάγγελμα έδειχνα μια κάποια κλίση και θα μπορούσα να τελειώσω και τα νομικά μετά τα οικονομικά). Τελικά εγώ δεν ασχολήθηκα με τα οικονομικά, αν και πτυχιούχος με πολύ καλό βαθμό, πολύ δε περισσότερο δεν ασχολήθηκα με τα νομικά, παρά μόνο μέσα με την εντρύφησή μου στο δίκαιο αλλά σε ένα εντελώς άλλο, πολιτικό και φιλοσοφικό, επίπεδο. Όμως το γραφείο της Πανεπιστημίου 64 με περίμενε, κι όταν ήταν πλέον προφανές ότι η τυπογραφία θα ήταν η ενασχόληση, επαγγελματική και υπαρξιακή, στη ζωή μου, δεν μπορούσα παρά να στήσω το όλο εγχείρημα εκεί. Ατελιέ γραφικών τεχνών και έδρα των εκδόσεων για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Εκείνη την πολύ μακρινή πλέον εποχή, μιλάμε για 37 χρόνια πριν, η στοά της Πανεπιστημίου 64 έσφυζε από ζωή, με κύριο χαρακτηριστικό την ύπαρξη δύο μεγάλων καταστημάτων ρουχισμού, κι ένα καφενείο στο βάθος, που τροφοδοτούσε με καφέ, αναψυκτικά, φαγητό κλπ, ολόκληρο το κτίριο. Και, ακριβώς απέναντι από την είσοδο, όπως προείπα, υπήρχε το περίπτερο του κυρίου Κώστα. Με το πέρασμα των χρόνων, όπως είναι φυσικό, έγινα φίλος με όλους τους μαγαζάτορες της στοάς αλλά και της γύρω περιοχής, με αποτέλεσμα η Πανεπιστημίου 64 και τα πέριξ, να αποτελούν έκτοτε τη γειτονιά μου. Καθώς περνούσα στο ατελιέ περισσότερες ώρες απ’ ότι είτε στην κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου, είτε στα Πατήσια όπου μετά έφτιαξα το ατομικό μου σπίτι, θεωρούσα ότι φιγούρες  όπως οι θυρωροί του κτιρίου ή τύποι σαν τον κύριο Κώστα, θα ήταν πάντοτε εκεί, όπως κι εγώ άλλωστε, που όπως έχω πει και στο τέκνο μου Ερρίκο, «Όλα να τα πουλήσεις αγόρι μου εκτός από ένα, το γραφείο της Πανεπιστημίου 64, σταθερό οχυρό στο κέντρο της μητρόπολης». Το τι έχω ζήσει σε αυτό το γραφείο θα απαιτούσε ένα πολυσέλιδο βιβλίο για να περιγραφεί και δεν είναι της παρούσης. Εδώ θέλω να μιλήσω γι’ αυτό το περίπτερο, που με ένα περίεργο τρόπο σημάδεψε τη ζωή μου. Κατ’ αρχήν κι επειδή εγώ πήγαινα στο γραφείο πολύ «περίεργες» ώρες, η καθημερινή μου καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα, γινόταν πάντοτε με τον κύριο Κώστα, ο οποίος δούλευε το περίπτερο απίστευτες ώρες, κάνοντάς με να πιστεύω ότι μπορεί και να κοιμόταν εκεί μέσα, όπως έκανα κι εγώ άλλωστε στο γραφείο μου. Κάτι αδύνατο βέβαια, αφού το μεν δικό μου γραφείο είναι μια μικρή γκαρσονιέρα, με τουαλέτα κλπ, το να κοιμάται κάποιος μέσα σε ένα κλασικό περίπτερο είναι πέραν κάθε φαντασίας. Όμως εμένα επειδή μου άρεσε και ακόμη συνεχίζει να μου αρέσει να φαντάζομαι απίθανα πράγματα, δεν θεωρούσα και τόσο αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από τον κύριο Κώστα ψώνιζα τα τσιγάρα μου, «Καρέλια Αγρινίου», μπαταρίες, τσατσάρες, προφυλακτικά, σοκολάτες, πατατάκια, αναψυκτικά, τα μικροπράγματα δηλαδή που μπορεί να ψωνίσει κανείς σε ένα περίπτερο. Μια συνήθεια που τη συνέχισα κι όταν άλλαξε η ιδιοκτησία του περιπτέρου. Ένα πρωί είδα ένα συμπαθητικό ζευγάρι να μιλάει με τον κύριο Κώστα και λίγες μέρες μετά, ήταν εκείνος που μου ανακοίνωσε ότι είχε βγει στη σύνταξη και είχε πουλήσει το περίπτερο στον Βασίλη και στη σύζυγό του. Όντας πλέον «παράγοντας» της Πανεπιστημίου 64, σύντομα έγινα φίλος με τον νέο ιδιοκτήτη, ο οποίος, έχοντάς με δει να περνάω επανειλημμένως με τις διαδηλώσεις του αναρχικού χώρου, είχε καταλάβει το «ποιον» μου, χωρίς ποτέ να κάνει ένα προσβλητικό ή απορριπτικό σχόλιο. Μετά μάλιστα τα γεγονότα του 2008, όταν με τον παντοτινό σύντροφο και αδελφό Ηλία και τον τότε θυρωρό της μεσαίας βάρδιας Πλάτων, σώσαμε το κτίριο από μια πυρκαγιά που ξέσπασε μετά από ρίψη μολότωφ στο κατάστημα ρούχων «Γιαννακόπουλος» που βρισκόταν στο ισόγειο, κι αυτό ακριβώς απέναντι από το περίπτερο, το άγχος του Βασίλη για την περιουσία του που έτσι κι