Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ - Giorgio Agamben

Kadhim Hayder, Divine Horses (From the Marty's Epic), 1965


Η λέξη «Δύση» [«
Occidente» στα ιταλικά, σ.τ.μ.], με την οποία ορίζουμε την κουλτούρα μας,  προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα πέφτω [cadere στα ιταλικά, σ.τ.μ.] και σημαίνει στην κυριολεξία «αυτό που πέφτει, που δεν σταματά να πέφτει». Συνδεδεμένοι με αυτό το ρήμα είναι επίσης οι όροι τύχη και τυχαίο [caso και casuale στα ιταλικά, σ.τ.μ.]. Εξ ου, αυτό που δεν σταματά να πέφτει και να δύει (occasus είναι στα λατινικά η δύση), υπόκειται επίσης στην τύχη, σε μια ασταμάτητη τυχαιότητα. Δεν μας ξαφνιάζει, λοιπόν, το γεγονός ότι σήμερα η κυβέρνηση των ανθρώπων και των πραγμάτων έχει πάρει τη μορφή πρωτοκόλλων επέμβασης, ανεξάρτητων από συγκεκριμένα αποτελέσματα, σε έναν κόσμο ο οποίος γίνεται κατανοητός σαν διαθέσιμος και μετρήσιμος ακριβώς όντας τυχαίος.  Η Δύση υπάρχει και κυβερνιέται μόνο στην εποχή του τέλους της και της επιμελούς πτώσης της, και, όπως ο Θεός της, βρίσκεται αδιάκοπα σε μια διαδικασία θανάτου. Όμως είναι ακριβώς σε αυτό που συνίσταται η δύναμή της: ένας αδιάκοπος θάνατος είναι ακριβώς ένας θάνατος χωρίς τέλος, μια άπειρη παροδικότητα ή τυχαιότητα, που υποτίθεται πως είναι πραγματικά ασταμάτητες.

Μια στρατηγική που προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτή την αέναη πτώση, πρέπει να βρει σε αυτή ένα διάκενο ή μια παύση, όπου η Δύση θα δει να διαρρηγνύεται η συνέχειά της και να  βυθίζεται μια για πάντα. Αυτή η αβυσσαλέα τομή είναι η μνήμη. Η Δύση, όντας τυχαία και παροδική, δεν έχει μια μνήμη του εαυτού της, δεν ξέρει ένα πέρασμα και έναν χώρο όπου κάτι σαν ανάμνηση μπορεί για μια στιγμή να διαρραγεί και να αναδυθεί. Μπορεί  σίγουρα να δημιουργεί αρχεία και μητρώα στα οποία να ταξινομεί συνεχώς τα γεγονότα –τις υποθέσεις– της ιστορίας της, αλλά της λείπει η ικανότητα να βιώνει  πραγματικά ένα παρελθόν, να ανοίγεται σε κάτι που σπάει τον ομοιόμορφο ιστό των αναπαραστάσεών της. Η ανάμνηση, η θύμηση έχει, αντιθέτως, τη μορφή ενός διάκενου στο οποίο η πτώση – η τύχη–  για μια στιγμή σταματάει και αφήνει να εμφανιστεί όπως ποτέ πριν ένα ετερογενές και μη αναπαραστάσιμο παρελθόν. «Ω παρελθόν, άβυσσος της σκέψης» (Σέλλινγκ): μόνο η σκέψη που πέφτει αποφασιστικά σε αυτή την άβυσσο μπορεί να οδηγήσει τη Δύση οριστικά στο τέλος της.

16 Φλεβάρη 2026

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Στην έβδομη επιστολή ο Πλάτων συνδέει την απόφασή του να αφιερωθεί στη φιλοσοφία με τις δυσάρεστες πολιτικές συνθήκες της πόλης στην οποία ζούσε. Αφού προσπάθησε παντοιοτρόπως να συμμετάσχει στη δημόσια ζωή, έγραψε, τελικά κατάλαβε ότι όλες οι πόλεις ήταν πολιτικά διεφθαρμένες (κακώς πολιτεύονται), κι έτσι ένιωσε υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την πολιτική και να αφιερωθεί στη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία εμφανίζεται σε αυτή την προοπτική σαν ένα υποκατάστατο της πολιτικής. Πρέπει να ασχολούμαστε με τη φιλοσοφία γιατί –σήμερα όχι λιγότερο από τότε– το πολιτικό πράττειν έχει καταστεί αδύνατο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτή την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας, που καθιστά το φιλοσοφείν ένα υποκατάστατο της πολιτικής δράσης και σίγουρα όχι ένα πλήρως ικανοποιητικό αντιστάθμισμα για κάτι που δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε. Τι αξία οφείλουμε τότε να αποδώσουμε σε αυτό το υποκατάστατο που δεν θα είχαμε επιλέξει αν η πολιτική ζωή ήταν ακόμα δυνατή; Η φιλοσοφία δείχνει εδώ την πραγματική της σημασία, που δεν είναι η επεξεργασία θεωριών και απόψεων οι οποίες θα προτείνονται σε εκείνους που πιστεύουν ακόμη πως μπορούν να κάνουν πολιτική. Η φιλοσοφία είναι μια μορφή ζωής, που μας επιτρέπει να ζούμε σε συνθήκες πολιτικά αβίωτες. Σε σχέση με αυτό –εφόσον μας επιτρέπει να κατοικούμε την ακατοίκητη και απολίτικη πόλη– η φιλοσοφική ζωή δείχνει να είναι η μοναδική δυνατή πολιτική στην εποχή της αδυναμίας της πολιτικής.

18 Φλεβάρη 2026

Υ.Γ. (του Παναγιώτη Καλαμαρά) Διαβάζοντας τα τελευταία αυτά κείμενα του Αγκάμπεν, θα μπορούσα να πω ότι η φιλοσοφία δεν είναι μόνο ένα υποκατάστατο της πολιτικής που δεν μπορούμε να κάνουμε, αλλά και ευρύτερα της ζωής που αν και επιθυμούμε δεν μπορούμε να έχουμε. Δηλαδή μιας ζωής όπου ο πόνος και ο ζόφος που πλανώνται διαρκώς γύρω μας, δεν θα έχει αυτή την επιμονή και διάρκεια τις οποίες παρατηρούμε σήμερα. Και τότε μας έρχεται στο μυαλό η ρήση του Σέλλινγκ που παραθέτει ο Αγκάμπεν, δηλαδή ότι το παρελθόν αποτελεί την άβυσσο της σκέψης. Πράγματι, υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα περί μνήμης, το οποίο έχουμε θίξει και σε άλλα υστερόγραφά μας. Νιώθω ότι τα τελευταία ζοφερά χρόνια, ολοένα και περισσότερο καταφεύγουμε στη μνήμη για να ανακουφιστούμε από προβλήματα στα οποία δεν μπορούμε να βρούμε λύσεις. Όμως, κάνοντας τις αναπόφευκτες συγκρίσεις, διαπιστώνουμε ότι αυτή η μνήμη μπορεί να μας ρίχνει σε μια άβυσσο πιθανώς ακόμη χειρότερη από αυτή που βιώνουμε ως παρόν. Δηλαδή αντί να ανακουφιζόμαστε, πονάμε ακόμη περισσότερο ενθυμούμενοι είτε προσωπικές είτε συλλογικές στιγμές κατά τις οποίες αν δεν ήμασταν ευτυχισμένοι, τουλάχιστον νιώθαμε ότι παλεύαμε με ικανές πιθανότητες επιτυχίας για μια καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή. Και αυτό όχι με μια διάθεση «βετερανισμού» και νοσταλγίας, αλλά σταθμίζοντας πραγματικά συμβάντα της ζωής μας. Για παράδειγμα, εκείνες τις αλησμόνητες μέρες των Δεκεμβριανών του 2008 στη φλεγόμενη Αθήνα, δεν είχαμε όλες και όλοι πιστέψει ότι επρόκειτο για μερικές από τις πλέον ευτυχείς στιγμές της ζωής μας, τότε που το ατομικό γινόταν επαναστατικά συλλογικό, παραφράζοντας και τον Γκουαταρί; Όμως αν το κάνουμε σήμερα, που η κατάσταση έχει εντελώς αντιστραφεί, αυτή η ανάμνηση μήπως μετατρέπεται σε έναν απίστευτο πόνο για τη σημερινή αδυναμία μας; Αγνοώ την απάντηση, σκέφτομαι μόνο ότι μόνο το ομηρικό νηπενθές θα μπορούσε να μας βοηθούσε στις σημερινές περιστάσεις. Αλλά η πίκρα που δεν γιατρεύεται, όσο κι αν κρύβεται, παραμένει και τότε η αμηχανία (τουλάχιστον) επιστρέφει και ίσως μόνο η φιλοσοφία να μπορεί να αποτελέσει μια διέξοδο. Μια φιλοσοφία που την ασκούμε παρέα με αγαπημένες φίλες και φίλους, όχι για να βρούμε τη λύση, αλλά για να την καταστήσουμε, ίσως και όχι στο πολύ μακρινό μέλλον, εφικτή.


Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ


Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει στις συναντήσεις με κάποιους  παλιούς μας φίλους/ες με τους οποίους/ες έχουμε χαθεί για καιρό, είναι ότι ξαναπιάνουμε το νήμα της συζήτησης λες και το είχαμε αφήσει μόλις χθες. Υπάρχει και εμφανίζεται αμέσως μια οικειότητα, η οποία είναι διαφορετική από εκείνη που έχουμε, ας πούμε, με τις παλιές ερωμένες ή εραστές. Αν μια αδιόρατη συγκίνηση στο βλέμμα, ένα ιδιότυπο άγγιγμα και μια κάποια αμηχανία επικρατεί στις πρώτες κουβέντες δύο ανθρώπων που υπήρξαν κάποτε εραστές υποδηλώνει την ύπαρξη μιας οικειότητας, αυτό που συμβαίνει με τους παλιούς φίλους είναι τελείως διαφορετικό. Καθώς ο υπογράφων πιστεύει ακράδαντα πως η φιλία και ο έρωτας είναι δύο εντελώς διακριτά πράγματα, εντυπωσιάζεται πάντοτε από τη ζεστασιά που νιώθει όταν συναντιέται με παλιές φίλες/ους με τις οποίες/ους είχε χαθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν με τους χαμένους μας έρωτες σε τέτοιου είδους συναντήσεις νιώθουμε, όπως έγραψα και παραπάνω, κατ’ αρχήν μια αμηχανία και δεν ξέρουμε από πού να ξεκινήσουμε την κουβέντα αλλά και τι, σε τελευταία ανάλυση, να πούμε, με τα παλιά φιλαράκια μας τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Με έναν θα λέγαμε ανεξήγητο τρόπο, θυμόμαστε αμέσως τις καλές στιγμές που είχαμε μαζί, ξεχνάμε τις κακές (που ενίοτε οδήγησαν στη διακοπή της φιλίας μας) και περνάμε ευθύς αμέσως στην κουβέντα για τις σημερινές χαρές και λύπες μας. Τα παιδιά μας, εφόσον έχουμε, ή τα επαγγελματικά μας δεν μπαίνουν ποτέ σε πρώτο πλάνο, προηγείται η αναπόληση των στιγμών που ζήσαμε και η σχέση τους με το τι βιώνουμε σήμερα. Καταστάσεις, πόλεις, μέρη, άνθρωποι που μας σημάδεψαν τότε, επανέρχονται στο προσκήνιο, με αγωνία ρωτάμε τι απέγιναν, τι έμεινε, τι χάθηκε οριστικά. Γιατί η φιλία είναι πάντοτε άδολη και αμοιβαία αλληλέγγυα, πότε δεν κάνουμε φίλες/ους για ωφελιμιστικούς λόγους, κάτι, δηλαδή, που δεν συμβαίνει με τον έρωτα, ο οποίος ενέχει πάντοτε στοιχεία δόλου, κτητικότητας, προσωπικού οφέλους, στοιχεία μιας  προσωπικής μάχης εν κατακλείδι με τον θάνατο, που περιλαμβάνει  και την ενεργό συμμαχία της ποθητής/ού άλλης/ου. Κι όταν το αγαπημένο πρόσωπο χαθεί, νιώθουμε προδομένοι που μείναμε μόνοι σε αυτή τη διαρκή μάχη, που έτσι κι αλλιώς είναι, από την ίδια μας τη φύση, προορισμένη να χαθεί. Βεβαίως και οι φίλες/οι συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα, όμως ο ρόλος τους είναι διαφορετικός, ας πούμε δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, αλλά στα μετόπισθεν.  Έτσι, αν ένα βράδυ του Φλεβάρη του 2026 συναντήσεις έναν παλιό σου φίλο σου που οι δρόμοι σας έχουν χωρίσει για κάποιο μεγάλο διάστημα, η πρώτη ερώτηση που κάνεις είναι αν είναι καλά σωματικά και συναισθηματικά, μετά μιλάτε  βιαστικά για το τι κάνει η οικογένειά σας και πως πάει η δουλειά σας, για να περάσετε αμέσως μετά στα ουσιαστικά, ξεκινώντας τις ερωτήσεις για τους παλιούς φίλους/ες που επίσης χάθηκαν, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, για το τι απέγιναν τα στέκια που συνευρισκόσασταν, για τις πόλεις, όπως το Μιλάνο στη συγκεκριμένη περίπτωση, που κάποια γεγονότα τα ζήσατε εκεί μαζί του και τουλάχιστον εσένα σε σημάδεψαν μια για πάντα. Τι απέγιναν τα συντρόφια που την Πρωτοχρονιά του 2003 κάνατε μαζί τους περιφρούρηση στο κατειλημμένο εργοστάσιο της Άλφα Ρομέο στο Αρέζε, εκείνα στην κατάληψη Cox 18, που επισκεπτόσασταν ανελλιπώς όταν βρισκόσασταν στο Μιλάνο, εσύ περιστασιακά και εκείνος σταθερά λόγω αρχικά των σπουδών του και μετά εξαιτίας της επαγγελματικής του ενασχόλησης, τι συνέβη με μια πόλη που η γοητεία της χάθηκε στο πλαίσιο μιας έντονης τουριστικοποίησης, τι νιώσατε και τι θυμηθήκατε όταν σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικά άτομα βρεθήκατε να πίνετε καφέ ή μπύρα στο μπαρ Magenta ή στο μπαρ Jamaica, χωρίς την παρουσία του ενός ή του άλλου; Κι αυτό όχι από νοσταλγία, αλλά από τη διάθεση να ξαναθυμηθείτε πράγματα και καταστάσεις που χωρίς αυτά θα ήσασταν μάλλον διαφορετικοί άνθρωποι, πολύ πιο κοντά στον τόσο δυσάρεστο τύπο των ανθρώπων χωρίς ιδιότητες. Χάρηκα λοιπόν  πολύ που ξαναείδα τον αγαπημένο μου φίλο Γιάννη Φ. και τα συζητήσαμε όλα αυτά πρώτα τρώγοντας στο «Άμα Λάχει» και μετά πίνοντας μπύρα στον «Ένοικο». Αναρωτηθήκαμε για το τι απέγιναν τα ωραία κορίτσια που αγαπήσαμε εκείνα τα χρόνια και πονέσαμε τόσο όταν χάσαμε, θυμηθήκαμε τις περιπλανήσεις μας στο κέντρο της πόλης και στα παλαίποτε Εξάρχεια του Μιλάνου (στα Ναβίλι και στις στήλες του Σαν Λορέντσο), κάποια κινηματικά συμβάντα στα οποία συμμετείχαμε, τις επισκέψεις μας στα κοινωνικά κέντρα της εποχής και τις συζητήσεις με τα συντροφάκια επί παντός επιστητού, για τα βιβλία που ανακαλύψαμε σε κινηματικά και μη βιβλιοπωλεία και μετά μεταφράσαμε, όπως, για παράδειγμα, τη «Συμμορία Μπελίνι» του Μάρκο Φίλοπατ (που πρωτοδιάβασα ακριβώς εκείνον τον Δεκέμβρη του 2002 και τις πρώτες μέρες του 2003). Και ενώ τα λέγαμε όλα αυτά, δεν μπόρεσα να μην του πω πώς δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία μου επίσκεψη στο Μιλάνο, με μια γυναίκα που επίσης με σημάδεψε, κατέλυσα, χωρίς να το έχω καταλάβει αρχικά, σε ένα ξενοδοχείο στην οδό Λομπαρντία, ακριβώς απέναντι από τη διασταύρωση με την οδό Λουόζι, όπου τότε έμενε εκεί ο Γιάννης σε ένα κλασικό ιταλικό μεταπολεμικό διαμέρισμα μαζί με άλλα δύο αγαπημένα συντρόφια και ήταν εκεί που είχα φιλοξενηθεί  όταν ξεκινήσαμε, από το Μιλάνο ακριβώς, μαζί με έναν άλλο αλησμόνητο έρωτα, τη  χειμωνιάτικη περιπλάνησή μας με inter-rail στη δυτική Ευρώπη (Μιλάνο, Παρίσι, Λάιντεν, Άμστερνταμ, Ρότερνταμ, Χάγη, Ουτρέχτη, Βερολίνο, Μόναχο, Βενετία) η οποία είχε κρατήσει για λίγο παραπάνω από έναν μήνα. Σήμερα, γονείς και οι δύο, αυτός πολύ νεότερος και σε άρτια φυσική κατάσταση όπως πάντοτε, εγώ με πολύ πιο άσπρα μαλλιά και συνταξιούχος πλέον των γραφικών τεχνών, θυμηθήκαμε τα παλιά λες και ήταν χθες, λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα, αν και όλα αυτά συνέβησαν εδώ και είκοσι και βάλε χρόνια πριν. Αυτός αύριο φεύγει για την Κίνα όπου πλέον ζει και εργάζεται με τους αγαπημένους του, εγώ συνεχίζω να μένω εδώ, στα Πατήσια, ευρισκόμενος στην ανάγκη να πρέπει να φτιάξω και πάλι από την αρχή τη ζωή μου, κι έτσι, λίγο πριν πέσω για ύπνο, σκέφτηκα να γράψω αυτό το κείμενο ενώ αύριο έχω συνάντηση γονέων στο 132ο Δημοτικό Σχολείο του δήμου Αθηναίων που πηγαίνει  ο Ερρίκος και μετά τη δευτεριάτικη συνέλευση στο στέκι «Άνω-Κάτω Πατησίων». Η «Βίλλα Αμαλίας» που πρωτογνωριστήκαμε δεν υπάρχει πλέον, το «Λεονκαβάλο» που ήπιαμε μπύρες στο Μπαρέτο έχει εκκενωθεί από τον περασμένο Αύγουστο, οι παλιές αγάπες οριστικά χαμένες και μπορεί κάποιες ούτε που θα θυμούνται πλέον όλα αυτά, όμως οι φίλοι παραμένουν πάντοτε φίλοι και έτσι σκέπτομαι, καθόλου μελαγχολικά, πως ίσως κάποτε ξαναβρεθούμε στο κλασικό καφέ-στέκι απέναντι από το πανεπιστήμιο Στατάλε να συζητάμε με τον Γιάννη για την ιστορία της εργατικής αυτονομίας, για τη σημερινή κατάσταση του ανταγωνιστικού κινήματος στη δεύτερη πατρίδα μας, για τις εκδόσεις που πολύ θα θέλαμε να κάνουμε αλλά δυστυχώς τα πράγματα έχουν αλλάξει και ποιος ξέρει αν ενδιαφέρουν πια κανένα,  για τις φάσεις που ζήσαμε στο δρόμο σε κάποιες συγκρουσιακές διαδηλώσεις όπου συμμετείχαμε, για όλα αυτά, δηλαδή, που μας έκαναν συντρόφους και φίλους, μη σταματώντας ποτέ να είμαστε τέτοιοι.