αλλιώς ήταν μεγάλο, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κι έτσι πάντοτε πριν από μια μεγάλη διαδήλωση και κυρίως αυτές που συντάραξαν τη μητρόπολη Αθήνα τη διετία 210-2012, με ρωτούσε αν θα γίνουν φασαρίες και μου ζητούσε να μεσολαβήσω στους διαδηλωτές να μην του το κάψουν, γιατί ήταν ο μοναδικός πόρος στη ζωή του. Ματαίως του εξηγούσα ότι οι αναρχικοί δεν λεηλατούν ούτε καίνε περίπτερα, ότι το καλύτερο που θα είχε να κάνει ήταν να το κλείνει όταν γίνονταν «επικίνδυνες» διαδηλώσεις για να έχει το κεφάλι του ήσυχο, ότι δεν είχα τέτοια δύναμη ώστε να μπορώ να αποτρέψω πιθανή εκτροπή από πιθανώς «ανεγκέφαλα» στοιχεία κλπ, κλπ. Ο Βασίλης, σχεδόν εμμονικά, δεν το έκλεινε, περίμενε ανήσυχος μαζί με τη γυναίκα του να περάσει η διαδήλωση και μετά, την επόμενη μέρα, όταν του έλεγα «είδες Βασίλη, τίποτα δεν έγινε», αυτός με ευχαριστούσε για την κατανόηση των αναρχικών! Απίθανα πράγματα. Ακόμη και την περίφημη νύχτα της 12ης Φλεβάρη 2012, με τις εκτεταμένες ταραχές και φωτιές στο κέντρο της μητρόπολης, αλλά και τις λεηλασίες σε καταστήματα της γύρω περιοχής, το περίπτερο του Βασίλη, όπως και το καπνοπωλείο του φίλτατου Θανάση (όπου πλέον αγοράζω τα πούρα Τοσκάνο που από τις αρχές του 2000 καπνίζω πλέον συστηματικά, έχοντας κόψει τα «Καρέλια Αγρινίου») και το φαρμακείο του κυρίου Μάκη, έμειναν αλώβητα, κάτι που οι ιδιοκτήτες τους θεωρούσαν, λανθασμένα βέβαια, ότι οφειλόταν στη σχέση που είχαν με μένα κι εγώ με τον αναρχικό χώρο. Ο Βασίλης είχε γνωρίσει την Άννα και τον Ερρίκο, τον οποίο πάντοτε κάτι κερνούσε όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Μας θεωρούσε το «τέλειο» ζευγάρι και μου το είχε πει επανειλημμένως. Έτσι δεν μπορώ να ξεχάσω το απορημένο και έκπληκτο βλέμμα του όταν ένα απριλιάτικο βράδυ του 2024 με είδε να καταφτάνω αγκαλιά με τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα μετά τον χωρισμό μου με την Άννα, λίγο πριν κλείσει το μαγαζάκι του. Η δε έκπληξή του έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάνα χρόνο μετά, με είδε να αγκαλιάζω, πάλι ένα μαγιάτικο απόγευμα του 2025, τον επόμενο μεγάλο μου έρωτα, που ήρθε τρέχοντας προς το μέρος μου να με συναντήσει μετά από μια σύντομη απουσία από την Αθήνα. Ποτέ δεν μου είπε τίποτα, ποτέ δεν με ρώτησε τι είχε συμβεί στα οικογενειακά μου, αλλά πάντοτε με κοιτούσε με απορία και συνέχισε να κερνάει κάτι τις τον Ερρίκο όταν κατεβαίναμε μαζί στο γραφείο. Και να, τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 2026, όταν είδα το περίπτερο κλειστό μετά από πολλά-πολλά χρόνια και ρώτησα τον εναπομείνοντα θυρωρό του κτιρίου της Πανεπιστημίου 64, άλλο αγαπημένο φίλο, τον Παντελή, τι συμβαίνει, εκείνος μου είπε ότι ο Βασίλης είχε κλείσει το περίπτερό του. Ένιωσα πολύ παράξενα, εγώ πλέον στη σύνταξη, ο Παντελής κι αυτός σε λίγο θα μας αποχαιρετίσει, ο Βασίλης έφυγε, οι παλιοί καταστηματάρχες την είχαν κάνει από καιρό, η σύνθεση του πληθυσμού του γραφείου έχει αλλάξει ριζικά, οι έρωτες μου με την Άννα και τις επόμενες κυρίες κι αυτοί οριστικά τελειωμένοι. Σήμερα, που πήγα στο γραφείο και δεν είπα τη συνηθισμένη μου καλημέρα στον Βασίλη, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πλέον σε ένα τέλος εποχής. Κι έτσι κάθισα να γράψω αυτό το κείμενο, σαν έναν αποχαιρετισμό σε μια περίοδο της ζωής μου που ήταν και η πλέον γόνιμη στο μέχρι τώρα βίο μου. Ο Βασίλης δεν θα με ξανακοιτάξει ποτέ πλέον απορημένος, ο Παντελής δεν θα μου δώσει την αλληλογραφία μου και δεν θα εισπράξει τα κοινόχρηστα, εγώ στο γραφείο πάω ολοένα και λιγότερο, το τηλέφωνο σπανίως χτυπάει (όλοι και όλες πια με παίρνουν στο καταραμένο κινητό), ο Ερρίκος τελειώνει σε λίγους μήνες το δημοτικό και θα πάει γυμνάσιο. Κοινοτοπία, αλλά πώς περνούν τα χρόνια!