Πατήσια, αργά το βράδυ της 15ης Φλεβάρη 2026

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ


9.15 πρωί

Ο Σπύρος ξύπνησε από το φως του ήλιου που έμπαινε από το μισοκατεβασμένο ρολό της μπαλκονόπορτας. Όντας κοντά στη σύνταξη, δεν τον ένοιαζε πλέον τι ώρα θα πήγαινε στο δικηγορικό του γραφείο. Οι υποθέσεις ελάχιστες, ήταν κάποιες που είχαν τραβήξει σε βάθος χρόνου και πια δεν τις θυμόντουσαν ούτε οι πελάτες του. Η γραμματέας του είχε βγει σε σύνταξη εδώ και δυο χρόνια, το σταθερό τηλέφωνο χτυπούσε πλέον σπανίως, τον Σπύρο τον έπαιρναν σχεδόν όλοι στον κινητό, ποιον αυτόν που μέχρι το 2019 όχι μόνο δεν διέθετε τέτοιο, αλλά και ήταν ανοιχτά εναντίον της χρήσης του. Ας όψονται οι τράπεζες και ο covid 19, ο Σπύρος είχε μάθει πλέον να στέλνει μέχρι και μηνύματα! Κοίταξε την ώρα και σκέφτηκε να κοιμηθεί λίγο ακόμα, όμως το σφίξιμο στο στήθος είχε επανέλθει. Όχι, ο Σπύρος δεν είχε καρδιολογικό πρόβλημα, η δυσανεξία του οφειλόταν σε Εκείνη, που εδώ και 4 μήνες τον είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού και δεν την είχε ακόμη ξεχάσει. Τουναντίον, τη σκεφτόταν ολοένα και περισσότερο, την έβλεπε παντού όπου κι αν πήγαινε στο κέντρο, θυμόταν συνεχώς τις ατέλειωτες βόλτες τους εκεί και τις συζητήσεις τους επί παντός επιστητού. Αποφάσισε να σηκωθεί. Έτσι κι αλλιώς κι αυτή η μέρα θα ήταν μια από τις συνηθισμένες του τελευταία, δεν προμηνυόταν κάτι ιδιαίτερο, πέρα από μια κανονισμένη επίσκεψη στο θέατρο.