Υ.Γ. Το καλοκαίρι του 2024 είχα ανεβάσει στο blogspot ένα κείμενο για την απώλεια. Συνεχώς με βασανίζει το ερώτημα για τη σχέση της απώλειας με τον χρόνο, αν το πέρασμα του τελευταίου απαλύνει τον πόνο της πρώτης, όπως συνήθως λέγεται, ή αν, αντιθέτως, όσο περνάει ο χρόνος τόσο πιο έντονος γίνεται ο πόνος από το χάσιμο πραγμάτων, καταστάσεων, προσώπων που κάνουν τη ζωή, έστω και με έναν αναπάντεχο τρόπο, μαγική. Δεν ξέρω αν μπορεί κάποια ή κάποιος να δώσει μια οριστική απάντηση, μάλλον όχι, όμως εμένα, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η απώλεια ειδικά κάποιων ανθρώπων που έκαναν το σύντομο ή μεγαλύτερο πέρασμά τους από το γραφείο 13-14 του Β’ ορόφου της Πανεπιστημίου 64. Θεωρώ πως θα είμαι ο τελευταίος που θα φύγει από το κτίριο, αλλά ποιος ξέρει, η ζωή είναι απρόβλεπτη, πάντοτε υπάρχουν όμορφα πράγματα που μπορεί να ζήσει κανείς ακόμη κι όταν θεωρεί πως ο κύκλος ενός ατελιέ γραφικών τεχνών και η έδρα ενός εκδοτικού οίκου έχει κλείσει οριστικά. 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Και πάλι για τους μάγειρες και την πολιτική - Giorgio Agamben