11.05 πρωί

Ο Σπύρος είχε τελειώσει τον καφέ του, είχε δει στον υπολογιστή τις τελευταίες ειδήσεις και τα e-mail του, και φορούσε τη φόρμα του να πάει για τρέξιμο, όταν ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό του. Ήταν η Γιώτα, ο πρώτος του μεγάλος έρωτας αφού είχε χωρίσει με τη γυναίκα του. Ένας έρωτας τρελός, με μεγάλο πάθος στην αρχή, υποσχόμενος πολλά, ο οποίος όμως είχε τελειώσει απρόσμενα με πρωτοβουλία της Γιώτας, λίγες μέρες πριν φύγουν για ένα καλοκαιρινό ταξίδι στην Πράγα. Ο λόγος; Η Γιώτα του είχε στείλει ένα mail που τον ευχαριστούσε για όσα όμορφα είχαν περάσει μαζί, αλλά αυτή δεν ήταν για πολλά, ναι γούσταρε πολύ στην αρχή, αλλά έβλεπε ασυμφωνία χαρακτήρων που θα οδηγούσε σε περιπέτειες, ας έμεναν στις λίγες ωραίες μέρες που είχαν περάσει μαζί και ας μη φθείρονταν. Και το ταξίδι; Η Γιώτα του είπε πως αν ήθελε θα μπορούσε να πάει με κάποιαν άλλη, με αυτή δεν γινόταν. «Μα με ποιαν άλλη, μαζί σου θέλω να πάω», της έγραψε ο Σπύρος. «Δυστυχώς δεν γίνεται» του απάντησε η Γιώτα, η οποία στη συνέχεια εξαφανίστηκε και ο Σπύρος την ξαναείδε μετά από εκείνον του Ιούνη του ΄22 τυχαία στη διαδήλωση για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου στα τέλη της χρονιάς. Τα είπαν και μια φορά τη Μεγάλη Τετάρτη του Πάσχα του ΄23, χάθηκαν και πάλι, και να που τώρα, έτσι στα ξαφνικά, του είχε στείλει ένα μήνυμα όπου του έγραφε πως θα έφευγε για πολυετή εγκατάσταση στην Αυστραλία, στην Αδελαΐδα συγκεκριμένα, όπου είχε πάρει μετάθεση για το εκεί ελληνικό προξενείο. Η Γιώτα δούλευε στο διπλωματικό σώμα και στη συνέχεια του μηνύματος του ζητούσε να τα πουν για μια τελευταία φορά πριν την αναχώρησή της, προκειμένου να του κάνει μια πρόταση. Ξέροντας  πως ένα από τα όνειρα του Σπύρου ήταν να πάει στην Αυστραλία, τον καλούσε να την επισκεφτεί μόλις ολοκλήρωνε την εγκατάστασή της.  Έδωσαν ραντεβού στις 2 το μεσημέρι σε ένα καφέ στη Φειδίου, κοντά στο γραφείο του Σπύρου που ήταν χαμηλά στη Θεμιστοκλέους. Αν και το συγκεκριμένο ήταν το καφενείο που είχαν πρωτοπιεί καφέ με Εκείνη, ακολουθώντας κάτι από την ομοιοπαθητική μέθοδο, ήταν εκεί που έδωσε ραντεβού στη Γιώτα.

13.15 μεσημέρι

Ο Σπύρος έκανε το συνηθισμένο του πέρασμα από το γραφείο, κανένα τηλέφωνο, κανένα μήνυμα στον τηλεφωνητή, ο θυρωρός είχε αλλάξει, το αγαπημένο του περίπτερο είχε κλείσει, ο παράξενος δικηγόρος του διπλανού γραφείου είχε εξαφανιστεί, άλλωστε πάντοτε έκανε περίεργες δουλειές που τον έκαναν να χάνεται για μεγάλα χρονιά διαστήματα, καθάρισε λίγο, έκανε λίγα βάρη να ξεσκουριάσει και να περάσει η ώρα, το πρωί στο τρέξιμο ήταν μια χαρά, του έκανε καλό να τρέχει, το αίμα κυκλοφορούσε και εκτονωνόταν η περισσευούμενη ενέργειά του. Κοίταξε το ρολόι στη βιβλιοθήκη, μπορούσε σιγά σιγά να πηγαίνει στο ραντεβού. Κάθισε σε ένα σχετικά απομονωμένο τραπέζι και δεν περίμενε πολύ, στις 2.00 ακριβώς έφτασε η Γιώτα. Αγχωμένη από τις προετοιμασίες του μεγάλου της ταξιδιού, του είπε πως δεν είχε πολύ ώρα, αυτός παρήγγειλε καπουτσίνο, εκείνη ένα εσπρεσάκι, άναψε το τοσκάνο του και ξεκίνησαν την κουβέντα, ενώ μέσα του ο Σπύρος σκεφτόταν πως αν και είχε περάσει τόσο καιρός που είχε να τη δει, του φαινόταν πως ήταν μόλις χθες που την είχε συναντήσει για τελευταία φορά εκείνο το Πάσχα στο αντιεξουσιαστικό στέκι της γειτονιάς του. Η Γιώτα μιλούσε ακατάπαυστα για το μελλοντικό της ταξίδι, το θεωρούσε δεδομένο πως θα πήγαινε να της επισκεφτεί, ο Σπύρος της το υποσχέθηκε (αν και δεν πολυπίστευε πως θα γινόταν πραγματικότητα) και μετά, χωρίς να έχει περάσει καλά καλά μια ώρα, κίνησαν για την Ομόνοια και χωρίστηκαν χωρίς να αποχαιρετιστούν, υποσχόμενοι ότι θα τα έλεγαν προσεχώς στην Αυστραλία. Ο Σπύρος πέτυχε αμέσως το 054 που θα τον πήγαινε στο σπίτι του στα Πατήσια, κι όταν το λεωφορείο έστριβε στην 3η Σεπτεμβρίου, την είδε στο φανάρι να κοιτάζει το κινητό της. Η Γιώτα, που εκείνο το δίμηνο Απρίλη-Μάη του ’22, πολύ μακρινό τώρα πια, τον είχε κάνει να πιστέψει ότι βρήκε τον νέο του μεγάλο έρωτα, ήταν πλέον μια παλιά ιστορία.

17.30 απόγευμα

Ο Σπύρος πέρασε από το παλιό του σπίτι να κάνει παρέα στην κόρη του Αγγελική, αφού η πρώην σύζυγός του και μητέρα της είχε να κάνει τα δικά της. Θα γύριζε κατά τις 8 το βράδυ, προκειμένου ο Σπύρος να πάει στο θέατρο, όπου ανέβαζε το νέο της έργο η Αλεξία, μια γνωριμία που είχε κάνει μετά τον χωρισμό του με τη Γιώτα. Συγγραφέας και σκηνοθέτιδα, ο Σπύρος την είχε γνωρίσει σε μια βιβλιοπαρουσίαση στα Εξάρχεια, λίγο μετά την επιστροφή του από τη Βενετία, σε ένα ταξίδι in memoriam με παλιά αναρχικά συντρόφια. Έκαναν για κάμποσο καιρό παρέα, καφέ, μπαράκια, σινεμά, βόλτες, όμως καθώς η σχέση τους δεν μετατράπηκε σε κάτι άλλο, η στενή επαφή που είχαν τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους ατόνισε, ωστόσο συνέχισαν να τα λένε πού και πού, και μάλιστα έπινε μαζί της καφέ στην Καλλιδρομίου όταν του είχε τηλεφωνήσει Εκείνη και του είχε πει να συναντηθούν για να τα πουν. Ο Σπύρος είχε βοηθήσει πολύ την Αλεξία στο ανέβασμα του πρώτου της έργου στο θέατρο, αυτή του το αναγνώριζε πάντοτε και όποτε βρισκόντουσαν θυμόντουσαν με χαρά εκείνη τη συνεργασία τους. Τώρα ανέβαζε το δεύτερο έργο της και τον είχε καλέσει να το δει. Ο Σπύρος δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει εκείνο το βράδυ και έτσι αποφάσισε να πάει να δει το νέο της εγχείρημα. Μετά θα πήγαιναν και για ένα ποτάκι.

18.45 βραδάκι

Το μήνυμα στο κινητό του τον ξάφνιασε και πάλι. Ήταν Εκείνη. Μετά από μακρά απουσία από την Ελλάδα, του έγραφε πως είχε επιστρέψει για λίγες μέρες και θα ήθελε κάποια στιγμή να τα πουν από κοντά. Ο Σπύρος χαλάστηκε λίγο, δεν είχαν σταματήσει την επικοινωνία μετά τον χωρισμό τους, όχι κάτι ιδιαίτερο, κάνα τηλεφώνημα, κάνα μήνυμα, πάντοτε χαιρόταν όταν μάθαινε νέα της, αλλά τώρα που ήταν πάλι πίσω, σκέφτηκε ότι μια δια ζώσης συνάντησή τους μάλλον θα του έκανε κακό. Όμως, από την άλλη, ήθελε πολύ να την ξαναδεί. Εκείνη ήταν πραγματικά ο μεγάλος του έρωτας, γνωρίστηκαν τον Φλεβάρη του 2024, την αγάπησε τρελά, για εκείνη δεν ήξερε, έκαναν ένα πανέμορφο ταξίδι στη Φλωρεντία, πέρασαν μαζί το καλοκαίρι και μετά, τον Σεπτέμβρη τέλος. Ο Σπύρος έπαθε σοκ, το περίμενε με έναν τρόπο, γιατί Εκείνη του είχε πει πως θα έφευγε στην Ισπανία για δουλειά, όμως δεν ήθελε να το πιστέψει πως τελικά όλα θα τελείωναν. Όταν έφυγε ο Σπύρος ήξερε ότι την είχε χάσει οριστικά, όμως δεν ήθελε να το πιστέψει και ακόμη και τώρα δεν το πίστευε. Της απάντησε πως ναι, θα τα έλεγαν, αλλά μέσα του ήξερε πως αυτό δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Όμως όπως ο πρεζάκιας θέλει πάντοτε την πρέζα του, έτσι κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει πίσω, ας την έβλεπε έστω και για τελευταία φορά. Μόλις ήρθε η τέως σύζυγός του στο σπίτι, αντάλλαξαν μερικές κοινοτοπίες και ο Σπύρος αφού φίλησε την Αγγελική και της υποσχέθηκε ότι θα τα έλεγαν λίαν συντόμως, πήγε να πάρει λεωφορείο για το κέντρο και το θέατρο. Καθώς περίμενε στη στάση, ήρθε ένα ακόμη μήνυμα στο κινητό του. Ήταν από τη Δέσποινα, μια γνωριμία που είχε κάνει λίγο πριν τελειώσει ο χρόνος, μόλις τον περασμένο Δεκέμβρη, ενώ ακόμη τον βασάνιζε η τρέλα του για Εκείνη. Ωραία τύπισσα, μαμά δύο παιδιών, ενός αγοριού κι ενός κοριτσιού, χωρισμένη κι αυτή κάμποσο καιρό, πέρασαν ωραία τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, τον είχε σώσει από τον φόβο του για μοναχικές γιορτινές πόλεις σε μια πόλη που όλοι διασκέδαζαν ή έκαναν ότι διασκεδάζουν, αλλά τελικά αυτή η σχέση δεν πήγε παραπέρα, ενώ ο Σπύρος περίμενε ότι αλλιώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα, δηλαδή πως θα γινόταν από φιλική ερωτική, στο καθιερωμένο τους ραντεβού της Πέμπτης η Δέσποινα του ανακοίνωσε ότι θα ήθελε να διέκοπταν για λίγο τις επαφές του, θα τα ξαναέλεγαν εν ευθέτω χρόνω. Ο Σπύρος δεν ξαφνιάστηκε και τόσο, μάλιστα λίγες μέρες πριν είχε πει στον αδελφό του, με τον οποίο τώρα πια είχαν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους με τα από χρόνια κόντρες και τα έλεγαν τακτικά, πως δεν θα εκπλησσόταν αν η Δέσποινα του έλεγε αιφνιδίως να μην τα ξαναπούν. Και να που είχε επαληθευθεί. Στο μήνυμα τον ρωτούσε τι κάνει και ο Σπύρος απάντησε, ενώ βρισκόταν μέσα στο λεωφορείο, «καλά, να τα πούμε κάποια στιγμή». Κοινοτοπίες, δηλαδή, νάχαμε να λέγαμε.