Είναι καλό να σκεφτούμε τη φράση, αποδιδόμενη στον Λένιν –αν και δεν φαίνεται να την εκστόμισε ποτέ– σύμφωνα με την οποία «κάθε μαγείρισσα μπορεί και πρέπει να μάθει να κυβερνάει το κράτος». Η Χάνα Άρεντ, σχολιάζοντας το ψευτολενινικό ρηθέν, έγραψε ότι στην αταξική κοινωνία «η διοίκηση της κοινωνίας θα έχει γίνει τόσο απλή, ώστε οποιαδήποτε μαγείρισσα θα έχει τα προσόντα να την αναλάβει». Ο Λούτσο Μάγκρι είχε παρατηρήσει δικαίως,  χρόνια μετά, ότι η φράση του Λένιν θα πρέπει να αντιστραφεί, με την έννοια ότι «το κράτος θα μπορεί να κυβερνηθεί από μια μαγείρισσα μόνο στον βαθμό στον οποίο δεν θα υπάρχουν πια μαγείρισσες».

Στο μοναδικό απόσπασμα που μια μαγείρισσα εμφανίζεται στα γραπτά του, ο Λένιν είπε, στην πραγματικότητα, κάτι διαφορετικό και αλλιώς αρθρωμένο. «Δεν είμαστε ουτοπιστές», έγραψε σε ένα άρθρο του το 1917, «ξέρουμε ότι μια μαγείρισσα ή ένας οποιοσδήποτε χειρώνακτας δεν θα είναι σε θέση να συμμετάσχουν αμέσως στη διοίκηση του κράτους. Ως προς αυτό συμφωνούμε με τους Καντέτους, με την Μπρεσκόφσκαγια, με τον Τσερετέλι. Όμως διαφοροποιούμαστε από αυτούς τους πολίτες αφού ζητάμε την άμεση ρήξη με την προκατάληψη ότι μόνο οι πλούσιοι ή οι προερχόμενοι από μια πλούσια οικογένεια λειτουργοί, μπορούν να κυβερνούν το κράτος, να διεκπεραιώνουν τις τρέχουσες, καθημερινές εργασίες της διοίκησης. Εμείς θέλουμε οι συνειδητοποιημένοι εργάτες και στρατιώτες να κάνουν τη μαθητεία τους στη διοίκηση του κράτους κι αυτή η μελέτη πρέπει να ξεκινήσει αμέσως ή, με άλλα λόγια, πρέπει να ξεκινήσει αμέσως η συμμετοχή όλων των εργαζομένων, όλων των φτωχών σε μια τέτοια μαθητεία».

Όπως υποθέτουν τα λόγια του Λένιν, το παράδειγμα που κρύβεται πίσω από την ουτοπική κυβέρνηση της μαγείρισσας είναι αυτό του διοικητικού κράτους, σύμφωνα με το οποίο μόλις εξαλειφθεί η κυριαρχία του καπιταλισμού, η πολιτική θα καταστεί, όπως είχε επαναλάβει και ο Ένγκελς, η απλή «διαχείριση των πραγμάτων». Ή, αν θέλετε, η πολιτική θα εμφανίζεται με τη μορφή της «αστυνομίας» η οποία, ξεκινώντας από τους θεωρητικούς της αστυνομίας τον 18ο αιώνα, είναι ο όρος με τον οποίο μεταφράζεται η ελληνική λέξη «πολιτεία». «Αστυνομία», διαβάζουμε επίσης στη μετάφραση του Πλούταρχου από τον  Μαρτσέλο Αντριάνι, δημοσιευμένη στη Φλωρεντία του 1819, «σημαίνει την τάξη με την οποία κυβερνιέται μια πόλη και διοικούνται οι δήμοι ανάλογα με τις ανάγκες τους· κι έτσι λέμε ότι υπάρχουν τρεις αστυνομίες, η μοναρχική, η ολιγαρχική και η δημοκρατία».