22.30 βράδυ

Η παράσταση είχε τελειώσει, ο Σπύρος δεν πολυκατάλαβε το έργο, η Αλεξία πάντοτε είχε έναν δυσνόητο και αφαιρετικό λόγο, αυτός ήταν άνθρωπος της αφήγησης, κάτι τέτοια έργα δεν τα πολυέπιανε. Βεβαίως της είπε ότι του άρεσε, τα κατά συνθήκη ψεύδη, και μετά με μια παρέα από το θέατρο πήγαν σε ένα μπαράκι εκεί κοντά να πιουν ένα ποτό. Έπιασαν την κουβέντα, στην παρέα ήταν και δυο κυρίες , που κάποια στιγμή έδειξαν ενδιαφέρον για τα λεγόμενά του. Ποια λεγόμενα του δηλαδή, όταν η μία τον ρώτησε με τι ασχολείται, αυτός είπε με τίποτα και όταν η άλλη τον ρώτησε αν κάνει κάτι, αυτός απάντησε και πάλι τίποτα. Φάνηκαν να εντυπωσιάστηκαν και βάλθηκαν να τον «ανακρίνουν», ο Σπύρος, που τουλάχιστον αγενής δεν ήταν, τους εξήγησε στα σοβαρά τι εννοούσε, σιγοντάριζε και η Αλεξία, ήταν δικηγόρος για πολλά χρόνια, όμως τώρα πια ήταν στην απόσυρση, δεν ένιωθε πως έκανε κάτι το ιδιαίτερο, βρισκόταν, θα λέγαμε σε μεταβατική φάση μπροστά σε ένα άγνωστο μέλλον, με μόνη σταθερά την ύπαρξη της κόρης του. Σε λίγο θα έβγαινε στη σύνταξη, είχε χωρίσει κάμποσο καιρό, έμενε πλέον και πάλι στο πατρικό του και μάλιστα τους είπε ότι αυτό που τον εντυπωσίαζε περισσότερο στην τωρινή ζωή του ήταν πως ξυριζόταν μπροστά σε έναν καθρέφτη στον οποίο ξυριζόταν 40 χρόνια πριν. Η παρέα στο μεταξύ είχε παραγγείλει πίτσα. Και όταν η πίτσα έφτασε, ο Σπύρος είδε με έκπληξη ότι ήταν μία με προσούτο και ρόκα. Και τότε θυμήθηκε την πίτσα που είχε φάει με Εκείνη στη Φλωρεντία, όταν βγήκαν για φαγητό στην πρώτη τους νυχτερινή βόλτα στην πόλη. Όταν του πρόσφεραν κομμάτι, αυτός αρνήθηκε με τη συνηθισμένη δικαιολογία που δεν πεινούσε. Πού να πει την αλήθεια, ότι αυτή η πίτσα του θύμισε μαγικές μέρες του Απρίλη, με την αβέβαιη δόξα του έρωτα για την οποία τόσο ωραία είχε μιλήσει ο Σαίξπηρ.

12.30 μετά τα μεσάνυχτα

Αν και το κλίμα ήταν ενθουσιώδες, η παρέα είχε κουραστεί και αποφάσισαν να το διαλύσουν. Βγήκαν στην Ιπποκράτους να βρουν ταξί. Χωρίστηκαν ανάλογα με την κατεύθυνση του καθενός και της καθεμιάς. Ο Σπύρος πήγε με τις δύο κυρίες που πριν είχε πιάσει κουβέντα και οι οποίες πήγαιναν Κυψέλη. Η μία έμενε στην Κερκύρας και η άλλη, προς μεγάλη έκπληξη του Σπύρου, Καλλιφρονά και Δροσοπούλου. Εκεί ακριβώς που έμενε και η Δέσποινα! Ο Σπύρος τα έχασε με τη σύμπτωση, και αν και είχε πει ότι έμενε πιο κάτω στα Πατήσια, κατέβηκε μαζί με τη νέα του γνωριμία. Έπιασαν την κουβέντα για λίγο και μάλιστα μέσα σε σύντομο χρόνο είπαν μάλλον κάμποσα και για τους δυο τους , όταν εκείνη λίγο πριν αποχαιρετιστούν τον ρώτησε γιατί είχε κατέβει εκεί και δεν είχε πάει με το ταξί μέχρι το σπίτι του. Τι να της έλεγε ο Σπύρος; Ότι μόλις λίγες μέρες πριν, εκεί παραδίπλα, είχε περάσει κάποιες πολύ ωραίες στιγμές, που φαινόταν ότι θα ξανάδιναν ένα νόημα στη ζωή του; Της είπε ένα παραμύθι, ότι εκεί έμενε παλιά με μια φίλη του και συγκινήθηκε που βρέθηκε στο ίδιο μέρος μετά από χρόνια, η γυναίκα δεν φάνηκε να τον πολυπιστεύει, σίγουρα θα νόμισε ότι της έκανε καμάκι, όμως ο Σπύρος δεν της έκανε καμάκι, πραγματικά είχε συγκινηθεί και εντυπωσιαστεί από τη σύμπτωση. Ήταν αργά όταν έφτασε στο σπίτι του. Έπεσε να κοιμηθεί και λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, σκέφτηκε τη σημερινή συνηθισμένη του μέρα. Την όχι και τόσο συνηθισμένη τελικά. Μέσα σε λίγες ώρες είχε δει, μιλήσει ή διαβάσει μηνύματα από όλες τις γυναίκες που τον είχαν «ταλαιπωρήσει» τα τελευταία χρόνια. Η πρώην σύζυγός του, η Γιώτα, Εκείνη, η Δέσποινα, η Αλεξία. Αποκοιμήθηκε και μετά από καιρό είδε ένα παράξενο όνειρο. Σε ένα σπίτι που το θύμιζε το διαμέρισμα που είχε μείνει στη Βαρκελώνη το μακρινό 1997, η πρώην σύζυγός του έβαζε μουσική, η Γιώτα μιλούσε για τη διεθνή κατάσταση, η Αλεξία ξεφύλλιζε ένα φωτογραφικό άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες από την πόλη της αναρχίας το 1936, η Δέσποινα σέρβιρε τζιν τόνικ και Εκείνη έκοβε μια πίτσα με προσούτο και ρόκα. Ο γάτος ο «γουργούρης» τριβόταν στα πόδια του και αυτός κάπνιζε «Ιτάλικο» και μιλούσε για το νόημα του δίνει ο έρωτας στα πράγματα, ενθυμούμενος ένα βιβλίο του Ντίνο Μπουτσάτι που είχε διαβάσει κάμποσα χρόνια πριν.