Αυτό είναι το παράδειγμα του administrative state, που θεωρητικοποίησαν ο Σανστάιν και  ο Βερμιούλ και το οποίο επιβάλλεται σήμερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, με το κράτος να μοιάζει να είναι απλώς μια διοίκηση και μια κυβέρνηση, με την «πολιτική» να έχει μετατραπεί εντελώς σε «αστυνομία». Είναι σημαντικό το γεγονός ότι, ακριβώς σε ένα κράτος που γίνεται, με αυτή την έννοια, αντιληπτό σαν «κράτος της αστυνομίας», ο όρος καταλήγει να αποτυπώνει τη λιγότερο εποικοδομητική πλευρά της κυβέρνησης, δηλαδή τα σώματα που είναι προορισμένα να εξασφαλίζουν, σε τελική ανάλυση, μέσω της ισχύος, την κυβερνητική λειτουργία του κράτους. Αυτό που σήμερα βλέπουμε με κτηνώδη διαφάνεια είναι, πράγματι, ότι ακριβώς αυτό το κράτος, το φαινομενικά ουδέτερο, που υποκρίνεται ότι επιδιώκει μονάχα την καλή διαχείριση των πραγμάτων και των ανθρώπων, μπορεί να αποδειχτεί, ακριβώς γι’ αυτό, στερούμενο ορίων οποιασδήποτε φύσης ως προς τη δράση του. Ο μάγειρας είναι σήμερα η κατ’ εξοχήν μορφή του τυράννου.

Σε καμία περίπτωση η πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί στην απλή διοίκηση, ακόμη και με τη μορφή μιας καλής κυβέρνησης που διαβρώνεται μοιραία σε κακή κυβέρνηση. Καθώς συμπίπτει με την ελεύθερη μορφή ζωής των ανθρώπινων όντων, η πολιτική είναι ουσιαστικά ακυβέρνητη και αδιοίκητη. Γι’ αυτό ο πίνακας του Λορεντσέτι στη Σιένα που αναφέρεται στην καλή κυβέρνηση δείχνει σε πρώτο επίπεδο τα παιδιά που χορεύουν. Η «καλή κυβέρνηση» δεν είναι μια κυβέρνηση.

8 Γενάρη 2026

Το μυστήριο της εξουσίας - Giorgio Agamben


Μπορούμε να διαβάσουμε τη δεύτερη επιστολή του Παύλου στους Θεσσαλονικείς  σαν μια προφητεία που αφορά τη σημερινή κατάσταση της Δύσης. Ο απόστολος επικαλείται εδώ «ένα μυστήριο της ανομίας», την «απουσία νόμου», που είναι εν ενεργεία αλλά δεν θα οδηγήσει στην πραγμάτωση της δεύτερης έλευσης του Ιησού Χριστού, αν πρώτα δεν εμφανιστεί ο «άνθρωπος της ανομίας, ο γιός της καταστροφής, εκείνος που αντιτίθεται και υψώνεται υπεράνω κάθε όντος που θα αποκληθεί Θεός ή θα είναι ένα αντικείμενο λατρείας, φτάνοντας να εδραιωθεί  στον ναό του Θεού, εμφανιζόμενο σαν Θεός». Υπάρχει, λοιπόν, μια εξουσία που  συγκρατεί αυτή την αποκάλυψη (ο Παύλος την επικαλείται απλώς, χωρίς να την ορίζει καλύτερα, «αυτό που συγκρατεί, το  κατέχον»).  Πρέπει, έτσι, αυτή η εξουσία να στερείται μέσου, γιατί μόνο τότε «θα αποκαλυφθεί το άνομο (το χωρίς νόμο) που ο κύριος Ιησούς θα εξαλείψει με μια αναπνοή του στόματός του και θα καταστήσει ανενεργό με την εμφάνιση της άφιξής του». Η θεολογικο-πολιτική παράδοση ταύτισε αυτή την «εξουσία που συγκρατεί» με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία (έτσι έκανε ο Τζιρόλαμο και, πολύ πιο μεά, ο Καρλ Σμιτ) ή με την ίδια την Εκκλησία (ο Τικόνιος και ο Αυγουστίνος). Είναι προφανές, σε κάθε περίπτωση, ότι η εξουσία που συγκρατεί ταυτίζεται με τους θεσμούς που βασιλεύουν και κυβερνούν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Γι’ αυτό η εξάλειψή τους συμπίπτει με την άφιξη του άνομου, του «χωρίς νόμο», που παίρνει τη θέση του Θεού και «με σημάδια και ψευτοθαύματα οδηγεί στην απώλεια «εκείνους που τον απαρνήθηκαν από αγάπη για την αλήθεια».

Μπορούμε να δούμε το μυστήριο της ανομίας όχι τόσο σαν ένα πέρα από τον χρόνο μυστικό, του οποίου το μοναδικό νόημα είναι να δώσει ένα τέλος στην ιστορία, όσο, μάλλον, σαν ένα ιστορικό δράμα («μυστήριον» στα ελληνικά σημαίνει «δραματική δράση»), που ταιριάζει απόλυτα σε αυτό που ζούμε σήμερα.  Οι κυρίαρχοι θεσμοί μοιάζουν να έχουν χάσει το νόημά τους και κυριολεκτικά στερούνται κάθε μέσου, αφήνοντας στη θέση τους την ανομία, μια απουσία νόμου, που θέλει να είναι, μπορούμε να πούμε, νόμιμη, αλλά, εν τοις πράγμασι έχει παραιτηθεί κάθε νομιμότητας. Το κράτος (η αρχή που συγκρατεί) και το «χωρίς νόμο» είναι , την πραγματικότητα, οι δύο όψεις του ίδιου μυστήριου: του μυστήριου της εξουσίας. Όπως σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν χωρίς κανέναν δισταγμό, τον «άνθρωπο της ανομίας», το «χωρίς νόμο» σκιαγραφεί τη φιγούρα της κρατικής εξουσίας η οποία, εγκαταλείποντας τις συνταγματικές αρχές και την ηθική που παραδοσιακά την περιόριζαν και, μαζί τους, «την αγάπη για την αλήθεια», αφήνεται στα «σημάδια και τα ψευδοθαύματα» των όπλων και της τεχνολογίας. Είναι αυτή η σύγχυση της αναρχίας και της νομιμότητας σε μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία έχει γίνει διαρκές, που οφείλουμε να ξεμασκαρέψουμε και να καταστήσουμε σε κάθε πλαίσιο ανενεργή.

7 Γενάρη 2026

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Ο Αγκάμπεν, για μια ακόμη φορά, επικαλείται τον Παύλο και τον «κατέχοντα» για να μιλήσει για μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία, πριν καλά καλά μπει η καινούργια χρονιά, έδειξε τα δόντια της στη Βενεζουέλα. Όμως αν ο Αγκάμπεν πιθανώς προσμένει έναν θεό για να δώσει λύσει στο πρόβλημα της ανομίας, που εμφανίζεται τόσο ωμά μπροστά στα μάτια μας (και το ωραίο είναι ότι την ανομία την επικαλούνται αυτοί που την ασκούν και επωφελούνται από αυτή όταν θέλουν να χτυπήσουν τα κινήματα του κοινωνικού ανταγωνισμού), τι μπορούμε να περιμένουμε εμείς που δεν πιστεύουμε σε έναν τέτοιο θεό; Η αδυναμία μας είναι πρόδηλη, κι αυτό έχει φανεί όχι μόνο σε περιπτώσεις όπως η Γάζα ή η Βενεζουέλα, αλλά και στην πολύ μικρότερη κλίμακα των αντιστάσεών μας όταν χτυπιούνται κοινωνικοί χώροι με μακρά ιστορία όπως, για παράδειγμα, η κατάληψη Ασκατασούνα στο Τορίνο, ή, στη δική μας περίπτωση, τα αναρχικά στέκια παντού στην Ελλάδα ή οι πορείες του αντιεξουσιαστικού χώρου όπως συνέβη στις 6 Δεκέμβρη 2025. Αμηχανία, λοιπόν, το λιγότερο και προσμονή καλύτερων ημερών, οι οποίες όμως περνούν μόνο από τα δικά μας χέρια ή, τα χέρια αυτών που πιστεύουν ότι μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δύσκολα τα πράγματα, έτσι όπως έχουν αυτή τη στιγμή, με την ευχή για μια καλή χρονιά να ακούγεται κάπως γκροτέσκα. Όμως δεν μας μένει τίποτα άλλο, πέρα από τον συνεχή, με πείσμα αγώνα, ίσως μέχρι τελικής πτώσεως. Αλλά τουλάχιστον να μην ξεφτιλιστούμε για ένα κοστούμ’ στο γιουσουρούμ.