29/1/2026

Για το ηλιοβασίλεμα της Δύσης - Giorgio Agamben

Tarsila do Amaral. Composition (Lonely Figure). 1930



Όπως στη Νάπολη την Πρωτοχρονιά, πετάξτε τα όλα από το παράθυρο. Έπειτα, κατεβείτε στον δρόμο, μαζέψτε κάνα σπασμένο κομμάτι, τα σπασμένα κομμάτια φέρνουν τύχη. Το νέο φτιάχνεται με τα σπασμένα κομμάτια του παλιού.

2 Φλεβάρη 2026

 

Διγλωσσία και σκέψη

Ζούμε στη γλώσσα μας όπως οι τυφλοί που περπατούν στο χείλος της αβύσσου… η γλώσσα κυοφορεί καταστροφές και θα έρθει μια μέρα που θα στραφεί ενάντια σε εκείνους που τη μιλούν.

Γκέρσομ Σόλεμ

 

Όλοι οι λαοί της γης βρίσκονται σήμερα στην άβυσσο της γλώσσας τους. Κάποιοι έχουν αρχίσει να πέφτουν, άλλοι είναι ήδη μέσα και, πιστεύοντας ότι χρησιμοποιούν τη γλώσσα, χρησιμοποιούνται, αντιθέτως , χωρίς να το καταλαβαίνουν, από αυτή. Έτσι οι εβραίοι, που μεταμόρφωσαν την ιερή τους γλώσσα σε μια εργαλειακή, χρηστική γλώσσας, είναι όπως οι κακόβουλες ψυχές στην κόλαση, που πρέπει να πιούν αίμα για να μπορέσουν να μιλήσουν. Έως ότου ήταν περιορισμένη στη διαχωρισμένη σφαίρα της λατρείας, τους πρόσφερε έναν τρόπο που διέφευγε της λογικής των οικονομικών, τεχνικών και πολιτικών αναγκών βάσει των οποίων αποτιμούσαν τον εαυτό τους μέσα από τις γλώσσες που δανείζονταν από τους λαούς εντός των οποίων ζούσαν. Και στους χριστιανούς τα λατινικά πρόσφεραν επί μακρόν έναν χώρο στον οποίο η λέξη δεν ήταν μονάχα ένα εργαλείο πληροφορίας και επικοινωνίας, αλλά και κάτι με το οποίο μπορούσαν να προσευχηθούν και να ανταλλάξουν μηνύματα. Η διγλωσσία μπορούσε να υπάρχει και εντός της γλώσσας, όπως στην κλασική Ελλάδα, όπου η γλώσσα του Όμηρου –η γλώσσα της ποίησης– μετέφερε μια ηθική κληρονομιά η οποία, μπορούσε, κατά κάποιο τρόπο, να κατευθύνει τη συμπεριφορά εκείνων που μιλούσαν καθημερινά διαφορετικές και ευμετάβλητες διαλέκτους.

Είναι γεγονός ότι ο δικός μας τρόπος σκέψης καθορίζεται, λίγο πολύ ασυνείδητα, από τη δομή της γλώσσας μέσω της οποίας πιστεύουμε ότι μπορούμε να εκφραστούμε. Με αυτή την έννοια –όπως δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει ο Παζολίνι, αλλά και ο Δάντης είχε ήδη πλήρως διαισθανθεί, διακρίνοντας το χυδαίο που υπάρχει στη γλώσσα της γραμματικής την οποία μαθαίνουμε μελετώντάς τη– μια κάποια μορφή διγλωσσίας είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η ελευθερία των ατόμων έναντι των αυτοματισμών και των περιορισμών που η μονογλωσσία, αποκρυσταλλωμένη ιστορικά στη μορφή μιας εθνικής γλώσσας, επιβάλλει σε αυτά σε αυξανόμενο βαθμό. Σε μια τέτοια γλώσσα δεν μπορούμε να σκεφτούμε, γιατί λείπει κείνη η μη δυνάμενη να εκφραστεί απόσταση ανάμεσα στο πράγμα προς έκφραση και στην έκφραση που μόνο αυτή μπορεί να εγγυηθεί την ύπαρξη ενός ελεύθερου χώρου στο σκεπτόμενο υποκείμενο. Η σκέψη είναι αυτό το υπόλειμμα και αυτή  η εσωτερική αποσύνδεση που διαρρηγνύουν την ασταμάτητη ροή της γλώσσας και την υποτιθέμενη αυτάρκειά της. Είναι μια τομή με την έννοια που έχει αυτός ο όρος στη μετρική της ποίησης: μια διακοπή η οποία, αναστέλλοντας τον ρυθμό των γλωσσικών αναπαραστάσεων, επιτρέπει την εμφάνιση της ίδιας της γλώσσας.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι οι άνθρωποι, εντελώς υπόδουλοι σε μια γλώσσα που πιστεύουν ότι ελέγχουν, έχουν καταστεί σε τέτοιο βαθμό ανίκανοι να σκέφτονται, που προτιμούν να αναθέτουν τη σκέψη σε μια εξωτερική γλωσσική μηχανή, τη λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη. Αν, όπως οι εβραίοι σύμφωνα με τον Σόλεμ, όλοι οι λαοί, προχωρούν σήμερα τυφλά προς την άβυσσο μιας γλώσσας και ενός λόγου όπου μπορούμε να πούμε πως έχουν αφήσει τον εαυτό τους, αυτό σημαίνει ότι η γλώσσα από την οποία έχουν αποσυρθεί ως συνειδητά υποκείμενα αργά ή γρήγορα θα τους εκδικηθεί, μετατρέποντάς τους σε ερείπια.  Εμπιστευόμενοι μια γλώσσα που είναι ταυτοχρόνως εργαλείο και αφέντης, και της οποίας έχουν χάσει κάθε γνώση, αυτοί δεν ακούν τον θρήνο, την κατηγορία και την απειλή που αυτή, ενώ τους οδηγεί στην καταστροφή, δεν παύει να τους απευθύνει.

22 Γενάρη 2026